t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνικό τοπίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνικό τοπίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 14 Ιουνίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι : όσοι εξακολουθούν να νοιάζονται για το Ελληνικό τοπίο...

Ελληνικό τοπίο & ζωγραφική, ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Ύδρα I, λάδι σε καμβά

Για όσους ενδιαφέρονται κι εξακολουθούν να νοιάζονται για το Ελληνικό τοπίο, ακόμη και με γνώμονα τη ζωγραφική του εκδοχή...

Αφιερώνεται αυτό το απόσπασμα από το βιβλίο του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας Αχμέτ Νταβούτογλου, ΤΟ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΒΑΘΟΣ - Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ...

Τα πολλά λόγια περιττεύουν...

Απλά ας αναλογιστούμε, αν μας έχει απομείνει κάποιο ίχνος σκέψης σ' αυτή τη χώρα, αν διαθέτουμε, από τον τελευταίο πολίτη μέχρι τους πολιτικούς, ελαχίστη ισχύ και αντίσταση...

Καλό θα ήταν επίσης, να ρίξουμε και καμμιά ματιά στη ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ του Παναγιώτη Κονδύλη, ιδιαίτερα στο επίμετρο με τίτλο "Γεωπολιτικές και στρατιωτικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου"...

Ακολουθεί το εν λόγω απόσπασμα:

-----------------

«Το Αιγαίο αποτελεί τον σημαντικότερο θαλάσσιο κόμβο της ευρασιατικής ηπείρου στην κατεύθυνση Βορρά - Νότου... Αυτή η θάλασσα - πέρασμα κατέχει μια προσδιοριστική θέση μοναδική στη γεωπολιτική, γεωστρατηγική, γεωοικονομική, γεωπολιτισμική (διεθνή) αλληλεπίδραση... Εχει μια πρώτης τάξεως στρατηγική σημασία όχι μόνο για την Ελλάδα και την Τουρκία, αλλά και για τις παράκτιες χώρες του Εύξεινου Πόντου και για όλες τις παγκόσμιες και περιφερειακές δυνάμεις που έχουν ανάγκη ενός μεταφορικού και εμπορικού κόμβου... Η Κύπρος, που κατέχει παγκοσμίως κεντρική (γεωστρατηγική) θέση, βρίσκεται, μαζί με την Κρήτη, πάνω σε άξονα όπου τέμνονται (τεράστιας γεωοικονομικής και στρατηγικής σημασίας) θαλάσσιες οδοί... Μια χώρα που παραμελεί την Κύπρο δεν είναι δυνατό να έχει αποφασιστικό λόγο στις παγκόσμιες και περιφερειακές πολιτικές, δεν μπορεί να δραστηριοποιηθεί στο διεθνές πεδίο... Ακόμα και αν δεν υπήρχε ούτε ένας μουσουλμάνος Τούρκος εκεί, η Τουρκία όφειλε να διατηρεί ανοιχτό ένα Κυπριακό Ζήτημα».

-----------------

Τρίτη 27 Απριλίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: Κείμενο του Π. Κονδύλη για το Αιγαίο...

Σύγχρονη σκέψη & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Μετά τη βροχή, λάδι σε καμβά

Από τα τελευταία κείμενα του μεγάλου στοχαστή Παναγιώτη Κονδύλη...

Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ τον Φεβορουάριο του 1998, στα πλαίσια ανταλλαγής άρθρων μεταξύ Π. Κονδύλη και πτεράρχου ε.α. Π. Οικονόμου με θέμα το Αιγαίο...

Καθώς η χώρα μας καταρρέει οικονομικά & κοινωνικά με δραματικούς ρυθμούς, το παρόν κείμενο είναι αφορμή για σκέψη σχετικά με το ελληνικό τοπίο γενικότερα...

Παναγιώτης Κονδύλης
Τι επιδιώκει η Άγκυρα στο Αιγαίο

ΒΗΜΑ, 8 - 2- 1998 / Πηγή: Ιστοσελίδα για τον Π. Κονδύλη

Σε μιαν από τις εμπεριστατωμένες και ακριβείς αναλύσεις, στις οποίες μας έχει συνηθίσει, ο διπλωματικός συντάκτης του «Βήματος» κ. Ν. Μαράκης παρουσίασε τις ελληνικές επιτελικές εκτιμήσεις για τις τουρκικές ασκήσεις στο Αιγαίο («Το Βήμα», 1.2.1998). Τέτοιες εκτιμήσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία, αν σκεφθούμε ότι οι μείζονες στρατιωτικές ασκήσεις δεν αποτελούν απλώς θαλάσσιες ή αεροπορικές εκδρομές για ξεμούδιασμα ή προς γενική επίδειξη ισχύος αλλά διεξάγονται εν όψει ορισμένων επιτελικών σχεδίων πολέμου και συνιστούν μιαν υποτυπώδη εφαρμογή τους σε καιρό ειρήνης. Η ανάλυσή τους συνεπάγεται επομένως διείσδυση στις στρατηγικές προθέσεις της άλλης πλευράς. Και οι προθέσεις, σύμφωνα με τους έλληνες επιτελείς και τον κ. Μαράκη, διαγράφονται ως εξής: «καθήλωση» της ελληνικής αεροπορίας και του ελληνικού ναυτικού, πρόκληση «εκτεταμένης ζημίας» στην αμυντική ικανότητα της Ελλάδας «πριν από την απόπειρα κατάληψης εδάφους», «σοβαρότατη μείωση της μαχητικής ικανότητας» των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων ως προϋπόθεση της «διαπραγματευτικής αδυναμίας» της Ελλάδας. Ειδικότερα επισημαίνεται η τουρκική προσπάθεια για «αύξηση της ικανότητας διείσδυσης των επιτιθέμςνων αεροπλάνων», εφοδιασμένων με άκρως σύγχρονα συστήματα στοχοποίησης και πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς.

Με βάση αυτά τα δεδομένα επιβάλλεται να ανασυγκροτήσουμε το ευρύτερο τουρκικό σχέδιο πολέμου και να αντλήσουμε τα αντίστοιχα διδάγματα. Εν όψει του σημερινού συσχετισμού δυνάμεων, η τουρκική πλευρά θα διέπραττε ένα σοβαρό σφάλμα αν διεξήγαγε πόλεμο έτσι όπως νομίζουν πλείστοι όσοι ότι θα τον διεξαγάγει: ότι δηλαδή θα θελήσει να προβεί απευθείας στην επιθυμητή εδαφική κατάκτηση, επικεντρώνοντας εκεί τις δυνάμεις της και κάνοντας το πολύ πολύ παραπλανητικούς αντιπερισπασμούς. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε για τους Τούρκους μεγάλα μειονεκτήματα, γιατί δεν θα τους επέτρεπε να αξιοποιήσουν στο έπακρο τις ένοπλες δυνάμεις, άρα την υπεροπλία τους: όσο μικρότερο είναι το θέατρο του πολέμου τόσο ευκολότερα μπορεί ο υποδεέστερος να εξουδετερώσει την αριθμητική υπεροχή του αντιπάλου, ο οποίος μόνο ένα κλάσμα των δυνάμεών του μπορεί να αναπτύξει μέσα σε στενά όρια. Επιπλέον έτσι παρατείνεται η επιχείρηση, οπότε ο χρόνος εργάζεται εναντίον του επιτιθεμένου (και ισχυροτέρου), προπαντός όταν αναμένεται εύλογα επέμβαση του διεθνούς (διάβαζε: αμερικανικού) πολιτικοστρατιωτικού παράγοντα προς διακοπή των εχθροπραξιών.

Γι’ αυτόν τον λόγο η τουρκική πλευρά, έστω και αν έχει περιορισμένες μόνον εδαφικές βλέψεις, δεν θα διεξήγε πόλεμο επιδιώκοντας απευθείας αυτές και επικεντρώνοντας σε αυτές το στρατιωτικό της δυναμικό. Οπως υποδηλώνει η παραπάνω ανάλυση των ασκήσεών της, θα έκανε κάτι πολύ διαφορετικό: θα προκαλούσε ένα θερμό επεισόδιο (είτε στο έδαφος που θα διεκδικούσε άμεσα είτε κάπου αλλού) αλλά δεν θα έριχνε εδώ το κέντρο βάρους, παρά θα το χρησιμοποιούσε ως πρόσχημα και ως εφαλτήριο για να καταφέρει ένα μαζικό πρώτο πλήγμα στρεφόμενο εναντίον του κορμού των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, ήτοι του κύριου όγκου της αεροπορίας (ίσως προτού ακόμη βρεθεί στον αέρα) και των κύριων μονάδων του στόλου. Η τουρκική πλευρά γνωρίζει εξίσου καλά όσο και κάθε άλλος τη βασική αρχή της στρατηγικής: πρωταρχικός σκοπός του πολέμου δεν είναι η κατάληψη εδαφών αλλά η συντριβή των εχθρικών ενόπλων δυνάμεων· αν αυτή συντελεσθεί, τότε καταλαμβάνεις με την ησυχία σου όσα εδάφη θέλεις. Ετσι η τουρκική επίθεση θα επικεντρωνόταν σε στρατηγικώς καίρια σημεία και αν πετύχαινε, θα καθιστούσε, με τη διαθέσιμη σήμερα δύναμη πυρός, αδύνατη κάθε συνέχιση του πολέμου από ελληνικής πλευράς. Το μαζικό πρώτο πλήγμα θα δημιουργούσε επιπλέον τετελεσμένα, τα οποία θα βάραιναν αποφασιστικά όχι μόνο σε διαπραγματεύσεις μεταξύ των αμέσως ενδιαφερομένων αλλά και σε διαμεσολαβητικές προσπάθειες τρίτων. Το βλέπουμε στην Κύπρο: κανείς δεν μπορεί να διαπραγματευθεί σαν να μην είχε γίνει η τουρκική κατάκτηση. Το ιδεώδες για την Τουρκία θα ήταν να διαπραγματευθεί κάποτε με την Ελλάδα από την ίδια θέση όπως με την Κύπρο.

Θα ήταν κεφαλαιώδες στρατηγικό σφάλμα η εμμονή σε σκουριασμένες αντιλήψεις του τύπου: «οι πόλεμοι δεν κρίνονται από την πρώτη μέρα». Οσοι τα λένε αυτά, ανατρέχοντας νοσταλγικά στο 1940, δεν έχουν κατανοήσει πόσα και ποια πράγματα έχουν μεταβληθεί στα τελευταία 10 – 15 χρόνια. Τόσο σε σχέση με τη γενικότερη διεθνή εξέλιξη του πολεμικού φαινομένου όσο και σε συνάφεια με μιαν ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύγκρουση, είχα την ευκαιρία να τονίσω πρόσφατα («Θεωρία του Πολέμου», πρβλ. «Το Βήμα», 30.11.1997) ότι η υφή των υπερσύγχρονων οπλικών συστημάτων προσδίδει καθοριστική σημασία στην εναρκτήρια φάση όχι μόνο ενός πυρηνικού αλλά και ενός συμβατικού πολέμου. Οπως διαγράφεται το πιθανότερο σενάριο ενός ελληνοτουρκικού πολέμου, θα επικρατήσει όποιος περάσει γρήγορα και αποφασιστικά από το θερμό επεισόδιο στο μαζικό πρώτο πλήγμα. Η τουρκική πλευρά γνωρίζει ότι μόνον αυτή έχει σήμερα τούτη τη δυνατότητα, ενώ η ελληνική πλευρά τη στερείται. Ακριβώς γι’ αυτό έχει προφανώς επικεντρώσει το πολεμικό της σχέδιο στο σημείο όπου υπερέχει ­ και τούτο συμβαίνει να είναι το κρίσιμο σημείο. Η ανάλυση των τουρκικών στρατιωτικών ασκήσεων επιβεβαιώνει πλήρως αυτή τη διάγνωση, στην οποία άλλωστε καταλήγει κανείς και με μόνη τη γνώση των στρατηγικών δεδομένων, αρκεί να ξέρει πώς πρέπει να τα ερμηνεύσει. Δεν είναι τόσο σημαντικό αν την έννοια και τη στρατηγική βαρύτητα του μαζικού πρώτου πλήγματος στον σύγχρονο πόλεμο δεν τις κατανοούν αιθεροβάμονες πολιτευόμενοι, διανοούμενοι και δημοσιογραφούντες. Θα ήταν όμως ολέθριο αν δεν τις συνειδητοποιούσε η υπεύθυνη πολιτική και στρατιωτική ηγεσία.

Και ακόμη μια σκουριασμένη προκατάληψη θα όφειλε να λησμονήσει για πάντα η ελληνική πλευρά: ότι οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις «έχουν τα χάλια τους» και δεν είναι σε θέση να διεξαγάγουν ταχύ και αποτελεσματικό πόλεμο. Δημιουργεί παραπλανητικές ψευδαισθήσεις και ένα κλίμα επικίνδυνης ευφορίας όποιος ανατρέχει π.χ. στις στρατιωτικές προχειρότητες της τουρκικής απόβασης στην Κύπρο για να υπαινιχθεί ότι η Τουρκία δεν είναι και τόσο αξιόμαχη (είδα με λύπη μου να το κάνει αυτό ο πτέραρχος κ. Οικονόμου και να το επικροτεί ο κ. Παπαθεμελής, βλ. αντιστοίχως «Το Βήμα», 25.1 και 1.2.1998). Από τότε πέρασαν 24 χρόνια και μου φαίνεται αδόκιμο να συγχέουμε τις αναμνήσεις μας με τις προβλέψεις μας. Επιπλέον είναι ασυνεπές αφενός να θεωρεί κανείς τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις περίπου «μπουνταλάδικες» και αφετέρου να ζητεί ραγδαίο εκσυγχρονισμό των ελληνικών. Αφήνοντας λοιπόν στην άκρη την αυτάρεσκη υποτίμηση του αντιπάλου και τις βαρύγδουπες ρήσεις περί «ψυχής που νικά τα όπλα» και καταγράφοντας ως την έσχατη λογική τους συνέπεια τα σύγχρονα στρατηγικά και εξοπλιστικά δεδομένα, η ελληνική πλευρά θα όφειλε σήμερα να κάμει δύο πράγματα, ένα βραχυπρόθεσμα και ένα μακροπρόθεσμα. Καθώς οι Τούρκοι, διαθέτοντας την υπεροπλία, έχουν τη δυνατότητα και ­ όπως φαίνεται επίσης ­ την πρόθεση του μαζικού πρώτου πλήγματος, η υποδεέστερη ελληνική πλευρά καλά θα έκανε να δείξει στο προσεχές μέλλον ύψιστη φρόνηση και να μην εμπλακεί σε κανενός είδους θερμό επεισόδιο, το οποίο η Τουρκία έχει κάθε λόγο να επιζητεί σήμερα ως αφορμή και ως εφαλτήριο του μαζικού πρώτου πλήγματος. Παράλληλα θα όφειλε να συντονίσει τα εξοπλιστικά της προγράμματα κατά τρόπο ώστε να αποκτήσει και αυτή την ίδια δυνατότητα ­ όχι φυσικά και την ίδια πρόθεση. Μακροπρόθεσμα η μόνη δραστική αποτροπή είναι να γνωρίζει η Τουρκία ότι το μαζικό πρώτο πλήγμα, που η ίδια ετοιμάζει, μπορεί να γίνει μπούμερανγκ και να στραφεί εναντίον της. Οφείλουμε να ευχαριστήσουμε το τουρκικό επιτελείο γιατί με τις στρατιωτικές του ασκήσεις καθιστά διαφανέστερες τις προθέσεις του ­ τουλάχιστον στα μάτια όσων δεν είναι ανίατα αφελείς. Πρέπει επίσης να χαιρόμαστε γιατί, σύμφωνα με τα γραφόμενα του κ. Μαράκη, οι έλληνες επιτελείς αναλύουν ορθά το στρατηγικό νόημα αυτών των ασκήσεων. Ας ευχηθούμε ότι θα βγάλουν και τα ορθά συμπεράσματα περί του πρακτέου.

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2009

Για τον Παναγιώτη Κονδύλη: Ζωντανές μνήμες *


Γιάννης Σταύρου, Ναυτικό τοπίο, λάδι σε χαρτί

Έχουμε συχνά αναφερθεί στη σκέψη και το έργο του Παναγιώτη Κονδύλη και θα συνεχίσουμε να αναφερόμαστε...
Ήταν... είναι, ο σημαντικότερος στοχαστής της εποχή μας - πάντα κατά τη γνώμη μας.

Στο άρθρο που δημοσιεύουμε σκιαγραφείται ζωντανά ο άνθρωπος Κονδύλης μέσα από τις "ζωντανές μνήμες" του συγγραφέα του. Απολαύστέ το:


*Α.Καϊσης, Ζωντανές μνήμες από τη Χαϊδελβέργη

ΑΘ. Γ. ΚΑΪΣΗΣ | 15 Νοεμβρίου 1998 | ΤΟ ΒΗΜΑ


Παναγιώτης Κονδύλης (1943 – 1998)

Πρωτοσυναντηθήκαμε στο αναγνωστήριο της Πανεπιστημιακής Βιβλιοθήκης της Χαϊδελβέργης αρχές του ‘74. Μελετούσαμε συχνά στο ίδιο γραφείο. Μια φευγαλέα ματιά του στην ελληνική εφημερίδα που διάβαζα, αποκάλυψε την κοινή πατρίδα μας. Την εποχή εκείνη η Χαϊδελβέργη φιλοξενούσε μεγάλο αριθμό ελλήνων φοιτητών. Εσφυζε από πνευματική ζωή και στις ζυμώσεις μετείχε ενεργά και δραστήρια η ελληνική κοινότητα, μέλη της οποίας ήταν αρκετά πρόσωπα που σήμερα διαπρέπουν στη σύγχρονη ελληνική πολιτική, οικονομική και επιστημονική κονίστρα.

Ο Π. Κονδύλης είχε μετεγγραφεί από το Πανεπιστήμιο της Φραγκφούρτης στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης και συνέθετε τα χρόνια εκείνα το βιβλίο του για τη «Διαλεκτική». Η πρώτη εικόνα που δημιουργεί η συνάντηση με ένα σημαντικό πρόσωπο εγχαράσσεται συνήθως ανεξίτηλα στη μνήμη. Ανακαλώντας τις μνημονικές παραστάσεις εκείνων των χρόνων, ξαναζώ με ενάργεια τον κεκοιμημένο φίλο. Μέτριο ανάστημα, λεπτό σώμα, λιτό ντύσιμο και εξαιρετικά καθαρό πρόσωπο με εντυπωσιακά ευρύ φωτεινό μέτωπο και νηφάλια ειλικρινή μάτια. Ενα λανθάνον, σχεδόν αδιόρατο υπομειδίαμα, που κατά τις περιστάσεις εξελισσόταν σε θριαμβευτικά γέλια, ακόμη και σε σαρκασμό. Αποφασιστικός, απόλυτα προσηλωμένος στο έργο του, ανεπιτήδευτος. Λόγος μεστός, περιεκτικός, τεκμηριωμένος. Σκληρός, πολεμικός αλλά ανοιχτός συζητητής, με κρυστάλλινη και διαυγή σκέψη. Τίποτε το ψεύτικο, το τεχνητό ή το προσποιητό. Κοντολογίς: άνθρωπος με esprit και χιούμορ, ιδιότητες που έμειναν αναλλοίωτες και μετά τη γενικότερη αναγνώριση του σημαντικού έργου του.

Απέραντο εύρος γνώσεων


Είχα την τύχη να συναναστρέφομαι τον Π.Κ. σε καθημερινή σχεδόν βάση τα κρίσιμα χρόνια της δημιουργίας, ως το 1978, και έναν τουλάχιστον μήνα κατ’ έτος, αργότερα, να παρακολουθήσω εκ του σύνεγγυς την ανάπτυξη των ιδεών του, τη γένεση και τη συγγραφή των πρώτων έργων του. Δύσκολη η αντιπαράθεση με τον συνομιλητή μου. Το εύρος των γνώσεων και των ενδιαφερόντων του ήταν απέραντο. Επισκοπούσε ταυτόχρονα όλες σχεδόν τις ανθρωπιστικές επιστήμες και ήταν απόλυτα εξοικειωμένος με την εννοιολογία τους. Γνώριζε ακόμη και τα θεμελιώδη προβλήματα του συνταγματικού και του διεθνούς δικαίου, της φιλοσοφίας και της κοινωνιολογίας του δικαίου, καθώς και της νομικής μεθοδολογίας.

Δεν υπερβάλλει ο Α. Cser όταν ισχυρίζεται πως «κανένας δεν αναδίφησε την τελευταία εικοσιπενταετία εντατικότερα από τον Π.Κ. τη σχετική με τις πνευματικές και κοινωνικές επιστήμες βιβλιογραφία των βιβλιοθηκών της Χαϊδελβέργης». Η εκτίμηση αυτή μπορεί να ελεγχθεί από τον μελλοντικό βιογράφο του Π.Κ., μέσω των ηλεκτρονικών ιχνών που άφησαν οι καθημερινές παραγγελίες δεκάδων τόμων στην πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη και στα υπόλοιπα ερευνητικά ινστιτούτα. Μισούσε τον φόρτο των υποσημειώσεων στα βιβλία και ορισμένα έργα του δεν έχουν ούτε βιβλιογραφικό πίνακα ούτε λημματικό ευρετήριο. Τούτο δυσκολεύει την έτσι κι αλλιώς όχι εύκολη ανάγνωσή τους, ήταν όμως απόρροια της επιλογής του να επενδύει όλο τον χρόνο του για δημιουργική συγγραφή και όχι για την κατάρτιση πινάκων. Δούλευε πάντοτε με τα πρωτότυπα κείμενα των στοχαστών που μελετούσε, στη γλώσσα που γράφτηκαν, αφήνοντας κατά μέρος όλη σχεδόν τη σχετική με αυτά βιβλιογραφία.

Ηταν εραστής της «Παλιάς Πόλης» της Χαϊδελβέργης. Εξήρε συχνά τη μεγάλη τύχη μας, να απολαμβάνουμε συγκεντρωμένα σε ένα περίπου τετραγωνικό χιλιόμετρο όλα σχεδόν τα σημαντικά για τις βιοτικές και ερευνητικές ανάγκες μας: την πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη, το φιλοσοφικό σεμινάριο, το Altjuridicum, το Ινστιτούτο Alfred Weber, τη Mensa, το καπηλειό στη Floriangasse, όπου έπινε το κρασί του κάποια βράδια, διαξιφιζόμενος ζωηρά με τους γερμανούς φίλους του. Ετρωγε επί σειρά ετών αγόγγυστα, μαζί με εκατοντάδες προπτυχιακούς φοιτητές, το λιτό φαγητό της φοιτητικής μένσας. Μετά τον βιομηχανικό καφέ του κεντρικού φοιτητικού κυλικείου, την κατανάλωση του οποίου συνόδευε η απόλαυση σέρτικων γαλλικών τσιγάρων, και τον περίπατο στις όχθες του Νέκαρ συνέχιζε τη μελέτη του ως αργά το βράδυ.

Πάθος για τα ταξίδια


Αγαπούσε τα αστυνομικά μυθιστορήματα και τα γουέστερν ως αντίδοτο στις μεγάλες ποσότητες δύσπεπτης φιλοσοφίας που καταβρόχθιζε ακατάπαυστα. Φυλλομετρούσε και διάβαζε επιλεκτικά, εκτός από τον γερμανικό Τύπο, καθημερινά μια τουλάχιστον αγγλική και μια γαλλική εφημερίδα. Υπήρξε λάτρης της τέχνης: μουσική, ζωγραφική, γλυπτική, κινηματογράφος ήταν στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων του. Αγαπούσε με πάθος τα ταξίδια: Ιταλία, Γαλλία, Αγγλία. Η τελευταία τον γοήτευε για την πνευματική παράδοσή της και μου εκμυστηρεύθηκε ότι είναι μια χώρα στην οποία θα μπορούσε να εγκατασταθεί και να ζήσει ιδιαίτερα ευχάριστα. Μετά την κατεδάφιση του Τείχους και την επανένωση της Γερμανίας, ταξίδεψε αρκετές μέρες στην πρώην Ανατολική Γερμανία για να σχηματίσει προσωπική γνώμη για την κρατούσα εκεί κατάσταση. Ηθελε να επισκεφθεί το Αγιον Ορος και η κοινή επίσκεψή μας προγραμματίζαμε να γίνει μετά την περάτωση της τρίτομης «Κοινωνικής Οντολογίας» που ετοίμαζε τα τελευταία χρόνια. Κρατούσε, με φτηνά στυλό διαρκείας, σημειώσεις από τα διαβάσματά του ­ με εκείνη την ιδιαίτερα ευανάγνωστη γραφή του, που του επέτρεπε να γίνονται δεκτά και στα γερμανικά τυπογραφεία τα χειρόγραφά του χωρίς να είναι δακτυλογραφημένα ­ πάνω σε πρόχειρα κομμάτια χαρτιών, χωρίς να χρησιμοποιεί ακριβά έτοιμα δελτία, και όταν συνέγραφε, τα χρησιμοποιούσε ως στήριγμα μνήμης. Εγραψε στη γερμανική. Το γλωσσικό ύφος του και η δομή του γραπτού λόγου του προσομοιάζουν με το ύφος και τη δομή του λόγου των κλασικών γερμανών φιλοσόφων.

Κατέκτησε το οξύτατο γλωσσικό όργανό του με σκληρή δουλειά. Τα συστηματικά διαβάσματά του, αλλά και οι μεταφράσεις που είχε κάνει προ του ‘74 στην Ελλάδα (Burnham, Machiavelli, Hauser κ.ά.) ­ αρκετές εκατοντάδες σελίδες από αρκετές ξένες γλώσσες ­, αποτέλεσαν χρήσιμη προπαιδεία. Με τη γερμανική προσέδωσε στα έργα του αναγνωσιμότητα που θα ήταν αδύνατη αν είχαν γραφτεί στα ελληνικά. Μετέφρασε πάντως συστηματικά το μεγαλύτερο μέρος του έργου του και στη μητρική του γλώσσα. Πλούτισε με τον τρόπο αυτό όχι μόνο την ελληνική επιστήμη αλλά και την ελληνική γλώσσα με μια πληθώρα όρων και εννοιών που αποτελούν προϋπόθεση για τη συγγραφή φιλοσοφικών και εν γένει θεωρητικών κειμένων και απέδειξε ότι η νεοελληνική είναι εξίσου δραστική με τη γερμανική και επαρκεί απόλυτα για τη συγγραφή πυκνότατων φιλοσοφικών κειμένων.

Οι έλληνες μελετητές του έργου του Π.Κ. βρίσκονται μάλιστα, κατά κάποιον τρόπο, σε πλεονεκτικότερη θέση από τους ξένους, επειδή σε δύο de profundis πρόσφατες συνεντεύξεις, με καίρια και κρίσιμα ερωτήματα που του υπέβαλαν οι Σ. Τσακνιάς και Σ. Κουτρούλης, δόθηκε η ευκαιρία στον Π.Κ. να παρουσιάσει διά βραχέων στους έλληνες αναγνώστες του το ουσιωδέστερο περιεχόμενο του πολυσχιδούς έργου του. Εχουμε έτσι μια αυθεντική ερμηνεία πολλών θέσεων του Π.Κ. από τον ίδιο τον δημιουργό τους, που διευκολύνει την πρόσληψη των ιδεών του, χωρίς βέβαια να υποκαθιστά την αναγκαιότητα της μελέτης των κυρίως έργων του. Δούλεψε με επιστημονική τιμιότητα, με ένταση και σε βάθος, όλο το αχανές υλικό που χρησιμοποίησε για τα βιβλία του. Αυτή η τεράστια σκευή, με την οποία τον εξόπλισε η συναναστροφή του με τα κείμενα των κλασικών στοχαστών, του προσέδωσε μια ακαταμάχητη πνευματική ισχύ, που δεν έφθανε ποτέ στον κομπασμό, αλλά τον εξωθούσε στα άκρα όταν δεχόταν αβάσιμη κριτική. Για τον Π.Κ., οι επικριτές του ήταν απλούστατα ανεπαρκείς και, ως «γενικοί επί ειδικών ζητημάτων», όφειλαν να μην αποτολμούν επικρίσεις. Αρκετά προβλήθηκε η θέση ότι ο Π.Κ. δεν δημοσιοποίησε καμία φωτογραφία του. Φωτογραφίες και φωτογραφικά στιγμιότυπα από τη ζωή του Π.Κ. υπάρχουν πάντως στα χέρια ορισμένων φίλων του. Υπάρχουν και δημοσιευμένες φωτογραφίες του. Η άρνησή του να εμφανιστεί στην τηλεόραση είχε, νομίζω, χαρακτήρα διαφορισμού του από τους κατά συνθήκην ομοτέχνους του. Χαρακτηριστική είναι εξάλλου και η φράση που καταχώρισε στα πρακτικά των εργασιών του Ιδρύματος Ανωτάτων Σπουδών του Βερολίνου, του οποίου υπήρξε, ως γνωστόν, εταίρος κατά το ‘94/’95, στη θέση που άλλοι εταίροι κολλούσαν τη φωτογραφία τους: «Δεν μπόρεσα ακόμη να αντιληφθώ πώς συναρτάται η εμφάνιση ενός ερευνητή προς το αποτέλεσμα των ερευνών του». Μπροστά στο έργο του όλα τα άλλα υποχωρούσαν.

Ρηξικέλευθος και αυθεντικός


Υπήρξε ρηξικέλευθος, αυθεντικός και ασκητικός. Ρηξικέλευθος επειδή, φιλόσοφος ων, ξεστόμισε τη βαριά φράση ότι «Δεν υπάρχει “η” φιλοσοφία» και αμφισβήτησε, ερχόμενος σε ρήξη, όλα τα φιλοσοφικά συστήματα της εποχής μας, ως γνήσιος ριζοσπάστης. Ο ρηξικέλευθος χαρακτήρας του Π.Κ. εκδηλώθηκε με το πρώτο κιόλας έργο του, τη «Γένεση της διαλεκτικής, μια ανάλυση της πνευματικής εξέλιξης του Hölderlin, του Schelling και του Hegel ως το 1802», που κυκλοφόρησε στη Γερμανία το 1979 και είναι ήδη εξαντλημένο από χρόνια. Η ιστορικοφιλοσοφική αυτή έρευνα, «στην οποία η ανάλυση των πηγών αναγκαστικά έχει την απόλυτη προτεραιότητα», ως προς μεν το φιλολογικό είδος της ανήκει «στους δεινοσαύρους της σχολαστικής λογιοσύνης, οι οποίοι ευδοκιμούν σε αλεξανδρινές εποχές, για να εκλείψουν λίγο αργότερα», ως προς δε την ουσία της αποτελεί μια θεμελιώδη συμβολή για την καλύτερη κατανόηση των σχέσεων ιδεαλισμού και διαλεκτικής. Σε εκείνα τα ηρωικά ακόμη χρόνια του μαρξισμού, η άποψη του Π.Κ. ότι «τη διαλεκτική την εισήγαγε για πρώτη φορά στην πολιτική οικονομία ο εγελιανός Marx, ενώ ο Hegel αξιοποίησε τα πνευματικά του δάνεια από την τελευταία μέσα σ’ ένα πλαίσιο δημιουργημένο ανεξάρτητα από τούτη», η θέση του ότι οι αναλύσεις του Hegel «στις γενικές τους γραμμές αποτελούν μιαν υιοθέτηση, τροποποίηση και παραπέρα ανάπτυξη κοινών τόπων της αριστοκρατικής – συντηρητικής κριτικής στον πρώιμο καπιταλισμό», η κατάδειξη δηλαδή από τον Π.Κ. της «πρώιμης συντηρητικής προέλευσης της εγελιανής κριτικής του καπιταλισμού», καθώς και η άποψή του ότι η συμβολή του Hegel στη διαλεκτική μέχρι το 1802 είναι ελάχιστη ­ αναλύσεις και θέσεις που προέκυψαν από την εξονυχιστική έρευνα των έργων των Kant, Fichte, Herder, Holderlin, Schelling, Hegel, Schiller, Rousseau, Jacobi και άλλων ­ προκάλεσαν αμέσως ζωηρότατη αίσθηση για την πρωτοτυπία, τον ρηξικέλευθο και πολεμικό χαρακτήρα τους και δεν μπορούν να ανασκευαστούν πειστικά χωρίς αντίστοιχες διεξοδικές και έντονες επεξεργασίες όλου του υλικού.

Δυο χρόνια αργότερα, το 1981, δημοσιεύθηκε στη Γερμανία το δεύτερο μεγάλο έργο του Π.Κ., ο «Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός». Σ’ αυτό αναλύει όλα τα κρίσιμα πνευματικά/φιλοσοφικά ρεύματα του 17ου και του 18ου αιώνα και αποκαλύπτει με μοναδική διεισδυτικότητα την εσωτερική συνοχή τους. Αφήνοντας κατά μέρος τις «ευθύγραμμες ερμηνείες» του Διαφωτισμού και ερχόμενος σε ρήξη με αυτές, προσφέρει μια άρτια εξήγηση της πολυδιαστατικότητας της εποχής με βάση τη θέση της «συνύφανσης οντολογικού και αξιολογικού προβλήματος» και «τη θέση για τον πολεμικό χαρακτήρα της σκέψης γενικά». Υπήρξε αυθεντικός διότι δημιούργησε πρωτότυπο έργο, διαφοροποιημένο από εκείνο των στοχαστών που μελέτησε και αναμφισβήτητα τον επηρέασαν, όπως ο Machiavelli, o Hobbes, o Spinoza, o Marx, o Nietzsche, o Carl Schmitt, o Max Weber, o Arnold Gehlen, o Karl Mannheim, για να περιοριστούμε σε μερικούς. Σημαντική επήρεια στη μεθοδολογία του Π.Κ. είχε πάντως ο ιστορικός Werner Conze, στη μνήμη του οποίου αφιέρωσε το 1986 το έργο του για τον «Συντηρητισμό». Ο Π.Κ. έζησε μια αυθεντική ζωή, με πλούσιες εμπειρίες, που δεν άφησαν ανεπηρέαστο το έργο του, απολαμβάνοντας χωρίς στερήσεις το μεγάλο προνόμιο της ελεύθερης διαχείρισης του χρόνου του.

Δεν δίνει συνταγές


Διαρκής εθελούσια άσκηση υπήρξε ολόκληρος ο βίος του Π.Κ. Ασκηση στην αυτοπειθαρχία για την κατανόηση των ανθρωπίνων πραγμάτων. Ασκητικός ο τρόπος ζωής του, απόλυτα αντικαταναλωτικός. Κανένα σύμβολο εξουσίας, κανένα ρούχο «σινιέ», ούτε καν δικό του αυτοκίνητο. Μια αδυναμία στο εκλεκτό κρασί, και αυτή ελεγχόμενη. Πάθος και με τις άρτιες εκδόσεις. Οικονομία στα υλικά, οικονομία στον χρόνο. Ο περιγραφικός φιλόσοφος δεν προβάλλει κανονιστικές αρχές και δεν δίνει συνταγές.

Διαβάζω έτσι με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τη θέση του ότι «ένας νέος ασκητισμός και ίσως μια νέα θρησκευτικότητα μέσα σε συνθήκες μεγάλης πληθυσμιακής πυκνότητας και σπάνης των αγαθών θα έθετε τέρμα στον πλουραλισμό των μαζικοδημοκρατικών αντιλήψεων και αξιών». Η νέα ασκητικότητα συνεπάγεται, νομίζω, και τη συνειδητή διαφύλαξη του περιβάλλοντος, τη μη κατασπατάληση των φυσικών πόρων, των πρώτων υλών, του νερού, του αέρα. Τι νόημα έχει όμως μια νέα θρησκευτικότητα; Ο Π.Κ. χρησιμοποιεί, πιστεύω, πολύ συνειδητά, τον όρο «θρησκευτικότητα» (Religiosität), και όχι τον όρο «θρησκεία» (Religion). Δεν είναι λοιπόν μια νέα συγκεκριμένη πίστη στον Θεό, αλλά το θρησκευτικό συναίσθημα, η διάθεση του Ανθρώπου να θρησκεύσει εκείνο που, κατά τον Π.Κ., ίσως «θα έθετε τέρμα στον πλουραλισμό των μαζικοδημοκρατικών αντιλήψεων και αξιών». Πιθανόν η απάντηση να περιέχεται στον πρώτο τόμο της «Κοινωνικής Οντολογίας» του, που δεν δημοσιεύθηκε, εξ όσων γνωρίζω, ακόμη*. Το έργο αυτό, όπως έλεγε ο Π.Κ., θα ήταν η προσωπική του απάντηση στα θέματα που επεξεργάστηκε ο Max Weber στο βιβλίο του «Οικονομία και κοινωνία». Επιτακτική αναδεικνύεται η ανάγκη να εντοπιστούν και να δημοσιευθούν, από επαρκείς επιμελητές, τα κατάλοιπα του Π.Κ. Κάθε χαρτί του είναι πολύτιμο για την έρευνα. Το έργο του Π.Κ. μπορεί να γονιμοποιήσει διάφορες επιστήμες. Τα βιβλία «Ισχύς και απόφαση», «Η παρακμή του αστικού πολιτισμού», «Η πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο», η θεμελιώδης εισαγωγή του Π.Κ. στο έργο του Montesquieu «Πνεύμα των νόμων», καθώς και τα «Επιλεγόμενά» του για το βιβλίο «Πολιτική Θεολογία» του Carl Schmitt, συναπαρτίζουν ένα σώμα χρησίμων αναγνωσμάτων για κάθε νομικό που επιθυμεί να κατανοήσει καλύτερα τη σύγχρονη έννοια και λειτουργία της έννομης τάξης.
Εκείνος βρίσκεται πια στο «αόρατο Εκείθεν». Μένει όμως, στο «ορατό Εντεύθεν», το σημαντικό έργο του.

* Δημοσιεύθηκε το 1999 στα γερμανικά και το 2007 στα ελληνικά

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2008

Ελλάδα των χρωμάτων & της νοσταλγίας...


Γιάννης Σταύρου, Μετά τη βροχή, λάδι σε καμβά


Αφιερώνεται στην Ελληνική Ομογένεια:

Ελλάδα των χρωμάτων και της νοσταλγίας. Ελληνικά τοπία λουσμένα στο φως. Γλυκιές Ελληνικές βραδιές. Το αυγουστιάτικο φεγγάρι. Οι ελαιώνες. Η θάλασσα. Καράβια στον ορίζοντα, σύμβολο πανάρχαιο του ταξιδιού. Κάθε Έλληνας και ταξίδι, κάθε Έλληνας να κρύβει έναν Οδυσσέα. Εικόνες χαραγμένες βαθειά στην ψυχή. Μνήμες που ενώνουν τους Έλληνες της διασποράς σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης.

Ο Γιάννης Σταύρου σας καλεί να τα ταξιδέψετε στην Ελλάδα της μνήμης και των ονείρων με οδηγό τη ζωγραφική του. Νοσταλγός, ο ίδιος, των πολύτιμων εικόνων και των αξιών που χάνονται όχι μόνο στον κόσμο των Ελλήνων της διασποράς αλλά και σε κάθε Έλληνα ξεχωριστα, θα αποτυπώσει μοναδικά την ταυτότητα του τοπίου, την ατμόσφαιρα, τη γεύση των στιγμών που διαπέρασαν κάποτε την ύπαρξη μας.

Μέσα από τα μάτια του καλλιτέχνη τοπία, πολιτείες, θάλασσογραφίες, καράβια, φιγούρες, πρόσωπα εναλλάσσονται, ανιχνεύοντας τα σπαράγματα της συλλογικής μνήμης. Οι καταβολές του ελληνισμού αποκτούν χρώμα, σχήμα, αισθητική φυσιογνωμία.