t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πόε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πόε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 17 Απριλίου 2024

μην πιστεύεις τίποτα...

Μην πιστεύεις τίποτα από όσα ακούς και μόνο τα μισά από αυτά που βλέπεις.
Έντγκαρ Άλαν Πόε
*
Believe half of what you see and nothing of what you hear.
Edgar Allan Poe

                                 Γιάννης Σταύρου, Αναγνώστρια (λεπτομέρεια)          

 

Τρίτη 22 Αυγούστου 2017

Η χώρα των Oνείρων...

Μά ό ταξιδευτής, εκείθε ως ταξιδέψει,
Δέν πάει — δέν τολμάει βαθιά της ν' αγναντέψει
Μένει πάντα τό μυστήριο της κρυμμένο...


https://yannisstavrou.blogspot.com 

Έντγκαρ Άλαν Πόε
Η χώρα των Oνείρων

ΜEΣ’ άπ' δρόμο έρμο κι ισκιωμένο,
Μ' αγγέλους του Άδη μόνο στοιχειωμένο,
Πού Είδωλο εκεί, σέ μαύρου θρόνου ερέβη,
Μ' όνομα ΝΥΧΤΑ, ολόρθο βασιλεύει,
Κάτω στά μέρη αυτά έχω φτάσει τώρα
Από μι' αχνή, στερνή της Θούλης χώρα —
Από μιαν άγρια γη θλιμμένη πού άυλη, μαγεμένη,
        Πέρ' από ΧΩΡΟ καί από ΧΡΟΝΟ μένει.

Λαγκάδια απύθμενα κι άνοχθες ρεματιές,
Φαράγγια, καί Τιτάνια δάση, καί σπηλιές,
Πού τή μορφή τους άπ’ τόν άνθρωπο σκεπάζει
Πάντα η πάχνη πού τριγύρω αργοσταλάζει.
Κορφοβούνια πού κυλούν ολοένα άγάλι
Σέ βαθιά πελάγη δίχως περιγιάλι
Πέλαγα πού ακούραστα κλωθογυρνούνε,
Σ' ουρανούς γεμάτους φλόγες ν' ανεβούνε
Λίμνες πού ατελείωτα, πέρα μακριά,
Έρημα ρείθρα απλώνουν —έρημα καί νεκρά,—
Ρείθρα ασάλευτα —νεκρά καί παγωμένα
Μέ τά χιόνια από τά κρίνα τά γερμένα.

Πέρα εκεί στις λίμνες πού όλο πιό μακριά
Έρημα ρείθρα απλώνουν, έρμα καί νεκρά, —
Ρείθρα θλιβερά, νεκρά καί παγωμένα
Μέ τά χιόνια από τά κρίνα τά γερμένα, —
Στις βουνοκορφές — στ' αργό ποτάμι κάτω
Μέ τό αιώνιο, σιγαλό μουρμούρισμά του, —
Μές στά γκρίζα δάση, — μές στό τέλμα εκεΐ
Πού κοντά στό φρύνο η σαύρα κατοικεί, —
Πλάι στό φριχτό βούρκο, πλάι στά βαλτονέρια
       Πού 'χουν οί δράκοι γιά λημέρια, —
Πλάι στήν κάθε αναγελάστρα, ανόσια άκρη —

Στης πλαγιάς της πιό μελαγχολικής τά μάκρη, —
Βρίσκει εκεί μέ τρόμο ό ξένος σιωπηλές
Πεπλοφόρες κάποιες θύμησες παλιές —
Φάσματα, πού τό διαβάτη όταν κοιτάζουν
Ξαφνιασμένα προσπερνούν κι αναστενάζουν —
Ασπροσάβανες σκιές φίλων, πού από χρόνια
Σ' Ουρανό καί Γης δοθήκαν εναγώνια.

Στήν καρδιά πού έντός της μύριες πίκρες κλείνει
Φέρνει η χώρα αυτή παρήγορη γαλήνη —
Γιά τό πνεύμα πού διαβαίνει στό σκοτάδι
Μοιάζει του Ελντοράδο νά  'ναι αυτή σημάδι !
Μά ό ταξιδευτής, εκείθε ως ταξιδέψει,
Δέν πάει — δέν τολμάει βαθιά της ν' αγναντέψει
Μένει πάντα τό μυστήριο της κρυμμένο
Απ' τό δειλό του ανθρώπου μάτι τ' ανοιγμένο
Έτσι τό θέλει ό βασιλιάς της, πού 'χει ορίσει
Ποτέ ματόφυλλο νά μήν ανοιγοκλείσει·
Γι’ αυτό η φτωχή Ψυχή πού εδώ περνάει θλιμμένα
Μόνο μέσ’ από κρύσταλλα τή βλέπει θαμπωμένα.

Μέσ’ από δρόμο έρμο κι Ισκιωμένο,
Μ' αγγέλους του Άδη μόνο στοιχειωμένο,
Πού Είδωλο εκεί, σέ μαύρου θρόνου ερέβη,
Μ’ όνομα ΝΤΧΤΑ, ολόρθο βασιλεύει,
Πίσω στά μέρη αυτά έχω φτάσει τώρα
Απ’ τήν αχνή, στερνή της Θούλης χώρα.

(Μετ. Νίκος  Σημηριώτης)

Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017

H πολιτεία στή θάλασσα...

Μά νά, κάτι στον άνεμο εκινήθη!
Των ρείθρων αργοσάλεψαν τά βύθη!
Λές καί μιά στάλα οι πύργοι πώς βουλιάζουν,
Και το βαρύ το σάλο αναταράζουν —
Λές κι οί κορφές τους πώς αφήνουν σάμπως
Ενα κενό μες στ' Ουρανού τό θάμπος.
Πιο πορφυρό τό κύμα φέγγει τώρα...
*
But lo, a stir is in the air!
The wave- there is a movement there!
As if the towers had thrust aside,
In slightly sinking, the dull tide-
As if their tops had feebly given
A void within the filmy Heaven.
The waves have now a redder glow...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δύση στη Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Έντγκαρ Άλαν Πόε

H πολιτεία στή θάλασσα

Κοίταξε! Ο Θάνατος θρόνο έχει στήσει
Σ' έρμη μια πόλη πού, βαθιά στή Δύση
Τή σύθαμπη, φαντάζει αλλοτινή,
Όπου οι καλοί κι οι κακοί, οι ταπεινοί κι οι τρανοί
Βρήκαν γιά πάντα ανάπαψη στερνή.
Πύργους καί λάρνακές τους καί παλάτια
(Πανάρχαιους πύργους πού δέν τρέμουν πιά!),
Δέν είδαν όμοιους τά δικά μας μάτια.
Τριγύρω, ξεχασμένα απ’ τό βοριά,
Καρτερικά κάτω άπ’ τά ουράνια χάη
Πλαγιάζουν τά μελάγχολα πελάη.

Αχτίδα από τ’ άγια ούράνια δέν προβάλλει
Στης πολιτείας τή νύχτα τή μεγάλη
Μά φως μές απ' τά πελιδνά νερά
Γλιστράει πάνω στούς πύργους σιωπηλά —
Ψηλά στ' αετώματα πλατιά φεγγοβολά —
Σέ τρούλους — σέ καμπαναριά — σ' αυλές —
Σέ ναούς — σέ Βαβυλώνειους τοίχους λές —
Σέ λόγγους ισκιερούς, λησμονημένους,
Μ' άνθούς, κισσούς, στήν πέτρα σκαλισμένους —
Σέ μύριες λάρνακες θαυματουργές
Πού συνταιριάζουν, στις γιρλάντες τις βαριές,
Βιόλες, βιολέτες καί κληματαριές.
Καρτερικά κάτω απ' τά ούράνια χάη
Πλαγιάζουν τά μελάγχολα πελάη.
Τόσο εκεί μέσα σμίγουν πύργοι κι ίσκιοι
Πού ανάερη μοιάζει η πολιτεία νά μνήσκει,
Ενώ απ' αγέρωχο ένα κάστρο αγνάντια
Από ψηλά ο Θάνατος κοιτάει γιγάντια.
Ναοί ανοιχτοί καί διάπλατα εκεί μνήματα
Χάσκουνε πλάι στα φωτερά τα κύματα
Μά ουτε τα πλούτη πού βαθιά του εκράτει
Το διαμαντένιο κάθε ειδώλου μάτι —
Μήτε οι νεκροί, ντυμένοι στ' αργυρά,
Πλανεύουνε απ’ τον όχτο τα νερά
Γιατί ρυτίδα δέ χαράζει, αλί!
Σ’ εκείνη τήν ερημιά απο γυαλί —
Κύμα δέ λέει πώς ίσως κάνει αγέρα
Σ’ ευτυχισμένο κάποιο πέλαο πέρα —
Πτυχές δέ θροούν πώς φύσηξε μπουρίνι
Σέ πέλαγα δίχως φριχτή γαλήνη.

Μά νά, κάτι στον άνεμο εκινήθη!
Των ρείθρων αργοσάλεψαν τά βύθη!
Λές καί μιά στάλα οι πύργοι πώς βουλιάζουν,
Και το βαρύ το σάλο αναταράζουν —
Λές κι οί κορφές τους πώς αφήνουν σάμπως
Ενα κενό μες στ' Ουρανού τό θάμπος.
Πιο πορφυρό τό κύμα φέγγει τώρα —
Λαφριά κι αδύναμα ανασαίνει η ώρα —
Κι όταν, μέ απόκοσμους ζωσμένη στόνους,
Βαθιά, βαθιά η πολιτεία θέ νά ποντίσει,
Θά σηκωθεί από χίλιους ο Άδης θρόνους
Νά πέσει νά τήν προσκυνήσει.

(Μετ. Νίκος  Σημηριώτης)

Edgar Allan Poe
The City In The Sea

Lo! Death has reared himself a throne
In a strange city lying alone
Far down within the dim West,
Where the good and the bad and the worst and the best
Have gone to their eternal rest.
There shrines and palaces and towers
(Time-eaten towers that tremble not!)
Resemble nothing that is ours.
Around, by lifting winds forgot,
Resignedly beneath the sky
The melancholy waters he.

No rays from the holy heaven come down
On the long night-time of that town;
But light from out the lurid sea
Streams up the turrets silently-
Gleams up the pinnacles far and free-
Up domes- up spires- up kingly halls-
Up fanes- up Babylon-like walls-
Up shadowy long-forgotten bowers
Of sculptured ivy and stone flowers-
Up many and many a marvellous shrine
Whose wreathed friezes intertwine
The viol, the violet, and the vine.
Resignedly beneath the sky
The melancholy waters lie.
So blend the turrets and shadows there
That all seem pendulous in air,
While from a proud tower in the town
Death looks gigantically down.

There open fanes and gaping graves
Yawn level with the luminous waves;
But not the riches there that lie
In each idol's diamond eye-
Not the gaily-jewelled dead
Tempt the waters from their bed;
For no ripples curl, alas!
Along that wilderness of glass-
No swellings tell that winds may be
Upon some far-off happier sea-
No heavings hint that winds have been
On seas less hideously serene.

But lo, a stir is in the air!
The wave- there is a movement there!
As if the towers had thrust aside,
In slightly sinking, the dull tide-
As if their tops had feebly given
A void within the filmy Heaven.
The waves have now a redder glow-
The hours are breathing faint and low-
And when, amid no earthly moans,
Down, down that town shall settle hence,
Hell, rising from a thousand thrones,
Shall do it reverence.

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2016

θυμήσου...

απ’ όλους εκείνους για τους οποίους η απουσία σου
είναι η νύχτα, το τέλειο σβήσιμο απ’ τον ψηλό ουρανό του ιερού
ήλιου...

https://yannisstavrou.blogspot.com 
Γιάννης Σταύρου, Ανταύγειες στη θάλασσα, λάδι σε καμβά 

Έντγκαρ Άλαν Πόε
Στη Μαρία Λουίζα (Shew)

Απ’ όλους εκείνους που χαιρετούν την παρουσία σου σαν
την αυγή – απ’ όλους εκείνους για τους οποίους η απουσία σου
είναι η νύχτα, το τέλειο σβήσιμο απ’ τον ψηλό ουρανό του ιερού
ήλιου – απ’ όλους εκείνους που κλαίγοντας σε μακαρίζουν – απ’
όλους εκείνους που, πεσμένοι στο καταραμένο κρεβάτι της
απελπισίας για να πεθάνουν, σηκώθηκαν άξαφνα καθώς
άκουσαν να ψιθυρίζεις γλυκά αυτά τα λόγια: «Γεννηθήτω φως!»
να ψιθυρίζεις γλυκά αυτά τα λόγια που τα συμπλήρωσε το
σεραφικό βλέμμα των ματιών σου, – απ’ όλους εκείνους που σου
οφείλουν το παν, που η ευγνωμοσύνη τους είναι τόσο κοντά στη
λατρεία – ω, θυμήσου τον πιο πιστό, τον πιο θερμό λάτρη σου, και
σκέψου, πως αυτοί οι αδύναμοι στίχοι είναι γραμμένοι απ’ αυτόν,
απ’ αυτόν που, χαράζοντάς τους, σκιρτάει από την σκέψη ότι το
πνεύμα του επικοινωνεί με το πνεύμα ενός αγγέλου.

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2016

Ο μαύρος γάτος...

Το πτώμα, κιόλα σε μεγάλο βαθμό αποσυνθεμένο, γεμάτο πηγμένα αίματα, στεκότανε ολόρθο μπρος στα μάτια μας. Πάνω στο κεφάλι του, με κατακόκκινο ανοιχτό στόμα κι ένα μοναχικό μάτι που πέταγε φωτιές, καθότανε το απαίσιο ζώο, που η πανουργία του μ’ έκανε φονιά, και η κατήγορη φωνή του μ’ έστειλε στο δήμιο. Είχα χτίσει το τέρας μέσα στον τάφο...

https://yannisstavrou.blogspot.com 

Έντγκαρ Άλαν Πόε
Ο μαύρος γάτος
(απόσπασμα)

... Την τέταρτη μέρα ύστερ’ από το φόνο, ξανάρθαν ακαρτέρευτα οι αστυνομικοί, για να κάνουν μια πιο αυστηρή έρευνα. Σίγουρος για το ανεξιχνίαστο του κρυψώνα, δεν ανησύχησα στο παραμικρό. Οι αστυνομικοί ζήτησαν να τους συνοδέψω στην έρευνά τους. Δεν άφησαν καμιά γωνιά, καμιά κόχη, δίχως να την ψάξουν. Στο τέλος κατέβηκαν πάλι στο κελάρι – για τρίτη ή τέταρτη φορά. Δεν σάλεψε ούτε μια τρίχα μου. Η καρδιά μου χτυπούσε ήρεμα, σαν την καρδιά ανθρώπου που κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. Πηγαινοερχόμουν μέσα στο κελάρι. Σταύρωσα τα χέρια μου στο στήθος και τριγύριζα εδώ κι εκεί. Οι αστυνομικοί ικανοποιήθηκαν απόλυτα από την έρευνά τους κι ετοιμάζονταν να φύγουν. Η χαρά μου ήταν πάρα πολύ μεγάλη, για να μπορέσω να τη συγκρατήσω. Λαχταρούσα να πω, έστω και μια λέξη, έτσι, σαν εκδήλωση του θριάμβου μου, και για να διπλασιαστεί η βεβαιότητά τους πως είμαι αθώος.
-Κύριοι, τους είπα τέλος καθώς ανέβαιναν τη σκάλα, είμ’ ενθουσιασμένος που ξαλαφρωθήκατε από τις υποψίες σας. Σας εύχομαι καλή υγεία και κάπως περισσότερη ευγένεια. Εδώ που τα λέμε, κύριοι, αυτό το σπίτι είναι πολύ καλοχτισμένο (μέσα στη φλογερή επιθυμία μου να πω κάτι με άνεση, δεν ήξερα καλά καλά τι έλεγα, μπορώ μάλιστα να πω, εξαιρετικά καλοχτισμένο. Αυτοί οι τοίχοι –μα πώς φεύγετε, κύριοι;- αυτοί οι τοίχοι είναι γερά φτιαγμένοι…
Και λέγοντας αυτό, χτύπησα δυνατά – μόνο και μόνο από μια μανία μπραβούρας, που με είχε πιάσει – μ’ ένα μπαστούνι που κρατούσα, ακριβώς εκείνο το μέρος του τοίχου με τα τούβλα, που πίσω του στεκότανε το πτώμα της αγαπημένης γυναικούλας μου.
Μα ο Θεός να με φυλάξει και να με σώσει από τα νύχια του Αντίχριστου! Δεν είχαν πάψει καλά καλά ν’ αντηχούν τα χτυπήματα του μπαστουνιού μου, και μου αποκρίθηκε μια φωνή μέσ’ από τον τάφο! – μια φωνή στην αρχή πνιγμένη και κομμένη, σαν το αναφιλητό παιδιού, που έπειτα φούντωσε γοργά σε μια μακρόσυρτη, δυνατή και αδιάκοπη κραυγή, αφύσικη και ξωτική –μια οιμωγή! – μια κλαψιάρικη στριγγλιά φρίκης και θριάμβου μαζί, τέτοια που μόνο από την κόλαση θα μπορούσε να ‘χε βγει, συνταιριαστά, απ’ το λαρύγγι των κολασμένων μέσα στην αγωνία τους κι από τους δαίμονες που χαίρονται την κόλαση κι αναγαλλιάζουν.
Είναι αστείο, να μιλήσω για τις σκέψεις μου εκείνης της στιγμής. Παράλυσα. Τρικλίζοντας, πήγα κι ακούμπησα στον αντικρινό τοίχο. Οι αστυνομικοί, από τον τρόμο και το δέος, έμειναν ακίνητοι για μια στιγμή στη σκάλα. Αμέσως έπειτα, δέκα γερά μπράτσα καταπιάστηκαν τον τοίχο. Έπεσε μονοκόμματος. Το πτώμα, κιόλα σε μεγάλο βαθμό αποσυνθεμένο, γεμάτο πηγμένα αίματα, στεκότανε ολόρθο μπρος στα μάτια μας. Πάνω στο κεφάλι του, με κατακόκκινο ανοιχτό στόμα κι ένα μοναχικό μάτι που πέταγε φωτιές, καθότανε το απαίσιο ζώο, που η πανουργία του μ’ έκανε φονιά, και η κατήγορη φωνή του μ’ έστειλε στο δήμιο. Είχα χτίσει το τέρας μέσα στον τάφο.

(μετ.  Κοσμάς Πολίτης
από το βιβλίο «Ε. Α. ΠΟΕ – ΑΛΛΟΚΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ», Εκδ. Γράμματα)

Κυριακή 24 Απριλίου 2016

η αύρα σου μ’ έφερε...

Πλέοντας άσκοπα σε μαύρες θάλασσες χρόνια ολάκερα εδώ και κει,
η κόμη σου από υακίνθους, κι η κλασική σου η μορφή,
σαν Ναϊάδα η αύρα σου μ’ έφερε ακόμη
στη δόξα που ήτανε Ελλάδα...

*
On desperate seas long wont to roam,
Thy hyacinth hair, thy classic face,
Thy Naiad airs have brought me home
To the glory that was Greece...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ακρόπολις 1970, λάδι σε καμβά

Εντγκαρ Άλαν Πόε
Στην Ελένη

Είναι για μένα το κάλλος σου, Ελένη,
σαν την περασμένη εκείνη εποχή
που σε μια θάλασσα με φύκια μυρωμένη
τον θαλασσοδαρμένο, κατάκοπο ταξιδευτή
της Νίκαιας τα πλοία φέραν στην πατρική του την ακτή.

Πλέοντας άσκοπα σε μαύρες θάλασσες χρόνια ολάκερα εδώ και κει,
η κόμη σου από υακίνθους, κι η κλασική σου η μορφή,
σαν Ναϊάδα η αύρα σου μ’ έφερε ακόμη
στη δόξα που ήτανε Ελλάδα
και στο μεγαλείο που ήταν Ρώμη.

Και να, σε κείνη την υπέρλαμπρη κόγχη
σαν άγαλμα στητό σε βλέπω να στέκεις
με το λύχνο από αχάτη σφιχτά μες στο χέρι
αχ! Ψυχή, που έρχεσαι από άγια μέρη!

(μετ. Βασίλης Κ. Μηλίτσης)

Edgar Allan Poe
To Helen

Helen, thy beauty is to me
Like those Nicéan barks of yore,
That gently, o'er a perfumed sea,
The weary, way-worn wanderer bore
To his own native shore.

On desperate seas long wont to roam,
Thy hyacinth hair, thy classic face,
Thy Naiad airs have brought me home
To the glory that was Greece,     
And the grandeur that was Rome.

Lo! in yon brilliant window-niche
How statue-like I see thee stand,
The agate lamp within thy hand!
Ah, Psyche, from the regions which
Are Holy-Land!

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2015

τον κόσμο γυρνά...

Πιο πέρα απ'τα αχνά σελήνια βουνά
βαθιά μες στο σίσκιο το λαγκάδι
κατέβα γοργά
είπ'ο ίσκιος αργά
να βρεις του Ελδοράδο σημάδι...

*
"Over the Mountains
Of the Moon,
Down the Valley of the Shadow,
Ride, boldly ride,"
The shade replied-
"If you seek for Eldorado!"


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Υμηττός, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Έντγκαρ Άλαν Πόε
Ελδοράδο

Στο άνθος της νιότης
τρανός ιππότης
σε λιόφωτο και σε σκοτάδι
τον κόσμο γυρνά
κι ενώ τραγουδά
ζητά του Ελδοράδο σημάδι.

Μα η νιότη περνά κι ο ιππότης γερνά
στην έρμη καρδιά του το πλακώνει βαρύ
γιατί δεν μπορεί να βρει του Ελδοράδο σημάδι.

Κι ως γέρνει σκυφτός στο δρόμο του μπρος
αντάμωσε ίσκιο απ' τον άδη,
Πες μου ίσκιε ρωτά
μπορώ εδώ κοντά να βρω του Ελδοράδο σημάδι;

Πιο πέρα απ'τα αχνά σελήνια βουνά
βαθιά μες στο σίσκιο το λαγκάδι
κατέβα γοργά
είπ'ο ίσκιος αργά
να βρεις του Ελδοράδο σημάδι.

Edgar Allan Poe
Eldorado

Gaily bedight,
A gallant knight,
In sunshine and in shadow,
Had journeyed long,
Singing a song,
In search of Eldorado.

But he grew old-
This knight so bold-
And o'er his heart a shadow
Fell as he found
No spot of ground
That looked like Eldorado.

And, as his strength
Failed him at length,
He met a pilgrim shadow-
"Shadow," said he,
"Where can it be-
This land of Eldorado?"

"Over the Mountains
Of the Moon,
Down the Valley of the Shadow,
Ride, boldly ride,"
The shade replied-
"If you seek for Eldorado!"

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2015

η σκιά δε θα φύγει ποτε πια...

Κι η ματιά του, όπως κοιτάζει,
με ματιά δαιμόνου μοιάζει
κι η νυχτιά που το σκεπάζει,
του στοιχειώνει τη σκιά.
Α! η ψυχή μου δε θα φύγει απ' αυτήνε τη σκιά.
Δε θα φύγει ποτέ πια!...
*
And his eyes have all the seeming of a demon’s that is dreaming,
And the lamp-light o’er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted—nevermore!...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Μαύρο καράβι, λάδι σε καμβά

Έντγκαρ Άλαν Πόε
Το Κοράκι

Δώδεκα έδειχνεν η ώρα,
μεσονύχτι όπως και τώρα
κι ήμουν βυθισμένος ώρα
σε βιβλία αλλοτινά,
όταν μες από 'να θάμπος
ύπνου να μου 'φανη σάμπως,
έξω από τη πόρτα κάποιος
να χτυπούσε σιγανά.
"Επισκέπτης", είπα, "θα 'ναι και χτυπάει σιγανά,
                                   τούτο θα 'ναι μοναχά".

Α! θυμάμαι 'πεφτε χιόνι
και του κρυού Δεκέμβρη τόνοι
σκούζαν μες στο παραγώνι
και στοιχειώναν τη φωτιά.
Η νυχτιά με στεναχώρα
κι άδικα έψαχνα τόση ώρα
να 'βρω τη γλυκειά Λενώρα
μες στ' αρχαία μου χαρτιά.
Τη Λενώρα που οι αγγέλοι της κρατούνε συντροφιά
                                          και δικιά μας ποτέ πιά.

Κάθε θρόισμα στο μετάξι
της κουρτίνας είχ' αλλάξει
κι έρχονταν να με ταράξει
άγριος φόβος που τρυπά
κι έλεγα, να πάρω θάρρος
και να διώξω αυτό το βάρος:
"Επισκέπτης, δίχως άλλο,
θα 'ναι τούτος που χτυπά.
Κάποιος νυχτοπαρωρίτης, που για να 'μπει μου χτυπά,
                                             τούτο θα 'ναι μοναχά".

Ξάφνου άντρειωσ' η ψυχή μου
και παρά τη ταραχή μου:
-"Κύριε", φώναξα, "ή κυρία
συχωρέστε μ' έστω αργά.
Στα χαρτιά ήμουν σκυμμένος
κι ίσως μισοκοιμισμένος,
δε σας άκουσα ωρισμένως
να χτυπάτε έτσι αργά".
Με τα λόγια τούτα 'νοίγω τα πορτόφυλλα γοργά.
                                         Έξω νύχτα μοναχά.

Το σκοτάδι αυτό τρυπώντας
έμεινα κειδά απορώντας,
κάθε τόσο ανασκιρτώντας
μέσα σ' όνειρα αλγεινά.
Κράτησε σιγή για ώρα
κι άξαφνα απ' τα βάθη τώρα,
μια φωνή να λέει: "Λενώρα"
σα ν' ακούστηκε βραχνά.
"Εγώ φώναξα: Λενώρα! και τη φέρνει ηχώ ξανά.
                                      Έτσι θα 'ναι μοναχά".

Μπήκα στο δωμάτιο πάλι
μ' άνω-κάτω το κεφάλι,
μα μες απ' αυτή τη ζάλη,
δυνατήν ακουώ χτυπιά.
"Α! Στο παραθύρι θα 'ναι",
λέω ευθύς, "και με ζητάνε.
Ας ιδώ τώρα ποιός να 'ναι,
φτάνει το μυστήριο πια.
Η καρδιά μου δεν αντέχει, φτάνει το μυστήριο πια.
                                        θα 'ν' αγέρας μοναχά".

Τότε τα παντζούρια ανοίγω,
όμως μια κραυγή μου πνίγω,
καθώς βλέπω 'να κοράκι
μες στο δώμα να περνά.
Η ευγένεια δε το νοιάζει
κι ούτε που με λογαριάζει,
μα γαντζώνει στο περβάζι
της εσώπορτας, στερνά.
Και γαντζώνει και κουρνιάζει στη μαρμάρινη Αθηνά
                                            και κοιτάζει μοναχά.

Πώς ανάπνευσα στ' αλήθεια!
και γελώντας απ' τα στήθεια,
λέω από παλιά συνήθεια,
στ' όρνιο με τη κρυά ματιά:
-"Κι αν σου κόψαν το λοφίο
κι αν σ' αφήκαν έτσι αστείο,
μαυροπούλι, άλλως θείο,
που πλανιέσαι στη νυχτιά,
ποιό 'ναι τάχα τ' όνομά σου μες στην άραχνη νυχτιά";
                                        Και μου λέει: -"Ποτέ πια"!

Τρόμαξα στ' αλήθεια μου όντας
μου δευτέρωσε μιλώντας.
"Δίχως άλλο", είπα σκιρτώντας,
"τούτο ξέρει μοναχά.
Κάποιος πρώην κύριός του,
θα 'κλαψε πολύ. Ο καημός του
ίσως να 'γινε δικός του
και για τούτο αγκομαχά.
Του απόμεινε στη σκέψη κι είναι σα να ξεψυχά,
                               λέγοντάς μου: Ποτέ πιά"!

Και τη θλίψη μου ξεχνώντας,
έστρεψα σ' αυτό γελώντας,
τη καρέκλα μου τραβώντας
στο κοράκι αντικρυνά.
Μα στο κάθισμά μου πάνω,
χίλιες τόσες σκέψεις κάνω
και στο νου μου τώρα βάνω,
για ποιό λόγο αληθινά,
σα μιαν επωδό μακάβρια, να μου λέει όλο ξανά,
                                  το κοράκι; -"Ποτέ πια"!

Γρίφος θα 'ν' ή αίνιγμά του
κι ίσως μήνυμα θανάτου
και κοιτώντας τη ματιά του,
που τρυπούσε τη καρδιά,
γέρνω ωραία το κεφάλι,
στο δικό της προσκεφάλι,
όπου αντιφεγγούσε πάλι
σα και τότε μια βραδιά,
με το βιολετί βελούδο, σα και τότε μια βραδιά
                               και που δε θ' αγγίξει πια!

Ξάφνου να 'νιωσα μου 'φάνη
γύρω μου άκρατο λιβάνι
και πλημμύρα να μου φτάνει
νέφι η θεία του καπνιά.
-"'Αθλιε!" φώναξα, "στοχάσου,
που Θεός στέλνει κοντά σου
άγγελους να σου σταλάσσου'
νηπενθές για λησμονιά.
Πιές το, ω! πιές το, τη Λενώρα, να ξεχάσεις μ' απονιά".
                                          Και μου λέει: -"Ποτέ πια"!

-"Α! Προφήτη", κράζω, "ωιμένα!
κι αν του Δαίμονα 'σαι γέννα
κι αν ο Πειρασμός σε μένα,
σ' έστειλ' απ' τη γης βαθιά.
Κι αν σε τόπο ρημαγμένο
σ' έχει ρίξει απελπισμένο,
σ' ένα σπίτι στοιχειωμένο,
με σκιές και με ξωθιά,
θα 'βρω στη Γαλαάδ, ω! πέσμου, θα 'βρω κει παρηγοριά";
                                             Και μου λέει: -"Ποτέ πια"!

-"Α! Προφήτη, ανήλιαγο όρνιο
κι αν πουλί 'σαι κι αν τελώνιο,
απ' το σκότος σου το αιώνιο
κι απ' τη κρύα σου νεφιά,
πέσμου, στης Εδέμ τα δάση,
θα 'βρει ο νους μου ν' αγκαλιάσει,
μια παρθένα που 'χει αγιάσει
κι έχει αγγέλους συντροφιά;
Μιαν ολόλαμπρη παρθένα, που 'χει αγγέλους συντροφιά";
                                             Και μου λέει: -"Ποτέ πια"!

-"Φύγε στ' άγρια σου τα μέρη,
όρνιο ή φάντασμα! Ποιός ξέρει
αν αυτό που σ' έχει φέρει,
δε σε καταπιεί ξανά
κι ούτ' ένα μικρό φτερό σου
να μη μείνει 'δω δικό σου!"
φώναξα, "και το φευγιό σου
να χαθεί στα σκοτεινά.
Πάρε και το κρώξιμό σου, πέρ' από την Αθηνά"!
                               Και μου λέει: -"Ποτέ πια"!

Κι από τότε 'κει δεμένο,
το κοράκι καθισμένο.
Μένει πάντα κουρνιασμένο,
στη μαρμάρινη Θεά.
Κι η ματιά του, όπως κοιτάζει,
με ματιά δαιμόνου μοιάζει
κι η νυχτιά που το σκεπάζει,
του στοιχειώνει τη σκιά.
Α! η ψυχή μου δε θα φύγει απ' αυτήνε τη σκιά.
                                   Δε θα φύγει ποτέ πια!
                                                                          
(μετ. Γιάννης Β. Ιωαννίδης)

Edgar Allan Poe
The Raven

Once upon a midnight dreary, while I pondered, weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore—
    While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
“’Tis some visitor,” I muttered, “tapping at my chamber door—
            Only this and nothing more.”

    Ah, distinctly I remember it was in the bleak December;
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
    Eagerly I wished the morrow;—vainly I had sought to borrow
    From my books surcease of sorrow—sorrow for the lost Lenore—
For the rare and radiant maiden whom the angels name Lenore—
            Nameless here for evermore.

    And the silken, sad, uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me—filled me with fantastic terrors never felt before;
    So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
    “’Tis some visitor entreating entrance at my chamber door—
Some late visitor entreating entrance at my chamber door;—
            This it is and nothing more.”

    Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
“Sir,” said I, “or Madam, truly your forgiveness I implore;
    But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
    And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you”—here I opened wide the door;—
            Darkness there and nothing more.

    Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before;
    But the silence was unbroken, and the stillness gave no token,
    And the only word there spoken was the whispered word, “Lenore?”
This I whispered, and an echo murmured back the word, “Lenore!”—
            Merely this and nothing more.

    Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
    “Surely,” said I, “surely that is something at my window lattice;
      Let me see, then, what thereat is, and this mystery explore—
Let my heart be still a moment and this mystery explore;—
            ’Tis the wind and nothing more!”

    Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately Raven of the saintly days of yore;
    Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
    But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door—
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door—
            Perched, and sat, and nothing more.

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
“Though thy crest be shorn and shaven, thou,” I said, “art sure no craven,
Ghastly grim and ancient Raven wandering from the Nightly shore—
Tell me what thy lordly name is on the Night’s Plutonian shore!”
            Quoth the Raven “Nevermore.”

    Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning—little relevancy bore;
    For we cannot help agreeing that no living human being
    Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door—
Bird or beast upon the sculptured bust above his chamber door,
            With such name as “Nevermore.”

    But the Raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
    Nothing farther then he uttered—not a feather then he fluttered—
    Till I scarcely more than muttered “Other friends have flown before—
On the morrow he will leave me, as my Hopes have flown before.”
            Then the bird said “Nevermore.”

    Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
“Doubtless,” said I, “what it utters is its only stock and store
    Caught from some unhappy master whom unmerciful Disaster
    Followed fast and followed faster till his songs one burden bore—
Till the dirges of his Hope that melancholy burden bore
            Of ‘Never—nevermore’.”

    But the Raven still beguiling all my fancy into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird, and bust and door;
    Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
    Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore—
What this grim, ungainly, ghastly, gaunt, and ominous bird of yore
            Meant in croaking “Nevermore.”

    This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom’s core;
    This and more I sat divining, with my head at ease reclining
    On the cushion’s velvet lining that the lamp-light gloated o’er,
But whose velvet-violet lining with the lamp-light gloating o’er,
            She shall press, ah, nevermore!

    Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
    “Wretch,” I cried, “thy God hath lent thee—by these angels he hath sent thee
    Respite—respite and nepenthe from thy memories of Lenore;
Quaff, oh quaff this kind nepenthe and forget this lost Lenore!”
            Quoth the Raven “Nevermore.”

    “Prophet!” said I, “thing of evil!—prophet still, if bird or devil!—
Whether Tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
    Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted—
    On this home by Horror haunted—tell me truly, I implore—
Is there—is there balm in Gilead?—tell me—tell me, I implore!”
            Quoth the Raven “Nevermore.”

    “Prophet!” said I, “thing of evil!—prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us—by that God we both adore—
    Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
    It shall clasp a sainted maiden whom the angels name Lenore—
Clasp a rare and radiant maiden whom the angels name Lenore.”
            Quoth the Raven “Nevermore.”

    “Be that word our sign of parting, bird or fiend!” I shrieked, upstarting—
“Get thee back into the tempest and the Night’s Plutonian shore!
    Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
    Leave my loneliness unbroken!—quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!”
            Quoth the Raven “Nevermore.”

    And the Raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
    And his eyes have all the seeming of a demon’s that is dreaming,
    And the lamp-light o’er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
            Shall be lifted—nevermore!

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2015

νύχτα θλιβερού Οχτώβρη...

Και της απάντησα εγώ: «Όνειρο είναι απλά:
Ας συνεχίσουμε με το τρεμουλιαστό τούτο φως!
Ας μας λούσει το κρυστάλλινο τούτο φως!...
*
I replied- 'This is nothing but dreaming:
Let us on by this tremulous light!
Let us bathe in this crystalline light!...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ανατολή σελήνης, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Έντγκαρ Άλαν Πόε
ΟΥΛΑΛΟΥΜ

Σταχτί και σκυθρωπό το χρώμα τ’ ουρανού
και τα φύλλα ήταν τριμμένα και ξερά –
ναι, τα φύλλα ήταν μαραμένα και ξερά.
Ήταν νύχτα θλιβερού Οχτώβρη
στης μνήμης μου την ανεξίτηλη χρονιά.
Ήταν δύσκολα στη μουντή λίμνη του Όβρη
στην ομίχλη του μεσόκαμπου Γουήαρ –
μες στη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
στα βρικολακιασμένα δάση του Γουήαρ.

Εδώ κάποτε σε δρόμο με γιγάντια κυπαρίσσια,
περιπλανήθηκα συντροφιά με την Ψυχή μου
μες στα κυπαρίσσια οδήγησα την Αδερφή Ψυχή μου.
Κι ήταν μέρες που η καρδιά μου είχε λαύρα
σαν τα γεμάτα τέφρα ποτάμια που κυλούν –
σαν τις λάβες που αδιάκοπα κυλούν
ρέματα από θειάφι απ’ το Γιάανεκ ρέουν –
στα έσχατα κλίματα του πόλου –
που βογκούν κι απ’ το όρος Γιάανεκ ρέουν
στα βασίλεια του Βόρειου Πόλου.

O λόγος μας στοχαστικός και μετρημένος
αλλ’ οι σκέψεις μας ήταν αναιμικές, ξερές –
οι θύμησές μας ήταν ύπουλες, ξερές –
γιατί δε νιώθαμε πως ήταν Οχτώβρης,
και δεν προσέξαμε τη νύχτα της χρονιάς –
(αχ, εκείνη απ’ όλες τις νύχτες της χρονιάς!)
και δεν είδαμε τη μουντή λίμνη του Όβρη
(αν και κάποτε διαβήκαμ’ από δω)
κι ούτε νιώσαμε τη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
κι ούτε τα βρικολακιασμένα δάση του Γουήαρ.

Και τώρα, καθώς η νύχτα έφτανε στο γέρμα
και τ’ αστρικά ρολόγια δείχνανε πρωί –
τ’ αστρικά ρολόγια προϊδέαζαν πρωί –
και στου διάβα μας φάνηκε το τέρμα
μια νεφελώδης και αχνή μαρμαρυγή
απ’ όπου της Αστάρτης βγήκε η λειψή σελήνη
δικέρατη, διαμαντοστόλιστη πριν τη χαραυγή
ξεχωριστή, δικέρατη σελήνη.

Και είπα: «Απ’ την Άρτεμη αυτή είναι πιο θερμή:
πετάει μέσα σ’ αιθέρα αναστεναγμών –
ξεφαντώνει σε βασίλεια αναστεναγμών:
είδε τα δάκρυα που δε στέγνωσαν ακόμη
στις παρειές αυτές που το σκουλήκι ζει ακόμη
και διάβηκε απ’ τ’ άστρα του Λέοντα
να μας δείξει το ουράνιο μονοπάτι –
της γαλήνιας Λήθης το μονοπάτι,
βγήκε, ενάντια στο Λέοντα,
να μας φέξει με τα λαμπρά της μάτια –
πέρασε μέσ’ απ’ το άντρο του Λέοντα
με αγάπη στα φωτεινά της μάτια».

Αλλά η Ψυχή το δάχτυλό της ύψωσε
κι είπε: «Το άστρο αυτό το δυσπιστώ –
την ασυνήθιστη ωχρότητά του τη φοβούμαι: –
Αχ, σπεύσε! Να μη μείνουμε άλλο εδώ!
Να φύγουμε! Να πάμε! Μη χρονοτριβούμε!»
Με τρόμο μίλησε και άφησε να πέσουν
τα φτερά της και να συρθούν μέσα στη σκόνη –
αγωνιούσε κι έκλαιγε αφήνοντας να πέσουν
τα βαμβακένια της φτερά μέσα στη σκόνη –
και θλιβερά να σέρνονται μέσα στη σκόνη.

Και της απάντησα εγώ: «Όνειρο είναι απλά:
Ας συνεχίσουμε με το τρεμουλιαστό τούτο φως!
Ας μας λούσει το κρυστάλλινο τούτο φως!
Η σιβυλλική του αίγλη μας φέγγει λαμπρά
μ’ Ομορφιά κι Ελπίδα απόψε: –
Δες πώς τρεμοπαίζει στο στερέωμα απόψε!
Αχ, ασφαλώς να εμπιστευτούμε αυτή τη λάμψη,
και με σιγουριά θα μας πάει σωστά –
ασφαλώς να εμπιστευτούμε αυτή τη λάμψη,
και με σιγουριά θα μας πάει σωστά,
αφού τρεμοπαίζει στο στερέωμα απόψε».

Έτσι κανάκεψα την Ψυχή και τη φίλησα,
και την έβγαλα απ’ την κακοκεφιά της –
νικώντας τις φοβίες της και την κακοκεφιά της,
και στου ορίζοντα φτάσαμε το τέρμα,
αλλά σταματήσαμε στη θύρα ενός τύμβου –
στη θύρα ενός ενεπίγραφου τύμβου.
Κι είπα: «Τι γράφει εδώ, γλυκιά αδελφούλα
στη θύρα αυτού του ενεπίγραφου τύμβου;»
Απαντώντας μου είπε: «Ουλαλούμ – Ουλαλούμ –
είν’ ο τάφος της χαμένης σου Ουλαλούμ!»

Πελιδνή και μαύρη έγινε τότε η καρδιά μου
σαν τα φύλλα τα τριμμένα και ξερά –
σαν τα φύλλα τα μαραμένα και ξερά.
Κι ανέκραξα: «Ήταν όντως νύχτα του Οχτώβρη
σαν τη νύχτ’ αυτή την περσινή χρονιά.
που πορεύτηκα εδώ κάτω – διάβηκα δω κάτω –
που φορτίο τρομερό έφερα εδώ κάτω –
τούτη τη νύχτα απ’ όλες της χρονιάς,
ποιος δαίμονας μ’ έφερ’ εδώ φονιάς;
Πολύ καλά γνωρίζω τώρα τη μουντή λίμνη του Όβρη
την ομίχλη του μεσόκαμπου Γουήαρ –
πολύ καλά γνωρίζω τη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
και τα βρικολακιασμένα τούτα δάση του Γουήαρ.

(απόδοση, Βασίλης Κ. Μηλίτσης)

Edgar Allan Poe
Ulalume

The skies they were ashen and sober;
The leaves they were crisped and sere-
The leaves they were withering and sere;
It was night in the lonesome October
Of my most immemorial year;
It was hard by the dim lake of Auber,
In the misty mid region of Weir-
It was down by the dank tarn of Auber,
In the ghoul-haunted woodland of Weir.

Here once, through an alley Titanic,
Of cypress, I roamed with my Soul-
Of cypress, with Psyche, my Soul.
There were days when my heart was volcanic
As the scoriac rivers that roll-
As the lavas that restlessly roll
Their sulphurous currents down Yaanek
In the ultimate climes of the pole-
That groan as they roll down Mount Yaanek
In the realms of the boreal pole.

Our talk had been serious and sober,
But our thoughts they were palsied and sere-
Our memories were treacherous and sere-
For we knew not the month was October,
And we marked not the night of the year-
(Ah, night of all nights in the year!)
We noted not the dim lake of Auber-
(Though once we had journeyed down here),
Remembered not the dank tarn of Auber,
Nor the ghoul-haunted woodland of Weir.

And now, as the night was senescent,
And star-dials pointed to morn-
As the star-dials hinted of morn-
At the end of our path a liquescent
And nebulous lustre was born,
Out of which a miraculous crescent
Arose with a duplicate horn-
Astarte's bediamonded crescent
Distinct with its duplicate horn.

And I said- 'She is warmer than Dian:
She rolls through an ether of sighs-
She revels in a region of sighs:
She has seen that the tears are not dry on
These cheeks, where the worm never dies,
And has come past the stars of the Lion,
To point us the path to the skies-
To the Lethean peace of the skies-
Come up, in despite of the Lion,
To shine on us with her bright eyes-
Come up through the lair of the Lion,
With love in her luminous eyes.'

But Psyche, uplifting her finger,
Said- 'Sadly this star I mistrust-
Her pallor I strangely mistrust:-
Oh, hasten!- oh, let us not linger!
Oh, fly!- let us fly!- for we must.'
In terror she spoke, letting sink her
Wings until they trailed in the dust-
In agony sobbed, letting sink her
Plumes till they trailed in the dust-
Till they sorrowfully trailed in the dust.

I replied- 'This is nothing but dreaming:
Let us on by this tremulous light!
Let us bathe in this crystalline light!
Its Sybilic splendor is beaming
With Hope and in Beauty to-night:-
See!- it flickers up the sky through the night!
Ah, we safely may trust to its gleaming,
And be sure it will lead us aright-
We safely may trust to a gleaming
That cannot but guide us aright,
Since it flickers up to Heaven through the night.'

Thus I pacified Psyche and kissed her,
And tempted her out of her gloom-
And conquered her scruples and gloom;
And we passed to the end of the vista,
But were stopped by the door of a tomb-
By the door of a legended tomb;
And I said- 'What is written, sweet sister,
On the door of this legended tomb?'
She replied- 'Ulalume- Ulalume-
'Tis the vault of thy lost Ulalume!'

Then my heart it grew ashen and sober
As the leaves that were crisped and sere-
As the leaves that were withering and sere-
And I cried- 'It was surely October
On this very night of last year
That I journeyed- I journeyed down here-
That I brought a dread burden down here-
On this night of all nights in the year,
Ah, what demon has tempted me here?
Well I know, now, this dim lake of Auber-
This misty mid region of Weir-
Well I know, now, this dank tarn of Auber,
This ghoul-haunted woodland of Weir.' 

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Όπως οι άλλοι · δεν έβλεπα...

Από τον ήλιο που ολόγυρά μου έκανε δίνη
Στη φθινοπωρινή του χρυσαφένια ανταύγεια
Από την αστραπή στον ουρανό...

*
From the sun that round me rolled
In its autumn tint of gold,
From the lightning in the sky...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα το φθινόπωρο, λαδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Έντγκαρ Άλαν Πόε
Μόνος

Από την πρώτη μου στιγμή, εγώ δεν ήμουν σαν παιδί
Όπως οι άλλοι · δεν έβλεπα
Όπως οι άλλοι · δεν έβγαιναν
Τα πάθη μου από πηγή συνηθισμένη.
Από τέτοια κοινή πηγή εγώ τη θλίψη δεν αντλούσα
Ούτε και την καρδιά μου να ξυπνώ
Στον τόνο της χαράς μπορούσα.
Κι ό,τι αγαπούσα, μόνος το αγαπούσα.
Τότε -παιδί ακόμα- στην αυγή
Μιάς όλο θύελλες ζωής -ξεπήδησε
Απ' τα βάθη του καλού και του κακού
Ένα μυστήριο που και σήμερα δεσμώτη με κρατά
Από τον χείμαρρο ή από την κρήνη
Απ’του βουνού τον κόκκινο γκρεμό
Από τον ήλιο που ολόγυρά μου έκανε δίνη
Στη φθινοπωρινή του χρυσαφένια ανταύγεια
Από την αστραπή στον ουρανό
Καθώς πετώντας με προσπέρασε-
Από την καταιγίδα και τον κεραυνό
Κι από το σύννεφο που πήρε μια μορφή
(“Οταν γαλάζιοι ήταν κατά τ’άλλα οι Ουρανοί)
Στα μάτια μου δαιμονική.

(μετ. Λητώ Σεϊζάνη)

Edgar Allan Poe
Alone

From childhood’s hour I have not been
As others were; I have not seen
As others saw; I could not bring
My passions from a common spring.
From the same source I have not taken
My sorrow; I could not awaken
My heart to joy at the same tone;
And all I loved, I loved alone.
Then—in my childhood, in the dawn
Of a most stormy life—was drawn
From every depth of good and ill
The mystery which binds me still:
From the torrent or the fountain,
From the red cliff or the mountain,
From the sun that round me rolled
In its autumn tint of gold,
From the lightning in the sky
As it passed my flying by,
From the thunder and the storm,
And the cloud that took the form
(When the rest of Heaven was blue)
Of a demon in my view.

Τρίτη 28 Ιουλίου 2015

η τραγωδία που λέγεται “Ανθρωπος”...

Το ποικιλόμορφο αυτό δράμα, σίγουρα
Δεν θα βολέψει να λησμονηθεί,
Μ’αυτό το φάντασμα που αιώνια κυνηγιέται...


That motley drama—oh, be sure  
It shall not be forgot!
With its Phantom chased for evermore...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Άνθρωπος και δέντρο, λάδι σε καμβά

Έντγκαρ Άλαν Πόε
Το κυρίαρχο σκουλήκι

Κοιτάξτε! Μια πανηγυρική παράσταση είναι,
Σε αυτά τα τελευταία έρημα χρόνια.
Ένα πλήθος αγγέλων φτερωτό, στολισμένο
Με πέπλα, και στα δάκρυα βουτημένο,
Κάθεται σ’ένα θέατρο για να δει
Ένα δράμα από ελπίδες και φόβους καμωμένο,
Ενώ η ορχήστρα στενάζει κάθε τόσο
Τη μουσική των κόσμων.

Μίμοι, στο σχήμα του Υψίστου ντυμένοι,
Σιγομιλάν και σιγομουρμουρίζουν,
Και δώθε κείθε ξεπετάγονται,
Νευρόσπαστα σωστά, που πηγαινώρχονται
Στις διαταγές τεράστιων άμορφων στοιχείων,
Που αλλάζουνε τα σκηνικά μπρός πίσω,
Σαλεύοντας με όρνιου φτερά
Την αόρατη ένα γύρω δυστυχία.

Το ποικιλόμορφο αυτό δράμα, σίγουρα
Δεν θα βολέψει να λησμονηθεί,
Μ’αυτό το φάντασμα που αιώνια κυνηγιέται
Απώνα πλήθος, όπου δε βολεί να το τσακώσει
Μεσ’ έναν κύκλο, όπου αιώνια στρέφοντας
Ματαγυρνά στην ίδια θέση πάντα,
Κι όπου περίσσα τρέλα και πιότερη αμαρτία
Και φρίκη της πλοκής του, ειν’ η ψυχή.

Μα ιδέστε, μεσ’στη χλαλοή των μίμων
Μια χαμόσυρτη μορφή που εισβάλει,
Ένα πράμα αιματοκόκκινο, που νηματόστριφο
Προβάλλει από τα ερημοσκότεινα βάθη της σκηνής.
Σα νήμα γυροστρέφει, γυροστρέφει,
Και σ’αγωνία θνητών οι μίμοι γίνονται βορά του,
Και κλαίνε λυγμικά τα σεραφείμ,
Θωρώντας τις μασέλες του ερπετού,
Από αίμα ανθρώπινο να ξεχειλάνε.

Κι έσβυσαν,έσβυσαν με μιας όλα τα φώτα,
Κι εμπρός απ’ ολες τις τρεμουλιαστές μορφές
Η αυλαία νεκροσάβανο
Πέφτει με τη μανία μιας καταιγίδας,
Ενώ οι άγγελοι χλωμοί κι αποσβησμένοι
Σκώνονται, ρίχτουνε τα πέπλα και βεβαιώνουνε
Πως το έργο αυτό ειν’ η τραγωδία που λέγεται “Ανθρωπος”
Κι ο ήρωάς του είναι το Κυρίαρχο Σκουλήκι

(Έντγκαρ Άλαν Πόε, Ποιήματα 1831-1849 
μετ. Νίκος Προεστόπουλος, εκδ. Κοροντζή)

Edgar Allan Poe
The Conqueror Worm

Lo! ’t is a gala night
   Within the lonesome latter years!  
An angel throng, bewinged, bedight
   In veils, and drowned in tears,  
Sit in a theatre, to see
   A play of hopes and fears,
While the orchestra breathes fitfully  
   The music of the spheres.

Mimes, in the form of God on high,  
   Mutter and mumble low,
And hither and thither fly—
   Mere puppets they, who come and go  
At bidding of vast formless things
   That shift the scenery to and fro,
Flapping from out their Condor wings
   Invisible Wo!

That motley drama—oh, be sure  
   It shall not be forgot!
With its Phantom chased for evermore  
   By a crowd that seize it not,
Through a circle that ever returneth in  
   To the self-same spot,
And much of Madness, and more of Sin,  
   And Horror the soul of the plot.

But see, amid the mimic rout,
   A crawling shape intrude!
A blood-red thing that writhes from out  
   The scenic solitude!
It writhes!—it writhes!—with mortal pangs  
The mimes become its food,
And seraphs sob at vermin fangs
   In human gore imbued.

Out—out are the lights—out all!  
   And, over each quivering form,
The curtain, a funeral pall,
   Comes down with the rush of a storm,  
While the angels, all pallid and wan,  
   Uprising, unveiling, affirm
That the play is the tragedy, “Man,”  
   And its hero, the Conqueror Worm.

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Ολα οσα βλεπουμε...

Θεέ μου, είναι αδύνατο να σώσω μόνο έναν
από το κύμα που κυλά με θόρυβο μεγάλο;
Είναι όλα όσα βλέπουμε σ' αυτόν εδώ τον κόσμο
ένα όνειρο ατέλειωτο κρυμμένο μέσα σ' άλλο;..

O God! can I not save
One from the pitiless wave?
Is all that we see or seem
But a dream within a dream?..


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά

Έντγκαρ Άλαν Πόε
Όνειρο μέσα σ' όνειρο

Το υστερνό μου φίλημα στο μέτωπο σου πάρε
και άφησε με, αγάπη μου, δυο λόγια να σου πω
Αλήθεια λές σαν όνειρο πως διάβηκε η ζωή μου
χωρίς κανένα ατέλειωτο και ξέμακρο σκοπό.

Μα αν η ελπίδα πέταξε σε μέρα ή σε νύχτα
εκεί με σκέπασε βουνό της δυστυχιάς μεγάλο
σου φαίνεται πως έχασα το πιο λίγο καλή μου
αφου η ζωή είναι όνειρο κρυμμένο μέσα σ' άλλο.

Στέκομαι σ' άγρια ακρογυαλιά που δέρνει το κύμα
κι άμμους χρυσούς στα χέρια μου σφιχτά σφιχτά κρατάω
τι λίγοι και πως χάνονται απ' τα κλειστά μου χέρια
ενώ εγώ σε δάκρυα ολόπικρα ξεσπάω.

Θεέ μου, είναι αδύνατο να σώσω μόνο έναν
από το κύμα που κυλά με θόρυβο μεγάλο;
Είναι όλα όσα βλέπουμε σ' αυτόν εδώ τον κόσμο
ένα όνειρο ατέλειωτο κρυμμένο μέσα σ' άλλο;

(μετ. Κώστας Ουράνης)


Edgar Allan Poe
A Dream Within A Dream

Take this kiss upon the brow!
And, in parting from you now,
Thus much let me avow-
You are not wrong, who deem
That my days have been a dream;
Yet if hope has flown away
In a night, or in a day,
In a vision, or in none,
Is it therefore the less gone?
All that we see or seem
Is but a dream within a dream.

I stand amid the roar
Of a surf-tormented shore,
And I hold within my hand
Grains of the golden sand-
How few! yet how they creep
Through my fingers to the deep,
While I weep- while I weep!
O God! can I not grasp
Them with a tighter clasp?
O God! can I not save
One from the pitiless wave?
Is all that we see or seem
But a dream within a dream?

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

σ' άγρια ακρογυαλιά που δέρνει το κύμα...

Στέκομαι σ' άγρια ακρογυαλιά που δέρνει το κύμα
κι άμμους χρυσούς στα χέρια μου σφιχτά σφιχτά κρατάω
τι λίγοι και πως χάνονται απ' τα κλειστά μου χέρια
ενώ εγώ σε δάκρυα ολόπικρα ξεσπάω...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά

Έντγκαρ Άλαν Πόε
Όνειρο μέσα σε όνειρο

Το υστερνό μου φίλημα στο μέτωπο σου πάρε
και άφησε με, αγάπη μου, δυο λόγια να σου πω
Αλήθεια λές σαν όνειρο πως διάβηκε η ζωή μου
χωρίς κανένα ατέλειωτο και ξέμακρο σκοπό.

Μα αν η ελπίδα πέταξε σε μέρα ή σε νύχτα
εκεί με σκέπασε βουνό της δυστυχιάς μεγάλο
σου φαίνεται πως έχασα το πιο λίγο καλή μου
αφου η ζωή είναι όνειρο κρυμμένο μέσα σ' άλλο.

Στέκομαι σ' άγρια ακρογυαλιά που δέρνει το κύμα
κι άμμους χρυσούς στα χέρια μου σφιχτά σφιχτά κρατάω
τι λίγοι και πως χάνονται απ' τα κλειστά μου χέρια
ενώ εγώ σε δάκρυα ολόπικρα ξεσπάω.

Θεέ μου, είναι αδύνατο να σώσω μόνο έναν
από το κύμα που κυλά με θόρυβο μεγάλο;
Είναι όλα όσα βλέπουμε σ' αυτόν εδώ τον κόσμο
ένα όνειρο ατέλειωτο κρυμμένο μέσα σ' άλλο;

(μετ. Κώστας Ουράνης)

Edgar Allan Poe
A Dream Within a Dream

Take this kiss upon the brow!
And, in parting from you now,
Thus much let me avow-
You are not wrong, who deem
That my days have been a dream;
Yet if hope has flown away
In a night, or in a day,
In a vision, or in none,
Is it therefore the less gone?
All that we see or seem
Is but a dream within a dream.

I stand amid the roar
Of a surf-tormented shore,
And I hold within my hand
Grains of the golden sand-
How few! yet how they creep
Through my fingers to the deep,
While I weep- while I weep!
O God! can I not grasp
Them with a tighter clasp?
O God! can I not save
One from the pitiless wave?
Is all that we see or seem
But a dream within a dream?

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

βγήκε η λειψή σελήνη...

Και διάβηκε απ’ τ’ άστρα του Λέοντα
Να μας δείξει το ουράνιο μονοπάτι-
Της γαλήνιας Λήθης το μονοπάτι,
Βγήκε, ενάντια στο Λέοντα,
Να μας φέξει με τα λαμπρά της μάτια...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Γαλατάς, λάδι σε καμβά

Edgar Allan Poe
ULALUME

The skies they were ashen and sober;
The leaves they were crisped and sere -
The leaves they were withering and sere;
It was night in the lonesome October
Of my most immemorial year:
It was hard by the dim lake of Auber,
In the misty mid region of Weir -
It was down by the dank tarn of Auber,
In the ghoul-haunted woodland of Weir.

Here once, through and alley Titanic,
Of cypress, I roamed with my Soul -
Of cypress, with Psyche, my Soul.
These were days when my heart was volcanic
As the scoriac rivers that roll -
As the lavas that restlessly roll
Their sulphurous currents down Yaanek
In the ultimate climes of the pole -
That groan as they roll down Mount Yaanek
In the realms of the boreal pole.

Our talk had been serious and sober,
But our thoughts they were palsied and sere -
Our memories were treacherous and sere, -
For we knew not the month was October,
And we marked not the night of the year
(Ah, night of all nights in the year!) -
We noted not the dim lake of Auber
(Though once we had journeyed down here) -
Remembered not the dank tarn of Auber,
Nor the ghoul-haunted woodland of Weir.

And now, as the night was senescent
And star-dials pointed to morn -
As the star-dials hinted of morn -
At the end of our path a liquescent
And nebulous lustre was born,
Out of which a miraculous crescent
Arose with a duplicate horn -
Astarte's bediamonded crescent
Distinct with its duplicate horn.

And I said: "She is warmer than Dian;
She rolls through an ether of sighs -
She revels in a region of sighs:
She has seen that the tears are not dry on
These cheeks, where the worm never dies,
And has come past the stars of the Lion
To point us the path to the skies -
To the Lethean peace of the skies -
Come up, in despite of the Lion,
To shine on us with her bright eyes -
Come up through the lair of the Lion,
With love in her luminous eyes."

But Psyche, uplifting her finger,
Said: "Sadly this star I mistrust -
Her pallor I strangely mistrust:
Ah, hasten! -ah, let us not linger!
Ah, fly! -let us fly! -for we must."
In terror she spoke, letting sink her
Wings until they trailed in the dust -
In agony sobbed, letting sink her
Plumes till they trailed in the dust -
Till they sorrowfully trailed in the dust.

I replied: "This is nothing but dreaming:
Let us on by this tremulous light!
Let us bathe in this crystalline light!
Its Sybilic splendour is beaming
With Hope and in Beauty tonight! -
See! -it flickers up the sky through the night!
Ah, we safely may trust to its gleaming,
And be sure it will lead us aright -
We safely may trust to a gleaming,
That cannot but guide us aright,
Since it flickers up to Heaven through the night."

Thus I pacified Psyche and kissed her,
And tempted her out of her gloom -
And conquered her scruples and gloom;
And we passed to the end of the vista,
But were stopped by the door of a tomb -
By the door of a legended tomb;
And I said: "What is written, sweet sister,
On the door of this legended tomb?"
She replied: "Ulalume -Ulalume -
'Tis the vault of thy lost Ulalume!"

Then my heart it grew ashen and sober
As the leaves that were crisped and sere -
As the leaves that were withering and sere;
And I cried: "It was surely October
On this very night of last year
That I journeyed -I journeyed down here! -
That I brought a dread burden down here -
On this night of all nights in the year,
Ah, what demon hath tempted me here?
Well I know, now, this dim lake of Auber -
This misty mid region of Weir -
Well I know, now, this dank tarn of Auber,
This ghoul-haunted woodland of Weir."


Έντγκαρ Άλαν Πόε
ΟΥΛΑΛΟΥΜ

Σταχτί και σκυθρωπό το χρώμα τ’ ουρανού
Και τα φύλλα ήταν τριμμένα και ξερά-
Ναι, τα φύλλα ήταν μαραμένα και ξερά.
Ήταν νύχτα θλιβερού Οχτώβρη
Στης μνήμης μου την ανεξίτηλη χρονιά.
Ήταν  δύσκολα στη μουντή λίμνη του Όβρη
Στην ομίχλη του μεσόκαμπου Γουήαρ-
Μες στη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη,
Στα βρικολακιασμένα δάση του Γουήαρ.

Εδώ κάποτε σε δρόμο με γιγάντια κυπαρίσσια,
Περιπλανήθηκα συντροφιά με την Ψυχή μου
Μες τα κυπαρίσσια  οδήγησα την Αδερφή Ψυχή μου.
Κι ήταν μέρες που η καρδιά μου είχε λαύρα
Σαν τα γεμάτα τέφρα ποτάμια που κυλούν-
Σαν τις λάβες που αδιάκοπα κυλούν
Ρέματα από θειάφι απ’ το Γιάανεκ ρέουν-
Στα έσχατα κλίματα του πόλου-
Που βογκούν κι απ’ το όρος Γιάανεκ ρέουν
Στα βασίλεια του Βόρειου Πόλου.

O λόγος μας στοχαστικός και μετρημένος
Άλλ’ οι σκέψεις μας ήταν αναιμικές, ξερές-
Οι θύμησές μας ήταν ύπουλες, ξερές-
Γιατί δε νιώθαμε πως ήταν Οχτώβρης,
Και δεν προσέξαμε τη νύχτα της χρονιάς-
(αχ εκείνη απ’ όλες τις νύχτες της χρονιάς!)
Και δεν είδαμε τη μουντή λίμνη του Όβρη
(αν και κάποτε διαβήκαμ’ από δω),
Κι ούτε νιώσαμε τη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη,
Κι ούτε τα βρικολακιασμένα δάση του Γουήαρ.

Και τώρα, καθώς η νύχτα έφτανε στο γέρμα
Και τ’ αστρικά ρολόγια δείχνανε πρωί-
Τ’ αστρικά ρολόγια προϊδέαζαν πρωί-
Και στου διάβα μας φάνηκε το τέρμα
Μια νεφελώδης και αχνή μαρμαρυγή
Απ’ όπου της Αστάρτης βγήκε η λειψή σελήνη
Δικέρατη, διαμαντοστόλιστη πριν τη χαραυγή
Ξεχωριστή, δικέρατη σελήνη.

Και είπα- «Απ’ την Άρτεμη αυτή είναι πιο θερμή:
Πετάει μέσα σ’ αιθέρα αναστεναγμών-
Ξεφαντώνει σε βασίλεια αναστεναγμών:
Είδε τα δάκρυα που δε στέγνωσαν ακόμη
Στις παρειές αυτές που το σκουλήκι ζει ακόμη
Και διάβηκε απ’ τ’ άστρα του Λέοντα
Να μας δείξει το ουράνιο μονοπάτι-
Της γαλήνιας Λήθης το μονοπάτι,
Βγήκε, ενάντια στο Λέοντα,
Να μας φέξει με τα λαμπρά της μάτια-
Πέρασε μες απ’ το άντρο του Λέοντα
Με αγάπη στα φωτεινά της μάτια.»

Αλλά η Ψυχή το δάχτυλό της ύψωσε
Κι είπε- «το άστρο αυτό το δυσπιστώ-
Την ασυνήθιστη  ωχρότητά του τη φοβούμαι:-
Αχ, σπεύσε! Να μη μείνουμε άλλο εδώ
Να φύγουμε! να πάμε! Μη χρονοτριβούμε!»
Με τρόμο μίλησε και άφησε να πέσουν
Τα φτερά της και να συρθούν μέσα στη σκόνη-
Αγωνιούσε κι έκλαιγε αφήνοντας να πέσουν
Τα βαμβακένια της φτερά μέσα σκόνη-
Και θλιβερά να σέρνονται μέσα στη σκόνη.

Και της απάντησα εγώ-«όνειρο είναι απλά:
Ας συνεχίσουμε με το τρεμουλιαστό τούτο φως!
Ας μας λούσει το κρυστάλλινο τούτο φως!
Η σιβυλλική του αίγλη μας φέγγει λαμπρά
Μ’ Ομορφιά κι Ελπίδα απόψε:-
Δες πώς τρεμοπαίζει στο στερέωμα απόψε!
Αχ, ασφαλώς να εμπιστευτούμε αυτή τη λάμψη,
Και με σιγουριά θα μας πάει σωστά-
Ασφαλώς να εμπιστευτούμε αυτή τη λάμψη,
Και με σιγουριά θα μας πάει σωστά,
Αφού τρεμοπαίζει στο στερέωμα απόψε.»

Έτσι κανάκεψα την Ψυχή και τη φίλησα,
Και την έβγαλα απ’ την κακοκεφιά της-
Νικώντας τις φοβίες της και την κακοκεφιά της,
Και στου ορίζοντα φτάσαμε το τέρμα,
Αλλά σταματήσαμε στη θύρα ενός τύμβου-
Στην θύρα ενός ενεπίγραφου τύμβου.
Κι είπα- «Τι γράφει εδώ, γλυκιά αδελφούλα
Στην θύρα αυτού του ενεπίγραφου τύμβου;»
Απαντώντας μου είπε-«Ουλαλούμ – Ουλαλούμ-
Είν’ ο τάφος της χαμένης σου Ουλαλούμ!»

Πελιδνή και μαύρη έγινε τότε η καρδιά μου
Σαν τα φύλλα τα τριμμένα και ξερά-
Σαν τα φύλλα τα μαραμένα και ξερά.
Κι ανέκραξα-«Ήταν όντως νύχτα του Οχτώβρη
Σαν τη νύχτ’ αυτή την περσινή  χρονιά.
Που πορεύτηκα εδώ κάτω – διάβηκα δω κάτω-
Που φορτίο τρομερό έφερα εδώ κάτω-
Τούτη τη νύχτα απ’ όλες της χρονιάς,
Ποιος δαίμονας μ’ έφερ’ εδώ φονιάς;
Πολύ καλά γνωρίζω τώρα τη μουντή λίμνη του Όβρη
Την ομίχλη του μεσόκαμπου Γουήαρ-
Πολύ καλά γνωρίζω τη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη,
Και τα βρικολακιασμένα τούτα δάση του Γουήαρ.

(Mετ. Βασίλης Κ. Μηλίτσης)

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

Ποτέ πια..!

Γιατί αλήθεια , είναι σπουδαίο και περίεργο και μοιραίο ,
Αν μια νύχτα , σας το λέω , δείτε κάπου εκεί ψηλά
Κουρνιασμένο ένα κοράκι στην Παλλάδα, να μιλά
Και να λέει : Ποτέ πιά !


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καληνύχτα, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Tο κοράκι

Δώδεκα έδειχνεν η ώρα, μεσονύχτι, όπως και τώρα
Κι ήμουν βυθισμένος ώρα σε βιβλία αλλοτινά,
όταν μέσα από ένα θάμπος ύπνου να μου εφάνη, σάμπως
Κάποιος έξω από την πόρτα να χτυπούσε σιγανά.
Επισκέπτης, είπα, θά’ ναι και χτυπάει σιγανά
Τούτο θά ‘ναι μοναχά.

Α, θυμάμαι, έπεφτε χιόνι και του κρύου Δεκέμβρη οι τόνοι
Σκούζαν μες στο παραγώνι και στοιχειώναν στη φωτιά.
Η νυχτιά με στενοχώρα κι άδικα έψαχνα τόση ώρα
Νά’ βρω τη γλυκειά Λεωνόρα μες τ’ αρχαία μου χαρτιά.
Τη Λεωνόρα που οι αγγέλοι της κρατάνε συντροφιά
Και δική μας ποτέ πια.

Κάθε θρόισμα στο μετάξι της κουρτίνας είχε αλλάξει
Κι έρχονταν να με ταράξει ο άγριος φόβος που τρυπά .
Κι έλεγα , για να πάρω θάρρος και να διώξω αυτό το βάρος :
- Επισκέπτης , δίχως άλλο , θάναι τούτος που χτυπά ,
Κάποιος νυχτοπαρωρίτης , που για νάμπει μου χτυπά
Τούτο θάναι μοναχά.

Ξάφνου ως νάντριωσε η ψυχή μου και παρά την ταραχή μου
- Κύριε , φώναξα , ή κυρία , συγχωρέστε με , έστω αργά
Στα χαρτιά μου ήμουν σκυμένος κι ίσως μισοκοιμισμένος
Δε σας άκουσα ωρισμένως να χτυπάτε έτσι σιγά .
Με τα λόγια τούτα ανοίγω τα πορτόφυλλα γοργά .
΄Εξω η νύχτα μοναχά.

Το σκοτάδι αυτό τρυπώντας έμεινα εκειδά απορώντας
Κάθε τόσο ανασκιρτώντας μέσα σ’ όνειρα αλγεινά .
Κράτησε ησυχία για ώρα κι άξαφνα απ’ τα βάθη τώρα,
Μια φωνή να λέει Λεωνόρα σα ν’ ακούστηκε βραχνά .
Εγώ φώναξα «Λεωνόρα» και τη φέρνει η ηχώ ξανά,
΄Ετσι θάναι μοναχά.

Μπήκα στο δωμάτιο πάλι , μ’ άνω κάτω το κεφάλι ,
Μα μέσα απ’ αυτή τη ζάλη , δυνατήν ακούω χτυπιά .
- Α , στο παραθύρι θάναι, λέω ευθύς, και με ζητάνε ,
Ας ιδώ τώρα ποιος νάναι, φτάνει το μυστήριο πια,
Η καρδια μου δεν αντέχει, φτάνει το μυστήριο πια
Θάναι ο αγέρας μοναχά.

Τότε τα παντζούρια ανοίγω , όμως μια κραυγή μου πνίγω
Καθώς βλέπω ένα κοράκι μες στο δώμα να περνά .
Η ευγένεια δεν το νοιάζει κι ούτε που με λογαριάζει ,
Μα γαντζώνει στο περβάζι της εσώπορτας στερνά .
Μα γαντζώνει και κουρνιάζει στη μαρμάρινη Αθηνά
Και κυττάζει μοναχά.

Πως ανάπνευσα στ’ αλήθεια και γελώντας απ’ τα στήθεια ,
Λέω , από παλιά συνήθεια , στ’ όρνιο με τη κρύα ματιά :
- Κι αν σου κόψαν το λοφίο κι αν σ’ αφήκαν έτσι αστείο
Μαυροπούλι άλλοτε θείο , που πλανιέσαι στη νυχτιά,
ποιό είναι τάχα τ’ όνομά σου μες την άραχνη νυχτιά;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Θάμασα πολύ μου ακόμα τόρνιο , που είχε ανθρώπου στόμα ,
Μα τα λόγια του όλο σκώμα δε μου μάθανε πολλά .
Γιατί αλήθεια , είναι σπουδαίο και περίεργο και μοιραίο ,
Αν μια νύχτα , σας το λέω , δείτε κάπου εκεί ψηλά
Κουρνιασμένο ένα κοράκι στην Παλλάδα, να μιλά
Και να λέει : Ποτέ πιά !

Τ ‘ όνομά του θα μου κράζει , σκέφτηκα , μα τι με νοιάζει ,
΄Ισως πάλι να νυστάζει και τα λόγια του ξεχνά .
΄Ομως τούτο ούτε σαλεύει κι είναι ως κάτι να γυρεύει
Και του κρίνουμαι : – Περσεύει κι άλλος τόπος εδωνά ,
Την αυγή θα φύγεις πάλι σαν ελπίδα που περνά .
Και μου λέει : Ποτέ πια !

Τρόμαξα στ’ αλήθεια μου , όντας , μου δευτέρωσε μιλώντας ,
- Δίχως άλλο , είπα σκιρτώντας , τούτο ξέρει μοναχά .
Κάποιος πρώην κύριός του , θάκλαψε πολύ , ο καϋμός του
΄Ισως νάγινε δικός του και για τούτο αγκομαχά
Και του απόμεινε στη σκέψη κι είναι σα να ξεψυχά
Λέγοντάς μου : – Ποτέ πια !

Και τη θλίψη μου ξεχνώντας έστρεψα σ’ αυτό γελώντας
Την καρέκλα μου τραβώντας στο κοράκι αντικρυνά .
Μα στο κάθισμά μου απάνω , χίλιες τόσες σκέψεις κάνω
Και στο νου μου τώρα βάνω για ποιό λόγο αληθινά
Σα μιαν επωδή μακάβρια να μου λέει όλο ξανά
Το κοράκι : Ποτέ πια !

Γρίφος θάναι ή αίνιγμά του κι ίσως μήνυμα θανάτου
Και κυττώντας τη ματιά του που μου τρύπαε την καρδιά ,
Γέρνω ωραία μου το κεφάλι , στο δικό της προσκεφάλι ,
Όπου αντιφεγγούσε πάλι , σαν και τότε μια βραδυά ,
Με το βιολετί βελούδο, σαν και τότε μια βραδυά
Και που δε θ’ αγγίξει πια !

Ξάφνου ως νάνοιωσα μου εφάνη γύρω μου άκρατο λιβάνι
Και πλημμύρα να μου φτάνει σύννεφο η θεία του καπνιά .
- ΄Αθλιε , φώναξα , στοχάσου , που ο Θεός στέλνει κοντά σου .
Αγγέλους να σου σταλάσουν νηπενθές για λησμονιά ,
Πιέστο , ω , πιέστο , τη Λεωνόρα να ξεχάσεις μ’ απονιά ,
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Α , προφήτη , κράζω ,ωιμένα , κι αν του δαίμονα είσαι γέννα
Κι αν ο Πειρασμός σε μένα , σ’ έστειλε απ ‘ τη γης βαθειά ,
Κι αν σε τόπο ρημαγμένο σ’ έχει ρίξει απελπισμένο
Σ ‘ ένα σπίτι στοιχειωμένο με σκιές και με ξωθιά ,
Θάβρω στη Γαλαάδ , ω πες μου , θάβρω εκεί παρηγοριά ;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

- Α , προφήτη , ανήλιαγο όρνιο κι αν πουλί σαι κι αν δαιμόνιο
Απ’ το σκότος σου το αιώνιο κι απ ‘ την κρύα σου συννεφιά.
Πες μου , στης Εδέμ τα δάση , θάβρει ο νους μου ν’ αγκαλιάσει
Μια παρθένα πούχει αγιάσει κι έχει αγγέλους συντροφιά ,
Μιαν ολόλαμπρη παρθένα , πούχει αγγέλους συντροφιά ;
Και μου λέει : Ποτέ πιά !

Φύγε στ’ άγριά τα σου μέρη , όρνιο ή φάντασμα , ποιος ξέρει
Αν αυτό που σ’ έχει φέρει δεν σε καταπιεί ξανά .
Κι ούτε ένα μικρό φτερό σου να μη μείνει εδώ δικό σου ,
Φώναξα , και το φευγιό σου να χαθεί στα σκοτεινά .
Πάρε και το κρώξιμό σου πέρα από την Αθηνά .
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Κι από τότε εκεί δεμένο , το κοράκι , καθισμένο
Μένει πάντα κουρνιασμένο στη μαρμάρινη θεά .
Κι η ματιά του όπως κυττάζει , με ματιά δαιμόνιου μοιάζει
Κι η νυχτιά που το σκεπάζει του στοιχειώνει τη σκιά .
Α , η ψυχή μου , δε θα φύγει μια στιγμή απ’ αυτή τη σκιά .
Δε θα φύγει ποτέ πια !


(μετάφραση Γ.Β.Ιωαννίδη)


Edgar Allan Poe

The Raven

Once upon a midnight dreary, while I pondered weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore,
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
`'Tis some visitor,' I muttered, `tapping at my chamber door -
Only this, and nothing more.'

Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow; - vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow - sorrow for the lost Lenore -
For the rare and radiant maiden whom the angels named Lenore -
Nameless here for evermore.

And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me - filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
`'Tis some visitor entreating entrance at my chamber door -
Some late visitor entreating entrance at my chamber door; -
This it is, and nothing more,'

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
`Sir,' said I, `or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you' - here I opened wide the door; -
Darkness there, and nothing more.

Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before
But the silence was unbroken, and the darkness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, `Lenore!'
This I whispered, and an echo murmured back the word, `Lenore!'
Merely this and nothing more.

Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
`Surely,' said I, `surely that is something at my window lattice;
Let me see then, what thereat is, and this mystery explore -
Let my heart be still a moment and this mystery explore; -
'Tis the wind and nothing more!'

Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately raven of the saintly days of yore.
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door -
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door -
Perched, and sat, and nothing more.

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
`Though thy crest be shorn and shaven, thou,' I said, `art sure no craven.
Ghastly grim and ancient raven wandering from the nightly shore -
Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning - little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door -
Bird or beast above the sculptured bust above his chamber door,
With such name as `Nevermore.'

But the raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only,
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing further then he uttered - not a feather then he fluttered -
Till I scarcely more than muttered `Other friends have flown before -
On the morrow will he leave me, as my hopes have flown before.'
Then the bird said, `Nevermore.'

Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
`Doubtless,' said I, `what it utters is its only stock and store,
Caught from some unhappy master whom unmerciful disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore -
Till the dirges of his hope that melancholy burden bore
Of "Never-nevermore."'

But the raven still beguiling all my sad soul into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore -
What this grim, ungainly, gaunt, and ominous bird of yore
Meant in croaking `Nevermore.'

This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom's core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion's velvet lining that the lamp-light gloated o'er,
But whose velvet violet lining with the lamp-light gloating o'er,
She shall press, ah, nevermore!

Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
`Wretch,' I cried, `thy God hath lent thee - by these angels he has sent thee
Respite - respite and nepenthe from thy memories of Lenore!
Quaff, oh quaff this kind nepenthe, and forget this lost Lenore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil! -
Whether tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted -
On this home by horror haunted - tell me truly, I implore -
Is there - is there balm in Gilead? - tell me - tell me, I implore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us - by that God we both adore -
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels named Lenore -
Clasp a rare and radiant maiden, whom the angels named Lenore?'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Be that word our sign of parting, bird or fiend!' I shrieked upstarting -
`Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken! - quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

And the raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon's that is dreaming,
And the lamp-light o'er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted - nevermore!


(πρώτη έκδοση 1845)

Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: λυτρωτική απόδραση...

Περιπλάνηση στην ποίηση με ζωγραφική - σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Πλοία στο λιμάνι, λάδι σε καμβά

Συνεχίζουμε το οδοιπορικό στους κλασικούς ποιητές...

Ο λυτρωτικός ρόλος της τέχνης...

Έντγκαρ Άλαν Πόε

Άναμπελ Λη

Χρόνια πολλά περάσαν από τότε,
σ' ένα βασίλειο δίπλα στο γιαλό,
που κάποια κόρη ζούσε, τ' όνομά της
'Αναμπελ Λη, θα το 'χετ' ακουστό.
Κι η κόρη αυτή μονάχην είχε σκέψη
να μ' αγαπά και να την αγαπώ.

Ήμαστ' ακόμα δυο μικρά παιδάκια,
σ' ένα βασίλειο δίπλα στο γιαλό:
Μα ήταν τρανή η αγάπη που αγαπιόμαστε-
η 'Αναμπελ Λη κι εγώ. Στον ουρανό
τα φτερωμένα Σεραφείμ, που μας ζηλεύανε,
μας κοίταζαν με μάτι φθονερό.

Κι ήταν γι' αυτό -περάσανε πια χρόνια-
που στο βασίλειο δίπλα στο γιαλό,
κατέβηκε απ' τα νέφη στην ωραία μου
'Αναμπελ Λη, ψυχρό, θανατερό
τ' αγέρι κι οι μεγάλοι συγγενήδες της
τη πήραν και μ' αφήσαν μοναχό,
σ' ένα μνημούρι μέσα να τη κλείσουνε
στη χώρα τούτη δίπλα στο γιαλό.

Οι άγγελοι που δεν είχαν τη δική μας
την ευτυχία, ζηλέψαν και γι' αυτό-
Ναι! Και γι' αυτό (καθώς το ξέρουν όλοι
μες στο βασίλειο δίπλα στο γιαλό),
Τ' αγέρι από τα νέφη κάποια νύχτα
κατέβηκε ψυχρό, θανατερό
και μ' άρπαξε τον ώριο θησαυρό.

Κι από των πιο σοφών και πιο μεγάλων
η αγάπη μας τρανότερη πολύ-
κι ούτ' οι αγγέλοι πάνω στα ουράνια
κι ουτ' οι δαιμόνοι κάτω απ' το βαθύ
Ωκεανό μπορούνε τη ψυχή μου
να τη χωρίσουν διόλου απ' τη ψυχή
της ωραίας μου 'Αναμπελ Λη.

Γιατί ποτέ δε βγαίνει το φεγγάρι
χωρίς ονείρατα γλυκά να μου κρατεί
της ωραίας μου 'Αναμπελ Λη.
Και πάντα, όταν προβάλλουνε τ' αστέρια,
νιώθω και πάλι τη ματιά τη λαμπερή
της ωραίας μου 'Αναμπελ Λη.
Κι όλη τη νύχτα δίπλα μου τη νιώθω,
συντρόφισσα μου, αγάπη μου ακριβή
μέσα στον τάφο δίπλα στην ακτή
που του πελάου το κύμα αντιλαλεί.

(μετάφραση Κ. Παπαδάκης)

[poe.jpg]
Edgar Allan Poe (1809-1849)

Το κοράκι


Κάποια φορά, μεσάνυχτα, ενώ εμελετούσα
κατάκοπος κι αδύναμος ένα παλιό βιβλίο
μιας επιστήμης άγνωστης, άκουσα ένα κρότο
σα να χτυπούσε σιγανά κανείς στη ξώπορτά μου.
"Κανένας ξένος", σκέφτηκα "οπού χτυπά τη πόρτα,
τούτο θα είναι μοναχά και όχι τίποτ' άλλο
".

Θυμάμαι ήταν στον ψυχρό και παγερό Δεκέμβρη
και κάθε λάμψη της φωτιάς σα φάντασμα φαινόταν.
Ποθούσα το ξημέρωμα, μάταια προσπαθούσα
να δώσει με παρηγορία στη λύπη το βιβλίο,
για τη γλυκιά Ελεονόρα μου, την όμορφη τη κόρη
όπως οι αγγέλοι τη καλούν, ενώ εδώ δεν έχει
για πάντα ούτε όνομα.

Και τ' αλαφρό μουρμουρητό που κάναν οι κουρτίνες
με άγγιζε, με γέμιζε με τρόμους φανταχτούς,
και για να πάψει τ' άγριο το χτύπημα η καρδιά μου
σηκώθηκα φωνάζοντας: "Θα είναι κάποιος ξένος
όπου ζητά να κοιμηθεί έδω στη κάμαρά μου
αυτό θα είναι μοναχά και περισσότερο όχι
".

Τώρα μου φάνηκε η ψυχή πιο δυνατή για τούτο,
"Κύριε" είπα, "ή Κυρά, ζητώ να συγχωρείστε,
γιατί εγώ ενύσταζα κι ο κρότος ήταν λίγος,
ήσυχος, που δεν άκουσα εάν χτυπά η πόρτα
"
κι άνοιξα στους αγέρηδες ορθάνοιχτη τη πόρτα
σκοτάδι ήταν γύρω μου και όχι τίποτ' άλλο.

Μες στο σκοτάδι στάθηκα ώρα πολλή μονάχος,
γεμάτος τρόμους κι όνειρα που πρώτη φορά τότε
η λυπημένη μου ψυχή στα βάθη της επήρε,
μα η σιγή ήταν άσωστη και το σκοτάδι μαύρο
κι "Ελεονόρα" μοναχά ακούγονταν η ηχώ
από τη λέξη που 'βγαινε απ' τα ανοιχτά μου χείλη.
Αυτό μονάχα ήτανε και όχι τίποτ' άλλο.

Γυρίζοντας στη κάμαρα με μια καρδιά όλο φλόγα,
άκουσα πάλι να χτυπούν πιο δυνατά από πρώτα.
"Σίγουρα κάποιος θα χτυπά από το παραθύρι,
ας πάω να δω κι ας λύσω πια ετούτο το μυστήριο,
ας ησυχάσει η μαύρη μου καρδιά και θα το λύσω,
θα είναι οι αγέρηδες και όχι τίποτ' άλλο.

'Ανοιξα το παράθυρο κι ένα κοράκι μαύρο
με σχήμα μεγαλόπρεπο στη κάμαρα μου μπήκε
και χωρίς διόλου να σταθεί ή ν' αμφιβάλλει λίγο,
επήγε και εκάθισε στη πέτρινη Παλλάδα
απάνω από τη πόρτα μου, γιομάτο σοβαρότη.
Κουνήθηκεν, εκάθισε και όχι τίποτ' άλλο.

Το εβενόχρωμο πουλί που σοβαρό καθόταν
τη λυπημένη μου ψυχή έκανε να γελάσει.
"Χωρίς λοφίο", ρώτησα, "κι αν είν' η κεφαλή σου
δεν είσαι κάνας άνανδρος, αρχαϊκό κοράκι,
που κατοικείς στις πένθιμες ακρογιαλιές της Νύχτας;
Στ' όνομα της Πλουτωνικής της Νύχτας, τ' όνομά σου
!"
Και το κοράκι απάντησε: "Ποτέ από 'δω και πια".

Ξεπλάγηκα σαν άκουσα το άχαρο πουλί
ν' ακούει τόσον εύκολα τα όσα το ρωτούσα
αν κι η μικρή απάντηση που μου 'δωσε δεν ήταν
καθόλου ικανοποιητική στα όσα του πρωτόπα,
γιατί ποτέ δεν έτυχε να δεις μες στη ζωή σου
ένα πουλί να κάθεται σε προτομή γλυμμένη
απάνω από τη πόρτα σου να λέει:
"Ποτέ πια".

Μα το Κοράκι από κει που ήταν καθισμένο
δεν είπε άλλη λέξη πια σα να 'ταν η ψυχή του
από τις λέξεις: "Ποτέ πια", γεμάτη από καιρό.
Ακίνητο καθότανε, χωρίς ένα φτερό του
να κινηθεί σαν άρχιζα να ψιθυρίζω αυτά:
"Τόσοι μου φίλοι φύγανε ως και αυτές οι Ελπίδες
κι όταν θε να 'ρθει το πρωΐ κι εσύ θε να μου φύγεις".
Μα το πουλί απάντησε: "Ποτέ από δω και πια".

Ετρόμαξα στη γρήγορη απάντηση που μου 'πε
πάντα εκεί ακίνητο στη προτομήν απάνω.
"Σίγουρα" σκέφτηκα, "αυτό που λέει και ξαναλέει
θα είναι ό,τι έμαθε από τον κύριό του
που αμείλικτη η καταστροφή θα του κοψ' το τραγούδι
που θα 'λεγεν ολημερίς και του 'καμε να λέει
λυπητερά το
"Ποτέ πια" για τη χαμένη ελπίδα".

Μα η θέα του ξωτικού πουλιού μ' έφερε γέλιο
κι αρπάζοντας το κάθισμα εκάθισα μπροστά του
και βυθισμένος σ' όνειρα προσπάθησα να έβρω
τι λέει με τη φράση αυτή, το μαύρο το Κοράκι,
το άχαρο, τ' απαίσιο, ο τρόμος των ανθρώπων,
σαν έλεγε τις θλιβερές τις λέξεις:
"Ποτέ Πια!".

Κι έτσι ακίνητος βαθιά σε μαύρες σκέψεις μπήκα
χωρίς μια λέξη μοναχά να πω εις το Κοράκι
που τα όλο φλόγα μάτια του μες στη καρδιά με καίγαν.
Έτσι σκεφτόμουν έχοντας στο βελουδένιο μέρος
του παλαιού καθίσματος γερμένο το κεφάλι,
στο μέρος που το χάϊδευαν η λάμψη της καντήλας,
εκεί όπου η αγάπη μου δε θ' ακουμπήσει
πια!

Τότε ο αγέρας φάνηκε σα να 'ταν μυρωμένος
από 'να θυμιατήριο αόρατο που αγγέλοι
και Σεραφείμ το κούναγαν και τ' αλαφρά τους πόδια
ακούγονταν στο μαλακό χαλί της κάμαράς μου.
"Ναυαγισμένε" φώναξα, "αναβολή σου στέλνει
με τους αγγέλους, ο Θεός και μαύρη λησμοσύνη
για τη χαμένη αγάπη σου την όμορφη Λεονόρα.
Πιες απ' το μαύρο το πιοτό της Λήθης και λησμόνα
εκείνην όπου χάθηκε
". Και το Κοράκι είπε:
"Ποτέ από δω και πια!".

Είπα: "Προφήτη των κακών, είτε πουλί είτε δαίμων
είτε του μαύρου πειρασμού αποσταλμένε συ
είτε στης άγριας θύελλας το μάνιασμα χαμένε,
αλλ' άφοβε, στον κόσμο αυτόπου κατοικεί ο Τρόμος,
πες μου με ειλικρίνεια, υπάρχει δω στον κόσμο
της λύπης κανά βάλσαμο που δίνει η Ιουδαία;
Πες μου!
", μα κείνο απάντησε:
"Ποτέ από δω και πια!".

"Προφήτη", είπα, "δαίμονα, της Συφοράς πουλί,
Προφήτης όμως πάντοτε, στον Ουρανό σ' ορκίζω,
που απλώνεται από πάνω μας παρηγορήτρα αψίδα,
εις του Θεού το όνομα που οι δυο μας τον λατρεύουν,
πες μου αν στον Παράδεισο θε ν' αγκαλιάσω κείνη,
εκείνη που οι άγγελοι τη λεν Ελεονόρα
";
Και το κοράκι απάντησε:
"Ποτέ από δω και πια!".

"Ας γίν' η μαύρη φράση σου το σύνθημα να φύγεις",
εφώναξα αγριωπός πηδώντας κει μπροστά του.
"Πήγαινε πάλι να χαθείς στην άγρια καταιγίδα
ή γύρνα στις ακρογιαλιές της Πλουτωνείου Νύχτας
ούτ' ένα μαύρο σου φτερό δε θέλω δω ν' αφήσεις
ενθύμηση της φράσης σου της ψεύτικης και πλάνας
βγάλ' απ' τη δόλια μου καρδιά το ράμφος που 'χεις μπήξει
και σύρε τη φανταστική μορφή σου στα σκοτάδια
!"
Και το Κοράκι απάντησε:
"Ποτέ από δω και πια!".

Και το Κοράκι ακίνητο στη προτομή όλο μένει,
στης Αθηνάς τη προτομή απάνω από τη πόρτα
και τ' αγριωπά τα μάτια του σα του Διαβόλου μοιάζουν
όταν μονάχος σκέφτεται. Και το θαμπό λυχνάρι
ρίχνει σκια στο πάτωμα σαν πέφτει στο Κοράκι.
Και η ψυχή μου ανήμπορη δε θα μπορέσει πια
να βγει απ' τον αμφίβολο τον κύκλο της Σκιάς
που φαίνεται στο πάτωμα.
Ποτέ από δω και πια!

(μετάφραση Κώστας Ουράνης)