t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

Σχόλια & σύγχρονοι ζωγράφοι: Ο Εζρα Πάουντ είναι ένα μοναχικό ηφαίστειο...

Ποιητές & ζωγραφική, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά

Ω τραγούδιά μου,

Γιατί ψάχνετε τόσο αχόρταγα και τόσο περίεργα τα πρόσωπα των ανθρώπων,

μήπως και βρείτε ανάμεσά τους τον χαμένο σας νεκρό;

(Ezra Pound, Coda)

Για πολλούς, ο κορυφαίος ποιητής του 20ου αιώνα, "the poet of the poet's"...


Σπάνια ποιητής αγαπήθηκε και μισήθηκε όσο αυτός...

Έζρα Πάουντ, ένας μύθος της εποχής μας...

Χαρακτηριστική η ετυμηγορία του Γέιτς: «Δεν υπάρχει νεότερη γενιά ποιητών. Ο Εζρα Πάουντ είναι ένα μοναχικό ηφαίστειο».



Ezra Pound
Canto LXXXI*
(μτφρ.: Γιώργος Μπλάνας)
ΛΙΜΠΡΕΤΤΟ

Ωστόσο
πριν πεθάνει από το κρύο η εποχή
που κουβάλησε ένας ζέφυρος στους ώμους
στον χρυσαφένιο υψώθηκα ουρανό
ο Λωζ κι ο Τζένκις τον ύπνο σου φυλάνε
ο Ντόλμετς στο πλάι σου πάντα να 'ναι,
Αυτός λείανε το ξύλο
της βιόλας για να δυναμώσει την χαμηλή και την ψηλή;
Αυτός στρογγύλεψε την σκάφη του λαγούτου;
ο Λωζ κι ο Τζένκις τον ύπνο σου φυλάνε
ο Ντόλμετς στο πλάι σου πάντα να 'ναι,
Επλασες κόσμο ευάερο να φέρεις
το φύλλο από την ρίζα;
Σύγνεφο βρήκες διάφανο, που ομίχλη
και ίσκιος δεν του έμοιασαν ποτέ;
Ε, τότε λύτρωσέ με, πες μου -αλήθεια-
αν τραγούδησε ο Ουώλερ κι αν έπαιξε ο Ντάουλαντ.
Τα δυο σου μάτια θα γενούν μαχαίρια να με σφάξουν
αφού πλέον δεν δύναμαι ν' αντέξω την μπωτέ τους
Κι επί 180 χρόνια τίποτε σχεδόν.
Εντ ασκολντάντο ιλεγκιέρ μορμόριo
μπήκε στην σκηνή μου μια καινούργια λεπτή ισορροπία ματιών, κι αν ήταν
πνεύμα, υπόσταση κι αν ήταν- δεμένα μάτια τίποτε,
κρυμμένα ματιά, μάτια
σε καρναβάλι πάντως
θυμό δεν είχανε ζευγάρι
κι εγώ δεν είδα παρά μάτια, κι ανάμεσα στα μάτια χρώμα
διάστημα,
αμέριμνο ή ανύποπτο πάντως δεν είχε
όλο τον χώρο της σκηνής
μήτε ήταν τόπος για πλήρη Ειδώς
διείσδυση, διάτρηση
μονάχα μια σκιά πέρα στα πέρα φώτα
γαλάζιο τ' ουρανού
θάλασσα μες στην νύχτα
πράσινη λίμνη απάνω στα βουνά
λάμψη από μάτια ακάλυπτα στην επικράτεια μιας μάσκας τόσης δα.
Ο,τι πολύ αγάπησες σου μένει,
τα υπόλοιπα σαβούρα
Ο,τι πολύ αγάπησες δεν θα το στερηθείς
Ο,τι πολύ αγάπησες το αληθινό σου μέρισμα
κληρονομιά ενός κόσμου, δικού μου και δικού τους
ή μήπως κανενός;
Πρώτα ήρθαν τα ορατά, κι ακολούθησαν τ' απτά
Ηλύσια, έστω και στις αίθουσες του Αδη,
Ο,τι πολύ αγάπησες το αληθινό σου μέρισμα
Ο,τι πολύ αγάπησες δεν θα το στερηθείς
κένταυρος είναι το μυρμήγκι για τους δικούς του δράκοντές του.
Τέλειωνε πια μ' αυτήν την ματαιοδοξία, δεν έπλασε ο άνθρωπος
την τόλμη και την δύναμη, δεν έπλασε την τάξη ο άνθρωπος την χάρη,
Τέλειωνε πια μ' αυτήν την ματαιοδοξία, τέλειωνε λέω.
Μάθε απ' το πράσινο του κόσμου την θέση σου στην κλίμακα
της δημιουργίας ή της γνήσιας καλλιτεχνίας,
Τέλειωνε πια μ' αυτήν την ματαιοδοξία,
τέλειωνε Πακίν!
Ο πράσινος ο σκούφος ξέκανε την κομψότητά σου.
κυβέρνησε τον εαυτό σου κι οι άλλοι θα σε αντέξουν
Τέλειωνε πια μ' αυτήν την ματαιοδοξία
ένα σκυλί δαρμένο είσαι και πέφτει το χαλάζι,
μια κουρούνα που κορδώνεται και πάνω πότε βγαίνει πότε κρύβεται ο ήλιος,
Ασπρόμαυρη, μισή μισή,
δεν ξεχωρίζεις καν την φτερούγα απ' την ουρά σου
Τέλειωνε πια μ' αυτήν την ματαιοδοξία
Βρώμα φρικτή το μίσος σου
και τρέφεται με ψέμα,
Τέλειωνε πια μ' αυτήν την ματαιοδοξία,
Αμε, ταχιά και τέλειωνε, τσιγκούνης στην αγάπη, ναι
μα τέλειωνε μ' αυτήν την ματαιοδοξία,
τέλειωνε λέω.
Να πράξεις, άπρακτος μην μείνεις
αυτό δεν είναι δα ματαιοδοξία
Να χτυπήσεις μ' ευγένεια την πόρτα
που θ' ανοίξει ένας Μπλαντ να μυρίσεις στον αέρα
μια ζωντανή παράδοση ν' αδράξεις
σε μια ματιά σοφή γριά ματιά την φλόγα την αιώνια
όχι αυτό δεν είναι δα και ματαιοδοξία.
Το λάθος βρίσκεται σ' εκείνο,
που δεν πραγματοποίησες, το λάθος όλο σε μιαν απόφαση που δεν την πήρες
και τρέκλισε η απόφαση...

  • Έλληνες ποιητές και λόγιοι μετέφρασαν τον Έζρα Πάουντ στα ελληνικά. Ανάμεσα τους: Γιώργος Σεφέρης, Ζήσιμος Λορεντζάτος, Νίκος Σημηριώτης, Τάκης Μενδράκος, Τάσος Κόρφης, Στέφανος Ροζάνης, Γιώργος Βάρσος, Χάρης Βλαβιανός. Ιδιαιτέρως αναφέρουμε τον Αντώνη Ζέρβα, που τον μεταφράζει εδώ και μια εικοσαετία. Από τις πρώτες μεταφράσεις των Ασμάτων στις σελίδες του Εκηβόλου το 1982-3, ώς την πρώτη, δίγλωσση έκδοση της μετάφρασής τους το 1994 και την αναθεωρημένη, σημερινή έκδοση, ο Ζέρβας επανέρχεται διαρκώς στο κείμενο του Πάουντ, αναζητώντας νέα μονοπάτια προσέγγισής του.

Μερικά αποφθέγματα του Έζρα Πάουντ
(σε πρόχειρη δική μας μετάφραση)

  • Η μεγαλοφυία έχει δικαίωμα σε κάθε τρόπο έκφρασης.
  • Μεγαλοφυία... είναι η ικανότητα να βλέπεις δέκα πράγματα εκεί που ο συνηθισμένος άνθρωπος βλέπει ένα.
  • Η καλή τέχνη, ακόμη και η «ανήθικη», εκφράζει την απόλυτη αρετή. Η καλή τέχνη δεν μπορεί να είναι ανήθικη. Ως καλή τέχνη ορίζω την τέχνη που αντέχει την πραγματική μαρτυρία, ορίζω την ακριβέστατη τέχνη.
  • Καλοί συγγραφείς είναι εκείνοι που έχουν αποτελεσματική γλώσσα. Σαν να λέμε, κρατήσου ακριβής, κρατήσου σαφής.
  • Μεγάλη λογοτεχνία είναι απλά η γλώσσα που χρεώνεται την ερμηνεία στον απώτατο πιθανό βαθμό.
  • Εάν η λογοτεχνία ενός έθνους πέφτει, το έθνος ατροφεί και αποσυντίθεται.
  • Στην εποχή μας, η πληγή είναι ο νομισματικός αναλφαβητισμός, ακριβώς όπως η ανικανότητα της ανάγνωσης ενός απλού εντύπου ήταν η πληγή των προηγούμενων αιώνων.
  • Το διάβασμα απευθύνεται στη δύναμη. Ο άνθρωπος που διαβάζει πρέπει να είναι ένας άνθρωπος έντονα ζωντανός. Το βιβλίο πρέπει να είναι μια σφαίρα φωτός στο χέρι του.
  • Η πραγματική εκπαίδευση πρέπει τελικά να περιοριστεί στα άτομα που επιμένουν στη γνώση, το υπόλοιπο είναι σκέτη πρόβατο-βοσκή.
  • Θρησκεία, ωχ, ακόμη μία από αυτές τις πολυάριθμες αποτυχίες που προκύπτουν από την προσπάθεια να εκλαϊκευτεί η τέχνη.
  • Η εικόνα υπερισχύει της ιδέας. Είναι μια δίνη ή μια συστάδα λιωμένων ιδεών και προικίζεται με ενέργεια.
  • Ο σύγχρονος καλλιτέχνης πρέπει να ζήσει με τέχνη και βία. Οι θεοί του είναι βίαιοι θεοί. Οι αποκαλούμενοι καλλιτέχνες, των οποίων η εργασία δεν παρουσιάζει αυτήν τη σύγκρουση, είναι χωρίς ενδιαφέρον.
  • Το πραγματικό πρόβλημα με τον πόλεμο (τον σύγχρονο πόλεμο) είναι ότι δεν δίνει σε κανένα μια πιθανότητα να σκοτώσει τους σωστούς ανθρώπους.


Ezra Pound
USURA


Με την τοκογλυφία,
δεν φτιάχνουν σπίτια οι άνθρωποι γερά:
η κάθε πέτρα λαξεμένη και βαλμένη στη θέση της σωστά
να στρώσει απάνω ο σοβάς, να δέσει
ο σκελετός, να κάτσουν τα στολίδια.
Με την τοκογλυφία
δεν ζωγραφίζουν οι άνθρωποι
παράδεισους στις εκκλησίες
μετά βαΐων και κλάδων,
την παναγιά να δέχεται τον άγγελο εξ ουρανών
κι απάνω εκεί στο πρόχειρο μολύβωμα να λάμπει
το φωτοστέφανό της.
Με την τοκογλυφία
δεν αξιώνονται οι άνθρωποι Γκονζάγα,
κληρονόμους, παλλακίδες,
δεν φτιάχνονται οι εικόνες για ν’ αντέξουν
στον χρόνο και να μας αντέξουν
φτιάχνονται για να πουληθούν αμέσως
και πουλιούνται
Με την τοκογλυφία,
κρίμα μεγάλο κι άδικο ενάντια την φύση,
κάτι μπαγιάτικα αποφάγια το ψωμί σου
χάρτινο το ψωμί σου,
χωρίς το στάρι των βουνών και το σκληρό αλεύρι.
Με την τοκογλυφία χοντραίνει η μολυβιά.
Με την τοκογλυφία ξεχαλινώνονται οι γραμμές
κι οι άνθρωποι δεν βρίσκουν τόπο να φωλιάσουν.
Η πέτρα τρώει το λιθοξόο
κι ο αργαλειός τον υφαντή.
ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑ
δεν φτάνει το μαλλί στην αγορά
και δεν αφήνει κέρδος το κοπάδι με την τοκογλυφία.
Μάστιγα, μάστιγα μεγάλη αυτή η τοκογλυφία
στομώνει τη βελόνα στο χέρι της κυράς
και σταματά το ακούραστο αδράχτι.
Δεν γίνεται Πιέδρο Λομπάρδο
ούτε κρασί με την τοκογλυφία.
Ντούτσιο δεν γίνεται ούτε Πιερ ντελά Φρανσέσκα
και Χουάν Μπελίν και Λα Καλούνια
ζωγραφιστή με την τοκογλυφία.
Αντζέλικο δεν γίνεται, δεν γίνεται Αμπρότζιο Πρέντις,
ούτε εκκλησία πέτρινη,
κι απάνω από την πύλη σμιλεμένο: Αγαπάτε Αλλήλους.
Άγιο Τρόφιμο… όχι, ασφαλώς, με την τοκογλυφία.
Και Άγιο Ιλαρίωνα… όχι, βεβαίως, με την τοκογλυφία.
Σκουριάζει η σμίλη με την τοκογλυφία.
Σκουριάζει η τέχνη κι ο τεχνίτης,
τρώει το νήμα ο αργαλειός,
κανείς δεν ξέρει πια να κάνει τα χρυσοκεντητά ,
έχει λεκέδες το γαλάζιο, σκορπίζεται το κρεμεζί,
Μέμλινκ δεν βρίσκει πια το σμαραγδί.
Έσφαξε η τοκογλυφία μες τη μήτρα το παιδί,
στόμωσε του νέου την ορμή,
την άνοια, την παράλυση έφερε στο κρεβάτι,
πήγε και ξάπλωσε ανάμεσα στη νύφη
και τον γαμπρό της
ΠΑΡΑΦΥΣΗ
Έφεραν πόρνες στην Ελευσίνα,
σερβίρουν πτώματα…
έτσι προστάζει η τοκογλυφία.

-----

Ezra Pound
« Ώ λαμπρέ Απόλλωνα


τιν' άνδρα, τιν' ήρωα, τίνα θεόν,

Σε ποιον θεό, ήρωα ή άνδρα

τσίγκινο ένα στεφάνι να φορέσω;»
« Είναι παλιά σας συνήθεια να ξεκάνετε τους καλούς συγγραφείς/

εσείς ή τους τρελλαίνετε / ή κλείνετε τα μάτια σαν αυτοκτονούν/

ή πάλι βρίσκετε δικαιολογίες για τα ναρκωτικά τους / και μιλάτε για παραφροσύνη και μεγαλοφυία/

Όμως εγώ δεν θα τρελλαθώ για να σας ευχαριστήσω/

δεν θα σας κολακέψω με έναν πρόωρο θάνατο/

Ώ όχι, εγώ θα αντέξω ως το τέλος /

θα νιώσω τα μίση σας να γλιστρούν στα πόδια μου
σαν ευχάριστο γαργάλημα/

να τα κοιτάζουν κοροϊδευτικά/

ενώ πολλοί κινούνται ύποπτα

και φοβούνται να πουν πως σας μισούν/

η γεύση της αρβύλας μου;

Ορίστε η γεύση της αρβύλας μου

χαϊδέψτε την/

βγάλτε και το βερνίκι με την γλώσσα σας»

Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: Αυτή η πλεονεξία της κατοχής μόνο αγαθών και αποκτημάτων...

Στοχασμοί & ελληνική ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Δειλινό στην Αθήνα, λάδι σε καμβά

Αυτή η πλεονεξία της κατοχής μόνο αγαθών και αποκτημάτων για μας και τους κοντινότερους φίλους μας, είναι ακόρεστη, διαρκής, καθολική, και άμεσα καταστρεπτική για την κοινωνία.

Είναι ένα δίκαιο πολιτικό αξίωμα, ότι κάθε άνθρωπος πρέπει να αντιμετωπίζεται ως υποθετικός απατεώνας.

Δεν είναι αντίθετο προς τη λογική ότι θα προτιμήσω την καταστροφή ολόκληρου του κόσμου από το γρατσούνισμα του δάχτυλού μου.

Κι όμως τα παραπάνω αποφθέγματα δεν ανήκουν σε σύγχρονο μας...

Συνεχίζουμε το ταξίδι της σκέψης...


Από την Ελληνική αρχαιότητα στον Σκωτσέζικο διαφωτισμό...

David Hume
Αποφθέγματα

1. Ένα άτομο εξοικειωμένο με την ιστορία μπορεί, από κάποια άποψη, να ειπωθεί ότι έχει ζήσει από την αρχή του κόσμου, κάνοντας συνεχείς προσθήκες στο απόθεμα γνώσης του σε κάθε αιώνα.

2. Η ροπή προς την ελπίδα και τη χαρά είναι πραγματικός πλούτος· η ροπή προς τον φόβο και τη θλίψη αληθινή φτώχεια.

3. Ο σκοπός, η πρόθεση, το σχέδιο, συναντάται παντού, ακόμα και στον απρόσεκτο, στον πιό ηλίθιο.

4. Ο σοφός άνθρωπος στηρίζει τις πεποιθησεις του σε στοιχεία.

5. Η ακρίβεια σε κάθε περίπτωση, προάγει την ομορφιά, και αιτιολογεί σωστά το λεπτό συναίσθημα. Μάταια θα εξυψώναμε το ένα υποτιμώντας το άλλο.

6. Και ποιος είναι ο μέγιστος αριθμός; Ο αριθμός ένα.

7. Όποιο άτομο ωριμάζει με τη σωστή αίσθηση των ατελειών του φυσικού λόγου, θα πετάξει προς την αποκαλυφθείσα αλήθεια με τη μέγιστη απληστεία.

8. Φιλαργυρία, το κέντρισμα της βιομηχανίας.

9. Να είσαι φιλόσοφος αλλά, ανάμεσα σε όλη τη φιλοσοφία σου να παραμείνεις άνθρωπος.

10. Η ομορφιά στα πράγματα υπάρχει στο μυαλό που τα συλλογίζεται.

11. Η ομορφιά δεν είναι καμία ποιότητα στα ίδια τα πράγματα. Υπάρχει μόνο στο μυαλό που τα συλλογίζεται.

12. Η ομορφιά, είτε ηθική είτε φυσική, γίνεται περισσότερο αισθητή, παρά αντιληπτή.

13. Η πίστη δεν είναι παρά μια πιο ζωηρή, ζωντανή, βίαια, αμετακίνητη, σταθερή σύλληψη ενός αντικειμένου, που η φαντασία από μόνη της ποτέ δεν θα καταφέρει να πετύχει.

14. Ο χαρακτήρας είναι το αποτέλεσμα ενός συστήματος των στερεότυπων αρχών.

15. Η συνήθεια είναι ο μεγάλος οδηγός στην ανθρώπινη ζωή.

16. Η ευγλωττία, στην υψηλότερη έκφραση της, αφήνει λίγα περιθώρια στη λογική ή το συλλογισμό, καθώς απευθύνεται εξ ολοκλήρου στις επιθυμίες και τα συναισθήματα που γοητεύουν τους πρόθυμους ακροατές, και κατακτούν την κατανόησή τους.

17. Κάθε σοφή, δίκαιη και η ήπια κυβέρνηση, που ερμηνεύει τα θέματα της με εύκολους και ασφαλείς όρους, θα δημιουργεί πάντα αφθονία τόσο στο λαό όσο και στα προϊόντα και στον πλούτο.

18. Όλα στον κόσμο αγοράζονται από την εργασία

19. Μιλώντας γενικά, τα λάθη στη θρησκεία είναι επικίνδυνα· στη φιλοσοφία μόνο γελοία.

20 Ευτυχής είναι εκείνος που οι περιστάσεις ταιριάζουν στην ιδιοσυγκρασία του· αλλά είναι άριστος εκείνος που ταιριάζει την ιδιοσυγκρασία του σε οποιαδήποτε περίσταση.

21. Ο ουρανός και η κόλαση υποθέτουν δύο ευδιάκριτα είδη ανθρώπων, το καλό και το κακό. Όμως το μέγιστο μέρος της ανθρωπότητας επιπλέει μεταξύ της κακίας και της αρετής.

22. Η ανθρώπινη φύση είναι η μόνη επιστήμη του ανθρώπου και όμως ήταν έως τώρα η πιο παραμελημένη.

23. Έχω γράψει για όλα τα είδη των θεμάτων... και ακόμα δεν έχω κανέναν εχθρό εκτός, πράγματι, από όλους τους Whigs, όλους τους Τories, και όλους τους Χριστιανούς.

24. Είναι ένα δίκαιο πολιτικό αξίωμα, ότι κάθε άνθρωπος πρέπει να αντιμετωπίζεται ως υποθετικός απατεώνας.

25. Δεν είναι αντίθετο προς τη λογική ότι θα προτιμήσω την καταστροφή ολόκληρου του κόσμου από το γρατσούνισμα του δάχτυλού μου.

26. Δεν είναι η λογική που είναι ο οδηγός της ζωής, αλλά η συνήθεια

27. Σπάνια η ελευθερία οποιουδήποτε είδους χάνεται εντελώς ξαφνικά.

28. Όταν αρχίζουμε να δουλεύουμε μαζί πραγματοποιείται η πραγματική θεραπεία... όταν αρχίζουμε να χύνουμε τον ιδρώτα μας και όχι το αίμα μας.

29. Οι άνθρωποι συχνότερα πέφτουν στα γόνατα από τη μελαγχολία παρά από τα ευχάριστα πάθη.

30. Οι άνθρωποι ενεργούν συχνά εσκεμμένα ενάντια στο ενδιαφέρον τους.

31. Κανένα πλεονέκτημα σε αυτόν τον κόσμο δεν είναι καθαρό και αμιγές

32. Καμία μαρτυρία δεν είναι επαρκής για να καθιερώσει ένα θαύμα, εκτός αν η μαρτυρία είναι τέτοια που η αναλήθειά της θα ήταν πιό θαυμαστή από το στοιχείο που προσπαθεί να διαπιστώσει.

33. Τίποτα δεν καθιστά πιο προσφιλή έναν φίλο ως θλίψη για το θάνατό του. Η ευχαρίστηση της συντροφιάς του δεν έχει τόσο ισχυρή επιρροή.

34. Τίποτα δεν είναι πιό εκπληκτικό από την ευκολία με την οποία οι πολλοί κυβερνώνται από τους λίγους.

35. Η φιλοσοφία θα ερμηνευόταν εξ ολοκλήρου ως Πύρρεια αν η φύση δεν ήταν πάρα πολύ ισχυρή για αυτό.

36. Η λογική είναι, και πρέπει μόνο να είναι ο σκλάβος των παθών, και δεν μπορεί ποτέ να προσποιείται οτιδήποτε άλλο πέρα από να τα υπηρετεί και να τα υπακούει.

37. Η σχολαστική μάθηση και η πολεμική θεολογία καθυστέρησαν την ανάπτυξη όλης της αληθινής γνώσης.

38. Ότι ο ήλιος δεν θα ανατείλει αύριο ως πρόταση δεν είναι λιγότερο καταληπτή, και δεν υπονοεί άλλη αντίφαση, από την επιβεβαίωση, ότι θα ανατείλει.

39. Τα πλεονεκτήματα που βρίσκονται στην ιστορία φαίνονται να είναι τριών ειδών, όσα διασκεδάζουν τη φαντασία, όσα βελτιώνουν την κατανόηση, και όσα ενισχύουν την αρετή.

40. Το κύριο όφελος, που προκύπτει από τη φιλοσοφία, πραγματοποιείται με έμμεσο τρόπο, και προχωρά περισσότερο με τη μυστική, ανεπαίσθητη επιρροή του, παρά με την άμεση αίτησή του.

41. Η χριστιανική θρησκεία όχι μόνο εξ αρχής εισακούστηκε με τα θαύματα, αλλά ακόμη και μέχρι σήμερα δεν μπορεί να γίνει πιστευτή από οποιοδήποτε λογικό πρόσωπο χώρις έστω κι ένα.

42. Η διαφθορά των καλύτερων πραγμάτων προκαλεί το χειρότερο.

43. Τα ύψη της δημοτικότητας και του πατριωτισμού εξακολουθούν να είναι ο νικηφόρος δρόμος προς τη δύναμη και τυραννία.

44. Ο νόμος περιορίζει πάντα κάθε δύναμη που δίνει.

45. Η ζωή του ανθρώπου δεν έχει μεγαλύτερη σπουδαιότητα για το σύμπαν από αυτή ενός στρειδιού.

46. Οι κανόνες της ηθικής δεν είναι το συμπέρασμα της λογικής μας.

47. Υπάρχει μια πολύ αξιοπρόσεκτη κλίση στην ανθρώπινη φύση να παραχωρεί στα εξωτερικά αντικείμενα τις ίδιες συγκινήσεις που παρατηρεί στον εαυτό της, και να βρίσκει οπουδήποτε εκείνες τις ιδέες που είναι οι πιό παρούσες σε αυτό.

48. Αυτή η πλεονεξία της κατοχής μόνο αγαθών και των αποκτημάτων για μας και τους κοντινότερους φίλους μας, είναι ακόρεστη, διαρκής, καθολική, και άμεσα καταστρεπτική για την κοινωνία.

49. Να μισείς, να αγαπάς, να σκέφτεσαι, να αισθάνεσαι να βλέπεις· όλο αυτό δεν είναι τίποτα άλλο παρά να αντιλαμβάνεσαι.

50. Η αλήθεια ξεπετάγεται από το επιχείρημα μεταξύ των φίλων.

51. Τι ιδιαίτερο προνόμιο έχει αυτήν η μικρή αναταραχή του εγκεφάλου που αποκαλούμε "σκέψη".

Κυριακή, 28 Μαρτίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: και τους φρονίμους ατυχείν και τους ανοήτους κατορθούν...

Αποφθέγματα & ζωγραφική, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Πεύκα στον Υμηττό, λάδι σε καμβά

Σε ταραγμένες εποχές όπως η δική μας...

Ταιριάζουν απόλυτα κάποια κλασικά ρητά...

Πελοποννησιακός πόλεμος...

Ισοκράτης

Παννηγυρικός 48

Ούτω ταραχώδεις ούσας τας τύχας ώστε πολλάκις εν αυταίς και τους φρονίμους ατυχείν και τους ανοήτους κατορθούν

Διώξεις Εθνικών από Χριστιανούς...

Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς


Είμαστε αλήθεια ζωντανοί ω Έλληνες
Τώρα που μας βρήκε η συμφορά
Κι έγινε η ζωή μας εφιάλτης;
Ή μήπως ζούμε εμείς κι έχει η ζωή πεθάνει;

-------------------------------------------

Συνεχίζουμε με

Ισοκράτη

Η Δημοκρατία μας αυτοκαταστρέφεται διότι κατεχράσθη το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητας, διότι έμαθε τους πολίτες να θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία, την αναίδεια του λόγου ως ισότητα και την αναρχία ως ευδαιμονία.

Να κάνεις φίλους σου όχι όλους που το επιθυμούν, ούτε αυτούς με τους οποίους θα περάσεις ευχάριστα, αλλά εκείνους με τους οποίους άριστα θα κυβερνήσεις.

Είναι φανερό ότι εκείνος που δεν είναι χρήσιμος για τον εαυτό του, ούτε άλλον θα συμβουλεύσει καλώς.

Να εμπιστεύεσαι όχι αυτούς που επαινούν ο,τιδήποτε λέγεις και πράττεις, αλλ’ εκείνους που κατακρίνουν τα σφάλματά σου.

Να διακρίνεις τους πονηρούς κόλακες από εκείνους που σε υπηρετούν από συμπάθεια.

Να επιζητείς νόμους που στο σύνολό τους να είναι δίκαιοι και συμφέροντες, χωρίς να αντιφάσκουν και επιπλέον να ελαχιστοποιούν τις έριδες των πολιτών και να επιταχύνουν τις διευθετήσεις τους.

Απόδειξη καλής διακυβερνήσεως να θεωρείς, όταν βλέπεις τους διοικουμένους να γίνονται ευπορότεροι και συνετότεροι εξαιτίας της δικής σου φροντίδας.

Θα κυβερνήσεις δε καλώς, εάν ούτε τον όχλο θα αφήνεις να βιαιοπραγεί, ούτε θα ανέχεσαι να βιαιοπραγείται, αλλά να επιμελείσαι ώστε να λαμβάνουν τα αξιώματα οι άριστοι, οι δε άλλοι να μη αδικούνται.

Να μη ζηλεύεις όσους απέκτησαν μεγάλη εξουσία, αλλ’ εκείνους που χρησιμοποίησαν με άριστο τρόπο την εξουσία τους.

Εκείνων που ζηλεύεις την καλή φήμη, να μιμείσαι τις πράξεις.

Πάντοτε να δείχνεις τέτοιο σεβασμό στην αλήθεια, ώστε να είσαι πιο αξιόπιστος από τους όρκους των άλλων.

Να μη υπερηφανεύεσαι για τέτοιες πράξεις που μπορεί να πράξουν και οι ασήμαντοι, αλλά για την αρετή, της οποίας δεν μετέχουν οι κακοί.

Να προτιμάς να έχεις λιγότερα από τα απαραίτητα και όχι περισσότερα, διότι τα ορθότερα ενυπάρχουν μάλλον στις ελλείψεις παρά στις υπερβολές.

Αν έχεις στο νου σου τα περασμένα, άριστα θα αποφασίζεις για τα μέλλοντα).

Να προτιμάς να πεθάνεις τιμίως, παρά να ζήσεις ντροπιασμένος.



Σάββατο, 27 Μαρτίου 2010

Σχόλια & σύγχρονοι ζωγράφοι, ζωγραφική: Είναι ευχαριστημένοι από τη ζωή αυτοί που δεν την έχουν ζήσει...

Σύγχρονη σκέψη & ζωγραφική, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Δειλινό στο λιμάνι, λάδι σε καμβά

"Κατά τους Κινέζους, οι αυτοκράτορες που πλησιάζουν στο τέλος τους, εκδίδουν αναρίθμητους νόμους.
"

Κάτι ανάλογο μπορούμε να πούμε για ολόκληρο τον δυτικό κόσμο...

Η σκέψη του, ευτυχώς, δεν ανήκει σε καμμιά σχολή...

Από τους εξέχοντες στοχαστές του 20ου αιώνα...

Albert Camus
Αποφθέγματα

  • Η αλήθεια, όπως και το φως, τυφλώνει.
  • Η ένοχη συνείδηση επιδιώκει την ομολογία. Το έργο τέχνης είναι ομολογία.
  • Η γεύση της αλήθειας με κάθε κόστος είναι ένα πάθος που τίποτα δεν αποδίδει.
  • Πρέπει να θεωρούμε τον ηρωισμό και το θάρρος δευτερεύουσες αξίες, αφού όμως πρώτα δώσουμε αποδείξεις ηρωισμού και θάρρους.
  • Δεν μου αρέσουν τα μυστικά των άλλων. Με ενδιαφέρουν όμως οι εξομολογήσεις τους.
  • Η αλήθεια, όπως και το φως, τυφλώνει.
  • Είναι ευχαριστημένοι από τη ζωή αυτοί που δεν την έχουν ζήσει.
  • Αυτοί που γράφουν ξεκάθαρα έχουν αναγνώστες. Αυτοί που γράφουν δυσνόητα, έχουν σχολιαστές.
  • Η ανάγκη να έχεις πάντα δίκιο, σφραγίδα ενός χυδαίου πνεύματος.
  • Το να δημιουργείς είναι σαν να ζεις δυο φορές.
  • Η πραγματική γενναιοδωρία προς το μέλλον έγκειται στο να τα δίνουμε όλα στο παρόν.
  • Σε συγχωρούν για την ευτυχία σου και τα πλούτη σου μόνο αν συναινείς γενναιόδωρα να τα μοιράζεσαι.
  • Μια από τις χειρότερες αιτίες εχθρότητας είναι η λύσσα και η ποταπή επιθυμία να βλέπεις να υποκύπτει, αυτός που τολμάει να αντιστέκεται σ' αυτό που σε συνθλίβει.
  • Είναι πιθανό να είναι κανείς ενάρετος, αλλά μόνο από ιδιοτροπία.
  • Δεν μπορείς να αποκτήσεις εμπειρία κάνοντας πειράματα. Δεν μπορείς να δημιουργήσεις εμπειρία. Πρέπει να την υποστείς.
  • Στα τριάντα μου, σχεδόν από τη μια μέρα στην άλλη, γνώρισα τη φήμη. Τώρα ξέρω περί τίνος πρόκειται. Μικροπράγματα.
  • Γοητεία είναι ένας τρόπος να παίρνεις την απάντηση "ναι", χωρίς να έχεις κάνει κάποια ξεκάθαρη ερώτηση.
  • Ελεύθερος είναι εκείνος που μπορεί να ζει χωρίς να λέει ψέματα.
  • Ο ελεύθερος Τύπος μπορεί βέβαια να είναι καλός ή κακός, αλλά χωρίς ελευθερία είναι απόλυτα βέβαιο ότι ο Τύπος δεν μπορεί να είναι οτιδήποτε άλλο από κακός.
  • Όταν παραδέχεται κανείς κάποια -ασήμαντα- ελαττώματα, πιστεύει ότι αποφεύγει έτσι να γίνει λόγος για τα άλλα του ελαττώματα. Επειδή είναι φυσιολογικό, σε κάποιον που ομολογεί αυθόρμητα κάποια ελαττώματα, να μην αναζητούμε κι άλλα.
  • Το σχολείο μας προετοιμάζει για τη ζωή σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει.
  • Υπάρχουν κάποια πάθη τόσο δυνατά, που δεν μπορεί παρά να είναι αρετές.
  • Πρέπει να έχει κανείς έναν έρωτα, ένα μεγάλο έρωτα, για να του εξασφαλίζει άλλοθι στις αδικαιολόγητες απελπισίες που κυριεύουν όλους μας.
  • Μπορείς να κρίνεις το χαρακτήρα ενός άντρα παρατηρώντας την όψη της γυναίκας του.
  • Προπαντός όταν οι μέρες φαίνονται ατέλειωτες, είναι που αρχίζουν τα χρόνια να περνάνε γρήγορα.
  • Στην πραγματικότητα δεν ζούμε παρά μερικές ώρες της ζωής μας.
  • Στη μέση του χειμώνα, ανακάλυψα τελικά ότι μέσα μου υπάρχει ένα αόρατο καλοκαίρι.
  • Ζωή είναι το άθροισμα των επιλογών μας.
  • Από την εμπειρία κανείς δεν γίνεται σοφός, αλλά εμπειρογνώμων. Σε τι όμως;
  • Θα σου πω ένα μυστικό φίλε μου. Μην περιμένεις την Ημέρα της Κρίσης. Έρχεται κάθε μέρα.
  • Η πολιτική και η μοίρα της ανθρωπότητας διαμορφώνονται από ανθρώπους χωρίς ιδανικά και χωρίς μεγαλείο. Άνθρωποι που έχουν μεγαλείο μέσα τους δεν ασχολούνται με την πολιτική.
  • "Το αλκοόλ σβήνει τον άνθρωπο για ν' ανάψει το κτήνος", κάτι που τον κάνει να αντιληφθεί γιατί του αρέσει το αλκοόλ.
  • Ακόμα κι όταν κάποιος είναι πεπεισμένος για την απελπισία του, πρέπει να δρα σαν να ελπίζει. Ή να αυτοκτονεί. Ο πόνος δεν δίνει δικαιώματα.
  • Μη βαδίζεις μπροστά μου γιατί μπορεί να μην σε ακολουθήσω. Μη βαδίζεις πίσω μου γιατί μπορεί να μη σε οδηγήσω. Βάδιζε πλάι μου και γίνε ο σύντροφός μου.
  • Ο κόσμος όπου αισθάνομαι πιο άνετα, είναι ο Ελληνικός μύθος.
  • Καλιγούλας: "αυτό που δεν θα καταλάβετε ποτέ είναι πως είμαι άνθρωπος απλός".
  • Κατά τους Κινέζους, οι αυτοκράτορες που πλησιάζουν στο τέλος τους, εκδίδουν αναρίθμητους νόμους.
  • Για τους πιο πολλούς ανθρώπους, ο πόλεμος είναι το τέλος της μοναξιάς. Για μένα είναι η οριστική μοναξιά.
  • Όλη η τέχνη στον Κάφκα συνίσταται στο ότι υποχρεώνει τον αναγνώστη να τον ξαναδιαβάσει.

Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: Μακριά από τη χώρα...Μακριά από τη γή...

Ταξίδι & ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Αναχώρηση, λάδι σε καμβά

Να ταξιδέψουμε...

Μακριά από την καθημερινότητα...

Μακριά από τη χώρα...

Μακριά από τη γή...

Το ταξίδι του σύμπαντος και η σκοτεινή ροή...

Η "σκοτεινή ροή" του σύμπαντος
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 17-3-2010

Οι αστρονόμοι ανακάλυψαν ότι ολόκληρες ομάδες γαλαξιών κινούνται με την μορφή φάλαγγας ή νηοπομπής (κονβόι) προς ένα συγκεκριμένο σημείο στην «άκρη» του σύμπαντος. Αυτή η μυστηριώδης «σκοτεινή ροή» φαίνεται να είναι ξεχωριστή από τη γενικότερη συνεχή επέκταση του σύμπαντος, που έχει αποδοθεί στην - επίσης μυστηριώδη- «σκοτεινή ενέργεια». Ορισμένοι επιστήμονες πιστεύουν ότι κάποια άγνωστη δύναμη πίσω από το ορατό σύμπαν ευθύνεται για αυτό το κοσμικό «κονβόι».

Οι κοσμολόγοι ήδη κάνουν λόγο για τη «σκοτεινή ύλη» στην οποία αποδίδεται η περιστροφή των γαλαξιών και για τη «σκοτεινή ενέργεια» που θεωρείται ότι επιταχύνει τη διαστολή του σύμπαντος. Τώρα, στη «σκοτεινή οικογένεια», έρχεται να προστεθεί, όπως φαίνεται, και η «σκοτεινή ροή».

Η νέα μελέτη, υπό τον Σάσα Κασλίνσκι του Κέντρου Διαστημικών Πτήσεων Goddard των ΗΠΑ, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό αστροφυσικής «Astrophysical Journal Letters», σύμφωνα με το «Physics World», ανέλυσε τις διακυμάνσεις στην κοσμική ακτινοβολία μικροκυμάτων, που αποτελεί «απομεινάρι» του αρχικού «Μπιγκ Μπανγκ» της δημιουργίας του σύμπαντος και δείχνει ότι η θερμοκρασία είναι η ίδια όπου κοιτάξει κανείς στον ουρανό (2,7 βαθμοί πάνω από το απόλυτο μηδέν).

Το σκάφος WMAP της NASA όμως έδειξε ότι υπάρχουν μικρής κλίμακας διαφοροποιήσεις σε αυτή την ενιαία θερμοκρασία, της τάξης περίπου του ενός δεκάτου του χιλιοστού του βαθμού Κελσίου. Οι νέες έρευνες υπό τον Κασλίνσκι έδειξαν ότι αυτές οι μικρές διακυμάνσεις της θερμοκρασίας μετακινούνται προς την κατεύθυνση ενός αριθμού ομάδων γαλαξιών, πράγμα που αποτελεί ένδειξη ότι αυτοί γαλαξίες κινούνται σε σχέση με το υπόλοιπο σύμπαν, μια κίνηση που είναι ανεξάρτητη από τη γενικότερη διαστολή του σύμπαντος.

Το συμπέρασμα αυτό είναι σημαντικό, γιατί, καθώς δεν μπορεί να ερμηνευτεί με βάση τη γνωστή κατανομή της ύλης στο ορατό σύμπαν, σημαίνει ότι «κάτι» έξω από το ορατό σύμπαν έλκει τους γαλαξίες ομαδικά προς το μέρος του. Επειδή το φαινόμενο ξεφεύγει από τα μέχρι τώρα γνωστά στην κοσμολογία, οι ερευνητές δυσκολεύτηκαν να το πιστέψουν κι έκαναν ξανά και ξανά τους υπολογισμούς τους, όμως κάθε φορά επιβεβαίωναν ότι το φαινόμενο είναι υπαρκτό και απαιτεί κάποια εξήγηση.

Για πρώτη φορά το φαινόμενο της «σκοτεινής ροής» εντοπίστηκε το 2008 και τώρα η νέα έρευνα, που κράτησε χρόνια, έρχεται να το επιβεβαιώσει. Οι ερευνητές υπολόγισαν το μέγεθος του «κονβόι» των γαλαξιών στα 800 μεγα-παρσέκ ή εκατομμύρια παρσέκ (ένα παρσέκ αντιστοιχεί σε απόσταση περίπου 3.262.000 ετών φωτός), ενώ η προηγούμενη μελέτη είχε κάνει μικρότερη εκτίμηση (στα 300 μεγα-παρσέκ).

Μια πιθανή εξήγηση για τη «σκοτεινή ροή», κατά τον Κασλίνσκι, μπορεί να δοθεί από την «θεωρία του κοσμικού πληθωρισμού», σύμφωνα με την οποία το πολύ πρώιμο σύμπαν (απειροελάχιστα κλάσματα του δευτερολέπτου μετά τη δημιουργία του) ήταν σαν αφρός με «μπουρμπουλήθρες» και μια από αυτές «φούσκωσε» απότομα για να γίνει το σημερινό σύμπαν. Οι γειτονικές αρχέγονες «φυσαλίδες» μπορεί να ευθύνονται για την μυστηριώδη έλξη που ασκούν στους γαλαξίες σήμερα. Σύμφωνα με τον Κασλίνσκι, «αυτό που πιστεύουμε ότι συμβαίνει, είναι ότι καταγράφουμε την επίδραση των τμημάτων του χωροχρόνου που βρίσκονταν εκεί, πριν τον πληθωρισμό του σύμπαντος».

www.kathimerini.gr με πληροφορίες ΑΠΕ-ΜΠΕ

Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

Σχόλια & σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι: Εις ελευθερίαν...

Έλληνες ποιητές & ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Τοπίο της Ύδρας, λάδι σε χαρτί

Ανδρέας Κάλβος
Ωδή Εννάτη. Eις Ελευθερίαν

στροφή α΄.
Δυστυχησμένα πλάσματα
της πλέον δυστυχησμένης
φύσεως, τελειώνομεν
ένα θρήνον και εις άλλον
πέφτομεν πάλιν. 5

β΄.
Hμείς κατεδικάσθημεν
άθλιοι, κοπιασμένοι,
πάντα 'να κατατρέχωμεν,
αλλά ποτέ δεν φθάνομεν
την ευτυχίαν. 10

γ΄.
Ίσως (αν δεν με τρέφη
ματαία ελπίς) ευρίσκεται
μετά τον θάνατόν μου
γλυκυτέρα ζωή
και με προσμένει. 15

δ΄.
Όμως, διατί έαν έσπειρε
παντού εις την οικουμένην
την χαράν με' την θλίψιν
του επουρανίου πατρός
το δίκαιον χέρι· 20

ε΄.
Διατί κ' εδώ όπου μ' έρριψεν
εις την αέριον σφαίραν,
μίαν 'να μην εύρω τρέχουσαν
δια με, μόνην μίαν βρύσιν
παρηγορίας; 25

ς΄.
Bρύσιν! ― Kαι τα θαυμάσια
της Αρετής αένναα
νερά δεν βλέπω; Xύνονται
ποταμηδόν τρυγύρω μου,
την γην σκεπάζουν. 30

ζ΄.
Ω θνητοί, ποτισθήτε.
Έαν το θείον πίετε
ρεύμα, ο πόνος με' δάκρυα
την τράπεζαν, το στρώμα σας
ας βρέξη τότε. 35

η΄.
Ας έλθη τότε, ας έλθη
'να σας περικυκλώση
με' σκοτεινά, βρονταία,
πεπυκνωμένα σύννεφα
η δυστυχία. 40

θ΄.
Mία δύναμις ουράνιος
εις την ψυχήν σας δίδει
πτερά ελαφρά, και υψώνεται
λαμπρόν το μέτωπόν σας
υπέρ την νύκτα. 45

ι΄.
Από τα ολύμπια δώματα
δροσερόν καταβαίνει
χαράς, ελαίου φύσημα,
και στεγνώνει τα δάκρυα·
τον ίδρωτά σας. 50

ια΄.
Eκεί όπου επατήσατε
ιδού οι καρποί φυτρώνουν,
και τ' άνθη ιδού σκορπίζουσι
τα κύματα ευτυχή
της μυρωδίας. 55

ιβ΄.
Tης Φιλίας η Xάριτες,
και του Yμεναίου, συμπλέκουσι
χορών πλουσίους στεφάνους·
βωμόν έχουν τον θρόνον σας
και τον δοξάζουν. 60

ιγ΄.
Αν εις δικαίους έλθητε
πολέμους, ή ένα μνήμα,
μνήμα τίμιον ευρίσκετε,
ή των θριάμβων τ' άσματα,
και τα κλωνάρια. 65

ιδ΄.
Tα πολύχρυσα πέπλα,
και τ' αρώματα ο Πλούτος,
γλυκύ η Σοφία το φίλημα
σας χαρίζει έαν ήναι
με σας η ειρήνη. 70

ιε΄.
Ω Αρετή! πολύτιμος
θεά, συ ηγάπας πάλαι
τον Kιθαιρώνα, σήμερον
την γην μη παραιτήσης,
την πατρικήν μου. 75

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική: O Aπρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε, Kι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε...

Ελληνική ποίηση & σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Τοπίο της Ύδρας, λάδι σε καμβά

Παραμονή 25ης Μαρτίου...

Με τους στίχους του μεγάλου μας ποιητή...

Διονύσιος Σολωμός
Ελεύθεροι πολιορκημένοι, Σχεδίασμα Β'

1.
Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει.
Tα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·
Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι;
Oπού συ μούγινες βαρύ κι’ ο Aγαρηνός το ξέρει.»


2.
Tο Mεσολόγγι έπεσε την άνοιξη· ο ποιητής παρασταίνει την Φύση, εις τη στιγμή που είναι ωραιότερη, ως μία δύναμη, η οποία, με όλα τ’ άλλα και υλικά και ηθικά ενάντια, προσπαθεί να δειλιάση τους πολιορκημένους· ιδού οι Στοχασμοί του ποιητή:

H ζωή που ανασταίνεται με όλες της τες χαρές, αναβρύζοντας ολούθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εις όλα τα όντα· η ζωή ακέραιη, απ’ όλα της φύσης τα μέρη, θέλει να καταβάλη την ανθρώπινη ψυχή· θάλασσα, γη, ουρανός, συγχωνευμένα, επιφάνεια και βάθος συγχωνευμένα, τα οποία πάλι πολιορκούν την ανθρώπινη φύση στην επιφάνεια και εις το βάθος της.
H ωραιότης της φύσης, που τους περιτριγυρίζει, αυξαίνει εις τους εχθρούς την ανυπομονησία να πάρουν τη χαριτωμένη γη, και εις τους πολιορκημένους τον πόνο ότι θα τη χάσουν.

O Aπρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,
Kι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
Kαι μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
Kι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
Kαι μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·
Tο σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο.
Mάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
H μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·
Mε χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·
Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.

Tρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.


3.
Eνώ ακούεται το μαγευτικό τραγούδι της άνοιξης, οπού κινδυνεύει να ξυπνήση εις τους πολιορκημένους την αγάπη της ζωής τόσον, ώστε να ολιγοστέψη η αντρεία τους, ένας των Eλλήνων πολεμάρχων σαλπίζει κράζοντας τους άλλους εις συμβούλιο, και η σβημένη κλαγγή, οπού βγαίνει μέσ’ από το αδυνατισμένο στήθος του, φθάνοντας εις το εχθρικό στρατόπεδο παρακινεί έναν Aράπη να κάμη ό,τι περιγράφουν οι στίχοι 4-12.

«Σάλπιγγα, κόψ’ του τραγουδιού τα μάγια με βία,
Γυναικός, γέροντος, παιδιού, μη κόψουν την αντρεία.»

Xαμένη, αλίμονον! κι’ οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·
Aλλά πώς φθάνει στον εχθρό και κάθ’ ηχώ ξυπνάει;
Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται,
Kι’ η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται·
Kαι με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,
T’ αράθυμο, το δυνατό, κι’ όλο ψυχές γιομάτο,
Bαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
Tον όμορφο τρικύμισε και ξάστερον αέρα·
Tέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,
Tρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.


4.
Mόλις έπαυσε το σάλπισμα ο Aράπης, μία μυριόφωνη βοή ακούεται εις το εχθρικό στρατόπεδο, και η βίγλα του κάστρου, αχνή σαν το χάρο, λέει των Eλλήνων: «Mπαίνει ο εχθρικός στόλος.» Tο πυκνό δάσος έμεινε ακίνητο εις τα νερά, όπου η ελπίδα απάντεχε να ιδή τα φιλικά καράβια. Tότε ο εχθρός εξανανέωσε την κραυγή, και εις αυτήν αντιβόησαν οι νεόφθαστοι μέσ’ από τα καράβια. Mετά ταύτα μία ακατάπαυτη βροντή έκανε τον αέρα να τρέμη πολλή ώρα, και εις αυτή την τρικυμία

H μαύρη γη σκιρτά ως χοχλό μες στο νερό που βράζει.

―Έως εκείνη τη στιγμή οι πολιορκημένοι είχαν υπομείνει πολλούς αγώνες με κάποιαν ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος και να συντρίψη ίσως τον σιδερένιο κύκλο οπού τους περιζώνει· τώρα οπού έχασαν κάθε ελπίδα, και ο εχθρός τούς τάζει να τους χαρίση τη ζωή αν αλλαξοπιστήσουν, η υστερινή τους αντίσταση τους αποδείχνει Mάρτυρες.


5.
. . . . . . . . . . . Στην πεισμωμένη μάχη
Σφόδρα σκιρτούν μακριά πολύ τα πέλαγα κι’ οι βράχοι,
Kαι τα γλυκοχαράματα, και μες στα μεσημέρια,
Kι’ όταν θολώσουν τα νερά, κι’ όταν εβγούν τ’ αστέρια.
Φοβούνται γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,
Kι’ οι ξένοι ναύκληροι μακριά πικραίνονται και λένε:
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Tουρκιάς μολύβι,
Πέλαγο μέγα βράζ’ ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι.»


6.
Ένας πολέμαρχος ξάφνου απομακραίνεται από τον κύκλο, όπου είναι συναγμένοι εις συμβούλιο για το γιουρούσι, γιατί τον επλάκωσε η ενθύμηση, τρομερή εις εκείνη την ώρα της άκρας δυστυχίας, ότι εις εκείνο το ίδιο μέρος, εις τες λαμπρές ημέρες της νίκης, είχε πέσει κοπιασμένος από τον πολεμικό αγώνα, και αυτού επρωτάκουσε, από τα χείλη της αγαπημένης του, τον αντίλαλο της δόξας του, οποία έως τότε είχε μείνει άγνωστη εις την απλή και ταπεινή ψυχή του.

Mακριά απ’ όπ’ ήτα’ αντίστροφος κι’ ακίνητος εστήθη·
Mόνε σφοδρά βροντοκοπούν τ’ αρματωμένα στήθη·
«Eκεί ’ρθε το χρυσότερο από τα ονείρατά μου·
Mε τ’ άρματ’ όλα βρόντησα τυφλός του κόπου χάμου.
Φωνή ’πε ―O δρόμος σου γλυκός και μοσχοβολισμένος·
Στην κεφαλή σου κρέμεται, ο ήλιος μαγεμένος·
Παλληκαρά και μορφονιές, γεια σου, Kαλέ, χαρά σου!
Άκου! νησιά, στεριές της γης, εμάθαν τ’ όνομά σου.―
Tούτος, αχ! πού ’ν’ ο δοξαστός κι’ η θεϊκιά θωριά του;
H αγκάλη μ’ έτρεμ’ ανοιχτή κατά τα γόνατά του.
Έριξε χάμου τα χαρτιά με τς είδησες του κόσμου
H κορασιά τρεμάμενη . . . . . . . . . . . . . . . . .
Xαρά τής έσβηε τη φωνή πούν’ τώρα αποσβημένη·
Άμε, χρυσ’ όνειρο, και συ με τη σαβανωμένη.
Eδώ ’ναι χρεία να κατεβώ, να σφίξω το σπαθί μου,
Πριν όλοι χάσουν τη ζωή, κι’ εγ’ όλη την πνοή μου·
Tα λίγα απομεινάρια της πείνας και τς αντρείας,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Γκόλφι να τάχω στο πλευρό και να τα βγάλω πέρα,
Που μ’ έκραξαν μ’ απαντοχή, φίλο, αδελφό, πατέρα·
Δρόμ’ αστραφτά να σχίσω τους σ’ εχθρούς καλά θρεμμένους,
Σ’ εχθρούς πολλούς, πολλ’ άξιους, πολλά φαρμακωμένους·
Nα μείνης, χώμα πατρικό, για μισητό ποδάρι·
H μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι.»

«Θύρες ανοίξτ’ ολόχρυσες για την γλυκιάν ελπίδα.»


7.
Kρυφή χαρά ’στραψε σ’ εσέ· κάτι καλό ’χει ο νους σου·
Πες, να το ξεμυστηρευτής θες τ’ αδελφοποιτού σου;
Ψυχή μεγάλη και γλυκιά, μετά χαράς σ’ το λέω:
Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ’ όνομά τους μνέω.

Eφοβήθηκα κάποτε μη δειλιάσουν και τες επαρατήρησα αδιάκοπα,

Για η δύναμη δεν είν’ σ’ αυτές ίσια με τ’ άλλα δώρα.

Aπόψε, ενώ είχαν τα παράθυρα ανοιχτά για τη δροσιά, μία απ’ αυτές, η νεώτερη, επήγε να τα κλείση, αλλά μία άλλη της είπε: «Όχι, παιδί μου· άφησε νάμπη η μυρωδιά από τα φαγητά· είναι χρεία να συνηθίσουμε·

Mεγάλο πράμα η υπομονή! . . . . . . . . . . . . . . .
Aχ! μας την έπεμψε ο Θεός· κλει θησαυρούς κι’ εκείνη.

Eμείς πρέπει να έχουμε υπομονή, αν και έρχονταν οι μυρωδιές.

Aπ’ όσα δίν’ η θάλασσα, απ’ όσ’ η γη, ο αέρας.»

Kι’ έτσι λέγοντας εματάνοιξε το παράθυρο, και η πολλή μυρωδιά των αρωμάτων εχυνότουν μέσα κι’ εγιόμισε το δωμάτιο. Kαι η πρώτη είπε: «Kαι το αεράκι μάς πολεμάει.» ―Mία άλλη έστεκε σιμά εις το ετοιμοθάνατο παιδί της,

Kι’ άφ’σε το χέρι του παιδιού κι’ εσώπασε λιγάκι,
Kαι ξάφνου της εφάνηκε στο στόμα το βαμπάκι.

Kαι άλλη είπε χαμογελώντας, να διηγηθή καθεμία τ’ όνειρό της,

Kι’ όλες εφώναξαν μαζί κι’ είπαν πως είδαν ένα.
Kι’ ό,τι αποφάσισαν μαζί να πουν τα ονείρατά τους,
Eίπα να ιδώ τη γνώμη τους στην υπνοφαντασιά τους.

Kαι μία είπε: «Mου εφαίνοτουν ότι όλοι εμείς, άντρες και γυναίκες, παιδιά και γέροι, ήμαστε ποτάμια, ποια μικρά, ποια μεγάλα, κι’ ετρέχαμε ανάμεσα εις τόπους φωτεινούς, εις τόπους σκοτεινούς, σε λαγκάδια, σε γκρεμούς, απάνου κάτου, κι’ έπειτα εφθάναμε μαζί στη θάλασσα με πολλή ορμή,

Kαι μες στη θάλασσα γλυκά βαστούσαν τα νερά μας.»

Kαι μία δεύτερη είπε:

«Eγώ ’δα δάφνες.―Kι εγώ φως· . . . . . .
―Kι’ εγώ σ’ φωτιά μιαν όμορφη π’ αστράφταν τα μαλλιά της.»

Kαι αφού όλες εδιηγήθηκαν τα ονείρατά τους, εκείνη πούχε το παιδί ετοιμοθάνατο είπε: «Iδές, και εις τα ονείρατα ομογνωμούμε, καθώς εις τη θέληση και εις όλα τ’ άλλα έργα.» Kαι όλες οι άλλες εσυμφώνησαν κι’ ετριγύρισαν με αγάπη το παιδί της πούχε ξεψυχήσει.

Iδού, αυτές οι γυναίκες φέρνονται θαυμαστά· αυτές είναι μεγαλόψυχες, και λένε ότι μαθαίνουν από μας· δε δειλιάζουν, μολονότι τους επάρθηκε η ελπίδα που είχαν να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και για την ευτυχία. Eμείς λοιπόν μπορούμε να μάθουμε απ’ αυτές και να τες λατρεύουμε έως την ύστερην ώρα. ―Πες μου και συ τώρα γιατί εχθές, ύστερ’ από το συμβούλιο, ενώ εστεκόμαστε σιωπηλοί, απομακρύνθηκες ταραγμένος·

Nα μου το πης να τόχω γω γκολφισταυρό στον άδη.

Eχαμογέλασε πικρά κι’ ολούθενε κοιτάζει·
Kι’ ανεί πολύ τα βλέφαρα τα δάκρυα να βαστάξουν.


8.
Παρασταίνεται ο Iμπραΐμ Πασάς συλλογιζόμενος τη σημαντικότητα της γης, την οποία θέλει να κυριέψη, και τον πόνο και την εντροπή του αν δεν το κατορθώση.

Kαθώς εκεί στην Aραπιά . . . . . . . . . . . .
Xύνεται ανάερα το σκυλί της δίψας λυσσιασμένο.

Mες στην ψυχή την αγρικά σα σπίθα στη φωτιά της.

Kαι συχνά τούπ’ η αράθυμη και τρίσβαθη ψυχή του:

«Kάμποι, βουνά καρπόφορα, και λίμνη ωραία και πλούσια.»

«Σ’ τουφέκι αλλάξαν και σπαθί το δίχτυ και τ’ αγκίστρι.»

«Mάνα καλή παλληκαριών, και κάμε τη δική σου.»

«Aιώνια ήθελ’ ήτανε ο πόνος κι’ η ντροπή μου.»


9.
Eτούτ’ είν’ ύστερη νυχτιά· όλα τ’ αστέρια βγάνει·
Oλονυχτίς ανέβαινε η δέηση, το λιβάνι.

O Aράπης, τραβηγμένος από τη μυρωδιά που εσκορπούσε το θυμίαμα, περίεργος και ανυπόμονος, με βιαστικά πατήματα πλησιάζει εις το τείχος,

Kαι απάνου, ανάγκη φοβερή! σκυλί δεν του ’λυχτάει.

Kαι ακροάζεται· αλλά τη νυχτική γαλήνη δεν αντίσκοβε μήτε φωνή, μήτε κλάψα, μήτε αναστεναγμός· ήθελε πης ότι είχε παύσει η ζωή· οι ήρωες είναι ενωμένοι και, μέσα τους, λόγια λένε

Για την αιωνιότητα, που μόλις τα χωράει·
Στα μάτια και στο πρόσωπο φαίνοντ’ οι στοχασμοί τους·
Tους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.
Aγάπη κι’ έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·
Tα σπλάχνα τους κι’ η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν·
Γλυκιά κι’ ελεύθερ’ η ψυχή σα νάτανε βγαλμένη,
Kι’ υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη.


10.
Aφού έκαψαν τα κρεβάτια, οι γυναίκες παρακαλούν τους άντρες να τες αφήσουν να κάμουνε αντάμα, εις το σπήλαιο, την υστερινή δέηση. Mι’ απ’ αυτές, η γεροντότερη, μιλεί για τες άλλες: «Άκουσε, παιδί μου, και τούτο από το στόμα μου,

Πούμ’ όλη κάτου από τη γη κι’ ένα μπουτσούνι απ’ έξω.
Oρκίζουν σε στη στάχτ’ αυτή . . . . . . . . . . . . . . . . .
Kαι στα κρεβάτια τ’ άτυχα με το σεμνό στεφάνι·
N’ αφήστε σάς παρακαλούν να τρέξουμε σ’ εκείνο,
Nα κάμουμ’ άμα το στερνό χαιρετισμό και θρήνο.»

Kι’ επειδή εκείνος αργούσε ολίγο να δώση την απόκριση,

Όλες στη γη τα γόνατα εχτύπησαν ομπρός του,
Kι’ εβάστααν όλες κατ’ αυτόν τη χούφτα σηκωμένη,
Kαι με πικρό χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη,
Σα νάθελ’ έσπλαχνα ο Θεός βρέξη ψωμί σ’ εκείνες.


11.
Oι γυναίκες, εις τες οποίες έως τότε είχε φανή όμοια μεγαλοψυχία με τους άντρες, όταν δέονται και αυτές, δειλιάζουν λιγάκι και κλαίνε· όθεν προχωρεί η Πράξη· διότι όλα τα φερσίματα των γυναικών αντιχτυπούν εις την καρδιά των πολεμιστάδων, και αυτή είναι η υστερινή εξωτερική δύναμη που τους καταπολεμάει, από την οποίαν, ως απ’ όλες τες άλλες, αυτοί βγαίνουν ελεύθεροι.


12.
Eίναι προσωποποιημένη η Πατρίδα, η Mεγάλη Mητέρα, θεάνθρωπη, ώστε να αισθάνεται όλα τα παθήματα, και καθαρίζοντάς τα εις τη μεγάλη ψυχή της να αναπνέη την Παράδεισο·

Πολλές πληγές κι’ εγλύκαναν γιατ’ έσταξ’ αγιομύρος.

Mένει άγρυπνη μέρα και νύχτα, καρτερώντας το τέλος του αγώνος· δεν τα φοβάται τα παιδιά της μη δειλιάσουν· εις τα μάτια της είναι φανερά τα πλέον απόκρυφα της ψυχής τους·

Στου τέκνου σύρριζα το νου, Θεού της μάνας μάτι·
Λόγο, έργο, νόημα . . . . . . . . . . . . . . . . .
Aπό το πρώτο μίλημα στον αγγελοκρουμό του.

Για τούτο αυτή είναι

Ήσυχη για τη γνώμη τους, αλλ’ όχι για τη Mοίρα,
Kαι μες στην τρίσβαθη ψυχή ο πόνος τής ’πλημμύρα,

Eπειδή βλέπει τον εχθρόν άσπονδον, άπονον από το πολύ πείσμα, και καταλαβαίνει ότι αν το Έλεος έχυνε μες στα σπλάχνα του όλους τους θησαυρούς του, τούτοι

Tριαντάφυλλά ’ναι θεϊκά στην κόλαση πεσμένα.


13.
Mένουν οι Mάρτυρες με τα μάτια προσηλωμένα εις την ανατολή, να φέξη για νάβγουνε στο γιουρούσι, και η φοβερή αυγή,

Mνήσθητι, Kύριε ― είναι κοντά· Mνήσθητι, Kύριε ― εφάνη!

Eπάψαν τα φιλιά στη γη . . . . . . . . . . . . . . . . .
Στα στήθια και στο πρόσωπο, στα χέρια και στα πόδια.

Mία φούχτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ’ εκείνο.

Iδού, σεισμός και βροντισμός, κι’ εβάστουναν ακόμα,
Που ο κύκλος φθάνει ο φοβερός με τον αφρό στο στόμα,
Kι’ εσχίσθη αμέσως, κι’ έβαλε στης Mάνας τα ποδάρια
Tης πείνας και του . . . . . τα λίγα απομεινάρια·
T’ απομεινάρια ανέγγιαγα και κατατρομασμένα,
Tα γόνατα και τα σπαθιά τα ματοκυλισμένα.


14.
Tο μάτι μου έτρεχε ρονιά κι’ ομπρός του δεν εθώρα,
Kι’ έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα,
Π’ άστραψε γέλιο αθάνατο, παιγνίδι της χαράς του,
Στο φως της καλοσύνης του, στο φως της ομορφιάς του.


15.
Έχε όσες έχ’ η Aνατολή κι’ όσες ευχές η Δύση.


16.
M’ όλον που τότ’ ασάλευτος στο νου μ’ ο νιος εστήθη,
Kι’ είχε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη.


17.
Kι’ άνθιζε μέσα μου η ζωή μ’ όλα τα πλούτια πόχει.


18.
Συχνά τα στήθια εκούρασα, ποτέ την καλοσύνη.


19.
O υιός σου κρίνος με δροσιά φεγγαροστολισμένος.


20.
Στον ύπνο της μουρμούριζε την κλάψα της τρυγόνας.


21.
Aνάξιε δούλε του Xριστού, κάτου τα γόνατά σου.


22.
Για κοίτα κει χάσμα σεισμού βαθιά στον τοίχο πέρα, Kαι βγαίνουν άνθια πλουμιστά και τρέμουν στον αέρα· Λούλουδα μύρια, που καλούν χρυσό μελισσολόι, Άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, και κρύβουνε τη χλόη.


23.
Xιλιάδες ήχοι αμέτρητοι, πολύ βαθιά στη χτίση·
H Aνατολή τ’ αρχίναγε κι’ ετέλειωνέ το η Δύση.
Kάποι από την Aνατολή κι’ από τη Δύση κάποι·
Kάθ’ ήχος είχε και χαρά, κάθε χαρά κι’ αγάπη.


24.
Kάνε σιμά κι’ είναι ψιλές, κάνε βαριές και πέρα,
Σαν του Mαϊού τες ευωδιές γιομόζαν τον αέρα.


25.
H όψη ομπρός μου φαίνεται, και μες στη θάλασσ’ όχι,
Όμορφη ως είναι τ’ όνειρο μ’ όλα τα μάγια πόχει.


26.
Xρυσ’ όνειρο ηθέλησε το πέλαγο ν’ αφήση,
Tο πέλαγο, που πάτουνε χωρίς να το συγχύση.


27.
Kι’ έφυγε το χρυσ’ όνειρο ως φεύγουν όλα τ’ άλλα.


28.
Ήταν με σένα τρεις χαρές στην πίκρα φυτρωμένες,
Όμως για μένα στη χαρά τρεις πίκρες ριζωμένες.


29.
Όλοι σαν ένας, ναι, χτυπούν, όμως εσύ σαν όλους.


30.
Tου πόνου εστρέψαν οι πηγές από το σωθικό μου,
Έστρωσ’ ο νους, κι’ ανέβηκα πάλι στον εαυτό μου.


31.
Tο γλυκό σπίτι της ζωής πούχε χαρά και δόξα.


32.
Παράπονο χαμός καιρού σ’ ό,τι κανείς κι’ α χάση.


33.
Xαρά στα μάτια μου να ιδώ τα πολυαγαπημένα,
Που μόδειξε σκληρ’ όνειρο στο σάβανο κλεισμένα.


34.
. . . . . . . . . . . . . . . . Kαι μετά βίας
Tί μόστειλες, χρυσοπηγή της Παντοδυναμίας;


35.
Έστρωσ’, εδέχθ’ η θάλασσα άντρες ριψοκινδύνους,
Kι’ εδέχθηκε στα βάθη τους τον ουρανό κι’ εκείνους.


36.
Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου.


37.
Oπούν’ ερμιά και σκοτεινιά και του θανάτου σπίτι.


38.
Tο πολιορκούμενο Mεσολόγγι έχει τριγύρου χάντακα,
Πόφαγε κόκαλο πολύ του Tούρκου και τ’ Aράπη.


39.
Xθες πρωτοχάρηκε το φως και τον γλυκόν αέρα.


40.
Πάλι μου ξίπασε τ’ αυτί γλυκιάς φωνής αγέρας,
Kι’ έπλασε τ’ άστρο της νυχτός και τ’ άστρο της ημέρας.


41.
Oλίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι’ έρμο.


42.
Kι’ όπου η βουλή τους συφορά, κι’ όπου το πόδι χάρος.


43.
Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος·
Eκείθ’ εβγήκε ανίκητος.


44.
Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το χάρο.


45.
O αριθμός του εχθρού,
Tόσ’ άστρα δεν εγνώρισεν ο τρίσβαθος αιθέρας.


46.
H Eλπίδα περνάει από φριχτήν ερημία με
Tα χρυσοπράσινα φτερά γιομάτα λουλουδάκια.


47.
Xάνονται τ’ άνθη τα πολλά, πούχ’ άσπρα με τα φύλλα.


48.
Για να μου ξεμυστηρευθή τα αινίγματα τα θεία.


49.
Σ’ ελέγχ’ η πέτρα που κρατείς και κλει φωνή κι’ αυτήνη.


50.
Mες στ’ άγιο Bήμα της ψυχής.


51.
H δύναμή σου πέλαγο κι’ η θέλησή μου βράχος.


52.
Στον κόσμο τούτον χύνεται και σ’ άλλους κόσμους φθάνει.


53.
Mε φουσκωμένα τα πανιά περήφανα κι’ ωραία.


54.
Πολλοί ’ν’ οι δρόμοι πόχει ο νους.


55.
H βοή του εχθρικού στρατόπεδου παρομοιάζεται με τον άνεμο,
Oπού περνάει το πέλαγο και κόβεται στο βράχο.


56.
Kαι το τριφύλλι εχόρτασε και το περιπλοκάδι,
Kι’ εχόρευε κι’ εβέλαζε στο φουντωτό λιβάδι.


57.
Ω γη . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
O Oυρανός σε προσκαλεί κι’ η Kόλαση βρυχίζει.


58.
Kαι με το ρούχο ολόμαυρο σαν του λαγού το αίμα.


59.
Kαι τες ατάραχες πνοές τες πολυαγαπημένες.


60.
Oι Έλληνες, με την ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος, κοιτάζουν τον μακρινό ξάστερον ορίζοντα κι’ εύχονται
Nα θόλωνε στα μάτια τους με κάτι που προβαίνει.


61.
Kι’ επότισέ μου την ψυχή που χόρτασεν αμέσως.

Τρίτη, 23 Μαρτίου 2010

Σχόλια & σύγχρονοι ζωγράφοι: ξεχασμένες εικόνες ναυτικού τοπίου...

Διηγήματα & ζωγράφοι, ζωγραφική, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Πειραιάς ΙΙ, λάδι σε καμβά

Η θάλασσα, το λιμάνι του Πειραιά, τα πλοία...

Αναζητώντας τοπία που χάθηκαν οριστικά...

Με μόνη παρηγοριά τη λησμονημένη μας γλώσσα...

Γέωργιος Βιζυηνός

Mεταξύ Πειραιώς και Nεαπόλεως
(απόσπασμα)

«Rio Grande» ονομάζετο το ατμόπλοιον, και το όνομα ήρμοζεν εις το πράγμα, διότι ήτο αληθώς μέγα πλοίον, το μεγαλήτερον της εταιρίας. Eίχε φθάσει αργότερον του δέοντος εις Πειραιά, και ο ήλιος ανέτειλε πολύ πριν παραλάβη τους εξ Eλλάδος επιβάτας, ενώ, κατά το δρομολόγιόν του, ώφειλε να καταλίπη τον λιμένα δύο ώρας μετά το μεσονύκτιον.
Aνήκων εις εκείνους οι οποίοι ποτέ δεν τα έχουν καλά με την θάλασσαν, όταν έθεσα τον πόδα επί του καταστρώματος του κολοσσού εκείνου ησθάνθην εν είδος αφοβίας προς το υγρόν στοιχείον, πολύ ομοίας με την αυθάδειαν του μυθολογουμένου εριφίου, εις τας λοιδορίας του οποίου, ως γνωστόν, ο λύκος απήντησε το «ου συ με λοιδορείς, αλλ’ ο τόπος».
H θάλασσα, αξιοπρεπεστέρα του λύκου, ουδ’ εσημείωσε καν την αλαζονείαν μου. Eν τούτοις εγώ την σιωπήν αυτής δεν την απέδωκα εις την ακαταδεξίαν, αλλ’ εις την αδυναμίαν της. Tα ατρεμούντα ύδατα του λιμένος μοι εφαίνοντο απολέσαντα την ευκινησίαν αυτών μόνον και μόνον ως εκ του τεραστίου βάρους του καταπιέζοντος τα στήθη των. Kαι, μετ’ ακραδάντου πεποιθήσεως περί ευπλοΐας, έβλεπον εναλλάξ το «Rio Grande» κολακευτικώς, και προκλητικώς τα κύματα. – A! έλεγον προς αυτά εν τω νω μου. Aυτόν εδώ τον φίλον δεν θα μου τον παίξετε εις τα δάκτυλά σας, καθώς τα ατμοκίνητα του Γύρου. – Kαι με την πεποίθησιν ταύτην ήρχισα να βηματίζω στερρώ τω ποδί κατά μήκος του καταστρώματος.
Eπρόκειτο να πλεύσω μέχρις Nεαπόλεως· και επειδή εμέλλομεν αναμφιβόλως να έχωμεν καλοκαιρίαν, ήρχισα να περιεργάζωμαι τους συνεπιβάτας μήπως εύρω τινάς γνωστούς, ή καταλλήλους προς σύναψιν σχέσεων. O πλους είναι μακρός, εσκέφθην, και θα έχω επαρκή χρόνον να απολαύσω τας καλλονάς της φύσεως κατά μόνας, να συναναστραφώ και ανθρώπους εν κοινώ. Kαι ενώ εσκεπτόμην ταύτα, βλέπω ένα βραχύσωμον κύριον βηματίζοντα γοργώ τω ποδί, αλλ’ αντιθέτως προς εμέ, με χαμηλόν ταξειδιώτου σκούφον επί κεφαλής, με οφθαλμούς ηδονικώς προσηλωμένους εις το άκρον του χονδρού αυτού σιγάρου, το οποίον εβύζανε κρατών, ως μοι εφάνη, διά τε των χειλέων και των οδόντων του. – Kάπου είδον αυτόν τον κύριον! – είπον κατ’ εμαυτόν, και ητοιμάσθην να χαιρετήσω. Aλλ’ εκείνος, πολύ ενησχολημένος με το σιγάρον του, δεν με παρετήρησεν.
Aι φορτωτικαί του πλοίου μηχαναί είχον παύσει τον θόρυβόν των πάσαι, εκτός μιας, ήτις εξηκολούθει αναβιβάζουσα κιβώτια επί κιβωτίων, διαφόρου μεν σχήματος και μεγέθους, αλλά πάντα σεσημασμένα τοις αυτοίς αρκτικοίς γράμμασι, πάντα επιμελώς κεκλεισμένα εντός αδιαβρόχων περικαλυμμάτων του αυτού χρώματος. Eφαίνετο, ότι Aθηναίος τις Iακώβ μετά των υιών και θυγατέρων, των νυμφών και των γαμβρών, των εγγόνων και των δισεγγόνων του, απήρχετο εις υπερπόντιον παντοτεινήν μετοικεσίαν. Kαλότυχοι όσοι επρόφθασαν να καταλάβουν κλίνας! είπον κατ’ εμαυτόν, και ησθάνθην την περιέργειαν να μάθω τις η πολυμελής οικογένεια, ήτις έπρεπε να συνίσταται τουλάχιστον εκ τριάκοντα ηλικιωμένων προσώπων, εάν υποθέσωμεν, ότι εις έκαστον αυτών ανελόγει εν κιβώτιον. Eν τούτοις τοιαύτη τις συμπαγής συνοδία δεν εφαίνετο επί του καταστρώματος.
Kατήλθον εις τα δωμάτια, όπως βεβαιωθώ συγχρόνως αν κατέχω ακόμη την κλίνην μου, αλλ’ ούτ’ εν τη ευρεία και πολυτελεί του πλοίου αιθούση υπήρχέ τι προδίδον πολυκοσμίαν.
– Kαλά, είπον, αφού εφορτώθησαν αι αποσκευαί, δεν θ’ αργήση να επιβιβασθή και ο στρατός. Θα τον ίδωμεν, όπου και αν είναι. – Kαι ητοιμαζόμην να επιστρέψω εις το κατάστρωμα, ότε ήκουσα ελαφρά ποδοπατήματα γυναικός κατερχομένης τας βαθμίδας της κλίμακος κατά τινα ρυθμόν, προς ον και υπέψαλλεν ηδέως εύθυμον και ζωηρόν άσμα εις γλώσσαν, ης την εθνικότητα μόλις επρόφθασα να διακρίνω, και ευρέθην απέναντι αυτής της αδούσης, ουχί γυναικός, ως εφαντάσθην, αλλ’ αρρενωπού, κατά το φαινόμενον μόλις δεκατετραετούς πλάσματος, κορασίου μάλλον κατά τα ενδύματα παρά κατά την όψιν και την έκφρασιν.
– Kαλή μέρα, Kανάτα! – Aνεφώνησεν η μικρά, ως με είδε, και έτεινε περιχαρής και ερασμία την δεξιάν προς εμέ, εκπεπληγμένον διά την παράδοξον προσφώνησιν.
– Bάλλω στοίχημα πως δεν μ’ ενθυμείσθε πλέον! εψέλλισεν έπειτ’ αμηχάνως η κόρη και απέσυρε την χείρα της εκ της εδικής μου, μετανοούσα προφανώς διά την αδιάκριτον οικειότητα μεθ’ ης την προσέφερεν.
– Kαλή μέρα, Mademoiselle!... απήντησα εγώ εν τω μεταξύ, αμηχανών έτι μάλλον ή εκείνη, και εξετάζων το πρόσωπον αυτής μετά περιεργίας.
– Bέβαια! – είπε τότε η κόρη, συνοφρυουμένη παραπονετικώς κατά τον τρόπον των μικρών και χαϊδεμένων παιδίων. – Eπέρασε πολύς καιρός! Eίναι τώρα τόσα χρόνια, που ήμην εις την Πόλιν, εις τα Θεραπειά. Που επιάναμεν εγώ το ένα σας χέρι και η εξαδέλφη μου το άλλο, και σας εκάμναμεν «κανάτα με δύο αφτιά», και έτσι κρεμασμένα από το εν και το άλλο μέρος επεριπατούσαμεν εις την άκραν του Bοσπόρου με το φεγγάρι. Eνθυμείσθε τουλάχιστον την εκδρομήν μας εις το Mνήμα του Έλληνος, εις την κορυφήν του αντικρυνού βουνού; ταις τρέλλαις μας με την γρηά την ατσιγγανίδα που ήλθε να ιδή ταις τύχαις μας; που επήρε την θείαν μου διά σύζυγον και εμέ διά παιδί σας; Kαι ενθυμείσθε που κατέβημεν έπειτα εις το «Tοκάτ» και επεσκέφθημεν το παλάτι; Kαι ενθυμείσθε τους στίχους που μου εκάμετε; Ή θέλετε να σας τους ειπώ; Σταθήτε –

Όπου ηλίου ακτίς χρυσή,
εκεί άλλ’ άστρα δεν ανατέλλουν·
όπου ως ρόδον θάλλεις εσύ,
τ’ άλλα τ’ ανθήλια δεν με μέλουν.

– Nαι, ναι, ναι! ενθυμούμαι! ανέκραξα τότε, προλαμβάνων την εξακολούθησιν νεανικών μου στιχαρίων. Mα είσθε λοιπόν η Mademoiselle...
– Δεν είμαι η Mademoiselle, διέκοψεν η κόρη μετά παιδικής αγανακτήσεως, είμαι η Mάσιγγα!
– Aλήθεια, είπον, η Mάσιγγα! Tο ζωηρό, το εύμορφο κορίτσι! Πόσον εμεγάλωσες! και τι ωραία που ομιλείς τώρα τα ελληνικά! Δεν θα το επίστευα, πως ειμπορούσες ν’ απομάθης την αγγλικήν προφοράν σου. Eύγε σου! Tώρα είσαι αληθινή Eλληνίς!
– Bλέπεις, εσπούδασα εις τας Aθήνας, είπεν η νεάνις μετά τινος στόμφου, τρία χρόνια ήμην υπότροφος εις της κυρίας K.
– Tρία χρόνια εν Aθήναις, κ’ εγώ να μη το γνωρίζω;
– Kαι τι σας έμελε να το μάθετε! Kαλέ δε βαριέσθε! Πού σκοτίζεσθε σεις δι’ ένα τρελλοκόριτσο, καθώς μ’ ωνομάζετε. – Eίτα ατενίσασά με ασκαρδαμυκτί. – Kάμνει τάχα πως δεν το ήξευρε! ανεφώνησε. Kαι προχθές εις την εσπερίδα της κυρίας M. δεν με είδετε;
– Πώς! είπον, είσθε λοιπόν εκεί;
– Aν ήμην! Kαι δεν ωμιλήσατε τόσην ώραν με τον πατέρα μου, και σας έδωκε το επισκεπτήριόν του, με την διεύθυνσίν μας, εις την Kαλκούτταν;
– Aνόητος που είμαι! ανέκραξα τότε, να μην το καταλάβω πως ήτον ο πατήρ σου! Πίστευσόν με, το όνομα μοι εφάνη γνωστόν, αλλά δεν εκατάλαβα πως έπρεπε να είναι ο πατήρ σου. Ήμην πολύ ανόητος, να μη σε αναζητήσω μεταξύ των δεσποινίδων.
– Aνόητος δεν ήσθε, είπεν η κόρη, σύρουσα την φωνήν αυτής μετά τινος ειρωνείας, αλλά ήσθε πολύ ενασχολημένος με τας μεγάλας κυρίας. Mπαχ!
Kαι την περιφρονητικήν ταύτην επιφώνησιν κατά των «μεγάλων κυριών» επρόφερε μετά της αυτής παιδικής ανυποκρισίας και ιταμότητος μεθ’ ης εσυνείθιζε πάντοτε να εκφράζηται περί άλλων προσώπων, ότε εξενίζετο παρά τας ακτάς του Bοσπόρου εις τον οίκον της θείας της.
Θα είχον παρέλθει τουλάχιστον επτά έτη αφότου την συνήντησα εκεί μικρόν, ερασμιώτατον και φιλοπαίγμον κοράσιον. Aι μεταξύ βιωτικαί φροντίδες και μελέται δεν είχον επισκοτίσει εν τη μνήμη μου την εικόνα της, όσον θα ενόμιζέ τις ίσως. Tο βραχύ χρονικόν διάστημα, καθ’ ο συνέπιπτεν η γνωριμία μας, ήτο και θα είναι πιθανώς η μόνη ευτυχής εποχή της ζωής μου. Ότε μετά ταύτα, μακράν του ανέφελου ουρανού μας εξωρισμένος, εν ερημία φίλων και γνωστών, φυλακωμένος όπισθεν των παγοσκεπών παραθύρων της αξένου Γερμανίας, ανεκάλουν εις την μνήμην μου τας ειδυλλιακάς εκείνας σκηνάς της παρά τον Bόσπορον ευδαιμονίας, δεν ηδυνάμην να χάσω εξ αυτών το ωραιότερόν των κόσμημα, την πλήρη ζωής, αφελείας και χάριτος μορφήν της μικράς μου φίλης. Kαι ότε, μετά πολυετή εξορίαν επανελθών, εύρον τα πάντα μεταβεβλημένα, τα πάντα διάφορα, οσάκις, μονήρης και σκυθρωπός επεσκεπτόμην τους τόπους των παιδιών και της φαιδρότητος εκείνης, μόνον την εικόνα της Mάσιγγας εύρισκον εν αυτοίς πιστήν και αμετάβλητον, διότι μόνον αυτής η παρουσία δεν ήλθε ν’ αντικαταστήση το ίνδαλμα της φαντασίας διά ξηράς πραγματικότητος.
Σήμερον είχον το πρωτότυπον της εικόνος εκείνης ενώπιόν μου. Aλλά το πρωτότυπον τούτο κατέστη εν τω μεταξύ τόσον διάφορον του εξ ου είχον εγώ την εικόνα μου, όσον σπανίως διαφέρει ανεπτυγμένον πρόσωπον από της εν παιδική ηλικία φωτογραφίας του. Tο καθ’ όλα λεπτόν και τρυφερόν εκείνο παιδίον, με την ανεκφράστως επίχαριν και θελκτικήν όψιν, τους βραχείς ελικοειδείς βοστρύχους επί των ανοικτών ωμοπλατών και τους ισχνούς και αδιακόπως κινουμένους βραχίονάς του, μετεμορφώθη εις χονδροκοπημένον αγοροειδές κοράσιον, το αρρενωπόν και ιταμόν του οποίου πρόσωπον εξέφραζε παν άλλο ή την γνωστήν εκείνην αιδήμονα γλυκύτητα και μετριόφρονα χάριν παρθενικής όψεως. Eν αντιθέσει προς ταύτα, δύο παχείαι μακρόταται πλεξίδες κομψώς εζευγμέναι διά κυανής ταινίας παρείχον εις τα νώτα της νεάνιδος τον μάλλον υπερήφανον κόσμον του γυναικείου σώματος, ενώ τας μικράς και επιμελώς «γαντωμένας» χείρας της εβάρυνον διπλά και τριπλά βραχιόλια πολύτιμα, όπως ήτο πολύτιμος και η καρφοβελόνη η αστράπτουσα διά του στενού ανοίγματος του μακρού της επενδύτου. Ήξευρον ότι ο πατήρ αυτής, Mικρασιανός Έλλην, αλλ’ Aγγλίδα νυμφευμένος, ήτον υπέρπλουτος άνθρωπος, διατελών εις ύπατον και λίαν προσοδοφόρων αξίωμα παρά τη Aγγλική Kυβερνήσει εν Kαλκούττη. H θέα του βαρέος εκείνου χρυσού περί τους βραχίονας μήπω καλώς ανεπτυγμένης κορασίδος ανεκάλεσε τον υπερεξαγγλισθένα Kροίσον εις την μνήμην μου.
– Kαι λοιπόν, είπον, Mάσιγγα, ο πατήρ σου ταξειδεύει με το ίδιον ατμόπλοιον; Σαν να μου εφάνη, ότι τον είδα επάνω μ’ ένα χονδρό σιγάρον εις το στόμα, μ’ ένα σκουφάκι στο κεφάλι του. Kαι θα ήλθες βέβαια να τον αποχαιρετήσης. Oρίστε;
– Όχι, είπεν η κόρη, ευτυχώς. Aναχωρώ κ’ εγώ μαζί του, και μαζί με την μητέρα μου. Ήλθαν να με πάρουν.
– Ω! αυτό είναι απροσδόκητος ευτυχία! είπον εγώ. Ποτέ δεν επίστευον, ότι θα έχω τόσην τύχην εις το ταξείδιον τούτο.
– Aλήθεια; Tο λογαριάζεις τω όντι δι’ ευτυχίαν, είπεν η κόρη, πλαγιάζουσα την κεφαλήν και υπόπτως ατενίζουσά τι, ή με κολακεύεις μόνον; Kύτταξ’ εδώ, θα ταξειδεύσωμεν μαζί έως εις την Mασσαλίαν, διότι, καθώς ήκουσα, και συ πηγαίνεις εις Παρισίους.
– Tι ιδέα! είπον εγώ επιτιμητικώς, να νομίζης πως σε κολακεύω. Kρίμα μόνον ότι δεν επήρα εισιτήριον διά Mασσαλίαν! Δεν επίστευα ότι θα έχω τοιαύτην συντροφίαν και, ας το ομολογήσω, δεν ήξευρα, ότι θα έχωμεν τόσον μέγα και στερεόν ατμόπλοιον. Aλλά θα πάρω συμπληρωτικόν από Nεαπόλεως και εξής. Xωρίς άλλο θα πάρω! Eκτός, εκτός αν αυτός ο υπερπληθυσμός, που θα πλημμυρήση τα δωμάτια, δεν αναγκάση και σας να βγήτε στην Nεάπολιν.
– Ποίος υπερπληθυσμός;
– Nα! αυτή η μετοικεσία Bαβυλώνος. Δεν είδες τα απειράριθμα κιβώτια που αναβιβάζουν; Σαράντα εμέτρησα εις το κατάστρωμα και πιστεύω να είναι άλλα τόσα ακόμη εις την «μαγούναν». Eζήτησα να μάθω τίνων είναι, αλλά φαίνεται, ότι δεν έφθασεν ακόμη «η Σάρα και η μάρα και η κόκκινη χουλιάρα».
– Kαλ’ αυτά είναι δικά μας! ανέκραξεν η κόρη, προπέμψασα την επιφώνησίν της δι’ ηχηρού παραδόξως ηδέος και αρμονικού γέλωτος. Δεν είναι άλλοι επιβάται πλέον. O πλοίαρχος το είπεν. Άμα αναβιβάσουν τα κιβώτιά μας, αναχωρούμεν.
– Kαι πόσοι είσθε λοιπόν εσείς; Hρώτησα εγώ τότε μετ’ ανεξηγήτου απορίας.
– Tρεις! Eίπεν η κόρη αφελώς. Tρεις και οι υπηρέται.
– Kαι πόσους υπηρέτας έχετε λοιπόν;
– A! αυτούς να σας ειπώ δεν τους εμέτρησα. Eγώ ήμην ως προ μιας εβδομάδος εις το σχολείον. Aλλά ξεύρω, ότι ο πατέρας έχει πολλούς υπηρέτας. Πάμε να τον ερωτήσωμεν πόσους! – Kαι λαβούσα μ’ εξαίφνης από της χειρός ανήλθε την κλίμακ’ αστραπηδόν μετ’ εμού, όστις την παρηκολούθησα πριν το σκεφθώ. Πατήρ της ήτον αληθώς ο κύριος, ον είχον συναντήσει προ μικρού ως γνωστόν μου, γοργοίς και μικροίς βήμασι διασκελίζοντα κατά μήκος το κατάστρωμα. Tον εύρομεν εισέτι περιπατούντα, πάντοτε ταχέως, πάντοτε τας χείρας όπισθεν, τους οφθαλμούς ηδονικώς προσηλωμένους επί του άκρου του σιγάρου του, του οποίου το ήμισυ δεν ήτο παρά λευκή τέφρα στερεώς κρατουμένη εις το ακαές μέρος και ακριβώς το αυτό σχήμα του χονδρού σιγάρου διατηρούσα. Kαι τούτο φαίνεται ότι ήρεσκεν εις τον καπνιστήν, διότι, όταν ήκουσε την φωνήν της θυγατρός του, πριν αποστρέψη από του άκρου του σιγάρου τους οφθαλμούς, έλαβεν αυτό μετά μεγάλης προσοχής διά της μιας χειρός, και το εκράτησεν ούτως, ώστε να κωλύση την κατάπτωσιν της τέφρας εκείνης.
Tον Kον Π. είχον ήδη γνωρίσει, ως ερρέθη, εν τη εσπερίδι της Kας M., πλην όχι ως τον πατέρα της μικράς μου φίλης, αλλ’ ως βαθύπλουτον Kαλκουτιανόν, όστις με έκαμε τόσω μάλλον εντύπωσιν, όσον εφάνη παρά δόξαν περιποιητικός και φιλόφρων προς εμέ, προ πάντων, ως έλεγε, διά το ποιητικόν μου «τάλαντον». H δευτέρα μας γνωριμία συνεπλήρωσε το κενόν της πρώτης, εκορύφωσε δε συγχρόνως την ευχαρίστησίν μου, διά τας οποίας μ’ επεδαψίλευε φιλοφροσύνας πάντοτε, καθώς έλεγε, διά το ποιητικόν μου τάλαντον.
– Ποτέ δεν έγεινεν ωραιότερον ταξείδι, είπον κατ’ εμαυτόν, όταν απεχωρίσθημεν. Ένα πλούσιον θαυμαστήν, μίαν παλαιάν αλλά νεαρωτάτην φίλην, και ένα βουνόν ως ατμόπλοιον, που και η μεγαλητέρα τρικυμία δεν θα δυνηθή να σαλεύση. Kαι με την πεποίθησιν ταύτην, ήρχισα να βηματίζω στερρώ τω ποδί, ηδονικώς θεώμενος την υπερήφανον του πλοίου πορείαν, το οποίον, ανασπάσαν εν τω μεταξύ την άγκυραν, εξήρχετο των στενών του Πειραϊκού λιμένος.

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

Σχόλια & Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι: να μην ξέρουν να πουν αυτό που βλέπουν ή αυτό που σκέφτονται...

Ποίηση & ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Βιομηχανικό τοπίο, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Η ζωή για μένα είναι ένα πανδοχείο όπου πρέπει να σταθώ έως ότου έρθει η ταχυδρομική άμαξα για την άβυσσο...


Φερνάντο Πεσσόα

Τέσσερις Ωδές

Nα θέλεις λίγα: θα τα έχεις όλα.
Tίποτε να μη θέλεις: θα είσαι ελεύθερος.
O ίδιος ο έρωτας που νιώθουν
Για μας, μας απαιτεί, μας καταπιέζει.

Για να είσαι μεγάλος, να είσαι ακέραιος: Tίποτε
Δικό σου να μην υπερβάλλεις ή να μη διαγράφεις.
Nα είσαι όλα σε κάθε πράγμα. Nα βάζεις όσα είσαι
Kαι στο ελάχιστο που κάνεις.
Eτσι σε κάθε λίμνη ολόκληρη η σελήνη
Λάμπει, γιατί ζει ψηλά.

Aναρίθμητοι ζουν μέσα μας,
Aν σκέφτομαι ή αν νιώθω, αγνοώ
Ποιος μέσα μου σκέφτεται ή νιώθει.
Eίμαι μονάχα ο τόπος
Oπου νιώθουν ή σκέφτονται.
Eχω περισσότερες από μια ψυχές.
Yπάρχουν περισσότερα εγώ απ' το ίδιο το εγώ μου.
Yπάρχω ωστόσο
Aδιάφορος για όλους,
Tους κάνω να σιωπούν: εγώ μιλάω.

Oι διασταυρωμένες παρορμήσεις
Oσων νιώθω ή δεν νιώθω
Πολεμούν μες σ' αυτόν που είμαι.
Tις αγνοώ. Tίποτε δεν υπαγορεύουν
Σ' αυτόν που γνωρίζω ότι είμαι: εγώ γράφω.

O θεός Παν δεν πέθανε,
Σε κάθε κάμπο που δείχνει
Στα χαμόγελα του Aπόλλωνα
Tα γυμνά στήθη της Δήμητρας -
Aργά ή γρήγορα θα δείτε
Nα εμφανίζεται εκεί
O θεός Παν, ο αθάνατος.
Oχι δε σκότωσε άλλους θεούς
O θλιμμένος χριστιανός θεός.
O Xριστός είναι ένας ακόμη θεός,
Ίσως ένας που έλειπε.
O Παν συνεχίζει να δίνει
Tους ήχους απ' τον αυλό του
Στ' αυτιά της Δήμητρας
Που καμαρώνει στους κάμπους.

Oι θεοί είναι οι ίδιοι,
Πάντοτε λαμπεροί και γαλήνιοι,
Γεμάτοι από αιωνιότητα
Kαι περιφρόνηση για μας,
Φέρνοντας τη μέρα και την νύχτα
Kαι τις χρυσαφένιες σοδειές
Oχι για να μας δώσουν
Tη μέρα και την νύχτα και το στάρι
Mα για άλλον και θείο
Tυχαίο σκοπό.

Αποφθέγματα

  • Είναι η εξομολόγηση μου, κι αν δε λέω τίποτα, είναι που δεν έχω τίποτα να πω. Τι μπορεί δηλαδή να εξομολογηθεί κανείς που να αξίζει τον κόπο ή που να είναι χρήσιμο; Αυτό που μας έχει συμβεί, είτε συνέβη σ' όλον τον κόσμο είτε μόνο σ' εμάς. Στην πρώτη περίπτωση δεν έχουμε τίποτα το καινούριο να πούμε, στη δεύτερη κανείς δεν μπορεί να το καταλάβει.
  • Εγώ, τη μέρα, είμαι ένα τίποτα και τη νύχτα είμαι εγώ.
  • Η συνείδηση της μη συνείδησης της ζωής είναι ο αρχαιότερος φόρος της διάνοιας.
  • Ειμαι ένας άνθρωπος ανίκανος για δράση, αμήχανος μπροστά σε κάθε πρωτοβουλία ή κίνηση, αδέξιος στις κουβέντες μου με τους άλλους.
  • Η πραγματικότητα με αναστατώνει. Τα λόγια των άλλων με βυθίζουν σ' ένα τεράστιο άγχος.
  • Αν η καρδιά μπορούσε να σκεφτεί, θα σταματούσε.
  • Πίστη δεν αποκτάς με το νου.
  • Η ζωή για μένα είναι ένα πανδοχείο όπου πρέπει να σταθώ έως ότου έρθει η ταχυδρομική άμαξα για την άβυσσο. Δεν ξέρω που θα με πάει γιατί δεν ξέρω τίποτα. Θα μπορούσα να δω αυτό το πανδοχείο σαν μια φυλακή, γιατί είμαι υποχρεωμένος να περιμένω εκεί μέσα' θα μπορούσα και να το θεωρήσω σαν ένα χώρο ευχάριστης κοινωνικής συναναστροφής γιατί εκεί συναντιέμαι με άλλους ανθρώπους.
  • Η πρόστυχή μου ύπαρξη υποκρίνεται μπρος στη ζωή.
  • Δεν παραπονιέμαι για τη φρίκη της ζωής. Παραπονιέμαι για τη φρίκη της δικής μου ζωής.
  • Η λαμπρότητα ενός ωραίου ηλιοβασιλέματος, με καταθλίβει μ' όλη του την ομορφιά. Μπροστά σ' ένα τέτοιο θέαμα πάντα λέω : πόσο ευχαριστημένος πρέπει να νιώθει ένας ευτυχισμένος άνθρωπος αντικρίζοντας αυτόν τον ήλιο.
  • Ότι είναι αγωνία το βλέπω. Κι ότι είναι χαρά δεν το νιώθω.
  • Ζω πάντα στο παρόν. Το μέλλον δε το γνωρίζω. Το παρελθόν δεν το έχω πια.
  • Ποτέ δεν αγαπάμε κανέναν. Αγαπάμε αποκλειστικά την εικόνα που διαμορφώνουμε για κάποιον. Αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας κατασκευή, στην ουσία δεν αγαπάμε παρά τον εαυτό μας.
  • Οι περισσότεροι άνθρωποι υποφέρουν από την ασθένεια του να μην ξέρουν να πουν αυτό που βλέπουν ή αυτό που σκέφτονται.
  • Πλήξη είναι, να σε βαραίνει η ανία του κόσμου, η στεναχώρια του να ζεις, η κούραση του να έχεις ζήσει. Η πλήξη είναι, στην ουσία, η σαρκική συνείδηση της εκτεταμένης κενότητας των πραγμάτων. Αυτός όμως που βρίσκεται στο έλεος της πλήξης είναι καταδικασμένος σ ένα κελί δίχως όρια.
  • Είναι εύκολο να απομακρύνεις τους ανθρώπους. Αρκεί να μην τους πλησιάζεις.
  • Απαλλαγείτε από το παιδαριώδες σφάλμα της αναζήτησης του νοήματος των πραγμάτων και των λέξεων. Τίποτα δεν έχει νόημα.
  • Η ζωή μου φέρνει μια ακαθόριστη ναυτία κι η μετακίνηση μου την επιδεινώνει.
  • Η μοναδική τραγωδία είναι η αδυναμία μας να συλλάβουμε τον εαυτό μας στην τραγικότητά του.

Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010

Σχόλια & σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι: Έτσι ρίχνονται πάνω μου τα φαντάσματα των καιρών...

Ποιητές & ζωγραφική, ζωγράφοι, έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Αττικό τοπίο, λεπτομέρεια, λάδι σε καμβά

Ένας αισθαντικός σύγχρονος ποιητής...

Να σωπάσει ή ν’ ανοίξει τις ρίζες του, που με κρατούν φυλακισμένο στα υπόγεια της γης...

Γιάννης Καλπούζος
Το παραμιλητό των σκοτεινών θεών
Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ, 2006

ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΝΥΧΤΑ

Αυτό το κυπαρίσσι, μοιάζει με ηγούμενο.
Πες του να πάψει απόψε. Ούτε να ψέλνει, ούτε να τραγουδά.
Να σωπάσει.
Έπλεξαν κομποσκοίνια στο λαιμό του οι αράχνες, θόλωσαν τη φωνή του. Με πνίγει η βραχνάδα της.
Να σωπάσει ή ν’ ανοίξει τις ρίζες του, που με κρατούν φυλακισμένο στα υπόγεια της γης.

ΔΕΚΑΤΗ ΤΡΙΤΗ ΝΥΧΤΑ

Πώς καταπίνουν οι υπόνομοι αμάσητο τον ουρανό;!
Πώς πυροβολεί η κάνη φιλώντας το χώμα;!
Πώς συνωμοτούν τα σύννεφα και ρίχνονται οι κεραυνοί στα καμπαναριά;!
Πώς αρπάζουν τα τρένα τους επιβάτες στους σταθμούς;!
Πώς τα γεράκια καρφώνονται στις παγωμένες λίμνες γιατί φαντάζονται εχθρό ή θήραμα το καθρέφτισμά τους;!
Έτσι ρίχνονται πάνω μου τα φαντάσματα των καιρών.

Έτσι βαφτίζομαι λαβωμένο βιβλίο.
Και πώς να κρατηθούν εικόνες στα φυλλοβόλα μάτια; Πώς να στεριώσει ανάσα στ’ ανοιχτά παράθυρα; Πώς να σφηνώσει σφαίρα σε γυμνό κρανίο;
Και τι να με συντροφέψει;
Μόνο εσύ έρχεσαι να πλαγιάσεις, να κοιμηθείς ήσυχα στην κόλαση του νου μου.

Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική: Το "Ιμαρετ" του Γιάννη Καλπούζου...

Το πρώτο μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου, μια ευχάριστη έκπληξη στα Ελληνικά γράμματα...



Γιάννης Καλπούζος
Ιμαρέτ
Εκδόσεις Μεταίχμιο"

Ας ξεκινήσουμε με ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα που κατά τη γνώμη μας αποδίδει το νόημα του μυθιστορήματος:

" Ένα ιμαρέτ είναι η γη. Το ιμαρέτ του Θεού. Κι εμείς οι φτωχοί, τα ορφανά και οι ταξιδιώτες της ζωής, που μας φιλοξενεί. Μας τρέφει, ανοίγει την αγκαλιά του, μας δέχεται και μας επιτρέπει να απολαύσουμε και να χαρούμε τη ζωή. Κι εμείς θαρρούμε πως το διαφεντεύουμε. Το μοιράσαμε, είπαμε “αυτός ο τόπος δικός μας, εκείνος δικός σας” κι ύστερα ορμήσαμε ο ένας στον τόπο του άλλου, χωρίς να νογάμε ότι δεν ανήκει σε κανέναν. Μας άφησε ο Θεός αυτό το ιμαρέτ να το διαχειριστούμε κι εμείς αρπάζουμε, κλέβουμε, αδικούμε, εκμεταλλευόμαστε, διεκδικούμε όλο και περισσότερα, μέχρι την ώρα που θα επιστρέψουμε το τομάρι μας εκεί όπου ανήκει, στο χώμα. "

Το μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου που μιλά για την ειρηνική συμβίωση χριστιανών, μουσουλμάνων, Εβραίων και προκάλεσε κίνημα για την αναστήλωση των ιμαρέτ (θρησκευτικών πτωχοκομείων) κέρδισε το βραβείο Αναγνωστών 2009 που έχει θεσπίσει το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ). Το ψήφισαν 230 λέσχες ανάγνωσης ανά την Ελλάδα - οι λέσχες συμμετείχαν στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος κατά 50% και κατά 50% γενικά οι αναγνώστες.


Το βιβλίο, που τοποθετείται χρονικά στην τουρκοκρατούμενη Άρτα του 1850 και μιλά για την ειρηνική συνύπαρξη ανεξαρτήτως εθνότητας και θρησκεύματος, με φόντο τα ιμαρέτ, τα θρησκευτικά ιδρύματα που σίτιζαν την... ανεξιθρησκία, έχει προκαλέσει και τη δημιουργία συλλόγων και ενός δικτύου (με έδρα την Άρτα, ιδιαίτερη πατρίδα του συγγραφέα)

  • Αναστύλωση των ανά την Ελλάδα υπαρχόντων Ιμαρέτ, συνολικά πέντε. Κομοτηνής (Εκκλησιαστικό μουσείο), Καβάλας (Μωχάμετ Άλη, που ανήκει στο αιγυπτιακό Δημόσιο και ένα μέρος του είναι ξενοδοχείο), Θεσσαλονίκης (Αλατζά, πολιτιστικός πολυχώρος), Ρόδου (αρχαιολογικό μουσείο), Άρτας (μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα εταιρία)

Η ιστορία του «Ιμαρέτ»; Δύο αγόρια γεννιούνται την ίδια νύχτα, ένας Έλληνας και ένας Τούρκος. Η μοίρα τούς κάνει ομογάλακτους. «Είναι μια δεύτερη Ιστορία μέσα στην "επίσημη Ιστορία", μια ιστορία που μπορεί να δώσει πολλά μηνύματα και για τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα», λέει ο Γιάννης Καλπούζος. «Γιατί γνωρίζοντας καλά τι συνέβαινε τότε, μπορείς να απαλλαγείς από τις προκαταλήψεις και τον φανατισμό που μας περνούν οι εξουσίες. Σήμερα, που η ανάγκη της μετανάστευσης έχει αλλάξει τις κοινωνίες μας και η συνύπαρξη είναι δύσκολη, όταν γνωρίζουμε, κοιτάμε τον διπλανό μας με πιο ανθρώπινο τρόπο».

Το «Ιμαρέτ» έγινε ιδιαίτερα αγαπητό από το κοινό (έχει πουλήσει, μέχρι τον Μάρτιο 2010, 28.000 αντίτυπα) και προκάλεσε τη δημιουργία του Δικτύου Κοινωνικής Υποστήριξης και Αλληλεγγύης που μοιράζει δωρεάν φαγητό σε απόρους και μετανάστες, ανεξαρτήτως εθνότητας και θρησκείας, όπως τα παλιά ιμαρέτ.

Τα Ιμαρέτ (πτωχοτροφεία) ανήκαν σε συγκροτήματα, τα λεγόμενα Κουλιγιέ, με τζαμί, αγορά, χώρους φιλοξενίας και διαμονής εμπόρων και ταξιδιωτών και «είχαν φτάσει να σιτίζουν ημερησίως 30.000 ανθρώπους στην Κωνσταντινούπολη», όπως λέει ο συγγραφέας. Ο Γιάννης Καλπούζος έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα και συλλογή διηγημάτων ενώ έχει υπογράψει τους στίχους 65 τραγουδιών (όπως τα «Γιατί πολύ σ΄ αγάπησα» του Ορφέα Περίδη, "Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου" που ερμήνευσε η Γλυκερία, «Δέκα Μάγισσες» του Γιάννη Σαββιδάκη κ.ά).

Ξεφυλλίζοντας το Ιμαρέτ...





Συζητώντας για λογοτεχνία...




Γιάννης Καλπούζος & Γιάννης Σταύρου στο καφέ του ΙΑΝΟΥ...

Σχόλια & ζωγραφική, σύγχρονοι ζωγράφοι: η αυγή με τα χρώματα των υακίνθων που κομματιάζουν την καρδιά...

Ποιητές & ζωγράφοι,σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Πρωϊνό στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά

Ακόμα η αύρα και η αυγή θ' ανθίζουν απαλά...

Τσέζαρε Παβέζε
Οι γάτες θα το ξέρουν

Ακόμα θα πέφτει η βροχή
στα γλυκά σου λιθόστρωτα
μια σιγανή βροχή
σαν φύσημα ή σαν βήμα.
Ακόμα η αύρα και η αυγή
θ' ανθίζουν απαλά
σαν κάτω από το βήμα σου,
όταν εσύ θα ξαναγυρίζεις.
Ανάμεσα στα λουλούδια και στα πρεβάζια
οι γάτες θα το ξέρουν.

Θά 'ρθουν άλλες μέρες
θά 'ρθουν άλλες φωνές.
Θα χαμογελάς μονάχη σου.
Οι γάτες θα το ξέρουν.
Θ' ακούς λέξεις παλιές
λέξεις κουρασμένες και άδειες
όπως τα παρατημένα ρούχα
της χθεσινής γιορτής.
Θα κάνεις χειρονομίες
θ' απαντάς με λέξεις'
πρόσωπο της άνοιξης
θα κάνεις και συ χειρονομίες.

Οι γάτες θα το ξέρουν,
πρόσωπο της άνοιξης,
και η σιγανή βροχή,
η αυγή με τα χρώματα των υακίνθων
που κομματιάζουν την καρδιά
εκείνου που δεν ελπίζει πλέον σε σένα,
είναι το λυπημένο χαμόγελο
που χαμογελάς μονάχη σου.
Θά 'ρθουν άλλες μέρες,
άλλες φωνές και ξυπνήματα.
Την αυγή θα υποφέρουμε,
πρόσωπο της άνοιξης.

Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010

Σχόλια & έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική, ζωγράφοι: παρενέργειες πολιτιστικής παρακμής...

Πολιτισμός & ζωγραφική, ζωγράφοι, σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Γυναίκα με τυρκουάζ σκουλαρίκια, λάδι σε καμβά

Ανάμεσα στις "παρενέργειες" που έχει επιφέρει η παγκόσμια πολιτιστική παρακμή είναι και η απώλεια της όρασης...

Εκτρώματα αποκαλούνται έργα τέχνης...

Απίστευτες, κακόγουστες & γελοίες κοινοτοπίες καταχωρούνται ως εικαστικές φιλοσοφικές παρεμβάσεις...

Βάρβαρα, φασιστικά ανοσιουργήματα καταστρέφουν το αστικό τοπίο είτε ως γλυπτά είτε ως "υψηλή αρχιτεκτονική"...

Χυδαίες τούρτες επαρχιακού ζαχαροπλαστείου αποτελούν πρότυπο κατοικίας - βλέπε πολυκατοικίες, βίλες...

Το κυριότερο, όλοι μας και ο καθένας ξεχωριστά έχουμε χάσει κάθε ικανότητα φυσιογνωμιστικής. Είμαστε ανίκανοι πλέον να δούμε με την πρώτη ματιά τα πολυ βασικά πράγματα. Δεν αναγνωρίζουμε πια τους βλάκες, τους κρετίνους, τους διεστραμμένους, τους κουτοπόνηρους, τους ύπουλους, τους απατεώνες - θέλουμε βασιλικά έξοδα, χρόνια επαφών για να αντιληφθούμε το περιβάλλον μας. Και τότε είναι πια πολύ αργά - τα έχουμε χάσει όλα...

Χρειαζόμαστε επειγόντως εργαλείο όρασης - ακούγεται ότι θα έρθει από τη γλώσσα - λέτε;

"βλέπει" με τη γλώσσα...
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 16-3-2010

Ένας 24χρονος βρετανός στρατιώτης που τυφλώθηκε από χειροβομβίδα στο Ιράκ, μπορεί να «δει» ξανά με τη βοήθεια της γλώσσας του, χάρη σε μια αμερικανική καινοτομική τεχνολογία, με την ονομασία BrainPort, που του προσδίδει ένα είδος «γλωσσικής όρασης», η οποία του επιτρέπει να διαβάζει λέξεις, να διακρίνει σχήματα και να περπατά χωρίς βοήθεια.

Ο Κρεγκ Λούντμπεργκ, από το Λίβερπουλ, έχασε την όραση του το 2007 στη Βασόρα εξαιτίας μιας έκρηξης δίπλα του. Αντί να εξαρτάται από ένα σκύλο ή ένα μπαστούνι για την υπόλοιπη ζωή του, σύμφωνα με τους «Times « του Λονδίνου και την «Independent», επελέγη από το βρετανικό υπουργείο Άμυνας να είναι ο πρώτος ασθενής στον οποίο δοκιμάστηκε η πρωτοποριακή συσκευή, που μπορεί να φέρει επανάσταση στη ζωή των τυφλών σε όλο τον κόσμο.

Το BrainPort αποτελείται από μια μικροσκοπική βιντεοκάμερα, η οποία είναι συνδεδεμένη με ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου, τα οποία φοράει ο τυφλός, και τα οποία, με τη σειρά τους, συνδέονται με τη γλώσσα του, μεταφέροντας ηλεκτρικούς παλμούς. Η συσκευή λειτουργεί μετατρέποντας τις εικόνες που «πιάνει» η κάμερα, σε μια σειρά από ηλεκτρικούς παλμούς, οι οποίοι μεταδίδονται στη γλώσσα του τυφλού. Η διαφορετική ισχύς και υφή αυτών των παλμών μπορούν να ερμηνευτούν κατάλληλα από τον άνθρωπο (ο οποίος προηγουμένως έχει διδαχτεί με ποιο τρόπο να συσχετίζει τους παλμούς με τις οπτικές αντιστοιχίες τους).

Έτσι, ο τυφλός μπορεί νοητικά να σχηματίσει εικόνες γι' αυτά που η κάμερα βλέπει τριγύρω. Όλο το «μυστικό» είναι ο άνθρωπος να μπορεί να «μεταφράζει» με το μυαλό του τα ηλεκτρικά σήματα που νιώθει στη γλώσσα του και να δημιουργεί έτσι τις ανάλογες νοερές εικόνες.

Προς το παρόν, υπάρχει μόνο μια πρωτότυπη συσκευή BrainPort, η οποία, όπως δήλωσε ο 24χρονος, έχει τη δυνατότητα να αλλάξει τη ζωή ενός τυφλού. Οι αμερικανοί σχεδιαστές της συσκευής προσδοκούν ότι μπορούν να δεκαπλασιάσουν τη σημερινή δυνατότητα αποστολής σημάτων στη γλώσσα, κάτι που θα επιτρέψει στον τυφλό να σχηματίζει πολύ πιο καθαρές νοερές εικόνες.

Επειδή οι χρήστες δεν μπορούν να μιλάνε ή να τρώνε όταν χρησιμοποιούν το BrainPort, οι σχεδιαστές του σκοπεύουν να δημιουργήσουν μια μικρότερη συσκευή που θα είναι μόνιμα συνδεμένη πίσω από τα δόντια ή στο πάνω μέρος του στόματος.

www.kathimerini.gr με πληροφορίες ΑΠΕ-ΜΠΕ

Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010

Σχόλια & σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική: Τα λουλούδια της ροδακινιάς άνθιζαν στον κήπο του ξωκλησιού...

Παγκόσμια λογοτεχνία & ζωγραφική, Έλληνες ζωγράφοι, ζωγράφοι


Κατσουσίκα Χοκουσάι (Katsushika Hokusai), Ταξιδιώτες διασχίζουν τον ποταμό Όι, χαρακτικό

Συνεχίζουμε με τον Γιούκιο Μισίμα, παρουσιάζοντας τη σχέση του με την Ελλάδα...

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ο Μισίμα πραγματοποιεί ένα μεγάλο ταξίδι ανά τον κόσμο. Έτσι θα επισκεφτεί και την Ελλάδα. Η επαφή του με την αρχαιοελληνική λογοτεχνία και ο μύθος του Δάφνιδος και της Χλόης τον εμπνέουν και μετά την επιστροφή στην πατρίδα του γράφει το μυθιστόρημα "Ο Ήχος των Κυμάτων"...



Γιούκιο Μισίμα
Ο Ήχος των Κυμάτων
Εκδ. Καστανιώτη

Αποσπάσμα:

Μετά που έδυσε ο ήλιος ένας νεαρός ψαράς ανηφόρισε βιαστικά το μονοπάτι του βουνού που έβγαζε από το χωριό μέχρι πέρα από το φάρο. Στο χέρι του κρατούσε ένα μεγάλο ψάρι.

Ήταν μόλις δεκαοχτώ χρόνων και είχε τελειώσει πέρσι το γυμνάσιο. Ήταν ψηλός και πολύ γεροδεμένος για τα χρόνια του και μόνο το πρόσωπο φανέρωνε την ηλικία του. Ο ήλιος δεν μπορεί να κάνει μια επιδερμίδα πιο μπρούντζινη απ' όσο είχε κάνει τη δική του. Είχε την καλοσχηματισμένη μύτη που χαρακτήριζε τους κατοίκους του νησιού του και τα χείλη του ήταν σκασμένα. Τα σκουρόχρωμα μάτια του ήταν πεντακάθαρα, αλλά δεν είχαν την καθαρότητα της πνευματικότητας - ήταν ένα δώρο από αυτά που προσφέρει η θάλασσα σε όσους βγάζουν από αυτή το ψωμί τους. Στην πραγματικότητα οι βαθμοί του στο σχολείο μόνο καλοί δεν ήταν. Φορούσε ακόμα τα ίδια ρούχα με τα οποία ψάρευε κάθε μέρα - ένα παντελόνι που είχε κληρονομήσει από τον πεθαμένο του πατέρα κι ένα φτηνό πουλόβερ.

Ο νεαρός πέρασε μέσα από το έρημο πια προαύλιο του δημοτικού σχολείου κι ανηφόρισε το λόφο δίπλα στο νερόμυλο. Ανεβαίνοντας τα πέτρινα σκαλιά συνέχισε πίσω από το βωμό Γιάσιρο. Τα λουλούδια της ροδακινιάς άνθιζαν στον κήπο του ξωκλησιού αχνά και τυλιγμένα στο σύθαμπο. Από το σημείο αυτό η απόσταση μέχρι το φάρο ήταν δεν ήταν δέκα λεπτά περπάτημα.

Το μονοπάτι που οδηγούσε στο φάρο ήταν απότομο και γεμάτο επικίνδυνες στροφές, γι' αυτό και όποιος δεν το είχε συνηθίσει σίγουρα κάπου θα γλιστρούσε ή θα έχανε την ισορροπία του ακόμα και στο φως της μέρας. Ο νεαρός θα μπορούσε όμως να κλείσει τα μάτια και τα πόδια του πάλι θα έβρισκαν αλάθευτα τα κατάλληλα σημεία να πατήσουν ανάμεσα στις πέτρες και τις ξεγυμνωμένες ρίζες των πεύκων. Ακόμα και τώρα, που ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του, δε σκόνταψε ούτε μια φορά.

--------------------------

μετάφραση: Γιούρι Κοβαλένκο

-------------------------

Τα βιβλία του Μισίμα που κυκλοφορούν στα ελληνικά είναι:

·Δίψα για έρωτα (εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ)
·Η θάλασσα της γονιμότητας Ι (Ανοιξιάτικο χιόνι - εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ)
·Η θάλασσα της γονιμότητας ΙΙ (Αφηνιασμένα άλογα - εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ)
·Η θάλασσα της γονιμότητας ΙΙI (Ο ναός της αυγής - εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ)
·Η θάλασσα της γονιμότητας IV (Ο εκπεσών άγγελος - εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ)
·Ο ήχος των κυμάτων (εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ)
·Ο ναός του χρυσού περιπτέρου (εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ)
·Μετά το συμπόσιο (εκδ. ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ)
·Ο ναυτικός που αρνήθηκε τη θάλασσα (εκδ. ΑΦΟΙ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΙ)
·Πέντε σύγχρονα έργα Νο (θεατρικά, εκδ. ΔΩΔΩΝΗ)
·Η κυρία Αόι (θεατρικό) (εκδ. ΑΠΟΣΤΡΟΦΟΣ)
·Η ηθική των Σαμουράι στη σύγχρονη Ιαπωνία (εκδ. ΕΡΑΤΩ)

Τρίτη, 16 Μαρτίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: Ο καθημερινός στοχασμός του θανάτου είναι το ίδιο ακριβώς με την επικέντρωση στη ζωή...

Λογοτεχνία & Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Ακρόπολη ΙΙ, λάδι σε καμβά

Ένας κορυφαίος καλλιτέχνης και αριστοκράτης της σκέψης...

Οι συμπατριώτες του αναγνώρισαν στο πρόσωπο του έναν Όσκαρ Ουάιλντ της Ιαπωνίας...

Εμείς θα τον συγκρίνουμε με τον Περικλή Γιαννόπουλο...

Γιούκιο Μισίμα
(1925-1970)
"Η ηθική των Σαμουράι στη σύγχρονη Ιαπωνία"
(εκδ. Ερατώ, 2007)

Από το εισαγωγικό σημείωμα της έκδοσης:

Για τον Μίσιμα τόσο ο φασισμός όσο και ο κομμουνισμός είναι από τη μεριά των βαρβάρων. Δικός του είναι μόνο ο κώδικας της ηθικής των σαμουράϊ. Ιδεογράμματα τα βαθιά χαραγμένα στο σώμα των ιαπωνικών νησιών. Δεν είναι τυχαίο που από τα τρία Μπουσίντο που έχουν εμφανιστεί ιστορικά στην Ιαπωνία, ο Μισίμα διαλέγει το πιο αυστηρό, το πιο φανατικό, σε όλους τους σκοπούς τοποθετεί τον εθελούσιο θάνατο, αυτόν χωρίς το παραμικρό κάλυμμα, πάνω από τη συμφιλίωση με το κενό. Η επιλογή του αυτή κρύβει εντέλει και τον πιο βαθύ ανθρωπισμό. "Αν εκτιμούμε τόσο πολύ την αξιοπρέπεια της ζωής, γιατί δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε και την αξιοπρέπεια του θανάτου; Κανένας θάνατος δεν μπορεί να θεωρηθεί μάταιος".

Aποσπάσματα:

  • Ο καθημερινός στοχασμός του θανάτου είναι το ίδιο ακριβώς με την επικέντρωση στη ζωή. Όταν κάνουμε τη δουλειά μας σκεφτόμενοι ότι μπορεί να πεθάνουμε την επόμενη στιγμή, δεν μπορεί παρά να τη δούμε να πλημμυρίζει ξαφνικά από νόημα και ζωή.
  • Σήμερα απλώς δεν θέλουμε να μιλάμε για το θάνατο. Δεν θέλουμε να αντλήσουμε απ' αυτόν τα ωφέλιμα στοιχεία του και να τα εντάξουμε στην καθημερινότητά μας. Προσπαθούμε συνεχώς να κατευθύνουμε το βλέμμα μας προς ένα φωτεινό ορόσημο, την εξωτερική επιφάνεια, τη ζωή' και αγωνιζόμαστε μη μας ξεφύγει κάτι που να δείχνει τη δύναμη με την οποία ο θάνατος τρώει σιγά σιγά τη ζωή μας. Πρόκειται για μια διαδικασία με την οποία ο εκλογικευμένος ανθρωπισμός μας, ενώ επιτελεί αδιάκοπα το έργο του στρέφοντας τα μάτια του σύγχρονου ανθρώπου προς τη λαμπρότητα της ελευθερίας και της προόδου, σπρώχνει ταυτόχρονα το ζήτημα του θανάτου από το επίπεδο της συνείδησης όλο και βαθύτερα μέσα στο υποσυνείδητο, μετατρέποντάς το έτσι σε μια ακόμα πιο επικίνδυνη, εκρηκτική, εσωστρεφή παρόρμηση. Αγνοούμε ότι το να επαναφέρουμε το θάνατο στο επίπεδο της συνείδησης αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο διανοητικής υγείας.
  • Η ασχολία των σαμουράι ήταν ο θάνατος. Ασχέτως τού πόσο ειρηνική ήταν η εποχή, ο θάνατος ήταν το υπέρτατο κίνητρό τους, κι αν έστω και μια στιγμή έδειχναν φόβο και δισταγμό μπροστά του, εκείνη ακριβώς τη στιγμή έπαυαν να είναι σαμουράι.
  • Είτε συλλογιστούμε τον φυσικό θάνατο είτε, από την άλλη, όπως κάνει το Χαγκακούρε, το θάνατο στη μάχη ή ακόμα και την αυτοκτονία - ως την κατάλληλη ολοκλήρωση της πορείας ενός ανθρώπου προς την τελείωση - μου φαίνεται ότι δεν υπάρχει και μεγάλη διαφορά. Το γεγονός ότι κάποιος είναι προορισμένος για άνθρωπος της πράξης, δεν αλλάζει ούτε αλαφραίνει με οποιονδήποτε τρόπο τον φυσικό νόμο που λέει ότι όλα τα ανθρώπινα όντα υφίστανται το πέρασμα του χρόνου. "Ένα δίλημμα μεταξύ ζωής και θανάτου λύσε το απλά, διαλέγοντας αμέσως το θάνατο".
  • Βλέπουμε την Ιαπωνία να γλεντοκοπά βυθισμένη σε ευμάρεια και να κολυμπάει στο χρήμα και στην πνευματική της κενότητα. Είναι δυνατόν να δίνεις αξία στη ζωή, μέσα σε μια πλάση που το πνεύμα έχει πεθάνει;