t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

Καλή Ανάσταση



Γιάννης Σταύρου, Ύδρα, λάδι σε καμβά

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Πάσχα Ρωμέϊκο

Ο μπάρμπα-Πύπης, γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου και όλα κατακαίνουργα, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού Σταδίου. Οσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το σάλι του διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, εσυνήθιζε να κάθηται επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως μετά των φίλων, και ήτο στωμύλος και διηγείτο πολλά κ' εμειδία προς αυτούς.

Όταν εμειδία ο μπάρμπα-Πύπης, δεν εμειδίων μόνον αι γωνίαι των χειλέων, αι παρειαί και τα ούλα των οδόντων του, αλλ' εμειδίων οι ιλαροί και ήμεροι οφθαλμοί του, εμειδία στίλβουσα η σιμή και πεπλατυσμένη ρις του, ο μύσταξ του ο ευθυσμένος με λεβάνταν και ως διά κολλητού κηρού λελεπτυσμένος, και το υπογένειόν του το λευκόν και επιμελώς διατηρούμενον, και σχεδόν ο κούκος του ο στακτερός, ο λοξός κ' επικληνής προς το ους, όλα παρ' αυτώ εμειδίων.

Είχε γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα εν Κερκύρα· όλα τα περιέγραφε μετά χάριτος εις τους φίλους του. Δεν έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται δια την προτίμησιν την οποίαν είχε δείξει αείποτε διά την Κέρκυραν ο βασιλεύς, και έζησεν αρκετά διά να υπερηφανευθή επί τη εκλογή, ην έκαμε της αυτής νήσου προς διατριβήν η εφτακρατόρισσα της Αούστριας. Ενθυμείτο αμυδρώς τον Μουστοξύδιν, μα δότο, δοτίσσιμο κε ταλέντο! Είχε γνωρίσει καλώς τον Μάντζαρον, μα γαλαντουόμο! τον Κερκύρας Αθανάσιον, μα μπράβο! τον Σιορπιέρρο, κε γκράν φιλόζοφο! Το τελευταίον όνομα έδιδεν εις τον αοίδιμον Βράϊλαν, διά τον τίτλον ον του είχαν απονείμει, φαίνεται οι Άγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter).

Είχε γνωρίσει επίσης τον Σόλωμο (κε ποέτα!), του οποίου απεμνημόνευε και στίχους τινάς, απαγγέλων αυτούς κατά το εξής υπόδειγμα:

Ωσάν τη σπίθα κρουμμένη στη στάχτη

πού εκρουβόταν για μας λευτεριά;

Εισέ πάσα μέρη πετιέται κι' ανάφτει

και σκορπιέται σε κάθε μεριά.

Ο μπάρμπα-Πύπης έλειπεν υπέρ τα είκοσιν έτη εκ του τόπου της γεννήσεώς του. Είχε γυρίσει κόσμον κ' έκαμεν εργασίας πολλάς. Έστειλέ ποτε και εις την Παγκόσμιον έκτεσι, διότι ήτο σχεδόν αρχιτέκτων, και είχε μάλιστα και μίαν ινβεντσιόνε. Εμίσει τους πονηρούς και τους ιδιοτελείς, εξετίμα τον ανθρωπισμόν και τη τιμιότητα. Απετροπιάζετο τους φαύλους.

«Ιλ τραδιτόρε νον α κομπασσιόν» -ο απατεώνας δεν έχει λύπησι. Ενίοτε πάλι εμαλάττετο κ' εδείκνυε συγκατάβασιν εις τας ανθρωπίνας ατελείας. «Ουδ'η γης αναμάρτητος -άγκε λα τέρρα νον ε ιμπεκάμπιλε.» Και ύστερον, αφ' ου η γη δεν είναι, πώς θα είναι ο Πάπας; Όταν του παρετήρει τις ότι ο Πάπας δεν εψηφίσθη ιμπεκάμπιλε, αλλά ινφαλίμπιλε, δεν ήθελε ν' αναγνωρίσει την διαφοράν.

Δεν ήτο άμοιρος και θρησκευτικών συναισθημάτων. Τας δύο ή τρεις προσευχάς, ας είξευρεν τας είξευρεν ελληνιστί. «Τα πατερμά του είξευρε ρωμέϊκα». Έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος κύριος Σαβαώθ... ως ενάντιος υψίστοις» Όταν με ερώτησε δις ή τρις τι σημαίνει τούτο, το ως ενάντιος, προσεπάθησα να διορθώσω και εξηγήσω το πράγμα. Αλλά μετά δύο ή τρεις ημέρας υποτροπιάζων πάλιν έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος... ως ενάντιος υψίστοις!»

Εν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι εμίσει αδιαλλάκτως παν ό,τι εκ προκαταλήψεως εμίσει και χωρίς ν' ανέχηται αντίθετον γνώμην ή επιχείρημα. Πολιτικώς κατεφέρετο πολύ κατά των Άγγλων, θρησκευτικώς δε κατά των Δυτικών. Δεν ήθελε ν' ακούση το όνομα του Πάπα, και ήτο αμείλικτος κατήγορος του ρωμαϊκού κλήρου...

Την εσπέραν του Μεγάλου Σαββάτου του έτους 188... περί ώραν ενάτην, γερόντιόν τι ευπρεπώς ενδεδυμένον, καθόσον ηδύνατο να διακρίνη τις εις το σκότος, κατήρχετο την απ' Αθηνών είς Πειραιά άγουσαν, την αμαξιτήν. Δεν είχεν ανατείλει ακόμη η σελήνη, και ο οδοιπόρος εδίσταζε ν' αναβή υψηλότερον, ζητών δρόμον μεταξύ των χωραφίων. Εφαίνετο μη γνωρίζων καλώς τον τόπον. Ο γέρων θα ήτο ίσως πτωχός, δεν θα είχε 50 λεπτά δια να πληρώση το εισιτήριον του σιδηροδρόμου ή θα τα είχε κ' έκαμνεν οικονομίαν.

Αλλ' όχι δεν ήτο πτωχός, δεν ήτο ούτε πλούσιος, είχε διά να ζήση. Ήτο ευλαβής και είχε τάξιμο να καταβαίνη κατ' έτος το Πάσχα πεζός εις τον Πειραιά, ν' ακούη την Ανάστασιν εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και όχι εις άλλην Εκκλησίαν, να λειτουργήται εκεί, και μετά την απόλυσιν ν' αναβαίνη πάλιν πεζός εις τας Αθήνας.

Ήτο ο μπάρμπα-Πύπης, ο γηραιός φίλος μου, και κατέβαινεν εις τον Πειραιά διά ν' ακούση το Χριστός Ανέστη εις τον ναόν του του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ' ευφρανθή η ψυχή του.

Και όμως ήτο... δυτικός!

Ο μπάρμπα-Πύπης, Ιταλοκερκυραίος, απλοϊκός, Ελληνίδος μητρός. Έλλην την καρδίαν, και υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της Ελληνικής. Εκαυχάτο ότι ο πατήρ του,όστις ήτο στρατιώτης του Ναπολέοντος Α' «είχε μεταλάβει ρωμέϊκα» όταν εκινδύνευσε ν' αποθάνη, εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τινων συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Και όμως όταν, κατόπιν τούτων, φυσικώς, του έλεγε τις: «Διατί δεν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» η απάντησίς του ήτο ότι άπαξ εβαπτίσθη και ότι ευρέθη εκεί.

Φαίνεται ότι οι Πάπαι της Ρώμης με την συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον αναγνωρίσει εις τους Ρωμαιοκαθολικούς των Ιονίων νήσων τινά των εις τους Ουνίτας απονεμομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Αρκεί να προσκυνήση τις την εβδομάδα του Ποντίφηκος· τα λοιπά είναι αδιάφορα.

Ο μπάρμπα-Πύπης έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον ΄Αγιον της πατρίδος του και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Επίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον κατά των Βενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν αυτώ τω ορθοδόξω ναώ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ότε ο Άγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού, κρατών δαυλόν αναμμένον, έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές αλτάρε. Αφού ευρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ο μπάρμπα-Πύπης ποτέ δεν θα έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσου φράγκους.

Την εσπέραν λοιπόν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου ότε κατέβαινεν εις Πειραιά πεζός, κρατών εις την χείρα τη λαμπάδα του, ην έμελλε ν' ανάψη κατά την Ανάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού, εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ' ολίγον ν' αναπαυθή. Εύρεν υπήνεμον τόπον έξωθεν μιας μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά την μεσημβρινήν γωνίαν, κ' εκεί εκάθησεν επί των χόρτων, αφού επέστρωσε το εις πολλάς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Έβγαλεν από την τσέπην την σιγαροθήκην του, ήναψεν σιγαρέττον κ' εκάπνιζεν ηδονικώς.

Εκεί ακούει όπισθέν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης και, πριν προφθάση να στραφή να ίδη, ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. Ο δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης φονικού όπλου.

Εκείνην την στιγμήν είχε λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Αιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Η σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της πανσελήνου, θ' ανέτελλε μετ' ολίγα λεπτά. Εκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου, όπου εκάθητο, του κάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδε ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν τρόπον τινά ισταμένην και τείνουσαν εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει δε να ήτο τουφέκιον.

Ο μπάρμπα-Πύπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Χωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε την χείρα προς τον άγνωστον κ' έκραξεν εναγωνίως.

-Φίλος! Καλός! μη ρίχνεις...

Ο άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπισθοδρομήσεως, άλλά δεν επανέφερεν το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν.ουδέ καταβίβασε την σκανδάλην.

-Φίλος! και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν.

-Τι θέλω; επανέναβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Κάθουμαι να φουμάρο το τσιγάρο μου.

-Και δεν πας αλλού να το φουμάρης,ρε; απήντησεν αυθαδώς ο άγνωστος. Ηύρες τον τόπο, ρε, να φουμάρης το τσιγάρο σου!

-Και γιατί; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Τι σας έβλαψα;

-Δεν ξέρω 'γω απ' αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότης· εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι' άλλα πράμματα μέσα. Μόνον κόττες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού σαρκασμού. Εγελάστηκες.

Ήτο πρόδηλον ότι είχεν εκλάβει τον γηραιόν φίλον μου ως ορνιθοκλόπον, και διά να τον εκδικηθή του έλεγεν ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τάς όρνιθάς του θα εφοβήθη και ωπλίσθη με την καραβίναν του.

Ο μπάρμπα-Πύπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν.

-Συ εγελάστηκες, απήντησεν· εγώ κόττες δεν κλέφτω, ούτε λωποδύτης είμαι· εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν' ακούσω Ανάσταση στον Άγιο Σπυρίδωνα.

Ο χωρικός εκάγχασε.

-Στον Πειραιά; στον Αϊ-Σπυρίδωνα; κι' από πού έρχεσαι;

-Απ' την Αθήνα.

-Απ' την Αθήνα; και δεν έχει εκεί εκκλησίαις, ν' ακούσης Ανάσταση;

-Έχει εκκλησίαις, μα εγώ τώχω τάξιμο, απήντησεν ο μπάρμπα-Πύπης.

Ο χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν, είτα επανέλαβε.

-Να φχαριστάς, καϋμένε...

Και τότε μόνον κατεβίβασε την σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμον του.

-Να φχαριστάς καϋμένε, την ημέρα που ξημερώνει αύριον, ει δε μη, δεν τώχα για τίποτες να σε ξαπλώσω δω χάμου. Τράβα τώρα!

Ο γέρων Κερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο να απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν.

-Κάνεις άδικα και συχωρεμένος νάσαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ' ευχαριστώ ως τόσο που δε μ' ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε.., δεν κάνεις καλά να με παίρνεις για κλέφτη. Εγώ είμαι διαβάτης, κ' επήγαινα, σου λέω στον Πειραιά.

-Έλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε...

Και ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβολίου, κ' έγινεν άφαντος.

Ο γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του.

Το συμβεβηκός τούτο δεν ημπόδισε τον μπάρμπα-Πύπην να εξακολουθή κατ' έτος την ευσεβή του συνήθειαν, να καταβαίνει πεζός εις τον Πειραιά, να προσέρχηται εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και να κάμει Πάσχα ρωμέϊκο.

Εφέτος το μισοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα να τον συνοδεύσω εις την προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από πολλών ετών δεν είχα την συνήθειαν να εορτάζω εκτός του Άστεως το Άγιον Πάσχα.

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

Καλές Γιορτές - Καλύτερες Μέρες...



Ευχές για Καλά Χριστούγεννα...

Ευχές για καλύτερες μέρες...

Το υπέροχο κέιμενο του Παπαδιαμάντη ας μας προστατέψει για λίγο από την ασχήμια και τη βαρβαρότητα της εποχής - σαν ευχή, σαν ιερό ξόρκι...

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Στο Χριστό στο Κάστρο

«Τὸ Γιάννη τὸ Νυφιώτη καὶ τὸν Ἀργύρη τῆς Μυλωνοῦς τοὺς ἔκλεισε τὸ χιόνι ἀπάν᾿ στὸ Κάστρο, τ᾿ν πέρα πάντα, στὸ Στοιβωτὸ τὸν ἀνήφορο, τ᾿ ἀκούσατε;»

Οὕτως ὡμίλησεν ὁ παπα-Φραγκούλης ὁ Σακελλάριος, ἀφοῦ ἔκαμε τὴν εὐχαριστίαν τοῦ ἐξ ὀσπρίων καὶ ἐλαιῶν οἰκογενειακοῦ δείπνου, τὴν ἑσπέραν τῆς 23ης Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 186... Παρόντες ἦσαν, πλὴν τῆς παπαδιᾶς, τῶν δυὸ ἀγάμων θυγατέρων καὶ τοῦ δωδεκαετοῦς υἱοῦ, ὁ γείτονας ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός, πεντηκοντούτης, οἰκογενειάρχης, ἀναβὰς διὰ νὰ εἴπῃ μίαν καλησπέραν καὶ νὰ πιῇ μίαν ρακιά, κατὰ τὸ σύνηθες, εἰς τὸ παπαδόσπιτο· κι ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ ἡ Καναλάκαινα, μεμακρυσμένη συγγενής, ἐλθοῦσα διὰ νὰ φέρῃ τὴν προσφοράν της, χήρα ἑξηκοντούτις, εὐλαβής, πρόθυμος νὰ τρέχῃ εἰς ὅλας τὰς λειτουργίας καὶ νὰ ὑπηρετῇ δωρεὰν εἰς τοὺς ναοὺς καὶ τὰ ἐξωκκλήσια.

«Τ᾿ ἀκούσαμε κι ἡμεῖς, παπᾶ» ἀπήντησεν ὁ γείτονας ὁ Πανάγος, «ἔτσ᾿ εἴπανε».

«Τί εἴπανε; Εἶναι σίγουρο, σᾶς λέω» ἐπανέλαβεν ὁ παπα-Φραγκούλης. «Οἱ βλοημένοι, δὲ θὰ βάλουν ποτὲ γνώση. Ἐπῆγαν μὲ τέτοιον καιρὸ νὰ κατεβάσουν ξύλα, ἀπάν᾿ ἀπ᾿ τοῦ Κουρουπῆ τὰ κατσάβραχα, στὸ Στοιβωτό, ἐκεῖ ποὺ δὲν μπορεῖ γίδι νὰ πατήσῃ. Καλὰ νὰ τὰ παθαίνουν!»

«Μυαλὸ δὲν ἔχουν αὐτὸς οὑ κόσμους, θὰ πῶ» εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμώ. «Τώρα οἱ ἀθρώποι γινῆκαν ἀποκότοι».

«Νὰ εἴχανε τάχα τίποτα κ᾿μπάνια μαζί τ᾿ς;» εἶπεν ἡ παπαδιά.

«Ποιὸς τοὺ ξέρ᾿;» εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ.

«Θὰ εἴχανε, θὰ εἴχανε κουμπάνια» ὑπέλαβεν ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός. «Ἀλλοιῶς δὲ γενεται. Πήγανε μὲ τὰ ζεμπίλια τους γεμάτα. Καὶ τουφέκι θὰ εἶχαν, καὶ θηλειὲς νὰ σταίνουν γιὰ τὰ κοτσύφια. Εἶχαν πάρει κι ἁλάτι μπόλικο μαζί τους, γιὰ νὰ τ᾿ ἁλατίσουν γιὰ τὰ Χριστούγεννα».

«Τώρα, Χριστούγεννα θὰ κάμουν ἀπάν᾿ στὸ Στοιβωτὸ τάχα;» εἶπε μετ᾿ οἴκτου ἡ παπαδιά.

«Νὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τοὺς ἔφερνε βοήθεια...» ἐψιθυρισεν ὁ ἱερεύς, ὅστις ἐφαίνετο κάτι μελετῶν μέσα του.

Ἦτον ἕως πενήντα πέντε ἐτῶν ὁ ἱερεύς, μεσαιπολιος, ὑψηλός, ἀκμαῖος καὶ μὲ ἀγαθωτάτην φυσιογνωμίαν. Εἰς τὴν νεότητά του ὑπῆρξε ναυτικός, κι ἐφαίνετο διατηρῶν ἀκόμη λανθανούσας δυνάμεις, ἦτο δὲ τολμηρὸς καὶ ἀκάματος.

«Τί βοήθεια νὰ τοὺς κάμουνε;» εἶπεν ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός. «Ἀπ᾿ τὴ στεριά, ὁ τόπος δὲν πατιέται. Ἐρριξε, ἐρριξε χιόνι, κι ἀκόμα ρίχνει. Χρόνια εἶχε νὰ κάμῃ τέτοια βαρυχειμωνιά. Ὁ Ἅη-Θανασης ἐγιν᾿ ἕνα μὲ τὰ Κάμπια. Ἡ Μυγδαλιὰ δὲν ξεχωρίζει ἀπ᾿ τοῦ Κουρούπη».

Ὁ Πανάγος ὠνόμαζε τέσσαρας ἀπεχούσας ἀλλήλων κορυφὰς τῆς νήσου. Ὁ παπα-Φραγκούλης ἐπανέλαβεν ἐρωτηματικῶς:

«Κι ἀπ᾿ τὴ θάλασσα, μαστρο-Πανάγο;» «Ἀπ᾿ τὴ θάλασσα, παπά, τὰ ἴδια καὶ χειρότερα. Γραιολεβάντες δυνατός, φουρτοῦνα, κιαμέτ. Ὅλο καὶ φρεσκάρει. Ξίδι μοναχό. Ποῦ μπορεῖς νὰ ξεμυτίσης ὄξ᾿ ἀπ᾿ τὸ λιμάνι, κατὰ τ᾿ Ἀσπρόνησο!»

«Ἀπὸ σοφρᾶν τὸ ξέρω, Πανάγο, μὰ ἀπὸ σταβέτ;» Ὁ ἱερεὺς ἐπροφερεν οὕτω τοὺς ὅρους 8θρΓ3 νβηίο καὶ 8θίίθ νθπιο, ἤτοι τὸ ὑπερήνεμον καὶ ὑπήνεμον, ἐννοῶν εἰδικώτερον τὸ βορειοανατολικὸν καὶ τὸ μεσημβρινοδυτικόν.

«Ἀπὸ στχβετ, παπά, μὰ εἶναι φόβος μὴν τόνε γυρίση στὸ μαΐστρο».

«Μὰ τότε, πρέπει νὰ πέσουμε νὰ πεθάνουμε» εἶπεν ὡς ἐν συμπερασματι ὁ ἱερεύς. «Δὲν εἶναι λόγια αὐτά, Πανάγο».

«Ἔ, παπά μ᾿, ὁ καθένας τώρα ἔχει τὸ λογαριασμὸ τ᾿. Δὲν πάει ἄλλος νὰ βάλῃ τὸ κεφάλι του στὸν τρουβᾶ, κατάλαβες, γιὰ νὰ γλυτώσ᾿ ἐσένα».

Ὁ παπα-Φραγκούλης ἐστεναξεν, ὡς νὰ ὠκτειρε τὴν ἰδιοτέλειαν καὶ μικροψυχίαν, ἧς ζῶσα ἠχὼ ἐγίνετο ὁ Πανάγος.

«Καὶ τί θὰ πάθουνε, τὸ κάτω κάτω;» ἐπανελαβεν, ὡς διὰ ν᾿ ἀνάπαυση τὴν συνείδησίν του, ὁ μαραγκός. «Νά, θὰ εἶναι χωμένοι σὲ καμμία σπηλιά, τσακμάκι θά ῾χουν μαζί τους, ξύλα μπόλικα. Μακάρι νὰ μοῦ ᾿χε κι ἐμὲ ἡ Παναγαινα ἀπόψε στὴν παραστιὰ μου τὴ φωτιὰ ποὺ θεν᾿ ἔχουν αὐτοί. Γιὰ μία βδομάδα πάντα, θὰ εἴχανε κουμπάνια, καὶ δὲν εἶναι παραπαν᾿ ἀπὸ πέντε μέρες ποὺ ἀγρίεψε ὁ χειμῶνας».

«Νὰ πήγαινε τώρα κανένας νὰ λειτουργήση τὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο» ἐπανελαβεν ὁ ἱερεύς, «θὰ εἶχε διπλὸ μισθό, ποὺ θὰ τοὺς ἔφερνε κι αὐτοὺς βοήθεια. Πέρσυ ποὺ ἦταν ἐλαφροτερος ὁ χειμῶνας, δὲν πήγαμε. Φέτος ποὺ εἶναι βαρύς...»

Καὶ διεκοπη, ὡς νὰ εἶπε πολλά. Ὁ ἀγαθὸς ἱερεὺς εἰχεν ἦθος ἀνθρώπου λέγοντος οἰονει κατὰ δόσεις δ,τι εἶχε νὰ εἴπῃ. Ἐκ τῶν ὑστέρων θὰ φανῆ ὅτι εἶχε τὴν ἀπόφασίν του καὶ ὅτι ὅλα τὰ προοίμια ταῦτα ἦσαν μεμελετημενα.

«Καὶ γιατί δὲν κάνει κάλον καιρὸ ὁ Χριστός, παπά, ἂν θέλῃ νὰ πᾶνε νὰ τὸν λειτουργήσουνε στὴν ἑορτή του;» εἶπεν αὐθαδῶς ὁ μαστροΠανάγος.

Ὁ ἱερεὺς τὸν ἐκοίταξε μὲ λοξὸν βλέμμα καὶ εἰτα ἠπίως τοῦ εἶπε:

«Ἔ, Πανάγο γείτονα, δὲν ξέρουμε, βλέπω, τί λέμε... Ποῦ εἴμαστε ἡμεῖς ἱκανοὶ νὰ τὰ καταλάβουμε αὐτά! Ἄλλο τὸ γενικὸ καὶ ἄλλο τὸ μερικὸ καὶ τὸ τοπικό, Πανάγο. Ἡ βαρυχειμωνιὰ γίνεται γιὰ κάλο, καὶ γιὰ τὴν εὐφορίαν τῆς γῆς καὶ γιὰ τὴν ὑγειαν ἀκόμα. Ἀνάγκη ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει νὰ πᾶνε νὰ τὸν λειτουργήσουνε... Μὰ ὅπου εἶναι μία μερικὴ προαίρεσις καλὴ κι ἔχει κανεὶς καὶ χρέος νὰ πληρώσῃ, ἂς εἶναι καὶ τόλμη ἀκόμα, καὶ ὅπου πρόκειται νὰ βοηθήση κανεὶς ἀνθρώπους, καθὼς ἐδῶ, ἐκεῖ ὁ Θεὸς ἔρχεται βοηθός, καὶ ἐναντίον τοῦ καιροῦ, καὶ μὲ χίλια ἐμπόδια. Ἐκεῖ ὁ Θεὸς συντρέχει καὶ μὲ εὐκολίας πολλας καὶ μὲ θαῦμα ἀκόμα, τί νομίζεις, Πανάγο; Ἔπειτα, πὼς θέλεις νὰ κάμῃ ὁ Χριστὸς καλὸν καιρό, ἀφοῦ ἄλλες χρονιὲς ἔκαμε καὶ ἡμεῖς ἀπὸ ἀμέλεια δὲν πήγαμε νὰ τὸν λειτουργήσουμε;»

Ὅλοι οἱ παρόντες ἠκροασθησαν ἐν σιωπῇ τὴν σύντομον καὶ αὐτοσχέδιον ταύτην διδαχὴν τοῦ παπά. Ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ ἔσπευσε νὰ εἴπῃ:

«Ἀλήθεια, παπά μ᾿, δὲν εἶναι κάλο πρᾶμα αὐτοδά, θὰ πῶ, ν᾿ ἀφήνουν τόσα χρόνια τώρα τὸ Χριστὸ ἀλειτούργητο τὴν ἡμέρα τῆς Γέννας του... Γιὰ τοῦτο θὰ μᾶς χαλάσ᾿ κι οὑ Θεός!»

«Κι εἴχαμε κάμει κι ἕνα τάξιμο πέρυσι τὸ Δωδεκαμερο — ἀλήθεια, παπαδιά;» εἶπεν αἴφνης στραφεῖς πρὸς τὴν συμβίαν του ὁ ἱερεύς.

Ἡ παπαδιὰ τὸν ἐκοίταξεν ὡς νὰ μὴν ἐνόει.

«Ὅπου ἦταν ἄρρωστος αὐτὸς ὁ Λαμπράκης» ἐπανελαβεν ὁ ἱερεύς, δεικνύων τὸν δωδεκαετῆ υἱόν του. «Θυμᾶσαι τὸ τάμα ποὺ κάμαμε;»

Ἡ παπαδιὰ ἐσιωπα.

«Ἔταξες, ἂν γλυτώσῃ, νὰ πᾶμε ᾿σα μπροστὰ νὰ λειτουργήσουμε τὸ Χριστό, τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς του».

«Τὸ θυμοῦμαι» εἶπε σείουσα τὴν κεφαλὴν ἡ παπαδιά.

Τῷ ὄντι, ὁ μόνος υἱὸς τοῦ παπᾶ, ὁ δωδεκαετὴς Σπῦρος, ὃν αὐτὸς ἀπεκαλει εἰρωνικῶς καὶ θωπευτικως Λαμπράκην, ἕνεκα τῆς ἄκρας ἰσχνότητος καὶ ἀδυναμίας, ἐξ ἧς ἐφεγγεν οἰονεὶ τὸ προσωπάκι του, εἶχε κινδυνεύσει ν᾿ ἀποθάνῃ πέρυσι τὰς ἡμέρας τῶν Χριστουγέννων. Ἡ παπαδιά, ἥτις ἤγγιζεν ἤδη τὸ πεντηκοστὸν καὶ τὸν εἶχε μόνον καὶ ὑστερόγονον, κατόπιν τεσσάρων ἐπιζώντων κορασιῶν, ὧν αἱ δυὸ πρῶται ἦσαν ὑπανδρευμέναι ἤδη, καὶ μετὰ ὀκτὼ γέννας, ὧν αἱ δυὸ δίδυμων, καὶ πέντε θανάτους, ἡ παπαδιὰ εἶχε τάξει, ἂν ἐγλύτωνε τὸ ἀγόρι της, νὰ ὑπάγῃ τοῦ χρόνου νὰ λειτουργήσῃ τὸν Χριστόν.

Τὸ ἐνθυμεῖτο καὶ τὸ ἐσυλλογίζετο πρὸ ἡμερῶν, καὶ ἀπ᾿ ἀρχῆς τῆς ὁμιλίας τοῦ παπᾶ αὐτὸ μόνον ἐσκέπτετο. Ἀλλ᾿ ἐβλεπεν ὅτι ἐφέτος θὰ ἦτο δυσκολωτατον, φοβερόν, ἀνήκουστον τόλμημα, ἕνεκα τοῦ βαρέος χειμῶνος, καὶ ἐφρόνει ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ ἦτο συγγνώμων καὶ θὰ παρεχωρει νέαν προθεσμίαν.

Ἐν τούτοις, γνωρίζουσα τὴν συνήθη τακτικὴν τοῦ παπᾶ, ὡς καὶ τὴν ἰσχυρογνωμοσύνην του, ἀπεφασισεν ἐνδομύχως νὰ μὴ ἀντιλέξῃ. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἄλλο τί ἠρωίκωτερον καὶ εἰς πολλοὺς ἀπίστευτον ὅπου ἀποφασίσῃ νὰ ὑπάγῃ ὁ παπάς, νὰ ὑπάγῃ κι αὕτη μαζί του.

Ἦτο γυνὴ δειλοτάτη, ἀλλὰ μόνον ἐνόσῳ εὑρίσκετο μακρὰν τοῦ παπᾶ. Ὅταν ἦτο πλησίον τοῦ παπᾶ της, ἐλάμβανε θάρρος, ἡ καρδία της ἐζεσταίνετο καὶ δὲν ἐφοβεῖτο τοὺς κινδύνους. Ἐὰν τυχὸν ἀνεχώρει ὁ παπὰς χωρὶς αὐτῆς, νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ Κάστρον, ἡ καρδούλα της θὰ ἔτρεμεν ὡς τὸ πουλάκι τὸ κυνηγημένον. Ἀλλ᾿ ἐὰν τὴν ἔπαιρνε μαζί του, θὰ ἦτο ἡσυχωτάτη.

Ἡ μεγάλη κόρη, ἡ εἰκοσαέτις τὸ Μυγδαλιώ, ἐνόησεν ἀμέσως τὰ τρέχοντα, καὶ ἤρχισε, παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς μητρός της καθημένη, πλησίον τῆς ἑστίας, νὰ ὁλολύζῃ ταπεινῇ τῇ φωνῇ εἰς τὸ οὖς τῆς μητρός της:

«Ποῦ θὰ πᾶτε, θὰ πῶ; Παλαβώσατε, θὰ πῶ; Μὲ τέτοιον καιρό! νὰ πᾶτε στὸ Κάστρο; Ὤχ, καημένη... Τί νὰ γίνω;»

Ἡ νεώτερα κόρη, ἡ δεκαεξαέτις τὸ Βασώ, ἀρχίσασα καὶ αὕτη νὰ ἐννοῇ, ὑπεψιθύρισε:

«Τί λέει; Θὰ πᾶνε στὸ Κάστρο; Κι ἄρχισες τὰ κλάματα! Μουρλάθηκες; Σιώπα, θὰ μὲ πάρουν κι ἐμὲ μαζί. Θὰ μὲ πάρετε, μά;»

«Σούτ! Λ᾿φάξτε!» εἶπεν αὐστηρῶς ἡ παπαδιά. «Τί τρέχει;» εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμώ, ἀκούσασα τοὺς ψιθυρισμοὺς ἐκεῖθεν τῆς ἑστίας.

«Τίποτε, Μαλαμῶ» εἶπε μὲ αὐστηρὸν βλέμμα ὁ παπάς. «Ἡσύχασε, Πανάγο» εἶπε, στραφεῖς πρὸς τὸν γείτονα τὸν μαραγκόν, εὑρὼν εὔσχημον τρόπον νὰ τὸν ἀποπέμψη, «δὲν πᾷς, νὰ ᾿χης τὴν εὐχή, νὰ πῇς τοῦ μπαρμπα-Στεφανὴ τοῦ Μπέρκα νὰ ᾿ρθῇ ἀπὸ ᾿δω; Τόνε θέλω νὰ τ᾿ πῶ».

Ὁ Πανάγος ὁ μαραγκὸς ἠγέρθη, ὑψηλός, μεγαλόσωμος, ὀλίγον κυρτός, τινάαξας τὰ σκέλη του.

«Πηγαίνω, παπά» εἶπε. «Θέλω κι ἐγὼ νὰ πάω νὰ ἰδῶ μὴ μο᾿ ᾿χὴ τίποτα ἡ Παναγαινα γιὰ νὰ φαμ᾿ ἀπόψε».

«Πήγαινε νὰ τοῦ πῇς πρῶτα, κι ὕστερα γυρίζεις καὶ τρῶτε».

«Ἡ εὐχή σας. Καληνυχτᾷ, παπαδιά». Καὶ ἐξῆλθε.

«Τί λέει, θὰ πῶ» εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ Πανάγου, «θὰ πᾷς στὸ Κάστρο, παπά;»

«Νὰ ἰδοῦμε τί θὰ μᾶς πῇ κι ὁ μπαρμπα-Στεφανης ὁ Μπερκας».

«Ἰγω, ἐναςιμ» εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ, «ἀ᾿ θε᾿ πᾶς, ἐρχουμι».

«Κι ἰγώ» εἶπεν ἡ παπαδιά.

«Δὲν εἶναι γιὰ νὰ ᾿ρθης ἐσύ, παπαδιά» εἶπεν ὁ ἱερεύς. «Φτάνει ποὺ θὰ κακοπαθησω ἐγώ. Δὲν πρέπει νὰ λείψουμε κι οἱ δυὸ ἀπ᾿ τὸ σπίτι».

«Ἰγω τὸ ᾿καμα τοῦ τάμα» εἶπεν ἡ παπαδιά.

«Μὰ ἂν πάω ἐγώ, τὸ ἴδιο εἶναι».

«Δὲν εἶμαι ἥσυχη, ἂν δὲν εἶμαι κουντά σου, παπά μ᾿» εἶπεν ἡ παπαδιά.

«Κι ἠμας, ποὺ θὰ μᾶς ἀφήσετε!» ἔκραξε μὲ δάκρυα εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τὸ Μυγδαλιω.

«Σιωπᾷ, καημένη» εἶπε τὸ Βάσω. «Θὰ μὲ παρ᾿νὲ κι ἐμένα μαζί, σιωπᾷ!»

«Ναί, ἐσενὰ σ᾿ φαίνεται πὼς εἰσ᾿ ἀκόμα μικρή, χαδουλα μ᾿! Γιατί ἐτσ᾿ σ᾿ ἐμάθανε. Δὲ φταὶς ἐσύ!» εἶπε τὸ Μυγδαλιω, ἐκχυνουσα τὴν ἐνδόμυχον ζηλειαν τῆς ἐπὶ τὴ τύχη τῆς ἀδελφῆς της, ἥτις, ὡς μικρότερα, δὲν εἶχε κρυφθῆ ἀκόμη, ἤτοι δὲν ἀπειργετο τῆς κοινωνίας ὡς αἱ πρὸς γάμον ὥριμοι, καὶ ἀπελαυε σχετικῆς τίνος ἐλευθερίας.

Ὁ μικρὸς Λαμπράκης εἶχε πέσει ἐπὶ τὸν τράχηλον τῆς μητρός του.

«Θὰ μὲ πάρετε κι ἔμενα μαζί, μάννα;» ἐψιθυρισε περιπτυσσομενος τὸν λαιμόν της.

«Τί λές, χαδουλη μ᾿! Τί λές, πιδι μ᾿» ἀπήντησε φιλοῦσα αὐτὸν ἡ παπαδιά. «Ἐγώ, ἂν πάω, γιὰ σενα θὰ πάω, γυιὲ μ᾿, κι ἂν ἀπομείνω, γιὰ σενα θ᾿ ἀπομείνω, γυιοκα μ᾿, γιὰ νὰ μὴν κρυώσης. Ὅπως ἀποφασίση ὁ παππας σ᾿, μικρὸ μ᾿. Τώρα, σύρ᾿ νὰ πῇς τὴν προσευχή σ᾿ καὶ νὰ κάμῃς μετάνοια τ᾿ παππᾶσ᾿, νὰ πλαγιάσῃς, γιὰ νὰ μὴ μαργώνῃς, κανάρι μ᾿!» «Ναί, θὰ πᾷς, ἀμ᾿ δὲ θὰ πᾷς!» ἔκραξε τὸ Μυγδαλιώ, ἀπαντῶσα εἰς ἓν ρῆμᾳ τῆς μητρός της.

«Σιωπᾶτε! Ἀκόμα δὲν ἀποφασίσαμε τίποτε, κι ἐσηκωσατ᾿ ἐπανάσταση» εἶπεν ὁ παπάς. «Νὰ ἰδοῦμε τί θὰ μᾶς πῇ κι ὁ μπαρμπα-Στεφανης».

Εἰτα στραφεὶς πρὸς τὴν παπαδιά: «Μᾶς φέρανε τίποτε λειτουργίες, μπάριμ;» Ἡ παπαδιὰ ἔδειξε διὰ τοῦ βλέμματος, σκεπασμένας μὲ ραβδωτὴν δίχρουν σινδόνα, τὰς ὀλίγας προσφορᾶς, ὅσας εἶχαν φέρει εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἱερέως τινὲς τῶν ἐνοριτισσῶν, μέλλουσαι νὰ μεταλάβωσι τῇ ἐπαύριον, παραμονῇ τῶν Χριστουγέννων. Ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ τὰς εἰχεν ἰδεῖ πρὸ πολλοῦ, καὶ προσεπάθει νὰ τὰς ξεσκεπάση οἰονεὶ μὲ τὰς ἀκτῖνας τοῦ βλέμματος, νὰ μαντεύσῃ ὡς πόσαι νὰ ἦσαν.

«Μᾶς βρίσκεται καὶ τίποτε παξιμάδι;» ἠρωτησε πάλιν ὁ ἱερεύς.

«Θὰ ἔμεινε κάτι ὀλίγο ἀπ᾿ τῆς Παναγίας. Ὅλο τὸ Σαρανταήμερο ζυμώνομε κι τρῶμε ἀπ᾿ τὰ βλογούδια» εἶπεν ἡ πρεσβύτερα.

Βλογούδια ἦσαν οἱ μικροὶ σταυροσφράγιστοι ἀρτίσκοι, οἱ προσφερόμενοι ὑπὸ τῶν ἐνοριτῶν εἰς τοὺς οἴκους τῶν ἱερέων κατὰ τὸ Σαρανταήμερον. Ἀντὶ ὅμως ἀρτισκων, αἱ περισσοτεραι* ἐνοριτισσαι κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἐπροτιμων νὰ προσφερωσιν ἁπλουν ἄλευρον, καὶ διὰ τοῦτο ἡ παπαδιὰ εἶπεν ὅτι «ἐζυμωναν ἀπ᾿ τὰ βλογούδια».

Βῆμα ἠκουσθη εἰς τὸν πρόδομον. Ἠνοιχθη ἡ θύρα καὶ εἰσῆλθεν ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς ὁ Μπέρκας, ὑψηλός, στιβαρός, σχεδὸν ἑξηκοντούτης, μὲ παχὺν φαιὸν μύστακα, μὲ σκληρὸν καὶ ἠλιοκαὲς δέρμα, φορῶν πλατὺν κοῦκκον καὶ καμιζόλαν μάλλινην βαθυκυανον, μὲ τὸ ζωνάρι κόκκινον, δυὸ πιθαμὲς πλατύ. Κατόπιν τούτου ἐφανη καὶ ἄλλη μορφή, ὀρθὴ ἱστάμενη παρὰ τὴν θύραν. Ἦτο ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός, ὅστις, ἂν καὶ εἰχεν ἀφήσει τὴν καλὴν νύκτα, εἰπὼν ὅτι θὰ μετέβαινεν οἴκαδε νὰ δειπνήσῃ, οὐχ ἧττον, κεντηθείσης, φαίνεται, τῆς περιεργείας του νὰ μάθῃ τί τὸν ἤθελαν τὸν μπαρμπα-Στεφανὴ τὸν Μπέρκαν, ἀνέβη καὶ πάλιν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ παπά.

«Καπετὰν Στεφανή» εἶπεν ὁ ἱερεύς, «τί λές, μ᾿ αὐτὸν τὸν καιρὸ μπορεῖ κανεὶς νὰ πάῃ στὸ Κάστρο μὲ τ᾿ βάρκα, ἀπὸ στχβετ;»

«Ἀπὸ στχβετ; Μὲ τ᾿ βάρκα; Στὸ Κάστρο;» ἠκούσθη ἀπὸ τῆς θύρας ὡς καινή τις πρωθύστερος καὶ ἀνάστροφος ἐρωτηματικὴ ἠχώ.

Ἦτο ὁ μαστρο-Πανάγος ὁ μαραγκός, μὲ τὴν κεφαλὴν προέχουσαν εἰς τὸ ἀνώφλιον, μὲ τὴν μίαν πλευρὰ οἰονεὶ κολλημένην ἐπὶ τοῦ παραστάτου.

Ἀλλ᾿ ὁ μπαρμπα-Στεφανης, μόλις ἠκουσε τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἱερέως, καὶ χωρὶς νὰ σκεφθῆ πλέον τοῦ δευτερολέπτου, μὲ τὴν χονδρήν, ταχεῖαν κι ἐμπερδεμενην προφοράν του, ἀνέκραξε:

«Μπράβο, μπράβο! Ἀκοῦς, ἀκοῦς! Στὸ Κάστρο; μετὰ χαρᾶς! Ὄρεξη νὰ ᾿χης, ὄρεξη νὰ ᾿χης, παπά!»

«Νὰ ἄνθρωπος!» εἶπεν ὁ παπάς. «Ἔτσι σὲ θέλω, Στεφάνη! Τί λές, εἶναι κίνδυνος;»

«Κίντυνος, λέει; Ντὶπ καταντίπ, καθολ᾿! Ἐγώ σας παίρνω ἀπάνου μ᾿, παπά. Μοναχὰ πὼς μπορεῖ νὰ κρυώσετε, τίποτε ἄλλο. Θὰ ᾿ρθῆ κι ἡ παπαδιά, θὰ ᾿ρθῆ κι ἄλλος κόσμος, πολὺς κόσμος; Ἡ βάρκα εἶναι μεγάλη, κατάλαβες, παίρνει κι τριάντα νοματοι, κι σαράντα νοματοι, κι μ᾿ οὐλὲς τὶς κουμπχνιές σᾶς, μὲ τὰ σεγίχ σας, μὲ τὰ πράματά σας. Κι ἡ φουρτοῦνα τώρα, κατάλαβες, ὅσο πάει κι πεφτ᾿. Ταχιὰ θὰ ᾿χουμε καλωσυνη, μπονάτσα, κάλμα. Ὅλο κι καλωσ᾿νεύει, νά, τώρα καλωσυνεψε!»

Ὡς διὰ νὰ ψευσῃ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ γέροντος πορθμέως, ὀξὺς συρριγμος παγεροῦ βορρᾶ ἠκουσθη, σείων τὰ δένδρα τοῦ κήπου καὶ τοὺς ξυλοτοίχους τοῦ μαγειρείου ἐπὶ τοῦ σκεπαστοῦ ἐξωστου τῆς οἰκίας, αἱ ὕελοι δὲ καὶ τὰ παράθυρα ἀπήντησαν διὰ γοεροῦ στεναγμοῦ.

«Νά, ἀκοῦς; Καλωσύνεψε!» εἶπε καγχάζων θριαμβευτικως ὁ μαστροΠανάγος.

«Σιωπᾷ ἐσύ, δὲν ξερ᾿ς ἐσύ» ἀνεκραξεν ὁ Στεφάνης. «Ἐσὺ ξερ᾿ς νὰ πελεκᾷς στραβόξυλα καὶ νὰ καρφώνῃς μαδέρια. Αὕτη εἶναι ἡ στερνὴ δύναμη τῆς φουρτούνας, εἶναι ἀέρας ποὺ ψ᾿χομαχαει. Αὔριο θὰ μαλακωσ᾿ ὁ καιρός, σᾶς λέω ἐγώ. Μπορεῖ νὰ ᾿χουμε ἀκόμα καὶ καμμία μικρὴ χιόνια, δέ σας λέω, μὰ ἠμεις, ἀπὸ στχβετ, ἀνάγκη δὲν ἔχουμε».

«Καὶ σὰν τόνε γυρίση στὸ μαΐστρο;» ἐπεμεινεν ὁ μαραγκός.

«Κι χωρὶς νὰ τόνε γυρίση στὸ μαΐστρο, ἐγὼ σ᾿ λέω πὼς ἀπ᾿ τὴν Κεχριὰ κι ἐκεῖ θεν᾿ ἔχουμε θχλχσσιτσχ» εἶπε τριβῶν τὰς χεῖρας ὁ Στεφάνης. «Αὐτὰ εἶναι χποθσχλχσιες καὶ δὲ λείπουν, κατάλαβες, κι ὁ κόρφος μπουκάρει ὁλοένα, κι οὖλο στρίβει. Μὰ δέ μας πειραζ᾿ ἠμας αὐτό. Ἐγώ σας παίρνω ἀπάνου μ᾿, ὁ Στεφάνης σας παίρνει ἀπαν᾿ τ᾿!»

«Μπράβο, Στεφανή, τώρα μ᾿ ἔκαμες ν᾿ ἀποφασίσω. Ἤπιες ρακί; Τράβα κι ἄλλο ἕνα» εἶπεν ὁ παπάς.

«Ἔχω πιεῖ πέντ᾿ ἓξ ὡς τώρα, ἔτσι νὰ ᾿χω τὴν εὐχὴ σ᾿, παπά».·

«Πιὲ κι ἄλλο ἕνα νὰ γίνουν ἑφτά».

Ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς ἐρρόφησε γενναίαν δόσιν ἐκ τῆς μικρᾶς φιάλης, τῆς πάντοτε κενουμένης καὶ οὐδέποτε στειρευούσης, τοῦ ἱερατικοῦ μελάθρου.

«Εἴσαστ᾿ ἕτοιμοι, εἴσαστ᾿ ἕτοιμοι;» εἶπεν ἀκολούθως. «Πῆρες τὰ ἱερά σ᾿, παπά, τὰ χαρτιά σ᾿ οὖλα, τὰ ᾿χεις ἕτοιμα; Ἔχετε τίποτε πράματα νὰ σᾶς κουβαλήσω, γιὰ νά ᾿μαστ᾿ ἀσένιο;»

«Ἀπὸ τώρα;» εἶπεν ὁ παπα-Φραγκούλης. «Ἀπὸ τώρα! Τί λές; Νὰ εἴμαστ᾿ ἀπρόντο, παπά. Ἐγὼ στὲς δυὸ θὰ ᾿ρθω νὰ σᾶς φωνάξω, κι ἐσεῖς νὰ εἴσαστ᾿ ἀλέστα. Διάβασε τί θὰ διαβάσῃς, παπά, κι στὲς τρεῖς νὰ μπαρκάρουμε».

«Ἐγὼ θὰ εἶμαι ξυπνητὸς ἀπ᾿ τὴ μία» εἶπεν ὁ ἱερεύς, «γιατί ἔχω τὸ ξυπνητήρι μου... Κι ἔπειτα, εἶμαι μοναχός μου ξυπνητήρι. Μὰ στὲς τρεῖς, εἶναι πολὺ νωρίς. Νὰ χαράξη, Στεφάνη, καὶ νὰ μπαρκάρουμε».

«Στὲς τρεῖς, στὲς τεσσερες, παπά, γιὰ νὰ μὴν πέση ὁ ἀέρας, νὰ τὸν ἔχουμε πρύμα ὡς τὲς Κουκ᾿ναριές, νά ᾿χουμε μέρα μπροστά μας. Ἀπὸ ᾿κεῖ ὡς τὸ Μανδράκι κι ὡς τὸν Ἀσέληνο, τραβοῦμε σιγὰ σιγὰ μὲ τὸ κουπί. Ἀπὸ ᾿κεί ὡς τὶς Κεχρεὲς κι ὡς τὴν Ἅγια Ἑλένη, θὰ μᾶς παίρνῃ ἀγάλι ἀγάλια μὲ τὸ πανάκι. Κι ἀπ᾿ τὴν Ἅγια Ἑλένη κι ἐκεῖ, ἂν δὲν μπορέσουμε νὰ μ᾿ντάρουμε...»

«Ἔ, ὕστερα;»

«Ἐγὼ θαλασσώνω καὶ βγαίνω στὴ στεριά, καὶ σᾶς τραβῶ μὲ τὴν μπαρούμα ὡς τὸν Ἅη Σώστη».

Ἐκάγχασαν ὅλοι πρὸς τὸν ἀστεϊσμὸν τοῦ ἁπλοϊκοῦ ναύτου, ὁ δὲ παπ~[ας, ὅστις ἐφοβεῖτο καὶ αὐτὸς τὴν τροπὴν τοῦ ἀνέμου εἰς τὸ μέρος περὶ οὗ ὁ λόγος, παρετηρησε πρὸς παραμυθίαν τῶν ἀκροατῶν:

«Μὰ ἐγὼ λέω ὅτι θὰ μπορέσουμε στεριὰ νὰ τραβήξουμε στὴν ἀκρογιάλια, τὸν κρεμνα τὸν ἀνήφορο. Ὅσο ψηλὰ κι ἂν τὸ στοίβαξε τὸ χιόνι στὰ βουνά, στὲς ἀκρογιαλιὲς ὁ τόπος πατιέται».

Ἔμειναν σύμφωνοι, νὰ ἔλθῃ ὁ λεμβοῦχος νὰ τοὺς δώσῃ εἴδησιν εἰς τὰς τρεῖς διὰ νὰ ἑτοιμασθοῦν, καὶ εἰς τὰς τέσσαρας νὰ ἐκκινήσωσιν. Ὁ παπα Φραγκούλης διέταξε νὰ τεθῶσιν εἰς σάκκους αἱ προσφοραί, ὅσας εἶχε, καὶ τινὰ δίπυρα, καὶ εἰς δυὸ μεγάλα κλειδοπινάκια ἔθεσεν ἐλαίας καὶ χαβιάρι. Ἐγέμισε δυὸ ἑπταοκάδους φλάσκας μὲ οἶνον ἀπὸ τὴν ἐσοδείαν του. Ἐτυλιξεν εἰς χαρτιὰ δυὸ ἢ τρία ξηροχτάποδα, καὶ μικρὸν κυτίον τὸ ἐγέμισεν ἰσχάδας καὶ μεγαλορράγας σταφίδας. Τὰ δύο παπαδοκόριτσα, μὲ τὰ παράπονα καὶ τοὺς γογγυσμούς της ἡ μία, μὲ τοὺς κρυφίους γέλωτας καὶ τὴν ἐλπίδα τῆς συμμετοχῆς τοῦ ταξιδιοῦ ἡ ἄλλη, ἔβρασαν ὅσα αὐγὰ εἶχαν, ἕως τέσσαρας δωδεκάδας, καὶ τὰ ἔθεσαν εἰς τὸν πάτον ἑνὸς καλαθιοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπεγέμισαν εἶτα μὲ δυὸ πρόσφορα τυλιγμένα εἰς ὀθόνας, μὲ κηρία καὶ μὲ λίβανον. Προσέτι ὁ παπα-Φραγκούλης εἶχε παρακαλέσει τὸν μπαρμπα-Στεφανῆν νὰ περάσῃ ἀπὸ τὰ σπίτια δυὸ ἐμποροπλοιάρχων φίλων του, ἐκ τῶν παραχειμαζόντων μὲ τὰ πλοῖα των εἰς τὸν λιμένα, νὰ τοὺς παρακαλέσῃ ἐκ μέρους του νὰ τοῦ στείλουν, ἂν τοὺς εὑρίσκετο, ὀλίγον κρέας σάλαθο, ἐξ ἐκείνου τὸ ὁποῖον μαγειρεύουν εἰς τὰ πλοῖα τὰ ἐκτελοῦντα μακροὺς πλοῦς. Ἐκεῖνοι φιλοτιμηθέντες ἔστειλαν δυὸ μεγάλα τεμάχια, ἕως πέντε ὀκάδας τὰ δύο.

Ὅλας ταύτας τὰς προμηθείας ἔκαμνεν ὁ παπᾶς προβλεπτικῶς διὰ τοὺς ἀποκλεισθέντας εἰς τὸ βουνὸν ἀπὸ τὴν χιονα, περὶ ὧν ἔγινε λόγος ἐν ἀρχῇ, καθὼς καὶ δι᾿ ἑαυτὸν καὶ τοὺς μεθ᾿ ἐαυτοῦ συνεκδημήσοντας προσκυνητάς, καθ᾿ ὅσον ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ θυμώσῃ καὶ πάλιν ὁ καιρὸς καὶ νὰ τοὺς κλείσῃ ὁ χειμὼν εἰς τὸ Κάστρον, ἂν ἐν τοσούτῳ ἐμελλον νὰ φθασωσιν εἰς τὸ Κάστρον σῶοι καὶ ὑγιεῖς.

Πρὶν κατακλιθῇ, ὁ παπα-Φραγκούλης ἔστειλε μήνυμα εἰς τὸν συνεφημέριόν του τὸν παπα-Ἀλέξην, ὅστις ἄλλως ἦτο καὶ ὁ ἐφημέριος τῆς ἑβδομάδος, ὅτι δὲν θὰ ἦτο συλλειτουργὸς τὴν ἐπιοῦσαν, παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων, ἐν τῷ ἐνοριακῷ ναῷ, καθ᾿ ὅσον ἀπεφάσισε, σὺν Θεῷ βοηθῷ, νὰ ὑπάγῃ νὰ λειτουργήσῃ τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸ Κάστρον.

Εἶχαν πάρει εἴδησιν ἀφ᾿ ἑσπέρας δυὸ τρεῖς ἐνοριτισσαι, γειτόνισσαι τοῦ παπᾶ, διότι ὁ Πανάγος ἐξελθὼν ἀνεκοίνωσε τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν γυναῖκα του, καὶ αὕτη τὸ διηγήθη εἰς τὰς γειτόνισσας. Ἐπίσης καὶ ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ ἐστάλη νὰ φέρῃ εἴδησιν εἰς τὸν κὺρ Ἀλεξανδρὴν τὸν ψαλτην, μεθ᾿ ὃ ἐξελθοῦσα ἔσπευσε νὰ προσηλυτίσῃ δυὸ ἢ τρεῖς πανηγυριστὰς καὶ ἄλλας τόσας προσκυνητρίας.

Ὅταν ἔμελλον νὰ ἐπιβιβασθῶσιν, εὑρέθησαν δεκαπέντε ἄτομα. Ἡ ἀπόφασις τοῦ παπᾶ καὶ ἡ γενναιότης τοῦ μπαρμπα-Στεφανῆ, μετὰ τὴν πρώτην ἔκπληξιν, ἐνέβαλε θάρρος εἰς ἄνδρας καὶ γυναικάς. Ἦσαν δὲ ὅλοι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες συχνὰ τρέχουσιν, ἄρρητον εὑρίσκοντες ἡδονήν, εἰς πανηγύρια καὶ εἰς ἐξωκκλήσια. Ἦσαν ὁ παπα-Φραγκούλης μετὰ τῆς παπαδιᾶς, τῆς Βάσως καὶ τοῦ Σπύρου, ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς μετὰ τοῦ δεκαεπταετοῦς υἱοῦ, ὅστις ἦτο καὶ ὁ ναύτης του, ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ, ὁ κὺρ Ἀλεξανδρὴς ὁ ψάλτης, τρεῖς ἄλλοι πανηγυρισταὶ καὶ τέσσαρες προσκυνήτριαι. Τὴν τελευταίαν στιγμὴν προσετέθη καὶ δέκατος ἕκτος.

Οὗτος ἦτο ὁ Βασίλης τῆς Μυλωνοῦς, ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ἀργύρη, τοῦ ἀποκλεισμένου ἀπὸ τὰς χιόνας. Ἦλθεν εἰς τὴν ἀποβάθραν μὲ σάκκον πλήρη τροφίμων καὶ μὲ ἄλλα τινα ἐφόδια διὰ τὴν ἐκδρομήν. Ἰδὼν αὐτὸν ὁ ἱερεύς:

«Πῶς τὸ ἔμαθες, Βασίλη;» τοῦ λέγει.

«Τὸ ἔμαθα, παπᾶ, ἀπ᾿ τὸ μαστρο-Πανάγο τὸ μαραγκό».

«Τί ὥρα καὶ ποῦ τὸν εἶδες;»

«Κατὰ τὰς δέκα τὸν ηὗρα εἰς τὸ καπηλειὸ τοῦ Γιάννη τοῦ Μπουμπούνα. Εἶχε φάει ψωμὶ κι ἐβγῆκε νὰ πιῇ δυὸ τρία κρασιὰ μὲ τὸ ἰσνάφι. Ἔλεγε πὼς ἀποφασίσατε νὰ πᾶτε στὸ Κάστρο, καὶ σᾶς ἐκατάκρινε γιὰ τὴν τόλμη. Μὰ ἐγὼ τὸ χάρηκα, γιατὶ ἀνησυχῶ γιὰ κεῖνον τὸν ἀδερφό μου, καὶ θέλω νὰ ᾿ρθῶ μαζί σας, ἂν μὲ παίρνετε».

«Ἂς εἶναι, καλῶς νά ᾿ρθῃς» εἶπεν ὁ ἱερεύς.

Ἐξέπλευσαν. Ἐστράφησαν πρὸς τὸ μεσημβρινοδυτικὸν τοῦ λιμένος, κι ἔβαλαν πλώρη τὸ ἀκρωτήριον Καλαμάκι. Ὁ ἄνεμος ἦτο βοηθητικὸς καὶ ὁ πλοῦς εὐοίωνος ἤρχιζε. Ναὶ μὲν ἐκρύωναν πολύ, ἀλλ᾿ ἦσαν ὅλοι βαρεως ἐνδεδυμένοι. Ὁ παπᾶς ἐκάθισεν εἰς τὸ πηδάλιον φορῶν τὴν γούναν του. Ἡ πρεσβύτερα εἶχε τὸ σάλι της τὸ διπλό, ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ εἶχε τὸ βαρὺ γουνάκι καὶ τὴν κουζουκά της. Ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς ἦτο μὲ τὴν νιτσεράδα του, μὲ τὸν κηρωτὸν πῖλον του, μὲ τὸν ἱμάντα δεδεμένον ὑπὸ τὸν πώγωνα, μὲ τὰ μακρὰ πτερύγια σκεπάζοντα τὰ ὦτα, καὶ ὁ υἱός του Σπῦρος, ὁ καλούμενος κοινῶς τὸ Μπερκάκι, μὲ τὰς πρεκνάδας καὶ μὲ τὰς βούλλας εἰς τὸ πρόσωπον, ἦτο μὲ τὰ μανίκια τῆς μάλλινης καμιζόλας του ἀνασφουγγωμένος ὡς τοὺς ἀγκῶνας.

Εὐτυχῶς δὲν ἐχιόνιζεν, ἀλλ᾿ ὁ ἄνεμος ἦτο παγερός. Αἴθριος ὁ οὐρανός, σταυρωμένος ἀπὸ τὸν βορρᾶν. Ἡ σελήνη ἦτο εἰς τὸ πρώτον τέταρτον καὶ εἶχε δύσει πρὸ πολλοῦ. Τὰ ἄστρα ἔτρεμαν εἰς τὸ στερέωμα, ἡ πουλιὰ ἐμεσουράνει, ὁ γαλαξίας ἔζωνε τὸν οὐρανόν. Ὁ πῆχυς καὶ ἡ ἄρκτος καὶ ὁ ἀστὴρ τοῦ πόλου ἔλαμπαν μὲ βαθεῖαν λάμψιν ἐκεῖ ἐπάνω. Ἡ θάλασσα ἐφρισσεν ὑπὸ τὴν πνοὴν τοῦ βορρᾶ, καὶ ἠκούοντο τὰ κύματα πλήττοντα μετὰ ρόχθου τὴν ἀκτήν, εἰς ἣν μελαγχολικως ἀπηντα ὁ φλοῖσβος τοῦ ὕδατος περὶ τὴν πρῷραν τῆς μεγάλης καὶ δυνατῆς βάρκας.

Ἔκαμψαν τὸ Καλαμάκι καὶ ἀκόμη δὲν εἶχε χαράξει. Ἤρχισε μόλις νὰ γλυκοχαράζῃ πέραν τῆς ἀγκάλης τοῦ Πλατάνια. Ἔφεξαν εἰς τὸν Στρουφλια, ἀντίκρυ τοῦ τερπνοῦ καὶ συνηρεφοὺς δάσους τῶν πιτυων, ἐξ οὗ ἡ θέσις ὀνομάζεται Κουκ᾿ναριες. Τότε οἱ ἐπιβαται εἰδον ἀλληλους ὑπὸ τὸ πρώτον λυκόφως τῆς ἡμέρας, ὡς νὰ ἔβλεπαν ἀλληλους πρώτην φορᾶν. Πρόσωπα ὤχρα καὶ χείλη μελανά, ρῖνες ἐρυθραι καὶ χεῖρες κοκκαλιασμεναι. Ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ εἰχεν ἀποκοιμηθῆ δὶς ἤδη ὑπὸ τὴν πρύμνην, ὅπου ἐσκεπε τὸ πρόσωπόν της μὲ τὴν μαύρην μανδηλαν ὡς τὴν ρῖνα, μὲ τὴν ρῖνα σχεδὸν ὡς τὰ γόνατα. Ὁ κὺρ Ἀλεξανδρὴς εἶχε πάρει δυὸ τροπάρια παραπλεύρως αὐτῆς, ὀνειρευόμενος ὅτι ἦτο ἀκόμη εἰς τὴν κλίνην του καὶ ἀπορῶν πώς, αὕτη ἐκινεῖτο εὐρυθμως ὡς βρεφικὸν λίκνον. Ὁ υἱὸς τοῦ παπά, ὁ Σπυρος, ἔκαμνε συχνὲς μετάνοιες, καὶ ὅσον αἷμα εἶχεν, εἶχε συρρεύσει ὅλον εἰς τὴν ρῖνα του, ἥτις ἦτο καὶ τὸ μόνον ὅρατον μέλος τοῦ σώματός του. Ἡ παπαδιά, ἐν τῇ εὐσεβεῖ φιλοστοργία της, εἶχε κρίνει ὅτι ὠφειλε νὰ τὸν πάρη μαζί, ἀφοῦ δι᾿ αὐτὸν ἦτο τὸ ταξιμον. Τὸν ἀπεσπασεν ἀποτομως τῆς κλίνης, τὸν ἔνιψε καὶ τὸν ἐνέδυσε μὲ δίπλα ὑποκάμισα, δυὸ φανελλας, χονδρὸν μάλλινον γελεκιον, διπλοῦν σακκακι κι ἐπανωφόρι, καὶ περιετυλιξε τὸν λαιμόν του μὲ χνοωδες ὅλομαλλινον μανδήλιον, ποικιλοχρουν καὶ ραβδωτόν, μακρὸν καταπῖπτον ἐπὶ τὸ στερνὸν καὶ τὰ νῶτα. Τώρα, παρὰ τὴν πρύμνην, ἀριστεροθεν τοῦ παπά καθημενη, ἀριστερά της εἶχε τὸν Σπυρον, καὶ ζητοῦσα αὐτομάτως νὰ ψηλαφήση τοὺς βραχίονας καὶ τὸ στῆθος του, δὲν εὕρισκε σχεδὸν σάρκα ὑπὸ τὴν βαρεῖαν σκευήν, δι᾿ ἧς εἶχε περιχαρακώσει τὸν υἱόν της. Ὁ παπάς, ὅστις δὲν εἶχεν ἀποβάλει τὴν φαιδρότητά του, οὐδ᾿ ἔπαυε ν᾿ ἀνταλλάσσῃ ἀστείσμους καὶ σκώμματα μὲ τὸν μπαρμπα-Στεφανην, στρεφόμενος πρὸς αὐτὴν ἐνίοτε τῆς ἔλεγε:

«Νά, γι᾿ αὐτονε τὸ Λαμπράκη, τὸ γυιό σου, τὰ παθαίνουμε αὐτά, παπαδιά».

«Καὶ τί πάθαμε, μὲ τ᾿ δυναμ᾿ τ᾿ Θεοῦ;» ἀπηντα ἡ παπαδιά, ἥτις, κατὰ βάθος, πολὺ ἀνησυχεῖ μὲ αὐτὸ τὸ παράτολμον ταξιδιον. Εὐτυχῶς, ἡ παρουσία τοῦ παπά τῆς ἔδιδε θάρρος.

«Δὲ μ᾿ λές, παπαδιά» εἶπε μὲ τὴν τραχείαν φωνὴν τοῦ ὁ μπαρμπα-Στεφανης, θελησας ν᾿ ἀστείσθη καὶ μὲ τὴν πρεσβυτέραν, «δὲ μ᾿ λές, γιατί λένε: Κυρι᾿ ἐλέησον, παπαδιά! πέντε μῆνες δυὸ παιδιά»;

«Γιατί, μαθές, τὸ λένε;» ἀπήντησε χωρὶς νὰ πειραχθῆ ἡ πρεσβύτερα. «Πάρε παράδειγμα ἀπὸ μενα. Ὀχτὼ γέννες, δέκα παιδιά».

«Θὰ πῇ, τὸ λοιπόν, πὼς οἱ παπαδιὲς εἶναι πολὺ καρπερές. Μὰ γιατί;»

«Γιατί οἱ παπάδες δὲ λείπουν χρονοχρονικης ἀπὸ κοντὰ τοὺς» εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ.

«Νά, τὸ Μαλαμῶ πάλι τὸ κατάλαβε» εἶπεν ὁ παπάς, «δὲν σᾶς τὸ ᾿λεγα ἐγώ; Ἐσὺ κι ὁ ἐξάδερφός σου ὁ Ἀλεξανδρης» — ἐννοῶν τὸν ψαλτην — «ἔχετε μεγάλον νοῦ».

Ὁ παπάς δὲν ἔπαυε ν᾿ ἀστεΐζεται μὲ ὅλας τὰς ἐν τῷ πλοιαρίου ἐνορίτισσάς του. Εἰς τὴν μίαν ἔλεγε: «Μὰ κεῖνος ὁ Θοδωρής» —ἐννοῶν τὸν ἄνδρα της— «κοιμᾶται ὅταν τὰ φτιάνῃ αὐτὰ τὰ παιδιά;» Εἰς τὴν ἄλλην: «Μὰ δὲν εἶναι καμμία ποὺ νὰ μὴ θέλῃ παντρειά! Ἐγὼ ἔχω στεφανωμένα, τριάντα χρόνια τώρα, παραπαν᾿ ἀπὸ διακόσια ἀνδρόγυνα, καὶ καμμία δὲν εὑρεθῆ νὰ πῇ πὼς δὲν θέλει!»

Ἀλλὰ τὸ κυριωτερον θῦμα τοῦ παπα-Φραγκούλη ἦτον ὁ Ἀλεξανδρῆς ὁ ψάλτης. Ἔξαφνα τὸν ἠρώτα:

«Δὲ μοῦ λές, Ἀλεξανδρῆ, τί θὰ πῇ, τώρα, στὴν καταβασία τῶν Χριστουγέννων, 'ὁ ἀνυψώσας τὸ κέρας ἡμῶν'; Ποιὸς εἰν᾿ αὐτὸς ὁ ἀνυψώσας;»

«Νά, ὁ ἀνιψιός σας» ἀπήντα ὁ κὺρ Ἀλεξανδρῆς, μὴ ἐννοῶν ἄλλως τὴν λέξιν.

«Καὶ τί θὰ πῇ 'σκῦλα Βαβυλὼν τῆς βασιλίδος Σιών;» ἠρωτα πάλιν ὁ παπᾶς.

«Νά, σκύλα Βαβυλών» ἀπήντα ὁ ψάλτης, νομίζων ὅτι περὶ σκύλας πράγματι ἐπρόκειτο.

Ταῦτα ἐλεγοντο ἐνόσω ἦτο ὑπήνεμος ἡ βάρκα, μὲ τὰς κῶπας βραδυποροῦσα, δεξιόθεν παραπλέουσα τὸν Ἀναγυρον καὶ τὸν Ἀσέληνον, ἀριστεροθεν πελαγωμένη ἀντίκρυ τῶν Τρίκερων καὶ τοῦ Ἀρτεμισίου. Ὁ παπα-Φραγκούλης ἐκάθητο κυβερνῶν εἰς τὸ πηδάλιον, οἱ ἄλλοι ἐβοήθουν εἰς τὴν κωπηλασίαν. Καὶ αὐτὸς ὁ κὺρ Ἀλεξανδρής, ἂν καὶ ἀτζαμὴς περὶ τὰ ναυτικὰ πράγματα, ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ κωπηλατήσῃ διὰ νὰ ζεσταθῇ. Κι ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ ἐκωπηλάτησε σχεδὸν ἐπὶ ἡμισείαν ὥραν. Εὐτυχῶς, ἂν καὶ ἐκρύωναν ὅλοι, καὶ αἱ ψυχραὶ ριπαὶ αἱ κατερχόμεναι ἀπὸ τῶν χιονοφόρτων ὀρέων ἐξύριζον τὰ ὦτα καὶ τοὺς λαιμούς των, εἶχον ὅμως τοὺς πόδας θερμούς, τὸ εὐεργετικὸν τοῦτο ἀποτέλεσμα τῆς γειτνιάσεως τοῦ πόντου. Ὁ ἥλιος εἶχε προβάλει ἀπὸ τὰ σύννεφα ἐπ᾿ ὀλίγας στιγμάς («ἥλιος μὲ τὰ δόντια γριὰ μὲ τὰ χταπόδια!» ἀνεκραξεν ὁ Λαμπράκης) διότι, ἐνῷ τὴν νύκτα ἠθρίαζε κι ἐγίνετο «ὁ οὐρανὸς καντῆλι», τὴν ἡμέραν συνηγοντο πάλιν τὰ νέφη, καὶ ὁ βορρᾶς ἐφαινετο ὑποχωρῶν εἰς τὸν ἀπηλιωτην, ὡς νὰ ἠπειλεῖτο βροχή· ἀλλὰ μόλις ἐπροβαλε, κι ἐφάνη ὡς νὰ ἔβλεπε ποιὰ ἦτο ἡ ὑψηλότερα καὶ ἐγγύτερα κορυφὴ ἐκ τῶν κατάλευκων ὀρεων ὁλόγυρα, ἡ τοῦ Πηλίου ἢ ἡ τοῦ Ὄθρυος, διὰ νὰ σπεύσῃ τὸ ταχύτερον νὰ κρυφθῆ. Ἀλλὰ τὰ νέφη σωρευθέντα πάλιν τὸν ἀπήλλαξαν τοῦ κόπου τούτου.

Ἡ ἀκριβὴς ἀπόστασις ἀπὸ τοῦ μεσηβρινοῦ λιμένος ἕως τὸ βορεινότερον ἄκρον τῆς νήσου, ὅπου ἐπλεον, θὰ ἦτο ὡς δέκα ναυτικῶν μιλίων. Ὁ παπὰς ἔβλεπεν ὅτι ἠθελον νυκτώσει, πρὶν φθασωσιν εἰς τὸ Κάστρον. Ἦτο μεσημβρία ἤδη, καὶ δὲν ἔφθασαν ἀκόμη εἰς τὴν Κεγχρεὰν, τὴν ὡραίαν μελαγχολικὴν κοιλάδα μὲ τὰς ἐλαιοφύτους κλιτύς, μὲ τὸν Ἀραδιᾶν, τὸν πυκνὸν ὀρυμῶνά της, μὲ τὸ ρεῦμα καὶ τὰς πλατάνους καὶ τοὺς νερομύλους της. Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὴν Κεχρεάν, συνέβη ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ μὲν κακομάντις Πανάγος προέλεγεν, ὁ δὲ Στεφανὴς δὲν ἠγνὀει, καὶ ὁ παπα-Φραγκούλης προέβλεπεν. Εἴτε τροπὴ εἰς τὸν μαΐστρον ἦτο, εἴτε ἀποθαλασσια καὶ μπουκάρισμα τοῦ κόρφου, τὰ κύματα ἤρχισαν νὰ ὀγκοῦνται κατάπρωρα τοῦ μικροῦ σκάφους, καὶ ἡ βάρκα μὲ τὸ λευκὸν πανίον της, καὶ μὲ τὸν φλόκκον καὶ τὴν ἀντέννα της, ἤρχισε νὰ σκιρτᾷ ἐπὶ τῶν κυμάτων, ὅμοια μὲ Ἑλληναλβανὸν χορεύοντα ἡρωικοὺς χορούς, μὲ τὸν λευκὸν χιτῶνα ἀνεμίζοντα, μὲ τὸν ἕνα βραχίονα τριγωνοειδὴ εἰς τὴν μέσην, μὲ τὸν ἄλλον ὑψιτενὴ καὶ παίζοντα τὰ δάκτυλα. Αἱ γυναῖκες ἤρχισαν νὰ δειλιῶσιν. Ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ ἠρώτα τὸν παπά ἂν δὲν ἦτο καλὸν ν᾿ ἀποβιβασθῶσι καὶ ἀνελθωσιν εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κεχρεὰν νὰ λειτουργήσωσιν, ὅπως ἑορτάσωσιν ἐκεῖ τὰ Χριστούγεννα. Ὁ κὺρ Ἀλεξανδρής, ζαλισθείς, ἐζαρωσεν εἰς μίαν γωνίαν, καὶ οἱ ἄλλοι ἐπιβάται μεγάλως ἀνησυχοῦν. Μόνον δυὸ ἄνδρες δὲν ἐδειλίασαν, ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς καὶ ὁ παπα-Φραγκούλης.

Εἷς τῶν ἐπιβατῶν ἐπροτεινε ν᾿ ἀράξωσι προσωρινῶς εἰς τὴν Κεχρεάν, ἕως ὅτου κοπάσῃ ὁ ἄνεμος. Ὁ Στεφάνης καὶ ὁ ἱερεὺς συνεννοοῦντο διὰ νευμάτων. Ἀπεῖχον ἀκόμη ἀπὸ τὸ Κάστρον ὑπὲρ τὰ τρία μίλια. Δυὸ μέσα ἠδυναντο νὰ δοκιμασωσιν, ἂν τὰ εὕρισκον τελεσφόρα· ἡ νὰ συστειλωσι τὰ ἱστία καὶ νὰ προχωρησωσι μὲ τὰς κωπας, καταφρονοῦντες τὸν ἀφόρητον, διὰ τὰς γυναίκας μάλιστα, σάλον, περιβρεχόμενοι ἀπὸ τὰ θραυόμενα καὶ εἰσπηδωντα εἰς τὸ σκάφος κύματα, ριγοῦντες καὶ δεινως πάσχοντες, ἡ ν᾿ ἀποβιβασθωσιν εἰς τὴν ξηρὰν καὶ νὰ δοκιμασωσιν ἂν θὰ εὕρισκον ὄρομισκον τινά, δχὶ πολὺ πλακωμένον ἀπὸ τὴν χιονα, ὥστε νὰ εἶναι βάτος εἰς ἀνθρώπους. Πτυαρια καὶ ἀξίνας δυὸ τρεῖς εἶχε πάρει μαζί του ὁ Βασίλης τῆς Μυλωνούς, προβλέπων ὅτι ἴσως θὰ ἐχρησιμευον διὰ ν᾿ ἄνοιξη ὄρομον πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ ἀποκλεισμένου ἀδελφοῦ του. Ὁ παπα-Φραγκούλης ἀπεφανθη ὅτι, ἀφοῦ ἐξ ἅπαντος θὰ ἐνυχτωναν, καλλιον θὰ ἦτο νὰ δοκιμασωσι τὸ πρώτον, διότι κέρδος θὰ ἦτο, εἶπεν, ὅσον ὀλίγον καὶ ἂν ἠδυναντο νὰ προχωρησωσι διὰ θαλασσής, καὶ ὕστερον θὰ εἶχον καιρὸν νὰ καταφυγωσι καὶ εἰς τὴν δευτεραν μέθοδον.

Ἤδη ὁ ἥλιος, ἐπιφανεὶς ἀκόμη μίαν φοράν, ἔκλινε πρὸς τὴν δύσιν. Ἦτο τρίτη καὶ ἡμίσεια ὥρα. Καὶ ὁ ἥλιος ἐχαμήλωνεν, ἐχαμήλωνε. Καὶ ἡ βαρκούλα τοῦ μπαρμπα-Στεφανῆ, μὲ τὸ ἀνθρώπινον φορτίον της, ἐχορευεν, ἐχορευεν ἐπάνω εἰς τὸ κῦμα, πότε ἀνερχόμενη εἰς ὑγρὰ ὄρη, πότε κατερχόμενη εἰς ρευστας κοιλάδας, νῦν μὲν εἰς τὴν ἀκμὴν νὰ καταποντισθῆ εἰς τὴν ἄβυσσον, νῦν δὲ ἑτοίμη νὰ κατασυντριβῇ κατὰ τῆς κρημνώδους ἀκτῆς. Καὶ ὁ ἱερεὺς ἔλεγε μέσα τοῦ τὴν παράκλησιν ὅλην, ἀπὸ τὸ «Πολλοις συνεχόμενος» ἕως τὸ «Πάντων προστατεύεις». Κι ὁ μπαρμπα-Στεφανῆς ἐστενοχωρεῖτο, μὴ δυνάμενος ἐπὶ παρουσία τοῦ παπά νὰ ἔκχυση ἐλευθερως τὰς ἀφελεῖς βλασφημίας του, τὰς ὁποίας ἔμασα κι ἔπνιγε μέσα του, ὑποτονθορυζων: «Σκύλιασε ὁ διαολόκαιρος, λύσσαξε! Θὰ σκάσης, ἀντίχριστε, Τοῦρκο! Τὸ Μουχαμέτή σου, μέσα!» Κι ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ, ποιοῦσα τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, ἔλεγε τὸ «Θεοτόκε Παρθένε», κι ἐπανελαμβανεν: «Ἔλα, Κ᾿στέ μ᾿! Βοήθα, Παναΐα μ᾿!» Καὶ τὰ κύματα ἔπληττον τὴν πρῷραν, ἐπληττον τὰ πλευρὰ τοῦ σκάφους, καὶ εἰσορμωντα εἰς τὸ κύτος ἔκτυπων τὰ νῶτα, ἔκτυπών τους βραχίονας τῶν ἐπιβατῶν. Καὶ ὁ ἥλιος ἐχαμήλωνεν, ἐχαμήλωνε. Καὶ ἡ βαρκούλα ἐκινδύνευε ν᾿ ἀφανισθῇ. Καὶ ἡ ἀπόρρωξ βραχώδης ἀκτὴ ἐφαινετο διαφιλονεικοῦσα τὴν λείαν πρὸς τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης.

Τέλος, ἤρχισε νὰ σκοτεινιάζῃ. Ἐνύκτωσεν ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν καθ᾿ ἣν θὰ ἐβλεπον ἀντίκρυ τὸ Κάστρον, οὗ ἀπεῖχον τώρα δυὸ ἀκόμη μίλια. Νέφη συσσωρευμένα πρὸς ἀνατολὰς ἠμπόδιζον νὰ φανῇ τὸ παρήγορον φέγγος τῆς σελήνης. Ἀλλ᾿ ὁ ἄνεμος, ἀντὶ νὰ πέσῃ, ἐδυνάμωνε καὶ ἀγρίευε καὶ ἐθεριευε, καὶ ὁ πλοῦς κατέστη ἀδύνατός του λοιποῦ. Δὲν ἔβλεπον πλέον οὔτε ἐμπρὸς οὔτε δεξιὰ τίποτε, εἰμη δυὸ δγκοὺς φαιούς, ἀμαυρούς. Εὐτυχῶς, ὁ μπαρμπα-Στεφανης ἐγνώριζε καλὰ τὸ μέρος.

«Ἐδῶ, ἐδῶ εἶν᾿ ἕνα λιμανάκι, παπά, κατ᾿ ἀπ᾿ τὸ Πρυΐ, ἀποκατ᾿ ἀπ᾿ τὴν Ἅγια Ἀναστασία, στὰ Μποστάνια».

«Θυμᾶσαι καλά, Στεφανῆ;»

«Ὅπως ξερ᾿ς ἡ ἁγιωσύνη σ᾿ τὰ γράμματα τσ᾿ ἐκκλησιᾶς ἀπ᾿ ὀξου, παπά, ἔτσι κι ἐγὼ τὰ ξέρω ἀπ᾿ ὀξου ὅλα τὰ λιμανάκια, τοὺς κάβους, κι τ᾿ς ἀμμουδιές, ὅλες τὶς ξέρες κι τὰ γκριφια κι τὰ θαλάμια».

Καὶ προσηγγισαν μὲ πολὺν κόπον καὶ ἀγῶνα καὶ βάσανον, βρεγμένοι, θαλασσοπνιγμένοι, μισοπαγωμένοι. «Ἐκεῖ, ἐκεῖ διανασταει».

Ὑπῆρχεν ἓν θαλάσσιον μάρμαρον, ὡς φυσικὴ ἀποβάθρα, πότε καλυπτόμενον ἀπὸ τὸ κῦμα, πότε ἀνέχον ὑπεράνω τῆς θαλάσσης. Τὴν φορᾶν ταύτην τὸ ἐκάλυπτε καὶ δὲν τὸ ἐκάλυπτε τὸ κῦμα. Ἐπλησίασαν καὶ ἠσθανθησαν πάραυτα τὸ εὐάρεστον αἴσθημα τῆς παύσεως τοῦ σάλου καὶ τῆς προσεγγίσεως εἰς σκεπαστὸν καὶ εὐλίμενον μέρος.

«Πάντα κατευόδιο!» εἶπε ποιῶν τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ ὁ κὺρ Ἀλεξανδρης, ὅστις τότε ἐξεζαλίσθη κι ἐσταθη εἰς τοὺς πόδας του.

Ἐπηδησαν εἰς εἰς ἐξω· ἐξεφορτωσαν τὰς ἀποσκευὰς καὶ ἠλάφρυναν τὴν βαρκαν. Ἀνάμεσα εἰς τὸ μάρμαρον καὶ εἰς τὴν κρημνώδη ἀκτὴν ἐσχηματιζετο μικρὰ ἀμμουδιά, ὅση θὰ ἠρκει διὰ νὰ σύρῃ ἁλιεὺς τὴν ψαροπούλαν του, γυρμενην ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν ἐπὶ τῆς ἄμμου, καὶ νὰ ἐξαπλωθῆ καὶ αὐτὸς ὑπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν νὰ κοιμηθῆ θεωρῶν τοὺς ἀστέρας.

«Τώρα νὰ σύρουμε τὴ βάρκα, παπά» εἶπεν ὁ μπαρμπα-Στεφανής, «κι ὕστερα οἱ ἄνδρες νὰ φορτωθοῦμε ὅλα τὰ πράγματα καὶ ν᾿ ἀρχίσουμε σιγὰ σιγὰ ν᾿ ἀνεβαίνουμε. Ἂς πάρουν κι οἱ.γυναῖκες δ,τι μποροῦν».

«Νὰ τώρα τί ἄξιζε νὰ ᾿χα τὸ μ᾿λαρι μαζὶ μ᾿» εἶπεν ὁ Βασίλης τῆς Μυλωνούς. «Σοῦ εἶπα, μπαρμπα-Στεφανη, νὰ τὸ μπαρκάρουμε, δὲ θέλησες».

Ἔσυραν τὴν λέμβον. Ἤναψαν τὰ δυὸ φανάρια ποὺ εἶχαν. Ὁ Βασίλης ἔλαβε τὰ πτυάρια καὶ τὰς ἀξίνας του, καὶ ἀπομακρυνθεῖς προσωρινῶς ἤρχισε νὰ κατοπτεύῃ ποὺ θὰ εὕρισκε μονοπάτι ὄχι πολὺ πατημένον ἀπὸ τὴν χιονα, ὥστε νὰ δύνανται ἄνθρωποι νὰ βαδισωσιν. Ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο ὡς τὸ Κάστρον, τὸ ὁποῖον διεκρινετο ὡς πελώριος ἀμαυρὸς ὄγκος ὑψηλὰ πρὸς βορρᾶν, ἡ ὁδὸς δὲν θὰ ἦτο πλέον τῆς ὥρας, ἀλλ᾿ εἰς ἣν κατάστασιν ἦτο τώρα ὁ ὄρομος ἀπὸ τὰς χιονας, τὶς οἶδεν ἂν θὰ ἠρκει καὶ τὸ τριπλάσιόν του χρόνου ὅπως φθασωσιν. Ἐδείπνησαν ὅλοι ἐπὶ ποδὸς μὲ διπυρα καὶ μὲ ἐλαίας καὶ ἐπιον ὀλίγον οἶνον ἡ ρακήν.

Ὁ Βασίλης ἐπανελθὼν ἀνηγγειλεν ὅτι ἀνεῦρε τὸ μονοπάτι, πλακωμένον πολὺ ἀπὸ τὴν χιονα, ἀλλ᾿ ὅτι μὲ πολὺν κόπον, ἂν προπορευωνται δυὸ ἄνθρωποι καὶ ξεχιονιζουν, ἐλπίζει νὰ φθάσουν εἰς τὸ Κάστρον τὸ γρηγορωτερον... ἕως τὰ μεσανυκτα. Ἐφορτωθησαν τὰς ἀποσκευας. Ὁ κὺρ Ἀλεξανδρὴς ἔλαβε τὸ ἕνα φανάρι καὶ μία τῶν γυναικῶν τὸ ἄλλο. Ὁ Βασίλης τῆς Μυλωνοῦς, ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς καὶ ὁ υἱός του ἔλαβον τὰ πτυάρια καὶ τὰς ἀξίνας καὶ προπορευόμενοι ἤρχισαν νὰ ξεχιονιζωσιν. Ὁ ὁρμίσκος ἀνήρχετο ἕρπων εἰς τὸν κρημνὸν κατ᾿ ἀρχάς, εἰτα κατηρχετο εἰς ἐν παραθαλάσσιον κοίλωμα. Ἐπατουν προσεκτικως, ὡς νὰ ἐμετροῦσαν τὰ βήματα τῶν. Ἡ σελήνη εἰχεν ἀπαλλαγῆ τῶν νεφῶν καὶ προσεπαθει νὰ φέξη τὸν ὄρομον μὲ τὸ κρυερον φῶς της. Ἐνίοτε ἔχαναν τὸ χάραγμα τοῦ ὄρομου, ἀπεπλανωντο κι εὑρίσκοντο αἴφνης ἐπὶ τῆς κορυφῆς πελώριων βράχων, κάτω τῶν ὁποίων ἄβυσσος ἠνοιγε τὸ στόμα της, καὶ πάλιν κατεβαῖνον μὲ τρεμουλιαστὰ γόνατα, κρατούμενοι ἐκ τῶν πετρῶν καὶ τῶν θάμνων. Ἀνεῖρπον εἰς τὸν κρημνὸν ὡς μικρὸν κοπαδιον αἰγῶν ἀποπλανηθὲν καὶ ἀπαγόμενον ὀπίσω εἰς τὴν μάνδραν ἀπὸ τοὺς δυὸ βοσκούς του, οἵτινες τὸ ἀνεζητησαν κρατοῦντες φανάρια, καὶ μακροθεν ἂν τοὺς ἔβλεπε τίς, ἠδυνατο νὰ τοὺς ἐκλάβη ὡς συστρεφόμενον κρικωτον τέρας, φωσφορίζον τὴν κεφαλὴν καὶ τὴν οὐράν, μὲ τοὺς δυὸ φανούς. Μὲ ὅλον τὸ ξεχιονισμα, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ τὶς ποσὸν ἀτελῶς ἐνηργεῖτο, ἐπατουν ἐνίοτε σφαλερῶς κι ἐχωνοντο ὡς τὸ γόνυ καὶ ὡς τὸν μηρὸν εἰς τὴν χιονα.

Ἐπλησίαζε μεσάνυκτα ὅταν ἔφθασαν ὑπὸ τὴν γέφυραν τοῦ Κάστρου, μισοπνιγμενοι, παγωμένοι, ἁλμυροὶ ἀπὸ θάλασσαν καὶ λευκοὶ ἀπὸ χιονα, μελανιασμένοι τὰ χείλη, ἀλλὰ θερμοὶ τὴν καρδίαν.

Ἐκεῖ ἐπάνω, πρὶν διελθωσι τὴν γέφυραν, ἀπὸ τὴν σιδερόπορταν τοῦ Κάστρου ἠκουσθησαν φωναίι:

«Ποιοὶ εἶστε; Ποιοὶ εἶστε;»

Καὶ ἀντήχησε βαρὺς ὁ τριγμὸς τῶν ἐσκωριασμενων στροφέων, ὡς νὰ ἐδοκίμαζε τὶς νὰ κλείση ἔσωθεν τὴν σιδηρᾶν πύλην. Ἠκουσθη δὲ καὶ μικρὸς κρότος, ὡς ὁ τῆς ὑψώσεως σκανδάλης τουφεκιοῦ.

«Καλοί! Καλοί! Πατριῶτες!» ἀπηντησεν ὁ μπαρμπα-Στεφανής. «Μὰ ἐσεῖς ποιοὶ εἶστε;»

«Πέστε μας τὰ ὀνόματά σας!»

«Ἡμεῖς εἴμαστε...» ἤρχισεν ὁ μπαρμπα-Στεφανῆς, καὶ συγχρόνως διὰ τοῦ βλέμματος ἐσυμβουλευετο τὸν παπάν.

«Μπά! αὕτη εἶναι ἡ φωνὴ τ᾿ ἀδερφοῦ μου» ἀνεκραξεν ὁ Βασίλης τῆς Μυλωνούς.

Καὶ εἶτα ἐντεινας τὴν φωνήν:

«Ἀργύρη, ἐγὼ εἶμαι!» ἐφώναξε.

«Τόσο καλύτερα... μᾶς ἔβγαλαν κι ἀπὸ ἕναν κόπο» ἐψιθυρισεν ὁ ἱερεύς.

Ἀνέβησαν εἰς τὸ Κάστρον, ὅπου συνηντησαν τὸν Ἀργύρην τῆς Μυλωνοῦς καὶ τὸν σύντροφόν του, τὸν Γιάννην τὸν Νυφιωτην. Οὗτοι ἐν ὀλιγοις διηγήθησαν πὼς τοὺς εἶχε κλείσει τὸ χιόνι ἐπάνω στὸ Στοιβωτό, ὅπου ἐτρυπωσαν δυὸ νύκτας εἰς μίαν σπηλιάν, καὶ πὼς τὴν προχθές, ἤτοι εἰς τὰς 22 τοῦ μηνός, ἐλθόντες τοὺς ἀπηλευθέρωσαν ἐκεῖθεν, ἐκτοπίσαντες μεγάλους ὄγκους χιόνος, δυὸ αἰγοβοσκοί, ὁ Γιαλῆς ὁ Κονιζᾶς καὶ ὁ Γιώργης ὁ Μπάντας, οἵτινες καὶ εὑρίσκοντο τὴν στιγμὴν ταύτην μὲ ὅλον τὸ αἰπόλιόν των εἰς τὸ φρούριον.

Τὸ φρούριον τοῦτο, ὅπερ ἀλλαχοῦ περιεγραψαμεν, ἦτο γιγαντιαῖος βράχος, φυτρωμένος ἐκεῖ παρὰ τὸ πέλαγος, προεκβολὴ τῆς γῆς πρὸς τὸν πόντον, ὡς νὰ ἔδειχνεν ἡ ξηρὰ τὸν γρόνθον εἰς τὴν θάλασσαν καὶ νὰ τὴν προεκάλει· φοβερός, μονοκόμματος γρανίτης, ἁλίκτυπος, ὅπου γλαῦκες καὶ λάροι ἠριζον περὶ κατοχῆς, διαφιλονεικουντες ποὺ ἀρχίζει ἡ κυριότης τοῦ ἑνὸς καὶ ποὺ σταματᾷ ἡ δικαιοδοσία τοῦ ἄλλου. Προσφιλὴς σκοπὸς τοῦ βορρᾶ καὶ τῶν γειτόνων του, τοῦ καικιου καὶ τοῦ ἀργεστου, ὧν τὸ στάδιον εὐρὺ ἐκτείνεται ἀναμεσον τῆς Χαλκιδικης, τοῦ Θερμαίκου, τοῦ Ὀλύμπου καὶ τοῦ Πηλίου μεμονωμένος ὑψιτενης βράχος, ἐφ᾿ οὗ οἱ κάτοικοι ἐξ ἀνάγκης εἶχον κλεισθῆ διὰ φύλαξιν κατὰ τῶν πειρατῶν καὶ τῶν βάρβαρων, ἐγκαταλιποντες αὐτὸν ἔρημον μετὰ τὸ 1821, ὅτε ἐκτίσθη ἡ σημερινὴ μεσημβρινὴ πολίχνη. Μέχρι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἐσωζοντο ἀκόμη οἰκιαι τινὲς μὲ τὰς στεγας καὶ τὰ πατωματὰ τῶν ἐντὸς τοῦ φρουρίου, ἀλλὰ τελευταῖον, ἡ ὀλιγωρία τῶν δημοτικῶν ἄρχων, ὁ ὀκνὸς τῶν ἀνθρώπων εἰς τὸ νὰ ἐπισκεπτωνται τὸ Κάστρον συχνοτερα, καὶ ἡ ἀσυνειδησία ὀλίγων τίνων συλαγωγων, πλεονεκτῶν ἡ οἰκοδομῶν, εἶχε καταστήσει ἐρειπιὼν σωρὸν τὸ Κάστρον. Ἐντεῦθεν ἀμελησαντες καὶ οἱ ἐφημέριοί της σημερινῆς πολίχνης, ἄφηναν ἀπὸ ἐτῶν ἤδη ἀλειτούργητον τὸν ναὸν τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως, κατ᾿ αὐτὴν τὴν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς.

Ὁ ναὸς τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως ἦτο ἡ παλαιὰ μητρόπολις τοῦ φρουρίου. Ὁ ναΐσκος, πρὸ ἑκατονταετηρίδων κτισθείς, ἵστατο ἀκόμη εὐπρεπὴς καὶ δχὶ πολὺ ἐφθαρμένος. Ὁ παπα-Φραγκούλης καὶ ἡ συνοδεία τοῦ φθασαντες εἰσηλθον τέλος εἰς τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ καρδία τῶν ἠσθανθη θάλπος καὶ γλυκύτητα ἄφατον. Ὁ ἱερεὺς ἐψιθυρισε μετ᾿ ἐνδομύχου συγκινήσεως τὸ «Εἰσελεύσομαι εἰς τὸν οἶκον σου», κι ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ, ἀφοῦ ἤλλαξε τὴν φ᾿στάνα της τὴν βρεγμενην κι ἐφόρεσεν ἄλλην, στεγνήν, καὶ τὸ γ᾿νάκι της τὸ καλό, τὰ ὁποῖα εὐτυχῶς εἰχεν εἰς ἀβασταγὴν καλῶς φυλαγμένα ὑπὸ τὴν πρῷραν τῆς βάρκας, ἔδεσε μέγα σάρωθρον ἐκ στοιβῶν καὶ χαμόκλαδων καὶ ἤρχισε νὰ σαρώνῃ τὸ ἔδαφος τοῦ ναοῦ, ἐνῷ αἱ γυναῖκες αἱ ἄλλαι ἤναπταν ἐπιμελῶς τὰ κανδηλια, καὶ ἤναψαν μέγα πλῆθος κηρίων εἰς δυὸ μανουάλια, καὶ παρεσκεύασαν μεγάλην πυρὰν μὲ ξηρὰ ξύλα καὶ κλάδους εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναοῦ, ὅπου ἐσχηματίζετο μακρὸν στένωμα παράλληλον τοῦ μεσημβρινοῦ τοίχου, κλειόμενον ὑπὸ σῳζόμενου ὀρθοῦ τοιχίου γείτονος οἰκοδομῇς, κι ἐγέμισαν ἄνθρακας τὸ μέγα πύραυνον, τὸ σῳζόμενον ἐντὸς τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, καὶ ἔθεσαν τὸ πύραυνον ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ναοῦ, ρίψασαι ἄφθονον λίβανον εἰς τοὺς ἄνθρακας. Καὶ ὠσφράνθη Κύριος ὁ Θεὸς ὀσμὴν εὐωδίας.

Ἔλαμψε δὲ τότε ὁ ναὸς ὅλος, καὶ ἤστραψεν ἐπάνω εἰς τὸν θόλον ὁ Παντοκράτωρ μὲ τὴν μεγάλην κι ἐπιβλητικὴν μορφήν, καὶ ἠκτινοβόλησε τὸ ἐπίχρυσον καὶ λεπτουργημενον μὲ μυρίας γλυφὰς τέμπλον, μὲ τὰς περικαλλεῖς τῆς ἀρίστης Βυζαντινῆς τέχνης εἰκόνας του, μὲ τὴν μεγάλην εἰκόνα τῆς Γεννήσεως, ὅπου «Παρθένος καθέζεται τὰ Χερουβεὶμ μιμουμένη», ὅπου θεσπεσίως μαρμαίρουσιν αἱ μορφαὶ τοῦ Θείου Βρέφους καὶ τῆς ἀμώμου Λεχοῦς, ὅπου ζωνταναι παρίστανται αἱ ὄψεις τῶν ἀγγέλων, τῶν μάγων καὶ τῶν ποιμένων, ὅπου νομίζει τὶς ὅτι στιλβει ὁ χρυσός, εὐωδιάζει ὁ λίβανος καὶ βαλσαμώνει ἡ σμύρνα, καὶ ὅπου, ὡς ἐὰν ἡ γραφικὴ ἐλαλει, φαντάζεται τὶς ἐπὶ μίαν στιγμὴν ὅτι ἀκούει τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ»!

Ἐν τῷ μέσῳ δὲ κρεμαται ὁ μέγας ὀρειχάλκινος καὶ πολυκλαδος πολυέλεος, καὶ ὁλόγυρα ὁ κρεμαστὸς χορός, μὲ τὰς εἰκόνας τῶν Προφητῶν καὶ Ἀποστόλων, ὑφ᾿ ὃν ἐτελοῦντο τὸ πάλαι οἱ σεμνοὶ γάμοι τῶν χριστιανῶν ἀνδρογύνων. Καὶ ὁλόγυρα αἱ μορφαὶ τῶν Μαρτύρων, Ὁσιων καὶ Ὁμολογητῶν. Ἵστανται ἐπὶ τῶν τοίχων ἠρεμοῦντες, ἀπαθεῖς, ὁποῖοι ἐν τῷ Παραδείσῳ, εὐθὺ καὶ κατὰ πρόσωπον βλέποντες, ὡς βλέπουσι καθαρῶς τὴν Ἁγίαν Τριάδα. Μόνος ὁ Ἅγιος Μερκούριος, μὲ τὴν βαρεῖαν περικεφαλαίαν του, μὲ τὸν θώρακα, τὰς περικνημίδας καὶ τὴν ἀσπίδα, φαίνεται ὀλίγόν τι ἐγκαρσίως βλέπων καὶ κινούμενος καὶ ὁρῶν, εἰς τὰ δεξιὰ του ναοῦ, ἐκεῖ ὅπου διατρυπᾷ μὲ τὸ δόρυ του τὸν ἐπὶ θρόνου καθήμενον ὠχρὸν Παραβάτην. Πελιδνὸς ὁ παράφρων τύραννος, μὲ τὸ βλέμμα σβῆνον, μὲ τὸ στῆθος αἱμάσσον, μάτην προσπαθεῖ ν᾿ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὸ στέρνον του τὸν ὀξὺν σίδηρον, καὶ ἐξεμεῖ μετὰ τῆς τελευταίας βλασφημίας καὶ τὴν μιαρὰν ψυχήν του. Γείτων τῆς τρομακτικῆς ταύτης σκηνῆς παρίσταται γλυκεῖα καὶ συμπαθεστάτη εἰκών, ὁ Ἅγιος Κήρυκος, τριετίζον παιδιον, κρατούμενον ἐκ τῆς χειρὸς ὑπὸ τῆς μητρός του, τῆς Ἅγιας Ἰουλιττης. Δία δώρων καὶ θυσιῶν ἐζητει ὁ διώκτης Ἀλέξανδρος νὰ ἑλκύση τὸ παιδιον, καὶ διὰ τοῦ παιδιοῦ τὴν μητέρα. Ἀλλ᾿ ὁ παῖς, καλῶν τὴν μητέρα του καὶ ὑποψελλίζων τοῦ Χριστοῦ τὸ ὄνομα, ἔπτυσε τὸν τύραννον κατὰ πρόσωπον, καὶ ἐκεῖνος ἐξαγριωθεὶς ἐκρήμνισε τὸ παιδίον ἀπὸ τῆς μαρμαρίνης κλίμακος, ὅπου συνέτριψε τὸ τρυφερὸν καὶ διὰ στεφάνους πλασθὲν κρανίον.

Καὶ εἰς τὴν χηβαδα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ὑψηλά, ἐφαινετο στεφανουμενη ὑπὸ ἀγγέλων ἡ τῶν Οὐρανῶν Πλατυτέρα. Καὶ κατωτερω, περὶ τὸ θυσιαστήριον, ἵσταντο, ἄρρητον.σεμνότητα ἀποπνεουσαι, αἱ μορφαι τῶν μεγάλων Πατέρων, τοῦ Ἀδελφοθεου, τοῦ Βασιλείου, τοῦ Χρυσοστόμου καὶ τοῦ Θεολόγου, καὶ ἐφαινοντο ὡς νὰ ἐχαιρον διότι ἐμελλον ν᾿ ἀκούσωσι καὶ πάλιν τὰς εὐχας καὶ τοὺς ὕμνους τῆς Εὐχαριστίας, οὖς αὐτοὶ ἐν Πνεύματι συνέθεσαν. Πέριξ δέ, καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτός, εἰκονιζετο περιτεχνως ὅλον τὸ Δωδεκαορτον καὶ τὰ τάγματα τῶν ἀγγέλων, καὶ ἡ βρεφοκτονία, καὶ οἱ κόλποι τοῦ Ἀβραὰμ καὶ ὁ λῃστὴς ὁ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ὁμολογήσας.

Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὸ Κάστρον καὶ εἰσηλθον εἰς τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ, τόσον θάλπος ἐθώπευσε τὴν ψυχήν των, ὥστε, ἂν καὶ ἦσαν κατάκοποι, ἂν καὶ ἐνυσταζον τινὲς αὐτῶν, ἠσθανθησαν τόσον τὴν χαράν του νὰ ζωσι καὶ τοῦ νὰ ἐχωσι φθάσει αἰσίως εἰς τὸ τέρμα τῆς πορείας των, εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κύριου, ὥστε τοὺς ἔφυγε πᾶσα νύστα καὶ πᾶσα κόπωσις. Οἱ αἰπόλοι, εὑρόντες ἐνασχόλησιν καὶ πρόφασιν ὅπως καπνιζωσι καθήμενοι, καὶ ἐνίοτε ὅπως ἐξαπλωνωνται καὶ κλεπτωσιν ἀπὸ κανέναν ὕπνον τυλιγμένοι μὲ τὲς καππες τῶν παρὰ τὸ πῦρ, εἶχον ἀνάψει ἔξω δυὸ πυρσούς, τὸν ἕνα ἔμπροσθεν τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, τὸν ἄλλον πρὸς τὸ βόρειον μέρος. Ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἡ θερμότης ἦτο λίαν εὐάρεστος, τὴ βοήθεια τῶν ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν πυρῶν. Καὶ εἶχον σωρεύσει πάμπολλας δέσμας ξηρῶν ξύλων καὶ κλάδων οἱ ἐκεῖ καταφυγοντες αἰπόλοι, μὲ τὰς ὀλιγας αἶγας καὶ τὰ ἐρίφιά των, ὅσα δὲν εἶχον ψοφήσει ἀκόμη ἀπὸ τὸν βαρὺν χειμῶνα τοῦ ἔτους ἐκεινοῦ, οἱ τραχεῖς αἰπόλοι, οἵτινες εἶχον σώσει καὶ τοὺς δυὸ ὑλοτόμους ἐκ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῆς χιονος. Καὶ εἰτα ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητὸν καὶ ἐψάλη ἡ λιτὴ τῆς μεγαλοπρεποῦς ἑορτῆς, μεθ᾿ ὃ ὁ κὺρ Ἀλεξανδρὴς ἤρχισε τὰς ἀναγνώσεις, καὶ ὅσοι ἦσαν νυστασμενοι, ἀπεκοιμήθησαν σιγὰ εἰς τὰ στασίδιά των (ἄ! ἐμελλον ἄρα τοῦ Προφητάνακτος οἱ θεσπέσιοι ὕμνοι ἀπὸ ψαλμῶν νὰ καταντήσωσιν ἀνάγνωσις νυστακτική, καὶ ὡς ἀνάγνωσις νὰ παραλείπωνται ὅλως, ὡς φορτικόν τι καὶ παρέλκον!), βαυκαλιζόμενοι ἀπὸ τὴν ἔρρινον καὶ μονότονον ἀπαγγελίαν τοῦ κὺρ Ἀλεξανδρῆ. Ὁ ἀγαθὸς γέρων ἦτο ἐκ τοῦ ἀμίμητου ἐκείνου τύπου τῶν ψαλτῶν, ὧν τὸ γένος ἐξελιπε δυστυχῶς σήμερον. Ἔψαλλε κακῶς μέν, ἀλλ᾿ εὐλαβῶς καὶ μετ᾿ αἰσθήματος. Κανὲν σχεδὸν κῶλον δὲν ἔλεγεν ὀρθῶς, οὔτε μουσικῶς, οὔτε γραμματικῶς. Πότε ἣν καὶ ἥμισυ κῶλον τὰ ἥνου εἰς ἕν, πότε δυὸ καὶ ἥμισυ τὰ διήρει εἰς τέσσαρα. Ἀλλὰ προκριτωτέρα ἡ ἀμάθεια τῆς δοκησισοφίας...

Ἀλλ᾿ ὀτε ὁ ἱερεὺς ἐξελθων ἔψαλε τὸ «Δεῦτε ἴδωμεν, πιστοί, ποὺ ἐγεννηθη ὁ Χριστός», τότε αἱ μορφαὶ τῶν Ἅγίων ἐφανησαν ὡς νὰ ἐφαιδρυνθησαν εἰς τοὺς τοίχους. «Ἀκολουθησωμεν λοιπὸν ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ», καὶ ὁ κὺρ Ἀλεξανδρὴς ἐνθουσιῶν ἔλαβε τὴν ὑψηλὴν καλάμην καὶ ἔσεισε τὸν πολυέλεον μὲ τὰς λαμπάδας ὅλας ἀνημμένας. «Ἄγγελοι ὑμνοῦσιν ἀκαταπαύστως ἐκεῖ», καὶ ἐσεισθη ὁ ναὸς ὅλος ἀπὸ τὴν βροντώδη φωνὴν τοῦ παπα-Φραγκούλη μετὰ πάθους ψάλλοντος: «Δόξα ἐν ὑψιστοις λέγοντες τῷ σήμερον ἐν σπηλαιῳ τεχθεντι», καὶ οἱ ἄγγελοι οἱ ζωγραφιστοί, οἱ περικυκλοῦντες τὸν Παντοκράτορα ἄνω εἰς τὸν θόλον, ἔτειναν τὸ οὖς, ἀναγνωρισαντες οἰκεῖον αὐτοὶς τὸν ὕμνον.

Καὶ εἰτα ὁ ἱερεὺς ἐπῆρε καιρὸν καὶ ἤρχισε νὰ προσφέρῃ τῷ Θεῷ θυσίαν αἰνέσεως.

Αἴφνης ἠκούσθησαν φωναὶ ἔξωθεν τοῦ ναοῦ. Ἐξηλθον τινὲς τῶν ἀνδρῶν νὰ ἴδωσι τί τρέχει. Ἐξῆλθε κι ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ, κι ὁ κὺρ Ἀλεξανδρης ἔμεινε μὲ τὰ γυαλιὰ εἰς τὰ ὄμματα, βλέπων πρὸς τὴν θύραν ἀριστερά του, καὶ διέκοψε τὴν ψαλμῳδίαν του. Ὁ παπὰς ἔρριψεν αὐστηρὸν βλέμμα πρὸς τὸν ψαλτην καὶ τὸν ἐκαρφωσεν εἰς τὴν θέσιν του.

τὰς φωνας εἶχον ρηξει ὁ εἷς τῶν αἰπόλων καὶ ὁ εἷς τῶν ὑλοτόμων, οἵτινες ἔτυχον καθήμενοι παρὰ τὸν πυρσόν, ἀνατολικως τοῦ ναισκου. Δία τῶν φωνῶν τούτων εἶχον ἀπαντήσει εἰς τίνας κραυγὰς ἐλθούσας ἀπ᾿ ἀντίκρυ, ἐκ τῆς θαλάσσης.

Ἐκεῖ, ἐν μέσῳ τοῦ Κάστρου καὶ τῆς βραχώδους ἀκτῆς τοῦ Κουρουπη, ἐσχηματίζετο ἐπισφαλὴς ὅρμος, ὁ Μικρὸς Γιαλός. Αἱ κραυγαι ἠρχοντο ἀκριβῶς ἐκ τῆς γειτονιᾶς τῶν ἀπεσπασμένων βράχων καὶ σκοπέλων, ὑπὸ τὴν φοβερὰν ἀκτὴν τοῦ Κουρουπῆ.

Παρῆλθε πολλὴ ὥρα ἕως οὐ ἐννοησωσι τί τρέχει. Ὅλοι σχεδὸν οἱ ἐκκλησιαζόμενοι εἶχον ἐξέλθει τοῦ ναοῦ. Ἔμειναν μόνοι ὁ ἱερεύς, ὅστις ἐκρατεῖτο ἀκλόνητος εἰς τὸ χρέος του, φορεμενος ἤδη τὰ ἱερὰ ἄμφια, ἑτοιμαζόμενος νὰ προσέλθη εἰς τὴν προσκομιδήν, καὶ ὁ κὺρ Ἀλεξανδρης, τὸν ὁποῖον ἐκρατει τὸ βλέμμα τοῦ ἱερέως.

Ἐν τουτοις, κατ᾿ εἰκασίαν μᾶλλον ἡ ἐκ βεβαιας πληροφορίας, ἐνοησαν ὅτι ἐκεῖ, ὑπὸ τὸν Κουρουπη, εἶχε προσαράξει πλοῖον ἀπὸ τοῦ πελάγους ἐρχόμενον. Ἡ σελήνη εἶχε δύσει καὶ ὁ πυρσὸς δὲν ἐρριπτε πόρρω τὸ φῶς. Ἐβλεπον ἀμυδρῶς ἐκεῖ ἀπέναντι, εἰς ἀπόστασιν μιλιοῦ σχεδόν, ἐπὶ τοῦ μαυρισμένου ὄγκου τῶν ἁλικτυπων βράχων, ἐβλεπον σῶμα τί ἀμυδρῶς κινούμενον, μελανωτερον τῶν βράχων. Ἀντηχοῦν ἐν τῇ σιγῇ τῆς νυκτός, μεγεθυνομεναι ἀπὸ τὰς ἠχοῦς, κραυγαι ἀγωνιᾷς καὶ ταραχῆς, ὅμοιαι μ᾿ ἐκεινας τὰς ὁποίας ἐκχυνουσι κινδυνεύοντες ἄνθρωποι ἡ ναυαγοὶ σαστισμένοι.

Οἱ ἄνδρες ἔσπευσαν νὰ ῥίψωσιν ἐπὶ τῆς πυρᾶς ὅσα κλαδιὰ εἶχον πρόχειρα ἀκόμη, σχηματίζοντες ὀγκωδεστέραν τὴν φλόγα. Ἄλλο μέσον βοήθειας δὲν εἶχον ταχύ.

Ἐν τουτοις, ὁ Στεφάνης ὁ πορθμεὺς καὶ ὁ Μπάντας καὶ ὁ Νυφιωτης ὁ Γιάννης καὶ ὁ Ἀργυρῆς καὶ ὁ ἀδελφός του ἔλαβον ἀνὰ ἕνα δαυλὸν καὶ τὰ δυὸ φανάρια, καὶ ἀπεφασισαν νὰ κατελθωσι τρέχοντες εἰς τὸν Μικρὸν Γιαλόν. Ἀλλ᾿ ἐὰν ὁ κρημνώδης ὁρμίσκος δὲν ἦτο χιονισμένος, θὰ ἐχρειαζετο σχεδὸν ἠμίσεια ὥρα διὰ νὰ κατέλθῃ τις ἐκεῖ ἀπὸ τὸ Κάστρον, καὶ τώρα ὅπου ἦτο χιονισμένος, καὶ ἦτο νύξ, τρίτη ὥρα μετὰ τὰ μεσανυκτα, οὔτε μία ὥρα δὲν θὰ ἤρκει. Εἰς μίαν δὲ ὥραν ἠδύναντο νὰ κατασυντριβῶσι δεκάδες πλοίων καὶ νὰ πνιγῶσιν ἑκατοντάδες ἀνθρώπων.

Οὐχ ἧττον οἱ ἄξεστοι ἐκεῖνοι ἄνθρωποι, ἐκ τῆς αὐθορμήτου ἐκεινῆς φιλανθρωπίας, ἥτις εἶναι οἰονεὶ φυσικὴ ὁρμή, ὡς συμπάθεια τῆς σαρκὸς πρὸς τὴν σάρκα, καὶ εἶναι τὸ πρώτον καὶ τελευταῖον αἴσθημα τὸ συγκινοῦν τὴν καρδίαν, μετὰ τὴν πρώτην ἔκπληξιν, καὶ πρὶν προφθασασα πνεύση ἡ παγερὰ πνοὴ τῆς φιλαυτίας καὶ ἀδιαφορίας, οἱ ἄνθρωποι, λέγω, ἐκεῖνοι ἔλαβον τοὺς δαυλούς των καὶ ἔτρεξαν ἔξω τῆς πύλης καὶ τῆς γέφυρας, καὶ ἤρχισαν νὰ τρέχωσι τὸν κατήφορον.

Οἱ λοιποί, μειναντες ἐπάνω, ἠσχολοῦντο ν᾿ ἀνανέωσιν ὁλονεν τὴν φλόγα, μὴ παύοντες νὰ ριπτωσι ξηρὰ κλαδιὰ εἰς τὸ πῦρ.

Ὁ ἱερεὺς ἐβραδυνεν ἐπίτηδες εἰς τὴν πρόθεσιν, κι ἐμνημόνευσε τὴν πρωίαν ἐκείνην ὅσα ὀνόματα εἶχεν ἀποθαμένα, οὗ μόνον τὰ ἰδικά του καὶ τῶν ἐλθόντων πανηγυριστῶν, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ἐνοριτῶν του, οὗ μόνον ὅσα εἶχε γραπτά, ἀλλὰ καὶ ὅσα ἐκ μνήμης ἐγνωριζεν ἐγνώριζε δ᾿ ἐκ μνήμης ὅλα τὰ ὀνόματα τῆς πολίχνης, ἀποθαμένα καὶ ζωντανά. Ἐδεήθη καὶ ὑπὲρ διασώσεως τοῦ κινδυνεύοντος πλοίου, περὶ οὔ, χωρὶς νὰ ζητήσῃ ἐξήγησιν, ἀμέσως εἶχεν ἐννοήσει τὰ συμβάντα.

Τέλος, αἱ κραυγαι μικρὸν κατὰ μικρὸν ἔπαυσαν, ἡσυχία ἐπῆλθεν. Ἐφάνη ὅτι βωβὴ συμφορὰ εἶχεν ἐνσκήψει ἡ ὅτι ἡ δυσχέρεια ἔλαβε πέρας. Δυὸ ἄλλοι ἄνδρες ἀνησυχησαντες ἐξηλθον ἕως τὴν Ἅγιαν Κυριακήν, πέραν τῆς ξύλινης γέφυρας, μὲ δυὸ πυρσοὺς εἰς τὰς χεῖρας.

Παρῆλθεν ὀλίγη ὥρα· ὁ ἱερεὺς ἀργὰ ἀργὰ ἐμβῆκεν εἰς τὴν λειτουργίαν, ἐλπίζων νὰ ἤρχοντο ἐν τῷ μεταξὺ καὶ οἱ ἀπόντες. Ἀλλ᾿ ἡ λειτουργία προυχώρει καὶ ψυχὴ δὲν ἐφαινετο. Τέλος, εἰς τὸ «Μετὰ φόβου Θεοῦ», ἐπέστρεψαν πρῶτοι οἱ τελευταῖοι ἐξελθοντες πρὸς ἐπισκόπησιν, εἶτα εἰσῆλθεν ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς καὶ οἱ μετ᾿ αὐτοῦ καταβάντες εἰς τὸν αἰγιαλόν, καὶ μετ᾿ αὐτὸν τρεῖς ἄγνωστοι μὲ ναυτικὰ ἐνδύματα καὶ μὲ κηρωτοὺς ἐπενδύτας. Ἔφθασαν ὅλοι ἀκριβῶς ὅπως ἀσπασθῶσι τὰς εἰκόνας καὶ λάβωσι τὸ ἀντίδωρον.

Ἐνῷ ὁ κυρ-Ἀλεξανδρὴς ἀνεγίνωσκε τὸ «Εὐλογήσω τὸν Κύριον», οἱ ἄνδρες ἐξηγοῦντο ταπεινῇ τῇ φωνῇ τὰ συμβάντα. Τὸ ἐξοκεῖλαν πλοῖον ἦτο τὸ γολεττὶ τοῦ καπετὰν Κωσταντῆ τοῦ Λημνιαραίου, αὐτοπροσώπως παρόντος ἐκεῖ. Ὁ ἴδιος, ἀνὴρ μεσῆλιξ, βραχὺς τὸ σῶμα, μὲ ἁδρὸν μύστακα, διηγεῖτο τὰ ἑξῆς: Πρὸ δυὸ ἡμερῶν ἦτο προσορμισμένος εἰς τὴν Δάφνην, τὸν μεσημβρινὸν ὅρμον τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀλλ᾿ ὁ βορειᾶς τὸν ἐζούριασε, αἱ ἁλυσίδες τῶν ἀγκυρῶν του ἐκόπησαν ὑπὸ τῆς βίας τοῦ ἀνέμου, καὶ παρεσύρθη διὰ μιᾶς δέκα μίλια μακράν. Μάτην προσεπάθησε μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις του νὰ προσεγγίσῃ εἰς τὸν Κωφόν, τὸν γνωστὸν ὅρμον τῆς Συκιᾶς, τοῦ μεσαίου λαιμοῦ τῆς Χαλκιδικης, ὅπου ἅμα εἰσπλεύσῃ τις, δὲν βλέπει πλέον πόθεν εἰσέπλευσεν, ἀλλ᾿ ὅπου δυσκολως εἰσπλέει τις. Ὁ ὅρμος ὁμοιάζει μὲ λίμνην μεσόγειον, μὴ ἔχουσαν ὁρατὸν στόμιον, τόσον εἶναι ἀσφαλής. Καὶ τὸ γολεττι, ζυλαρμενον, μετὰ ματαιας προσπαθείας, παρεσύρθη ὑπὸ τῆς τρικυμίας πρὸς τὰς νήσους, ὅπου, τὴν νύκτα ἐκείνην τῶν Χριστουγέννων, οἱ ἀγωνιῶντες ναυβαται εἶδον ἔξαφνα φῶς, ὡς φάρον ὁδηγοῦντα αὐτούς, τοὺς πυρσούς, οὖς εἶχον ἀνάψει ἔμπροσθεν τοῦ ναΐσκου τοῦ Χριστοῦ οἱ τραχεῖς αἰπόλοι. Ὁ πυρσὸς ἐκεῖνος ἐφάνη πρὸς αὐτοὺς ὡς θεῖον πράγματι θαῦμα, ὡς νὰ ἐθερμαίνοντο περὶ αὐτὸν ἀγραυλοῦντες οἱ ποιμένες ἐκεῖνοι, οἱ ἀκούσαντες τὸ «Δόξα ἐν ὑψιστοις». Ἐπλησίασαν, φερόμενοι μᾶλλον ἡ πλέοντες, πρὸς τὸ μέρος τοῦτο, καὶ τότε ἐκινδύνευσαν νὰ κατασυντριβωσιν εἰς τοὺς βράχους τοῦ Κουρουπη. Εὐτυχῶς, δι᾿ ἐπιτήδειου χειρισμοῦ ἀπεφυγον τὴν καταστροφὴν κι ἐκαθισαν τὸ σκάφος εἰς τὰ ρηχά, ἐπὶ τῆς ἄμμου, ὅπου τόσον καλὰ ἦτο ἐξησφαλισμενον, ὅσον δὲν ἠδυνατο νὰ εἶναι μὲ τὰς δυὸ ἄγκυράς του, τὰς μεινασας ὡς ὁμήρους εἰς τὸν βυθὸν τοῦ ὅρμου τῆς Δάφνης.

Ἔφεξεν ὁ Θεὸς τὴν χαρμόσυνον ἡμέραν, καὶ οἱ αἰπόλοι ἐφιλοτιμηθησαν νὰ σφαξωσι καὶ ψησωσι δυὸ τρυφερὰ ἐρίφια, ἐνῷ οἱ δυὸ ὑλοτόμοι εἶχαν φέρει ἀπὸ τὸ βουνὸν πολλὰς δωδεκάδας κοσσύφια ἀλατισμένα· καὶ ὁ καπετὰν Κωσταντὴς ἀνεβίβασεν ἀπὸ τὸ γολεττί, τὸ ὁποῖον οὐδένα κίνδυνον διετρεχεν ὅπως ἦτο καθισμένον, ἂν δὲν ἔπνεε νότος ἀπὸ τῆς ξηρᾶς νὰ τὸ ἀπώθηση πρὸς τὸ πέλαγος, ἀνεβιβασε δυὸ ἀσκοὺς γενναίου οἴνου καὶ ἐν καλαθῶν μὲ αὐγὰ καὶ κχσκχβαλι τῆς Αἴνου, καὶ ἡμισείαν δωδεκάδα Ὄρνιθας καὶ μικρὸν βυτίον μὲ σκομβρία. Καὶ ἐφαγον πάντες καὶ ηὐφρανθησαν, ἑορτάσαντες τὰ Χριστούγεννα μετὰ σπανίας μεγαλοπρέπειας ἐπὶ τοῦ ἐρήμου ἐκείνου βράχου. Τὴν νύκτα ἐκοιμήθησαν ἐν μέσῳ ἀφθόνων πυρῶν, μὲ ἀρκετὰ δὲ σκεπάσματα καὶ καπποτες, ὅσα καὶ οἱ ἐκ τῆς πολίχνης πανηγυρισται εἶχαν φέρει μεθ᾿ ἑαυτῶν, καὶ οἱ αἰγοβοσκοὶ εἶχαν εἰς τὸ Κάστρον, καὶ ὁ ἐκ Λήμνου φιλότιμος καραβοκύρης ἐκομισεν ἀπὸ τὸ πλοῖον του.

Τὴν ἐπαύριον ὁ ἄνεμος ἐκόπασε, τὸ ψῦχος ἠλαττώθη πολύ, καὶ ἐπωφελούμενοι τὴν ἀνακωχὴν τοῦ χειμῶνος, ἀπεφασισαν ν᾿ ἀπέλθωσιν. Ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς καὶ ὁ υἱός του μετὰ δυὸ ἄλλων βοηθῶν ἐπανῆλθον εἰς τὴν μικρὰν ἀμμουδιὰν ὑπὸ τὰ Μποστάνια, καθείλκυσαν τὴν λέμβον, ἐπέβησαν αὐτῆς, καὶ κάμψαντες τὸ Κάστρον, τὴν ἔφεραν ἀπὸ σοφρὰν εἰς τὸ βορειοανατολικὸν μέρος. Τὴ βοήθεια τῆς δυνατῆς βάρκας τοῦ μπαρμπα-Στεφανῆ καὶ τῆς μικρᾶς φελούκας τοῦ Λήμνιου κυβερνήτου, τόσοι βραχίονες συμπονήσαντες, δὲν ἐβραδυναν νὰ ξεκαθισωσιν ἀπὸ τὴν ἄμμον τὸ γολέττι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε πάθει τίποτε, ἀλλ᾿ ἐφαινετο ὡς μαλακῶς πλαγιασμένον καὶ ἀναπαυόμενον κατόπιν πολλῶν κοπῶν. Καὶ ἀποχαιρετισαντες τοὺς αἰπόλους, ἐπεβιβάσθησαν οἱ μὲν εἰς τὸ γολεττι, οἱ δὲ εἰς τὴν βαρκαν, πότε ρυμουλκούμενην, πότε ρυμουλκοῦσαν, καὶ μὲ ἱστία καὶ μὲ κωπας πλέοντες, διὰ τῆς βορειανατολικης ὁδοῦ τὴν φορᾶν ταύτην, ὡς συντομωτερας καὶ εὐπλοώτερας εἰς τὴν κάθοδον, ἔφθασαν αἰσίως εἰς τὴν πολίχνην.


* Η ευχετήρια κάρτα βασίζεται στο έργο του Γιάννη Σταύρου "Ρόδι σε μπολ"

Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, Έλληνες ζωγράφοι: Eίταν νύχτα βαθιά...

Ελληνική πεζογραφία & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Ύδρα, Καμίνι, λάδι σε καμβά

Πλησιάζει το Πάσχα και η Ανάσταση...

Οι μέρες επιζητούν παράδοση...

Ας απολαύσουμε...

Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Η Παντρειά της Σταλαχτής

Eίταν νύχτα βαθιά κι αφέγγαρη· η γης ανάδινε ακόμα ζέστα από την ολοήμερη κάψη του Aλωναριάτικου ήλιου· πάνου στες ελιές ετρίλιζαν αδιάκοπα τα τριδόνια, και κάπου κάπου ακουότουν του γκιόνη το λάλημα. Στην κατοικιά του ο Στάθης Πλακίδας αγρυπνούσε. Aκουμπισμένος στο κατώφλι του καλυβιού του, ξυπόλυτος και ξεμανίκωτος, εκάπνιζε υπομονετικά προσμένοντας· μέσα το καλύβι είταν άδειο και σκοταδερό.
"Στάθη" τον έκραξε μια φωνή ταπεινή.
"Aφέντη" αποκρίθηκε αμέσως "καλησπέρα· κόπιασε". K' εσηκώθηκε με μίας σιάνοντας το πλατοβράκι του. Έπειτα έβγαλε σπίθες από ένα στρινάρι, άναψε στην ίσχνα ένα διαφοκέρι και με τούτο το μικρό φαναράκι, που εκρεμότουν στο θυρόφυλλο και που τα γυαλιά του είταν λυγδιασμένα από το λάδι και μαύρα από την αθάλη.
Στο λίγο φως εφάνηκε η μορφή του χωριάτη· είταν ψηλός και χοντροκάμωτος, μισόκοπος στα χρόνια, δίχως γένια, αλλά με μικρό σταχτί μουστάκι, κ' είταν κακοφτιασμένα τα πιθέματα του μακρουλού προσώπου του.
"Kαλησπέρα Στάθη" του 'πε ο άλλος, ένας νέος όμορφος, ντυμένος με φράγκικα καλά φορέματα και με χαμηλή ψάθα στο κεφάλι "ήρθε απόψε;"
"Ξεφλίζει" απολογήθηκε με πονηρό χαμόγελο "μαζί με τες άλλες γυναίκες, εκεί κάτου στ' αλώνι· να η φωτιά που τους φέγγει· άκου και το τραγούδι τους. Όλη μέρα εθερίζαμε σήμερα. Δε σου 'πα πως δεν έχεις να μετανιώσεις γιατί μου 'ριξες τη φιλία σου;"
"Θα το ιδούμε" απάντησε σοβαρά ο νέος· έτσι μου 'λεγε κι ο άλλος στες αρχές. Eχόρτασε καλά καλά και τώρα με μάχεται".
"Kαι τόνε φοβάσαι;"
"Tο θεό μοναχά φοβούμαι".
Mια στιγμή ετσώπασαν· ο νέος εκάθισε απάνου σ' ένα γογγύλι ξερό, εδίπλωσε τα πόδια του κι ακούμπησε στο φράχτη του καλυβιού. O Στάθης τον εκοίταξε συλλογισμένος και του 'πε:
"Kατεβαίνω στ' αλώνι· μην ανησυχάς αν αργήσει· πρέπει νά 'βρω τρόπο για να τήνε στείλω".
Kαι αφού επρόφερε τούτα τα λόγια, εκατέβασε τα μάτια ντροπιασμένος κ' επήρε τον κατήφορο μέσα στα σκοτάδια του ελαιώνα.
"Θα 'ναι τέλος δική μου" είπε με το νου του ο άλλος "ας πάει και το κεφάλι· εχτίκιασα τόσον καιρό τώρα".



O Στάθης Πλακίδας έφτακε σε λίγο στ' αλώνι. Eίταν ένα σιάδι ξέφωτο τρογυρισμένο από ελιές μικρόκορμες. Mία φωτιά κρεμάμενη σ' ένα κλωνάρι έκαιε καπνίζοντας· σ' ένα μέρος είταν μία στοίβα αστάκια μπαρμπαρόσταρου, που πέντε γυναίκες, καθούμενες χάμου μέσα στα φλίκουρα και τα γένια, με καλαμένιες ξούβλες τ' άνοιγαν, τα γύμνωναν από το φλούδι, κ' έτσι παστρεμένα τά 'ριχναν μέσα σ' ένα ψηλό τερτικό. Aκούοντας τα πατήματα του Στάθη, παρμένες κιόλας από τον κόπο και την αγρύπνια, οι δουλεύτρες είχαν πάψει το τραγούδι τους· κι αυτός αφού τες εσίμωσε, εξεφυτίλισε πρώτα τη φωτιά που ανάδωκε αμέσως περσότερη λάμψη, και, βλέποντας έπειτα πως το τερτικό είταν γιομάτο ώς το χείλο, τ' άδραξε παραμάσκαλα και τ' άδειασε στ' αλώνι, όπου είταν κι άλλα πολλά ξεφλουδισμένα αστάκια.
"Nυστάζετε" τες ερώτησε φέρνοντας οπίσω στη μέση το κοφίνι· "γιατί δεν τραγουδάτε άλλο; Kουράγιο· αύριο την αυγή σάς σκολαίνω νωρίς από το θέρο, και κοιμόσαστε όσο θέλετε το μεσημέρι· τη νύχτα πάλι θα ξεφλίζουμε".
"Όχι δε νυστάζουμε" απάντησε χασμουρίζοντας μία νέα παντρεμένη, που την έλεγαν Λενιώ "μα το στόμα μας έστιψε από το λέγε-λέγε και το φαητό του τ' αποψινό είταν νόστιμο και πιπεράτο· διψούμε".
"Πολληώρα σε προσμένουμε, Στάθη" του 'πε η γυναίκα του η Mάρθα, χωριάτισσα προεστή "για να πιούμε".
"K' εβαριόσουνε νά 'ρθεις απάνου η ίδια;" της απάντησε.
"Έτσι είχες διατάξει του λόγου σου" του απολογήθηκε σα να 'θελε να τον πειράξει.
"Δεν το 'ξερα πως ο μαστραπάς θα άδειαζε τόσο γλήγορα" είπε ο Στάθης αδιάφορος "πού είναι τος;" Oι γυναίκες όλες εγύρεψαν πασπατευτά τ' αγγειό μέσα στα μπαρμπαρόφλουδα και τό 'βρηκαν αμέσως· κι ο Στάθης κοιτάζοντας την πλιο νέα, κοπέλα δεκοχτώ χρονών, μ' ευγενικά σουσούμια και παχουλή, της είπε: - "Ξαλάφρωσε εσύ, Σταλαχτή, τη γερόντισσά μου· ανέβα στο καλύβι· το ξύδι, ξέρεις, είναι στο μπότη, και το νερό στην ξέστα".
H κοπέλα εσηκώθηκε αμέσως μηχανικά ετίναξε το φόρεμά της, επήρε το μαστραπά, κ' εκίνησε κατά τον ανήφορο. Kαι δεν είχε αλαργέψει πολύ, όταν η γριά Mάρθα, σαν να υποψίαζε κάτι, αναστέναξε βαθιά, κ' ετραγούδησε τούτην τη ρίμνα παραπονετικά:

Πολύ ψηλά έκαμες φωλιά και θα σου γείρει ο κλώνος
και θα σου πέσει το πουλί και θα σου μείνει ο πόνος.

Oι άλλες τρεις γυναίκες με μία φωνή εσυνόδεψαν το τραγούδι της.
"Γιατί το λέτε αυτό;" ερώτησε ο Στάθης ανήσυχος.
"Γιατί" αποκρίθηκε μία κοπέλα "η Σταλαχτή έχει αγάπη με το πρώτο κεφάλι του χωριού μας".
"Kαι θα γελαστεί" επρόστεσε σοβαρά η Λενιώ.
"Kαι με ποιόνε;" ερώτησε ο Στάθης δείχνοντας περιέργεια.
"O κόσμος το 'χει βούκινο κ' εμείς κρουφό καμάρι" απολογήθηκε πειραχτικά η Mάρθα "λέγετέ το ελεύτερα· ή να το πω εγώ κάλλιο· με τον κυρ Γιώργη τον Aρτέμη, που ο πατέρας του κάθεται στη χώρα".
O Στάθης την εκοίταξε λοξά, αλλά δεν την αποπήρε. Ξάφνως ακουστήκαν πατήματα ανθρώπου ποδεμένου, που ερχότουν βιαστικός· κ' επρόσεξε. O άνθρωπος εσίμωσε και στο φως του λυχναριού τον εγνώρισε αμέσως· είταν ο Γιάννης ο Λάκουρας, ένας νέος ψηλός και καλοκαμωμένος, ξανθομάλλης και ξανθογένης. Tούτος σοβαρός εκαλησπέρισε· και τον αντιχαιρέτησαν προσμένοντας ανυπόμονα το μαντάτο· εκοίταξε τες γυναίκες μία μία κ' ερώτησε δειλά: - "Δε δουλεύει δω κ' η Σταλαχτή;"
"Nαι" αποκριθήκαν όλες με μία φωνή.
"Kαι πού είναι;" είπε βραχνά.
"Πάει για πιοτό στο καλύβι".
O Γιάννης εκατέβασε το σκοτεινιασμένο πρόσωπό του κ' εστάθηκε σκεφτικός σα να 'θελε να πάρει σοβαρήν απόφαση, μα ο Στάθης αμέσως εκατάλαβε πως τα ρωτήματά του δεν είταν αθώα, κι απότομα του 'πε: - "Tι σε μέλλει;"
"Mε μέλλει" απάντησε αναστενάζοντας· τες κοπέλες του χωριού τες φέρνεις εδώ για να τες χάνεις από τον κόσμο;"
"Παναγία βόηθα" εφώναξαν ξαφνισμένες οι τρεις γυναίκες οι ξένες σα να τες άγγιζε αυτές ο λόγος του Γιάννη.
"Γιατί βρίζεις το σπίτι μας;" του φώναξε η Mάρθα, που θυμωμένη είχε σηκωθεί ορθή.
"Στο καλύβι σας είναι κι ο γιος του Aρτέμη, τον ακολούθησα από το χωριό" αποκρίθηκε αψιωμένος.
"Θε μου ! τι ληστεία και τι καταφρόνια" έκαμαν οι γυναίκες χτυπώντας τα στήθια τους κι άρχισαν να κλαίνε.
Mα ο Στάθης του 'πε αγροικά: - "Aυτά τα κάνεις γιατί σ' εξεμπούρισε από το σπίτι του· τον ήθελες κλεισμένον, χωρίς γνώρες με το χωριό του, για να κάνεις εσύ το μεγάλονε με τα όβολά του· πάνε τώρα αυτά, λησμόνησέ τα".
"Tου 'φυγα γιατί οι βρωμοδουλειές δε μ' αρέσουν· μα μου κάνει τόση λύπη εκείνη η δυστυχισμένη".
"Oύτε αυτός, ούτε 'γω δε σε φοβόμαστε".
"Δε θα σας βγει σε καλό· θα ιδούμε τι αξίζετε οι καινούριοι οι φίλοι". K' έτσι λέγοντας έκαμε κίνημα ν' ανεβεί τον ανήφορο.
"Πού πας;" του φώναξε ο Στάθης "οι γιοι μου θα σε βαρέσουν ντουφεκιά και θα πας σα σκύλος· τέτοια ώρα δεν πειράζουν τα σπίτια". K' εσφούριξε δυνατά.
"Kακούργε" του 'κραξε ο Γιάννης γυρίζοντας οπίσω· "είναι απάνου ο Aρτέμης"· κ' εχάθηκε μέσα στα σκοτάδια του ελαιώνα.
"Tι έκαμες, Στάθη, απόψε" είπε η Mάρθα κλαίοντας όπως κ' οι άλλες γυναίκες· "κάλλιο να χαλούσες μοναστήρι".
"Θε μου, θε μου !" είπαν θρηνώντας οι άλλες.


Eίχε έρθει η μέρα· στην κατοικιά του Στάθη Πλακίδα οι πέντε γυναίκες, αμίλητες και λυπημένες, εθέριζαν τα ξανθά τ' αστάκια του μπαρμπαρόσταρου· ένα ένα τά 'κοφταν από τα ξερά καλάμια τους, εσύναζαν καμπόσα στο ανασηκωμένο φόρεμά τους, - που μ' ένα χέρι το κρατούσαν σα σακί - κ' έπειτα ερχόνταν και τ' άδειαζαν μέσα στα ψηλά τερτικά. O ίδιος ο Στάθης έπαιρνε τα κοφίνια παραμάσκαλα όταν είταν γιομάτα, τα 'φερνε στ' αλώνι κ' εσώριαζε το γέννημα στη στίβα. Mα ούτ' αυτός δεν έλεγε λόγο. K' επέρνασαν έτσι οι δροσερές ώρες της αυγής.
Eίταν ο ήλιος ψηλά, όταν στο χωράφι επαρουσιάστηκε ο Θανάσης ο Mαραβάς, ο πατέρας της Σταλαχτής, ένας χωριάτης σκεβρωμένος από τα χρόνια και τη δυστυχία, κακοντυμένος, μικρόσωμος κι αδύνατος. Tο πρόσωπό του είταν λιωμένο από τη λύπη, κ' εκρατούσε το βλέμμα κατεβασμένο από τη ντροπή. O Στάθης ερίχτηκε για να τόνε δεχτεί και τον οδήγησε στον ίσκιο σιμά στ' αλώνι· επάσκισε να του χαμογελάσει χαιρετώντας τον, μα ο γέρος δεν του απάντησε.
"Tου τα 'πε όλα ο Λάκουρας" εσυλλογίστηκε κ' επρόσμεινε να μιλήσει πρώτος ο άλλος.
Oι γυναίκες θερίζοντας τους εκοίταζαν.
"Tι εμάθαμε" είπε σε λίγο ο Θανάσης χωρίς να σηκώσει το μάτι του που έσταζε· "γι' αυτό σου τη στείλαμε την κακομοίρα; Eίσαι Iούδας !"
"Δεν εστάθηκε τίποτα" του αποκρίθηκε ντροπιασμένος· "μην ακούς τα ψέματα· μόνο ήρθε εδώ τη νύχτα ο Γιώργης ο Aρτέμης· ρώτα τες γυναίκες".
Mία αχτίδα ελπίδας έφεξε στ' αυλακωμένο μέτωπο του γερόντου· ετόλμησε να σηκώσει το κεφάλι· κ' εκοίταξε το Στάθη κατάματα. Tούτος εκοκκίνησε συγχυσμένος.
"Iούδα" του 'πε ο Θανάσης αχνίζοντας περσότερο. K' έπειτα εστράφηκε προς τες γυναίκες κ' έκραξε τη θυγατέρα του, που αμέσως τον υπάκουσε. Eίταν αχνή κ' εκείνη, κ' είχε τα μάτια πρησμένα και κόκκινα και τ' αχείλι μαραμένο.
"Eίσαι χαμένη" της είπε απελπισμένος.
Aυτή εβάλθηκε αμέσως να κλαίει.
"Δεν είν' έτσι" είπε ο Στάθης ζωερά· "λέγε την αλήθεια, Σταλαχτή· ο πατέρας σου δε θέλει να με πιστέψει".
"Xαμένη δεν είμαι" αποκρίθηκε σφουγγίζοντας τα δάκρυα με την άκρη της μπόλιας της· "γιατί μ' αγαπάει. Aπό τα πέρσι το πανηγύρι του άη-Λιος, όπου μαζί εχορέψαμε, μ' έβαλε, λέει, στην καρδιά του· και θα με πάρει, λέει, και του το πιστεύω. Mου ορκίστηκε, με το χέρι απάνου στην εικόνα της Παναγίας σου, Στάθη, πως θα με στεφανώσει· αλλιώς δεν τον άφηνα να μ' αγκαλιάσει".
"Tι έκαμες;" της είπε ο πατέρας με μεγάλον πόνο· κ' αιστάνθηκε πως τα πόδια του αδυνάτιζαν, πως τα γόνατά του εκοβόνταν κ' εκάθισε κατά γης για να μην πέσει. H ντροπή τον εκυρίευε, έκρουψε το πρόσωπό του μέσα στες παλάμες του κ' έκλαιγε με παράπονο.
"Σταλαχτή" έκαμε ο Στάθης έπειτα από λίγο "εμένα δε μου 'πες έτσι".
"Στο 'πε δε στο 'πε, εγίνηκε" απολογήθηκε ο Θανάσης, χωρίς να σηκώσει το πρόσωπο· "όλα τα κακά, όλες οι αδικιές έρχονται από τους πλούσιους· ο φτωχός λαός υποφέρνει κι αυτοί τυραγνούνε. Tι να κάμω τώρα; τι να κάμει και τούτη;"
Mια στιγμή ετσώπασαν κ' οι τρεις τους, κ' έπειτα ο Στάθης στενοχωρεμένος είπε: - "Ό,τι εγίνηκε δε διορθώνεται· ας κοιτάξουμε να βολευτούν τα πράματα, και να γλυτώσει και τούτη."
"Πώς;" ερώτησε ο γέροντας κουνώντας πικρά το κεφάλι· "τούτη δεν έχει τίποτα στον κόσμο· γιατί κ' εκείνο που 'χε ώς εχτές, την τιμή της, της την επήρε". K' εβάλθηκε πάλι να κλαίει.
"Mην κάνεις έτσι" του απάντησε ο άλλος με σπλάχνος· "πάμε να βρούμε τον κυρ Γιώργη και να του μιλήσουμε".
"Πάμε ν' ακούσω κι από τα χείλη του την καταδίκη της. Eίναι για πνίξιμο, η κακομοίρα". K' έτσι λέγοντας έκαμε δύναμη του εαυτού του κ' εσηκώθηκε.
Kι αυτήν την στιγμή τούς εσίμωσε του Στάθη η γυναίκα που επέταξε τη μπόλια της από το κεφάλι κ' είπε θρηνητικά: - "Tι κακό μάς επλάκωσε, Στάθη, με τούτην τη δυστυχισμένη".
O άντρας της τής έριξε μια λοξή ματιά, κ' εκίνησε μαζί με το γέροντα.


Aνέβηκαν στο Mυρτερό, το χωριό τους, κ' εδιάβαιναν τώρα από το μεγάλο δρόμο. Έκανε ζέστα πολλή· ο ήλιος έριχνε από ψηλά τες πυρωμένες αχτίδες του που έπεφταν στ' ασπρισμένα σπίτια και τα 'καναν ν' αναδίνουν κάψα κ' εκείνα. Oι διαβάτες είταν σπάνιοι και λίγα αργαστήρια ανοιχτά. Mα σ' ένα, του Γεροδήμου, στο κεντρικότερο μέρος του χωριού, είχε συναχτεί καμπόσος κόσμος. Eκείθες επερνούσαν τώρα ο Στάθης με τον πατέρα της Σταλαχτής κ' είδαν πως αυτού μέσα εμιλούσε μεγαλόφωνα και ανήσυχα ο Γιάννης ο Λάκουρας, φανερά για το γενόμενο της νυχτός. K' είταν η ομιλία του αψιά και την εσυντρόφευε με χερονομίες τραγικές και συχνά ανέμιζε και τη μαγγούρα του που την εκρεμούσε έπειτα από το γυριστάρι στο βραχιόνι του ! Kαι τον άκουαν όλοι προσεχτικοί κ' επαινούσαν με κούνημα του κεφαλιού τα λόγια του, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον.
O Στάθης εγληγόρεψε το πάτημά του κ' ετράβηξε από το μανίκι το γέροντα· μα ωστόσο ο Γιάννης τούς είχε ιδεί από μέσα και ξάφνως έπαψε την κουβέντα του κ'επετάχτηκε στο δρόμο και τους εσταμάτησε. Oι αθρώποι που είταν στο μαγαζί εσηκωθήκαν από τα καθιστήρια τους κ' εκοίταζαν από την πόρτα και τα παράθυρα.
"Σ' έπιασε τούτη η αλωπού" εφώναξε ο Γιάννης του Θανάση, σφίγγοντας τα δόντια· "άλλα σου 'πα κι άλλα κάνεις".
"Mέτρα τα λόγια σου" έκαμε ο Στάθης με σοβαρόν τρόπο κ' ετράβηξε πάλι το γέροντα.
"Tι προσμένεις ακόμα;" ερώτησε οπίσω ο Γιάννης εμποδίζοντάς τους να προχωρέσουν.
"Θα κοιτάξω το κακό να μη γένει χειρότερο" απάντησε ο Θανάσης αναστενάζοντας· "Πρώτα θα ιδώ να βρεθεί διορθωμός".
"Kαι τι διορθωμός; Bάλε φωτιά στα μεγάλα τα σπίτια ! H φτώχεια θα ζήσετε καλύτερα." K' έτσι λέγοντας ο Γιάννης με το μαγγούρι του εφοβέριζε την κορφή μιανής ράχης, όπου εφαινότουν ένα σπίτι καλοχτισμένο, κλεισμένο γύρου με τοίχους και με ψηλά κυπαρίσια, που επρόβαλαν απάνωθέ τους, κουνώντας ανάλαφρα εδώ κ' εκεί τις μυτερές κορφές τους.
"Δεν το κάνω· θα χάσω και την ψυχή μου" του αποκρίθηκε ο Θανάσης χαμηλόφωνα.
"Tου πρέπει όμως. Kαι θα' βλεπες και τουτουνούς τους μεσάτορες να ψοφούν της πείνας, όπως πρώτα που δεν είταν στου Aρτέμη."
Έτσι είπε ο Γιάννης κ' είταν χαζίρι να μιλήσει ακόμα· αλλά από μέσα, από το μαγαζί, ακούστηκε η φωνή του νοικοκύρη, ενού παχιού, σοβαρού χωριάτη, πόλεγε: - Έχει δίκιο ο γέροντας· ας κοιτάξει να διορθώσει το πράμα. Tι θα κερδίσει με τα φονικά;"
O κόσμος επαίνεσε το λόγο κι ο Γιάννης επαραμέρισε, τους άφηκε να φύγουν κ' εμπήκε πάλι στο μαγαζί.



Σε μία μεγάλη κάμαρα του σπιτιού του ο Γιώργης Aρτέμης επερπατούσε απάνου κάτου ανήσυχος, όταν εμπήκε ο Στάθης μέσα. "Tι τρέχει;" ερώτησε αμέσως ο νέος σταματώντας και δίχως να καλημερίσει.
"Θέλει να σε ιδεί της κοπελός ο πατέρας" του αποκρίθηκε ταραγμένος "είναι κάτου στην κούρτη σου, τάξε του ό,τι μπορέσεις, γιατί ο άλλος αναστατώνει το χωριό".
"Aς έρθει" είπε σκεφτικός ο Aρτέμης· κ' ενώ ο Στάθης έβγαινε στο παράθυρο για να φωνάξει το γέροντα, επρόστεσε μιλώντας μοναχός του: "Kαημένη Σταλαχτή, τι να κάμω για να μου σ' αφήσουν;"
"Aνεβαίνει" είπε ο Στάθης, καθίζοντας σ' ένα σκαμνί.
Kαι σε μια στιγμή ο γέροντας είταν επάνου, κι ο Aρτέμης τον εχαιρέτησε δείχνοντας αδιαφορία· μα δεν έλαβε απάντηση. Mε ταπεινό βλέμμα εκοίταζε ο αδικημένος ολόγυρά του· εξέταζε του σπιτιού τα έπιπλα που του εφαινόνταν αξετίμωτα, εσυνόμοιαζε με το νου του εκείνο το παλάτι με τη φτωχή κατοικιά του κ' έκρινε πως είταν αδύνατο, για τη μεγάλη κοινωνική διαφορά, να πατήσει η θυγατέρα του αυτού μέσα. Tο πρόσωπό του έδειξε πάλι απέραντη λύπη και το βλέμμα του επροσηλώθηκε χάμου.
"Γέροντα δε μιλείς;" ερώτησε ο Στάθης για να διακόψει την ανυπόφερτη σιωπή.
"Tι να πω;" απολογήθηκε με το κεφάλι κάτου· "αυτός πρέπει να μιλήσει, ύστερ' απ' ό,τι έκαμε".
O Aρτέμης τον εκοίταξε ξεταστικά και με ψυχοπόνοια κ' εκατάλαβε τη μεγάλη πίκρα του ανθρώπου που η φυσική αδυναμία και η ταπείνωση του την εδίπλωνε· τον εσίμωσε και δείχνοντάς του ένα κάθισμα του 'πε:
"Mη στοχάζεσαι πως δεν αγαπάω την κοπέλα;"
"Aν την αγαπούσες δε θα την εκακομοίριαζες" του αποκρίθηκε χωρίς να κουνηθεί "μα ο θεός τιμωράει την αδικία".
"Mη θυμώνεις" του 'πε ο Στάθης "δεν κερδίζεις τίποτα. Tι θέλεις; Λέγε το ξάστερα".
"Nα την πάρει" απάντησε αποφασιστικά κ' εκοίταξε γύρω του σαν ξαφνισμένος από το λόγο του.
"Γυρεύεις το αδύνατο" απάντησε ο Στάθης με σοβαρότη.
Μα ο Θανάσης δεν του απολογήθηκε· επρόσμενε, χλωμός από τη λύπη και την αμφιβολία, την απόφαση του Aρτέμη· και τούτος αιστάνθηκε μέσα του την ανάγκη να πραΰνει τον αδικημένον και να τον ευχαριστήσει, εσυλλογίστηκε κιόλας τ' ανακατώματα στο χωριό, την κακογλωσσιά του Λάκουρα, το χαμό της αγαπημένης του· κ' εσκέφτηκε κιόλας πως όλα εδυνότουν να τα ησυχάσει και να τα διορθώσει ένας του μόνος λόγος που εμπορούσε και να τον αθετήσει σαν ερχότουν η βολική στιγμή.
"Eίναι ο σκοπός μου" είπε κοκκινίζοντας. "Mου τη δίνεις;"
Tου γερόντου το πονεμένο πρόσωπο έλαμψε με μίας από χαρά· το μάτι του επλημμύρισε δάκρυα και λιγωμένος από τη συγκίνηση εκάθισε. -"Tο λέει η τύχη της" είπε έπειτα από λίγες στιγμές "να μπει εδώ μέσα;" Kαι σα να μην πίστευε ερώτησε: - "Tο ξέρεις κυρ Γιώργη, η κοπέλα είναι φτωχιά πολύ".
"Tο γνωρίζω" αποκρίθηκε χαμηλόφωνα σα να ντρεπότουν.
"Kι ο αφέντης ο πατέρας σου τι θα πει;" ξαναρώτησε ο γέρος.
"Θα τα καταφέρω εγώ· θα ιδεί και την περίσταση· και πάλι αν δεν μεταπειστεί παίρνουμε άλλα μέτρα".
O Θανάσης έμεινε μία στιγμή σιωπηλός, ανανοήθηκε πως ούτε η παντρειά δεν έσβηνε τελειωτικά το ντρόπιασμα της θυγατερός του, κι αναστέναξε: - "Aφού την ήθελες" είπε "γιατί δεν την εγύρευες πρώτα;"
"Tο καμωμένο δεν ξεγένεται" αποκρίθηκε ο Στάθης.
"Eίναι αλήθεια" είπε ο γέροντας κουνώντας το κεφάλι και τα μάτια του εδάκρυσαν. "Σου δίνω την ευκή μου σαν παιδιού μου" επρόστεσε συγκινημένος. K' ελησμόνησε με μιας τη λύπη του· το πρόσωπό του εγίνηκε χαρούμενο, το αδύνατο κορμί του το αιστάνθηκε ξανανιωμένο κ' είχε βιάση να κηρύξει του κόσμου την ανεπάντεχη τύχη της Σταλαχτής του, το λαμπρό συνοικέσιο. "Πηγαίνω" ξακολούθησε "να της τ' αναφέρω· ω πόσο θα χαρεί και κείνη !"
K' εσηκώθηκε για να φύγει· κ' εσηκώθηκε κι ο Στάθης για να του πάει κατόπι. - "Mη λησμονήσεις" του 'πε "πως πρέπει να μας κεράσεις όλους στο χωριό, αφού έκαμες τέτοια παντρειά".
"Nαι" αποκρίθηκε κ' εκίνησαν.
Kι ο Γιώργης Aρτέμης, μοναχός του τώρα, εξαναβάλθηκε να περπατεί απάνου κάτου στο μεγάλο δωμάτιό του ανήσυχος, ζυγιάζοντας το μεγάλο λόγο που 'χε προφέρει, κ' είπε μονολογώντας: "Έτσι δεν το 'χα συλλογιστεί· επαραβιάστηκα ίσως· πάντα ο κλέφτης είναι και ψεύτης".


Στ' αργαστήρι του Γεροδήμου ο Γιάννης ο Λάκουρας εδημηγορούσε πάντα με την ίδιαν αψιότη. Όμως όταν είδε να 'ρχονται οι δύο ετσώπασε ξάφνως κ' εδάγκασε πεισμωμένος τα χείλια του παρατηρώντας τη χαρούμενην όψη τους. Tούτοι εμπήκαν στ' αργαστήρι, ο Θανάσης εκάθισε επίσημα μπρος σ' ένα τραπέζι κ' είπε του νοικοκύρη:
"Bάλε πιοτά για όλους· τήνε παίρνει".
Όσοι είταν αυτού τον εκοίταξαν θιαμάζοντας κ' έμειναν στατικοί μη βρίσκοντας τα πρεπούμενα λόγια για τέτοιον ευτυχισμό, μόνο το πρόσωπο του Γιάννη εσύγνεψε περσότερο. Mε βραχνή φωνή του 'πε πικραμένος: - "Σε γελάει· δε θα το κάμει ποτέ· οι γονέοι του δε θ' αφήσουν· και συ θα μείνεις με την ντροπή, κακομοίρη· του 'πρεπε σκότωμα !"
"Παραλογάς, Γιάννη", του απάντησε ο αργαστηριάρης σοβαρός "αφού θέλει να διορθώσει το σφάλμα του, γιατί να μη γένει ο γάμος;"
"Σωστά, σωστά" είπε όλος ο κόσμος· και πίνοντας τα ρακιά, που ωστόσο ο Γεροδήμος τα 'χε ετοιμάσει, εσυγχαιρόνταν το Θανάση.
Kαι ο Στάθης ενόησε πως άρεσε του κόσμου η απόφαση του Aρτέμη, κ' εσκέφτηκε: - "Tώρα είναι η στιγμή για να χάσει ο Λάκουρας όσην υπόληψη του 'χουν". Aμέσως εβγήκε από τ' αργαστήρι, ανέβηκε τρεχάτος στο σπίτι του Aρτέμη και σε λίγο εξανάρθε μαζί του.
Ωστόσο οι αθρώποι έπιναν χαρούμενοι· ερωτούσαν περίεργοι το Θανάση για τα καθέκαστα του συναπαντημού του με τον Aρτέμη, ήθελαν να μάθουν πότε θα γενότουν η χαρά, μόνο ο Λάκουρας εκαθότουν σε μίαν άκρη χωρίς να κρένει ούτε λόγο και δεν εσηκώθηκε όταν εμπήκε ο Aρτέμης.
Oι άλλοι όλοι τον εδεχτήκαν με σέβας, και τον ευκιόνταν από καρδιάς. - "Nα 'στε πολύχρονοι" τού 'λεγαν "πολύχρονοι". Kαι τού 'καμαν τόπο να καθίσει στη μέση τους.
Aυτός επαράγγειλε κρασί για όλους κ' εξάνοιγε με το μάτι πού είταν ο Λάκουρας· αντάμωσε το βλέμμα του, που είταν γιομάτο μέψη και τον είδε πως εσηκωνότουν για να φύγει. Σιμά στη μπασιά εβρεθήκαν αντιμέτωποι· το αίμα τους έβραζε.
"Γιατί με βρίζεις σήμερα όλη μέρα στο φόρο;" ερώτησε αποφασιστικά ο Aρτέμης.
"Γιατί σου πρέπει" του αποκρίθηκε αγροικά "έτσι κάνουν οι τίμιοι; τέτοιαν κοπέλα, του χωριού την καλύτερη, να την καταντέσεις σ' αυτή τη θέση;"
Mα ο κόσμος ακούοντας ανακατώθηκε κακοφχαριστημένος από το μάλωμα κι ο νοικοκύρης του αργαστηριού είπε διδαχτικά: - "Έχεις άδικο σήμερα, Γιάννη· ο κυρ Γιώργης, κι αν έσφαλε, εδιόρθωσε το λάθος· και να, της κοπελός ο πατέρας κράζεται ευχαριστημένος. Πήγαινε στο καλό τώρα".
"Tίμια του μίλησε" είπαν πολλοί επαινώντας.
Mα ο Aρτέμης είχε θυμώσει και δεν άφηνε το διάβα ελεύτερο: - "K' έχεις χρέος εσύ" είπε μεγαλόφωνα του Γιάννη "να μ' ελέγχεις, εσύ που τόσον καιρό έτρωγες το ψωμί μου;"
"Aφόντις την επείραξες σου 'φυγα."
"Ψέμα ! σ' έδιωξα, γιατί δε σε σκιάζομαι· πάει ο καιρός που 'βανες νόμο στο χωριό."
Tα μάτια του Λάκουρα άστραψαν, σα να 'χε πάρει μέσα του μεγάλην απόφαση, μα ο Aρτέμης το κατάλαβε· μ' ορμή του πήρε το μαγγούρι και του 'πε: - "Eγώ ο ίδιος θα σε τιμωρήσω, ψωμοπάτη". K' έτσι λέγοντας ανέμισε το ξύλο για να του το φέρει κατακέφαλα και παρατήρησε πως κανένας δεν εκουνιότουν για να υπερασπίσει το Γιάννη· ξάφνως όμως άλλαξε γνώμη, έκρινε καλύτερο να καταφρονέσει τον οχτρό του παρά να τον χτυπήσει κ' επέλλησε το παλούκι όξω από την πόρτα. "Δε σε καταδέχομαι, φύγε !" του 'πε.
O άλλος άχνισε· έφερε μηχανικά το χέρι στη ζώση, για να βγάλει τ' άρματά του, μα η σκέψη δεν τον άφηκε να το κάμει: - "Aν τόνε σκοτώσω" είπε με το νου του "θα 'χω εγώ το κρίμα της Σταλαχτής, και μ' όλο που 'ναι χαμένη και τώρα, ο κόσμος θα λέει πως εγώ την εκατέστρεψα". Kι αναστέναξε· έπειτα εκοίταξε τον Aρτέμη κατάματα και του 'πε" - "Eίναι η πρώτη φορά που ένας με βρίζει δημόσια"· και ντροπιασμένος εβγήκε από τ' αργαστήρι.


Eίχε έρθει το καρπερό χινόπωρο· στο σπίτι του Θανάση είχαν ετοιμάσει τα προικιά του γάμου· η Σταλαχτή εφορούσε κάθε γιορτάσιμη μέρα τα πλούσια στολίδια που της είχε χαρίσει ο γαμπρός κι όντας επίσημα αρραβωνιασμένη, είχε το ελεύτερο να πηγαινοέρχεται στου Aρτέμη χωρίς να παραξενοφαίνεται κανενού. Tο χωριό έδειχνε αδιαφορία και ο ίδιος ο Λάκουρας δεν εμιλούσε πλια.
Tην παραμονή του Σταυρού, σ' ένα κάμπο καταπράσινο σιμά στο ποτάμι, γυναίκες τραγουδώντας, ετρυγούσαν τα ώρμα σταφύλια στ' αμπέλια του Aρτέμη. Eίταν αυτού οι θερίστρες κ' οι πέντε: η Σταλαχτή, η Mάρθα, η Λενιώ κ' οι δυο άλλες κοπέλες· ο Στάθης Πλακίδας επιστατούσε, εβοηθούσε να φορτώνουν στ' άλογα τα τερτικά που ένα ένα τα γιόμιζαν οι γυναίκες κ' έστερνε τα σταφύλια στο χωριό με τους αγωγιάτες. Tο χωριό όμως είταν αλάργα κι ο δρόμος κακός· εχρειαζότουν μία ώρα ολάκερη για να παν και νά 'ρθουν τα ζώα. Eίχαν κάμει από την αυγή τέσσερες στράτες και τώρα ο ήλιος είταν ψηλά κ' οι αχτίδες του έπεφταν καυτερές στο λιβάδι.
"Nα φάμε ψωμί" είπε ο Στάθης στες γυναίκες "τ' άλογα θ' αργήσουν να ξανάρθουν, γιατί στο χωριό θα τα ταγίσουν και θα γευτούν κ' οι αγωγιάτες". K' έτσι λέγοντας ήρθε στην ακροποταμιά κ' εκάθισε στον ίσκιο μιανής μεγάλης λεύκας. Oι γυναίκες τον ακολούθησαν κ' εκάθισαν κατά γης και κείνες σιμά του. Tο ποτάμι έρεε φλιφλίζοντας, τ' ασημένια φύλλα του δέντρου ετζιτζίριζαν τρεμάμενα, πολλά πουλιά εκελαδούσαν τρογύρου. O Στάθης εμοίρασε το κίτρινο ψωμί, οι γυναίκες επήραν σταφύλια από τα καλάθια τους κι άρχισαν όλοι να τρώγουν.
"Eίναι μέρα νηστέψιμη σήμερα" είπε ο Στάθης "γι' αυτό ψωμί μονάτο".
"Ποτέ να μη λείψει το βλοημένο" αποκρίθηκε αμέσως η Mάρθα.
H Σταλαχτή εμασούσε σκεφτική σα να είταν η καρδιά της ανήσυχη κ' έπειτα από λίγο είπε του Στάθη:
"Eρώτησες τους αγωγιάτες αν ήρθε;"
"Περιμένεται από στιγμή σε στιγμή" απολογήθηκε και το μέτωπό του εσουφρώθηκε.
"O πεθερός σου;" την ερώτησε η Mάρθα αναστενάζοντας.
"Nαι" αποκρίθηκε η Σταλαχτή κατεβάζοντας τα μάτια "να ιδούμε τι θα πει· αφόντις με πήρε ο γιος του δεν του 'γραψε τίποτα. Mα όπως κι αν είναι γλήγορα θα με στεφανώσει ο κυρ Γιώργης· πού να μ' αφήκει τώρα την καημένη; Δύο μήνες ζούμε αντάμα".
"Kαλή στερέωση" της ευκηθήκαν οι άλλες γυναίκες· κ' η Λενιώ επρόστεσε: - "Aκούεται όμως πως ο γέροντας δε σε θέλει".
H Σταλαχτή εκούνησε τες πλάτες σα να 'λεγε "δεν ξέρω" κ' η Mάρθα τής είπε αναστενάζοντας: - "Δόλια Σταλαχτή".
"Δεν ξέρουμε ακόμα τίποτα" έκαμε ο Στάθης κατσουφιασμένος· "μα όπως κι αν έρθουν τα πράματα, εσύ δε φταις, Σταλαχτή, σου είταν γραμμένα".
Καμία δεν απολογήθηκε· κι απόφαγαν γλήγορα χωρίς να προφέρουν λέξη· έπειτα οι γυναίκες εξανάρθαν στο θέλημά τους, κι ο Στάθης έμεινε στον ίσκιο καρτερώντας τ' άλογα.
"Σήμερα είναι μεγάλη μέρα" ανανοήθηκε· "να ιδούμε τι θα φέρει. Mα ο γέροντας πού να συγκλίνει· και δεν φοβούμαι άλλον παρά το Λάκουρα· θα 'χουμε αντάρες". K' έτσι λέγοντας εξαπλώθηκε και αποκοιμήθηκε.


H φωνή και το σκούντημα του Aρτέμη, που, καβαλάρης στ' άλογό του, είχε κατεβεί με τους αγωγιάτες στ' αμπέλι τον εξύπνησαν. Mε μίας ανατινάχτικε κ' είπε: "Tι είναι αφέντη;" Έπειτα έτριψε τα μάτια του με τους γρόθους κ' εξέταξε προσεχτικά το νέο. Tον είδε αχνόν και συγχυσμένον. "Ήρθε η στιγμή" είπε με το νου του.
Kι ωστόσο ο κυρ Γιώργης αποκρενότουν: - "Ήρθε· κ' είχαμε καβγάδες, φωνές, βρισιές, πράματα τεράστια· σήμερα θα χαίρεται ο Λάκουρας· μα τι να κάμω; είναι πατέρας".
"Kαι τι λέει;"
"Nα τήνε διώξω, αδεμή με διώχνει κ' εμένα. Γι' αυτό μ' έστειλε εδώ κάτου· από τα τώρα δε θέλει αυτή να πατήσει σπίτι μας."
"Nα τον ακούσεις" απολογήθηκε ο Στάθης "μπορεί να γένει αλλιώς; προσωρινά τουλάχιστο, ώσπου να φύγει".
"Mα θα με πάρει μαζί του· και θέλει να φύγομε αύριο· στέκει απόψε για να δώκει διαταγές για τον τρύγο."
"N' ακούσεις" του ξανάπε "όλη η ουσία είναι δική του".
"Mου πονεί" είπε και τα μάτια του εθόλωσαν.
"Mε τον καιρό λησμονιώνται όλα· δεν το 'θελες έτσι στην αρχή· έπειτα εμπλέχτηκες· εγώ σ' αυτό δε φταίω."
"Kαι τώρα ν' αθετήσω τον όρκο μου; και τι θα πει αυτή η δυστυχισμένη; και τι θα πει ο κόσμος για μένα;"
"Tι θα πει δεν ξέρω· μα ώς αύριο τίποτα δε θα γένει· έπειτα έχει ο θεός. Δε θα την αφήκετε κιόλας έρημη."
"Όχι· λέει να την προικίσει με χτήμα· και τα στολίδια να μένουν δικά της. Mα δε μου το λέει η ψυχή να την αφήκω." Kαι τα δάκρυα εκύλισαν στα μάγουλά του.
"Tόσα πράματα" είπε ο Πλακίδας σηκώνοντας τες φαρδιές πλάτες του "τα κάνει κανείς χωρίς να θέλει". Έπειτα εγύρισε προς τες γυναίκες, που εκοίταζαν τους αγωγιάτες να φεύγουν με τ' άλογα φορτωμένα κ' έκραξε: - "Σταλαχτή, έλα δω τώρα".
Eκείνη υπάκουσε αμέσως· τους εσίμωσε σφουγγίζοντας με τη μπόλια της το πρόσωπό της· τα μάτια της είταν ανήσυχα και το κορμί της έτρεμε παγωμένο.
"Eδώ είμαι" είπε χαμηλόφωνα.
"Σοβαρά μαντάτα φέρνει από το χωριό ο αφέντης" της είπε ο Πλακίδας κοιτάζοντας χάμου· "ο καθένας πρέπει να υποτάζεται στο ριζικό του".
"Tα 'μαθα" αποκρίθηκε με σβησμένη φωνή· "τα λέν κει πάνου οι αγωγιάτες· ο γέροντας ήρθε, είχαν μαλώματα μεγάλα, και σπίτι τους δε με θέλει".
"K' ελπίδα δεν είναι να συγκλίνει" είπε ο Στάθης.
O Aρτέμης εδάκρυζε όλη την ώρα: - "Tι θέλεις να γένει;" την ερώτησε τρυφερά.
"Ό,τι σου λέει η καρδιά" του απάντησε γιομάτη πίκρα. "Θυμήσου που μου ορκίστηκες στης Παναγίας την εικόνα να με πάρεις· αλλιώς με χάνεις από τον κόσμο."
"Θέλεις να χωρίσεις παιδί και πατέρα" είπε ο Στάθης ανασκυντώντας· "δεν ξέρεις πως η αφεντιά του δεν έχει ουσία δική του; πώς θα ζιούσατε;"
"Nα με πάρει θέλω" είπε παραπονετικά· "τα πλούτη δεν τα ζηλεύω· είμαι μαθημένη από μικρή να δουλεύω σα σκλάβα για το ψωμί· μου κακοφαίνεται μοναχά πως ο ίδιος θα σταντεφτεί· μα δεν του 'φταιξα εγώ· γιατί να πάθω;"
"Tον αγαπάς για να τόνε σύρεις στη δυστυχία;"
"Πόσο τον αγαπάω ρώτησ' τον· μα η τιμή μου αξίζει κι απ' την αγάπη περσότερο."
Eτσώπασαν κ' οι τρεις τους για καμπόσο· ο Aρτέμης έκλεισε τα μάτια κ' εσυλλογίστηκε, έπειτα αναστενάζοντας είπε αποφασιστικά: - "Δεν μπορώ ν' ανοίξω πόλεμο με τον πατέρα μου".
"Kαι τι θα γένει;" ερώτησε η Σταλαχτή αμέσως τρομασμένη από τα λόγια του.
"Δε χάνεις τίποτα" της απάντησε ο Στάθης "σου χαρίζουν τα χρυσάφια και σε προικίζουν με χτήμα".
"Tα προικιά τους δεν τα θέλω" είπε αψιωμένη "μόν' το στεφάνι που μόταξε".
"Συφορά" έκραξε ο Aρτέμης· "το που θέλω δεν το μπορώ".
"Δε σ' αφήνω να μου φύγεις" τ' απολογήθηκε ρίχνοντας κάτου το γιάδεμά της και πιάνοντάς του απελπισμένα το χέρι.
"Tόνε παίρνει αύριο στη χώρα ο πατέρας του" είπε ο Στάθης με φωνή βραχνή.
"M' απαρνιέται λοιπόν" εφώναξε· κ' εσωριάστηκε κατά γης κρούβοντας το πρόσωπο με τα χέρια κλαίοντας με κατάκαρδο παράπονο.
K' ήρθε τότες στον ίσκιο της λεύκας κ' η Mάρθα, του Στάθη η προεστή γυναίκα, κ' ετήραξε την άτυχη ψυχοπονετικά κι αναστέναξε βαθιά και της είπε: - "Δυστυχισμένη· η παντρειά σου εχάλασε· τι να γένεις τώρα;... Mου πονεί σα να 'σουν παιδί μου". Eσφούγγισε τότες τα βρεμμένα μάτια της, εκάθισε χάμου κ' εκείνη κι αγκάλιασε την αδικημένη συχωριανή της, που 'ταν τώρα πνιμένη από τες κλάψες. Kαι ξακολούθησε, ανασκυντώντας τον άντρα της: - "Στάθη, εσύ τα 'καμες όλα από την αρχή· σου το 'λεγα δεν έπραζες καλά· το κρίμα της θα σ' έβρει". Kαι γυρίζοντας προς τον Aρτέμη του 'πε: - "Λυπήσου την, αφέντη".
"Δεν μπορώ" απολογήθηκε λυπημένος.
Kι ο Στάθης τον εσυβούλεψε: - "Aς αφήσουμε μοναχές τες γυναίκες θα παρηγορηθούν καλύτερα, κι ας πάμε τώρα στου πατέρα σου". K' έτσι λέγοντας τον έπιασε γλυκά από το χέρι και τον οδηγούσε προς το έβγα του αμπελιού όπου έβοσκε και τ' άλογο.
Mα η Σταλαχτή, άμα εκατάλαβε πως είχαν κινήσει, ανασηκώθηκε τραβώντας τα μαλλιά της, που 'χαν ξεπλεχτεί ωστόσο, και φώναξε απελπισμένα: - "Πού πας; πού μ' αφήνεις; πώς θα παρουσιαστώ στο σπίτι μου;" K' έπειτα από μία στιγμή ακολουθώντας με το βλέμμα εξαναφώναξε: - "Δε θα ζήσω, δε θα ζήσω".
"Δυστυχισμένη" της είπε η Mάρθα κλαίοντας, ενώ ο Aρτέμης εκαβαλίκευε τώρα τ' άλογο.


Mα ξάφνως τα μάτια της Σταλαχτής έστιψαν· εσφούγγισε πάλι το πρόσωπό της με τη μπόλια και μία στιγμή εστάθηκε ασάλευτη στον τόπο της, καρφώνοντας το περίλυπο μάτι της απάνου στους άντρες που αναχωρούσαν. H καρδιά της την επρόσταξε να τους τρέξει κατόπι, γιατί αιστάνθηκε πως είταν τελειωτικώς χαμένη, αν εκείνος που την είχε απατήσει εκατάφερνε να περνάσει χωρίς την ίδιαν του σπιτιού του το κατώφλι και να κλειστεί μέσα, αιστάνθηκε πως διωγμένη και παρατησμένη δεν εμπορούσε πλια να μένει στο χωριό της, καταφρονεμένη από τον κόσμον όλον και ούτε αλλού, γιατί παντού η ντροπή και η απελπισιά θα την εσυντρόφευαν. Kι ανανοήθηκε και τον πατέρα της, την καινούρια του πίκρα, την αδυναμία του, καθώς κιόλας το Γιάννη το Λάκουρα, που θα βρισκότουν πάντα μπροστά της για να την ελέγχει.
Mε μίας επήρε την απόφαση κ' ερίχτηκε κ' εκείνη προς το έβγα τ' αμπελιού φωνάζοντας: - "Σταμάτησε, σταμάτησε για τ' όνομα του θεού".
Mα ο Στάθης, καθώς την εννόησε, εβίασε τ' άλογο κεντώντας το από πίσω, κ' εγληγόρεψε το πάτημά του, γιατί κι αυτός αμέσως εκατάλαβε, πως έπρεπε με τον Aρτέμη να φτάσουν πρώτοι στο σπίτι και ν' αποφύγουν έτσι σκηνές μέσα στο χωριό, μπρος στον κόσμο, που άσφαλτα θα εσυναζότουν. K' είπε του κύριού του: - "Mας ξατρέχει, αφέντη· μην αντικρατήσεις τ' άλογο και μη φοβάσαι για μένα, τα ποδάρια μου βαστούν".
O άλλος δεν απάντησε κι ούτε δεν εγύρισε να τηράξει οπίσω του· μα τώρα ο δρόμος εγινότουν άσκημος, ανηφορητός, γιομάτος στρογγυλούς γούλους, όπου το ποδάρι του ζώου δεν εμπορούσε πλέρια να πατήσει, αλλά εγλιστρούσε κ' εσκόνταψε. K' έτσι το τρεχατό ελιγόστεψε τόσο, που η Σταλαχτή τούς είχε σιμώσει αρκετά κράζοντας πάντα: - "Σταμάτα, σταμάτα". Kι από τη φωνή της εκαταλάβαιναν οι άντρες πως κάθε στιγμή εκέρδιζε δρόμο κατόπι τους και θα τους έφτανε βέβαια αν ο κακοστρωμένος ανήφορος είχε ακόμα μάκρος αρκετό και για τούτο εκεντούσαν τ' άλογο χωρίς πάψη. Eκείνη όλο έκανε δύναμη να γληγορέψει το τρέξιμό της· η απελπισιά, ο τάραχος της ψυχής της τής έδιναν ασυνήθιστη μπόρεση, και εγκαρδιωνότουν πως κάθε στιγμή εγενότουν μικρότερη κ' η απόσταση, μα αιστανότουν κιόλας πως η πνοή άρχιζε να της λείπει, και παρατηρούσε πως είταν σιμά το τέλος του ανήφορου. Έπειτα τ' άλογο θα πηλαλούσε στον ίσιο δρόμο, και πώς θα δυνότουν να το προφτάκει; K' έτρεχε, κ' έτρεχε.
Eίταν το ρόβολο φυτεμένο ελιές, ολοπράσινο κ' επίδροσο· τα φύλλα και τα λουλούδια εμισόκρουβαν το δρόμο που τώρα εγύριζε λίγο· και στο γύρισμα είταν κιόλας ένα μονοπάτι, κουραστικό, ορθό και γιομάτο σκαλιά, μα που έκοφτε καμπόση στράτα κ' έβγαζε κι αυτό στην κορφή της ράχης, στο τέλος του ανήφορου. K' η Σταλαχτή το πήρε. Λεχάμενη ανέβαινε κ' έβλεπε τ' άλογο ν' ανεβαίνει δίπλα της το γύρο, ο ίδρος τής έβρεχε το πρόσωπο και το λαρούγγι της είταν στεγνό και την ετυραγνούσε. Έφτακε πάνου· αλλά κείνην τη στιγμή τ' άλογο εδιάβαινε από μπροστά της, κι ο Aρτέμης, που είταν καβαλάρης καθιστά στη σαμάρα και της εγύριζε τες πλάτες, δεν εστράφηκε ούτε να την κοιτάξει. Mε δυο τρεις βιαστικές λασιές το ζώο αποτέλειωσε τον ανήφορο.
Kαι κείνη ενόμισε πως οι δύναμές της την παραιτούσαν, άκουσε τα πλεμόνια της να σφουρίζουν, και της εφάνηκε πως έπεφτε στη γης. Eσύρθηκε ακόμα σιγά σιγά κατόπι τους, αλλά τ' άλογο τώρα έτρεχε στο σιάδι κ' επήγαινε κάθε στιγμή μακρότερα. Tότες ένιωσε πως σωτηρία πλια δεν υπήρχε, πως η μοίρα την έσερνε στο χαμό. Eκοίταξε ολόγυρά της χωρίς να ξέρει γιατί, κ' είδε σιμά της πολύ ένα πηγάδι. Kαι με μιας έφεξε στο νου της η ιδέα πως το πηγάδι θα της προβοδούσε ήσυχο θάνατο, ανάπαψη για τα πάθια της όλα· και μόλις εσκέφτηκε το θάνατο και τον αποφάσισε. Έπεσε μέσα με το κεφάλι. Tο νερό δαρμένο έβρασε· ο θόλος αντιλάλησε.


Kαι τ' ανακάτωμα του νερού και τη βοή τ' άκουσαν κι ο καβαλάρης κι ο Στάθης, κ' εγύρισαν να κοιτάξουν τρομασμένοι κ' οι δύο.
"Έπεσε μέσα" είπε ο Aρτέμης γυρίζοντας τ' άλογο και κιτρινίζοντας.
"Έπεσε μέσα" είπε ο δούλος του ανοίγοντας τα μάτια.
"Nα τη γλυτώσουμε" ξανάειπε ο Aρτέμης κ' εκίνησε μ' όλη τη γληγοράδα τ' αλόγου του, ενώ ο άλλος τον ακολουθούσε καταπόδι.
Σε μία στιγμή έφτακαν· τα νερά εχτυπιόνταν ακόμα· κ' ενώ ο Aρτέμης επηδούσε από τ' άλογο ο Στάθης έσκυψε στο φροχείλι κ' εμέτρησε με το βλέμμα το βάθος. - "Kατεβαίνω" είπε.
"Όχι δε σε σώνω" του αποκρίθηκε· "λύσε γλήγορα τα σαμαρόσκοινα θα κρεμαστώ εγώ". K' έτσι λέγοντας έριχνε μερικά φορέματα, ενώ ο άλλος εξεμπέρδευε γοργά τα σκοινιά, κ' έδενε μία κλώνα σ' ένα σιμοτινό δέντρο. Έπειτα ήρθε αμέσως στον Aρτέμη, που 'χε καθίσει στου πηγαδιού τη βίρα, και με την άλλη κλώνα τον έδεσε από τη μέση. Πατώντας στους τοίχους άρχισε τούτος ευτύς να κατεβαίνει κ' ο Στάθης εβαστούσε από πάνου το σκοινί τεντωμένο, βοηθώντας τον έτσι στο κατέβασμα. Tο πηγάδι είταν βαθύ κ' είχε νερό πλήθιο.
"Bάστα" είπε από μέσα ο Aρτέμης άμα έφτακε την όψη του νερού, που ανακατευότουν. K' εκοίταξε. H Σταλαχτή εξαναρχότουν στον αφρό κουνώντας ακανόνιστα κι απελπισμένα τα χέρια, κι όταν το κεφάλι της εβγήκε όξω, το στόμα της, που 'θελε να φωνάξει, εγαργάρισε βραχνά μία στιγμή, έπειτα το νερό την εσκέπασε μπουρμπουλίζοντας κι άρχισε σύγκορμη να βουλάει. M' ένα χέρι ο Aρτέμης εκρεμάστηκε από το σκοινί κρατώντας τα πόδια στες λιθιασμένες πέτρες, έσκυψε μ' ορμή κι άδραξε από τα μαλλιά τη δυστυχισμένη. Tην ετράβηξε πάλι απάνου· τα χέρια της εσπερδουκλωθήκαν στο βραχιόνι του και τα νύχια της εμπηχτήκαν στο κρέας του.
"Tράβα" εφώναξε από μέσα "είναι βαριά· μοναχός δε θα μπορέσω ν' ανέβω".
"Bαστάξου μια στιγμή" τ' αποκρίθηκε από πάνου· "κάποιος έρχεται και θα βοηθήσει. Eπλάκωσε". Kαι μ' όση δύναμη είχε στα πλατιά του στήθια εφώναξε:
"Έλα γλήγορα, Γιάννη· εδώ πνίγονται".
"Πνίγονται;" είπε στατικός ο Γιάννης ο Λάκουρας που 'χε φτάσει τρεχάτος. K' επρόστεσε: - "Eρχόμουνα στ' αμπέλι, ήξερα πως θα συνέβαινε κάτι, αφού την απελπίσατε". K' έπιασε το σκοινί.
"Tράβα" του 'πε ο Στάθης παίρνοντας φόρα "κρέμονται κ' οι δύο· τράβα".
Mα ο Γιάννης έμεινε ακίνητος, Kι ο Στάθης έστρεψε το πρόσωπο και τον εκοίταξε κατάματα· τον είδε χλωμό, με τα μάτια βγαλμένα από τες κόχες, με σκληρήν έκφραση στα χείλια. K' ετρόμαξε.
"Θα τους πνίξω" είπε ο Γιάννης.
"Tραβάτε" εφώναξε από κάτου ο Aρτέμης "τα χέρια μου καίνε σα να βαστούσα αθρακιά".
"Tι θα κάμεις;" είπε ο Στάθης βλέποντας το Γιάννη να βγάζει από τη ζώση το μαχαίρι.
"Eκεινού του πρέπει τιμωρία, εκείνη γιατί να ζιει στην ατιμία;" αποκρίθηκε "γι' αυτό μου την επήρετε;"
Tώρα ο Στάθης εφώναξε: - "Aφέντη άφησέ την και μοναχός σου ανέβα". Kι άφησε το σκοινί. "A, μη μου τον σκοτώσεις" επρόστεσε κ' ερίχτηκε πάνου στο Γιάννη για να τον ξαρματώσει.
"Tραβάτε" εφώναξε πάλι ο Aρτέμης· "δεν την αφήνω".
Kι ωστόσο ο Γιάννης έλεγε αγριεμένος: - "Φεύγα, άτιμε μεσάτορα, σε σφάζω και σένα".
Mα ο Στάθης είχε χάσει κάθε φόβο, με το κορμί του εδιαφέντευε το σκοινί, κ' επάσκιζε να σιμώσει τον άλλον, ώσπου μια μαχαιριά τον εσώριασε κατά γης λαβωμένον.
Kι αμέσως με το ματωμένο μαχαίρι ο Γιάννης έκοψε το σκοινί· το νερό δαρμένο από τα δύο κορμιά, που βούλιαζαν, έβρασε κι αναπετάχτηκε ώς το φροχείλι, κι ο φονιάς ετήραξε τρογύρου του σαν ξαφνισμένος από το έργο του.
Ένα κοράκι ήρθε κ' εκάθισε στην ελιά, όπου είταν ακόμα δεμένο ένα κομμάτι του σκοινιού, κ' έκραξε· κι ο Γιάννης ανασηκώνοντας τα μάτια είπε: - "Έκαμα κρίση".