t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μέσκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μέσκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 2 Αυγούστου 2016

η χώρα πάλι δυστυχούσε...

Αόρατοι πόλεμοι μα θανατηφόροι εξίσου, αρρώστιες συχνά και το φριχτόν τέλος όχι στην όμορφη θέα του μοναστηριού που οι καλόγεροι κρατούν στη μέση τα κλειδιά των κρανίων∙ μήτε στον λόφο με τα κυπαρίσσια...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Εκκλησάκι στην Αττική, λάδι σε καμβά

Μάρκος Μέσκος
Χώματα
XVIII

Τω καιρώ εκείνω η χώρα πάλι δυστυχούσε.
Αόρατοι πόλεμοι μα θανατηφόροι εξίσου, αρρώστιες συχνά και το φριχτόν τέλος όχι στην όμορφη θέα του μοναστηριού που οι καλόγεροι κρατούν στη μέση τα κλειδιά των κρανίων∙ μήτε στον λόφο με τα κυπαρίσσια∙ μα στη σκόνη μέσα και στα σκουπίδια και στα υπόγεια αζήτητοι νεκροί — με το στανιό τα μάτια ορθάνοιχτα για τη φωτογραφία και την επικήρυξη. Και άλλη πείνα και ανέχεια ψυχής κάτω απ' τον ίδιο πάντοτε ουρανό του κόσμου.

Στο διηνεκές τότε διάλεξε την ώρα ο Βασιλιάς και μια μέρα εκατέβη στην αγορά όπου το ψέμα συνωστίζεται και η απάτη και οι σιωπηλές φωνές του κέρδους. Παραμέρισαν οι ρακένδυτοι να περάσει η συνοδεία και να σταθεί στο κέντρον ο Μεγαλειότατος με τις πορφύρες. Εκείνος, ο θεόπνευστος, σήκωσε τα χέρια ψηλά τρις, κάθε φορά γεμίζοντας τις χούφτες του διαμαντικά και γρόσια και χρυσάφια τινάζοντάς τα προς τα σύννεφα, σημάδι, λένε, πως αγαπούσε τους ανθρώπους και τον λαό και πως τα χάριζε σκορπώντας τα έτσι.

Αλαλάζοντας συρφετός χύμηξε ποιος να προλάβει πρώτος χτυπώντας και υβρίζοντας ο εις τον άλλον. Γρηγορότερα από τις αστραπές της βροχής συνάχτηκαν οι ξαφνικές λάμψεις στο χώμα και το στερνό φλουρί ακόμα που κυλούσε προς τον υπόνομο.

Η πομπή ξεκίνησε από τα μάτια του Βασιλιά για το παλάτι με το κνούτο μπροστά που πριν λίγο σιγούσε. Κι από τους τυχερούς της ημέρας άλλοι ταχύτατα λάκισαν σφίγγοντας τον κόρφο για το καλύβι, άλλοι βροντώντας τις τσέπες πέρασαν στις ανάγκες και στα καπηλειά∙ μα κάποιοι στη γωνιά, αμέτοχοι στην εξαγορά του βίου τους, σφίγγοντας τα δόντια έκλαιγαν.

Τρίτη 29 Ιουλίου 2014

σαν έρημη εκκλησιά...

σκοτάδι όπου και φως
φωνή παράπονου της κούνιας ασχημάτιστα λόγια
(κατοπινή ζωή στρίγκλα ζωή ποια να 'σαι)
από το χόρτο της αλήθειας έφαγε και τρελάθηκε
σαν έρημη εκκλησιά που ακόμα ψαλμουδίζει...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Εκκλησάκι στην Αττική, λάδι σε καμβά

Μάρκος Μέσκος
Ελευθερία...

XIV

Μάρτης στον χρόνο, εποχή αμυγδαλιάς.
Τα φύτρα στους λόφους πράσινα
και οι ανθοί στα δένδρα όνειρο της μέρας
(και της νύχτας). Κι εσύ το ξέρεις;
αητοί στα βράχια, φίδια στο μαύρο της πέτρας
κι ασάλευτη στην απλωσιά
η φωνή απ' το μικρό κατσίκι.

Σύννεφα του Νοτιά σύννεφα σ' άλλες γωνιές τ' ουρανού
κι ο Έγριππος στα μάτια σου με τα νερά
τα υπερήφανα ή τα χαμηλωμένα στον πυθμένα.

(Μέσα μου λιμνάζει ο λόγος και με σκοτώνει.
Με σκοτώνει).

(Από τη συλλογή Τα ανώνυμα)

Χώματα

XIII

Κρεμασμένη η σκιά του πανύψηλου δέντρου στο δειλινό χωράφι
κοντά στην κατάξερη αφάνα σπουργίτια μαζί της πετούν
στο πέρα βλέμμα και στη θάλασσα των οριζόντων γλάροι
του μαύρου κόντρα

γλώσσα που τραυλίζει παίρνοντας τα βουνά
κι ο γέροντας πικροδαφνίζοντας
να θυμάσαι θα κρυώνω εκεί κάτω είπε κι έσβησε στο σκοτάδι

σκοτάδι όπου και φως
φωνή παράπονου της κούνιας ασχημάτιστα λόγια
(κατοπινή ζωή στρίγκλα ζωή ποια να 'σαι)
από το χόρτο της αλήθειας έφαγε και τρελάθηκε
σαν έρημη εκκλησιά που ακόμα ψαλμουδίζει
τάχα μακριά από το καλό και το κακό του κόσμου

ω τέλος αφάνταστο
στα πετεινά τ' ουρανού ανήκει τώρα
χωρίς κλαρί χωρίς φωλιά χωρίς αέρα
μαύρος ήλιος και χαμένος από παντού.

(Από τη συλλογή Στον ίσκιο της γης)

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

κανείς δεν σε προσμένει...

του 'λεγα να 'ρθεί μαζί μου να γελάσει
να χορέψει ή να κλάψει κάτω απ' τη θλιμμένη βροχή
μ' αυτός βρήκε βάναυσα τα λόγια μου...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Μάρκος Μέσκος

Ποιητής

Τελείωνε το ποίημα όταν πλησίασα.
(Ήταν αθάνατος ή όχι;)
Του μιλούσα κι αυτός έβλεπε πώς πίνουν νερό τα πουλιά
του μιλούσα κι αυτός έπαιρνε τη σάλπιγγα
             να τραγουδήσει νεκρούς...
Του 'δειχνα τ' άσπρα μου μαλλιά μ' αυτός δε φοβόταν
             τον θάνατο,
του 'λεγα να 'ρθεί μαζί μου να γελάσει
να χορέψει ή να κλάψει κάτω απ' τη θλιμμένη βροχή
μ' αυτός βρήκε βάναυσα τα λόγια μου
κι έφυγε κρύβοντας την παρουσία του στο πλήθος
όπως το λαβωμένο ζώο στο δάσος.

Ενδοχώρα

Γκρίζο πρωινό σκελετωμένα δέντρα ορίζοντες τυφλοί•
για ‘κει που πας κανείς δεν σε προσμένει• φώτα χλωμά
ο πεινασμένος κι άλαλος κοκκινολαίμης μόνο
βουβός ο δρόμος κρύο πολύ
πάχνη στο αναποδογυρισμένο χώμα•
–άξιος είμαι πάρε με!

Σήματα

Πεινασμένος ο λόγος που καρτερεί σιωπηλά
λέξεις που σημαίνουν λέξεις που δεν σπιθοβολούν
λέξεις που εγείρονται να μιλήσουν πάλι βιαστικά
μην τάχα δεν προλάβουν…

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

Πονάει κάθε χάραμα η αυγή...

Δεν άκουσες ποτέ σου; Πονάει κάθε χάραμα η αυγή
στα αίματα και στη σιωπή ανεβαίνοντας ανατέλλει.
Μάρκος Μέσκος, Ψιλόβροχο Ι


http//: yannisstavrou.blogspot.com 

Μάρκος Μέσκος

Ψιλόβροχο XVII

Στοχάσου. Πόσον κράτησε η κακιά Στιγμή, πόσον το Θαύμα;

Από τη συλλογή Ψιλόβροχο (2000)

Νεκροί

Άδεια κουφάρια καρφωμένο το στόμα η γυαλάδα ακίνητη σαν
αλλήθωρη της ζωής κυνηγώντας τη λάμψη την σκότωσε.
Και η πνοή; Ασύλληπτο αεράκι δεν θα ξανάρθει ποτέ; Ποτέ.
Μάταια τ' αναφιλητά όσα μοιρολόγια γέρνουν στη γωνία και κλαίνε
αρχαία τα νομίσματα για ποιο ταξίδι η φρίκη της ερημιάς;

Αν ζω αν βρίσκομαι ακόμα στη γη δεν θα σ' αφήσω να πεθάνεις
ήλιε ξενιτεμένε ψέμα γοερό χαιρετισμούς στη Βεατρίκη
(στα κόκκινα της δύσης φανατική νοικοκυρά η αλήθεια)
πόσα σκοτάδια πέρασαν κατόπι από τα μάτια σου τα λυπημένα
σκιές της εποχής συνθήματα λησμονημένα (το τίποτε).

Σαν χάροντας αμίλητος τα μισά σου χρόνια μετρημένα κι όμως
την οριζόντια πτήση της στάχτης φοβάσαι. Νεκρός λοιπόν; Νεκρός.
Βόμβος φθινοπωρινός της μέλισσας στο λουλούδι (που δεν ακούει πια).
Άλλη μια στάση ποιο τ' όφελος; Άλλους έφαγεν η φλυαρία άλλους η σιωπή.
Κι άλλους άσπρο κοπάδι γκρεμισμένο στις χαράδρες με το ζόρι.

Από τη συλλογή Χαιρετισμοί (1995)

Χώματα (XIII)

Κρεμασμένη η σκιά του πανύψηλου δέντρου στο δειλινό χωράφι
κοντά στην κατάξερη αφάνα σπουργίτια μαζί της πετούν
στο πέρα βλέμμα και στη θάλασσα των οριζόντων γλάροι
του μαύρου κόντρα

γλώσσα που τραυλίζει παίρνοντας τα βουνά
κι ο γέροντας πικροδαφνίζοντας
να θυμάσαι θα κρυώνω εκεί κάτω είπε κι έσβησε στο σκοτάδι

σκοτάδι όπου και φως
φωνή παράπονου της κούνιας ασχημάτιστα λόγια
(κατοπινή ζωή στρίγκλα ζωή ποια να 'σαι)
από το χόρτο της αλήθειας έφαγε και τρελάθηκε
σαν έρημη εκκλησιά που ακόμα ψαλμουδίζει
τάχα μακριά από το καλό και το κακό του κόσμου

ω τέλος αφάνταστο
στα πετεινά τ' ουρανού ανήκει τώρα
χωρίς κλαρί χωρίς φωλιά χωρίς αέρα
μαύρος ήλιος και χαμένος από παντού.

Από τη συλλογή Στον ίσκιο της γης (1986)

Φωνές

Φωνές της θάλασσας και των κυμάτων μύριες απειλές
άγρια μπόρα τετρασκότεινη καταιγίδα τις φωνές σας ακούω
πρωί στο μετανιωμένο ακρογιάλι που φλοίσβο τον φλοίσβο
σπρώχνει το νερό και παίζει∙ άνεμος κι αέρας κυνηγημένος
γιατί για ποιόν για πού το μήνυμα ψηλά μακριά τ' αστέρια τί
θα 'ρθει τι θα φύγει τι θα χαθεί για πάντα μια βελανιδιά
συλλογισμένη στην άκρη του δάσους οξιές από τις δυο πλευρές
κλεισμένη παλάμη και πλατάνια όρκοι στις ρεματιές σαν
ψεύδος και σαν αλήθεια ανάμεσα τις φωνές σας ακούω∙ σαν
λύκος σαν τσακάλι σαν τελευταία αρκούδα το σφύριγμα το φως
το κύμα το θλιμμένο πουλί κι ο βόμβος γύρω από τους στήμονες∙

ήταν θηλυκό το στέρνο ήταν κραυγές αγώνων (μάταιων) ήτανε τί;
Πώς έμειναν στο στήθος μου γιατί ανατριχιάζει η σκόνη;

Από τη συλλογή Ελεγείες (2004)

Το κατοπινό μου όπλο

Στα μάτια των πνιγμένων τα καράβια
είναι μια νοσταλγία ατέλειωτη - θάλασσα η φωνή σου
         δεν μου κάνει

Αηδόνια δεν ακούω. Για σε μικρέ βοριά
θα το σκεφτώ πολύ άλλη φορά
αν ξενυχτήσω κάτω από τα δέντρα σου.

Στέκομαι απέναντι σου (ονειρεύομαι, ξυπνώ, συναλλάσσομαι
για το καλό, πονώ και θλίβομαι μαζί σου) να βρω λοιπόν
δεν είναι δύσκολο
ποια ώρα της φωνής σου μου ταιριάζει.

(Προς το παρόν η ποίηση είναι ψυχή)

Από τη συλλογή Μαυροβούνι (1963)