t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Είμαστε πιο σάπιοι από κάθε άλλη εποχή πιο διαλυμένοι από όλες τις αυτοκρατορίες...


Πρέπει να νιώσουμε τα βάρη της ιστορίας, το άχθος του γίγνεσθαι και αυτή τη βαρυθυμία από την οποία υποφέρει η συνείδηση όταν ατενίζει το σύνολο και τη ματαιότητα του παρωχημένων ή πιθανών γεγονότων...

Μάταια η νοσταλγία επικαλείται μιαν ορμή που αγνοεί τα διδάγματα που συνάγονται από τα περασμένα· υπάρχει μια κόπωση για την οποία το ίδιο το μέλλον είναι ένα κοιμητήριο, ένα δυνητικό νεκροταφείο όπως όλα όσα πρόκειται να υπάρξουν. Οι αιώνες έχουν βαρυνθεί και βαραίνουν πάνω στη στιγμή.

Είμαστε πιο σάπιοι από κάθε άλλη εποχή πιο διαλυμένοι από όλες τις αυτοκρατορίες. Η εξάντληση μας ερμηνεύει την ιστορία, το λαχάνιασμά μας κάνει να ακούμε τα ψυχορραγήματα των εθνών.

Χλωρωτικοί ηθοποιοί, προετοιμαζόμαστε να παίξουμε συμπληρωματικούς ρόλους μέσα στον τετριμμένο χρόνο: η σκηνή του σύμπαντος είναι διάτρητη και μέσα από τις τρύπες της βλέπουμε πια μονάχα μάσκες και φαντάσματα...

Εμίλ Σιοράν
΄
Οψεις της Παρακμής, Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού, σελ. 235
Μετ. Κωστης Παπαγιώργης, Εκδ. Εξάντας

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Είμαστε το μάταιο προκαθορισμένο ποτάμι...

Είμαστε το μάταιο προκαθορισμένο ποτάμι
όπως κυλά προς τη θάλασσα. Το σκέπασε η σκιά.
Όλα μάς αποχαιρετούν, όλα μακραίνουν...


Γιάννης Σταύρου, Το πλοίο φεύγει, λάδι σε χαρτί

Jorge luis Borges

Tα ποτάμια

Είμαστε ο χρόνος. Εκείνη είμαστε η περίφημη
παραβολή του Σκοτεινού Ηράκλειτου.

Είμαστε το νερό, όχι το σκληρό διαμάντι,
αυτό που χάνεται, όχι αυτό που μένει.

Είμαστε το ποτάμι κι ο Έλληνας εκείνος
που κοιτάζεται στο ποτάμι. Η αντανάκλασή του
αλλάζει στο νερό του εναλλασσόμενου καθρέφτη
στο κρύσταλλο που αλλάζει σαν τη φωτιά.

Είμαστε το μάταιο προκαθορισμένο ποτάμι
όπως κυλά προς τη θάλασσα. Το σκέπασε η σκιά.
Όλα μάς αποχαιρετούν, όλα μακραίνουν.

Η μνήμη δεν εξαργυρώνει το νόμισμά της.

Και ασφαλώς κάτι υπάρχει που απομένει
και ασφαλώς κάτι υπάρχει που θρηνεί.

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Φθινοπωρινό...

Το φθινόπωρο καλύπτει, ελάχιστα έστω, την ασχήμια - όπως η νύχτα...

Κάτι είναι κι αυτό...

Στον ποιητή γίνεται πόθος...

Γιάννης Σταύρου, Φθινόπωρο στον Υμηττό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Ναπολέων Λαπαθιώτης

Πόθος

Βαθύ χινόπωρο γοερό, πόσο καιρό σε καρτερώ,
με τις πλατιές, βαριές σου στάλες
των φύλλων άραχλοι χαμοί, των δειλινών αργοί καημοί,
που με μεθούσατε τις άλλες...

Τα καλοκαίρια μ' έψησαν και τα λιοπύρια τα βαριά,
κι οι ξάστεροι ουρανοί οι γαλάζοι:
απόψε μου ποθεί η καρδιά πότε να 'ρθεί μέσ' τα κλαριά,
ο θείος βοριάς και το χαλάζι!

Τότε, γερτός κι εγω ξανά, μέσ' τα μουγγά τα δειλινά,
θ' αναπολώ γλυκά, -ποιός ξέρει-,
και θα με σφάζει πιο πολύ, σαν ένα μακρινό βιολί,
το περασμένο καλοκαίρι...

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Κυλούσαμε, κι εμείς κι οι διπλανοί μας...

όλοι γνωρίζοντας πως δεν υπάρχει
επιστροφή, πως δεν υπάρχει τέλος
κανένα, μόνο κίνηση και πόνος
κι ο χρόνος μιας αέναης επιστροφής
σ’ αυτό που δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει...


Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Διονύσης Καψάλης

Αύγουστος μήνας…

Αύγουστος μήνας, έλιωνε η άσφαλτος

κάτω απ’ τις ρόδες των αυτοκινήτων,

καθώς κυλούσαμε όλοι ναρκωμένοι
θαρρείς προς κάποιο μαγικό προορισμό,
δικό του ο καθένας κι όμως ίδιο:
τόποι καταγωγής, θαμποί κι ατόφιοι,
με κόκαλα ιερά κατοικημένοι,
πολύ κοντά μας κι όμως τόσο μακρινοί -
σαν ίσκιοι συμπαγείς, σαν ψευδαισθήσεις:
η Ελλάδα που δεν ξέρει να πεθαίνει.


Κυλούσαμε, κι εμείς κι οι διπλανοί μας
κι άλλοι μπροστά και πίσω, ένα πλήθος
μέταλλα που άστραφταν στο φως του δειλινού,
καθρεφτισμοί και φευγαλέα πρόσωπα,
κάθε αυτοκίνητο και μία κιβωτός
σ’ ένα παιχνίδι επιστροφής που κάποιος
το κούρδισε και τ’ άφησε να παίζει
χωρίς κανένα νόημα· κυλούσαμε,
με όγκους βουνών που έριχναν στο δρόμο
από δασόφυτες πλαγιές λίγη δροσιά:
τον ίσκιο μιας απώλειας· κυλούσαμε
καθένας στο δικό του μικροσύμπαν
ιδιοτέλειας και προσδοκίας,
με μια λαθραία θλίψη κερδισμένη
ποιος ξέρει από ποια κρυφή συναλλαγή
με το αδιανόητο ενός άλλου κόσμου,
όλοι γνωρίζοντας πως δεν υπάρχει
επιστροφή, πως δεν υπάρχει τέλος
κανένα, μόνο κίνηση και πόνος
κι ο χρόνος μιας αέναης επιστροφής
σ’ αυτό που δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει.

Κι ο ένας λέει “εδώ είναι η πατρίδα μου·
εδώ γεννήθηκα, εδώ μεγάλωσα,
και πάλι εδώ θα έρθω να πεθάνω”·
κι ο άλλος δεν μιλά, σχεδόν δεν νιώθει,
τα χρόνια του στιγμές που αποσταλάζουν
φόβο το φόβο σ’ ένα κέλυφος σιωπής,
με το λαμπρό τους κέντημα από μέσα
ανεύρετο ακόμη και στα όνειρα.

Όμως εκεί, μπροστά στα μάτια μας, το φως
διηγόταν μια πολύ παλιά ιστορία,
και θά ’λεγες – τίποτα δεν αλλάζει,
το ακοίμητο νερό κυλάει ακόμα
και πλέκει τον αέναό του κύκλο
μέσα σε δάση από έλατα και δρυς,
αδιάβατα ρουμάνια και χαράδρες
και ρεματιές με τα ψηλά πλατάνια,
κι ευλογημένος από μέσα τους φυσά
αέρας δροσερός τα καλοκαίρια
και κρύος το χειμώνα με τα χιόνια.
Αν είναι ακόμα αιώνιος ο κόσμος.

Κυλούσαμε όλοι, κάπου δεκαπέντε
δισεκατομμύρια χρόνια μακριά
απ΄ τη μεγάλη έκρηξη· ο δρόμος
ήταν σπαρμένος με κουφάρια ζώων
που αδιάφοροι οδηγοί τα προσπερνούσαν,
το τρίχωμα, τα κόκαλα κι οι σάρκες
ένας αδιάφορος πολτός· κυλούσαμε
στην άσφαλτο που έλιωνε σαν λίπος,
ρευστοί μέσα στο φως, ιχνογραφίες
στη λάμψη του μεγάλου γυρισμού, καθώς
σωπαίνοντας κοιτούσαμε τον ήλιο
να βασιλεύει αυτοπυρπολημένος
αργά προς την αιώνια αδιαφορία.

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Παιδικά παιχνίδια οι ανθρώπινες δοξασίες...

 Για την ανθρώπινη φύση - 2500 χρόνια πριν...

Ο φθόνος είναι παιδί της αλαζονείας, εργάτης της εκδίκησης, αρχηγός μυστικής επανάστασης και διαρκές βάσανο της αρετής. Ο φθόνος είναι βόρβορος της ψυχής, δηλητήριο κι υδράργυρος που φθείρει τη σάρκα κι αποξεραίνει το μυελό των οστών.
Σωκράτης



Ηράκλειτος


Παιδικά παιχνίδια οι ανθρώπινες δοξασίες.


*     *     *

Εάν δεν ειπώθηκαν οι αντίθετες γνώμες τότε πως θα διαλέξετε την καλύτερη.

*     *     *

Η πολυγνωσία δεν φέρνει την εξυπνάδα.

*     *     *

Για μένα ένας ισοδυναμεί με δέκα χιλιάδες αν είναι άριστος.

*     *     *

Ο δρόμος προς τα πάνω και ο δρόμος προς τα κάτω είναι ο ίδιος δρόμος.

*     *     *

Της δικαιοσύνης το όνομα δεν θα το γνώριζαν αν δεν υπήρχαν αδικήματα.


Πυθαγόρας

Σοφέ! Αναγκασμένος να ζεις μες στον απλό κόσμο, πρέπει να είσαι μια σταγόνα λάδι που επιπλέει στο νερό, αλλά δεν αναμειγνύεται μαζί του.

*     *     *

Η μεγαλύτερη δύναμη και ο πιο μεγάλος πλούτος είναι να αποκτήσει κανείς την εγκράτεια.

*     *     *

Με την άδικη πατρίδα σου να συμπεριφέρεσαι όπως με την μητρυιά: να σιωπάς.

*     *     *

Ή πρέπει να σιωπήσεις, ή να πεις κάτι καλύτερο από τη σιωπή.

*     *     *

Στα χρόνια της τυραννίας ο λαός είναι ένα σκουλήκι που επιτρέπει να τον ποδοπατούν. Στα χρόνια της δημοκρατίας είναι μία αρκούδα που καταβροχθίζει τους ηγέτες της.

*     *     *

Μη γίνεις μέλος του επιστημονικού συλλόγου: οι πιο σοφοί όταν μαζεύονται σε συλλόγους γίνονται χυδαίοι μικροαστοί.

*     *     *

Μη λες λίγα με πολλά λόγια, αλλά πολλά με λίγα λόγια.

*     *     *

Ο βίος ορίζεται από το νόμο της Δύναμης και το νόμο της Ανάγκης (όσο νικάς την ανάγκη σου άλλο τόσο δυναμώνεις).


Λάο Τσε

Χωρίς να βγεις από το σπίτι σου μπορείς τον κόσμο να γνωρίσεις. Χωρίς να δεις απ' το παράθυρο μπορείς να ξέρεις τ' ουρανού το μυστικό. Όσο μακρύτερα πηγαίνεις, τόσο λιγότερα γνωρίζεις.
Ο συνετός μαθαίνει χωρίς να ταξιδεύει, αναγνωρίζει δίχως να κοιτά , εργάζεται χωρίς να παρεμβαίνει.

*     *     *

Εκείνος που ξέρει δε μιλάει. Εκείνος που μιλάει δεν ξέρει.

*     *     *

Όταν πληθαίνει ο αριθμός των νόμων και των διαταγών, μεγαλώνει ο αριθμός των απατεώνων και πολιτικών.


*     *     *

Οι μεγάλες υποθέσεις οπωσδήποτε ξεκινούν από κάποια μικροπράγματα.

*     *     *

Αυτοί που έχουν γνώση δεν προβλέπουν. Αυτοί που προβλέπουν δεν έχουν γνώση.


Κομφούκιος

Ο τέλειος άνθρωπος μπορεί τα πάντα να τα βρίσκει μέσα του, ενώ ο τιποτένιος τα ζητάει από άλλους.

*     *     *

Μάταια είναι η εκμάθηση χωρίς σκέψη, επικίνδυνη είναι η σκέψη χωρίς εκμάθηση.

*     *     *

Δεν αλλάζουν μόνο οι πιο σοφοί και οι πιο ανόητοι.

*     *     *

Εάν δε γνωρίζεις λέξεις, τότε με τι άλλο θα γνωρίζεις των άνθρωπο;

*     *     *

Ο ανώτερος άνθρωπος κρίνει τον εαυτό του, ο κατώτερος κρίνει τους άλλους…


Σωκράτης


Όπως όσοι βαδίζουν στον ήλιο, παρακολουθούνται από τη σκιά τους, έτσι κι όσοι έχουν μεγάλη δόξα, παρακολουθούνται από το φθόνο.

*     *     *

Οι ξένοι χάνονται στους (άγνωστους) δρόμους, κι οι αγράμματοι πελαγοδρομούν στα προβλήματα της ζωής.

*     *     *

Αν κάποιος ζητήσει από τον κήρυκα να καλέσει τους τσαγκάρηδες να σηκωθούν, θα σηκωθούν μόνον αυτοί. Εάν όμως καλέσει τους συνετούς η τους δίκαιους, τότε όλοι θα σηκωθούν.

*     *     *

Στη ζωή προξενεί πολύ μεγάλο κακό το ότι ενώ οι περισσότεροι είναι ανόητοι, νομίζουν ότι είναι μυαλωμένοι.

*     *     *

Ο φθόνος είναι παιδί της αλαζονείας, εργάτης της εκδίκησης, αρχηγός μυστικής επανάστασης και διαρκές βάσανο της αρετής. Ο φθόνος είναι βόρβορος της ψυχής, δηλητήριο κι υδράργυρος που φθείρει τη σάρκα κι αποξεραίνει το μυελό των οστών.

Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Περί όχλου, πλήθους, πλειοψηφίας, πολιτικής και πολιτικών...

Ο τωρινός κυρίαρχος επικαλείται τη λογική, ο μελλοντικός υμνεί την ελευθερία.

Παναγιώτης Κονδύλης


Francisco Goya, El Gran Cabrón/Aquelarre (λεπτομέρεια), 1819-1823

Ισχυρόν όχλον εστίν, ουκ έχει δε νουν.
(Ο όχλος έχει δύναμη, αλλά δεν έχει νουν)

Μένανδρος

Δεινόν οι πολλοί, κακούργους όταν έχουσι προστάτας.

Ευριπίδης

Πάντων εστί δυσχερέστατον το πολλοίς αρέσκειν.

(Το πιο δύσκολο απ’ όλα είναι να αρέσεις στους πολλούς)

Δημοσθένης

Το της πόλεως όλης ήθος, ομοιούται τοις άρχουσιν.
(Το ήθος των αρχόντων είναι όμοιο με το ήθος των αρχόμενων)

Ισοκράτης

Πας όχλος φοβερός.

Ξενοφών

Nihil est incertius volgo.

(Τίποτε δεν είναι πιο αβέβαιο από τον όχλο.)

Κικέρων

Η λέξη «λαός» είναι το μεγαλύτερο λογοπαίγνιο της Ιστορίας.

Πολύβιος Δημητρακόπουλος

Όποτε βρεθείς με την πλευρά της πλειοψηφίας, είναι η στιγμή που πρέπει να σταθείς και να συλλογιστείς.

Mark Twain

Ο λαός δεν θέλει τις μεγάλες ιδέες, προτιμά τις φτηνές αλήθειες.

Antoine Rivarol


Το IQ του όχλου, ισούται με το IQ του πιο ηλίθιου που είναι μέσα σ’ αυτόν, διαιρεμένο δια του πλήθους του.

Το φως νομίζει ότι ταξιδεύει ταχύτερα από οτιδήποτε, αλλά κάνει λάθος. Όσο γρήγορα και να ταξιδέψει το φως, βρίσκει το σκοτάδι να έχει φτάσει εκεί πρώτο και να το περιμένει.

Terry Pratchett

Η πολιτική ορθότητα είναι η φυσική συνέχεια της κομματικής γραμμής. Αυτό που βλέπουμε ξανά είναι μια ομάδα από αυτόκλητους εξυπνάκηδες που επιβάλλουν τις απόψεις τους στους άλλους. Είναι μια κληρονομιά του κομμουνισμού, αλλά δεν φαίνεται να το καταλαβαίνει κανείς.

Doris Lessing

Το πλήθος έχει πολλά κεφάλια, αλλά καθόλου μυαλό.

Thomas Fuller

Όπως όλοι οι Εσκιμώοι αλιείς, όλοι οι Άραβες ιππείς, και όλοι οι αρχαίοι Πάρθοι τοξόται, ούτως και όλοι οι σημερινοί Έλληνες είναι πολιτευταί, όλοι ψηφοθήραι, όλοι κομματάρχαι και εκ τούτου και κάπως ρήτορες εξ ανάγκης!

Εμμανουήλ Ροΐδης

Όποιος μιλάει εξ ονόματος άλλων είναι πάντα απατεώνας.

Emile M. Cioran

Όταν ο ήλιος του πολιτισμού είναι χαμηλά στον ορίζοντα, ακόμα και οι νάνοι ρίχνουν μεγάλες σκιές


Το μυστικό του δημαγωγού είναι να φαίνεται τόσο ηλίθιος, ώστε οι ακροατές του να νομίζουν ότι είναι τόσο έξυπνοι όσο εκείνος.

Karl Kraus

Η πολιτική είναι η διασκέδαση ασήμαντων ανθρώπων που, όταν πετυχαίνουν, γίνονται σπουδαίοι στα μάτια ακόμα πιο ασήμαντων ανθρώπων.

George Nathan

Η αργία εγέννησε την πενίαν. Η πενία έτεκεν την πείναν. Η πείνα παρήγαγε την όρεξιν. Η όρεξις εγέννησε την αυθαιρεσίαν. Η αυθαιρεσία εγέννησε την ληστείαν. Η ληστεία εγέννησε την πολιτικήν. Ιδού η αυθεντική καταγωγή του τέρατος τούτου

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Σαν φωτισμένο τραμ...

το ξωτικό της Εγνατίας που χάθηκε
καμιά φορά το σούρουπο ξαναγυρίζει
στις γειτονιές που δεν υπάρχουν πια
κι από το Χαριλάου ως το Βαρδάρι
χτυπάει το καμπανάκι του
σαν φωτισμένο τραμ και σαν κορίτσι
που υπόσχεται τον ουρανό...


Γιάννης Σταύρου,Διαγώνιος Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Τόλης Χριστοφόρου

Κίτρινο ξωτικό, κόκκινος χρόνος

το ξωτικό της Εγνατίας που χάθηκε
καμιά φορά το σούρουπο ξαναγυρίζει
λουσμένο στα θολά νερά του χρόνου

στο κίτρινό του πέρασμα μες στην ομίχλη
στο χώμα στρώνονται και πάλι οι ράγες
αρχίζει από το χτες ένα ταξίδι ατέλειωτο
ακούγεται μια μουσική
και ξεπροβάλλουν σπίτια σιωπηλά
μια ελευθερία παράνομη
στην κόκκινη καρδιά του χρόνου

στο κίτρινο του πέρασμα μες στην ομίχλη
δακρύζει κείνο το τίποτα της νιότης μας
που ήταν τα πάντα

το ξωτικό της Εγνατίας που χάθηκε
καμιά φορά το σούρουπο ξαναγυρίζει
στις γειτονιές που δεν υπάρχουν πια
κι από το Χαριλάου ως το Βαρδάρι
χτυπάει το καμπανάκι του
σαν φωτισμένο τραμ και σαν κορίτσι
που υπόσχεται τον ουρανό

Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

Το παν που φεύγει...

— Κι ίσως δεν είναι πλοίο,
ίσως είναι το παν που φεύγει,
όλα που φεύγουν — Όλα...


Γιάννης Σταύρου, Το πλοίο φεύγει, λιμάνι Θεσσαλονίκης, λάδι σε καμβά

Αλέξανδρος Μπάρας

Τα εσπέρια

Βράδυ.
Ελαιώδη τα νερά του προλιμένος,
βαριά, σαν υδραργυρικά, με κάτι
κυανά σαξωνικά, με κάτι ιώδεις
αποχρώσεις, κάτι θαμπούς
μεταλλισμούς κι αποχαυνώσεις ρόδινες…

Ναι, κάτι τέτοιες
ευδαιμονικές βραδιές,
ανώδυνες,
περιπλανώμενες βραδιές
μέσα στα θέρη,
διστακτικές να σβήσουν,
διστακτικές να καταλύσουν
την ονειροκρατία προς δυσμάς
μετά το πέσιμο του ήλιου,
— ενώ μια θεία μεσοβασιλεία
χωρίζει πια το φως που μας δυνάστευε
απ’ την ερχόμενη του σκότους μοναρχία
ναι, κάτι τέτοιες βραδιές,

στα ελαιώδη νερά του προλιμένος,
μετακινείται κύκνεια
ένα μεγάλο πλοίο,
μετακινείται παίρνοντας
κατεύθυνση προς τ’ ανοιχτά,
μ’ εκείνο το περιφρονητικό του μεγαλείο
των μακρινών αναχωρήσεων…

— Κι ίσως δεν είναι πλοίο,
ίσως είναι το παν που φεύγει,
όλα που φεύγουν — Όλα.

Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

Ενάντια στον κατοικήσιμο κόσμο...

Υπάρχει κάτι το ένοχο σε κάθε ον που αποτραβιέται. Ένας άνθρωπος που σκέφτεται, σκέφτεται πάντοτε ενάντια στον κατοικήσιμο κόσμο... 

Γιάννης Σταύρου, Καφές και βιβλία, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Πωλ Βαλερύ

Στοχασμοί 


Σε κάθε άνθρωπο βαθύ, κάποια κρυμμένη αρετή γεννά αδιάκοπα ένα ον μοναχικό.

Η ελευθερία είναι σημάδι, ανταμοιβή, αποτέλεσμα σοφής πςιθαρχίας. Μόνο ο χορευτής ξέρει να περπατά· ο τραγουδιστής να μιλά· ο στοχαστής να χαμογελά...

Ό,τι πιο βαθύ υπάρχει στον άνθρωπο, είναι το δέρμα.

Η υποκρισία είναι αιώνια· θα υπάρχει όσο οι άνθρωποι θα τιμούν ένα οποιοδήποτε ιδανικό και θα μπορεί κανείς να επωφελείται με το να φαίνεται ότι το υπηρετεί.

Φοβάμαι το γνωστό πιο πολύ από το άγνωστο.




Τι θέλετε να είναι ένας άνθρωπος που δεν δικίμασε ποτέ να γίνει όμοιος με τους θεούς; Είναι λιγότερο από άνθρωπος.

Ένας σοβαρός άνθρωπος έχει λίγες ιδέες. Ένας άνθρωπος με ιδέες δεν είναι ποτέ σοβαρός.

Οι πιο μέγάλοι άνθρωποι είναι εκείνοι που τόλμησαν να εμπιστευτούν τη δική τους κρίση - το ίδιο και οι ηλίθιοι.

Πόσα πράγματα πρέπι να αγνοείς για να "δρας".

Οι αρετές μας και τα προτερήματά μας είναι αυτό που μας κάνει μισητούς. Προκαλεί την αναζήτηση των ελαττωμάτων μας.

Υπάρχει κάτι το ένοχο σε κάθε ον που αποτραβιέται. Ένας άνθρωπος που σκέφτεται, σκέφτεται πάντοτε ενάντια στον κατοικήσιμο κόσμο. Του αρνείται τη συμμετοχή του· απομακρύνει τον πλησίον στο άπειρο...


Πωλ Βαλερύ, Στοχασμοί - Επιλογή από το έργο του
Μετ. Χαρά Μπανάκου-Καραγκούνη, Εκδ. Στιγμή

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΤΗΣ ΣΥΡΙΑΣ ΠΡΟΣ ΚΟΓΚΡΕΣΟ

Μας οδηγείτε σε ολοκαύτωμα - Υπάρχει σχέδιο εξόντωσής μας



Aυτό που όλοι υποψιαζόμαστε ότι συμβαίνει καταγγέλουν με επιστολή-καταπέλτη οι ελληνορθόδοξοι κάτοικοι της συριακής πόλης Maaloula η οποία δέχεται ανηλεείς επιθέσεις από τους "δημοκρατικούς" ισλαμιστές αντάρτες, και την απέστειλαν στο ίδιο το αμερικανικό Κογκρέσσο, το οποίο θα ψηφίσει, για το εάν οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις θα ισοπεδώσουν την Συρία βοηθώντας τις δυνάμεις της Αλ Κάιντα να επικρατήσουν, και να επιβάλουν καθεστώς τρόμου.

Η επιστολή είναι συγκινητική, οι κάτοικοι καταγγέλουν διεθνές σχεδιο εξόντωσης της ελληνορθοδοξίας, και του χριστιανισμού γενικότερα.

Δηλώνουν το αυτονόητο, ότι αμέσως μετά τους βομβαρδισμούς, σε μια κατεστραμένη Συρία,όπου ο αποδυναμωμένος στρατός δεν θα μπορεί να τους προστατέψει θα τεθούν αυτόματα στα χέρια των ισλαμιστών, με προδιαγραφή να θανατωθούν φρικτά, και να εξοντωθούν.

Και όμως την επιστολή την στέλνουν στο κοινοβούλιο μιας "χριστιανικής" χώρας, η οποία υποτίθεται ότι θεωρεί την Αλ Κάιντα μέγιστο εχθρό της και είναι διαθέσιμη να τους στηρίξει μέχρι τέλους, και ταυτόχρονα να επενδύσει τα μέγιστα στην καταστροφή των αρχαίων κοιτίδων του χριστιανισμού. Υπενθυμίζουμε ότι η στάση των ΗΠΑ ήταν υποστηρικτική και για τους ισλαμιστές της Αιγύπτου, όπως και στον καθαιρεθέντα πρόεδρο Μόρσι.

Η προσπάθεια της Αμερικής να προσποιείται ότι δεν γνωρίζει τι συμβαίνει με τους χριστιανούς της Μέσης Ανατολής, την καθιστά ύποπτη, ότι δεν επιθυμεί την ύπαρξη ελληνορθόδοξων πληθυσμών στις περιοχές αυτές, διότι στρέφονται προς την Ρωσία, η οποία από τότε που αποκήρυξε την κομμουνιστική αθεϊα, έχει αναλάβει την εκπροσώπηση, και την προστασία της Ορθοδοξίας.

Γι'αυτό το λόγο και η προσπάθεια που παρατηρείται και στην χώρα μας, απαξίωσης της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Με τα όποια λάθη της), ώστε ο Έλληνας να είναι πιο εύκολα φίλα προσκείμενος στην αλλότρια αμερικανική κουλτούρα (ο Θεός να την κάνει κουλτούρα).

Υπενθυμίζουμε ότι οι Ορθόδοξοι χριστιανοί διώκονται σχεδόν παντού αυτή την στιγμή, μην ξεχνάμε τα πρόσφατα γεγονότα στην Πρεμετή της Αλβανίας.

Ανοιχτή Επιστολή απευθύνουν οι κάτοικοι της Maaloula προς τα μέλη του Αμερικανικού Κογκρέσσο στις 05/09/13,σε μια ύστατη προσπάθειά τους να ευαισθητοποιήσουν τις συνειδήσεις των αμερικανών.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε αρχικά στο αραβικό Al-tayyar και αλλά και σε γαλλόφωνα μέσα (mondialisation.ca ,κ.ά) :

« Στις 04.00 το πρωί ώρα Δαμασκού 05/09/3, οι ένοπλες συμμορίες του λεγόμενου Ελεύθερου Συριακού Στρατού,τρομοκράτες της Jabhat al-Nosra και οι εγκληματίες του Ισλαμικού Χαλιφάτου του Ιράκ και της Μ.Ανατολής επιτέθηκαν στην πόλη μας που κείτεται ειρηνικά στο όρος Qalamoun και άρχισαν να λεηλατούν τα μοναστήρια και εκκλησίες, υφαρπάζοντας εικόνες ιστορικής αξίας και απαίτησαν από τους κατοίκους να προσηλυτιστούν στο Ισλάμ.

Ναι , αυτό συνέβη τα χαράματα, στην μικρή μας πόλη τη Μααλούλα. Οι ένοπλες συμμορίες εξαπλώθηκαν παντού επιδεικνύοντας τα πυροβόλα τους και απαγορεύοντας την πρόσβαση σε οποιοδήποτε ιερό χώρο.

Αυτές οι εγκληματικές πράξεις, με τη συστηματική λεηλασία των χριστιανικών πόλεων και την κατατρομοκράτηση του πληθυσμού αποτελούν μέρος ενός διεθνούς σχεδίου που αποβλέπει στον εκτοπισμό των χριστιανών από τις πατρίδες τους και από τις ρίζες τους. Αυτά ζούμε κι ας είναι το κράτος μας ακόμα ισχυρό. Τι θα συμβεί όταν αυτό θα έχει αποδυναμωθεί αφού οι αμερικανικές δυνάμεις θα μας έχουν βομβαρδίσει;

Αυτό που περιμένει τους χριστιανούς των χωριών και των πόλεων μόλις πέσουν στα χέρια της τρομοκρατικής οργάνωσης Jabhat al-Nosra και των ομοίων τους είναι απλά τρομακτικό…

Μπορούμε ακόμα να ελπίζουμε ότι όλες οι φοβερές επιθέσεις εναντίον των μοναστηριών, των εκκλησιών και γενικότερα του χριστιανικού στοιχείου θα καταφέρουν να αφυπνίσουν έστω και κατ’ελάχιστο τις συνειδήσεις του κόσμου ώστε να παραδεχθούν το έγκλημα της διεθνούς τρομοκρατίας εναντίον της Συρίας;

Δεν θ’ αναφερθούμε στις τόσες σφαγές όλων αυτών που εσείς ονομάζετε « μειονότητες » και οι οποίοι συγκατοικούσαν σε πόλεις και χωριά, γιατί τις γνωρίζετε με κάθε λεπτομέρεια ! ».


Σε άρθρο των Δ. Πορφύρη/ Π. Σταφυλά συγκεντρώνονται τα παρακάτω γεγοότα των τελευταίων ημερών στην πολύπαθη χριστιανική πόλη.

Οι ισλαμιστές μισθοφόροι επανέλαβαν στη χριστιανική Μααλούλα ότι είχαν διαπράξει και στην Κοιλάδα των Χριστιανών. Επιτέθηκαν με παγιδευμένο όχημα στο φυλάκιο της εισόδου της πόλης σκοτώνοντας 8 Σύρους.Μεταξύ των θυμάτων συγκαταλέγονται φαντάροι της νυχτερινής σκοπιάς και μέλη της λαικής πολιτοφυλακής.

Αφού η δολοφονική έκρηξη διαμέλισε τα σώματα των φρουρών της αμιγώς χριστιανικής ιστορικής πόλης, αντάρτες του ελεύθερου συριακού στρατού της αντιπολίτευσης και ισλαμιστές της Αλ Νούσρα, εισέβαλαν ανενόχλητοι ως νικητές στο κέντρο της πόλης.

Περιφέροντας τα πυροβόλα τους και εκτοξεύοντας προειδοποιητικά πυρά στον αέρα υπό τους γνωστούς αλλαλαγμούς του Αλάχ Ακμπάρ που επίσης είχαν δοξάσει κατά την ανατίναξη του φυλακίου, κάλεσαν τους κατοίκους σε εξισλαμισμό. Τους ενημέρωσαν ότι εάν θέλουν να παραμείνουν στις εστίες τους θα πρέπει να προσυλητισθούν διαφορετικά θα σφαγιασθούν.

« Eισέβαλαν στην κεντρική πλατεία και κατέστρεψαν ένα άγαλμα της Παναγίας » κατήγγειλαν κάτοικοι της περιοχής σε τηλεφωνική τους επικοινωνία διατηρώντας από το φόβο αντιποίνων την ανωνυμία τους.«Μας βομβάρδιζαν από το βουνό που βρίσκεται ακριβώς δίπλα.Εκεί είχαν ακροβολιστεί.Δύο οβίδες χτύπησαν την Μονή της Αγίας Θέκλας. » δήλωσαν στην Telegraph 05/09/13.Το αμερικανικό Front Page Magazine κα το λιβανέζικο Al Hadath μεταδίδουν ότι οι τρομοκράτες διακύρηξαν ότι « θα αφανίσουν οριστικά τους χριστιανούς μετά το θρίαμβο της επανάστασης » .

Το alkhabar (06/09/13) ταυτοποιεί τις ισλαμιστικές οργανώσεις που συμμετείχαν στην επίθεση.Πρόκειται για την « Απελευθέρωση του Sham », «Τα γεράκια του Sham», « Σεισμός στη γη του Sham ».Όλες ανήκουν στην Tζαμπχάτ Αλ Νούσρα « Μέτωπο της Νίκης » σύμφωνα με το δημοσίευμα που με τη σειρά της είναι παρακλάδι της Αλ Κάιντα.

Και το Συριακό Παρατηρητήριο συμφερόντων της συριακής αντιπολίτευσης αποδέχεται ότι η εισβολή πραγματοποιήθηκε από την Αλ Νούσρα και άλλες ισλαμιστικές ένοπλες ομάδες.

Εκτόξευσαν 15 οβίδες κατά της κωμόπολης, κάποιες χτύπησαν την εκκλησία του Αγίου Ηλία,του Αγίου Γεωργίου και άλλους ναούς.Στην επιχείρηση των ανταρτών συμμετείχαν 2.000 άνδρες.Τραυματίστηκαν 7 πολίτες.

Οι εξτρεμιστές έχουν ως ορμητήριο το ξενοδοχείο « ο πρεσβευτής της Μααλούλα » που βρίσκεται στη κορυφή των παρακείμενων απόκρημνων και εντυπωσιακών βράχων.Η κωμόπολη σύμφωνα πάντα με το alkhabar απαριθμεί 5000 κατοίκους και διαθέτει 40 εκκλησίες.Άλλες πληροφορίες αναφέρουν ότι κατεδάφισαν και το άγαλμα της Παναγίας που δέσποζε στην κορυφή των χαρακτηριστικών βράχων.

Ούτε η ελληνορθόδοξη ιστορική μονή του 4ου αι. της Αγίας Θέκλας δεν απέφυγε το μένος των εξτρεμιστών. Η επίθεση αυτή πραγματοποιήθηκε κατά το συνεχές σφυροκόπημα και τη μαζική επίθεση που εξαπέλυσε στις 05/09/13 η Αλ Νούσρα και άνδρες του FSA μετά την κατάληψη της πόλης που αριθμεί 3000 με 5000 κατοίκους που στην πλειοψηφία τους είναι ορθόδοξοι χριστιανοί (Lastampa).

« Ήταν τέτοια η σφοδρότητα της επίθεσης που οι πέτρες και οι βράχοι έτρεμαν » δήλωσε μοναχή από το ελληνορθόδοξο μοναστήρι της Αγίας Θέκλας..

«Δεν ξέρουμε αν οι αντάρτες έφυγαν ή όχι κανείς δεν τολμάει να βγει έξω » ανέφερε η ίδια στο AP με το οποίο επικοινώνησε διατηρώντας την ανωνυμία της.Η Νational post 06/09/13 μεταφέρει ότι η μοναχή δήλωσε ότι περίπου 100 κάτοικοι του χωριού κατέφυγαν για προστασία στη μονή. Η Lastampa καταγράφει ότι τα 27 εγκαταλελειμμένα και ορφανά παιδιά που ζουν με τη φροντίδα των μοναχών τα οδήγησαν οι αδελφές σε υπόγεια για να μην φοβούνται.

Τo βελγικό κανάλι RTL που μετέδωσε επίσης την είδηση, αναφέρει ότι στο μοναστήρι της Αγίας Θέκλας υπάρχουν 50 ορφανά που το κράτος εμπιστεύτηκε την φροντίδα τους στις μοναχές.

Ενώ με νόημα υπενθυμίζει ότι το 2008 ο πρόεδρος Άσσαντ και η σύζυγός του Άσμα επισκέφθηκαν τη μονή και συνέφαγαν με τα ορφανά χριστιανόπουλα.Σύριοι χριστιανοί κοινοτήτων του εξωτερικού μας αποκάλυψαν ότι οι δεσμοί του Σύριου Προέδρου με την ελληνοχριστιανική κοινότητα έχουν ενδυναμωθεί και από το γεγονός ότι βάπτισε τα παιδιά του σε ορθόδοξο ναό.

Η μοναχή κατήγγειλε ότι « υπήρξαν αναφορές από τους κατοίκους που φέρουν τους ισλαμιστές αντάρτες να τους απείλησαν με θάνατο σε περίπτωση που δεν προσυλητιστούν στο Ισλάμ ». Αυτήν την πληροφορία μεταδίδει και το Vancouver sun.Αραβικά ειδησεογραφικά περιγράφουν ότι ισλαμιστές που επέβαιναν σε οχήματα περιφέρονταν στους δρόμους της πόλης και τους καλούσαν με ντουντούκες να εξισλαμιστούν αν θέλουν να σώσουν τις ζωές τους.

H Lastampa 06/09/13 αναφέρει ότι οι αντάρτες κατέλαβαν το ξενοδοχείο που βρίσκεται στην κορυφή του παρακείμενου βουνού κι από εκεί σφυροκοπούσαν τις θέσεις του στρατού.Και αυτή μιλάει για μέλη της Αλ Νούσρα.

Επίσης αποκαλύπτει ότι o στρατηγικός στόχος τους ήταν να καταλάβουν τα υψώματα και πιο συγκεκριμένα το όρος Qalaman που βρίσκεται σε απόσταση 54 χλμ από τη Δαμασκό.

Το Reuters κάνει ειδική αναφορά στο εντυπωσιακό ορθόδοξο μοναστήρι της Αγίας Θέκλας όπως το χαρακτηρίζει που είναι χτισμένο στο βράχο.Ηλικιωμένοι και παιδιά σύμφωνα και μ’αυτό το πρακτορείο κατέφυγαν στις δύο μονές του Αγίου Σεργίου και της Αγίας Θέκλας που ιδρύθηκαν τον 4 αι.μ.Χ. Η ελληνορθόδοξη μονή έχει 25 αδελφές και η ηγουμένη της Πελαγία χαρακτηρίζεται για το δυναμισμό της.

Tελευταίες πληροφορίες που μεταδίδουν το πρακτορείο fides, mediarama και al manar αναφέρουν ότι το 80% των κατοίκων της κωμόπολης μετακινήθηκε ήδη προς Δαμασκό ενώ όπως δήλωσε ο καθολικός μελκίτης Πατριάρχης Γρηγόριος ο 3ος οι άνθρωποι αυτοί κατέφυγαν στην έδρα του καθολικού Πατριαρχείου αλλά και του ελληνορθόδοξου στη Δαμασκό τρομοκρατημένοι απ΄αυτά που βίωσαν.

Aυτή είναιο η τρομοκρατία που βιώνουν οι Χριστιανοί της Συρίας, που θα εξελιχθεί σε πρωτοφανή γενοκτονία, με την βοήθεια, και τις ευλογίες των ΗΠΑ, που όχι μονο θα σφυρίζουν αδιάφορα, αλλά θα βοηθήσουν και τους ισλαμιστές στο έργο τους. Η Ιστορία θα τις κρίνει αυστηρά, αλλά μέχρι τότε, χιλιάδες άνθρωποι θα πληρώσουν για αυτό το έγκλημα.


Τμήμα ειδήσεων defencenet.gr
------------------------------------------------------------------------------------

Η δημοσίευση της επιστολής στο mondialisation.ca :

Mesdames et Messieurs,

Permettez-nous de vous apprendre ce qui s’est passé aujourd’hui dans notre ville de Ma’loula [1], avant de vous rappeler ce qu’elle signifie.

À quatre heures du matin, heure de Damas, les gangs armés de la prétendue Armée Syrienne Libre [ASL], les terroristes de Jabhat al-Nosra, et les meurtriers de l’État islamique d’Irak et du Levant, ont attaqué notre ville paisiblement installée dans le Djebel Qalamoun, puis ont entrepris le saccage de ses monastères, de ses églises et de ses icônes historiques, avant d’exiger de tous les habitants de se convertir à l’Islam !

Oui, c’est ce qui est arrivé à l’aube de ce jour dans notre petite ville de Ma’loula. Les gangs armés se sont répandus partout, exposant toute leur artillerie sur la place après avoir interdit tous les accès aux lieux saints.

Ces actes criminels, ce saccage systématique de villes chrétiennes, ce terrorisme frappant leurs habitants, font partie d’un plan global visant à déplacer les chrétiens de leurs patries depuis les origines [2]. C’est ce que nous venons de vivre alors que l’Etat est toujours fort. Qu’est-ce qui nous arrivera si jamais ce n’est plus le cas, une fois que les Forces US nous auront bombardés ?

Ce qui attend les chrétiens de nos villes et villages, aux mains de l’organisation terroriste Jabhat al-Nosra et de ses semblables, est tout simplement terrifiant…  Pouvons-nous espérer que toutes les terribles agressions subies par les monastères et églises de la chrétienté telles celles qui ont eu lieu à Ghassanieh, à Saint Siméon, à l’Église de la ceinture à Homs… finiront par réveiller un tant soit peu la conscience du monde pour qu’il reconnaisse le crime terroriste commis à l’encontre de la Syrie [3] [4] ?

Nous n’aborderons même pas les massacres perpétrés dans toutes les villes et tous les villages où cohabitent ceux que vous désignez par « minorités », puisque vous en connaissez tous les détails !

Mesdames et Messieurs, permettez que nous vous rappelions l’Histoire de Ma’loula qui remonte à des milliers d’années, à l’époque araméenne où elle dépendait du Royaume de Homs, à l’époque romaine quand elle s’appelait Celeokoboles, à l’époque byzantine lorsqu’à partir du IVe siècle elle est devenue le centre d’un épiscopat de première importance qui a duré jusqu’au XVIIe siècle.

Permettez-nous de vous parler du « Monastère de Mar Sarkis » [5] construit au IVe siècle après JC et conçu selon la simple architecture de l’époque des premiers martyrs, Saint Sarkis étant l’un des cavaliers d’origine syrienne exécuté sous le règne du roi Maximanus en l’an 297 après JC ; monastère qui était resté intact jusqu’ici !

Permettez-nous de vous parler du « monastère de Mar Taqla » [6] où sont conservés les restes de Saint Thècle, fille d’un prince Séleucide et élève de Saint-Paul. Un lieu bien visible de toute la petite ville et où l’eau est à jamais de « l’eau bénite ». Un lieu élevé face à la caverne où elle s’était réfugiée après avoir échappé à la persécution des Romains. Un lieu qui depuis ces temps reculés est resté un symbole de la spiritualité et un témoignage de la vie des saints. Des religieuses en prenaient grand soin ainsi que des pèlerins venus de tous les horizons. De là, ils pouvaient contempler les refuges troglodytiques où les premiers chrétiens jeûnaient, méditaient et priaient; preuve, s’il en fallait, que Ma’loula est une ville monastique d’où l’on prie Dieu, le jour comme la nuit.

C’est Ma’loula… Ce lieu célèbre de pèlerinage où une fissure ouverte dans la montagne se remplit ou se vide d’eau en fonction des saisons, et où les pèlerins venaient chercher la bénédiction, la guérison et la pureté depuis la nuit des temps !

Les habitants de Ma’loula

αν δεν έχω κάψει ό,τι λάτρεψα και λατρέψει ό,τι έχω κάψει...

 

Είναι της μοίρας μου να κάνω τον ολοκληρωμένο γύρο των δυνατών απόψεων πάνω σε όλα τα θέματα, να γνωρίσω διαδοχικά όλες τις προτιμήσεις και όλες τις απέχθειες, και να δέσω , να λύσω, να ξαναδέσω όλους αυτούς τους κόμπους που είναι γεγονότα μιας ζωής...

Δεν έχω πια ηλικία...

Κι αυτή η ζωή δεν θα είναι τελειωμένη, αν δεν έχω κάψει ό,τι λάτρεψα και λατρέψει ό,τι έχω κάψει.

Γκαίτε, Φάουστ

Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

Το μεθυσμένο καράβι...

Διάβαζα το Μεθυσμένο καράβι σε κάποιον που δεν το γνώριζε και που δεν είχε σχέση με την ποίηση.
"Θα έλεγε κανείς ότι έρχεται απ' την προϊστορία", ήταν το σχόλιό του στο τέλος της ανάγνωσης. Αυτό θα πει κρίση.

Εμίλ Σιοράν
Γιάννης Σταύρου, Κόκκινα καράβια, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Αρθούρος Ρεμπώ 

Το μεθυσμένο καράβι

Σε Ποταμούς ατάραχους καθώς αργοκατέβαινα,
μ’ αφήκαν αρυμούλκητο οι αγγαρεμένοι ανθρώποι:
Κάποιοι έξαλλοι Ερυθρόδερμοι, γυμνούς αφού τους κάρφωσαν
στα παρδαλά τους ξόανα, τους τόξευαν κατόπι.

Έγνοια καμμιά για πλήρωμα δεν είχα εγώ, γεννήματα
φλαμανδικά κι εγγλέζικα μπαμπάκια είχα φορτίο.
Μιά και με τους ανθρώπους μου τελειώσαν τα καθέκαστα,
όπου ’θελα κι οι Ποταμοί μ’ αφήκανε να φύγω.

Παιδί εγώ κακοτράχαλο, του κεφαλιού μου κάνοντας,
πέρσυ το μισοχείμωνο ρίχτηκα μες στο σάλο
τον άγριο των παλιρροιών! Και του έκπλου μου οι Χερρσόνησες
δε θα θυμούνται αναβρασμό ποτέ τους πιο μεγάλο.

Η καταιγίδα ευλόγησε τις ναυτικές αγρύπνιες μου.
Δέκα νυχτιές, λαφρή φελλό, χωρίς ν’ αποθυμήσω
το ηλίθιο μάτι των φανών, με χόρεψαν τα κύματα
που μοίρα τους ν’ αργοκυλάν από πνιγμένους πίσω.

Πράσινο αφρόν ερούφηξεν η πλώρη μου η ελάτινη,
σαν το χυμό ξυνόμηλου παιδί όταν το δαγκώνει,
από κρασιά κι απ’ έμετους μ’ εξέπλυνεν η θάλασσα,
σκορπώντας μου στη μάνητα κι αρπάγες και τιμόνι.

Και τότε ήταν που λούστηκα στο γαλατένιο αστρόχυτο
θαλάσσιο ποίημα, τους βυθούς ρουφώντας, που συμβαίνει
κάποτε εκεί, κατάχλωμο κι εκστατικό ναυάγιο,
ένας πνιγμένος σκεφτικός να σιγοκατεβαίνει,

όπου τις κυανότητες αιφνίδια χρωματίζοντας,
ντελίρια κι αργοί ρυθμοί, φωτός χρυσοπλημμύρες,
οι πικραμένες του έρωτος εξάψεις συφλογίζονται,
δριμύτερες κι από τ’ αλκοόλ κι απ’ τις πλατιές σας λύρες!

Οι ξεσκισμένοι απ’ αστραπές γνωστοί μού είν’ ουρανόθολοι
τα ρέματα κι οι σίφουνες, γνωστό μου και το βράδι
κι η αυγή που σα φτερούγισμα περιστερών είν έξαλλη,
κι είδα όσα νόμισε γνωστά τ’ ανθρώπινο κοπάδι.

Την πράσινη ονειρεύτηκα νυχτιά, τα έκθαμβα χιόνια της,
στα μάτια του νερού φιλιών μετάδοση αργοπόρων,
τον κυκλισμό των άρρητων χυμών και την εγρήγορση
τη γαλανή και κίτρινη των ωδικών φωσφόρων.

Τον ήλιο είδα κατάστιχτο με φρίκες υπερκόσμιες
ν’ αλλάζει νέφη δυσμικά σε πάγους ιοχρόους,
τα κύματα να στέλνουνε κατάμακρα τα ρίγη τους
καθώς οι αρχαίοι ερμηνευτές της τραγωδίας τους γόους.

Μήνες οι φουσκοθαλασσιές να τρων το βράχο αγνάντεψα,
δαμάλινες αφρίζουσες μεγάλες υστερίες,
ξέροντας πως του Ωκεανού το ρύγχος δεν θα δάμαζαν
οι φωτοβηματίζουσες θαλασσινές Μαρίες.

Σ’ αφάνταστες εξόκειλα Φλωρίδες που συνταίριαζαν
άνθη με μάτια πάνθηρων, δέρματα των αγρίων
μ’ ουράνια τόξα, χαλινούς που ώς κάτω στον ορίζοντα
τεντώνανε να συγκρατούν πλήθη γλαυκών ποιμνίων.

Βρώμικα είδα βαλτόνερα, τεράστια καλαμόκλουβα,
μέσα τους ένα ολάκερο Λεβιάθαν να σαπίζουν,
σφοδρά νεροποντίσματα μέσα σε αγέλες βόνασων,
σ’ αβύσσους καταρραχτικά τα μάκρη να γκρεμίζουν.

Ήλιους θαμπούς, πάγους, νερά μαργάρινα, διάπυρους
ουρανούς και ξεβράσματα σε μυχούς κόλπων όπου
τ’ αφανισμένα από κοριούς γιγάντια φίδια πέφτουνε
δυσώδη πάν’ απ’ τα ραιβά ξερόδεντρα του τόπου.

Θ’ αποθυμούσα νά ’δειχνα στα παιδιά τα χρυσόψαρα,
τα ωραία τα ψάρια τα ωδικά του γαλανού αυτού πλάτους.
Άνθινοι αφροί κυλήσανε και με κατευοδώσανε
κι άρρητοι ανέμοι κάποτες μού εδώσαν τα φτερά τους.

Κι άλλοτε πάλι η θάλασσα, ζωνών και πόλων μάρτυρας,
με του λυγμού της το ρυθμό καθώς γλυκοκυλούσα,
μου ανέβαζεν ανθούς σκιών τίς κίτρινές της μέδουσες
και σα γυναίκα που έπεσε στα γόνατα ηρεμούσα.

Χερσόνησος λικνίζοντας στις όχθες μου τις έριδες,
την κόπρο κιτρινόφθαλμων πουλιών που εθορυβούσαν,
κι έλαμνα ενώ κατέβαιναν απ’ τα σχοινιά μου ανάμεσα
πνιγμένοι που το λίκνο τους στα βάθη αποζητούσαν...

Λοιπόν, ναυάγιο τέτοιο εγώ, κάτ’ απ’ ορμίσκων πλόκαμους,
σε μοναξιές που εχάθηκεν άπτερου αιθέρα ερήμου,
εγώ που των Χανσεατών τα πλοία κι οι Μονίτορες
το μεθυσμένο από νερό θ’ απόφευγαν σκαρί μου,

λεύτερο πια, μενεξελιά φορώντας ομιχλώματα,
εγώ που τους πλινθόχρωμους τρυπούσα ουρανοθόλους,
ήλιου λειχήνες έμπλεο και βλέννες κυανότητας,
είδη πολύ επιθυμητά στους ποιητές σας όλους,

πού ’φευγα με μηνοειδείς ηλεχτρικές κατάστιχτο,
τρελή σανίδα ιππόκαμποι που την ακολουθούσαν,
ενώ τους πόντιους ουρανούς, χοάνες φλογερότατες,
οι Ιούλιοι με χτυπήματα ροπάλων εγκρεμούσαν,

εγώ, πού ’τρεμα ακούοντας μίλια μακριά να οργάζουνε
τ’ αβυσσαλέα Μάελστρομ κι οι Βεεμώθ κατόπι,
εγώ, ο πολύς ταξιδευτής των γαλανών εκτάσεων,
κατάβαθά μου λαχταρώ τη γηραιάν Ευρώπη.

Είδα αστρικά αρχιπέλαγα, νησιά με στερεώματα
παροξυσμών που είν’ ανοιχτοί για κάθε ναύτη δρόμοι:
Σ’ απύθμενες τέτοιες νυχτιές κοιμάσαι κι εξορίζεσαι,
ω σμάρι από χρυσά πουλιά, μελλοντική εσύ ρώμη;

Μ’ αλήθεια, εθρήνησα πολύ. Όλες οι αυγές αφόρητες,
πικρός ο ήλιος και φριχτό το κάθε είναι φεγγάρι.
Σε νάρκωση μεθυστική ο αψύς με βύθισε έρωτας.
Να σπάσει πια η καρίνα μου! Το κύμα να με πάρει!

Αν της Ευρώπης λαχταρώ κάποια νερά, τα στάσιμα
θαμπά νερά αποθύμησα που ενώ γλυκοβραδιάζει,
με θλίψη αφήνει ένα παιδί σ’ αυτά το καραβάκι του,
τόσο λεπτό, που ωσάν Μαγιού πεταλουδούλα μοιάζει.

Δεν το μπορώ πιά, ω κύματα, λουσμένο μες στα θάλπη σας,
τα μπάρκα εγώ του μπαμπακιού να παραβγώ κι ακόμα
σημαίες αλαζονικές ν’ αντιπερνάω και φλάμπουρα
και κάτω από των ποντονιών να κολυμπάω το σκώμμα!


Μετ. Αλέξανδρος Μπάρας.

Arthur Rimbaud 

Le bateau ivre

Comme je descendais des Fleuves impassibles,
Je ne me sentis plus guidé par les haleurs :
Des Peaux-Rouges criards les avaient pris pour cibles,
Les ayant cloués nus aux poteaux de couleurs.

J’étais insoucieux de tous les équipages,
Porteur de blés flamands ou de cotons anglais.
Quand avec mes haleurs ont fini ces tapages,
Les Fleuves m’ont laissé descendre où je voulais.

Dans les clapotements furieux des marées,
Moi, l’autre hiver, plus sourd que les cerveaux d’enfants,
Je courus ! Et les Péninsules démarrées
N’ont pas subi tohu-bohus plus triomphants.

La tempête a béni mes éveils maritimes.
Plus léger qu’un bouchon j’ai dansé sur les flots
Qu’on appelle rouleurs éternels de victimes,
Dix nuits, sans regretter l’œil niais des falots !

Plus douce qu’aux enfants la chair des pommes sures,
L’eau verte pénétra ma coque de sapin
Et des taches de vins bleus et des vomissures
Me lava, dispersant gouvernail et grappin.

Et, dès lors, je me suis baigné dans le Poème
De la Mer, infusé d’astres, et lactescent,
Dévorant les azurs verts ; où, flottaison blême
Et ravie, un noyé pensif parfois descend ;

Où, teignant tout à coup les bleuités, délires
Et rythmes lents sous les rutilements du jour,
Plus fortes que l’alcool, plus vastes que nos lyres,
Fermentent les rousseurs amères de l’amour !

Je sais les cieux crevant en éclairs, et les trombes
Et les ressacs, et les courants : je sais le soir,
L’Aube exaltée ainsi qu’un peuple de colombes,
Et j’ai vu quelquefois ce que l’homme a cru voir !

J’ai vu le soleil bas, taché d’horreurs mystiques,
Illuminant de longs figements violets,
Pareils à des acteurs de drames très antiques
Les flots roulant au loin leurs frissons de volets !

J’ai rêvé la nuit verte aux neiges éblouies,
Baisers montant aux yeux des mers avec lenteurs,
La circulation des sèves inouïes,
Et l’éveil jaune et bleu des phosphores chanteurs !

J’ai suivi, des mois pleins, pareille aux vacheries
Hystériques, la houle à l’assaut des récifs,
Sans songer que les pieds lumineux des Maries
Pussent forcer le mufle aux Océans poussifs !

J’ai heurté, savez-vous, d’incroyables Florides
Mêlant au fleurs des yeux de panthères à peaux
D’hommes ! Des arcs-en-ciel tendus comme des brides
Sous l’horizon des mers, à de glauques troupeaux !

J’ai vu fermenter les marais énormes, nasses
Où pourrit dans les joncs tout un Léviathan !
Des écroulements d’eaux au milieu des bonaces,
Et les lointains vers les gouffres cataractant !

Glaciers, soleils d’argent, flots nacreux, cieux de braises !
Échouages hideux au fond des golfes bruns
Où les serpents géants dévorés des punaises
Choient, des arbres tordus avec de noirs parfums !

J’aurais voulu montrer aux enfants ces dorades
Du flot bleu, ces poissons d’or, ces poissons chantants.
— Des écumes de fleurs ont bercé mes dérades
Et d’ineffables vents m’ont ailé par instants.

Parfois, martyr lassé des pôles et des zones,
La mer dont le sanglot faisait mon roulis doux
Montait vers moi ses fleurs d’ombre aux ventouses jaunes
Et je restais, ainsi qu’une femme à genoux...

Presque île, ballottant sur mes bords les querelles
Et les fientes d’oiseaux clabaudeurs aux yeux blonds.
Et je voguais, lorsqu’à travers mes liens frêles
Des noyés descendaient dormir, à reculons !

Or moi, bateau perdu sous les cheveux des anses,
Jeté par l’ouragan dans l’éther sans oiseau,
Moi dont les Monitors et les voiliers des Hanses
N’auraient pas repêché la carcasse ivre d’eau ;

Libre, fumant, monté de brumes violettes,
Moi qui trouais le ciel rougeoyant comme un mur
Qui porte, confiture exquise aux bons poètes,
Des lichens de soleil et des morves d’azur ;

Qui courais, taché de lunules électriques,
Planche folle, escorté des hippocampes noirs,
Quand les juillets faisaient crouler à coups de triques
Les cieux ultramarins aux ardents entonnoirs ;

Moi qui tremblais, sentant geindre à cinquante lieues
Le rut des Béhémots et des Maelstroms épais,
Fileur éternel des immobilités bleues,
Je regrette l’Europe aux anciens parapets !

J’ai vu des archipels sidéraux ! et des îles
Dont les cieux délirants sont ouverts au vogueur :
— Est-ce en ces nuits sans fonds que tu dors et t’exiles,
Millions d’oiseaux d’or, ô future Vigueur ?

Mais, vrai, j’ai trop pleuré ! Les Aubes sont navrantes.
Toute lune est atroce et tout soleil amer :
L’âcre amour m’a gonflé de torpeurs enivrantes.
Ô que ma quille éclate ! Ô que j’aille à la mer !

Si je désire une eau d’Europe, c’est la flache
Noire et froide où vers le crépuscule embaumé
Un enfant accroupi, plein de tristesse, lâche
Un bateau frêle comme un papillon de mai.

Je ne puis plus, baigné de vos langueurs, ô lames,
Enlever leur sillage aux porteurs de cotons,
Ni traverser l’orgueil des drapeaux et des flammes,
Ni nager sous les yeux horribles des pontons ! 


Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Διαρκής επιδίωξη, χωρίς σκοπό και χωρίς ανάπαυλα...

Οι άγριοι αλληλοεξοντώνονται, οι εξημερωμένοι αλληλοεξαπατώνται - κι αυτό λέγεται "πορεία του κόσμου".
(Σοπενάουερ, Επιλογή από το έργο του, σελ. 25)

Diego Velázquez, Las Meninas (1656), λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Σοπενάουερ

Η βαθύτερη ουσία της δίχως γνώση φύσης είναι η διαρκής επιδίωξη, η χωρίς σκοπό και χωρίς ανάπαυλα.

Τούτο το γνώρισμα το συναντάμε πιο ξεκάθαρα καθώς παρατηρούμε το ζώο και τον άνθρωπο. Βούληση και επιδίωξη είναι όλη του η ουσία, που κάλλιστα μπορούμε να την παρομοιάσουμε με άσβεστη δίψα.

Βάση όμως κάθε βούλησης είναι η έλλειψη, η στέρηση, δηλαδή ο πόνος, στον οποίο κατά συνέπεια από την αρχή κιόλας παραδίνεται ο άνθρωπος διαμέσου της ουσίας του.
Αν, πάλι, συμβαίνει η βούλησή του να μην έχει αντικείμενα στα όποία να στρέφεται - όπως όταν οι επιθυμίες του ικανοποιούνται αμέσως - τον κυριεύει φοβερό κενό και ανία: η ίδια η ουσία και η υπόστασή του γίνονται γι' αυτόν αβάσταχτο φορτίο.

Έτσι, η ζωή του όλη ταλαντεύεται σαν εκκρεμές εδώ κι εκεί ανάμεσα στον πόνο και την πλήξη, που πραγματικά αποτελούν τα έσχατα συστατικά στοιχεία του. Είναι πολύ παράξενο ότι η κατάσταση αυτή έχει αποτυπωθεί και στο γεγονός πως ο άνθρωπος, αφού μετατόπισε όλα τα παθήματα κα τα βάσανά του στην Κόλαση, δεν άφησε για τον Ουρανό τίποτε άλλο εκτός από πλήξη.
(σελ. 61)

(Σοπενάουερ, Επιλογή από το έργο του
Μετ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλος & Κλάους Μπέτσεν, Εκδ. Στιγμή)

Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

Μετά από χρόνια εκατό, τον τόπο αυτό κανείς δεν ξέρει...

Μετά από χρόνια εκατό
Τον τόπο αυτό κανείς δεν ξέρει
Η Τραγωδία που παίχτηκε εκεί
Τώρα σιγή αχάραχτη...

Γιάννης Σταύρου, Δύση στην Ακρόπολη, λάδι σε καμβά


Εμιλυ Ντίκινσον (1830-1886)

1149

Μετά από χρόνια εκατό
Τον τόπο αυτό κανείς δεν ξέρει
Η Τραγωδία που παίχτηκε εκεί
Τώρα σιγή αχάραχτη

Χορτάρια αγριέψανε τριγύρω
Ξένοι διαβήκανε περαστικοί
Την ερημη συλλάβισαν Ορθογραφία
Που κράταγαν οι Αλλοτινοί  Νεκροί

Το δρόμο τον αναθυμούνται
Άνεμοι σε Χωράφια Θερινά-
Το ένστικτο μαζεύει το Κλειδί
Που πέταξε η μνήμη μακριά-

After a hundred years

After a hundred years
Nobody knows the place,--
Agony, that enacted there,
Motionless as peace.

Weeds triumphant ranged,
Strangers strolled and spelled
At the lone orthography
Of the elder dead.

Winds of summer fields
Recollect the way,--
Instinct picking up the key
Dropped by memory. 

Το Νερό, μαθαίνεται απ' τη δίψα

Το Νερό, μαθαίνεται απ' τη δίψα.
Η Στεριά – απ' το αρμένισμα στα Πέλαγα.
Η Έκσταση – απ' την οδύνη –
Η Ειρήνη, απ' των πολέμων της το χρονικό –
Η Αγάπη, απ' του τάφου το ανάγλυφο –
Τα Πουλιά, απ' το χιόνι.


1338

Κι όμως, ο Χρόνος συνεχίζεται-
Το λέω χαρούμενη σ' όσους πονάνε τώρα-
Θα ζήσουν-
Υπάρχει ήλιος-
Δεν το πιστεύουν τώρα-

(Μετ. Ερρίκος Σοφράς)

_____________________________________

288

Είμαι ο Κανένας! Εσύ είσαι ποιός;
Είσαι—κι εσύ—Κανένας;
Τότε μαζί ζευγάρι να κάνουμε!
Και μη μιλάς! μήπως μας εξορίσουν—ξέρεις!

Τί βαρετό—να ‘ σαι—ο Κάποιος!
Πόσο δημόσιο—ένα βατραχάκι ας πούμε κάπως—
Που τ’ όνομά του—έναν Ιούνη ατέλειωτο—κοάζει—
Σ’ έναν Λασπότοπο που το θαυμάζει!

352

Ίσως να ζήτησα τ’ απέραντα—
Από ουρανούς όχι πιο λίγα—παίρνω—
Γιατί, στην Πόλη που γεννήθηκα
Πυκνώνουνε σαν Μούρα, οι Γαίες—

Το Καλάθι μου έχει μέσα—μόνο—το Άπειρο—
Που ελεύθερα—στο μπράτσο μου—αιωρείται,
Αλλά μικρότερα δεμάτια—Συνωθούνται.

1246

Η Πεταλούδα σίγουρα
Σε Σκόνη τιμημένη θα ξαπλώσει
Αλλά κανείς να πειθαρχήσει τόσο δεν θ’ αναγκασθεί
Όσο η Μύγα όταν διαβεί την Κατακόμβη—

1050

Όπως βλέφαρο πρόθυμο σε κουρασμένο μάτι
Το Σούρουπο πάνω στη Μέρα γέρνει
Ώσπου απ’ ολόκληρο της φύσης μας το Σπίτι
Μόνο ο Εξώστης μένει

31

Καλοκαίρι για σένα, εγώ να είμαι
Όταν οι μέρες του Καλοκαιριού περάσουν!
Και μουσική σου ακόμα, όταν η Οριόλη
Και το  Νυχτοχελίδονο—σωπάσουν!

Για ν’ ανθοφορώ για σε, τον τάφο θα τον δρασκελίσω
Και τους ανθούς μου πάνω σου θε να σκορπίσω!
Παρακαλώ σε δρέψε με—
                           Ανεμώνη—
Λουλούδι σου—για πάντα κι  απ’ το πάντα πιο! 

(Μετ. Έλλη Συναδινού)

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

6 - 7 Σεπτεμβρίου 1955 - Ο Διωγμός των Ελλήνων της Πόλης



Μεταξύ 6 και 7 Σεπτεμβρίου 1955 οργανώθηκε στην Κωνσταντινούπολη το αγριότερο ανθελληνικό πογκρόμ που μετέτρεψε την Πόλη σε δαντική κόλαση.

Ηταν ο αγριότερος διωγμός από την εποχή της Μικρασιατικής καταστροφής που εξαπολύθηκε εναντίον των Ελλήνων της τουρκικής επικράτειας. Τουλάχιστον 30 Ελληνες της Πόλης σκοτώθηκαν από τον μαινόμενο όχλο. Ο Επίσκοπος Παμφίλου Γεράσιμος και ο γέροντας μοναχός Χρύσανθος Μαντάς ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου. Ο Μητροπολίτης Ηλιουπόλεως Γεννάδιος τρελάθηκε από το ξυλοκόπημα και λίγο αργότερα πέθανε.

Οι ομογενείς υπολογίζουν τον αριθμό των γυναικών που βιάστηκαν σε 200 ενώ καταστράφηκαν ολοσχερώς 1.000 σπίτια και άλλα 2.500 υπέστησαν ανεπανόρθωτες ζημιές. Καταστήματα Ελλήνων, φαρμακεία, σχολεία, πολιτιστικοί σύλλογοι, γραφεία εφημερίδων, ξενοδοχεία, εργοστάσια, εστιατόρια, εκκλησίες μεταμορφώθηκαν σε αποκαίδια. Η καταστροφική μανία συμπαρέσυρε και δυο αρμενικές εκκλησίες και μια συναγωγή.
Το μέγεθος της καταστροφής εκτιμήθηκε στα 150 εκατομμύρια τουρκικές λίρες, ποσό που ισοδυναμούσε με 54 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ ενώ το ποσό που κατέβαλε η τότε τουρκική κυβέρνηση του Δημοκρατικού Κόμματος ως αποζημίωση στους πληγέντες ήταν μόνο 60 εκατομμύρια λίρες.

Αφορμή της θηριωδίας
Αφορμή γι'αυτή τη θηριωδία αποτέλεσε μια έκρηξη βόμβας στο σπίτι που γεννήθηκε ο Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη το 1881 (η Θεσσαλονίκη ήταν τότε τουρκική επικράτεια).
Εκείνο όμως που έδωσε την ευκαιρία όχι μόνο στην κυβέρνηση, αλλά και στον Τύπο και στον τουρκικό όχλο να στραφεί εναντίον των Ελλήνων ήταν η ανακίνηση του Κυπριακού ζητήματος από τον Στρατάρχη Παπάγο το 1954. Με την υποκίνηση της Μεγάλης Βρετανίας η Τουρκία ενεπλάκη ενεργώς στο Κυπριακό ζήτημα, θέτοντας θέμα αν όχι επιστροφής της νήσου στην ίδια, τουλάχιστον διχοτομήσεως, για την προστασία της μουσουλμανικής μειονότητας, η οποία βαφτίστηκε «τουρκική» και αναβαθμίστηκε σε «κοινότητα».
Ο τουρκικός Τύπος έχει επιχειρήσει από τότε μια ψύχραιμη αποτίμηση των γεγονότων. Οπως ανέφερε σε πρωτοσέλιδο δημοσίευμά της η εφημερίδα «Μιλλιέτ», κατά τη διάρκεια των βανδαλισμών που διεπράχθησαν από ομάδες 20-30 ατόμων, οι δυνάμεις ασφαλείας τήρησαν παθητική στάση. Η Κωνσταντινούπολη κηρύχτηκε σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ενώ οι πρώτες ανακρίσεις επικεντρώθηκαν στο Σύλλογο «Η Κύπρος είναι Τουρκική» καθώς και σε οργανώσεις νεολαίων. Στη συνέχεια, λόγω πιέσεων της τουρκικής κυβέρνησης, άρχισαν να αποδίδονται ευθύνες στους κομμουνιστές. Αργότερα, μετά το πραξικόπημα του 1960, κατά τις δίκες στο Γιασσίαντα, αποδείχτηκε ότι τα επεισόδια ήταν προσχεδιασμένα από την τότε κυβέρνηση, η οποία είχε υποκινήσει το Σύλλογο «Η Κύπρος είναι Τουρκική» καθώς και τις νεολαιίστικες οργανώσεις να πράξουν τους βανδαλισμούς.

 




Μνήμες του 1955
Οι μνήμες των ημερών εκείνων ζωντανεύουν μέσα από τις αφηγήσεις ανθρώπων που κατέγραψαν με συγκινητικό τρόπο τα γεγονότα.
«Το απόγευμα της 6ης Σεπτεμβρίου 1955 όλα φαινόταν ήρεμα στην Πόλη. Μια μικρή ομάδα φοιτητών ήταν συγκεντρωμένη στην Πλατεία του Ταξίμ, στην κορυφή του Πέρα, διαδηλώνοντας εναντίον της Ελλάδος.
Οι πέντε μεγάλοι δρόμοι πού οδηγούσαν στην Πλατεία Ταξίμ γέμισαν ξαφνικά με ένα μαινόμενο όχλο οπλισμένο με τσεκούρια, φτυάρια, ρόπαλα, σκεπάρνια, σφυριά και σι­δερένιους λοστούς πού φώναζε «Kahrolsun giavourlar!» (Ανάθεμα στους γκιαούρηδες!) και «Yikin, kirin, giavourdur!» (Σπάστε, γκρεμίστε είναι γκιαούρης!).
Οταν μαζεύτηκαν 50.000 περίπου άτομα αλαλάζοντος όχλου, μπήκε σε εφαρμογή η επόμενη φάση του σχεδίου: Καταστροφή όλων των ελληνικών περιουσιών και βεβήλωση όλων των Ιερών και Όσίων του Ελληνισμού της Πόλης. Οι οδηγίες πού είχαν δοθεί ήταν να μη μείνει τίποτα όρθιο.
Ακολούθησαν ώρες πραγματικής κόλασης. Ενα μέρος του όχλου κινήθηκε στο Istiklal Caddesi, το περίφημο Πέρα, πού στο ένα χιλιό­μετρο της διαδρομής του είχε, σαν το πιο φημι­σμένο εμπορικό κέντρο της Πόλης, 700 περί­που μαγαζιά πού το συντριπτικό τους ποσοστό άνηκε σε Ελληνες.
Χρυσαφικά μεγάλης αξίας λεηλατήθηκαν μέσα σ' ελάχιστα λεπτά απ' τους συμπλεκόμενους μεταξύ τους διαδηλωτές. Οταν ο όχλος έφθασε στην Αγία Τριάδα, ακούστηκαν οι κραυγές «Ανάθεμα στους άπι­στους!» και ο όχλος εισέβαλε στην εκκλησία. Ο,τι κινητό υπήρχε στον ναό καταστράφηκε ή βεβηλώθηκε. Εικόνες, άγια σκεύη, ράσα ήταν ο στόχος του μανιασμένου όχλου.
Το Πέρα μέσα σε λίγες ώρες άρχισε να αλλάζη όψη. Ό δρόμος αποκτούσε ένα περίεργο υπόστρωμα, πού ήταν ένα μίγμα απ' τα πράγ­ματα πού καταστρεφόταν: μηχανήματα, γούνες, ρολόγια, παπούτσια, λάδια, τυριά, υφά­σματα, πιατικά, ρούχα, διάφορα άλλα είδη τροφίμων και ένδυσης, ανακατεμένα, κάτω απ' το βάρος του όχλου πού κινιόταν συνεχώς, δημιούργησαν σιγά-σιγά μια υπερυψωμένη μάζα λασπώδη καί λιγδερή.
Στό μεταξύ το σχέδιο της καταστροφής όλων των ελληνικών περιουσιών της Πόλης βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη: Εκατό ομάδες εκτελούσαν το φρικιαστικό τους έργο σε μια τεράστια έκταση απ' τον Βόσπορο ως τη θά­λασσα του Μαρμαρά. Οι επί κεφαλής των διαδηλωτών με καταλό­γους σπιτιών και καταστημάτων των Ελλή­νων, διεύθυναν τις ομάδες του όχλου.
Ηταν ένας οργανωμένος τυφώνας πού σά­ρωνε τα πάντα στο πέρασμα του. Δεκάδες Ελληνες πολίτες και κληρικοί κακοποιήθη­καν. Λεηλατήθηκαν ή παραδόθηκαν στις φλό­γες 73 ελληνικές εκκλησίες. Καταστράφηκαν εικόνες, αγιογραφίες και σκεύη ανεκτίμητης ιστορικής και αρχαιολογικής άξιας. Κατα­στράφηκαν ολοσχερώς και τα 26 Ελληνικά σχολεία.Η Πατριαρχική Σχολή του Φαναρι­ού που ιδρύθηκε το 1453 και ή Θεολογική Σχο­λή της Χάλκης υπέστησαν το μένος του όχλου με ιδιαίτερη βαρβαρότητα. Το Ζάππειο Λύκειο δέχτηκε την επιδρομή του όχλου που κα­τρακύλησε απ' τις μεγάλες μαρμάρινες σκάλες το άγαλμα του ευεργέτου του Σχολείου Κων­σταντίνου Ζάππα και, κατέστρεψε όχι μόνο θρανία, πιάνο, αίθουσα τελετών αλλά έκανε και τεράστια ζημιά στις τοιχογραφίες πού κο­σμούσαν το εσωτερικό του σχολείου. 4.340 ελληνικά καταστήματα λεηλατήθηκαν και κα­ταστράφηκαν. 2.600 σπίτια Ελλήνων βρέθη­καν στο μάτι του κυκλώνα και παραδόθηκαν στο μένος καί την πρωτοφανή λύσσα του ό­χλου. Ρημάχτηκαν κυριολεκτικά και κατα­στράφηκαν τα γραφεία και τα πιεστήρια των τριών μεγάλων ελληνικών εφημερίδων της Κωνσταντινούπολης.
Στο Ελληνικό νεκροταφείο του Σισλί μια ομάδα τυφλωμένων απ' το μίσος διαδηλωτών επί δύο ολόκληρες ώρες κατέστρεφε τάφους καί σταυρούς, έσκαβε τους πιο πρόσφατους και έβγαζε έξω τα πτώματα μαχαιρώνοντας και κομματιάζοντας τα.
Στην Παναγία των Βλαχερνών, που χτίστη­κε πάνω στα θεμέλια Βυζαντινού ναού του 470 μ.Χ., ο όχλος των διαδηλωτών κατέστρεψε με απίστευτη μανία ό,τι οι Ελληνες κατάφεραν να διατηρήσουν για χίλια τετρακόσια ογδόντα πέντε χρόνια.
Στον Αγιο Γεώργιο στα Ψωμαθιά, μια εκ­κλησία χτισμένη τον 13ο αιώνα που οι Τούρκοι ονόμαζαν kanli kilise (ματωμένη εκκλησία) απ' το αίμα που έχυσαν στο σημείο εκείνο την ημέρα της άλωσης της Κωνσταντινούπολης, η μανία των διαδηλωτών μετέτρεψε την ιστορι­κή εκκλησία σε σωρό ερειπίων.
Το οργανωμένο σχέδιο της ολοκληρωτικής καταστροφής των περιουσιών των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης διήρκεσε 6 ώρες πε­ρίπου. Στίς 12 τα μεσάνυχτα και αφού οι τέλεια οργανωμένες ομάδες είχαν σχεδόν ολοκληρώ­σει το έργο τους, η Τουρκική Κυβέρνηση ευαρεστήθηκε να κηρύξει Στρατιωτικό Νόμο σε μια Πόλη παραδομένη στις φλόγες. Το σχέ­διο τους σημείωσε καταπληκτική επιτυχία. Το σύνολο σχεδόν των ελληνικών περιουσιών κα­ταστράφηκε. Ό ελληνικός πληθυσμός τρομο­κρατήθηκε. Οί απειλές για τη ζωή όσων είχαν επιβιώσει ήταν διάχυτες στην ατμόσφαιρα. Ό στόχος τους λαβώθηκε θανάσιμα, Ό Ελ­ληνισμός της Κωνσταντινούπολης δεν επρό­κειτο να συνέλθει ποτέ από το χτύπημα της νύ­χτας αυτής. Σιγά-σιγά καραβάνια ολόκληρα από Ελληνες εγκατέλειπαν την Βασιλεύουσα για να εξασφαλίσουν τουλάχιστον τη ζωή τους».

Πηγή: http://www.iefimerida.gr/

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ 6ης-7ης ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1955

Ιατρός N. Dosdogru για την κατάθεσή του στο δικαστήριο:

«Καθώς νύχτωνε, η ανηφοριά που μέναμε άρχισε να γεμίζει από πλήθη που έτρεχαν άλλοι πάνω προς τα κάτω κι άλλοι στην αντίθετη κατεύθυνση. Στα χέρια τους κρατούσαν σημαίες (τουρκικές), φωτογραφίες του Ατατούρκ, καζμάδες, μπαλτάδες και ρόπαλα και κράζοντας έφτυναν μπρος στην πόρτα του κήπου του κτιρίου που μέναμε.

Ήταν το μόνο σπίτι όπου κατοικούσε Ρωμιός. Σε αυτή την γειτονιά έμεναν περισσότεροι Εβραίοι και Αρμένιοι. Κραύγαζαν ότι η Κύπρος είναι τουρκική και θα μείνει, αναθεμάτιζαν τον Μακάριο. Στην αρχή κατέστρεψαν το αυτοκίνητο του ιδιοκτήτη μας, του Σόλωνα. Τα ρόπαλα, οι καζμάδες και οι μπαλτάδες που έπεφταν πάνω στο αυτοκίνητο με μίσος, σε λίγο το μετέτρεψαν σε άμορφη μάζα. Στην συνέχεια όρμησαν προς το σπίτι».

Από την κατάθεσή του στην δίκη του Sevket Temiz:

«Το βράδυ της 6ης Σεπτεμβρίου καθόμουν σε ένα καφενείο της εθνικής οδού Αδριανούπολης-Κωνστα τινούπολης. Κατά τις 4.30 μ.μ. πέρασαν δύο φορτηγά γεμάτα με χωρικούς, προς την κατεύθυνση της Πόλης. Λίγο μετά πέρασε ένα ακόμη, το οποίο στάθηκε να βάλει βενζίνη. Ένας από το πλήθος μου είπε: «Φίλε, στην Πόλη έχει γλέντι, πάμε εκεί». Όταν τον ρώτησα τι γλέντι, απάντησε: «Το έργο θα το δεις αύριο» και όλοι μαζί έσκασαν στα γέλια. Κατά τις 10 μ.μ. έφτασε αργοπορημένο από την Πόλη ένα λεωφορείο, όταν ρώτησα τον οδηγό μου είπε: «Μη ρωτάς, την Κωνσταντινούπολη να μην τη δεις, από άκρη σε άκρη έβαλαν φωτιές, την έκαψαν, την γκρέμισαν, μετατράπηκε σε αλάνα».

Μαρτυρία του Hicri Tan (κινηματογραφιστή) στην δίκη της Πλάτης:

«Άφησα τον φίλο μου μπροστά στο μαγαζί του Γιάννη, έτσι δεν έπαθε ζημιά. Αυτό δείχνει ότι αν ήθελε η αστυνομία θα μπορούσε να εμποδίσει τα γεγονότα. Την ίδια ώρα στο Πέρα, ο όχλος που ερχόταν από κάτω, σταμάτησε μπρος στον αστυνόμο που είχε βάρδια στο Αγάτζαμι και του ζήτησαν μαχαίρι για να ξεσκίσουν τις γούνες που κουβαλούσαν μαζί τους. Ο αστυνόμος προτίμησε να σκίσει τις γούνες μόνος του».
Μαρτυρία του δικηγόρου της Σμύρνης Rasim Atalay: «Την ημέρα των γεγονότων, ήμουν νομικός σύμβουλος του ΝΑΤΟ στην Σμύρνη. Στη 1 μετά τα μεσάνυχτα χτύπησε το τηλέφωνο, με ζήτησε ο Έλληνας αξιωματικός, Κόκκινος. Μου ανέφερε ότι κακοποίησαν τον συνάδελφό του κ. Καλέτζο και την σύζυγό του και κατέστρεψαν τα πράγματά τους. Η αγωνία ήταν έκδηλη, διότι περίμενε να έρθει η σειρά του».

Yilmaz Karakoyunlu από την παράσταση του έργου του:

«Στο μυθιστόρημά μου Guz Sancisi (Φθινοπωρινός πόνος), περιγράφω μερικά στιγμιότυπα που έζησα και είδα εκείνη τη νύχτα... Στο Πέρα υπήρχε το πολυτελέστατο και περιποιημένο πολυκατάστημα «Lion». Μερικοί από το πλήθος είχαν πάρει μεγάλα ψαλίδια και μετά μανίας κατέστρεψαν τα τόπια των μεταξωτών υφασμάτων και τα μετέτρεπαν σε λωρίδες. Τζάμια, βιτρίνες, καθρέπτες, γίνονταν σε κλάσμα δευτερολέπτου συντρίμμια. Όταν έφτασα στο στενό που βγαίνει στον κινηματογράφο «Yeni Melek», ήταν αδύνατο να προχωρήσεις. Όπως όταν είμαστε μέσα στην θάλασσα και δυσκολευόμαστε να βαδίσουμε. Έτσι τα διάφορα αντικείμενα που είχαν μετατραπεί σε μπάζα, εμπόδιζαν την στράτα».

Πηγή: http://www.erepublik.com/es/article/6-1955--927232/1/20 

Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

Μπορείς να βρίσκεσαι ταυτόχρονα στη γη και στην κόλαση...

Νεκρά τα πλοία μες στην ομίχλη
Η σιωπή μια πληγή δίχως όνομα...

Γιάννης Σταύρου, Στο λιμάνι, λάδι σε καμβά 

Τάκης Βαρβιτσιώτης
Στον αιώνα μας

Στον αιώνα μας
Ο χρόνος είναι πελιδνός
Μέσα μας κάνει περισσότερο κρύο απ' έξω
Τα βασανιστήρια είναι του συρμού
Οι πληγές αναθάλλουν
Και τα παιδιά μας παίζουν
Γύρω από ένα κρεματόριο
Ενώ η μέρα πλησιάζει στο θλιβερό της τέλος
Μπορείς να βρίσκεσαι ταυτόχρονα
Στη γη και στην κόλαση

Από τη συλλογή Φαέθων (1992)


Χιόνι

Εκεί ψηλά πια δεν υπάρχει κανένας

Μακριά σημαίνουν καμπάνες

Έξω η νύχτα παραμονεύει
Γεμάτη φυλλώματα
Ορθάνοιχτα μάτια
Εχθρικούς καθρέφτες

Νεκρά τα πλοία μες στην ομίχλη

Η σιωπή μια πληγή δίχως όνομα

Το δάσος βελούδινο
Μια παιδούλα κοιμάται στον ίσκιο του

Απ' την ανάσα της
Γεννιούνται αδιάκοπα
Άστρα λευκά

Από τη συλλογή Το πέπλο και το χαμόγελο (1963)

Λείψανα της Ατλαντίδας

1

Σώματα εσείς πολύτιμα
Μιας αμνημόνευτης αυγής
Αμετακίνητα
Ορυκτά
Του χρόνου έγκλειστοι ρυθμοί
Σ' έναν υπόγειο λαβύρινθο
Πέτρινα πρόσωπα
Αινιγματικά
Με απειράριθμα χρώματα
Και με λυγμούς καταχωμένους
Πόσο εγώ νιώθω
Τη σπαραχτική σιωπή σας
Που έρχεται από το σκοτάδι
Το φως του ήλιου αναζητώντας
Ή την αστροφεγγιά!

Από τη συλλογή Τα δώρα των μάγων (1999)

Λείψανα της Ατλαντίδας

3

Και τι δε θα' δινε
Το μάτι τούτο
Το παραχωμένο
Για να μπορεί ένα βλέμμα του
Να τρεμοπαίζει
Σ' ένα καθρέφτη
Έστω θαμπό
Και δακρυσμένο

Από τη συλλογή Τα δώρα των μάγων (1999)

Χειμώνας

Όλοι κοιμούνται μες στα σπίτια τους
Ίχνη από δάκρυα παντού

Πόσο φοβούνται τα παιδιά
Πώς τρέμουν οι καθρέφτες

Τ' άστρα μαζεύονται στην οροφή
Περήφανη αποξενώνεται το εκμαγείο της η σιωπή

Μέσα στον κήπο τα κλαδιά
Μιαν άσπρη ντύνονται μελωδία

Βαθιά στο δάσος η παιδούλα αποκοιμιέται
Μ' ένα χρώμα λυπημένης τριανταφυλλιάς

Και μόνη ακούγεται η φωνή του ξυλοκόπου
Και του ανέμου η πένθιμη βοή

Η χλόη ανακαλύπτει πως δεν έχει μνήμη
Ξυπνά η στάχτη ανάμεσα στα πεθαμένα φύλλα

Πηγή: Συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-2002 (2003)

Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους                                                           

6

Απαγόρευσαν τα παιδιά να τραγουδούν
Τους πεθαμένους να χαμογελούν
Απαγόρευσαν τα πληγωμένα άλογα
Να ερωτεύονται τη σελήνη
Τους σακάτηδες να έχουν δεκανίκια
Με τ' αναμμένα μάτια τους
Πυρπόλησαν και το μικρότερο χορτάρι
Έφραξαν τέλος όλους τους φεγγίτες

Από τη συλλογή Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους (1986)

Ερείπια

Το κλειστό βιβλίο
Το λυπημένο βιολί
Ο ραγισμένος άγγελος που αγρυπνεί

Πού είστε παιδικά μου χέρια
Με λησμονήσατε
Μα δεν μπορώ
Δεν έχω πια τα μάτια μου να κλάψω

Η βροχή αποκλείστηκε στον κήπο
Απ' τα κλαδιά των δέντρων κρέμονται
Καρδιές
Μικρά φώτα
Ο ήχος μιας καμπάνας
Η προσευχή

Ακόμα καπνίζουν
Των ημερών τα ερείπια

Από τη συλλογή Φύλλα ύπνου (1949)

Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

Όπως οι "Χαλασωχώρηδες" του Παπαδιαμάντη...

Ἐνθυμοῦμαι τί συνέβη πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ὅταν εἶχε γίνει τις ὑπουργὸς βουλευτὴς γείτονος ἐπαρχίας. Οἱ κουρεῖς ἔκλεισαν τὰ κουρεῖά των, οἱ καφεπῶλαι τὰ καφενεῖά των, οἱ ὑποδηματοποιοὶ ἐπώλησαν τὰ καλαπόδια των. Δὲν ὑπῆρξε βοσκὸς ὅστις νὰ μὴ διωρίσθη τελωνοφύλαξ, οὔτε ἀγρότης ὅστις νὰ μὴ προχειρισθῇ εἰς ὑγειονομοσταθμάρχην. Τότε εἴδομεν πρώτην φορὰν κ᾽ ἐδῶ εἰς τὴν νῆσον λιμενάρχην φουστανελάν. Ὁ ἐκ τῆς γείτονος ἐπαρχίας ὑπουργὸς μᾶς τὸν εἶχε στείλει ὡς δεῖγμα περίεργον ὑπαλλήλου. Ὁ Θεὸς μᾶς ἐλυπήθη καὶ δὲν παρεχώρησε νὰ γεννηθῇ ἐπιφανής τις ἐδῶ, ἐσκλήρυνε δὲ τὴν καρδίαν μας καὶ δὲν ἐδέχθημεν εἰσβολὴν ξένου ὑποψηφίου. Ἰλιγγιῶ νὰ φαντασθῶ τί θὰ ἐγίνετο. Ὅλοι οἱ πορθμεῖς θὰ ἐγκατέλειπον τὰς λέμβους των, οἱ κυβερνῆται θὰ ἔρριπτον ἔξω τὰ πλοῖά των, οἱ ναυπηγοὶ θὰ ἐπετοῦσαν τὰ ἐργαλεῖά των καὶ θὰ ἐζήτουν δημοσίας θέσεις. Διότι μὴ νομίσῃς ὅτι ἡ θεσιθηρία γεννᾶται μόνη της. Τὰ δύο κακὰ ἀλληλεπιδρῶσιν. Ἡ ἀκαθαρσία παράγει τὸν φθεῖρα καὶ ὁ φθεὶρ παράγει τὴν ἀκαθαρσίαν. Τὸ τέρας τὸ καλούμενον ἐπιφανὴς τρέφει τὴν φυγοπονίαν, τὴν θεσιθηρίαν, τὸν τραμπουκισμόν, τὸν κουτσαβακισμόν, τὴν εἰς τοὺς νόμους ἀπείθειαν. Πλάττει αὐλὴν ἐξ ἀχρήστων ἀνθρώπων, στοιχείων φθοροποιῶν, τὰ ὁποῖα τὸν περιστοιχίζουσι, παρασίτων τὰ ὁποῖα ἀποζῶσιν ἐξ αὐτοῦ παχυνόμενα ἐπιβλαβῶς, σηπόμενα, ζῳύφια βλαβερά, ὕδατα λιμνάζοντα, παράγοντα ἀναθυμιάσεις νοσηράς, πληθύνοντα τὴν ἀκαθαρσίαν...

 
Το κυλικείο του ελληνικού κοινοβουλίου...
(δια χειρός του ζωγράφου David Teniers,του νεότερου)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Οι Χαλασωχώρηδες


Ἀφοῦ περιῆλθον ὅλα τὰ μαγαζεῖα τῆς παραθαλασσίου ἀγορᾶς, ὅπου ἔπιον ὄχι ὀλίγον εἰς ὑγείαν καὶ τῶν δύο ἀντιπάλων μερίδων, ὁ Κωνσταντὴς ὁ Καλόβολος καὶ ὁ Γιάννης τῆς Χρυσάφους κατήντησαν καὶ εἰς τὸ μικρὸν καπηλεῖον τοῦ Δημήτρη τοῦ Τσιτσάνη, ὅπου εἰσελθόντες ἀπῄτουν ἀπὸ τὸν οἰνοπώλην νὰ τοὺς κεράσῃ. Ἀλλ᾽ ὁ κάπηλος ἵστατο συλλογισμένος, καὶ ἠρνεῖτο ἀποτόμως νὰ κεράσῃ, λέγων ὅτι, κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ τὸ κάμῃ φόρα* πρὸς χάριν κανενός, διότι ἄλλοτε, ὁποὺ εἶχε φανῆ φιλότιμος μὲ τὸ παραπάνω, τὴν εἶχε πάθει στὰ γερά. Διότι, ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας καὶ ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος, αὐτοὶ ποὺ εἶχαν τὸ λύειν καὶ τὸ δεσμεῖν εἰς τὰ δύο κόμματα, τοῦ ἔταζαν «φούρνους μὲ καρβέλια», δώσαντες αὐτῷ οὐχὶ πλείονας τῶν εἴκοσι δραχμῶν μετρητά, ἀπέναντι καθὼς τοῦ εἶπαν, καὶ παρακινήσαντες αὐτὸν νὰ ἐξοδεύσῃ κι ἀπ᾽ τὴ σακκούλα του ὅσα θέλει, ἄφοβα, διότι θὰ πληρωθῇ μέχρι λεπτοῦ, σύμφωνα μὲ τὸν λογαριασμὸν ὃν ἤθελε παρουσιάσει. Τότε αὐτὸς πιστεύσας «ἐξανοίχθηκε» κ᾽ ἐξώδεψε ἰδικά του λεπτά, παραπάνω ἀπὸ ἕνα ἑκατοστάρικο· ἀλλὰ μετὰ τὰς ἐκλογάς, ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας (τὸν ὁποῖον αὐτὸς ἠρέσκετο νὰ ὀνομάζῃ σήμερον «ὁ Λάμπρος ὁ Φαταούλας») ἔκαμε πὼς δὲν τὸν ἐγνώριζε καὶ τοῦ ἐγύρισε τὲς πλάτες. Ποῦ ἐπερίσσευε τραμποῦκος* ἀπ᾽ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν δόντια, κατάλαβες, γιὰ νὰ φᾶνε κ᾽ οἱ ἄλλοι, οἱ παραμικροί; Ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας κι ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος κι ἄλλοι μερικοί, πέφτουν μὲ τὰ μοῦτρα στὴ λαδιά*, στὸ μούχτι*… κ᾽ ἠξεύρουν πῶς νὰ κυνηγοῦν τὸ πλιάτσικο. Ἔχουν, βλέπεις αὐτοί, οἱ διαβόλοι, τὸν τρόπον νὰ τὰ κάμνουν πλακάκια. Ἂν ἐρωτᾷς κι ἀπὸ κοντραμπάντες* κι ἀπὸ μπουκλούκια*… κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ βγάλῃ πλώρη μαζί τους. Εἶναι εἰς ὅλα πρῶτο νούμερο. Ἀλλ᾽ ὅταν μίαν φορὰν καῇ ἡ γούνα ἑνὸς ταβερνάρη, ἑνὸς καφετζῆ ἢ ἑνὸς μικρομπακάλη (δὲν σοῦ λέγω, εἶναι ἄλλοι ποὺ καίονται στὰ πολιτικὰ κι ἔχουν κρεμασμένο διὰ τὰς ἐκλογὰς τὸ ζουνάρι τους… κ᾽ εἶναι πάλιν ἄλλοι ποὺ ξεύρουν μὲ τρόπο καὶ τὰ καταφέρνουν, παίρνοντες λεπτὰ κι ἀπὸ τὰ δύο κόμματα, μαυρίζοντες πότε τὸ ἓν πότε τὸ ἄλλο, κ᾽ ἐβγαίνοντες πάντοτε λάδι), τότε πολὺ βλὰξ θὰ εἶναι ἂν τοὺς ἐπιτρέψῃ νὰ τὸν κοροϊδέψουν καὶ δευτέραν φοράν.
Τοιαύτας θεωρίας ἐξέφερεν ὁ Δημήτρης ὁ Τσιτσάνης, ἀρνούμενος νὰ κεράσῃ τοὺς δύο φίλους, οἵτινες εὐθυμότατοι εἶχον εἰσέλθει εἰς τὸ καπηλεῖόν του. Ἀλλὰ δὲν ἦσαν καὶ διψασμένοι. Ἦτο ἑσπέρα ἤδη καὶ ἀπὸ τῆς δείλης εἶχον περιέλθει τὸ ἥμισυ τῆς πολίχνης, παντοῦ κερνώμενοι καὶ πίνοντες. Ὁ Κωνσταντὴς ὁ Καλόβολος ἤρχισε νὰ παραδίδῃ μάθημα ἐκλογικῆς ὀρθοφροσύνης εἰς τὸν κάπηλον, λέγων ὅτι, αὐτὸς ὁποὺ τοῦ θέλει τὸ καλόν του, λυπεῖται νὰ τὸν βλέπῃ νὰ πηγαίνῃ πάντοτε ὡσὰν τὸν κάβουρα, καὶ τοῦτο ἕνεκα ἀδικαιολογήτου παραξενιᾶς. Τὸ νὰ μὴ θέλῃ «νὰ τὸ κάμῃ φόρα» νομίζει ὅτι εἶναι δι᾽ αὐτὸν τὸ συμφορώτερον;
Κάθε ἄλλο· ἐξ ἐναντίας, μὲ τοῦτο ἐμπνέει δυσπιστίαν καὶ εἰς τὰ δύο κόμματα, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν ἀποφασίζουν νὰ δώσουν χρήματα εἰς ἕναν ἄνθρωπον κρυψίνουν, «στριμμένον», ὅστις θέλει νὰ κάμνῃ τὸν ἀνεξάρτητον, χωρὶς νὰ ξεύρῃ καλὰ-καλὰ τί πρᾶγμα εἶναι ἀνεξαρτησία. Ἐνῷ ἂν ἀποφασίσῃ νὰ κηρυχθῇ θερμός, ἢ καὶ χλιαρός, ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς κόμματος, τότε, ἐνῷ τοῦ κόμματος τούτου θὰ ἐφελκύσῃ ἀσφαλῶς τὴν ἐμπιστοσύνην, δὲν εἶναι παράξενον νὰ προκαλέσῃ κολακείας καὶ φιλοφρονήσεις καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο κόμμα, οἱ ἄνθρωποι τοῦ ὁποίου θὰ προσπαθήσουν μὲ κάθε τρόπον νὰ τὸν κάμουν νὰ τὰ γυρίσῃ, ἢ θὰ πασχίσουν τοὐλάχιστον νὰ τὸν μετριάσωσιν. Ἐὰν θέλῃ μάλιστα νὰ πάρῃ λεπτὰ καὶ ἀπὸ τὰ δύο κόμματα, ὁ ἀσφαλέστερος τρόπος εἶναι νὰ κηρυχθῇ φανερὰ ὑπὲρ τοῦ ἑνός. Δὲν παίρνει παράδειγμα ἀπ᾽ αὐτόν, καὶ ἀπὸ τὸν φίλον του τὸν Γιάννην τῆς Κ᾽σάφους; Ἐνῷ ἄλλοι φανατίζονται, καὶ «χαλνοῦν τὴ ζαχαρένια τους» καὶ χολοσκάνουν, αὐτοὶ οἱ δύο, «ζευγαράκι ταιριαστό», παράδειγμα ὑγιοῦς ἐκλογικῆς φιλοσοφίας εἰς ὅλον τὸ χωρίον, ἀνήκοντες εἰς δύο ἀντίπαλα καὶ μέχρι καταστροφῆς πολεμοῦντα ἄλληλα κόμματα, περνοῦν μὲ γέλοια καὶ μὲ χαρές, τρώγοντες, πίνοντες, εὐωχούμενοι, εἰς ὑγείαν ὅλων τῶν ὑποψηφίων, εὐλόγως θέτοντες τὴν φιλίαν των ὑπεράνω τῶν κομμάτων. Καὶ μὲ τοιοῦτον τρόπον «τὸ ἔχουν δίπορτο». Μὲ ὅποιον κόμμα νικήσῃ, θὰ εἶναι φίλοι καὶ οἱ δύο, ἀφοῦ θὰ εἶναι ὁ εἷς. «Ὅποιος γάιδαρος, κι αὐτοὶ σαμάρι».
Τοιαῦτα πρακτικῆς ἠθικῆς διδάγματα ἔδιδεν ὁ Κωνσταντὴς ὁ Καλόβολος εἰς τὸν Δημήτρην τὸν Τσιτσάνην. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὰ πλεῖστα εἶχεν ἀκούσει τὴν προτεραίαν παρὰ δικολάβου τινός, ὅστις τὰ ἀνέπτυσσε πρὸς τοὺς φίλους του. Ὁ κάπηλος τὸν ἤκουε σείων τὴν κεφαλήν, λέγων ὅτι αὐτὰ τὰ ἤξευρε πρωτύτερα ἀπ᾽ ἐκεῖνον. Ἀλλ᾽ εἶναι μεγάλη διαφορὰ νὰ εἶναί τις ἀγωγιάτης ἁπλῶς ἢ ξωμερίτης*, ὅπως αὐτοὶ οἱ δύο, ἀπὸ τοῦ νὰ ἔχῃ μαγαζί. Διότι πρέπει νὰ τηρῇ τις καὶ κάποιαν ἀξιοπρέπειαν, «νὰ φυλάγῃ τὴν θέσιν του», ἂν θέλῃ νὰ μὴ ξεπέσῃ «στὴν παρακατινὴ σκάλα*». Οἱ δύο φίλοι τὸν ἤκουον μειδιῶντες, οὐδόλως προσβαλλόμενοι διότι τοὺς ὑπεβίβαζε. Μόνον ὁ Γιάννης τῆς Κ᾽σάφους τελευταῖον εἶπεν ὅτι «δὲν τοῦ γεμίζει τὸ μάτι κι αὐτὸς καὶ τὸ μαγαζί του». Ὁ κάπηλος ἐπειράχθη τότε, καὶ ἤρχισε νὰ τοὺς ὀνειδίζῃ σκληρῶς, ἀλλ᾽ ὁ Κωνσταντὴς ὁ Καλόβολος, μὲ ἀτάραχον μειδίαμα, τοῦ εἶπεν ὅτι «ἂν θέλῃ νὰ ἔχῃ μαγαζί, πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ κοιλιὰ σὰν τὸ μαγαζί του, μεγαλύτερη μάλιστα ἀπ᾽ τὸ μαγαζί του».
Ἐνταῦθα ἦτο ἡ λογομαχία, καὶ ὁ κάπηλος εἶχεν ἀνάψει τὴν λάμπαν, διότι εἶχε νυκτώσει ἤδη, ὅταν εἰσῆλθε κομματικὴ ὁμὰς ὁδηγουμένη ἀπὸ τὸν Λάμπρον τὸν Βατούλαν, ἐκεῖνον ὃν ὁ Τσιτσάνης ὠνόμαζε Φαταούλαν. Ἦτο ἀνὴρ μεγαλόσωμος, ὡραῖος, μετ᾽ ἐπιτηδεύσεως ἐνδεδυμένος, φιλοφρονέστατος καὶ μελιχρὸς τοὺς τρόπους.
Ἅμα εἰσελθών, διέταξεν ἓξ μαστίχες διὰ τοὺς μεθ᾽ ἑαυτοῦ, εἶτα ἐλθὼν ὄπισθεν τοῦ λογιστηρίου, ἔκυψεν εἰς τὸ οὖς τοῦ καπήλου, καὶ ἤρχισε νὰ τοῦ κρυφομιλῇ καὶ νὰ τὸν κατηχῇ. Μετ᾽ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας, ἀφοῦ τοῦ εἶπε πολλά, καὶ ὁ οἰνοπώλης τοῦ ἀπήντα μόνον διὰ κατανεύσεων τῆς κεφαλῆς, ἐπέστρεψε πάλιν πρὸς τὴν τράπεζαν, περὶ ἣν εἶχε στρωθῆ ἡ παρέα του, καὶ διέταξεν ἐκ νέου μαστίχες.
Ἐπλήρωσεν ἐν κρότῳ δεκαρῶν τὰ ποτά, εἶτα ἀπευθύνας τὸν λόγον πρὸς τὸν Κωνσταντὴν τὸν Καλόβολον, ὅστις ἵστατο παράμερα μὲ τὸν φίλον του Γιάννην τῆς Κ᾽σάφους:
―Ἔ! τί ἔχουμε, Κώστα;… Πῶς πάει τὸ κόμμα σας; 〈εἶπε〉.
― Ποιὸ κόμμα μας, κὺρ Λάμπρο; ἀπήντησεν ὁ Κωνσταντὴς ὁ Καλόβολος· τὸ κόμμα μας εἶναι τὸ κόμμα σας.
― Τί; εἴμαστε ἀπὸ ἕνα κόμμα;
― Δὲν τὸ ξέρετε;
― Τότε, πῶς δὲν ξεχωρίζετε ἀπ᾽ τὸ Γιάννη τὸν φίλον σου;
―Ἡ φιλία φιλία, καὶ τὸ κόμμα κόμμα.
― Ἂς εἶναι τέλος πάντων, ὁ Θεὸς κ᾽ ἡ ψυχή σας. Πίνετε ἀπὸ μιὰ μαστίχα;
― Ἀπό ᾽να κρασὶ… ἂν μᾶς κεράσετε.
Καὶ ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας διέταξε δύο κρασιά. Ἐν τῷ μεταξύ, εἰσῆλθεν εἰς τὸ καπηλεῖον καὶ ἄλλη ὁμὰς ἐκ τοῦ ἀντιθέτου κόμματος.
―Ἐβίβα! Καλὴ ἐπιτυχία.
Οἱ δύο φίλοι συνέκρουσαν τὰ ποτήρια κ᾽ ἔπιον.
Ἡ νεωστὶ εἰσελθοῦσα ὁμὰς διέταξε καὶ αὐτὴ ποτά.
Ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὁμάδος ἦτο ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος, μεσῆλιξ, μελαγχροινός, εὔθυμος, ἀστεῖος.
― Ἄ! ἐδῶ εἶστε σεῖς, ποὺ βυζαίνετε ἀπὸ δυὸ μαννάδες;
― Τὸ καλὸ ἀρνί, κὺρ Μανώλη, ἀπήντησεν ὁ Γιάννης τῆς Κ᾽σάφους, τρώει ἀπὸ δυὸ προβατίνες.
Ὁ Μανώλης διέταξε τὸν κάπηλον νὰ τοὺς κεράσῃ, καὶ τότε ἔπιον εἰς ὑγείαν τοῦ κόμματος τὸ ὁποῖον ἐξεπροσώπει ὁ Μανώλης. Μὲ τοιαύτην τακτικὴν ἐκαλοπερνοῦσαν εἰς τὰς ἐκλογὰς οἱ δύο ἀγαπημένοι φίλοι. Εἶχον δὲ πίει τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὄχι ὀλίγα εἰς βάρος ἀμφοτέρων τῶν κομμάτων. Ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος ἐγερθεὶς μετέβη ὄπισθεν τοῦ λογιστηρίου, ὅπως εἶχε κάμει πρὸ μικροῦ ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας, καὶ ἤρχισε νὰ ὁμιλῇ εἰς τὸ οὖς τοῦ καπήλου. Τὸ λογιστήριον ἐκεῖνο, φαίνεται, ὡμοίαζε κάπως μ᾽ ἐξομολογητήριον φραγκοκκλησιᾶς, ὅπου μία μία εἰσερχόμεναι ἐλαφρύνουσι τὴν συνείδησίν των αἱ κομψοπρεπεῖς μετανοοῦσαι. Ἀφοῦ δὲ τοῦ εἶπεν ὅ,τι εἶχε νὰ τοῦ εἴπῃ, ταπεινῇ τῇ φωνῇ, ἐνῷ ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας δὲν ἔπαυσε νὰ τοὺς κοιτάζῃ μὲ τὸν κανθὸν τοῦ ὀφθαλμοῦ, ἐπιστρέψας εἰς τὴν θέσιν του ὁ Μανώλης, ἠθέλησε νὰ κουρδίσῃ ὀλίγον τοὺς δύο φίλους.
―Ὅλα καλά, τοὺς εἶπε, μὰ ἐσεῖς οἱ δύο τὸ καταλαβαίνετε ποὺ μᾶς κοροΐδεύετε ὅλους, ἢ ὄχι;
― Ἀλήθεια! ἐπεβεβαίωσεν ἀπὸ τῆς πέραν τραπέζης καὶ ὁ ἡγέτης τῆς ἄλλης ὁμάδος, ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας, ὅστις ἠγάπα πάντοτε νὰ εἶναι φιλόφρων πρὸς τοὺς ἀντιπάλους· ἀλήθεια· μᾶς κοροϊδεύετε.
Οἱ δύο φίλοι, μόλις κρατούμενοι εἰς τοὺς πόδας των, ἤρχισαν νὰ διαμαρτύρωνται θορυβωδῶς.
―Ὄχι! μά τὸ φῶς μου, κὺρ Μανώλη…
― Μά τὴν ἀγάπη μας, κὺρ Λάμπρο…
―Ἔτσι νὰ ἔχω καλὰ γεράματα.
― Νὰ χαρῶ τὸ στέφανό μου! κουμπάρε.
Καὶ λέγοντες ἐστράφησαν ὁ εἷς πρὸς τὴν τράπεζαν περὶ ἣν ἦτο συγκεντρωμένη ἡ ὁμὰς τοῦ Λάμπρου, ὁ ἕτερος πρὸς τὴν ἄλλην τράπεζαν περὶ ἣν ἐκάθηντο οἱ σύντροφοι τοῦ Μανώλη, στρέφοντες πρὸς ἀλλήλους τὰ νῶτα, χειρονομοῦντες ὑπερμέτρως ὡς ἀδέξιοι ὑποκριταί, ἀνοίγοντες τὰς ἀγκάλας πρὸς περίπτυξιν τῶν δύο ἀρχηγῶν τῶν κομματικῶν ὁμάδων.
― Ἂν θέλετε νὰ σᾶς πιστέψουμε ὅτι δὲ μᾶς κοροϊδεύετε, εἶπεν ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος, πρέπει ἢ ν᾽ ἀποκόψετε ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον, αὐτὲς τὲς ἡμέρες ποὺ θὰ εἶναι οἱ ἐκλογές, ἢ…
― Αὐτὸ θὰ εἶναι σκληρὰ καταδίκη δι᾽ αὐτούς, εἶπε γελῶν ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας.
―Ἤ, τοὐλάχιστον, ἐξηκολούθησεν ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος, νὰ μᾶς δώσετε τώρα ἀμέσως ἀπόδειξιν ὅτι ἐνδιαφέρεσθε εἰλικρινῶς καὶ ὁλοψύχως, ὁ ἕνας σας ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς κόμματος, ὁ ἄλλος ὑπὲρ τοῦ ἄλλου.
― Παίρνω ὅρκο, εἶπεν ὑψῶν τὴν χεῖρα ὁ Γιάννης τῆς Χρυσάφους.
― Κ᾽ ἐγὼ παίρνω ὅρκο, εἶπε καὶ ὁ Κωνσταντὴς ὁ Καλόβολος.
― Οἱ ὅρκοι εἶναι σήμερο τὸ φθηνότερο πρᾶμα, εἶπε σαρκαστικῶς ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος.
― Σοῦ δίνω τὸ λόγο μου, κουμπάρε, εἶπεν ὁ Γιάννης τῆς Χρυσάφους.
― Τί νὰ τὸν κάμω τὸ λόγο σου, κουμπάρε; εἶπεν ὁ Μανώλης, καλύτερα εἶχα νὰ μοῦ ἔδινες τὰ παλιὰ τὰ τσαρούχια σου.
Ὁ Γιάννης τῆς Χρυσάφους, κύψας, ἔλυσεν ἀπὸ τῶν ποδῶν τὰ πέδιλα, καὶ ὀρθωθεὶς σοβαρῶς τὰ προσέφερεν εἰς τὸν Μανώλην.
― Πάρ᾽ τα, κουμπάρε!
Τὰ ἀπέθηκεν ἐπὶ τῆς τραπέζης, καὶ εἶτα, γυμνόπους, ἐστράφη πρὸς τὴν θύραν νὰ ἐξέλθῃ.
Ὅλοι ἐγέλασαν πρὸς τὸ σκηνικὸν τοῦτο τοῦ κραιπαλῶντος, ἀλλ᾽ ὁ Μανώλης τὸν ἀνεκάλεσεν.
―Ἔλα δῶ, κουμπάρε!
Ὁ Γιάννης τῆς Κ᾽σάφους, ἐπιστρέψας, ἐστάθη ἐνώπιον τοῦ Μανώλη.
― Εἰς τοὺς ὁρισμούς σου, κουμπάρε.
― Θέλω, εἶπε, νὰ μᾶς δώσητε ἀπόδειξιν ἀναμφισβήτητον τῆς πίστεώς σας εἰς τὰ δύο κόμματα.
― Τί ἀπόδειξιν;
―Ἰδού, εἶπεν ὁ Μανώλης, ἀπευθυνόμενος μᾶλλον πρὸς τὸν Λάμπρον τὸν Βατούλαν, δὲν εἶναι ἀληθὲς πώς, ὅ,τι ἐπιθυμεῖ κανείς, ἐκεῖνο καὶ πιστεύει;
― Δηλαδή; εἶπεν ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας.
― Δηλαδή, δὲν βλέπομεν πολλάκις δύο ἀνθρώπους νὰ στοιχηματίζουν μεγάλα ἢ μικρὰ ποσά, δι᾽ ἓν πρᾶγμα τοῦ ὁποίου ἄδηλος εἶναι ἡ ἔκβασις, πιστεύοντες καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος ὅτι θὰ γίνῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦν;
― Καθώς, λόγου χάριν, εἰς τὰς ἐκλογάς, σὰν καλὴ ὥρα, εἶπεν ο Λάμπρος ὁ Βατούλας, ὁποὺ βάζουν στοίχημα ὅτι θὰ βγῇ ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον θέλει ὁ καθένας.
―Ἴσα ἴσα! εἶπεν ὁ Μανώλης. Λοιπόν, δὲν εἶναι καλὸ νὰ βάλουν οἱ δυό τους, τώρα μπροστά μας, ἕνα στοίχημα;
― Σὰν τί στοίχημα;
― Νὰ στοιχηματίσετε, σύ, κουμπάρε Γιάννη, ὅτι θὰ κερδίσῃ τὸ δικό μας τὸ κόμμα, καὶ σύ, Κωνσταντή, ὅτι θὰ κερδίσῃ τὸ ἄλλο κόμμα.
―Ἐγὼ βάζω τὸ γάιδαρό μου! ἀνέκραξεν ὁ Γιάννης τῆς Χρυσάφους.
― Κι ἐγὼ τὸ βόδι μου! ἐφώνησεν ὁ Κωνσταντὴς ὁ Καλόβολος.
―Ὁ γάιδαρός σου ἂς ἔχῃ ζωή, κουμπάρε Γιάννη, καὶ τὸ βόδι σου σοῦ χρειάζεται διὰ νὰ ζήσῃς, Κωνσταντὴ Καλόβολε. Μόνον ἀρκεῖ νὰ βάλετε κάτι τι ποὺ νὰ τρώγεται, ποὺ νὰ μασιέται εὔκολα, γιὰ νὰ ξεφαντώσῃ ὅλο τὸ ἀσκέρι, ποὺ καλῶς ἀνταμωθήκαμε ἐδῶ, καλή μας ὥρα, ὅταν θὰ γίνουμε φίλοι μετὰ τὰς ἐκλογάς. Ἐσύ, κουμπάρε Γιάννη, δὲν ἔχεις, θαρρῶ, δυὸ προβατίνες κ᾽ ἕνα κριάρι;
― Τὰ θυσιάζω! ἀνέκραξεν ὁ Γιάννης τῆς Χρυσάφους. Γιὰ τὸ χατίρι σου, κουμπάρε, κουρμπάνι* γίνομαι!
― Κι ἐγώ, γιὰ τὴν ἀγάπη σου, κὺρ Λάμπρο! ἐφώνησεν ὁ Κωνσταντὴς ὁ Καλόβολος.
― Δὲν εἶν᾽ ἀνάγκη νὰ θυσιάσῃς τὲς προβατίνες, κουμπάρε Γιάννη, τὸ κριάρι μᾶς ἀρκεῖ.
― Βάζω τὸ κριάρι! εἶπεν ὁ Γιάννης.
― Κ᾽ ἐγὼ βάζω τέσσαρα ζευγάρια κόττες ποὺ ἔχω, εἶπεν ὁ Κωνσταντής.
― Λοιπὸν σύμφωνοι· ἂν κερδίσωμεν καὶ τοὺς δύο βουλευτὰς ἡμεῖς, ἐσύ, Καλόβολε, θὰ βάλῃς τὰ τέσσαρα ζευγάρια κόττες, κι ἂν κερδίσουν οἱ ἄλλοι, ἐσύ, κουμπάρε Γιάννη, θὰ θυσιάσῃς τὴν προβατίνα. Ἐὰν ὅμως βγάλουμε ἀπὸ ἕνα βουλευτὴν τὰ δύο κόμματα, τότε ἔχεις κέρδος, ἐσύ, κουμπάρε, τὴν προβατίνα σου, γλυτώνεις κ᾽ ἐσύ, Κωνσταντή, τὲς κόττες σου.
― Σύμφωνοι!
Ἔδωκαν τὰς χεῖρας καὶ ἀπεχωρίσθησαν.

Β´

Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, Τρίτην τῆς ἑβδομάδος, πέντε ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκλογῆς, περὶ τὴν ὀγδόην ὥραν, ὁ Λάμπρος Βατούλας ἤναψε μετὰ τὸ δεῖπνον τὸ φαναράκι του, καὶ συνοδευόμενος ἀπὸ τρεῖς ἢ τέσσαρας φίλους ἐξῆλθεν εἰς ἐπισκέψεις κατ᾽ οἴκους πρὸς ψηφοθηρίαν. Διῆλθον διὰ τῆς ἀγορᾶς, καὶ εἶτα, δι᾽ ἀνωφεροῦς δρομίσκου, ἐβάδισαν ἀνερχόμενοι εἰς τὴν ἄνω λαϊκὴν συνοικίαν. Μόλις ἐπροχώρησαν ὀλίγα βήματα, καὶ δευτέρα συνοδία, μετὰ φανοῦ καὶ αὐτή, προέβαλε κατόπιν των ἀνερχομένη. Ἦτο ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος μὲ τὴν παρέα του, ἀπὸ τὸ ἄλλο κόμμα. Ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας εἶχε «τὰ μάτια τέσσερα», ἀλλ᾽ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἠσχολεῖτο αὐτὸς καὶ ἀπησχόλει καὶ τοὺς φίλους του, ἐνῷ ἐβάδιζαν, διηγούμενος διαφέρουσαν πρὸς αὐτοὺς ἱστορίαν. Ὁ Γιαννάκος ὁ Χαρτουλάριος, ἀφοῦ εἶχε κάμει λεπτὰ εἰς τὸ Κάιρον, ἐμπορευόμενος ἐπὶ δώδεκα ἔτη ὡς ἀλευράς, κατ᾽ ἄλλους ὡς φουρνάρης, ἔφθασε μὲ τὸ καλὸν εἰς τὴν πατρίδα του, πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας, καὶ τὸ εἶχεν ἀπόφασιν, νὰ πολιτευθῇ. Ἐφαίνετο μορφωμένος, εἶχεν ἰδεῖ κόσμον, τὸν ἐγνώριζεν αὐτὸς παιδιόθεν, καὶ πρὸ ἡμερῶν, ὅτε μετέβη εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας, ἀνενέωσε τὴν γνωριμίαν. Ὁ νεοφερμένος ἀπὸ τὴν ξενιτείαν εἶχεν αἰσθήματα, ἐξέφερε γενικὰς σκέψεις περὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων, «ξύλα κούτσουρα, δαυλιὰ καμένα». Δὲν ὡμοίαζε μὲ τὸν Ἀλικιάδην, ὅστις ἐπολιτεύετο χάριν τῶν δημοσίων ἔργων, οὔτε μὲ τὸν Γεροντιάδην, ὅστις ἐξελέγετο βουλευτὴς διὰ τὸ καλὸν τῆς πατρίδος. Ἦτον ἀφελὴς τοὺς τρόπους, καὶ ἔτι ἀφελέστερος τὰς ἰδέας. Ἤθελε νὰ πολιτευθῇ «γιὰ δόξα». Εὐκαιρία λαμπρά. Ὁ Ἀλικιάδης ἦτο παμπόνηρος, καὶ τὰ χέρια του ὡμοίαζαν μὲ γάντζους. Δὲν ἠμποροῦσες νὰ τοῦ βγάλῃς λεπτὰ οὔτε μὲ τὸ δόλωμα οὔτε με τὸ «παρασούβλι»*. Δὲν ἔδιδε πέντε χωρὶς νὰ εἶναι βέβαιος ὅτι θὰ λάβῃ δέκα. Ἑβραῖος σωστός. Ὁ Γιαννάκος ὁ Χαρτουλάριος ἦτο ἀγαθός, «ψυχαράκι*, ὁ καημένος». Πῶς ἐφαίνετο ὅτι ἤρχετο ἀπὸ μακριά! Σωστὸς Κελεπούρης! Εἶχε παραδάκια καλά, παιδιὰ-σκυλιὰ τίποτε. «Ἐφυσοῦσε»*. (Καὶ ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας συνώδευε δι᾽ ἐλαφροῦ φυσήματος ὡς καὶ διὰ προστριβῆς τοῦ ἀντίχειρος ἐπὶ τοῦ δείκτου, ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ φαναρίου τὴν λέξιν: «Φυσάει, φυσάει!») Ποῦ θὰ τὴν εὕρισκαν ἄλλην φορὰν τοιαύτην εὐκαιρίαν; Τὸν παλαιὸν καιρόν, οἱ ὑποψήφιοι βουλευταὶ κατήρχοντο σύνδυο εἰς τὸν ἀγῶνα, ἔκαμναν κολληγιές. Ἐπειδὴ ὅμως ἑκάστοτε ὁ ἕτερος τῶν συνδυαζομένων ἢ οἱ στενώτεροι τῶν περὶ αὐτόν, ἑκόντος ἢ ἄκοντος αὐτοῦ, παρεσπόνδουν κ᾽ ἔκρινον καλὸν νὰ μαυρίσουν τὸν σύντροφον, δίδοντες ἀποκλειστικὴν εἰς τὸν ἰδικόν των, ἐξέλιπεν ἡ ἐμπιστοσύνη, καὶ οἱ συνδυασμοὶ ἐξέπεσαν κατὰ μικρὸν εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἑωσότου ὁλοσχερῶς κατηργήθησαν. Τώρα ὁ καημένος ὁ Γιαννάκος, ἐπειδή, καθὼς σᾶς εἶπα, ἔρχεται ἀπὸ μακριά, ἐζήτησεν ἐν τῇ ἀθωότητί του νὰ συνδυασθῇ μὲ τὸν Ἀλικιάδην, καὶ ὁ τσιφούτης προθύμως τὸν ἐδέχετο. Ἄλλοι ὅμως πονηρότεροί του τοῦ ἄνοιξαν τὰ μάτια, κ᾽ ἔτσι ὁ συνδυασμὸς ἐναυάγησε. «Τόσο τὸ καλύτερο γιὰ μᾶς, παιδιά». Ἂν ὁ συνδυασμὸς κατηρτίζετο, ὁ Ἀλικιάδης θὰ διεύθυνε τὸ οἰκονομικὸν μέρος, καὶ θὰ τοῦ ἔτρωγε τὰ λεπτὰ χωρὶς νὰ τοῦ δώσῃ ψήφους. Τώρα ὅμως ὁ Χαρτουλάριος θὰ διεπραγματεύετο ἀπ᾽ εὐθείας πρὸς αὐτούς (ἐκτὸς ἂν τὸν ἥρπαζε τὸ σκυλί, ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος, μὲ τοὺς ἰδικούς του, ἀλλ᾽ ὁ Λάμπρος θὰ εἶχε τὸν νοῦν του), κ᾽ εὔκολα, ἤλπιζε, θὰ τὸν ἔβαζαν στὸ χέρι. Ἂν ἠμποροῦσαν νὰ τοῦ δώσουν καμμιὰ ἑκατοστὺ ψήφους (ἐκεῖνος βουλευτὴς δὲν θὰ ἔβγαινε, κι ἂς τὸ εἶχε σίγουρο, μόνον γιὰ τὸ ὀνόρε*) ἀπὸ κείνους τοὺς σμιγούς*, τοὺς φθηνούς, ποὺ θὰ τοὺς ἀγόραζαν πρὸς 4-5 δραχμὰς τὸ κομμάτι, καὶ θὰ τοῦ τοὺς ἐπουλοῦσαν πρὸς 15, ἂς εἶναι καὶ πρὸς δέκα δραχμάς, χαρὰ στὴν τύχην τους! Ἀφοῦ εἶπε τοιαῦτά τινα ὁ Λάμπρος εὐθὺς προσέθηκε: «Τάχα ὁ λόγος τὸ λέει, ἡμεῖς δὲν εἴμαστε ἀπὸ κεινούς… Ἄ! ὁ Μανώλης, ναί, ἐκεῖνος εἶναι γι᾽ αὐτὲς τὲς δουλειές».
Συγχρόνως ἀνήρχετο κατόπιν των ἡ ἄλλη συνοδία, καὶ ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος, ἐν τῶ μέσῳ ἱστάμενος, ἔλεγε ταπεινῇ τῇ φωνῇ, μὲ ἀλληγορικάς, ὡς συνήθιζε, φράσεις: «Αὔριο, παιδιά, πέφτει τὸ μεγάλο ψάρι… Νά ᾽χετε τὸ νοῦ σας… Μὴ μᾶς 〈τὸ〉 φάῃ τὸ θεριό (κ᾽ ἐδείκνυεν ἑκατὸν βήματα ἀπωτέρω, διὰ μέσου τοῦ σκότους, περὶ τὴν κινουμένην ἀμυδρὰν λάμψιν τοῦ προπορευομένου φανοῦ, τὸν Λάμπρον τὸν Βατούλαν μὲ τὴν συνοδίαν του). Νὰ πιάσουμε τὰ πόστα… Μὴ μᾶς φάῃ τὸ ψάρι ὁ γαλιός*… Ὣς τὸ μεσημέρι ὁ ροφὸς ἀριβάρει (νὰ πάρουμε, ὡς-τὰ-χωρατά, μιὰ βάρκα, νὰ πεταχτοῦμε ὣς τὰ νησιά, νὰ κάμουμε καρτέρι)… ροφὸς ἑφταοκαδιάρικος, φρέσκος!… Θὰ πέσουν καὶ κάτι συναγριδάκια, δὲ σᾶς λέω… Μὰ βάρδα ἀπ᾽ τὸ σκυλόψαρο (κ᾽ ἐδείκνυε τὸν Λάμπρον τὸν Βατούλαν). Διπλὲς ἀπετουνιές, τριπλᾶ παραγάδια… μὲ χονδροὺς φελλοὺς καὶ μὲ μολυβῆθρες πενηντάρικες… Καὶ τὰ μάτια σας τέσσερα… Νὰ στέκεσθε ἀ-ρόδο*, νά ᾽χετε ἀ-πρόντο*, καὶ τὶς πράγκες* καὶ τὰ καμάκια… καὶ τὸ σηπιογυάλι ἕτοιμο… γιατὶ ἀλλοιῶς δὲ βγαίνει λαδιά». Εἶτα ὁ Μανώλης προσέθηκεν: «Ἂς εἶναι, ἡμεῖς τέτοιοι δὲν εἴμαστε… Μὰ ἔπρεπε κάτι τι νὰ γίνῃ, στὸ πεῖσμα ἐκείνου τοῦ θεριοῦ, ἐκείνου τοῦ σκυλόψαρου!»
Οἱ περὶ τὸν Μανώλην ἐγέλων πεπνιγμένους γέλωτας ἀκούοντες καὶ ἅμα προυχώρουν, ὥστε παρ᾽ ὀλίγον ἔφθασαν τὴν πρώτην συνοδίαν, ἧς τὰ μέλη ἠκροῶντο τὰς λεπτομερεῖς καὶ σπουδαίας ἀνακοινώσεις τοῦ Λάμπρου, κ᾽ ἐκοντοστέκοντο, καὶ πάλιν ἐβάδιζον. Τότε εἷς τῶν πέντε, ἀκούσας βήματα, ἐστράφη, καὶ εἶδε τὴν δευτέραν συνοδίαν, καὶ τὴν ὑπέδειξεν εἰς τοὺς μετ᾽ αὐτοῦ, οὗτοι δὲ ἐτάχυναν τὸ βῆμα.
Εἰσῆλθον πρῶτον, ὁ Λάμπρος καὶ δύο τῶν σὺν αὐτῷ, εἰς τὸν οἰκίσκον τοῦ Περμαχογιάννη, γέροντος χωρικοῦ, ἔχοντος τρεῖς υἱοὺς ἐκλογεῖς, οἱ δὲ λοιποὶ δύο τῆς συνοδίας ἔμειναν εἰς τὸ προαύλιον, ὡς καραούλι. Ἐκ τῆς ἄλλης συντροφίας, ὁ Μανώλης καὶ δύο ἄλλοι ἀνέβησαν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Ζυγαράκια, ἔχοντος τέσσαρας υἱοὺς καὶ ἡμίσειαν δωδεκάδα ἀνεψιῶν, ὅλους ψηφοφόρους, δύο δὲ καὶ ἐκ τῆς συνοδίας ταύτης ἔμειναν ἔξω τῆς θύρας βιγλίζοντες. Δεύτερον ἀνέβησαν οἱ περὶ τὸν Λάμπρον εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ζευγηλάτου Στροφλιώτου, οἱ δὲ περὶ τὸν Μανώλην εἰσῆλθον εἰς τὴν καλύβην τοῦ Μαλλιοδήμου τοῦ αἰγοβοσκοῦ. Ἀκολούθως ἐπεσκέφθησαν καὶ ἄλλας οἰκίας, κατὰ τὴν αὐτὴν πάντοτε τακτικήν, δύο ἐξ ἑκατέρας συνοδίας μενόντων πάντοτε ὡς οὐραγῶν ἔξω τῆς θύρας ἢ κάτω τῆς λιθίνης κλίμακος. Ἦτο δὲ ὀγδόη ἢ δεκάτη ἑσπέρα αὕτη, καθ᾽ ἣν ὁ Μανώλης καὶ ὁ Λάμπρος μετὰ τῶν αὐτῶν ἢ ἄλλων ὀπαδῶν δὲν ἔπαυσαν ἐπισκεπτόμενοι τὰς οἰκίας τῶν χωρικῶν καὶ ψηφοθηροῦντες. Παντοῦ ἐλάμβανον κ᾽ ἔδιδαν λιπαρὰς διαβεβαιώσεις καὶ ὑποσχέσεις δαψιλεῖς, τόσον χορταστικάς, ὥστε εἷς τῶν μετὰ τοῦ Μανώλη, συνοδεύσας αὐτὸν πολλὰς ἑσπέρας εἰς τοιαύτας ἐκδρομάς, ἀλλὰ πρώτην φορὰν ἐφέτος βλέπων ἐκλογάς, καθόσον ἦτο ναυτικὸς καὶ συνήθως ἀπεδήμει, ἔλεγεν εὔπιστος, οἰκτείρων τῆς ἀντιθέτου μερίδος τοὺς τόσους δρόμους:
― Τί χαλνοῦν τὰ παπούτσια τους; Τώρα πιὰ οἱ ψῆφοι μᾶς περισσεύουν!
Ἀλλ᾽ ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος, λίαν πεπειραμένος περὶ τὰ τοιαῦτα, ἔσεισεν οἰκτιρμόνως τὴν κεφαλὴν καὶ τοῦ εἶπε:
― Ἄχ! δὲ ξέρεις παιδί μ᾽, ἀπ᾽ αὐτά. Τὸ ψάρι, ἐνῷ θαρρεῖς ὅτι τὸ κρατεῖς, ἔξαφνα γλιστράει καὶ φεύγει. «Χάνος εἶμαι, χάνομαι… μπέρκα ᾽μαι, δὲν πιάνουμαι… γιοῦλος* εἶμαι σὲ γελῶ… καὶ τὰ δίχτυα σου χαλῶ».
Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ Λάμπρος μετὰ τῶν δύο συντρόφων του ἀνέβησαν εἰς τοῦ γέροντος πορθμέως μπαρμπα-Διοματάρη, εἰς καλύβην ἀνώγεων μετὰ μικροῦ σοφᾶ*, ὅπου εὗρον τὸν γηραιὸν ναυτικὸν καθήμενον, ἂν καὶ ἦτο θέρος ἤδη, παρὰ τὴν ἑστίαν, καπνίζοντα ἐλεεινὸν καπνὸν μὲ τὴν πίπαν του, καὶ θερμαίνοντα τὰς δύο κνήμας, ὧν ἡ μία εἶχε παγώσει πρὸ ἐτῶν εἰς τὸν Δούναβιν, καὶ ἐρεθιζομένη ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν τὸν καθίστα ἀνίκανον πρὸς ἐργασίαν. Ἡ γραῖα ἐπαιδεύετο νὰ βράσῃ δύο ἢ τρία σκορπιδάκια, τὰ ὁποῖα τῆς εἶχε φέρει ὁ γέρων, ἀργὰ φθάσας τὴν ἑσπέραν ἐκείνην μὲ τὴν μικρὰν βάρκαν του ἐκ τῆς ἡμερησίας ἀνὰ τὸν λιμένα ἐκδρομῆς. Ὁ Λάμπρος ἐκάθισεν ἐπί τινος παλαιοῦ κιβωτίου μὲ γλυφὰς καὶ μὲ καρφία διατεθειμένα πρὸς κόσμον εἰς ρόμβους καὶ εἰς σταυρούς, οἱ δὲ δύο ἀκόλουθοί του ἐκάθισαν ἐπί τινος κουλουριασμένου τριχίνου σχοινίου, χρησίμου εἰς τὴν ἁλιευτικήν. Παραγάδια καὶ δίκτυα ἐπὶ κονταρίων ἡπλωμένα ἐκρέμαντο ἀπὸ τὸν χθαμαλὸν ὄροφον ἕως τὸ δάπεδον. Ὅλα καὶ τὸ σχοινίον καὶ τὸ κιβώτιον, καὶ τὰ κιλίμια, καὶ ἡ ψάθα, καὶ οἱ μύστακες τοῦ μπαρμπα-Διοματάρη, καὶ τὸ φουστάνι τῆς γραίας του, ὅλα ἐμύριζαν ψαρίλες.
Ὁ Λάμπρος ἤρχισε νὰ ἐξηγῇ τὸν σκοπὸν τῆς ἐπισκέψεώς του, λέγων ὅτι, τὴν φορὰν ταύτην, ἐπὶ τέλους εὑρέθη ἄνθρωπος νὰ φροντίσῃ διὰ τὴν φτώχεια καὶ νὰ ἔβγαζαν βουλευτὴν τὸν Ἀλικιάδην, θὰ ἔκαμναν χρυσῆ δουλειά, διότι, αὐτός, ὁ Ἀλικιάδης, ἦτον φιλότιμος, καὶ εἶχε νὰ ζήσῃ, καὶ δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ διορίσῃ εἰς θέσεις τοὺς ἀνεψιούς του καὶ τὸν υἱὸν τῆς κουμπάρας του, καὶ ἂν ἔβγαινε βουλευτής, θὰ ἐφρόντιζεν ἀποκλειστικῶς γιὰ τὴν φτώχεια. Δὲν ὡμοίαζε μὲ καμπόσους ἄλλους, «ὄνομα καὶ μὴ χωριό». Καὶ ὁ Λάμπρος δὲν εἶχεν ἀμφιβολίαν ὅτι, αὐτὴν τὴν φοράν, ὁ μπαρμπα-Διοματάρης θὰ ἔδιδεν ἀποκλειστικὴν τὴν ψῆφόν του εἰς τὸν Ἀλικιάδην.
Αὐτὰ τὰ εἶπεν ἐντέχνως ὁ Λάμπρος, ἐλπίζων νὰ εὕρῃ τὸν σφυγμὸν τοῦ γέροντος ναυτικοῦ. Ἀλλ᾽ ὁ μπαρμπα-Διοματάρης, ὡς νὰ ἐζήτει ἀφορμὴν νὰ ξεσπάσῃ, ἤρχισε νὰ διηγῆται διὰ μακρῶν τί τοῦ εἶχε συμβῆ κατόπιν τῆς ἄλλης ἐκλογῆς, καθ᾽ ἣν εἶχε δώσει ψῆφον εἰς τοὺς ἀντιθέτους.
… Εἶχεν ὑπάγει εἰς τὸν Γεροντιάδην πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, φέρων ὅλα τὰ ἔγγραφά του, τὰ χαρτιά του, τὰ πιστοποιητικά του. Αὐτὸς ὅμως ἀγρὸν ἠγόρασε. «Ποῦ σ᾽ εἶδα, ποῦ σὲ ξέρω;» Δὲν τὸν ἄφηναν ἥσυχον, ἐπὶ τέλους; Ποίαν ὑποχρέωσιν εἶχε νὰ τρέχῃ δι᾽ ὅλες τὲς παλιοκαϊάσσες*, ὅσοι ἐζήτουν νὰ πάρουν σύνταξιν ἀπὸ τὸ Ἀπομαχικόν; Αὐτός, ὅσους ψήφους ἐπῆρε, τοὺς εἶχεν ἀγοράσει ἀκριβά. Ὅλους πληρωμένους. Ἕνα ἐκλογέα δὲν ἄφησε ἀπλήρωτον. Διεπραγματεύετο χονδρικῶς μὲ τὸν Μανώλην τὸν Πολύχρονον, ὅσους ψήφους, τόσα διπλᾶ τάλληρα, ἢ ὅσους ψηφοφόρους, τόσα δεκάρικα. Ἀνάγκην αὐτὸς δὲν εἶχε νὰ σκοτίζεται, νὰ συναλλάσσηται ἀπ᾽ εὐθείας μὲ ἕνα ἕκαστον τῶν ἐκλογέων. Ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος, ἐκεῖνος ἔλυνε κ᾽ ἔδενε, ἐκεῖνος ἔμβαζε κ᾽ ἔβγαζε. Καὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ λογαριασμοῦ ἀκόμη, οἱ ψῆφοι ἔβγαιναν ὀλιγώτεροι ἀπὸ τὰ δεκάρικα. Ἄρα καὶ πολλοὶ πληρωμένοι τὸν εἶχαν μαυρίσει. Ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος, ὡς τετραπερασμένος ποὺ ἦτον, τὰ ἐμβάλωνε λέγων, ὅτι πρέπει νὰ ξεπεσθοῦν ἀπὸ τὸν λογαριασμὸν τόσα δεκάρικα, ὅσα ἐπῆγαν εἰς γενικὰ ἔξοδα, ἢ καὶ εἰς κεράσματα ἀκόμη, μὴ ἀρκέσαντος τοῦ κονδυλίου τοῦ εἰδικοῦ. Τέλος πάντων, ὅ,τι ἔγινεν ἔγινεν, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐπιτυχίαν, δὲν ἐννοοῦσε νὰ πληρώσῃ λεπτὸν παραπάνω. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ᾽ ἤθελε νὰ μὴ χάσῃ καὶ τὴν ἡσυχίαν του. Εἶχεν ἐξοφλήσει, ὡς ἐνόμιζεν. Ἐπῆρε χιλίους ἑκατὸν ψήφους κ᾽ ἐξώδευσε χίλια διακόσια δεκάρικα, δώδεκα χιλιαδοῦλες σωστές. Τοῦ ἦλθε σχεδὸν ἀπὸ ἕνδεκα δραχμάς, κατ᾽ ἀκριβολογίαν ἀπὸ δέκα καὶ ἐνενῆντα ἓν λεπτὰ παρὰ ἓν κλάσμα, ἡ ψῆφος. Δὲν ἐξελέχθη αὐτὸς βουλευτὴς διὰ νὰ τρέχῃ διὰ τὲς δουλειὲς τῶν ἐκλογέων, καθὼς ἄλλοι, ἐξελέχθη διὰ τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας. Καὶ ὄχι μόνον τῆς ἐπαρχίας, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἔθνους ὅλου. Τί λέγει τὸ Σύνταγμα; «Ἕκαστος βουλευτὴς ἀντιπροσωπεύει ὅλον τὸ ἔθνος, καὶ ὄχι μόνον τὴν ἐπαρχίαν ἐξ ἧς ἐκλέγεται». Καὶ εὐτυχῶς ἡ προλαβοῦσα Βουλὴ δὲν ἦτο ὡς αἱ προκάτοχοί της, αἵτινες διελύοντο μετὰ ἓν ἔτος ἢ καὶ μετὰ ὀκτὼ μῆνας ἀπὸ τοῦ σχηματισμοῦ των. Ἔφαγε τρεῖς σωστὰς συνόδους τακτικὰς καὶ δύο ἐκτάκτους. Ἐφαίνετο ὅτι δὲν ἔμελλε ποτὲ νὰ διαλυθῇ, ἀλλ᾽ ἐπὶ τέλους, περὶ τὰ τέλη τῆς Γ´ συνόδου, διελύθη. Κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον, ὁ Γεροντιάδης ἐφρόντισε νὰ διορίσῃ εἰς μικρὰς ἢ μεγάλας θέσεις ὅλους τοὺς ἀνεψιούς του, ἑπτὰ τὸν ἀριθμόν, καθὼς 〈καὶ〉 δύο ἐξαδέλφους του καὶ τρεῖς δευτέρους ἐξαδέλφους του, ὡς καὶ δύο κουμπάρους, καὶ τὸν υἱὸν τῆς κουμπάρας του, καὶ τὸν ἀδελφὸν τῆς ὑπηρετρίας του, καὶ ἄλλους. Κατὰ τὴν δευτέραν σύνοδον κατώρθωσε νὰ ἀκυρώσῃ δικαστικῶς ὅλα τὰ ἐνοικιαστήρια τῶν οἰκιῶν τῶν ἀντιπάλων του, ὡς δημοσίων γραφείων, καὶ νὰ ἐνοικιάσῃ τὴν μίαν οἰκίαν του ὡς ἐπαρχεῖον, τὴν ἄλλην ὡς ἑλληνικὸν σχολεῖον, καθὼς καὶ τῆς τρίτης μεγάλης παραθαλασσίου οἰκίας του, τὸ μὲν ἄνω πάτωμα ὡς ἐφορίαν, τὸ δὲ κάτω πάτωμα ὡς λιμεναρχεῖον. Ἔμενεν ἀκόμη τὸ ταμεῖον, τὸ τελωνεῖον καὶ τὸ εἰρηνοδικεῖον, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶχεν ἄλλας οἰκίας ἰδικάς του πρὸς ἐνοικίασιν. Κατὰ τὴν τρίτην σύνοδον ἐπρόφθασε κ᾽ ἔβαλε δύο ἐκ τῶν υἱῶν του ὑποτρόφους δύο διαφόρων κληροδοτημάτων, καθ᾽ ὃ ἀνομοίου κλίσεως καὶ προορισμοῦ. Ὅσον διὰ τὴν κόρην του, αὐτὴν τὴν εἰσήγαγε, τῇ συναινέσει καὶ τῆς μητρός της, νομίμου συζύγου του, εἰς τὸ «Σκολειὸ τῆς Ἀμαλίας», ὡς ἀσφαλέστερον, μὴ εὑρὼν ἄλλο πρόχειρον παρθεναγωγεῖον ἵνα τὴν εἰσαγάγῃ. Καὶ ἄλλα ἀκόμη θὰ κατώρθωνε, διότι ἡ Βουλὴ ἐκείνη παραδόξως ἐφαίνετο ἔχουσα «μέρες ἀπ᾽ τὸ Θεὸ» διὰ νὰ ζήσῃ. Δυστυχῶς, καὶ παρ᾽ ἐλπίδα, διελύθη, τέταρτον μῆνα τῆς Γ´ συνόδου ἄγουσα.

Γ´

Τοιαῦτα ἤρχισε νὰ διηγῆται εἰς τὸν Λάμπρον, ὅστις τὰ ἐγνώριζε καλύτερ᾽ ἀπ᾽ αὐτόν, ὁ μπαρμπα-Διοματάρης, παρενθέτων ἐνίοτε εἰς τὴν σειρὰν τῆς διηγήσεως ἓν «καθὼς ἔμαθα, καθὼς μοῦ εἶπαν». Τὰ πλεῖστα ὅμως πρὸς συμπλήρωσιν τῆς εἰκόνος τὰ προσέθηκε διακόπτων τὸν γέροντα ἁλιέα ὁ Λάμπρος αὐτός, ὅστις δὲν ἔπαυεν, εἰς τὸ τέλος ἑκάστης περιόδου τοῦ ἁπλοϊκοῦ ἀφηγητοῦ, νὰ κατανεύῃ διὰ τῆς κεφαλῆς ἐπιδοκιμάζων, καὶ προσδοκῶν αἴσιον δι᾽ αὐτὸν τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ τὸ περιεργότερον ἦτο τὸ πεῖσμα καὶ ἡ ὀξύτης, μεθ᾽ ὧν τὰ ἤρτυεν ὁ μπαρμπα-Διοματάρης. Ἀληθῶς δὲ ὁ Λάμπρος δὲν τὸ ἐπερίμενε, καὶ μεγάλως ἐξεπλάγῃ ὅταν εἰς τὸ τέλος τῆς διηγήσεως ὁ ἀφηγητὴς προσέθηκε:
― Τέτοιοι εἶναι ὅλοι τους! Ὕστερα, δῶσέ τους ψῆφο. Δὲν πάω οὔτε νὰ ψηφοφορήσω, νὰ μοῦ λένε πὼς μ᾽ ἀγόρασαν.
― Τί λές, μπαρμπα-Διοματάρη; ἀνέκραξεν ὁ Λάμπρος. Αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν εἶναι ὁ Γεροντιάδης… εἶναι ὁ Ἀλικιάδης, καὶ δὲν ἔχεις νὰ κάμῃς μὲ τὸν Μανώλη τὸν Πολύχρονο, ἔχεις νὰ κάμῃς μ᾽ ἐμένα…
―Ὅλοι τὸ ἴδιο εἶναι! ἐπανέλαβε μετὰ πεισμονῆς ὁ μπαρμπα-Διοματάρης, ἀμεριμνῶν ἂν προσέβαλλε κατὰ πρόσωπον τὸν Λάμπρον τὸν Βατούλαν.
― Πῶς, ὅλοι τὸ ἴδιο εἶναι! ἐπανέλαβεν ὁ Λάμπρος. Ἡμεῖς δὲν καταδεχόμαστε, μπαρμπα-Διοματάρη, νὰ κάνουμε τὶς δουλειὲς ποὺ κάνει ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος.
― Δὲν τὸ καταδιώχνετε*! ἀνεκάγχασε σκληρῶς ὁ τραχὺς ναύτης.
― Ναί, αὐτὸ ποὺ σοῦ λέω ἐγώ. Δὲν μοῦ λές, μπαρμπα-Διοματάρη, στὴν ἄλλη ἐκλογὴ πῆρες παράδες ἀπ᾽ τὸ Μανώλη;
―Ἐγὼ νὰ πάρω παράδες; εἶπε βλοσυρὸς ὁ γέρων πορθμεύς· ἐμένα μοῦ ἔταξαν νὰ βγάλουν τὴν σύνταξή μου.
― Δὲν σημαίνει· ἔκαμες κακὰ νὰ μὴν πάρῃς παράδες.
― Γιατί;
― Γιατὶ ὁ Μανώλης θὰ σὲ πέρασε γιὰ πληρωμένον, αὐτὸ νὰ τὸ ξέρῃς σίγουρα.
― Τώρα τὸ κατάλαβα κ᾽ ἐγώ, καὶ γι᾽ αὐτό, οὔτε ξαναπάω πλιὰ νὰ ρίξω ψῆφο.
― Εἶσαι κουριόζος* ἄνθρωπος, μπαρμπα-Διοματάρη, ἐστέναξεν ὁ Βατούλας.
― Τὸ ξέρω κ᾽ ἐγώ… Δὲν θὰ ὑπάρχουν πολλοὶ τέτοιοι σὰν ἐμένα.
― Δὲν ὑπάρχει κανείς… Εἶσαι μοναχός σου… Δὲν ἔχεις ταίρι.
Καὶ ὁ Λάμπρος ἐστέναξεν ἐκ δευτέρου, ἀναλογιζόμενος ὅτι, ἂν ὑπῆρχαν πενῆντα τοιοῦτοι ἐκλογεῖς, μὴ δεχόμενοι χρήματα, ἀλλὰ ὑποσχόμενοι, οὐχὶ ὅπως ὁ μπαρμπα-Διοματάρης, νὰ ψηφοφορήσουν κατ᾽ εὐχήν, θὰ ἐκέρδιζε καὶ αὐτὸς πενῆντα χάρτινα δεκάδραχμα ἀπὸ μίαν ἐκλογήν. Ἐφθόνει δὲ καὶ τὸν Μανώλην τὸν Πολύχρονον, ὅστις ἤξευρε τὸν τρόπον, ὑποσχόμενος εἰς τὸν ἕνα διορισμόν, εἰς τὸν ἄλλον σύνταξιν, εἰς τὸν τρίτον αἰσίαν ἔκβασιν τῆς δίκης, νὰ εὑρίσκῃ ἀπληρώτους ἐκλογεῖς, τοὺς ὁποίους νὰ περνᾷ εἰς τὸ κατάστιχόν του ὡς πληρωμένους.
Ἐν τοσούτῳ δὲν ἀπηλπίσθη νὰ μεταπείσῃ τὸν μπαρμπα-Διοματάρην, καὶ ἠξεύρων ὅτι, ἂν ἐπέμενεν ἀποτόμως κατ᾽ αὐτὴν τὴν ἰδίαν ἑσπέραν, θὰ ἐστόμωνε* μόνον τὸ γεροντικὸν πεῖσμα τοῦ χελωνοδέρμου ναυτικοῦ, τὸν ἐκαληνύκτισε δι᾽ ἀπόψε, ἐπιφυλαχθεὶς νὰ ἐπανέλθῃ μετὰ δύο ἑσπέρας.
* * *
Ἀκολούθως ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας μετὰ τῶν συνοδῶν του ἀνῆλθεν εἰς τὴν μικρὰν οἰκίαν τοῦ Θανάση τοῦ Τσιρογιάννη.
― Καλῶς τὰ κάνετε*! καλησπέρα, Θανάση μὲ τὴ φαμίλια σου! ἔκραξεν ὁ Λάμπρος μὲ τὴν λιγυρὰν καὶ θωπευτικὴν φωνήν του, καὶ μὲ τὴν μελισταγῆ εὐπροσηγορίαν του.
― Καλῶς τὸν κὺρ Λάμπρο μὲ τὴν παρέα του.
―Ἔ; εἴμαστε γιὰ νά ᾽μαστε*;
― Μὰ βέβαια… Ἐσεῖς δὲν ἐφανήκατε κανένας σας, οὔτε σεῖς οὔτε οἱ ἄλλοι… Εἶπα κ᾽ ἐγὼ μαθέ, γιατί δὲ μοῦ μιλεῖ κανένας;… Νὰ μὴ μ᾽ πῇ κανένας ἕνα λόγο;
― Νά ποὺ ἤρθαμε…
Ὁ οἰκοδεσπότης ὡμολόγει ἀφελῶς ὅτι ἦτο ἕτοιμος νὰ δώσῃ τὸν λόγον του εἰς ἐκεῖνον τῶν κομματαρχῶν, ὅστις πρῶτος θὰ ἔσπευδε νὰ τὸν ἀγκαζάρῃ. Ἠγάπα ὡς φαίνεται τὰς θωπείας, καὶ ἐθεώρει ὡς τιμὴν προσγινομένην αὐτῷ, τὸ νὰ ἔλθῃ τις παρακαλῶν νὰ τοῦ δώσῃ τὴν ψῆφόν του.
― Ἄλλο σόι ἄνθρωπος αὐτός, εἶπε μέσα του ὁ Λάμπρος Βατούλας. Καλὰ ποὺ πρόφτασα κι ἦρθα… πῶς δὲν τὸ πῆρε μυρουδιὰ ἐκεῖνο τὸ σκυλί, ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος, νὰ ἔρθῃ νὰ μοῦ τὸν πάρῃ!
Ὁ Θανάσης ὁ Τσιρογιάννης προσέφερεν οἶνον καὶ στραγάλια εἰς τοὺς ἐπισκέπτας, ὁ δὲ Λάμπρος τοῦ ἔδωκε παχείας ὑποσχέσεις δι᾽ οἱανδήποτε ἀπαίτησιν καὶ ἂν εἶχεν ἀπὸ τὸν μέλλοντα βουλευτήν, ὅστις ἦτο σίγουρος «μὲ τὸ παραπάνω», καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ περάσῃ ἀπὸ τὸ γραφεῖόν του, ὅπου εἶναι τὸ ἐκλογικὸν κέντρον, διὰ νὰ τὰ εἰποῦν καλύτερα. Μόλις ἀπῆλθεν οὗτος μετὰ τῶν ἀκολούθων, καὶ ὁ Μανώλης μὲ τοὺς ἰδικούς του ἀνῆλθον εἰς τὴν οἰκίαν.
― Λοιπόν, κουμπάρε, πῶς εἴμαστε;
Ὁ Μανώλης εἶχε συνηθίσει ν᾽ ἀποκαλῇ κουμπάρους σχεδὸν ὅλους, καὶ τοὺς συντέκνους τῶν συμπεθέρων του.
― Τώρα, κουμπάρε, ἔδωσα τὸ λόγο μ᾽.
― Σὲ ποιόνε;
― Στὸ Λάμπρο τὸ Βατούλα… Τώρ-δά, τώρα-δὰ ὅ,τι κατέβηκε… Δὲν ἠξεύρατε νὰ ᾽ρθῆτε μισὴ ὥρα μπροστά;

Δ´

Ἡ οἰκία τοῦ Σπληνογιάννη, ἀνώγεως, μὲ δύο δωμάτια καὶ μέγαν πρόδομον, μετὰ μεγάλου σκεπαστοῦ ἐξώστου καὶ λιθίνης κλίμακος, ἔκειτο ὀλίγα βήματα ἀπωτέρω πρὸς ἀνατολὰς βλέπουσα. Ἐκεῖ εἰσῆλθε μετὰ τῶν ἑταίρων του ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας, ἅμα ἐξελθὼν τῆς οἰκίας τοῦ Τσιρογιώργη.
Μετ᾽ ὀλίγα λεπτά, ὅτε ὁ Μανώλης κατῆλθεν ἄπρακτος ἐκ τῆς τελευταίας ἀνωτέρω περιγραφείσης ἐπισκέψεώς του, ἤκουσε θόρυβον, φωνὰς καὶ ταραχήν. Δύο φωναὶ ἀνδρικαί, ἡ μία βραχνή, ἐπίρρινος καὶ ὀργίλη, ἡ ἄλλη μελιχρὰ καὶ καταπραϋντική, ἠκούοντο συνεχῶς ἐναλλάσσουσαι· ἀλλ᾽ ἀμφοτέρων ἐδέσποζεν ὀξεῖα καὶ διάτορος φωνή, φωνὴ γυναικὸς νευροπαθοῦς, διαμαρτυρομένης, μὲ γοερὰς καὶ ἀπειλητικὰς κραυγάς, ἃς ἀκούων τις εὐλόγως ὑπέθετεν ὅτι μεγάλη συμφορὰ εἶχεν ἐνσκήψει. Αἱ φωναὶ ἤρχοντο προφανῶς ἀπὸ τὴν οἰκίαν τοῦ Σπληνογιάννη. Ὁ Μανώλης, ὅστις ἐγνώριζε μὲν κάτι τι καὶ ἀπὸ πρίν, διέκρινε δὲ καὶ ὀλίγας λέξεις ἐκ τῶν πολυήχων κραυγῶν τῆς νευροπαθοῦς γυναικός, ἐνόμισεν ὅτι τὴν φορὰν ταύτην δὲν ἦτον ὑπόχρεως νὰ σεβασθῇ τοὺς ὅρους τῆς σιωπηλῆς συμβάσεως, ἥτις ἴσχυε μεταξὺ τῶν δύο ἀντιπάλων κομμάτων, ὅπως οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἑνὸς κόμματος μὴ ἐπιτρέχωσιν ἀδιακρίτως πρὸς ψηφοθηρίαν εἰς τὸ αὐτὸ μέρος, ὅπου ἔχουσιν ἤδη εἰσβάλει οἱ ὀπαδοὶ τοῦ ἄλλου, καὶ ἔσπευσε νὰ παραβιάσῃ τὴν σύμβασιν. Χωρὶς νὰ διστάσῃ, ἔνευσεν εἰς τοὺς δύο συντρόφους του νὰ τὸν ἀκολουθήσωσι, καὶ ἀνέβη εἰς τὴν οἰκίαν.
Οἱ δύο ἀκόλουθοι τοῦ Βατούλα, οἵτινες εἶχαν μείνει, κατὰ τὴν παραδεδεγμένην τακτικὴν εἰς τὸ προαύλιον τῆς οἰκίας, διεμαρτυρήθησαν δι᾽ ὑποκώφων γογγυσμῶν, ἀλλὰ δὲν ἐτόλμησαν ν᾽ ἀντισταθῶσιν. Ἔμενον δὲ νῦν ἀντικρύ των, προκλητικὰ ρίπτοντες ἐπ᾽ αὐτοὺς βλέμματα, καὶ οἱ δύο οὐραγοὶ τοῦ Μανώλη, ἀπώτερον ἱστάμενοι, καὶ δυσκολευόμενοι νὰ ἐννοήσωσι τὴν στρατηγικὴν τοῦ ἀρχηγοῦ των.
* * *
Μόλις εἶχεν ἀναβῆ ὁ Μανώλης εἰς τοῦ Σπληνογιάννη, καὶ παράθυρόν τι ἐλαφρῶς τρῖξαν ὑπανεῴχθη ἀντικρύ. Εἰς τὸ ἄνοιγμα τοῦ παραθύρου ἐξῆλθεν ἡ Τσιρογιώργαινα καὶ ἔτεινεν ἄπληστον τὸ οὖς. Εἰς τὸν μικρὸν ἐξώστην τῆς παρακειμένης οἰκίας, ἐνῷ ἡ θύρα ἔμενε κλειστή, σκοτεινὴ μορφὴ ἵστατο ἀπό τινων λεπτῶν τῆς ὥρας. Ἡ σκοτεινὴ μορφή, ἥτις δὲν ἦτο ἄλλη, εἰμὴ ἡ Ζυγαράκαινα, μήτηρ τεσσάρων υἱῶν ἐκλογέων, κτλ., εἶδε τὴν διὰ τοῦ ἀνοίγματος τοῦ παραθύρου προκύψασαν φαιδρὰν ὄψιν, τὴν ἀνεγνώρισε, κ᾽ ἐψιθύρισε πρὸς αὐτήν:
― Τ᾽ ἀκοῦς, γειτόνισσα;
― Τί ν᾽ ἀκούσω, γειτόνισσα;
― Νά, ποὺ μαλώνουν, τ᾽ ἀνδρόγυνο.
― Γιατί τάχα;
― Νά, ἀπὸ ἄλλο κόμμα, εἶναι, λέει, ὁ ἄνδρας κι ἀπὸ ἄλλο ἡ γυναίκα.
― Μὴ χειρότερα.
― Εἶναι καὶ ἄλλα χειρότερα, γειτόνισσα;
Καὶ ἡ φαιδρὰ ὄψις ἐπανέκλεισε τὸ παράθυρον κ᾽ ἔγινεν ἄφαντος, ἐνῷ ἡ σκοτεινὴ μορφὴ ἥτις δὲν ἐξετίμα ἐν παντὶ τὴν χρησιμότητα τῆς λυχνίας, ἔμεινε πολυπράγμων, κατασκοπεύουσα τὰ συμβαίνοντα ἐν τῆ ἀντικρινῇ οἰκίᾳ.
* * *
Μικρὸν πρὶν εἰσέλθῃ ὁ Μανώλης, ἰδοὺ τίνες φράσεις διημείβοντο ἐν τῇ οἰκίᾳ.
―Ἔννοια σου, κουμπάρε, μὴν τὴν ἀκοῦς αὐτή, ἔλεγε δεικνύων διὰ νεύματος τὴν σύζυγόν του πρὸς τὸν Λάμπρον Βατούλαν, ὁ Σπληνογιάννης, τεσσαρακοντούτης, ἰσχνός, κίτρινος, μ᾽ ἐσβεσμένα ὄμματα, προξενῶν οἶκτον.
― Κεῖνο ποὺ θέλω ἐγὼ θὰ γένῃ! ἀνέκραζεν ἀπειλοῦσα διὰ [τῆς] χειρονομίας ἡ σύζυγός του, ὡραία, τριακοντοῦτις, ὑψηλή, ροδόχρους, γλυκυτάτη, μὲ μεθυστικὸν τὸ βλέμμα καὶ τὸ μειδίαμα· τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ πρώτου βλέμματος ὁ θεατής, συγκρίνων αὐτὴν ἐκ τοῦ σύνεγγυς πρὸς τὸν σύζυγόν της, ἀκουσίως θ᾽ ἄφηνε νὰ τοῦ ἐκφύγῃ ἡ ἐπιφώνησις: Κρῖμα στὴ γυναῖκα!
― Μὴν τὰ ξεσυνερίζεσαι τὰ λόγια της, κουμπάρε, διεμαρτύρετο λέγων ὁ σύζυγος.
― Τὸ δικό μου! θὰ περάσῃ, τὸ δικό μου! ἐπέμενε πάλιν ἡ συμβία.
― Καὶ τί; θὰ μὲ κουμαντάρῃς ἐσύ; ἔκραξεν ἀπειλητικῶς ὁ Σπληνογιάννης.
― Σᾶς παρακαλῶ… ἡσυχάσετε τώρα, παρενέβαλλε διὰ τῆς μελιχρᾶς καὶ θωπευτικῆς φωνῆς του ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας. Νὰ τό ᾽ξερα ἔτσι δὰ… καλύτερα νὰ μὴν ἐρχόμουνα… δὲν ἦρθα ἐγὼ γιὰ νὰ σπείρω σκάνδαλα στ᾽ ἀνδρόγυνο…
Ἡ θύρα ἠνοίχθη καὶ εἰσῆλθεν ἀνελπίστως ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος.
Ὁ Σπληνογιάννης ἠγέρθη αὐτομάτως μὲ βλέμμα ἐκπλήξεως καὶ ἀμηχανίας. Ἡ γυνὴ ἐξεπήδησεν ἐκ τοῦ σκίμποδος ἐφ᾽ οὗ ἐκάθητο, καὶ προέβη εἰς ὑποδοχήν του.
Ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας οὐδ᾽ ἐσάλευσεν ἀπὸ τὴν θέσιν του.
― Καλῶς τὸν κουμπάρο! ἔκραξεν ἡ οἰκοδέσποινα.
― Καλῶς τὸν κουμπάρο! ἐτραύλισε καὶ ὁ Σπληνογιάννης.
Τὸ ἀνδρόγυνον εἶχεν, ὡς φαίνεται, διπλὲς κουμπαριές, καὶ ἐντεῦθεν ἠδύνατο νὰ εἰκάσῃ τις ὅτι θὰ ἐπήγαζεν ἡ διαφωνία μεταξὺ τῶν δύο συζύγων. Διότι ὁ Σπληνογιάννης εἶχεν ὑποσχεθῆ νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του εἰς τοὺς κουμπάρους του, Λάμπρον Βατούλαν καὶ λοιπούς. Ἡ Σπληνογιάνναινα ὅμως ἔτρεφε φανερὰν προτίμησιν πρὸς τοὺς κουμπάρους της, τοῦ κόμματος Μανώλη Πολύχρονου καὶ συντροφίας.
Εἶναι ἀληθὲς ὅτι, κατ᾽ ἰδίαν, ὁ Σπληνογιάννης διηγεῖτο εἰς τὴν σύζυγόν του ὅτι ἀπὸ πολιτικὴν ἁπλῶς ὑπέσχετο εἰς τὸν Λάμπρον τὸν Βατούλαν. Ἀλλ᾽ ἡ γυνὴ ἐσκύλιαζε καὶ ἐδαιμονίζετο, ὅταν τὸν ἤκουεν ἀνανεοῦντα τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην, καὶ ἀπῄτει νὰ κηρύξῃ φανερὰ ὁ σύζυγός της εἰς τὸν Λάμπρον ὅτι δὲν θὰ τοῦ ἔδιδε ψῆφον. Τὴν θυσίαν ταύτην ἐδυσκολεύετο νὰ κάμῃ ὁ Σπληνογιάννης, καὶ ἀπὸ ἑβδομάδων ἤδη τὸ ἀνδρόγυνον «δὲν ἔτρωε μερωμένο ψωμί».
― Τὰ βλέπεις λοιπόν, φίλε κύριε Λάμπρε, εἶπε μετὰ προσποιητῆς σοβαρότητος, δάκνων τὰ χείλη, ὁ Μανώλης.
― Τί νὰ ἰδῶ;
― Δὲν πρέπει νὰ βάζουμε σκάνδαλα στὸ ἀνδρόγυνο…
― Μάλιστα, σ᾽ αὐτὸ συμφωνῶ κ᾽ ἐγώ, εἶπε μεθ᾽ ἑτοιμότητος ὁ Λάμπρος· δὲν πρέπει νὰ βάζετε σκάνδαλα, καθὼς τὸ λέτε.
―Ἐγὼ ἔβαλα! εἶπεν ὀργίλος ὁ Μανώλης. Ἐγὼ ἦρθα νὰ τοὺς εἰρηνεύσω, μήπως τυχὸν καὶ τοὺς ἐρεθίσατε…
Ὁ Σπληνογιάννης ἔδιδε καθέκλαν εἰς τὸν Μανώλην.
― Ἂς εἶναι, θὰ τὰ καταφέρωμεν, εἶπεν.
― Ἂς εἶναι, κάνομε καλά, εἶπεν. Ἐσεῖς βλοημένοι, ἔρχεσθε κ᾽ οἱ δυὸ μαζί, καὶ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ…
Ἀκουσίως, ἀμφότεροι οἱ ψηφοκάπηλοι ἐγέλασαν, μαντεύσαντες τί ἤθελε νὰ εἴπῃ ὁ Σπληνογιάννης.
― Κεῖνο ποὺ σοῦ λέω ἐγώ!…
― Κεῖνο ποὺ σοῦ λέω ἐγώ! ἀνέκραξε μὲ ὀξεῖαν φωνὴν ἡ γυνή.
ᾘσθάνετο δὲ τώρα ἐνισχυομένην τὴν θέσιν της ἐκ τῆς ἐπικουρίας ἣν παρεῖχεν αὐτῇ ἡ παρουσία τοῦ Μανώλη, καὶ ἐγίνετο θρασυτέρα.
Ὁ δυστυχὴς Σπληνογιάννης δὲν ἐνθυμεῖτο νὰ εὑρέθῃ ποτὲ εἰς δυσχερεστέραν θέσιν. Εὑρίσκετο ἀντιμέτωπος τριῶν ἐχθρῶν, ὧν φοβερώτερος βεβαίως ἦτο αὐτὴ ἡ σύζυγός του. Μεμονωμένους, καθ᾽ ἕνα ἕκαστον, ἂν τοὺς εἶχε συναντήσει, ἦτο ἱκανός, διὰ τῆς ψευτικῆς, τοῦ μόνου ὅπλου ὅπερ ἀπέμεινεν εἰς τοὺς χωρικοὺς ὅπως ἀνταγωνίζωνται κατὰ τόσων καὶ τόσων πολιτικῶν ἢ κοινωνικῶν καὶ βιοτικῶν πιέσεων καὶ διωγμῶν, (ὅπλον τὸ ὁποῖον ἀκονίζεται δὶς τῆς ἑβδομάδος εἰς τὰ πταισματοδικεῖα καὶ εἰρηνοδικεῖα, ὅπου ὁ χωρικὸς γίνεται σωστὸς βλαχοδικηγόρος) νὰ τὰ βγάλῃ πέρα μαζί των, φενακίζων καὶ τοὺς τρεῖς, κατὰ πρόσωπον, φασκελώνων καὶ τὰ δύο κόμματα ὄπισθεν τῶν νώτων, καὶ ὁρκιζόμενος καθ᾽ ἑαυτὸν νὰ μαυρίσῃ περιφρονητικῶς ὅλας κατὰ σειρὰν τὰς κάλπας τῶν αὐτοκλήτων ἀντιπροσώπων τοῦ ἀτυχοῦς λαοῦ, τοῦ τόσον δεινοπαθοῦντος καὶ τυραννουμένου.
Ἀλλ᾽ ἐνῷ ἡ παρουσία τοῦ Λάμπρου τοῦ Βατούλα καθίστα ἤδη ἀνίσχυρον τὸ μόνον ὅπλον του, εἰς ἐπίμετρον προσετέθη καὶ ἡ ἔφοδος τοῦ Μανώλη τοῦ Πολύχρονου, ὅστις θὰ ἔλεγέ τις ὅτι ἦλθεν ἐπίτηδες διὰ νὰ παρασταθῇ εἰς δωρεὰν περίεργον οἰκογενειακὴν κωμῳδίαν.
Οὐδὲν ἄλλο καταφύγιον εἶχεν ἢ νὰ ζητήσῃ μικρὰν ἀνακωχήν.
― Ἂς εἶναι, εἶπε, θὰ ἰδοῦμε· σήμερα Τρίτη ὣς τὴν Κυριακὴ ποὺ θὰ εἶναι οἱ ἐκλογές, θὰ μᾶς φωτίσῃ ὁ Θεὸς τί νὰ κάμουμε…
―Ὄχι! ὄχι! ἔκραξεν ἡ γυνὴ γελῶσα ἀκουσίως, ἀρχίσασα φαίνεται καὶ αὐτὴ νὰ ἐννοῇ τὸ κωμικὸν τῆς θέσεως. Ὄχι! ὄχι!
Καὶ ἐκτύπα θορυβωδῶς τὸν δεξιὸν γρόνθον ἐπὶ τῆς παλάμης τῆς ἀριστερᾶς.
―Ὄχι! Νὰ δώσῃς τώρα τὸ λόγο σου! Ν᾽ ἀποφασίσῃς τί θὰ κάμῃς. Δὲν τοὺς ἔχεις τοὺς ἀνθρώπους σὰν τὰ ζωντανά σου, νὰ ἔρχωνται καὶ νὰ ξαναέρχωνται χίλιες φορές.
Ὁ Λάμπρος καὶ ὁ Μανώλης μετὰ μειδιάματος εὐχαρίστησαν τὴν σύζυγον τοῦ Σπληνογιάννη διὰ τὸ φιλοφρόνημα.
― Μὰ κάμε φρόνιμα, γυναίκα! ἔκραξεν ἀγανακτῶν ὁ ποιμήν. Εἶναι τρόπος αὐτὸς νὰ ἐπιμένῃς τόσον ἐσύ, ἐμπρὸς εἰς τόσους ἄνδρας! Ἀλλοίμονό μας! ἂν ἀρχίσουν νὰ μᾶς κουμαντάρουν οἱ γυναῖκές μας.
― Ἀκοῦστέ τον! Ἀκοῦστέ τον! Μὲ βρίζει κιόλα… μὲ φοβερίζει! ἀνέκραξεν ἡ γυνὴ δράττουσα περὶ τοὺς κροτάφους τοὺς δύο κρεμαμένους θυσάνους τῆς κόμης της.
― Δὲν ξέρω στὴν παραπάνω σκάλα*, εἶπε μὲ πικρὸν τόνον τρωθείσης ἀξιοπρεπείας, ρίπτων ἐμφαντικὸν βλέμμα πρὸς τοὺς ἐπισκέπτας ὁ ποιμήν, δὲν ξέρω ἂν οἱ σοϊλῆδες, αὐτοὶ ποὺ κάνουν τὸν ἄρχοντα, στρέγουν νὰ τοὺς κουμαντάρουν οἱ γυναῖκές τους· μὰ ἡμεῖς οἱ βοσκοὶ δὲν τὸ καταδεχόμαστε μὲ κανέναν τρόπο! Ὁ παπὰς ποὺ μᾶς ἐστεφάνωσε ἄκουσα νὰ λέῃ τὴν ὥρα ποὺ διάβαζε τὸν Ἀπόστολο, πρὶν εἰπῇ τὸ Βαγγέλιο, πὼς «ἡ γυνὴ πρέπει νὰ φοβᾶται τὸν ἄνδρα».
Ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας, μειδιῶν, ἴσως διὰ νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰρηνεύσεως εἰς τὰ δύο πρόσωπα τῆς σκηνῆς, τρέπων τὸ θέμα ἐπὶ τὸ ἀστειότερον, εἶπε:
― Μὰ ξέρεις, κουμπάρε, τί τὴν δασκαλεύει τὴ νύφη ἡ μάννα της;
― Τί;
― Τὴν ὥρα ποὺ λέει αὐτὸν τὸ λόγο ὁ παπάς, τὴν ὁρμηνεύει νὰ πῇ μέσα της τρεῖς φορές: «Ἀστοχιὰ στὸ λόγο σου, παπά μ᾽, δάκω τὴ γλῶσσά σου!»
Ἐγέλασαν ὅλοι καὶ αὐτὴ ἡ Σπληνογιάνναινα.
Ὁ Λάμπρος, ἐγερθείς, μετὰ τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἐπλησίασεν εἰς τὴν θύραν, ὅπου ἐστάθη ἐπί τινα λεπτά, ὡς νὰ ἐσκέπτετο ἂν ἔπρεπε ν᾽ ἀπέλθῃ. Ἀλλ᾽ οὐχ ἧττον ἐπανῆλθε πάλιν εἰς τὴν θέσιν του κ᾽ ἐκάθισεν.
Ὁ Μανώλης ἠγέρθη καὶ αὐτός, ἐπλησίασεν εἰς τὸ παράθυρον, ἐστήριξε τὰ νῶτα ἐπὶ τοῦ τοίχου, κ᾽ ἐστάθη ἀναποφάσιστος.
Οὐδεὶς τῶν δύο ἀπεφάσιζε νὰ δώσῃ πρῶτος τὸ παράδειγμα τῆς ἀποχωρήσεως. Ὁ μὲν Λάμπρος ἐσκέπτετο ὅτι, ὁ Μανώλης, τελευταῖος ἐλθών, ἦτο ὁ ἀδιάκριτος, καὶ ἑπομένως ὤφειλε νὰ τοὺς ἀφήσῃ ἡσύχους νὰ τελειώσουν τὴν συνδιάλεξιν ἣν εἶχον ἢ ὑπετίθετο ὅτι εἶχον μετὰ τοῦ οἰκοδεσπότου, ὁ δὲ Μανώλης ἐφρόνει ὅτι, ἀφοῦ ἦλθε τελευταῖος, τελευταῖος ἔπρεπε καὶ ν᾽ ἀπέλθῃ.
Τέλος ὁ Λάμπρος ἐσκέφθη ὅτι ἡ σκηνὴ αὕτη ἔπρεπε νὰ λάβῃ πέρας, καὶ ὅπως εὐπροσώπως ἐξέλθῃ ἐκ τῆς δυσχεροῦς θέσεως:
― Ἂς εἶναι, εἶπε, κουμπάρε Σπληνογιάννη, ἡμεῖς δὲν εἴμαστε ἀπὸ κεινοὺς ὁποὺ πᾶνε καὶ βάζουν σκάνδαλα στ᾽ ἀνδρόγυνα· κάμε ὅ,τι σὲ φωτίσῃ ὁ Θεός, καθὼς εἶπες. Κ᾽ ἕνα ψῆφο νὰ μᾶς δώσῃς στὴ μία μας κάλπη μοναχά, γιὰ νὰ δώσῃς κι ἀπὸ κεῖ (δείξας τὸν Μανώλην), καὶ μεικτὸν νὰ δώσῃς καὶ στὰ δυὸ κόμματα, ἡμεῖς θὰ σοῦ τὸ γνωρίζουμε χάρη.
―Ὄχι! ὄχι! ἐπέμεινεν ἡ γυνή. Στὸν κουμπάρο ἔδωκε τὸ λόγο του ἀπὸ μπροστύτερα.
Ὁ Λάμπρος ἐκινήθη νὰ ἐξέλθῃ, ὁ δὲ Μανώλης μείνας ἐπὶ δύο ἢ τρία λεπτά, ἀφοῦ ἀντήλλαξε μὲ ψίθυρον φωνὴν ὀλίγας λέξεις μὲ τὸν οἰκοδεσπότην καὶ μὲ τὴν συμβίαν του, τοὺς εὐχήθη τὴν καλὴν νύκτα, καὶ ἀπὸ τοῦ ἐξώστου, μεγάλῃ τῇ φωνῇ, διὰ ν᾽ ἀκουσθῇ ἀπὸ τὸν Λάμπρον, ὅστις δὲν θὰ ἦτο μακράν, εἶπε:
― Καλὰ τοὺς λένε, κουμπάρε Σπληνογιάννη, Χαλασοχώρηδες.
―Ὅλοι σας, ἀπήντησεν ἑτοίμως ὁ ποιμήν, νὰ ποῦμε τὴν ἀλήθεια, κουμπάρε, εἶστε παρ᾽ τὸν ἕνανε, χτύπα τὸν ἄλλονε.
― Τὸ λοιπὸν κ᾽ ἡμεῖς εἴμαστε χαλασοχώρηδες, σὰν αὐτούς;
― Δὲν εἶστε χαλασοχώρηδες, ἀπήντησε σαρκαστικὴ εἰς τὸ σκότος ἡ φωνὴ τοῦ Λάμπρου Βατούλα· εἶστε ἀνδρογυνοχωρίστρες!

Ε´

Χαλασοχώρηδες ἐκαλοῦντο τέως οἱ τοῦ κόμματος τοῦ Λάμπρου, ἀπὸ δὲ τῆς νυκτὸς ταύτης οἱ τοῦ ἄλλου κόμματος ὠνομάσθησαν οἱ ἀνδρογυνοχωρίστρες.
Ἀπὸ τῆς αὐγῆς τῆς ἐπαύριον Τετάρτης ὁ Μανώλης καὶ δύο τῶν φίλων του, λαβόντες βάρκαν, ἐξῆλθον εἰς τὸ Μαραγκό, νησίδιον φράττον πρὸς Εὖρον τὸν λιμένα, κ᾽ ἐπαραμόνευαν πότε θὰ ἐνεφανίζοντο ὄπισθεν τῆς Ἄρκου καὶ τῆς Τρυπητῆς, δύο ἄλλων ἀνατολικώτερον κειμένων νησιδίων, αἱ βάρκαι αἱ φέρουσαι τὸν ροφὸν κατὰ τὸ λεξιλόγιον τοῦ Μανώλη τοῦ Πολύχρονου. Ἀλλ᾽ ἀπὸ βαθέος ὄρθρου, ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας ὀσφρανθείς, φαίνεται, τὸ δόλωμα τῶν ἀντιπάλων, ἔσπευσε νὰ ἐξυπνίσῃ τὸν καπετὰν Νικολάκην, τὸ Τρυποκαρύδι, ἕνα τῶν στενωτέρων φίλων του, καὶ ἐπιβιβασθέντες οἱ δύο εἰς ὡραῖον κότερον, ἔλυσαν τὰ πανιά, ἐσήκωσαν τὴν ἄγκυραν, καὶ ἀνάψαντες τοὺς ναργιλέδες των, μὲ τὰ κάρβουνα τὰ ὁποῖα εἶχαν λάβει ἀπὸ τὸ καφενεῖον τοῦ γερο-Ἀκούκατου, ὅστις ἀγρυπνότερος ἀλέκτορος ἤνοιγε τὸ καφενεῖον τέσσαρας ὥρας πρὶν φέξῃ, ἐξηπλώθησαν παρὰ τὴν πρύμνην καπνίζοντες καὶ πλέοντες τῇ βοηθείᾳ τῆς πρωινῆς ἀπογείου αὔρας. Ἐξῆλθον εἰς τὸ Ἀσπρόνησον, βορειανατολικῶς, ὅπου ἔκαμναν καρτέρι, περιμένοντες πότε ἤθελε φανῆ τὸ κελεπούρι, κατὰ τὸ ὕφος τοῦ Λάμπρου τοῦ Βατούλα. Οἱ Χαλασοχώρηδες κάμψαντες τὴν ἀκτὴν εἶχαν κρυφθῆ ὄπισθεν τοῦ Ἀσπρονήσου, καὶ οἱ Ἀνδρογυνοχωρίστρες οὔτε τοὺς εἶδαν, οὔτε ὑπώπτευον κἂν ὅτι τοὺς εἶχαν προλάβει.
Μετὰ ἱκανὴν ὥραν, ἅμα τῇ ἀνατολῇ τοῦ ἡλίου, προέκυψαν ἀπὸ τοῦ ἀπέναντι ἀκρωτηρίου δύο βάρκαι ἐρχόμεναι πρὸς τὰ ἐδῶ, αἵτινες, ἔχουσαι οὔριον τὸν ἄνεμον, καθότι εἶχε σουρώσει* ἤδη τὸ μελτέμι, ταχέως ἐπλησίασαν. Οἱ Χαλασοχώρηδες μὲ τὸ κότερόν των ἔπλευσαν εἰς προϋπάντησιν τῶν δύο λέμβων. Ἀνεγνώρισαν δὲ μετ᾽ οὐ πολὺ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔφερον αὗται. Τῆς μιᾶς τούτων ἐπέβαινον ὁ Ἀλικιάδης, καὶ ὁ Ἀβαρίδης, τῆς δευτέρας ἐπέβαινον ὁ Γεροντιάδης, ὁ Καψιμαΐδης καὶ ὁ Χαρτουλάριος, καὶ οἱ πέντε ὑποψήφιοι βουλευταί. Εἶχον ὁρμηθῆ ἐκ τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας καὶ ἤρχοντο πρὸς ἄγραν ψήφων καὶ πρὸς ἐν τῷ δευτερεύοντι δήμῳ φίλων των. Τούτων ὁ Ἀλικιάδης ἐκ τῆς μιᾶς λέμβου καὶ ὁ Καψιμαΐδης ἐκ τῆς ἄλλης ὑπηρετοῦντο, χωρὶς νὰ εἶναι συνδυασμένοι, ἀπὸ τοὺς Χαλασοχώρηδες, ὁ δὲ Γεροντιάδης καὶ ὁ Ἀβαρίδης ὑπεστηρίζοντο, χωρὶς ν᾽ ἀποτελῶσι συνδυασμόν, ἀπὸ τὶς Ἀνδρογυνοχωρίστρες. (Διότι ὅλα τὰ εἰς ιδης καὶ αδης, ὡς νὰ προέβλεπον, θὰ ἔλεγέ τις, μέλλουσαν ἐξορίαν καὶ διωγμόν, εἶχον ζητήσει ἐγκαίρως νὰ ἐξασφαλισθῶσιν εἰς τὸν προσφυῆ ἐκεῖνον τόπον.) Ὅσον ἀφορᾷ τὸν πέμπτον, τὸν Γιαννάκον τὸν Χαρτουλάριον, οὗτος ἦτο τὸ μῆλον τῆς ἔριδος, καὶ ἀμφότερα τὰ τοπικὰ κόμματα ἐμάχοντο ποῖος νὰ τὸν πρωτοϋπηρετήσῃ.
Ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας δὲν εὐχαριστήθη πολὺ ἰδὼν τὸν Γιαννάκον τὸν Χαρτουλάριον ἐπιβαίνοντα τῆς αὐτῆς λέμβου μετὰ δύο ἄλλων ὑποψηφίων. Ἐπεθύμει καὶ ἤλπιζε νὰ τὸν ἔβλεπεν ἐπὶ χωριστῆς λέμβου πλέοντα. Διότι διὰ τὸν Ἀλικιάδην καὶ Καψιμαΐδην δὲν τὸν ἔμελε καὶ πολύ, καθόσον οὗτοι ὡς φανερῶς ὑποστηριζόμενοι ὑπὸ τοῦ κόμματος, καὶ μὴ ἔχοντες ἄλλους φίλους, δὲν εἶχον ἀνάγκην πολλῶν περιποιήσεων. Ἀλλὰ διὰ τὸν Γιαννάκον τὸν Χαρτουλάριον, τὸν ὁποῖον αὐτὸς διενοεῖτο νὰ ὑπηρετήσῃ ἀριστερᾷ τῇ χειρὶ καὶ διὰ λογαριασμόν του, εἶχε πλεύσει μέχρι Ἀσπρονήσου, σχεδιάζων νὰ τὸν παρακαλέσῃ νὰ μεταβῇ τιμητικῶς εἰς τὸ κότερον, καὶ νὰ ὑψώσῃ καὶ σημαίαν εἰς τὸν ἱστόν, ἅμα θὰ εἰσέπλεον εἰς τὸν λιμένα. Δυστυχῶς τώρα ἡ ὑπόθεσις περιεπλέκετο. Οὔτε τὸν Γιαννάκον τὸν Χαρτουλάριον μόνον ἠδύνατο εὐπροσώπως νὰ ἀποσπάσῃ εἰς τὸ κομψὸν καὶ λευκὸν χρωματισμένον κότερον, οὔτε τοὺς ἄλλους, τοὺς δύο φανεροὺς ὑποψηφίους του, ἠδύνατο εὐλόγως νὰ καρπολογήσῃ ἀπὸ τὰς δύο χωριστὰς λέμβους. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ καπετὰν Νικολάκης τὸ Τρυποκαρύδι, μόνος ἰδιοκτήτης καὶ κυβερνήτης τοῦ κοτέρου, ἀναλογισθεὶς τὸ φιλοδώρημα, τὸ ὁποῖον ἦτο πιθανὸν νὰ δώσουν οἱ ὑποψήφιοι ἂν τοὺς ἔπειθε νὰ ἐπιβιβασθῶσιν εἰς τὸ κότερον, ὅπως εἰσπλεύσωσιν εἰς τὸν λιμένα μετὰ πομπῆς, ἀποβλέψας εἰς τὴν ἐγγύτερον ἱσταμένην λέμβον, ἧς ἐπέβαινον οἱ δύο τῶν ὑποψηφίων, μετέβη εἰς τὴν πρῷραν καὶ ἤρχισε νὰ φωνάζῃ:
―Ὁρίστε, κύριοι, στὸ κότερο! Κύριε Ἀλικιάδη! κύριε Ἀβαρίδη! θὰ ἰσάρουμε* καὶ μπαντέρα* μὲς στὸ λιμάνι…
Τὴν ἰδίαν στιγμὴν ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας ἤρχισε νὰ νεύῃ ἀπελπιστικῶς καὶ νὰ χειρονομῇ ἀπὸ τῆς πρύμνης πρὸς τὸν νεαρὸν ναυτικόν, ἀποτρέπων αὐτόν. Διότι τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἀφοῦ πολὺ ἐσκέφθη, τοῦ εἶχεν ἔλθει ἡ ἰδέα ὅτι, ἀφοῦ τὰ πράγματα ἐπαρουσιάζοντο οὕτω περίπλοκα, ὁ ἄριστος τρόπος πρὸς λύσιν τῆς δυσχερείας ἦτο νὰ καλέσωσιν ἐπὶ τοῦ κοτέρου τοὺς τρεῖς ὑποψηφίους, τοὺς ἐπὶ τῆς ἄλλης λέμβου. Οὕτω θὰ εἶχον τὸ πλεονέκτημα ὅτι θὰ εἶχον δύο ἀντὶ ἑνὸς ἢ μᾶλλον τρεῖς ἀντὶ δύο, νὰ περιποιηθῶσι· διότι ναὶ μὲν ὁ εἷς τῶν τριῶν, ὁ Γεροντιάδης, ἦτο ἀπὸ τὸ ἄλλο κόμμα, ἀλλ᾽ ὁ τρίτος, ὁ Γιαννάκος ὁ Χαρτουλάριος, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ Βατούλα, ἤξιζε τοὐλάχιστον διὰ δύο. Καὶ τοῦτο θὰ ἦτο τὸ μέγιστον κέρδος, ὡς ἦτο καὶ ὁ σκοπὸς τῆς θαλασσίας ἐκδρομῆς του, τὸ νὰ ἔχῃ τὸν Χαρτουλάριον ὑπὸ τὰς ὄψεις καὶ ὑπὸ τὴν χεῖρά του. Ἀλλ᾽ ὁ καπετὰν Νικολάκης τὸ Τρυποκαρύδι, ἐπειδὴ «δὲν ἦτο μέσα του» διὰ νὰ ἠξεύρῃ τοὺς πόθους καὶ τοὺς ὑπολογισμούς του, ἐπεδίωκε δὲ ὡς ἀμαθὴς ναύτης τὸ προχειρότερον καὶ τὸ εὐκολώτερον κέρδος, δὲν ἔδωκε προσοχὴν εἰς τὰ νεύματα καὶ εἰς τὰς χειρονομίας του, κ᾽ ἐξηκολούθησε νὰ φωνάζῃ πρὸς τοὺς κ.κ. Ἀλικιάδην καὶ Ἀβαρίδην:
― Θὰ κοτσάρουμε* καὶ τὴ μπαντέρα, κύριοι!
Συγχρόνως ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας, ἀπελπισθεὶς ὅτι θὰ τὸν ἐνόει ποτὲ «αὐτὸς ὁ χονδροκέφαλος», ὁ Νικολάκης τὸ Τρυποκαρύδι, ἔστρεψε τὰ νεύματα καὶ τὰς χειρονομίας του πρὸς τοὺς ἐν τῇ ἄλλῃ λέμβῳ, καὶ ἤρχισε νὰ τοὺς χαιρετίζῃ μὲ τὸ καπέλον, μὲ τὸ μανδήλιον καὶ μὲ τὴν φωνήν:
― Καλῶς ὡρίστε, κύριοι! Ὁρίστε στὸ κότερο! κύριε Γεροντιάδη! κύριε Καψιμαΐδη! κύριε Χαρτουλάριε! Ὁρίστε!
Σύγκρουσις τότε ἐπῆλθε δικαιωμάτων, ἀπαιτήσεων καὶ πόθων, καὶ σύγχυσις βλεμμάτων, φωνῶν καὶ φρενῶν. Ὁ μὲν κυβερνήτης ἀπὸ τῆς πρῴρας προσεκάλει εἰς τὸ πλοῖον τοὺς ἐκ τῆς μιᾶς λέμβου δύο, ὁ δ᾽ ἐπιβάτης ἀπὸ τῆς πρύμνης, πλοιάρχου ἐξουσίαν ἀντιποιούμενος, προσεκάλει τοὺς ἐκ τῆς ἄλλης λέμβου τρεῖς. Οἱ μὲν δύο, καὶ ἂν ἤθελον, ἐμποδίζοντο νὰ ἔλθωσιν ἐκ τῆς προσκλήσεως τῶν ἄλλων τριῶν, οἱ δὲ τρεῖς ἐκωλύοντο ἐκ τῆς προσκλήσεως τῶν ἄλλων δύο. Καὶ οὗτοι κ᾽ ἐκεῖνοι ἔμενον κοιτάζοντες ἀλλήλους ἀναποφάσιστοι, οἱ δὲ πορθμεῖς τῶν δύο λέμβων ἐφ᾽ ὧν εἶχον πλεύσει, ζηλότυποι καὶ ὀργίλοι, ἤρχισαν φανερὰ νὰ γογγύζωσι.
― Δὲν ἔχουν ἀνάγκη νὰ ᾽ρθοῦν στὸ κότερο!
― Ξέρουμε κ᾽ ἡμεῖς ἀπὸ ποῦ μπαίνουν στὸ λιμάνι!…
― Ξέρουμε τὸ δρόμο νὰ πᾶμε στὴ σκάλα ν᾽ ἀράξουμε…
―Ἔχουμε κ᾽ ἡμεῖς μπαντέρα νὰ ἰσάρουμε…
― Καὶ καινούρια μάλιστα… προχτὲς ἀκόμα τὴν ἔρραψα…
― Ψὲς ἀκόμη μπογιάτισα τὸ κοντάρι… ἀκόμα μυρίζει λαδομπογιά.
Τὴν ἰδίαν στιγμήν, οἱ ἀνδρογυνοχωρίστρες μὲ τὴν βάρκαν των, σχεδὸν χωρὶς κανεὶς νὰ τοὺς ἐννοήσῃ, παρατηρήσαντες πρὸ πολλοῦ τὴν ἐμφάνισιν τῶν δύο λέμβων, εἶτα τὴν συνάντησιν αὐτῶν μετὰ τοῦ κοτέρου, εἶχαν πλησιάσει σιγὰ καὶ γοργὰ καὶ εἶχαν φθάσει ἤδη εἰς τὸ μέρος, ὅπου εἶχαν σταματήσει πλησίον ἀλλήλων αἱ τρεῖς λέμβοι, ἐνῷ ἀντήχει ἀκόμη ἡ πρόσκλησις τοῦ Λάμπρου τοῦ Βατούλα:
―Ὁρίστε, κύριοι, στὸ κότερο!
Καὶ ἡ κραυγὴ τοῦ καπετὰν Νικολάκη:
― Θὰ κοτσάρουμε καὶ τὴ μπαντέρα, κύριοι!
Ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος, χωρὶς δισταγμόν, ἰδὼν μὲ τὸ πρῶτον βλέμμα εἰς ποίαν λέμβον εὑρίσκετο ὁ Γιαννάκος ὁ Χαρτουλάριος, ἥτις λέμβος ἦτο ἄλλως καὶ ἡ πλησιεστέρα πρὸς τὸ μέρος ἐξ οὗ αὐτὸς ἤρχετο, προσήγγισε μὲ τὴν βάρκαν του, εἰσεπήδησεν εἰς τὴν ξένην λέμβον, ἀπέπεμψε τὴν ἰδικήν του, εἰπὼν εἰς τοὺς συντρόφους του νὰ γυρίσωσι μόνοι εἰς τὸν λιμένα, ηὐχήθη τὸ «καλῶς ὡρίσατε» εἰς τοὺς τρεῖς ὑποψηφίους καὶ ἐν μεγίστῃ ἐλευθερίᾳ, ἐνῷ ὁ πορθμεὺς καὶ ὁ ναύτης του τὸν ἐκοίταζον ἔκπληκτοι, ἐκάθισε παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ Γιαννάκου τοῦ Χαρτουλαρίου καὶ ἤρχισεν ἀμέσως ἐμπιστευτικὰς ἀνακοινώσεις εἰς τὸ οὖς αὐτοῦ.
Τοῦτον ὡς εἶδεν ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας, ἐν τοιαύτῃ θαυμαστῇ προπετείᾳ καὶ θρασύτητι ζηλευτῇ κατορθώσαντα οὕτω ἁπλῶς νὰ τὸν ὑπερφαλαγγίση, ἔλαβε μόνος τὴν κώπην, ἐνῷ ὁ κυβερνήτης ὁ Νικολάκης τὸ Τρυποκαρύδι, ὀρθὸς ἐπὶ τῆς πρῴρας ἱστάμενος, ἐξηκολούθει ἀκόμη νὰ φωνάζῃ πρὸς τοὺς ἐπὶ τῆς πρώτης λέμβου δύο ὑποψηφίους:
― Θὰ σᾶς ἰσάρουμε καὶ τὴν μπαντέρα, κύριοι!… καὶ ἐπλησίασε πρὸς τὴν δευτέραν λέμβον, ὅτε, χωρὶς νὰ εἴπῃ λέξιν εἰς τὸν καπετὰν Νικολάκην εἰσώρμησε καὶ αὐτὸς εἰς τὴν λέμβον, ὅπου ἦτο ὁ Γιαννάκος ὁ Χαρτουλάριος, ἐχαιρέτισε τοὺς τρεῖς ὑποψηφίους, κ᾽ ἐκάθισεν ἐκ τῆς ἑτέρας πλευρᾶς τοῦ περιμαχήτου ὑποψηφίου βουλευτοῦ, ὅπως ἀρχίσῃ καὶ αὐτὸς τὰς ἰδικάς του ἀνακοινώσεις, ἐνῷ ὁ πορθμεὺς καὶ ὁ ναύτης του τὸν ἐκοίταζον ἔκθαμβοι, μὲ ἀνοικτὸν τὸ στόμα.
Ὅστις ἔβλεπε μακρόθεν οὕτω πως ἀντίπρῳρα ἱσταμένας τὰς τέσσαρας ταύτας λέμβους, ὑπηνέμους, δίπλα εἰς τὸ Ἀσπρόνησον, θὰ ὑπέθετεν ὅτι πράγματι τὴν πρωίαν ἐκείνην εἶχε πέσει, κατὰ τὸ εἰκονικὸν ὕφος τοῦ Μανώλη τοῦ Πολύχρονου, ἔκτακτος ροφὸς εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ὅτι τὰ παραγάδια τῶν τεσσάρων λέμβων ἐμπερδεύθησαν εἰς τοιοῦτον δυσαπάλλακτον τρόπον, ὥστε δὲν ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ τις εἰς ποῖον παραγάδι ἀνῆκε τὸ ἄγκιστρον, εἰς ὃ εἶχε συλληφθῆ ὁ ροφός, καὶ ὅτι οἱ ἁλιεῖς ἐμάχοντο πρὸς ἀλλήλους, μὲ κίνδυνον νὰ ξεπιασθῇ καὶ τοὺς φύγῃ τὸ ἄγρευμα, περὶ κυριότητος καὶ κατοχῆς τοῦ τε παραγαδίου, τοῦ ροφοῦ καὶ τοῦ ἀγκίστρου.
* * *
Τέλος αἱ δύο λέμβοι, αἱ φέρουσαι τοὺς ὑποψηφίους, ἐξεκίνησαν διὰ νὰ εἰσπλεύσωσιν εἰς τὸν λιμένα. Ἡ βάρκα τοῦ Μανώλη μὲ τοὺς δύο συντρόφους του εἶχε γίνει ἄφαντος ἤδη. Τὸ δὲ κότερον, ἐφ᾽ οὗ εἶχε μείνει μόνος ὁ κυβερνήτης του, ἤρχετο τελευταῖον.
Ὁ καπετὰν Νικολάκης «ἦτο φούρκα» ἰδὼν ὅτι ἔχασε τὸ ἐλπιζόμενον φιλοδώρημα, καὶ ὅτι ἐγκατελείφθη ὑπὸ τοῦ Βατούλα. Ἐν τούτοις ἤνοιξε τὸ κάτασπρον ὡς τὰ πτερὰ τοῦ γλάρου πανίον του, ἄναψε τὸν ναργιλέν του, ἐξηπλώθη παρὰ τὸ πηδάλιον, κρατῶν τὴν σκόταν*, κ᾽ ἐξεκίνησεν. Ἂν ἤθελε, καίτοι μόνος, καίτοι αἱ δύο λέμβοι ἀρμένιζαν μὲ πανιὰ καὶ μὲ κουπιά, ἦτο ἱκανὸς μὲ τὸ κομψότατον, νεοπαγὲς καὶ κοπτερὸν σκάφος του, νὰ προσπεράσῃ τὰς δύο λέμβους, νὰ τὰς ἀφήσῃ «στὰ μπούνια»*, ρίπτων «κολοκυθάνες»* ὀπίσω του. Ἀλλὰ πρὸς καιρὸν ὠρτσάριζε* καὶ ἔκοπτε τὸν δρόμον τοῦ πλοίου. Ὅταν τὰ τρία πλοῖα κάμψαντα τὸν κάβον εἰσέπλευσαν εἰς τὸν λιμένα, τότε, τὴν ὥραν καθ᾽ ἣν ἐπλησίαζαν εἰς τὴν ἀποβάθραν, καὶ ὁ κόσμος ἀπὸ τῆς ἀγορᾶς τοὺς ἐκοίταζε, τότε, δι᾽ ἐπιτηδείου χειρισμοῦ, ἐπειδὴ τὰ μελτέμια τοῦ θέρους ἔπιαναν ἐν μέρει εἰς τὸν ἀνατολικὸν λιμένα τῆς πολίχνης, ἔτρεξε κατέμπροσθεν τῶν λέμβων, ὕψωσε τὴν σημαίαν του, σκεπτόμενος, ὅτι αὐτὸς τὸ κάτω-κάτω, ὡς ναυτικός, ἦτο τόσον ἄξιος τῆς τιμῆς ταύτης διὰ τῆς σημαίας τοῦ ἰδίου πλοίου του, ὅσον καὶ πᾶς ἄλλος, ἐπροσπέρασε τὰς δύο λέμβους, τὰς ἄφησε δέκα ὀργυιὰς ὀπίσω, καὶ ἐλθὼν ἠγκυροβόλησε πρῶτος μετὰ κρότου, κράξας θριαμβευτικῶς πρὸς τοὺς ἐπὶ τῶν δύο λέμβων ὑποψηφίους καὶ λοιπούς:
― Τ᾽ν καραβοκυριά σας*!

(1892)


Διαβάστε τη Συνέχεια: Οἱ Χαλασωχώρηδες (1892)


(1892)