t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τοπία Ύδρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τοπία Ύδρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2014

πολύτιμη σάν ανάμνηση...

Ένα χωριό θα ’λεγες βυθισμένο. Το βράδυ
στάζει κρύο πάνω σ’ όλα τα κατώφλια και τα σπίτια
αφήνουν γαλανό καπνό μέσα απ’ τους ίσκιους... 


http://yannisstavrou.blogspot.com
 Γιάννης Σταύρου, Ύδρα, λάδι σε χαρτί

Τσέζαρε Παβέζε
Ανοχή

Βρέχει αθόρυβα στο λειβάδι της θάλασσας.
Κανείς δεν διαβαίνει τους βρώμικους δρόμους.
Μια γυναίκα μόνη κατέβηκε απ’ το τραίνο:
Μέσα από το παλτό της φάνηκε το ανοιχτόχρωμο μεσοφόρι
και τα πόδια της χάνονται στο σκοτάδι της πόρτας.

Ένα χωριό θα ’λεγες βυθισμένο. Το βράδυ
στάζει κρύο πάνω σ’ όλα τα κατώφλια και τα σπίτια
αφήνουν γαλανό καπνό μέσα απ’ τους ίσκιους. Κοκκινωπά
ανάβουν τα παράθυρα. Και κάποιο φως ανάβει
μέσα από τα μισόκλειστα παραθυρόφυλλα του σκοτεινού σπιτιού.

Αύριο θα κάνει κρύο κι ο ήλιος θα στέκει πάνω απ’ τη θάλασσα.
Μια γυναίκα με μεσοφόρι σφουγγίζει το στόμα της
στη βρύση, κι ο αφρός κοκκινίζει. Έχει σκληρά ξανθά
μαλλιά, όμοια με τις φλούδες των πορτοκαλλιών
που είναι στο χώμα. Σκυφτή στη βρύση λοξοκυττάει
ένα μαυριδερό μορτάκι που την κόβει μαγεμένο.
Γυναίκες μελαγχολικές διάπλατα ανοίγουν στην πλατεία τα παράθυρα
οι άντρες τους λαγοκοιμούνται ακόμα στο σκοτάδι.

Όταν το βράδυ επιστρέφει ξανάρχεται η βροχή
κροταλίζοντας πάνω σε πλήθος αναμμένων μαγκαλιών. Οι παντρεμένες
αερίζουν τα κάρβουνα, ρίχνουν ματιές στο σκυθρωπό
σπίτι και στην έρημη βρύση. Το σπίτι
έχει τα παραθυρόφυλλα κλειστά, όμως υπάρχει μέσα ένα κρεβάτι,
και πάνω μια ξανθιά κερδίζει τη ζωή.
Απ’ άκρη σ’ άκρη όλο το χωριό τη νύχτα αναπαύεται,
εκτός απ’ την ξανθιά που πλένεται με την αυγή.

(μετ. Θανάσης Κουτλής)

Κόκκινη γη

Κόκκινη γη καί μαύρη γη,
έρχεσαι εσύ από τη θάλασσα,
από τη μαραμένη βλάστηση,
όπου υπάρχουν αρχαίες
λέξεις καί ματωμένος κάματος
καί γεράνια ανάμεσα στις πέτρες -
δέν ξέρεις πόσο φέρνεις
θαλασσινές λέξεις καί κούραση,
εσύ, πολύτιμη σάν ανάμνηση,
σάν την άγονη ύπαιθρο,
εσύ σκληρή καί γλυκύτατη
λέξη, αρχαία απ’ τό αίμα
που πλημμυρίζει τά μάτια'
νέα, σάν τον καρπό
πού είναι εποχή κι ανάμνηση -
η ανάσα σου αναπαύεται
κάτω απ’ τόν ουρανό του Αυγούστου
οι ελιές τής ματιάς σου
ησυχάζουν τη θάλασσα,
κι εσύ ζεις ξαναζείς
χωρίς νά ξαφνιάζεις, σίγουρη
σάν τη γη, σκοτεινή
σάν τή γη, λιοτρίβι
εποχών καί ονείρων
πού στο φεγγάρι φανερώνεται
πανάρχαιο, όπως
τά χέρια τής μητέρας σου,
η κόγχη τού μαγκαλιού.

(μετ. Σωτήρης Τριβιζάς)

Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

μέσ’ στο νωθρό παράξενο φεγγάρι...

Μέσ’ στην απαλοτάτη νύχτα, που τ΄ άστρα ήσαν άστιλπνα και λιγοθυμισμένα, μέσ’ στο νωθρό παράξενο φεγγάρι – το βράδυ εκείνο κι οι άνθρωποι ήταν σχεδόν καλοί...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ύδρα στο φως του φεγγαριού, λάδι σε καμβά

Ναπολέων Λαπαθιώτης
Φεγγάρι…

Μέσ’ στην απαλοτάτη νύχτα, μέσ’ στο νωθρό πελώριο φεγγάρι, που τ΄ άστρα ήσαν άστιλπνα και λιγοθυμισμένα, η παρεούλα είχε παρμένη την κιθάρα της, και θέλησε να πλανηθεί στην τύχη· πρόβαλε αργά κατηφορίζοντας, πέρα, απ΄ τη Σχολή των Ευελπίδων, κι έστριψε, και τράβηξε προς τη Λεωφόρον Αλεξάνδρας. Μέσ’ στο γαλάζο φόντο του βραδιού, ήταν χυμένη μια αλλόκοτη σιωπή, σαν και τα πράγματα όλα να ήταν ποτισμένα μυστηριώδη φίλτρα, σαν αφιόνια, και να καραδοκούσαν κάποια λύτρωση, κάποιο παυσώδυνο βαθύ, τελειωτικό. Εδώ – εκεί περνούσαν κι άλλες παρεούλες, κορίτσια σφιχταγκαλιασμένα ένα με τ΄ άλλο, παιδιά μ΄ ένα κρυφό φιλί στα χείλη, και μ΄ ασημένια μέτωπα στιλπνά· κι όλ’  οι άνθρωποι ήταν σα να κολυμπούσαν στο φεγγάρι, καθώς τα ψάρια μέσ’ στη γυάλα, και να εκινούντο ρυθμικά κι αυτόματα, χωρίς αυθυπαρξία, σαν η συνείδησή τους να ήτανε, κι αυτή, φευγάτη ή κοιμισμένη…
Η παρέα τράβηξε καταμεσίς του δρόμου, μέσ’  στα ράγια, κι έφτασε ως μια μάντρα, κι έκατσε να πιει, να μερακλώσει…
Ήταν Σαββατόβραδο, που τα τελεμένα τα κορμιά ζητάν ανάπαψη, και τα ρογιασμένα δάχτυλα ξεχνάν τους κόπους, και θυμούνται την αγάπη… Και καθώς ήταν έτσι το φεγγάρι ολάργυρο, σα νόμισμα φρεσκοκομμένο (είχαν απόψε πάρει τη βδομάδα), κάθησαν γύρω στο τραπέζι, και μάζωξαν του κόσμου τις καρέκλες, και ξαπλωθήκαν, χέρια και πόδια μπερδεμένα, ψαθάκια, καβουράκια πεταμένα, μαλλιά αφηνιασμένα, μαύρα τσουλούφια, κυματιστά κι εβένινα…

Το παιδί έτρεξε ναν τα περιποιηθεί, κι άπλωσε μια πετσέτα στο τραπέζι.
      
- Πούσαι, φέρε μας ένα κατοσταράκι στα τέσσερα, και κάνα μεζέ…
- Ψητό, σαλάμι, αυγά της ώρας; Μας φέραν σήμερα και φέτα, πούναι μεγαλείο!
- Γεια σου! φέρε μας φέτα, κάνε μας και καμπόσα αυγά τηγανητά… Πούσαι! και ψωμί…
- Αμέσως! να σας κόψω και καμιά ντοματοσαλατίτσα;…
- Μπράβο! Είσαι θεός, αδερφούλη… Και κάνε σύντομα…

Κι η παρέα απλώθηκε, τεντώθηκε, κουλουριάστηκε, έσκασε στα γέλια, είπε αστεία, καλαμπούρισε, τσακώθηκε, βλαστήμησε, κι ύστερα αρχίνησε να τσαγγρουνίζει την κιθάρα:

Ταμ, τιμ, τιμ – ταμ, τιμ, τιμ – ταμ, τιμ, τιμ…

...Σιγά σιγά, το τραγούδι φούντωσε, δυνάμωσε και υψώθη συμπαγές μέσ’ στο φεγγάρι· οι συμπυκνωμένες νεανικές φωνές αρμονίσθηκαν, εμπλέχτηκαν, παντρεύτηκαν όλες μαζί, και τίναξαν τη φλογερήν επίκλησή τους, προς το κατάπληκτο κι επιεικές φεγγάρι…

Άλλος είχε βάνει το καπέλο του στραβά, κι άλλος πίσω, κι έλαμπε το μέτωπό του, – κι άλλος είχε βγαλμένο το σακάκι, και τόχε στον ώμο του ριγμένο· κι όλοι τραγουδούσανε μαζί:

νταμ! ντουμ! ντουμπαντουμπαντούμ!

στο διάβολο να πας,

κι εσύ και η μαμάκα σου,

κι ο λάγιος που αγαπάς…

...Και η νύχτα έπαιρνε το τραγούδι με τα γαλανά, τα οπάλινα χέρια της, και το τοποθετούσε στην καρδιά της· και τα μάτια των άστρων έτρεχαν αόρατα δάκρυα μέσ’ στο διάστημα, και πού και πού, κι ένας διάττων απεσπάτο μέσ’ απ’ την οικογένεια των άστρων, σα να μη βαστούσε πλέον, κι αυτοκτονούσε μέσ’ στο χάος σιωπηλά… Κι ο καημός, κι η νοσταλγία, είχαν έτσι πήξει γύρω απ΄ τη μελπόμενη κιθάρα, που κάθε της παλμός, κι ο πλέον ελάχιστος, δημιουργούσε γύρω πλήθος κύκλους, κι έφτανεν ως πέρα, καθώς το πέσιμο μιας στάλας στο νερό…

- Φέρε κρασί! Κρασί…

Και το κρασί εκομίζετο θριαμβευτικά και γιόμιζε σπινθηριστά τα παχυκρύσταλλα ποτήρια, κι οι αναπνοές ήταν ανήσυχες, τα γόνατα λυμένα, κι ένα στήθος πρόβαλλε γυμνό απ΄ τ’  ανοιχτό πουκάμισο, με τ’  αχνό χρώμα της επιθυμίας… Κι η επιθυμία φαινόταν να είχε έτσι κορώσει, κι η σάρκα να ήταν έτσι κεντρισμένη, που το φεγγάρι έγιν’ ένας ασημένιος πόθος, και φλόγισε τη μεθυσμένη νύχτα…

- Κρασί! Κρασί! Κρασί…

Μέσ’ στην απαλοτάτη νύχτα, που τ΄ άστρα ήσαν άστιλπνα και λιγοθυμισμένα, μέσ’ στο νωθρό παράξενο φεγγάρι – το βράδυ εκείνο κι οι άνθρωποι ήταν σχεδόν καλοί.

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

δημοκρατία την ασυδοσία, ελευθερία την παρανομία...

...αποδοκίμαζαν την ισότητα που αξιολογούσε εξίσου τους χρηστούς και τους ανήθικους, γιατί τη θεωρούσαν άδικη, και προτιμούσαν εκείνη που τιμούσε και τιμωρούσε τον καθένα ανάλογα με την αξία του...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ύδρα, λάδι σε καμβά

Ισοκράτης
Αρεοπαγιτικός
119 (απόσπασμα)

οἱ γὰρ κατ᾽ ἐκεῖνον τὸν χρόνον τὴν πόλιν διοικοῦντες κατεστήσαντο πολιτείαν οὐκ ὀνόματι μὲν τῷ κοινοτάτῳ καὶ πραοτάτῳ προσαγορευομένην, ἐπὶ δὲ τῶν πράξεων οὐ τοιαύτην τοῖς ἐντυγχάνουσι φαινομένην, οὐδ᾽ ἣ τοῦτον τὸν τρόπον ἐπαίδευε τοὺς πολίτας, ὥσθ᾽ ἡγεῖσθαι τὴν μὲν ἀκολασίαν δημοκρατίαν, τὴν δὲ παρανομίαν ἐλευθερίαν, τὴν δὲ παρρησίαν ἰσονομίαν, τὴν δ᾽ ἐξουσίαν τοῦ ταῦτα ποιεῖν εὐδαιμονίαν, ἀλλὰ καὶ μισοῦσα καὶ κολάζουσα τοὺς τοιούτους βελτίους καὶ σωφρονεστέρους ἅπαντας τοὺς πολίτας ἐποίησεν. [21] μέγιστον δ᾽ αὐτοῖς συνεβάλετο πρὸς τὸ καλῶς οἰκεῖν τὴν πόλιν, ὅτι δυοῖν ἰσοτήτοιν νομιζομέναιν εἶναι, καὶ τῆς μὲν ταὐτὸν ἅπασιν ἀπονεμούσης, τῆς δὲ τὸ προσῆκον ἑκάστοις, οὐκ ἠγνόουν τὴν χρησιμωτέραν, ἀλλὰ τὴν μὲν τῶν αὐτῶν ἀξιοῦσαν τοὺς χρηστοὺς καὶ τοὺς πονηροὺς ἀπεδοκίμαζον ὡς οὐ δικαίαν οὖσαν, [22] τὴν δὲ κατὰ τὴν ἀξίαν ἕκαστον τιμῶσαν {καὶ κολάζουσαν} προῃροῦντο καὶ διὰ ταύτης ᾤκουν τὴν πόλιν, οὐκ ἐξ ἁπάντων τὰς ἀρχὰς κληροῦντες, ἀλλὰ τοὺς βελτίστους καὶ τοὺς ἱκανωτάτους ἐφ᾽ ἕκαστον τῶν ἔργων προκρίνοντες. τοιούτους γὰρ ἤλπιζον ἔσεσθαι καὶ τοὺς ἄλλους, οἷοί περ ἂν ὦσιν οἱ τῶν πραγμάτων ἐπιστατοῦντες. [23] ἔπειτα καὶ δημοτικωτέραν ἐνόμιζον εἶναι ταύτην τὴν κατάστασιν ἢ τὴν διὰ τοῦ λαγχάνειν γιγνομένην· ἐν μὲν γὰρ τῇ κληρώσει τὴν τύχην βραβεύσειν καὶ πολλάκις λήψεσθαι τὰς ἀρχὰς τοὺς ὀλιγαρχίας ἐπιθυμοῦντας, ἐν δὲ τῷ προκρίνειν τοὺς ἐπιεικεστάτους τὸν δῆμον ἔσεσθαι κύριον ἑλέσθαι τοὺς ἀγαπῶντας μάλιστα τὴν καθεστῶσαν πολιτείαν...

_______________________

Εκείνοι λοιπόν που διοικούσαν τότε την πόλη δεν εγκαθίδρυσαν πολίτευμα που είχε ονομασία προσιτή σε όλους και πολύ ωραία, αλλά όμως κατά την εφαρμογή του δεν φαινόταν τέτοιου είδους σε όσους το ζούσαν, ούτε πολίτευμα που εκπαίδευε τους πολίτες με τρόπο που να θεωρούν δημοκρατία την ασυδοσία, ελευθερία την παρανομία, ισονομία την ελευθεροστομία και ευτυχία τη δυνατότητα να κάνει κάποιος τούτα· αντίθετα εγκαθίδρυσαν πολίτευμα που, επειδή μισούσε και τιμωρούσε τους ανθρώπους αυτού του είδους, έκανε καλύτερους και φρονιμότερους όλους τους πολίτες. [21] Τους βοήθησε πάρα πολύ στην καλή διοίκηση της πόλης, γιατί, ενώ νομιζόταν πως υπάρχουν δύο είδη ισότητας, και η μία προσφέρει τα ίδια σε όλους ενώ η άλλη στον καθένα ό,τι πρέπει, οι πολίτες δεν αγνοούσαν ποια είναι η χρησιμότερη· αποδοκίμαζαν την ισότητα που αξιολογούσε εξίσου τους χρηστούς και τους ανήθικους, γιατί τη θεωρούσαν άδικη, [22] και προτιμούσαν εκείνη που τιμούσε και τιμωρούσε τον καθένα ανάλογα με την αξία του. Σύμφωνα λοιπόν με τούτη διοικούσαν την πόλη και δεν εξέλεγαν τους άρχοντες κάνοντας κλήρωση ανάμεσα σε όλους τους πολίτες, αλλά προκρίνοντας για κάθε λειτούργημα τους καλύτερους και τους ικανότερους. Είχαν την ελπίδα πως και οι υπόλοιποι θα γίνουν τέτοιου είδους, όπως ακριβώς θα ήταν και οι άρχοντες. [23] Θεωρούσαν επίσης περισσότερο αποδεκτή από τον λαό την εγκατάσταση των αρχόντων με τον τρόπο τούτο, απ᾽ ό,τι αυτή που γινόταν με κλήρο, γιατί στην κλήρωση η τύχη θ᾽ αποφασίσει και συχνά θα καταλάβουν αξιώματα οι επιθυμητές της ολιγαρχίας, ενώ με την επιλογή των καλύτερων ο λαός θα είναι κυρίαρχος να εκλέξει εκείνους που υποστηρίζουν σταθερά το ισχύον πολίτευμα...

(μετ. Σ. Παπαϊωάννου)