t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τοπίο Ακρόπολης ζωγράφοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τοπίο Ακρόπολης ζωγράφοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2022

Δεν υπάρχει ομορφιά χωρίς τη σκέψη της ομορφιάς...

 "Διδάξτε και εξασκήστε τη γλώσσα στις πιο ποικίλες μορφές της, ακόμα κι αν φαίνεται περίπλοκη, ειδικά αν είναι περίπλοκη. Γιατί σε αυτήν την προσπάθεια είναι η ελευθερία. Αυτοί που εξηγούν συνεχώς ότι είναι απαραίτητο να απλοποιηθεί η ορθογραφία, να εξαγνιστεί η γλώσσα από τα «ελαττώματα», να καταργηθούν τα γένη, οι χρόνοι, οι αποχρώσεις, όλα όσα δημιουργούν πολυπλοκότητα, είναι οι τυμβωρύχοι του ανθρώπινου πνεύματος. Δεν υπάρχει ελευθερία χωρίς απαιτήσεις. Δεν υπάρχει ομορφιά χωρίς τη σκέψη της ομορφιάς" Christophe Clavé

                     Γιάννης Σταύρου, Ακρόπολις 1970 

"Η σταδιακή εξαφάνιση των χρόνων (υποτακτική, αόριστος, παρατατικός, σύνθετοι τύποι μέλλοντα κ.λπ.) δημιουργούν μια σκέψη του παρόντος, περιορισμένη στη στιγμή, ανίκανη για προβολές στο χρόνο.Η γενίκευση της οικειότητας, η εξαφάνιση των κεφαλαίων γραμμάτων και των σημείων στίξης είναι όλα θανατηφόρα χτυπήματα στη λεπτότητα της έκφρασης της όμορφης γαλλικής μας γλώσσας.

Η αφαίρεση της λέξης «δεσποινίς» δεν σημαίνει απλώς παραίτηση από την αισθητική μιας λέξης, αλλά και προώθηση της ιδέας ότι μεταξύ ενός μικρού κοριτσιού και μιας γυναίκας δεν υπάρχει τίποτα.
Λιγότερες λέξεις σημαίνει λιγότερη ικανότητα έκφρασης συναισθημάτων και λιγότερη δυνατότητα ανάπτυξης μιας σκέψης.
Μελέτες έχουν δείξει ότι μέρος της βίας στη δημόσια και ιδιωτική σφαίρα πηγάζει άμεσα από την αδυναμία έκφρασης των συναισθημάτων.
Όσο πιο φτωχή είναι η γλώσσα, τόσο λιγότερο υπάρχει η σκέψη.
Η ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα και υπάρχουν πολλά γραπτά από τον Georges Orwell το 1984 έως τον Ray Bradbury στο Fahrenheit 451, που εξιστορούν πώς οι δικτατορίες όλων των πεποιθήσεων εμπόδιζαν τη σκέψη μειώνοντας τον αριθμό και το νόημα των λέξεων.
Δεν υπάρχει κριτική σκέψη χωρίς σκέψη. Και δεν υπάρχει σκέψη χωρίς λόγια.
Πώς να οικοδομήσουμε μια υποθετική-απαγωγική σκέψη χωρίς να κατακτήσετε την υπό όρους; Πώς να οραματιστούμε το μέλλον χωρίς σύζευξη με το μέλλον; Πώς να κατανοήσετε μια χρονικότητα, μια διαδοχή στοιχείων στο χρόνο, παρελθόν ή μέλλον, καθώς και τη σχετική τους διάρκεια, χωρίς μια γλώσσα που κάνει τη διαφορά μεταξύ του τι θα μπορούσε να ήταν, τι ήταν, τι είναι, τι μπορεί να συμβεί και τι θα γίνει αφού έχει συμβεί αυτό που μπορεί να συμβεί; Αν σήμερα έπρεπε να ακουστεί μια κραυγή συλλαλητηρίου, θα ήταν αυτή που θα απευθύνονταν σε γονείς και δασκάλους: κάντε τα παιδιά σας, τους μαθητές σας, τους σπουδαστές σας να μιλήσουν, να διαβάσουν και να γράψουν.
Διδάξτε και εξασκήστε τη γλώσσα στις πιο ποικίλες μορφές της, ακόμα κι αν φαίνεται περίπλοκη, ειδικά αν είναι περίπλοκη. Γιατί σε αυτήν την προσπάθεια είναι η ελευθερία. Αυτοί που εξηγούν συνεχώς ότι είναι απαραίτητο να απλοποιηθεί η ορθογραφία, να εξαγνιστεί η γλώσσα από τα «ελαττώματα», να καταργηθούν τα γένη, οι χρόνοι, οι αποχρώσεις, όλα όσα δημιουργούν πολυπλοκότητα, είναι οι τυμβωρύχοι του ανθρώπινου πνεύματος.
Δεν υπάρχει ελευθερία χωρίς απαιτήσεις. Δεν υπάρχει ομορφιά χωρίς τη σκέψη της ομορφιάς"
Christophe Clavé
*
"La disparition progressive des temps (subjonctif, passe simple, imparfait, formes composees du futur, participe passe…) donne lieu a une pensee au present, limitee a l’instant, incapable de projections dans le temps.
La generalisation du tutoiement, la disparition des majuscules et de la ponctuation sont autant de coups mortels portes a la subtilite de l’expression de notre belle langue francaise.
Supprimer le mot «mademoiselle» est non seulement renoncer a l’esthetique d’un mot, mais egalement promouvoir l’idee qu’entre une petite fille et une femme il n’y a rien.
Moins de mots c’est moins de capacites a exprimer les emotions et moins de possibilite d’elaborer une pensee.
Des etudes ont montre qu’une partie de la violence dans la sphere publique et privee provient directement de l’incapacite a mettre des mots sur les emotions.
Plus le langage est pauvre, moins la pensee existe.
L’histoire est riche d’exemples et les ecrits sont nombreux de Georges Orwell dans 1984 a Ray Bradbury dans Fahrenheit 451 qui ont relate comment les dictatures de toutes obediences entravaient la pensee en reduisant le nombre et le sens des mots.
Il n’y a pas de pensee critique sans pensee. Et il n’y a pas de pensee sans mots.
Comment construire une pensee hypothetico-deductive sans maitrise du conditionnel? Comment envisager l’avenir sans conjugaison au futur? Comment apprehender une temporalite, une succession d’elements dans le temps, qu’ils soient passes ou a venir, ainsi que leur duree relative, sans une langue qui fait la difference entre ce qui aurait pu etre, ce qui a ete, ce qui est, ce qui pourrait advenir, et ce qui sera apres que ce qui pourrait advenir soit advenu? Si un cri de ralliement devait se faire entendre aujourd’hui, ce serait celui, adresse aux parents et aux enseignants: faites parler, lire et ecrire vos enfants, vos eleves, vos etudiants.
Enseignez et pratiquez la langue dans ses formes les plus variees, meme si elle semble compliquee, surtout si elle est compliquee. Parce que dans cet effort se trouve la liberte.
Ceux qui expliquent a longueur de temps qu’il faut simplifier l’orthographe, purger la langue de ses «defauts», abolir les genres, les temps, les nuances, tout ce qui cree de la complexite sont les fossoyeurs de l’esprit humain.
Il n’est pas de liberte sans exigences. Il n’est pas de beaute sans la pensee de la beaute."
Christophe Clavé

Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2017

Εδώ, στην πέτρα τη βαριά, τώρα ας καθίσω μόνος...

Ω! είναι από πέτρα όποιος για σε δε νιώθει, ωραία Ελλάδα,
ό,τι εραστής όπου θεωρεί μπρος του νεκρή ερωμένη...
*
Cold is the heart, fair Greece, that looks on thee,
Nor feels as lovers o'er the dust they loved...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πρωϊνό στην Ακρόπολη, λάδι σε καμβά

Λόρδος Μπάυρον
Το προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ
(απόσπασμα)

Εδώ, στην πέτρα τη βαριά, τώρα ας καθίσω μόνος·
σε μαρμαρένιο κι άσειστον ακόμα στυλοβάτη,
εδώ που ο παντοδύναμος και διαλεχτός σου θρόνος
ήταν, του Κρόνου ω Oλύμπιε γιε, ψάχνοντας δώθε κάτι
πάντα κανείς απ' το κρυφό το μεγαλείο θα βρει.
Ω απίστευτο· μήδε κι αυτό της φαντασίας το μάτι
δεν πλάθει ό,τι με κάματο λες σβήσαν οι καιροί.
Μα οι στύλοι οι περήφανοι δε θεν απ' το διαβάτη
καν να στενάξει· πάνω τους ο Τούρκος ξαποσταίνει
με δίχως έννοια, κι ο Ρωμιός σφυρίζει και διαβαίνει.

Μ' απ' όλους όσους το Ναό κουρσέψαν κει ψηλά,
όπου η Παλλάδα ίσαμε χτες λημέρευε μονάχη,
πονώντας και μη θέλοντας ν' αφήσει τα στερνά
της δύναμής της λείψανα· σαν ποια πατρίδα νά 'χει
γραφτό ήταν ο υστερότερος στη φαύλην αρπαγή;
Καληδονία, κοκκίνισε, γιατί είχε μάνα εσένα.
Αγγλία, δόξα σου, που εσύ δεν είχες τέτοια γέννα,
τι δεν αγγίζει ελεύθερο παρά όποιος σκλαβοβγεί.
Και όμως εβιάσαν και έφεραν κάθε ιερό θλιμμένο
πα σε γιαλό πολύν καιρόν αποτροπιασμένο.

Oι Πίκτοι να και σήμερα τι θε ν' αφήσουν χνάρια
περήφανα· ρημάγματα ναούς και Παρθενώνες,
που σεβαστήκαν Βάνδαλοι, Γότθοι, Τουρκιά κι αιώνες.
Ω της Αθήνας τα στερνά παντέρμα απομεινάρια!
Όσοι ν' αρπάξουν σκέφτηκαν απ' τη γαλάζια χώρα,
μοιάζει η καρδιά τους η στεγνή το στέρφο τους κεφάλι,
στους βράχους της πατρίδας τους που κόβουν τ' ακρογιάλι.
Και, ωιμέ, προστάτες αχαμνοί μπρος στους βωμούς της τώρα,
να, τα παιδιά της, που ο καημός της μάνας τους σπαράζει
τα σίδερά τους νιώθοντας με πιο πικρό μαράζι.

Τώρα, το κρένει Βρετανός, ποιος το 'λπιζε, στοχάσου,
πως η Αλβιόνα έχει χαρές στων Αθηνών το κλάμα.
Μα οι σκλάβοι κι αν τους σπάραξαν, ωιμέ! με τ' όνομά σου,
μη στην Ευρώπη, είναι ντροπή, μην πεις το ανόσιο δράμα.
Η ρήγισσα του πέλαγου, η ελεύθερη η Αγγλία,
από τη ματωμένη τους πατρίδα να ξεσπά
τ' απομεινάρια τα στερνά που ανθίζαν στα μνημεία.
Ναι, διαφεντεύτρα ευγενική που ο κόσμος αγαπά,
με χέρι στρίγγλας ρήμαξες συντρίμμια, που και χρόνια
και τύραννοι σεβάστηκαν, μ' αγάπη ή ζηλοφθόνια.

Η αιγίδα σου η θαυματουργή που ξάφνιασε στη στράτα
τον θεριωμένο Αλάριχο, Παλλάδα, τι έχει γίνει;
Τι του Πηλέα γίνηκεν ο γιος, που τον εκράτα
του κάκου ο Άδης σκλάβο του, και που τη μέρα εκείνη
πετάχτη η σκιά του πάνοπλη στο φως· μη δεν μπορούσε
ξανά ν' αφήσει ο Πλούτωνας τον ήρωα να βγει,
να σκιάζει κι άλλον άρπαγα μπροστά στην αρπαγή!
Ω! μπρος στης Στύγας τις οχθές ανέμελα γυρνούσε
κι αφήκεν απροστάτευτες, τη μαύρη εκείνην ώρα,
μετόπες που διαφέντευεν είκοσι αιώνες τώρα.

Ω! είναι από πέτρα όποιος για σε δε νιώθει, ωραία Ελλάδα,
ό,τι εραστής όπου θεωρεί μπρος του νεκρή ερωμένη,
κι αναίσθητη έχει την καρδιά που αβούρκωτη απομένει,
μετόπες, τείχη και βωμούς βλέποντας σκόνη, αράδα
να σου τα γδύνουν Βρετανοί, που θα 'πρεπε ταμένοι
να στέκουν φυλακάτορες στα λείψανα τεμένη.
Ανάθεμά τη τη στιγμή κουρσάροι που αρμενίζαν
απ' το νησί τους, κι έσκιζαν τα στήθη σου ξανά
τα πληγωμένα, αρπάζοντας να παν στα βορινά
και μισητά τους κλίματα, θεούς που ανατριχιάζαν.

(μετ. Στέφανος Μύρτας)

George Gordon, Lord Byron
Childe Harold's Pilgrimage
Canto the Second

X
Here let me sit upon this massy stone,
The marble column's yet unshaken base;
Here, son of Saturn! was thy fav'rite throne:
Mightiest of any such!  Hence let me trace
The latent grandeur of thy dwelling-place.
It may not be: nor ev'n can Fancy's eye
Restore what Time hath labour'd to deface.
Yet these proud pillars claim no passing sigh;
Unmoved the Moslem sits, the light Greek carols by.           

XI
But who, of all the plunders of yon fane
On high, where Pallas linger'd, loth to flee
The latest relic of her ancient reign;
The last, the worst, dull spoiler, who was he?
Blush, Caledonia! such thy son could be!
England! I joy no child he was of thine:
Thy free-born men should spare what once was free;
Yet they could violate each saddening shrine,
And bear these altars o'er the long-reluctant brine.

XII
But most the modern Pict's ignoble boast,               
To rive what Goth, and Turk, and Time hath spared:
Cold as the crags upon his native coast,
His mind as barren and his heart as hard,
Is he whose head conceived, whose hand prepared,
Aught to displace Athena's poor remains:
Her sons too weak the sacred shrine to guard,
Yet felt some portion of their mother's pains,
And never knew, till then, the weight of Despot's chains.

XIII
What! shall it e'er be said by British tongue,
Albion was happy in Athena's tears?                   
Though in thy name the slaves her bosom wrung,
Tell not the deed to blushing Europe's ears;
The ocean queen, the free Britannia, bears
The last poor plunder from a bleeding land:
Yes, she, whose gen'rous aid her name endears,
Tore down those remnants with a harpy's hand,
Which envious Eld forbore, and tyrants left to stand.

XIV
Where was thine Aegis, Pallas! that appall'd
Stern Alaric and Havoc on their way?
Where Peleus' son? whom Hell in vain enthrall'd,           
His shade from Hades upon that dread day
Bursting to light in terrible array!
What! could not Pluto spare the chief once more,
To scare a second robber from his prey?
Idly he wander'd on the Stygian shore,
Nor now preserved the walls he loved to shield before.

XV
Cold is the heart, fair Greece, that looks on thee,
Nor feels as lovers o'er the dust they loved;
Dull is the eye that will not weep to see
Thy walls defaced, thy mouldering shrines removed           
By British hands, which it had best behov'd
To guard those relics ne'er to be restored.
Curst be the hour when their isle they roved,
And once again thy hapless bosom gored,
And snatch'd thy shrinking Gods to northern climes abhorr'd!

Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017

βρίσκεται εκτός Ιστορίας...

Ο Θεμιστοκλής, μ' ένα διάταγμα που όλοι, επιδοκίμασαν, καταδίκασε σε θάνατο τον διερμηνέα των απεσταλμένων του Ξέρξη, ο οποίος ζήτησε "γην κσι ύδωρ" από τους Αθηναίους, "διότι τόλμησε να χρησιμοποιήσει την ελληνική γλώσσα για να μεταφέρει τις διαταγές ενός βαρβάρου".
Ένας λαός δεν προβαίνει σε παρόμοια κίνηση παρά στην κορυφή της διαδρομής του. Βρίσκεται σε πλήρη παρακμή, βρίσκεται εκτός Ιστορίας από τη στιγμή που δεν πιστεύει πλέον στη γλώσσα του, από τη στιγμή που παύει να την θεωρεί υπέρτατη μορφή έκφρασης, ως τη γλώσσα καθ' εαυτήν.

Εμίλ Σιοράν
Επιλογή από το έργο του "De l'inconvénient d'être né"
(μετ. Αντώνης Καραβασίλης, Εκδ. ΣΤΙΓΜΗ)

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ακρόπολη 5.45, λάδι σε καμβά

Δευτέρα 9 Μαΐου 2016

και θλιμμένος σας νιώθω...

Έχω τα αγάλματά μου.
Τα κληροδότησαν σε μένα οι αιώνες: της προσμονής, της αποθάρρυνσης, οι αιώνες της ασάφειας, από άσβεστη ελπίδα είναι πλασμένα...

*
J'ai mes statues.
Les siècles me les ont léguées : les siècles de mon attente, les siècles de mes découragements, les siècles de mon indéfinie, de mon inétouffable espérance les ont faites...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ανατολή σελήνης στην Ακρόπολη, λάδι σε καμβά

Ανρί Μισώ
Τα αγάλματά μου

Έχω τα αγάλματά μου.
Τα κληροδότησαν σε μένα οι αιώνες: της προσμονής, της αποθάρρυνσης, οι αιώνες της ασάφειας, από άσβεστη ελπίδα είναι πλασμένα.
Και τώρα στέκονται εκεί.

Ποτέ δεν γνωρίζω, σαν τα αρχαία ερείπια, τι παριστάνουν.

Η καταγωγή τους  άγνωστη χάνεται στης ζωής μου τη νύχτα, όπου μονάχα τα σχήματα σώθηκαν από κυνήγι ανελέητο.

Μα στέκονται εκεί, και κάθε χρόνο ολοένα σκληραίνει το μάρμαρο, ενώ βαθιά το σκοτάδι του αμνημόνευτου πλήθους λευκαίνει.

Τα εξωτερικά σημάδια

Είναι ο ίλιγγος το αφρισμένο μου ποτάμι.
Είναι η εξάντληση στα νούφαρα που κολυμπώ.
Το βλέμμα που διαγράφεται τόσο ψηλά, αυτό είναι το κακό μου, και το πλοίο εκείνο που θωρώ δεν θα αιμορραγούσε απ’ τους στορείς του διόλου, αν τις δυνάμεις δεν έχανα εγώ.

Κατάρτια που όρνια θυμίζουν.
Κατάρτια διπλά.
Κατάρτια ξεροκέφαλα, σαν να αυτοκτόνησαν σε όρθια θέση.
Σε καμιά χώρα δεν προαναγγέλλετε, το ξέρω, την άφιξη.
Πολύ σας παραδέχομαι γι΄αυτό που πράγματι είστε και θλιμμένος σας νιώθω.

(Μετ. Ανδρονίκη Δημητριάδου)

Henri Michaux
Mes statues

J'ai mes statues.
Les siècles me les ont léguées : les siècles de mon attente, les siècles de mes découragements, les siècles de mon indéfinie, de mon inétouffable espérance les ont faites.
Et maintenant elles sont là.

Comme d'antiques débris, point ne sais-je toujours le sens de leur représentation.

Leur origine m'est inconnue et se perd dans la nuit de ma vie, où seules leurs formes ont été préservées de l'inexorable balaiement.

Mais elles sont là, et durcit leur marbre chaque année davantage, blanchissant sur le fond obscur des masses oubliées.

Les signes extérieurs

Ce sont les vertiges qui sont mes rivières vives.
C'est la fatigue qui est ma nage dans les nénuphars.
La vigie qui apparaît si haut, c'est mon mal, et le navire que je vois ne saignerait point par ses écubiers, si je ne perdais mes forces moi-même.

Poteaux à tête de vautour.
Poteaux doubles.
Poteaux têtus, comme suicidés debout.
D'aucun pays, je le sais, vous n'annoncez l'approche.
Je ne vous reconnais que trop pour ce que vous êtes réellement et vous comprends en m'en désolant.

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις...

Αποχαιρέτα την Ελλάδα που γνώρισες...
Την Αθήνα... κι ό,τι γνώρισες...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ακρόπολη με φεγγάρι 1970, λάδι σε καμβά

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
Απολείπειν ο θεός Αντώνιον

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ', ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές --
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πείς πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ' όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2015

Τελείωσεν η ζωή μου της Αθήνας...

Θ' ανέβω τραγουδώντας και τρεκλίζοντας
στο Ζάππειο που ετραβούσαμεν αντάμα.
Τριγύρω θα 'ναι ωραία πλατύς ο ορίζοντας,
και θα 'ναι το τραγούδι μου σαν κλάμα...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δειλινό στην Ακρόπολη, λάδι σε καμβά

Κώστας Καρυωτάκης
Δρόμος

Τώρα μακραίνουνε
πύργοι, παλάτια.
Κλαίνε μου οι θύμησες,
κλαίνε τα μάτια.

Τώρα θανάσιμη
νύχτα με ζώνει.
Μέσα μου ογκώνονται
οι άφραστοι πόνοι.

Μ' είδαν, προσπέρασαν
όσοι αγαπάω.
Μόνος απόμεινα
κι έρημος πάω.

Πόσο τ' ανέβασμα
του άχαρου δρόμου!
Στρέφω κοιτάζοντας
προς τ' όνειρό μου:

Μόλις και φαίνονται
οι άσπρες εικόνες.
Τ' άνθη, χαμόγελα
μες στους χειμώνες.

Αεροσαλεύουνε
κρίνοι και χέρια.
Ηλιοι τα πρόσωπα,
μάτια τ' αστέρια

Είναι και ανάμεσα
σ' όλα η Αγάπη:
Στο πρωτοφίλημα
κόρη που εντράπη.

Κι όλο μακραίνουνε
πύργοι, παλάτια.
Κλαίνε μου οι θύμησες,
κλαίνε τα μάτια...

Σε παλαιό συμφοιτητή

Φίλε, η καρδιά μου τώρα σα να εγέρασε.
Τελείωσεν η ζωή μου της Αθήνας,
που όμοια γλυκά και με το γλέντι επέρασε
και με την πίκρα κάποτε της πείνας.

Δε θα 'ρθω πια στον τόπο που η πατρίδα μου
τον έδωκε το γιόρτασμα της νιότης,
παρά περαστικός, με την ελπίδα μου,
με τ' όνειρο που εσβήστη, ταξιδιώτης.

Προσκυνητής θα πάω κατά το σπίτι σου
και θα μου πουν δεν ξέρουν τι εγίνης.
Μ' άλλον μαζί θα ιδώ την Αφροδίτη σου
κι άλλοι το σπίτι θα 'χουν της Ειρήνης.

Θα πάω προς την ταβέρνα, το σαμιώτικο
που επίναμε για να ξαναζητήσω.
Θα λείπεις, το κρασί τους θα' ναι αλλιώτικο,
όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω.

Θ' ανέβω τραγουδώντας και τρεκλίζοντας
στο Ζάππειο που ετραβούσαμεν αντάμα.
Τριγύρω θα 'ναι ωραία πλατύς ο ορίζοντας,
και θα 'ναι το τραγούδι μου σαν κλάμα.

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

ντυμένη αλήθεια, γυμνή ψευτιά...

Σκοτεινιασμένος ο ουρανός στον Παρθενώνα γέρνει,
τον μαύρο θόλο κάτασπρες κολώνες τον στηρίζουν...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δειλινό στην Ακρόπολη, λάδι σε καμβά

Παύλος Νιρβάνας
Η γυμνή αλήθεια
(απόσπασμα)

...Και ο άγνωστος εξακολούθησε να γυρεύει την αλήθεια δεξιά κι αριστερά. Τον είχα χάσει κάμποσες ημέρες. Προχθές η τύχη τον έβγαλε πάλι μπροστά μου. Φαινότανε ευχαριστημένος, σαν άνθρωπος που είχε επιτύχει το σκοπό του.

-Τη βρήκατε; τον ερώτησα.

-Τη βρήκα επιτέλους… μου αποκρίθηκε και το πρόσωπό του έλαμπε από χαρά. Τη βρήκα, αλλά δεν ήτανε γυμνή. Απεναντίας. Φορούσε απάνω της του κόσμου τα κουρέλια. Το μόνο γυμνό μέρος του κορμιού της ήταν η μύτη της. Και προσπαθούσε να την κρύψει κι αυτή. Πώς να τη γνωρίσω; Δε θα τη γνώριζα ποτέ μου, αν δε με βεβαίωνε η ίδια πως είναι η Αλήθεια.

-Από πότε ντύθηκες, γλυκύτατη θεά, την ερώτησα σαστισμένος. Σε ήξερα πάντα γυμνή.

-Λάθος κάνετε, κύριε… μου αποκρίθηκε. Ποτέ μου δεν παρουσιάστηκα γυμνή στον κόσμο.

-Από σεμνότητα;

-Όχι από σεμνότητα, κύριε. Από υπερηφάνεια. Είμαι πάρα πολύ άσχημη και γριά, ώστε να παρουσιάζομαι γυμνή στον κόσμο. Παρουσιάζομαι πάντα ντυμένη, όπως με βλέπετε.

-Ώστε η φήμη της περίφημης γύμνιας σας;

-Πρόληψη, καθαρή πρόληψη, κύριε.

-Κι εκείνοι που καυχιούνται πως σας παρουσιάζουν γυμνή;

-Απατούν τον κόσμο, απλούστατα. Ποτέ κανένας δε με παρουσίασε γυμνή. Μονάχα η Ψευτιά παρουσιάζεται γυμνή. Γιατί η Ψευτιά είναι πάντα ωραία και πάντα νέα.

Αυτά μου είπε η Αλήθεια, κύριε. Και με ρώτησε να της πω τι θέλω απ’ αυτήν. «Θέλω, της είπα, να δω κι εγώ μια φορά γυμνή την Αλήθεια». Και την παρακάλεσα να γδυθεί. Εστάθηκε αδύνατο να την πείσω. «Ποτέ δε με είδε γυμνή ανθρώπινο μάτι… μου είπε. Αν μ’ έβλεπαν γυμνή οι άνθρωποι, δε θα μπορούσα πια να ζήσω. Και θα ήτανε το τέλος του κόσμου».

Αυτή την καταπληκτική αποκάλυψη μου έκανε ο άνθρωπος που γύρευε να βρει την Αλήθεια γυμνή και τη βρήκε ντυμένη, εξαφανισμένη μέσα στα πιο βαριά και αδιαφανή ρούχα. Έτσι, μέσα στη θριαμβική γύμνια της εποχής μας, η μόνη γυναίκα που απόμεινε ντυμένη είναι, ως φαίνεται, η Αλήθεια. Ας μη δοκιμάσει κανένας να τη γδύσει. Θα πέσει νεκρός στα πόδια της.
*
Χειμωνιάτικη ζωγραφιά

Σκοτεινιασμένος ο ουρανός στον Παρθενώνα γέρνει,
τον μαύρο θόλο κάτασπρες κολώνες τον στηρίζουν,
μέσα στη μπόρα η αστραπή ανάερα φίδια σπέρνει
κ' οι κεραυνοί τον χαιρετούν χωρίς να τον εγγίζουν.

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

Φθόνον δε και αμαθίαν νοσείς...

Πάσχεις από φθόνο και άγνοια, δυο κακά εντελώς αντίθετα το ένα στο άλλο· και ενώ ο φθόνος σε κάνει να αποζητάς τα όμορφα πράγματα, η άγνοια σε απομακρύνει από αυτά. Σου έχει συμβεί κάτι που είναι ανθρώπινο: επειδή είσαι ισχυρός, νομίζεις ότι είσαι και γενναίος, και δεν ξέρεις ότι στον πόλεμο η σοφία και η γενναιότητα δεν ταυτίζονται με τη δύναμη, κι ότι η άγνοια είναι το μεγαλύτερο κακό για όσους την έχουν...

http://yannisstavvrou.blogspot.com 

Φθόνον δὲ καὶ ἀμαθίαν νοσεῖς, κακῶν ἐναντιώτατα αὑτοῖς· καὶ ὁ μέν σε ἐπιθυμεῖν ποιεῖ τῶν καλῶν, ἡ δὲ ἀποτρέπει. ἀνθρώπινον μὲν οὖν τι πέπονθας· διότι γὰρ ἰσχυρός, οἴει καὶ ἀνδρεῖος εἶναι, καὶ οὐκ οἶσθα ὅτι σοφίᾳ περὶ πόλεμον καὶ ἀνδρείᾳ οὐ ταὐτόν ἐστιν ἰσχῦσαι, ἀμαθία δὲ κακὸν μέγιστον τοῖς ἔχουσιν...

Αντισθένης ( 445-360 π.Χ.)
Οδυσσεύς ή Οδυσσέως λόγος (1-14)

[1] Δεν απευθύνεται μόνο σ' εσένα ο λόγος που σηκώθηκα να πω αλλά και σ' όλους τους άλλους· γιατί έχω κάνει περισσότερα καλά στο στράτευμα εγώ απ' όσα όλοι εσείς. Κι αυτά τα λόγια θα τα έλεγα και αν ζούσε ο Αχιλλέας, και τώρα πάλι, που έχει πεθάνει, τα λέω σε σας. Γιατί εσείς δεν έχετε δώσει καμιάν άλλη μάχη που να μη την έχω δώσει κι εγώ μαζί σας· για τα δικά μου ωστόσο παράτολμα εγχειρήματα κανένας σας δεν ξέρει τίποτα. [2] Κι όμως, στις μάχες που δώσαμε μαζί, ακόμη κι αν πολεμούσατε καλά, δεν θα 'βγαινε τίποτε παραπάνω, με τα δικά μου όμως παράτολμα εγχειρήματα, στα οποία ριχνόμουν μόνος μου, θα κατορθώνονταν, αν πετύχαινα, όλ᾽ αυτά για τα οποία έχουμε έλθει στην Τροία, ενώ, αν αποτύγχανα, απλώς θα χάνατε εμένα — όλο κι όλο έναν άνθρωπο. Γιατί δεν έχουμε έλθει εδώ για να πολεμήσουμε τους Τρώες αλλά για να πάρουμε πίσω την Ελένη και να κυριέψουμε την Τροία. [3] Αυτά όμως όλα υπήρχαν μέσα στα εγχειρήματά μου. Γιατί υπήρχε χρησμός ότι η Τροία δεν κυριεύεται, αν προηγουμένως δεν πάρουμε πίσω το άγαλμα της θεάς που μας το 'κλεψαν — και ποιός άλλος παρά εγώ είναι αυτός που έφερε εδώ το άγαλμα; Και τον άνθρωπο αυτόν εσύ τον κατηγορείς για ιεροσυλία. Τίποτα δεν ξέρεις εσύ, ο οποίος χαρακτηρίζεις ιερόσυλο τον άνθρωπο που ξανάφερε το άγαλμα της θεάς κι όχι τον Αλέξανδρο που μας το είχε πάρει κρυφά. [4] Κι ενώ όλοι σας εύχεσθε να κυριευθεί η Τροία, στιγματίζεις ως ιερόσυλον εμένα, ο οποίος βρήκα με ποιόν τρόπο θα γίνει αυτό;

Αλλά αν ήταν ωραίο πράγμα να κυριευθεί η Τροία, εξίσου ωραίο είναι να βρεθεί και πώς θα γίνει αυτό. Κι ενώ οι άλλοι με ευγνωμονούν, εσύ με χλευάζεις κιόλας· γιατί από την άγνοια, δεν ξέρεις τίποτα για το καλό που σου 'χει γίνει. [5] Κι όσο για μένα, δεν σε κατακρίνω για την άγνοια —χωρίς τη θέλησή σου συμβαίνει αυτό, και σε σένα και στους άλλους— σε κατακρίνω όμως που δεν μπορείς να παραδεχτείς ότι έχεις σωθεί με τη δική μου καταισχύνη, και που απειλείς κι από πάνω ότι θα κάνεις κακό σ' αυτούς τους ανθρώπους, αν αποφασίσουν με την ψήφο τους ότι τα όπλα πρέπει να δοθούν σ᾽ εμένα. Θα απειλήσεις πολλές φορές και πολλά πράγματα προτού κάνεις έστω το παραμικρό. Αν πάντως πρέπει να συμπεράνω με βάση το τί είναι πιθανό, νομίζω ότι με το μάνιασμά σου θα προξενήσεις κακό στον ίδιο σου τον εαυτό. [6] Και καταλογίζεις σ' εμένα δειλία, επειδή έκανα κακό στους εχθρούς στα κρυφά· εσύ ωστόσο ήσουν ανόητος, γιατί του κάκου πάσχιζες μπροστά σε όλους. Ή μήπως φαντάζεσαι πως είσαι πιο άξιος επειδή το έκανες αυτό μαζί με όλους τους άλλους; Και μιλάς έπειτα σ' εμένα για αρετή; Εσύ που πρώτα'πρώτα δεν ξέρεις πώς θα 'πρεπε να πολεμάει κανείς, αλλά που ορμώντας μανιασμένα σαν αγριογούρουνο θα σκοτωθείς καμιά φορά μόνος σου με κακό τρόπο, πέφτοντας επάνω στο σπαθί σου. Δεν ξέρεις ότι ο άξιος άνδρας τίποτα δεν μπορεί να πάθει, ούτε από τον εαυτό του, ούτε από το φίλο του, ούτε από τους εχθρούς του; [7] Κι εσύ χαίρεσαι σαν τα παιδιά, επειδή τούτοι εδώ σε λένε γενναίο· εγώ, αντίθετα, λέω πως είσαι ο πιο δειλός απ' όλους κι αυτός που φοβάται περισσότερο το θάνατο. Καταρχάς έχεις όπλα άθραυστα και άτρωτα, χάρη στα οποία, λένε, είναι αδύνατο να τραυματιστείς. Τί θα 'κανες όμως, αν ορμούσε επάνω σου κάποιος από τους εχθρούς κρατώντας τέτοια όπλα; Αλήθεια, όμορφο πράγμα θα 'ταν και θαυμάσιο, αν κανένας από τους δυο σας δεν μπορούσε να κάνει τίποτα! Κι έπειτα, πάλι, νομίζεις πως διαφέρει σε κάτι το να έχει κανείς τέτοια όπλα από το να κάθεται προστατευμένος μέσα σ᾽ ένα τείχος; Κι όπως λες, μόνον εσύ δεν έχεις ένα τείχος· ε, λοιπόν: μόνον εσύ περιφέρεσαι κρατώντας μπροστά σου ένα τείχος από εφτά δέρματα βοδιού. [8]

Ενώ εγώ, όχι μόνο προχωρώ άοπλος προς τα τείχη των εχθρών αλλά περνάω μεσ' από αυτά και συλλαμβάνω τους άγρυπνους φρουρούς με τα όπλα τους, κι είμαι συνάμα αρχηγός και φρουρός, και δικός σου και όλων των άλλων, και ξέρω τί συμβαίνει εδώ και τί στους εχθρούς, όχι στέλνοντας κάποιον άλλο για να κατασκοπεύσει, αλλά πηγαίνοντας ο ίδιος, σαν τους καραβοκύρηδες που προσέχουν νύχτα'μέρα πώς να διαφυλάξουν τους ναύτες, έτσι κι εγώ φυλάω και εσένανε και τους άλλους όλους. [9] Δεν υπάρχει επικίνδυνο εγχείρημα με το οποίο θα μπορούσα να προξενήσω κάποιο κακό στους εχθρούς που να το απέφυγα· ούτε πάλι, από σφοδρή επιθυμία να φανώ γενναίος, θα έδειχνα θάρρος, όταν επρόκειτο να με δουν κάποιοι· αλλά αν υπήρχε η δυνατότητα να κάνω κάτι κακό στους εχθρούς, είτε δούλος ήμουν είτε ελεεινός και άθλιος που τον μαστιγώνουν, θα το επιχειρούσα, ακόμη κι αν δεν θα το έβλεπε κανένας. Γιατί ο πόλεμος δεν ζητάει επίφαση, αλλά να πράττεις — πάντοτε, και την ημέρα και τη νύχτα. Ούτε έχω κάποια ορισμένα όπλα, στα οποία προκαλώ τους εχθρούς να αναμετρηθούμε, αλλά είμαι πάντοτε έτοιμος να τα βάλω και με έναν και με πολλούς, με όποιον τρόπο θέλουν. [10] Κι ούτε πάλι, άμα αποκάμω στη μάχη, δίνω το όπλο σε κάποιον άλλο, αλλά ρίχνομαι στους εχθρούς τη νύχτα, την ώρα που αναπαύονται, με όπλα τέτοια που να τους προξενήσουν την πιο μεγάλη ζημιά. Ούτε έχει συμβεί ποτέ ώς τώρα να με κρατήσει η νύχτα μακριά από τη μάχη, όπως εσέναν, που πολλές φορές σε σταμάτησε, προς μεγάλη σου χαρά. Αλλά την ώρα που εσύ ροχαλίζεις, εγώ φυλάω τη ζωή σου και προξενώ πάντοτε κάποιο κακό στους εχθρούς, κρατώντας αυτά τα όπλα, που ταιριάζουν σε δούλο, με τα κουρέλια και με τα λουριά των μαστιγίων, χάρη στα οποία εσύ κοιμάσαι ήσυχος. [11]

Νομίζεις πως, επειδή πήρες κι έφερες τον νεκρό, είσαι γενναίος; Αν δεν μπορούσες να τον φέρεις εσύ, θα τον έφερναν δύο άνδρες, κι ίσως έπειτα να φιλονικούσαν κι εκείνοι μ᾽ εμάς για την αρετή. Κι εγώ μεν θα έλεγα και σ' αυτούς τα ίδια πράγματα, εσύ όμως τί θα τους έλεγες; Ή μήπως δεν θα νοιαζόσουν για τους δύο, ενώ, αν επρόκειτο για έναν, θα ντρεπόσουν να παραδεχτείς πως είσαι πιο δειλός από αυτόν; [12] Δεν ξέρεις ότι τους Τρώες δεν τους ενδιέφερε ο νεκρός αλλά πώς θα έπαιρναν πίσω τα όπλα; Τον νεκρό θα τον παρέδιδαν, τα όπλα όμως μπορούσαν να τα αφιερώσουν στους θεούς, στα ιερά. Γιατί σε ό, τι αφορά στους νεκρούς, απρέπεια δεν είναι το να μη τους σηκώνεις για να τους θάψεις, αλλά να μη τους παραδίδεις για ταφή. Εσύ λοιπόν έφερες κάτι που έτσι κι αλλιώς ήταν σίγουρο, ενώ εγώ τους αφαίρεσα ό, τι θα μπορούσε να μας καταντροπιάσει. [13]

Πάσχεις από φθόνο και άγνοια, δυο κακά εντελώς αντίθετα το ένα στο άλλο· και ενώ ο φθόνος σε κάνει να αποζητάς τα όμορφα πράγματα, η άγνοια σε απομακρύνει από αυτά. Σου έχει συμβεί κάτι που είναι ανθρώπινο: επειδή είσαι ισχυρός, νομίζεις ότι είσαι και γενναίος, και δεν ξέρεις ότι στον πόλεμο η σοφία και η γενναιότητα δεν ταυτίζονται με τη δύναμη, κι ότι η άγνοια είναι το μεγαλύτερο κακό για όσους την έχουν. [14] Πιστεύω ότι αν ποτέ φανεί ένας ποιητής που να ξέρει από αρετή, εμένα θα με παρουσιάσει να έχω πολύ κακοπαθήσει, πολλά σκεφτεί, πολλά σοφιστεί — έναν πορθητή που μόνος του κυρίεψε την Τροία· ενώ εσένα, καθώς πιστεύω, θα σε παραστήσει μ' ένα φυσικό όμοιο με τα τεμπέλικα γαϊδούρια και τα βόδια που βόσκουν και που αφήνουν τους άλλους να τα δένουν και να τα ζεύουν.

(ΑΝΤΙΣΘΕΝΗΣ - Οδυσσεύς ή Οδυσσέως λόγος
Μετ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος.

Οι Αρχαίοι Κυνικοί. Αποσπάσματα και μαρτυρίες. Επιμέλεια κειμένων, μετάφραση, σχολιασμός. Αθήνα: Εκδόσεις «Γνώση». © 1998 Εκδόσεις «Γνώση»)

ΠΗΓΗ: 
Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία

Κυριακή 30 Αυγούστου 2015

Π. Κονδύλης: Περί εθνών στην πλανητική εποχή

Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί ακριβώς περίπτωση φθίνοντος έθνους, το οποίο εκλαμβάνει τις έμμονες μυθολογικές του ιδέες για τον εαυτό του ως ρεαλιστική αυτεπίγνωση. Δεν είναι διόλου περίεργο ότι η ψυχολογική αυτή κατάσταση συχνότατα παρουσιάζει συμπτώματα παθολογικού αυτισμού ˙ γιατί το απαραίτητο υπόβαθρο και πλαίσιο της υγιούς αυτεπίγνωσης είναι η γνώση του ευρύτερου περιβάλλοντος κόσμου, μέσα στον οποίο καλείται να δράσει ένα ατομικό ή συλλογικό υποκείμενο, αποτιμώντας κατά το δυνατόν νηφάλια τις δυνατότητες του και υποκαθιστώντας τη νοσηρά εγωκεντρική αρχή της ηδονής με τη φυσιολογικά εγωκεντρική αρχή της πραγματικότητας...

Παναγιώτης Κονδύλης

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ακρόπολις 1970, λάδι σε καμβά

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ (1943-1998)
ΠΕΡΙ ΕΘΝΩΝ ΣΤΗΝ ΠΛΑΝΗΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

Μπροστά μας ανοίγεται μια εποχή πλανητικών και περιφερειακών συγκρούσεων, πού θα καταστήσουν πολύ δύσκολη, αν δεν ματαιώσουν, την παγίωση μιας διεθνούς τάξης, καθώς οι βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες πολιτικές, οικονομικές και γεωπολιτικές τους αιτίες θα συντήκονται όλο και περισσότερο με τις μακροπρόθεσμες οικολογικές και πληθυσμιακές πιέσεις, γεννώντας χρόνιες κρίσεις και ανεξέλεγκτους παροξυσμούς.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το τέλος των ιδεολογιών του 19ου αιώνα, οι οποίες κυριάρχησαν και στον 20ό, δεν θα συνεπιφέρει τον κατευνασμό των αντιθέσεων, παρά απλώς τη μετατόπισή τους σ’ ένα πεδίο στοιχειακό, υπαρξιακό και βιολογικό, στο επίκεντρο του οποίου θα βρίσκεται απροκάλυπτα το πρόβλημα της κατανομής των αγαθών σε παγκόσμια κλίμακα.

http://yannisstavrou.blogspot.com

Ό, τι σήμερα προσφέρεται ως νέα πυξίδα προσανατολισμού της πολιτικής δράσης και ως πανάκεια — προ παντός ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων — κατά πάσα πιθανότητα θα μεταβληθεί σε ένα νέο πεδίο μάχης, όπου η πάλη των ερμηνειών θα συνδέεται με ακόμα πιο χειροπιαστές μορφές πάλης.

Στη διελκυστίνδα ανάμεσα σ’ έναν ανέφικτο οικουμενισμό και σε μια υπεράσπιση συλλογικών συμφερόντων αναπόδραστα οργανωμένη πάνω σε στενότερη τοπική και πληθυσμιακή βάση, το κρατικά οργανωμένο έθνος δεν διαλύεται, όπως περίμεναν πολλοί, μέσα σε υπερεθνικά μορφώματα, παρά αναλαμβάνει έναν νέο ιστορικό ρόλο, λίγο ή πολύ διαφορετικό από εκείνον πού έπαιξαν στο απώτερο παρελθόν το αστικό έθνος και στο πιο πρόσφατο οι αποκρυσταλλώσεις του κομμουνιστικού εθνικισμού.

Πρωταρχικό του μέλημα είναι η εξασφάλιση μιας θέσης μέσα σε μια πυκνή και έντονα ανταγωνιστική παγκόσμια κοινωνία — όμως το μέλημα αυτό θα συναιρείται όλο και περισσότερο σ’ ένα αίτημα στοιχειώδους επιβίωσης στον βαθμό πού θα στενεύουν τα περιθώρια κινήσεων μέσα στους κόλπους της παγκόσμιας κοινωνίας.

Η εξ αντικειμένου νέα αυτή λειτουργία του εθνικισμού παραμένει καθοριστική ανεξάρτητα από τις συνήθως αυτάρεσκες μυθολογίες μέσω των οποίων κατανοεί ο ίδιος τον εαυτό του, αντλώντας από το πραγματικό ή φανταστικό, κοντινό ή μακρινό παρελθόν.

Βεβαίως, οι μυθολογίες, ακόμα και οι πιο αυθαίρετες, είναι δυνατό να επιδράσουν θετικά στην εθνική ζωή κινητοποιώντας και συσπειρώνοντας δυνάμεις. Όμως προϋπόθεση για να συμβεί αυτό είναι μια αντικειμενική εθνική ζωτικότητα, μια πλησμονή χειροπιαστής ισχύος, η οποία επιτρέπει σ’ ένα έθνος να κινείται, θα λέγαμε, στο ύψος των ψευδαισθήσεών του. Όπου αντίθετα το έθνος συρρικνώνεται και φθίνει, εκεί η διάσταση ανάμεσα σε εθνική μυθολογία και εθνική πραγματικότητα έχει, μακροπρόθεσμα τουλάχιστον, μοιραίες συνέπειες.

Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί ακριβώς περίπτωση φθίνοντος έθνους, το οποίο εκλαμβάνει τις έμμονες μυθολογικές του ιδέες για τον εαυτό του ως ρεαλιστική αυτεπίγνωση. Δεν είναι διόλου περίεργο ότι η ψυχολογική αυτή κατάσταση συχνότατα παρουσιάζει συμπτώματα παθολογικού αυτισμού ˙ γιατί το απαραίτητο υπόβαθρο και πλαίσιο της υγιούς αυτεπίγνωσης είναι η γνώση του ευρύτερου περιβάλλοντος κόσμου, μέσα στον οποίο καλείται να δράσει ένα ατομικό ή συλλογικό υποκείμενο, αποτιμώντας κατά το δυνατόν νηφάλια τις δυνατότητες του και υποκαθιστώντας τη νοσηρά εγωκεντρική αρχή της ηδονής με τη φυσιολογικά εγωκεντρική αρχή της πραγματικότητας.


ΠΗΓΗ: ΛΟΓΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ

Κυριακή 26 Ιουλίου 2015

Παρακμή της Δύσης...

Ο πέτρινος κολοσσός "κοσμόπολη" σημαδεύει το τέλος της πορείας ζωής κάθε μεγάλου πολιτισμού. Ο πολιτισμένος άνθρωπος, που ψυχικά εχει διαμορφωθεί από την ύπαιθρο, κυριεύεται από την ίδια του τη δημιουργία, την πόλη, η οποία γίνεται έμμονη ιδέα του και τον κανει εκτελεστικό της όργανο και τελικά θύμα της...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ανατολή σελήνης στην Ακρόπολη, λάδι σε καμβά

Όσβαλντ Σπένγκλερ
Παρακμή της Δύσης
(Εκδ. ΤΥΠΩΘΗΤΩ)
Αποσπάσματα


...Ολη η η πραγματικη ιστορια αρχιζει μολις οι πρωτογενεις ταξεις, οι ευγενεις και ο κληρος, σχηματιζονται ως τετοιες και αποκτουν υπεροχη εναντι των αγροτων....Ο αγροτης ειναι ανιστορικος...ο αιωνιος ανθρωπος, ανεξαρτητα απο καθε πολιτισμο, που εχει την εδρα του στην πολη. Προηγειται καθε πολιτισμου, επιβιωνει και μετα την παρακμη καθε πολιτισμου, χωρις συνειδηση αναπαραγομενος απο γενια σε γενια....μια μυστικη ψυχη, μια ξερη και πρακτικα προσανατολισμενη διανοια....Η πολη ειναι πνευμα. Η μεγαλουπολη ειναι το "ελευθερο πνευμα". Η αστικη ταξη, η ταξη του πνευματος, αρχιζει με μια εξεγερση κατα των φεουδαρχικων δυναμεων του αιματος και της παραδοσης..ανατρεπει θρονους και περιοριζει δικαιωματα στο ονομα του Λογου και προπαντων στο ονομα του "λαου", εννοωντας πλεον μονο τον λαο των πολεων..η πολη δε σημαινει μονο πνευμα αλλα και χρημα..μια εποχη αρχιζει οταν η πολη αναπτυσσεται τοσο πολυ, που δεν χρειαζεται πια να αμυνεται εναντι της υπαιθρου, εναντι της αγροτιας και της ιπποσυνης, αλλα που η υπαιθρος με τις πρωτογενεις ταξεις της αμυνεται απεγνωσμενα κατα της μονοκρατοριας της πολης, πνευματικα κατα του ορθολογισμου, πολιτικα κατα της δημοκρατιας, οικονομικα κατα του χρηματος...ετσι και η εννοια του χρηματος φθανει στον πιο αφηρημενο της βαθμο. Το χρημα δεν χρησιμευει πια στην κατανοηση της οικονομικης συναλλαγης, αλλα υποτασσει την κυκλοφορια των εμπορευματων στη δικη του εξελιξη. Δεν αξιολογει πια τα πραγματα το ενα σε σχεση με το αλλο, αλλα σε σχεση με τον εαυτο του, η σχεση με το εδαφος και κατα προεκταση με τον συμφυτο μαζι του ανθρωπο εχει χαθει..το χρημα εχει γινει τωρα μια εξουσια και μαλιστα μια καθαρα πνευματικη εξουσια...Αλλα το εδαφος ειναι κατι πραγματικο και φυσικο, το χρημα κατι αφηρημενο και τεχνητο, απλως μια κατηγορια οπως η "αρετη" στη σκεψη του Διαφωτισμου. Απο αυτο προκυπτει οτι καθε πρωταρχικη οικονομια, δηλαδη καθε οικονομια χωρις πολεις, παραμενει εξαρτημενη απο κοσμικες δυναμεις, το εδαφος, το κλιμα, τον τυπο ανθρωπου και ετσι, υποκειται σε περιορισμους, ενω το χρημα ως καθαρη μορφη κυκλοφοριας εχει εναν απεριοριστο κυκλο δυνατοτητων...οπως καμια ματια στα πραγματικα δεδομενα δεν μας εμποδιζει να κατασκευαζουμε οσες μη ευκλειδειες γεωμετριες θελουμε, μεσα στην αναπτυγμενη οικονομια της μεγαλουπολης τιποτε δε μας εμποδιζει πια να αυξανουμε το "χρημα", τροπον τινα να σκεφτομαστε σε αλλες χρηματικες διαστασεις, κατι που δεν εχει καμια σχεση με την οποιαδηποτε αυξηση του χρυσου η γενικα των πραγματικων αξιων.....

...Τελικα δημιουργειται το τεραστιο συμβολο και "δοχειο" του εντελως απελευθερωμενου πνευματος, η κοσμοπολη, το κεντρο στο οποιο εστιαζεται απολυτως η πορεια της παγκοσμιας ιστοριας:εκεινες οι πολυ λιγες γιγαντιαιες πολεις ολων των ωριμων τεχνικων πολιτισμων που προγραφουν και αχρηστευουν ολοκληρη τη μητερα γη του πολιτισμου τους αποκαλωντας την επαρχια.
(...Βαβυλωνα, Θηβες, Αλεξανδρεια, στην Ινδια Ουτζαιν, Καναουτζ, Παταλιπουτρα, στον Μεξικανικο κοσμο το Ουζμαλ...)...

Ο πετρινος κολοσσος "κοσμοπολη" σημαδευει το τελος της πορειας ζωης καθε μεγαλου πολιτισμου. Ο πολιτισμενος ανθρωπος, που ψυχικα εχει διαμορφωθει απο την υπαιθρο, κυριευεται απο την ιδια του τη δημιουργια, την πολη, η οποια γινεται εμμονη ιδεα του και τον κανει εκτελεστικο της οργανο και τελικα θυμα της.Αυτη η πετρινη μαζα ειναι η απολυτη πολη. Η εικονα της, οπως σχεδιαζεται με τη μεγαλοπρεπη ομορφια της στον φωτεινο κοσμο του ανθρωπινου ματιου, περιεχει ολοκληρο τον υπεροχο συμβολισμο θανατου ενος οριστικου "προιοντος του γιγνεσθαι". Η εμψυχωμενη πετρα των γοτθικων οικοδομηματων στην πορεια μιας χιλιετους υφολογικης ιστοριας εγινε τελικα το αψυχο υλικο αυτης της δαιμονικης πετρινης ερημου...Αρκετα μετα το ετος 2000 προβλεπω πολεις με δεκα ως 20 εκατομμυρια κατοικους, που θα ξεχυνονται σε μεγαλες εκτασεις...

...Oμως καμια αθλιοτητα, κανενας εξαναγκασμος, ουτε καν η σαφης διαγνωση αυτης της τρελης εξελιξης δεν μειωνουν την ελκυστικοτητα αυτων των δαιμονικων μορφωματων. Ο τροχος του πεπρωμενου κυλαει προς το τελος, η γεννηση της πολης τραβαει προς το μερος της τον θανατο. Η σχεση αναμεσα στην στην αρχη και στο τελος, αναμεσα στο αγροτοσπιτο και το οικοδομικο τετραγωνο ειναι αναλογη με εκεινη μεταξυ της ψυχης και της ευφυιας, μεταξυ του αιματος και της πετρας. Αλλα δεν ειναι τυχαιο οτι ο χρονος ειναι μια λεξη που δηλωνει τη μη αντιστρεψιμοτητα. Εδω ολα τραβουν μπροστα, τιποτε δεν γυριζει πισω. Ο αγροτικος κοσμος γεννησε καποτε την αγορα, την περιφερειακη πολη και την εθρεψε με το αιμα του. Τωρα η γιγαντιαια πολη ξεζουμιζει την υπαιθρο, αχορταγη, απαιτωντας και καταπινοντας συνεχως νεα ρευματα ανθρωπων, ωσπου θα αποκαμει και θα πεθανει μεσα σε μια σχεδον ακατοικητη πια ερημο. Οποιος εχει υποκυψει μια φορα σε ολη την αμαρτωλη ομορφια αυτου του τελευταιου θαυματος ολοκληρωσης της ιστοριας δεν προκειται να απελευθερωθει απο αυτη. Πρωτογενεις λαοι μπορουν να αποδεσμευθουν απο τη γη τους και να ξενητευθουν. Οι πνευματικοι νομαδες δεν μπορουν να το κανουν πια. Η νοσταλγια για τη μεγαλη πολη ειναι ισως πιο εντονη απο καθε αλλη. Πατριδα ειναι για αυτους καθε μεγαλοπολη, ξενητεια ειναι ηδη το επομενο χωριο. Προτιμουν να πεθανουν στο οδοστρωμα παρα να επιστρεψεουν στην υπαιθρο. Ακομα και η αηδια απο αυτο το μεγαλειο, η κουραση απο τα πολυχρωμα φωτα, το taedium vitae (σιχασια της ζωης) που στο τελος καταλαμβανει μερικους, δεν μπορει να τους απελευθερωσει. Κουβαλουν μαζι τους την πολη στα βουνα και στη θαλασσα. Εχασαν μεσα τους την υπαιθρο και εξω δε μπορουν να τη βρουν.

Η διανοητικη ενταση γνωριζει μονο μια, τη χαρακτηριστικη για τη μεγαλουπολη μορφη αναψυχης: τη χαλαρωση, τη "διασκεδαση". Το γνησιο παιχνιδι, η χαρα της ζωης, η ευχαριστηση, η μεθη γεννηθηκαν απο τον κοσμικο ρυθμο και η ουσια τους δεν ειναι πλεον κατανοητη. Αλλα η ανατικατασταση της πιο εντατικης πρακτικης σκεψης απο το αντιθετο της, το συνειδητο χαζεμα, η αντικατασταση της πνευματικης εντασης των δυναμεων απο τη σωματικη ενταση του αθλητισμου, της σωματικης εντασης απο την αισθησιασκη της ψυχαγωγιας και την πνευματικη ενταση της "διεγερσης" του παιχνιδιου και του στοιχηματος, η αντικατασταση της καθαρης λογικης της καθημερινης εργασιας απο τον συνειδητα απολαμβανομενο μυστικισμο- ολα αυτα επαναλαμβανονται σε ολες τις κοσμοπολεις των τεχνικων πολιτισμων. Κινηματογραφος, εξπρεσσιονισμος, θεοσοφια, αγωνες πυγμαχιας, χοροι νεγρων, ποκερ και στοιχηματα στον ιπποδρομο- ολα αυτα τα ξαναβρισκουμε στη Ρωμη, και ενας γνωστης θα επρεπε καποτε να επεκτεινει την ερευνα στις ινδικες, κινεζικες και αραβικςς κοσμοπολεις...
           
(Μετ. Λευτερης Αναγνωστου)
πηγη
http://celinathens.blogspot.com/2013/12/blog-post_17.html#ixzz3h0bGp2Xq

Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

διανύω την κόλαση περιμένοντας καρπούς απ' τα ψέματα πάλι...

Φασματική Αθήνα σε χειμέριον όρθρο
ποιός θα ζυγίσει το δικό μας πόνο
μέρες
νύχτες
ώρες βροχερές
όταν μας έκλεινε η σιωπή σαν παλαιά παράθυρα...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ακρόπολη τον χειμώνα, λάδι σε καμβα

Νίκος Καρούζος

Οιδίππους τυραννούμενος

Εζούσα τις πιο βαθιές μου λεπτομέρειες
καθώς αργά ο έρμος
διανύω την κόλαση
περιμένοντας καρπούς απ' τα ψέματα πάλι
την όσφρηση του βίαιου μυαλού μου κι ο θάνατος
αχολογούσε άρωμα μητέρας
βόσκοντας έρωτα στην αναισθησία
των άστρων ανεπαίσχυντα.
Λοιπόν η άβυσσος ο καταπιώνας που δεν κοπάζει.
Δικό μου είναι αυτό το βιβλίο η δάκνουσα λαλιά
κι η ανάγνωση.
Δεν έχω κανένα δικαίωμα στην ευτυχία.

Περπατώντας

Φασματική Αθήνα σε χειμέριον όρθρο
ποιός θα ζυγίσει το δικό μας πόνο
μέρες
νύχτες
ώρες βροχερές
όταν μας έκλεινε η σιωπή σαν παλαιά παράθυρα
δίχως τα δέντρα
δίχως της γυναίκας το φιλί
μέρες
νύχτες
ώρες βροχερές…
Να περιμένεις την πνοή π’ ανοίγει τις οράσεις
ο ποιητής ανθίζει
δεν τρέχει πίσω απ’ τις λέξεις
έχει σαν το λουλούδι μια μοίρα
είν’ ο αθέλητος
έρχεται η βροχή νοτίζει το χώμα ο ήλιος
θα ‘ρθει κ’ η νύχτα θα ‘ρθει κ’ η μέρα
και πάντα το φώς.

Η χαρά


Να έχεις το κύμα να χάνεσαι στο πλήθος
έρημος ώς τα σπλάχνα
δεν τραγουδάς
ανοίγεσαι μεσ’ στη λησμονιά κι ολοένα θυμάσαι
χρόνος αδηφάγος οπού σε κάνει αυξανόμενο νεκρό.
Να έχεις το κύμα να χάνεσαι στο πλήθος
ή ο λαιμός να καίγεται
ποιός άλλος θρίαμβος
των ηττημένων…
Α η χαρά μας είναι τρομερή με τ’ αστέρια
κομματιασμένα σε δροσερό θάνατο.
Κι ο ήλιος κάθε μέρα έρχεται
με ένα παλιό όπλο και πολλές σφαίρες

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

Αθήνα...

μια πόλη στέκει στου Αιγαίου την ακρογιαλιά,
με αρχοντιά χτισμένη, καθάριος ο αέρας κι η γη 'λαφριά... 


Where on the Ægean shore a city stands,   
Built nobly, pure the air and light the soil...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δειλινό Στην Ακρόπολη, λάδι σε καμβά

Tζον Μίλτον
Αθήνα 

Κοίτα ακόμα μια φορά, προτού αφήσομε το θαυμαστό αυτό βουνό
στα δυτικά, που απ’ τα νότια το πλησιάζεις. Κοίτα εκεί,
μια πόλη στέκει στου Αιγαίου την ακρογιαλιά,
με αρχοντιά χτισμένη, καθάριος ο αέρας κι η γη ‘λαφριά.
Το μάτι της Ελλάδας, η Αθήνα, μητέρα των Τεχνών,
της Ευγλωττίας, γενέτειρα πνευμάτων δοξασμένων’
φιλόξενη, στην πιο κρυφή της τη γωνιά
σε πόλη ή και προάστεια ή επαρχία, περίπατοι σπουδής και ίσκιοι.

Κοίτα εκεί τον ελαιώνα της Ακαδημίας,
το καταφύγιο του Πλάτωνα, εκεί που τ’ αττικό πουλί
με τρίλλιες πλούσιες, όλο το καλοκαίρι, τις πυκνές νότες του σκορπάει
εκεί, ολάνθιστος ο λόφος του Υμηττού σε ρεμβασμό σπουδαστικό καλεί,
κι εργατικές οι μέλισσες στ’ αυτιά σού ζουζουνίζουν.
Κοίτα, ο Ιλισσός κυλάει τα ψιθυριστά του τα νερά. Κοίτα μέσα στα τείχη
των αρχαίων σοφών Σχολές’ εκεί ανατράφηκε ο μέγα-Αλέξανδρος
τον κόσμο να υποτάξει’ εκεί το Λύκειο κι έπειτα, η ζωγραφισμένη η στοά:

Εκεί θ’ ακούσεις και θα μάθεις τη δύναμη τη μυστική
της αρμονίας, σε τόνους κι αριθμούς δοσμένη
από χέρια και φωνές και άλλους στίχους μετρικούς,
Θέλγητρα Αιολικά, και Δωρικές μελωδικές Ωδές.
Κι είναι δικός της όποιος εφύσηξε πνοή σ’ αυτά,
απ’ τον τυφλό Μηλησιγέννη, Όμηρο ονομασμένο από τότε,
κι ό,τι οι μεγαλόπνοοι Τραγικοί διδάξανε,
σε χορό ή Ιαμβικό μέτρο, άριστοι δάσκαλοι
της ηθικής φρόνησης, που με χαρά όλοι δεχτήκανε,
σε σύντομα αποφθεγματικά διδάγματα ηθικής, ενώ
για πεπρωμένο, τύχη κι αλλαγή στην ανθρώπινη ζωή πραγματευόντουσαν,
μεγάλες πράξεις και μεγάλα πάθη σ’ άριστη περιγραφή.

Κι έπειτα, για τους μεγάλους ρήτορες ξεκίνα,
τους παλιούς ρήτορες που θεληματικά ετάχθηκε σ’ αυτούς η βίαιη Δημοκρατία,
τράνταξε τ’ οπλοστάσιο και πάνω απ’ την Ελλάδα κεραυνοβόλησε
του Μακεδόνα και του Αρταξέρξη το θρόνο.
Κι απ’ τη σοφή Φιλοσοφία το αυτί σου τέντωσε
από τους ουρανούς κατεβαίνοντας στο σπίτι του Σωκράτη,
τη φτωχή κατοικία του με το χαμηλό ταβάνι’

Πρόσεξε αυτόν που εμπνευσμένος ο Χρησμός τον αποκάλεσε
τον πιο σοφό απ’ τους ανθρώπους’ αυτόν που απ’ το στόμα του
μελίρρητα ποτάμια κύλησαν που τις Σχολές έχουν ποτίσει όλες
παλιών και νέων Ακαδημαϊκών, με κείνα τα ψευδώνυμα
«Περιπατητικοί» και το δογματικό
«Επικούριος» και την αυστηρή του «Στωϊκού» προσωνυμία.

(Μετ. Μερόπη Οικονόμου)

John Milton
Athens

Look once more, ere we leave this specular mount,   
Westward, much nearer by south-west; behold
Where on the Ægean shore a city stands,   
Built nobly, pure the air and light the soil—   
Athens, the eye of Greece, mother of arts            240
And eloquence, native to famous wits   
Or hospitable, in her sweet recess,   
City of suburban, studious walks and shades.   
See there the olive-grove of Academe,   
Plato’s retirement, where the Attic bird            245
Trills her thick-warbled notes the summer long;   
There, flowery hill, Hymettus, with the sound   
Of bees’ industrious murmur, oft invites   
To studious musing; there Ilissus rowls   
His whispering stream. Within the walls then view            250
The schools of ancient sages—his who bred   
Great Alexander to subdue the world,   
Lyceum there; and painted Stoa next.   
There thou shalt hear and learn the secret power   
Of harmony, in tones and numbers hit            255
By voice or hand, and various-measured verse,   
Æolian charms and Dorian lyric odes,   
And his who gave them breath, but higher sung,   
Blind Melesigenes, thence Homer called,   
Whose poem Phœbus challenged for his own.            260
Thence what the lofty grave Tragedians taught   
In chorus or iambic, teachers best   
Of moral prudence, with delight received   
In brief sententious precepts, while they treat   
Of fate, and chance, and change in human life,            265
High actions and high passions best describing.   
Thence to the famous Orators repair,   
Those ancient whose resistless eloquence   
Wielded at will that fierce democraty,   
Shook the Arsenal, and fulmined over Greece            270
To Macedon and Artaxerxes’ throne.   
To sage Philosophy next lend thine ear,   
From heaven descended to the low-roofed house   
Of Socrates—see there his tenement—   
Whom, well inspired, the Oracle pronounced            275
Wisest of men; from whose mouth issued forth   
Mellifluous streams, that watered all the schools   
Of Academics old and new, with those   
Surnamed Peripatetics, and the sect   
Epicurean, and the Stoic severe.