t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Σάββατο, 26 Μαΐου 2018

τὸ ἀπόφθεγμά της τὸ τελευταῖο...

Απολαυστικός Παπαδιαμάντης, από την εποχή που οι έλληνες γεννούσαν λαϊκά αποφθέγματα...
"... Ἂν ἐπερνοῦσε κανένα ψηλὸ ὑποκείμενο: «Νύχτωσε, καὶ δὲν πρόφτασε νὰ χτίσῃ ἄλλο μισό. Χρειάζεται σκαλωσιὰ νὰ βάλῃ ὁ Ἀριφός» (παρατσούκλι τοῦ πρωτομάστορη, ποὺ σκάρωνε τὰ καράβια).
Καμπόσων ἀνθρώπων τὴ ζωὴ καὶ τὰ πάθια, τά ᾽παιρνε «κουτουριάρικα», καὶ τά ᾽χε σχεδὸν μονοπώλιο, ἡ γρια-Μορισίνα. Ἐκείν᾿ ἡ παροιμία ποὺ ἀκούσαμε ἀπ᾿ τὸ στόμα της, «Τρεῖς ὁπ᾿ σ᾿ ἔχω», κτλ., ἦτον μόνο συνέχεια χωρὶς τέλος. Ἕνα χρόνο πρίν, ὅταν εἶχε γίνει ὁ ἀρρεβώνας, τοῦ ἴδιου τ᾿ ἀντρόγυνου, εἶχε ᾽πεῖ: «Τὰ ὄρνια παντρεύουνται, καὶ τὰ στοιχειὰ βλογιοῦνται…»..."

https://yannisstavrou.blogspot.com

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Η αποσώστρα

Ὅτ᾿ εἶχε βασιλέψ᾿ ὁ ἥλιος. Κατεβαίναμε τὸ στενὸ καλδερίμι, τὸν κατήφορο. Ζερβὰ μεριά, στὸ κάτω σκαλοπάτι τοῦ παλιοῦ σπιτιοῦ τοῦ Γιάννου τ᾿ Ἀγιώτη (μιὰ φορὰ ἦτον τοῦ Γιάννου τ᾿ Ἀγιώτη, ὅταν ὁ μακαρίτης ἐζοῦσε κ᾿ ἐμεθοῦσε ἀκόμα· τώρα δὲν ξέρω πλιὰ τίνος εἶναι, γιατὶ πέρασαν τόσα χρόνια!) καθέταν ἡ Μορισὼ τὸ Γιαλινάκι, μὲ τὴ ρόκα της, μὲ τ᾿ ἀδράχτι της, μαζὶ μὲ δυὸ ἄλλες, κι ἄλεθε ἡ γλῶσσά της. Τὴν στιγμὴ ποὺ περνοῦσα, ἄκουσα νὰ πέσῃ μιὰ παροιμία ἀπ᾿ τὸ στόμα της:

― Τρεῖς ὁπ᾿ σ᾿ ἔχω, ἄντρα, καὶ τρεῖς ὁπ᾿ μ᾿ ἔχεις, ἕξι· καὶ τρεῖς τοῦ παιδιοῦ, ἐννιά…
*
Ἐκεῖνο τὸ δειλινό, εἶχε σπαργανίσει, καθὼς ἔμαθον, μία νιόνυφη, ἡ γυναίκα τοῦ Κώστα τοῦ Μπουλτογιάννη. Ἓξ ἑφτὰ μῆνες εἶχαν περάσει ἀπ᾿ τὸ γάμο. Ἡ θεια-Μορισὼ ἐσχολίαζε, τώρα, κατὰ τὸν δικόν της τὸν τρόπο, τὸ φταμηνίτικο ἢ τὸ πρωιμάδι, ποὺ εἶχεν ἔρθει στὸν κόσμον αὐτόν.

Ὅλα τὰ συμβάντα τοῦ μικροῦ χωριοῦ, τὰ ὅσα γίνονταν, καὶ τὰ ὅσα δὲν εἶχαν γίνει ἀκόμα, ἔτσι τὰ σχολίαζε. Δὲν ἄφηνε καμμιὰ κουβέντα, κανένα μαντᾶτο, κανένα «λακριντί», ποὺ νὰ μὴν τ᾿ ἀποσώσῃ. Μ᾿ αὐτά, καὶ μὲ τὴ ρόκα της, περνοῦσε τὴν ὥρα της, κ᾿ ἔκανε νὰ περάσουν καὶ τῶν ἄλλων γυναικῶν οἱ ὧρες. Ἀλλοιῶς, τί θὰ γινότανε, σ᾿ αὐτὸν τὸν παλιόκοσμο;

Παραπονεμένη, πολύπαθη γυναίκα! Ὁ σχωρεμένος, ὁ ἄντρας της, πέθανε, ὁ ἀδιαφόρετος, καὶ τῆς ἄφησε τρία παιδιά. Ὁ γυιός της, ὁ μεγάλος, ἀπὸ τριάντα χρόνια τώρα, εἶχε πάρει μαῦρα πέλαγα. Ἄμορος* εἶχε γίνει, καὶ δὲν ἀκούστηκε πλιά. Ὁ ἄλλος, ὁ μικρός, ἀκουγόταν ἀκόμα κάποτε· ἦτον στὴν Ἀμέρικα χρόνια, τῆς ἔγραφε πὼς θά ᾽ρθῃ, καὶ δὲν ἐρχότανε. Τὴν κόρη της, τὴν εἶχε καλοπαντρέψει, μὰ δὲν εἶχε τύχη νὰ ζήσῃ· πέθανε στὴ γέννα, καὶ τὸ παιδὶ ἔζησε ὣς ποὺ ν᾿ ἀποχτήσῃ τὸ δικαίωμα ὁ πατεριασμένος του νὰ κληρονομήσῃ τὰ προικιά, κ᾿ ὕστερα, στοὺς πέντε μῆνες ξαναπαντρεύτηκε· αὐτὸς ἦτον ὁ μεγαλύτερος καημὸς τῆς θεια-Μορισίνας!
*
Γιὰ νὰ μαλακώσ᾿, ἡ ταλαίπωρη, τὸν πόνο της, ἔκαμε στὴν ἀρχὴ νὰ πέσῃ στὰ θεῖα καὶ σὲ ἀγαθοεργίες. Θέλησε νὰ πάρῃ ψυχοκόριτσο ἕν᾿ ἀρφανό, ποὺ κανεὶς δὲν ἤξερε τὸν πατέρα του. Ἐπειδὴ ὅμως ἦτον πολὺ ἀράθυμη καὶ ὅταν θὰ θύμωνε, θὰ φώναζε τὸ κορίτσι «μπαστάρδικο!», γιὰ νὰ μὴν κολάζῃ τὴν ψυχή της, ἔκαμε καλύτερα νὰ τὸ διώξῃ, ὕστερ᾿ ἀπὸ τρεῖς μέρες ἀφοῦ τὸ πῆρε στὸ σπίτι της.

Καμπόσες φορὲς εἶχε κάμει κόλλυβα καὶ λειτουργιὲς γιὰ τοὺς πεθαμένους. Ὕστερ᾿ ἀπ᾿ ὀλίγο, τὰ ἔφερε ὁ διάολος νὰ μαλώσῃ μὲ τὸν ἕνα, ἔπειτα μὲ τὸν ἄλλον, παπὰ τῆς Ἐκκλησιᾶς· τότε κι αὐτή, γιὰ νὰ μὴν τοὺς τὰ χαραμίζῃ, καὶ κολάζῃ τὴν ψυχή της, ἔπαψε τὶς προσφορὲς καὶ τὰ μνημόσυνα.

Μόνο ἐπήγαινε ἀκόμα στὴν Ἐκκλησιά, κ᾿ ἐκολλοῦσε κεράκια στοὺς Ἁγίους. Ὕστερα, ἐπειδὴ μέμφθηκε τὸν ἐπίτροπο, πὼς ἔκλεψε τάχα ἀπ᾿ τὸ παγκάρι, ἔπαψε ν᾿ ἀγοράζῃ ἀπ᾿ τὴν Ἐκκλησιά, κ᾿ ἔπαιρνε ἀπ᾿ τὸν μπακάλη. Ἔπειτα, ὁ παπάς, ὁποὺ δὲν τά ᾽χε ἀκόμα καλὰ μαζί της, τῆς εἶπε νὰ μὴ φέρνῃ νοθεμένα κεριά, μόνε νὰ ψωνίζῃ ἀπ᾿ τὸ παγκάρι. Τότε κι αὐτὴ ἔπαψε νὰ κολλᾷ κεριά.

Ὡστόσο, ἐπήγαινε ἀκόμα στὴν Ἐκκλησιά. Ὕστερα, ἐπειδὴ ἔβλεπε καμπόσες γυναῖκες, ὁποὺ αὐτὴ τὶς εἶχε γιὰ κλεφτρίνες καὶ γιὰ «παστρικές», νὰ ἔρχωνται κοντὰ στὸ στασίδι ποὺ ἀκουμποῦσε, καὶ νὰ κάνουν μακριοὺς σταυροὺς καὶ στρωτὲς μετάνοιες, σκανδαλίσθηκε, καὶ δὲν ἐπατοῦσε πλιὰ στὴν Ἐκκλησιά, γιὰ καμπόσον καιρό.
*
Τόσο κακότυχη ποὺ ἔμεινε, γιὰ νὰ ἔχῃ μιὰ παρηγοριὰ στὴ μονοτονία τῆς ζωῆς της, ἀποφάσισε καὶ δεύτερη φορὰ νὰ πάρῃ ἕνα ψυχοπαίδι, ποὺ νὰ εἶναι ἀπὸ μάννα καὶ πατέρα, γιὰ νὰ μὴν τὴν βάζῃ ὁ πειρασμός, στὸ θυμό της ἀπάνω, νὰ τὸ φωνάζῃ μπάσταρδο. Ηὗρε, ἀλήθεια, ἕνα ὀρφανό, ποὺ ἦτον κι ἀπὸ μακρινὴ γενιά της. Τὸ πῆρε, τὸ ἀνάθρεψε, τὸ μεγάλωσε. Κεῖνο βγῆκε πολὺ θεληματάρικο, ἀπαιτοῦσε πάντοτε «τὸ δικό του νὰ γένῃ». Αὐτὴ ἦτον πολὺ ἁψίθυμη, καὶ δὲν ἔκαναν καλὸ χωριὸ οἱ δυό τους. Τέλος, τὸ παιδὶ μπαρκάρισε, «πῆρε τὰ μάτια του κ᾿ ἔφυγε», καὶ τὸν δεύτερον χρόνο ἐπνίγη μ᾿ ἕνα καΐκι ποὺ ἀρμένιζε. Καὶ πάλι ἡ θεια-Μορισίνα ἀπέμεινεν ἔρμη καὶ μοναχή.
*
Καὶ τώρα ἐγήραζε, κ᾿ ἐδιψοῦσε γιὰ συντροφιά, μέσα στοὺς τέσσερες τοίχους τοῦ σπιτιοῦ της. Αὐτὴν τὴ φορά, τὴν ὁρμήνεψαν νὰ μὴν πάρῃ πατριωτάκι, μὰ ξένο, γιὰ νὰ μὴ λάβῃ θάρρος μαζί της. Ἐπῆρ᾿ ἕνα κορίτσι ἀπὸ ξένα μέρη, ἀπ᾿ τὴ στεριὰ τὴν ἀντικρινή, φτωχό, ἔρμο καὶ σκοτεινό. Τὸ ἀνάστησε, τὸ πόνεσε, τὸ μεγάλωσε. Αὐτό, σὰν ἔγινε δεκαπέντε χρόνων, ἀγάπησ᾿ ἕνα νέον στὴ γειτονιὰ καὶ μιὰ βραδιά, τὴ Σαρακοστή, ὅταν ἡ ψυχομάννα της ἦτον στὴν Ἐκκλησιά (γιατὶ εἶχε ξαναρχίσει, φυσικά, νὰ πηγαίνῃ, ἐπειδὴ δὲν ὑπόφερνε νὰ τήνε λένε «ξεχωρισμένη» κι «ἀλιβάνιστη») ἔμπασε τὸν ἀγαπητικὸ στὸ σπίτι, κ᾿ ἔκαμε ἀρρεβώνα μαζί του. «Ἢ θὰ μὲ πάρῃς, ἢ θὰ χαθῶ».

Ἡ ψυχομάννα λύσσαξε, σκύλιασε, ἀπ᾿ τὸ κακό της. Τῆς ἦρθεν, εὐθύς, νὰ τὴν πετάξῃ ὄξω, ἀφοῦ τὴν γδύσῃ, καὶ νὰ τὴν ἀφήσῃ μὲ τὸ πουκάμισο. Ἐδῶ «τὰ ηὗρε σκοῦρα». Οἱ δικολάβοι, ὁποὺ δὲν λείπουν ἀπὸ κανένα μικρὸ χωριό, ὑπερασπίστηκαν τὴ νέα, καὶ τὴν ἐσυμβούλεψαν νὰ μὴν κουνηθῇ ἀπὸ τὸ σπίτι. Ἡ θειὰ τὸ Γιαλινάκι ἐπῆγε σ᾿ ἕνα ξάδερφό της, ποὺ ἦτον κάπως μεγάλος καὶ τρανός, ἀνώτερος ὑπάλληλος τοῦ Κουβέρνου, κι αὐτὸς τὴν ὁρμήνεψε νὰ βάλῃ μαστόρους νὰ ξεσκεπάσουν τὸ σπίτι, γιὰ νὰ τὴν ἀφήσῃ νὰ πεθάνῃ ἀπ᾿ τὸ κρύο, κι ἀπ᾿ τὸ ἄλλο μέρος, νὰ τοῦ κάμῃ τὸ σπίτι ἀπάνω του, οἰκονομικά*, καθὼς τὸ ξανάλεγε ὕστερα ἡ θεια-Μορισίνα. Ἀληθινά, χωρὶς νὰ τὸ καλοσυλλογιστῇ, μὲ βία, ἐπῆγε καὶ τοῦ ἔκαμε τὸ ἔγγραφο τὸ «οἰκονομικό», κ᾿ ἔβαλε δύο μαστροχαλαστῆδες μισομεθυσμένους, ἕνα κοντόγιορτο, κι ἄρχισαν νὰ κατεβάζουν τὰ κεραμίδια…

Τότε, ἔξαφνα, τὴν ἐπῆρε τὸ παράπονο, κόπηκε ἡ καρδιά της, κι ἄρχισε νὰ χύνῃ τόσα δάκρυα ἀπ᾿ τὰ μάτια της, ὡς νὰ εἶχε μέσα της ὁλάκερη στέρνα βουλωμένη, ποὺ δὲν εἶχε δουλευτῆ ποτέ, καὶ τώρα μόνο ἄρχισε νὰ ξεχειλίζῃ. Λοιπόν, τὸ μετανόησε, ἔτρεξε στὸν ἐξάδερφό της, καὶ τὸν ἐπαρακάλεσε νὰ τῆς χαλάσῃ τὸ ἔγγραφο τὸ «οἰκονομικό». Ὁ ξάδερφος, ὅμως, δὲν φαίνεται νὰ εἶχε πολλὰ ὑγρὰ μέσα του· ἀρνήθηκε, σκληρύνθηκε, κ᾿ εἶπε πὼς τὸ σπίτι ἦτον δικό του…
*
Ἀφοῦ εἶδε κι ἀποεῖδε, ἡ γρια-Μορισίνα, καὶ καμμιὰ δουλειά, κανένα ἔργο, ὅ,τι κι ἂν εἶχε καταπιαστῆ, δὲν τῆς ἐβγῆκε σὲ καλὸ τέλος, στὰ ὑστερνά της βάλθηκε κι αὐτὴ ν᾿ ἀποσώνῃ τὶς κουβέντες, τὰ μαντᾶτα, καὶ τὶς δουλειὲς τῶν ἀλλωνῶν. Κ᾿ ἐπέρναε τὸν καιρό της νὰ κρένῃ καὶ νὰ ξεστομίζῃ σχόλια γιὰ κάθε τι. Ἡ μεγαλύτερη δουλειά της ἦτον νὰ λέῃ τραγουδάκια, νὰ βγάζῃ παραγκώμια γιὰ τὸν καθένα.

Ἅμα ἔβγαινε τὸ πουρνὸ ἀπ᾿ τὴν Ἐκκλησιά, ἀπὸ τὴ στερνὴ φορὰ ποὺ εἶχε ξαναρχίσει νὰ πηγαίνῃ, τὸ ἔστρων᾿ ἐκεῖ στὰ σκαλοπατάκια, ὄχι μακριὰ ἀπ᾿ τὸ σπίτι της, κ᾿ ἔπιανε λακριντὶ μὲ τὶς γειτόνισσες. Τὶς καθημερινὲς ἔκανε καὶ τὴ ρόκα της, ἐδούλευε κ᾿ ἡ γλῶσσά της, σὰν νὰ ἔκαναν ζευγάρι τὰ δυό. Τὶς Κυριακές, ποὺ ἔβλεπε καὶ πλειότερον κόσμο (γιατὶ τὸ στενὸ κατηφορικὸ καλδερίμι ἦτον πρῶτο σοκάκι κατὰ τὸ γιαλό, δίπλα στὴν πιάτσα) ἄλεθε τὸ διπλὸ ἡ γλῶσσά της.

Ἂν ἔβλεπε κανένα μαραγκὸν τοῦ ταρσανᾶ στολισμένον, μὲ γαλάζια γυαλιστερὴ βράκα, μὲ τὸ φέσι κατακόκκινο, καὶ μακριὰ φούντα, ἔλεγε: «Κόρδα καὶ φούντα, καὶ τ᾿ ἄσπρα, ποῦ ᾽ν᾿ τα;»

Ἂν ἐπερνοῦσε καμμιὰ νιόνυφη, μὲ ὁλόχρυσα κεντήματα καὶ ποδογύρια, ποὺ ἡ κορμοστασιά της δὲν τῆς ἐφαίνεταν τόσο νόστιμη: «Τί τέμπλα, τί ἀνέμη, θὰ πῶ; Κουρμαντέλα, νὰ μὴν ἀβασκαθῇ, τὸ κορμί της!…»

Ἂν ἦτον κοντὴ καὶ χωρὶς μέση: «Τί κουβάρι εἶν᾿ τοῦτο, μαθές; Πῶς δὲν τὴν ἐξεδίπλωσε ἡ μάννα της;…»

Ἂν ἦτον καμμιὰ ψηλὴ κι ἄγαρμπη: «Δὲ σᾶς φαίνεται σὰ μανάλι μὲ τὴ λαμπάδα σπασμένη… ποὺ τὸ πάει ὁ μπάρμπ᾿ Ἀναγνώστης μπροστὰ ἀπ᾿ τὸν παπά, ποὺ θὰ πῇ τὸ “Σοφία, ὀρθοί”»;

Ἂν ἔβλεπε κανένα κορίτσι πολὺ μαυρειδερό: «Τὴν ἐπάτησε στὴν μπογιὰ οὑ Ἀρούμ᾿ς» (παραγκώμι ἑνὸς βαφιᾶ τοῦ τόπου).

Ἂν ἐπερνοῦσε κανένα ψηλὸ ὑποκείμενο: «Νύχτωσε, καὶ δὲν πρόφτασε νὰ χτίσῃ ἄλλο μισό. Χρειάζεται σκαλωσιὰ νὰ βάλῃ ὁ Ἀριφός» (παρατσούκλι τοῦ πρωτομάστορη, ποὺ σκάρωνε τὰ καράβια).

Καμπόσων ἀνθρώπων τὴ ζωὴ καὶ τὰ πάθια, τά ᾽παιρνε «κουτουριάρικα», καὶ τά ᾽χε σχεδὸν μονοπώλιο, ἡ γρια-Μορισίνα. Ἐκείν᾿ ἡ παροιμία ποὺ ἀκούσαμε ἀπ᾿ τὸ στόμα της, «Τρεῖς ὁπ᾿ σ᾿ ἔχω», κτλ., ἦτον μόνο συνέχεια χωρὶς τέλος. Ἕνα χρόνο πρίν, ὅταν εἶχε γίνει ὁ ἀρρεβώνας, τοῦ ἴδιου τ᾿ ἀντρόγυνου, εἶχε ᾽πεῖ: «Τὰ ὄρνια παντρεύουνται, καὶ τὰ στοιχειὰ βλογιοῦνται…»
*
Μιὰ βραδειά, πρὸ χρόνων, ὅταν εἶχε βγῆ περίπατο ἕνα ζευγάρι ἀρρεβωνιασμένων, ὁποὺ οἱ μαννάδες καὶ τῶν δυὸ κάτι παλιὰ ψεγάδια εἶχαν, φαίνεται, στὴν ὑπόληψή τους, ἡ γριὰ ἔξαφνα εἶχε ξεφωνίσει:

― Τί ταιριασμένο ἀντρόγυνο, νὰ σ᾿ πῶ!

― Σὲ τί εἶναι ταιριασμένο, θεια-Μορισώ; τὴν ἐρώτησαν.

― Νά πλιά, π……ς γυιός, καὶ π……ς δυχατέρα, ἀπήντησεν ἡ γερόντισσα.
*
Μιὰ χρονιά, εἶναι τώρα πολὺς καιρός, ὁ καινούργιος δήμαρχος ποὺ εἶχε γίνει στὸ χωριό, θέλοντας νὰ νεωτερίσῃ, ξώδεψε ὀλίγες χιλιάδες τοῦ Δήμου τοῦ φτωχοῦ, γιὰ νὰ κάμῃ λέει «ἀρτεσιανὰ φρέατα». Ὕστερ᾿ ἀπ᾿ ὀλίγους μῆνες, τὰ ψευτοπήγαδα χάλασαν, κ᾿ ἔγιναν ἄχρηστα. Ἡ θεια-Μορισίνα, πῆγ᾿ ἕνα βράδυ νὰ γεμίσῃ τὸ κανατάκι της, σ᾿ ἕν᾿ ἀπ᾿ αὐτά, καὶ δὲν ηὗρε νερὸ στάλα.

― Παλαβώσανε καὶ τὰ φτιάσανε· παλαβώσανε καὶ τὰ χαλάσανε; εἶπε.

Θαρρῶ πὼς αὐτὸ ἦτον τὸ ἀπόφθεγμά της τὸ τελευταῖο. Ὕστερ᾿ ἀπ᾿ ὀλίγο, σχωρέθηκε.

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

απώλεια...

Από σήμερα χωρίς τον Χάρρυ Κλυνν. Θα μας λείψει. Είμαι σίγουρος ότι ο παράδεισος θα του είναι πολύ βαρετός.
Αντίο Χάρρυ!

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Σκίτσο του Χάρρυ Κλυνν (1997)

Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Θα φύγω κάποτε...

Σας διαφεύγουν οι Ιδέες, τα Πράγματα, η Μεγάλη Παράδοση, τ’ Αυριανά Σκαλοπάτια – και το κυριότερο, ο Ανθρωπισμός δεν φαίνεται να σας διακρίνει...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Αγκυροβολημένα καράβια, λάδι δε καμβά

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου
Κριτική

«Οι ψυχικές σας μεταπτώσεις μού είναι αδιάφορες, έλεγε ο επιφανής κριτικός, η δικαίωση θ’ αργήσει πολύ αν κάποτε είναι να έρθει. Τα φωτιστικά σας ευρήματα ασταθή, η μετρική σας παμπάλαια, η στιχοποιία σας επενδύεται μια ανθοδέσμη εικόνων σχεδόν μαραμένη. Σας διαφεύγουν οι Ιδέες, τα Πράγματα, η Μεγάλη Παράδοση, τ’ Αυριανά Σκαλοπάτια – και το κυριότερο, ο Ανθρωπισμός δεν φαίνεται να σας διακρίνει. Δύστοκος, απελπισμένος και μονήρης θα σβήνετε καθώς θ’ αλαλάζουν οι μελλοθάνατοι σκύμνοι».
Έτσι μίλησε ο επιφανής κριτικός

Η αναχώρηση

Θα φύγω κάποτε απ’ το νυχτερινό σταθμό
γλιστρώντας προς τη χλόη άγνωστων τόπων
καθώς το ψάρι, αδιάφορος για τον πολύχρωμο βυθό
αθόρυβα, καθώς αξιωματούχος πικραμένος θα γλιστρήσω

Όχι πως φεύγοντας θ’ αλλάξω τη ροή των βρώμικων νερών

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

σοφία, μια έρημη περιοχή...

.. Ασφαλώς δεν υπάρχει καμία σημαντική σκέψη, την οποία η βλακεία δεν θα ήξερε πώς να χρησιμοποιήσει: είναι ευκίνητη προς όλες τις κατευθύνσεις και μπορεί να φορέσει όλα τα φορέματα της αλήθειας. Η αλήθεια αντιθέτως έχει μόνο ένα φόρεμα και έναν δρόμο για κάθε περίπτωση και βρίσκεται πάντοτε σε μειονεκτική θέση. Η εν λόγω βλακεία δεν είναι ψυχασθένεια και ωστόσο είναι η πιο επικίνδυνη αρρώστια του πνεύματος, ακόμα και για την ίδια τη ζωή [...] δεν είμαι σε θέση να προχωρήσω άλλο, διότι ένα βήμα ακόμα πέρα από αυτό το σημείο και, από το χώρο τής βλακείας που έστω θεωρητικά έχει ποικιλία, θα φτάσουμε στο βασίλειο της σοφίας, μια έρημη περιοχή που όλοι γενικά την αποφεύγουν...

Ρόμπερτ Μούζιλ, Περί βλακείας (απόσπασμα)


https://yannisstavrou.blogspot.com 
Γιάννης Σταύρου, Αρόδο, λάδι σε καμβά 

Τρίτη, 8 Μαΐου 2018

Σελήνη...

Είμαι ένας κύκνος στρογγυλός μες στο ποτάμι 
Είμαι ένα μάτι στα ψηλά καμπαναριά, 
Και μες στις φυλλωσιές φαντάζω ψεύτικο φως της χαραυγής...

https://yannisstavrou.blogspot.com  

Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα
Ματωμένος Γάμος
(απόσπασμα, μετ. Νίκος Γκάτσος)

Είμ ένας κύκνος στρογγυλός μες το ποτάμι
είμ' ένα μάτι στα ψηλά καμπαναριά
και μες στις φυλλωσιές φαντάζω
ψεύτικο φως της χαραυγής.
Κανείς δε μου γλυτώνει εμένα!
Ποιος κρύβεται;
Ποιανού το κλάμα
γρικιέται μέσα στο χέρσο κάμπο;
Ένα μαχαίρι έχω κρεμάσει
μες στον ανταριασμένο αγέρα
που λαχταράει μολύβι
τώρα πόνος να γίνει μες στο αίμα.
Αφήστε με να μπω! Παγώνω στους τοίχους και στα παραθύρια.
Μια στέγη ανοίχτε, μια καρδιά να μπω
να ζεσταθώ λιγάκι!
Αχ πώς κρυώνω!
Οι στάχτες μου -μέταλλα κοιμισμένα-ψάχνουν σε κάμπους και βουνά
της φλόγας την κορφή να βρούνε.
Όμως το χιόνι με κουβαλάει
στις χαλαζένιες πλάτες του
και με βυθίζει όλο παγωνιά
στα χαλκοπράσινα βαλτόνερα.
Μα τούτη τη νύχτα θα βαφτούν
τα μάγουλά μου κόκκινο αίμα
και τ άγρια βούρλα θα ζαρώσουν
κάτου απ τα πέλματα του αγέρα
ίσκιο δε θα βρουν και φυλλωσιά
για να γλυτώσουν από μένα!
Θέλω μονάχα μια καρδιά! Ζεστή!
******
Ο αγέρας γίνεται κοφτερός
σα δίκοπο μαχαίρι

από το Ματωμένο Γάμο
Φρεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

η παγκοσμιότητα του Παπαδιαμάντη...

.. Βεβαίως το μεγάλο στοίχημα που έχουμε να κερδίσουμε είναι η αναγνώριση της παγκοσμιότητας του Παπαδιαμάντη: "αν δεν έχουμε πειστεί βαθιά μέσα μας ότι ο Παπαδιαμάντης είναι μεγάλος για τον κάθε άνθρωπο του έρμου πλανήτη μας, τότε θα πάψει κάποτε να είναι μεγάλος και για τον τόπο μας"(σελ.331). Πρόκειται για εγχείρημα φιλόδοξο αλλά έχει όλες τις προϋποθέσεις για να επιτευχθεί...
(απόσπασμα  σε εισαγωγικά από το δοκίμιο του του Λάκη Προγκίδη "Υπό την παπαδιαμαντικήν δρύν")
 

Περισσότερα: ΣΠΥΡΟΣ ΚΟΥΤΡΟΥΛΗΣ

https://yannisstavrou.blogspot.com 
Γιάννης Σταύρου, Εκκλησάκι στην Αττική, λάδι σε καμβά 

Καλή Πρωτομαγιά!

.. και η Άνοιξη έγινε πρωτομαγιάτικο στεφάνι
για να χωρέσει στο τελάρο...
Καλό μήνα, Καλή Πρωτομαγιά!


https://yannisstavrou.blogspot.com 
Γιάννης Σταύρου, Μαγιάτικο στεφάνι, μικτή τεχνική με λάδι & ακριλικά 

Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

εκ κόλπου...

... με αιφνιδίασε η σημερινή κατάσταση των πραγμάτων. Βεβαίως είχα συνηθίσει να ζω σε μια κοινωνία που υπήρχαν μεγάλες και για άλλους φοβερές δυσκολίες, αλλά αυτό τώρα είναι κάτι διαφορετικό.
Από την άλλη όμως μοιάζει σαν ο νεοέλληνας να μη θέλει να βάλει κόπο σε ό,τι κάνει. Θέλει όλα να τα κατακτήσει άκοπα...

Δεν νομίζω ότι υποσυνείδητα έχει συνδυάσει το χρήμα με τη σκληρή δουλειά και τον κόπο. Νομίζει ότι έρχεται έτσι, εξ ουρανού. Εκ κόλπου. Ο Έλληνας νομίζει ότι η ζωή θέλει κόλπο, όχι κόπο...

Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ
(από συνέντευξή της στο ATHENS VOICE) 

https://yannisstavrou.blogspot.com 

Τρίτη, 24 Απριλίου 2018

Ταρτούφοι, δημοκόποι, μακριά...

Για ύστερη σας δίνω συμβουλή
ν' αφήσετε, παιδιά, αυτές τες τρέλες!
Αν θέλετε να σώστε την ψυχή,
χαρείτε το κρασί και τες κοπέλες!
Προσέξετε, σας προειδοποιώ,
γιατί σας πνίγω πάλι στο νερό!
Ταρτούφοι, δημοκόποι, μακριά!
Εάν ποτέ πατήσει το ποδάρι
στο σπίτι μου αυτ' η σφηκοφωλιά,
ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
να με πάρει...
*
Enfants, ne m’en veuillez donc plus :
Les bons cœurs seront mes élus.
Sans que pour cela je vous noie,
Faites l’amour, vivez en joie :
Narguez vos grands et vos cafards.
Adieu, car je crains les mouchards.
À ces gens-là si j’ouvre un jour ma porte,
Je veux, mes enfants, que le diable m’emporte,
Je veux bien que le diable m’emporte...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καφές και βιβλία, λάδισ σε καμβά (λεπτομέρεια)

Πιερ-Ζαν ντε Μπερανζέ
Ο καλός Θεός

Μια μέρα με το σκούφο της νυκτός,
εβγήκε στ' ουρανού το παραθύρι,
κι εκοίταζε αφρόντιστα ο Θεός
τους κόσμους και τους τόπους που είχε σπείρει.
«Μη χάθηκ' η γη», είπε, και κοιτά
την είδε σε μια κόχη να γυρνά·
εγέλασε, κουνεί την κεφαλή,
και λέει με πονήρια και με χάρη:
«Αν ξέρουν το τι κάνουν εδ' εκεί,
ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
να με πάρει».

«Βρε, άνθρωποι, τι πράγματα κουτά
εμπήκαν στο μυαλό σας εκεί κάτω!»
(είπ' ο Θεός κι ερούφηξε μεμιά
ένα βαθύ ποτήρι ρετσινάτο).
«Για σας ότι φροντίζω δα πολύ
νομίζετε πως έχω συλλογή
τι κάνει το φτωχό σας το κουφάρι,
εκεί όπου παράμερα γυρνά!
Της γης σας να βαστώ το χαλινάρι
αν σκέφθηκα ποτέ, μωρέ παιδιά,
ο διάβολος, σας λέω, να με πάρει
να με πάρει.

Σας έδωκα, ως βλέπω, του κακού
κρασί, γυναίκες, τόσες ευτυχίες,
και θέλετε το πράμα του αλλουνού
και κάνετε πολέμους, εκστρατείες·
ξεσχίζεσθε σαν όρνια στ' όνομά μου
φωνάζετε πως είστε στράτευμά μου
και λέτε πως σας βοηθώ κι εγώ·
αν ξέρω τι θα πει σπαθί, κοντάρι,
αν έκαμα ποτέ τον στρατηγό,
ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
να με πάρει

Σε στόφες και χρυσάφια βουτημένοι,
σε θρόνους με διαμάντια καρφωτοί,
με μούτρα λαδωμένα, φουσκωμένοι
σαν κόκοροι, τι ζώα είν' αυτοί;
Τους λέτε βασιλιάδες και σαν λύκοι,
βυζαίνουν σας τα άκακα αρνιά,
και λεν πως ευλογώ το καμιτσίκι
που έχουν για τη ράχη σας - χαμπάρι
αν έχω για τα πράγματα αυτά,
ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
να με πάρει.

Εκείν' οι άλλοι μαύροι πειρασμοί
μου χάλασαν τη μύτη από λιβάνι,
θα κάμουν τη ζωή σαρακοστή,
φωνάζουν, - πως αν δεν μεταλαμβάνει
ο άνθρωπος, θα πάει θετικά
στην κόλαση· πως έχουν τα κλειδιά
του ουρανού, και τρέχουν με καμάρι
να δώσουν ευχές και ευλογίες·
αν ξέρω απ' αυτές τες ιστορίες
ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
να με πάρει.

Για ύστερη σας δίνω συμβουλή
ν' αφήσετε, παιδιά, αυτές τες τρέλες!
Αν θέλετε να σώστε την ψυχή,
χαρείτε το κρασί και τες κοπέλες!
Προσέξετε, σας προειδοποιώ,
γιατί σας πνίγω πάλι στο νερό!
Ταρτούφοι, δημοκόποι, μακριά!
Εάν ποτέ πατήσει το ποδάρι
στο σπίτι μου αυτ' η σφηκοφωλιά,
ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
να με πάρει.

(μετ. Ζαν Μορεάς)


Pierre-Jean de Béranger
Le Bon Dieu

Un jour, le bon Dieu s’éveillant,
Fut pour nous assez bienveillant.
Il met le nez à la fenêtre :
« Leur planète a péri peut-être. »
Dieu dit, et l’aperçoit bien loin
Qui tourne dans un petit coin.
Si je conçois comment on s’y comporte,
Je veux bien, dit-il, que le diable m’emporte,
Je veux bien que le diable m’emporte.

Blancs ou noirs, gelés ou rôtis,
Mortels que j’ai faits si petits,
Dit le bon Dieu d’un air paterne,
On prétend que je vous gouverne ;
Mais vous devez voir, Dieu merci,
Que j’ai des ministres aussi.
Si je n’en mets deux ou trois à la porte,
Je veux, mes enfants, que le diable m’emporte,
Je veux bien que le diable m’emporte.

Pour vivre en paix, vous ai-je en vain
Donné des filles et du vin ?

À ma barbe, quoi ! des pygmées
M’appelant le Dieu des armées,
Osent, en invoquant mon nom,
Vous tirer des coups de canon !
Si j’ai jamais conduit une cohorte,
Je veux, mes enfants, que le diable m’emporte,
Je veux bien que le diable m’emporte.

Que font ces nains si bien parés,
Sur des trônes à clous dorés ?
Le front huilé, l’humeur altière,
Ces chefs de votre fourmilière
Disent que j’ai béni leurs droits,
Et que par ma grâce ils sont rois.
Si c’est par moi qu’ils règnent de la sorte,
Je veux, mes enfants, que le diable m’emporte,
Je veux bien que le diable m’emporte.

Je nourris d’autres nains tout noirs
Dont mon nez craint les encensoirs.
Ils font de la vie un carême,
En mon nom lancent l’anathème,
Dans des sermons fort beaux, ma foi,
Mais qui sont de l’hébreu pour moi.
Si je crois rien de ce qu’on y rapporte,
Je veux, mes enfants, que le diable m’emporte,
Je veux bien que le diable m’emporte.

Enfants, ne m’en veuillez donc plus :
Les bons cœurs seront mes élus.
Sans que pour cela je vous noie,
Faites l’amour, vivez en joie :

Narguez vos grands et vos cafards.
Adieu, car je crains les mouchards.
À ces gens-là si j’ouvre un jour ma porte,
Je veux, mes enfants, que le diable m’emporte,
Je veux bien que le diable m’emporte.