Γιάννης Σταύρου, Καληνύχτα Ελλάδα...

t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

Δεν είναι πλέον όπως τότε...

Οπουδήποτε κι αν στρέψω το βλέμμα μου
νύχτα ή μέρα
τα πράγματα που αντίκρισα
δεν μπορώ πια ν’αντικρίσω...

*
Turn wheresoe’er I may,
By night or day,
The things which I have seen I now can see no more...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Εκδρομή, λάδι σε καμβά

Γουίλιαμ Γουόρντσγουορθ
Ένας ύπνος σφράγισε το πνεύμα μου

Ένας ύπνος σφράγισε το πνεύμα μου
Δεν είχα ανθρώπινους φόβους:
Φαινόνταν σαν ένα πράγμα που δεν μπορούσε να αισθανθεί
Το άγγιγμα των επίγειων χρόνων.

Καθόλου κίνηση δεν περικλείει τώρα, διόλου δύναμη
Ούτε ακούει μήτε βλέπει
Παρασυρμένη στης γης την καθημερινή περιστροφή,
Με βράχους και πέτρες και δέντρα.

(Μετ. Ηλίας Κεφάλας )

Ωδή στον Υπαινιγμό της Αθανασίας
(απόσπασμα)

Υπήρχε μια εποχή
όταν ο λειμώνας, το σύδεντρο και το ρυάκι
η γη
και κάθε κοινή θέα
μου φαίνονταν
λουσμένα σε ουράνιο φως!
Η δόξα και η φρεσκάδα
ενός ονείρου...

Δεν είναι πλέον όπως τότε

Οπουδήποτε κι αν στρέψω το βλέμμα μου
νύχτα ή μέρα
τα πράγματα που αντίκρισα
δεν μπορώ πια ν’αντικρίσω

William Wordsworth
A Slumber did my Spirit Seal

A slumber did my spirit seal;
I had no human fears:
She seemed a thing that could not feel
The touch of earthly years.

No motion has she now, no force;
She neither hears nor sees;
Rolled round in earth's diurnal course,
With rocks, and stones, and trees. 


Ode on Intimations of Immortality
(extract)

There was a time when meadow, grove, and stream,
The earth, and every common sight
To me did seem
Apparelled in celestial light,
The glory and the freshness of a dream.
It is not now as it hath been of yore;—
Turn wheresoe’er I may,
By night or day,
The things which I have seen I now can see no more.

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

ο χρόνος είχε σβήσει το λυχνάρι του μέλλοντος...

Και μου ’πε: — Στα εμπόδια της ρίμας
ψηλάφησα τη μοίρα του ισοβίτη,
για μήνες σ’ ένα σπίτι της Αθήνας
κοιτώντας τη σελήνη απ’ το φεγγίτη
το θύμα είχα ταυτίσει με το θύτη
κι αντί για το σχεδιάγραμμα του ονείρου
προτίμησα τα λόγια, τη βιασύνη
που δίνει του θανάτου ελεημοσύνη...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Λιμάνι Θεσσαλονίκης με φεγγάρι, λάδι σε καμβά

Ευγένιος Αρανίτσης
Οφειλή
Νίκος Καρούζος (1926-1990)

Σε όνειρο που έμοιαζε μ’ αλήθεια
συνάντησα το Νίκο ένα βράδυ
και μου ’πε: — Το παρόν είναι συνήθεια,
αλλά το χτες θα γίνει το αλφάδι
γι’ αυτά που ο χρόνος δώρισε στον Άδη.
Η ένταση του πόνου, εδώ στα στήθια,
σημαίνει πως το μέλλον εξαρτάται
απ’ όλα όσα κανείς μας δε θυμάται.

Δε δείχνει ούτε το ναι ούτε το όχι
το βέλος της πυξίδας, το σημάδι
ξεχάστηκε για πάντα και οι στόχοι
συγχέονται σε τούτο το σκοτάδι.
Είν’ άραγε ο κόσμος παρακλάδι
τ’ ονείρου που αναδύεται απ’ τη λόγχη
του τίποτα; Στην άβυσσο που μοιάζει
νεκρή και στείρα βλέπω να πλησιάζει

η μέρα που ο τάφος μου θ’ ανθίσει,
μα η σκιά πάνω στης μνήμης την οθόνη,
σαλεύοντας αργά για να θυμίσει
εκείνο που αγαπώ και που τελειώνει,
μου θέτει ένα αίνιγμα που ακόμη
κι ο θάνατος απέτυχε να λύσει.
Λουλούδια από λέξεις θα τινάξουν
τα πέταλα της σκέψης και θα πιάσουν

το νήμα που τυλίγεται κι αρχίζει
να πλέκει μονοπάτια από μετάξι.
Αλλάζουμε. Μα αυτό που συνεχίζει
να μας κρατάει δέσμιους στην τάξη
των ζώντων και νεκρών είναι η πράξη,
εκείνη που στο αίμα της βαφτίζει
τις άγονες στιγμές, τις πιο τρωτές μου.
Σβήσε το φως του μέλλοντος και πες μου.

Δεν ξέρω αν ήταν ψέμα ή αλήθεια…
Θυμάμαι πως τον είδα έν’ άλλο βράδυ
και του ’πα: — Το παρόν είναι συνήθεια,
σωστά το λες κι ας βρίσκεσαι στον Άδη.
Μα τούτη η σκέψη έχει το ψεγάδι
πως κι αν η αγάπη γράφει παραμύθια
το μίσος θα μας δείχνει άλλους δρόμους
κι οι γάμοι θα σφραγίζονται με φόνους.

Και μου ’πε: — Στα εμπόδια της ρίμας
ψηλάφησα τη μοίρα του ισοβίτη,
για μήνες σ’ ένα σπίτι της Αθήνας
κοιτώντας τη σελήνη απ’ το φεγγίτη
το θύμα είχα ταυτίσει με το θύτη
κι αντί για το σχεδιάγραμμα του ονείρου
προτίμησα τα λόγια, τη βιασύνη
που δίνει του θανάτου ελεημοσύνη.

Κοιμάται και σωπαίνει σαν τη Σφίγγα
το φως του παραλόγου, κι όμως τώρα
εγώ, που ούτε το δάκρυ μου δε βρήκα
σ’ αυτής της νοσταλγίας την αιώρα,
σου δείχνω εδώ του μνήματος τα δώρα:
οι στίχοι είναι του τίποτα η προίκα.
Και του ’πα: — Ως εκεί δεν έχω φτάσει.
Κι εκείνος μ’ απαντάει: — Όποιος χάσει

τα ίχνη του ανάμεσα στους μύθους
σ’ αυτόν θ’ ανήκει πάντοτε η μνήμη
κι αυτός θα ’χει το κράτημα του ξίφους
ανάμεσα σε πόλεμο κι ειρήνη.
Η νύχτα ξαγρυπνούσε σαν αγρίμι
κι ο Νίκος πάλι έπαιζε με γρίφους.
Το ίσως, είπε, είναι του βεβαίως
ο άλλος εαυτός, ο αμελητέος.

Αλλά καθώς οι λέξεις οι αναγκαίες
αγγίζαν στα τυφλά η μια την άλλη
κι ανοίγαν του νοήματος οι αυλαίες,
το σφάλμα, σα μαστίγιο, και πάλι
ηχούσε μες στη σκέψη και η ζάλη
του ύπνου αναμόχλευε ιδέες
κι ελπίδες που σωθήκαν κατά τύχη
στου χρόνου την αφρούρητη αποθήκη.

Και τότε μου ’πε: — Έλα, θα σου δείξω
τα μέρη τ’ από ’δω, που δεν αλλάζουν.
Το φως του σταλακτίτη θα σ’ ανοίξω
να δεις τις ερημιές που σε τρομάζουν
και τ’ άφυλα παιδιά που τα θαυμάζουν
οι νέοι και οι γέροι. Κι ό,τι αγγίξω
να ξέρεις πως δε θα ’ναι παρά ψέμα
και μίμηση γιορτής μπροστά στο βλέμμα.

Ακούσαμε απαλό της χλόης το ρίγος
στο πέλμα, και ο άνεμος θρηνούσε
το κύμα των ψυχών μέσα στο σφρίγος
μιας άγνωστης φωνής που αντηχούσε
πλησιάζοντας διαρκώς. Αδημονούσε
η νύχτα να μιλήσει κι ήταν λίγος
ο χρόνος που απέμενε στον κήπο.
Τον μέτραγε η καρδιά σε κάθε χτύπο

κι ο ήλιος είχε πάψει να φωτίζει.
— Το βλέπεις, μου ’πε, αυτό το μονοπάτι;
Τελειώνει εκεί που η όραση αρχίζει
κι αρχίζει εκεί που φλέγονται οι βάτοι.
Σ’ αυτής της γης τα μήκη και τα πλάτη
δεν έμαθ’ η ζωή να ψιθυρίζει
στ’ αυτί των πεθαμένων. Κάθε μέρα
την τέφρα τους σκορπίζει στον αέρα

θυσία στην ανθρώπινη αστοχία.
Υπέφεραν στην έρημο και χάρη
σ’ εκείνης της πληγής την ευτυχία
επέτρεψαν στο θάνατο να πάρει
στα χέρια του τ’ ωραίο χαλινάρι
του πόνου που γεννάει τη λατρεία.
Πεθαίνοντας, νυμφεύτηκαν το χώμα
και τώρα ταξιδεύουν δίχως σώμα.

Παιδιά περάσαν δίπλα μας και γέροι
μιλώντας σε αόρατες Κυρίες
που ακούμπησαν στον ώμο μου το χέρι.
Οι άγγελοι διηγούνταν ιστορίες
για αρραβώνες, γάμους και μοιχείες
γνωστές από παλιά σ’ αυτά τα μέρη.
Κι ο Νίκος είπε: — Εδώ θα μοιραστούμε
αυτό που απομένει ν’ αρνηθούμε.

Δεν λέω πως τον πίστεψα, αλλά τώρα
ερχόταν προς το μέρος μου απ’ τη λίμνη
(όπου οι ψυχές περίμεναν την ώρα
που θ’ άγγιζε η φτερούγα τους τη μνήμη)
η μάνα μου και μου ’δειχνε την κρήνη
που έπιναν νερό τα σαρκοβόρα.
Στα μάτια της φυσούσε απ’ την Ασία
και μέσα στης βοής την πανδαισία

ακούστηκε για μένα κάποια νύξη.
Ποιος ίλιγγος, ποια χίμαιρα αιώνων
μπορούσε τώρα πια να ξαναδείξει
τον κόσμο των τρισδιάστατων εικόνων
σ’ εκείνη τη γυναίκα; Των αφρόνων
μνηστή και ερωμένη είν’ η θλίψη –
μα η μάνα μου περπάταγε μιλώντας
για τη χαρά. Της έγνεφε γελώντας

από ψηλά ο πατέρας μου, ζητούσε
αντίπαλο να παίξουν με τα χρόνια
και μέσα στη σιωπή του αναιρούσε
τη λύπη, που μου φαίνονταν αιώνια.
Σε μια σκακιέρα άδεια, δίχως πιόνια,
καθόταν και την ώρα του περνούσε.
Κι ο Νίκος είπε: — Ξέχνα τον, δε βλέπει.
Η νύχτα θα τον βρει εκεί που πρέπει.

Ιρίδιζαν οι κήποι. Και οι λάμψεις
τα βήματα οδηγούσαν προς το Δέντρο.
— Αν θες, είπε, το πνεύμα σου να θάψεις,
ιδού ποιο ’ναι του σύμπαντος το κέντρο,
και της φωνής του άλλαζε το τέμπρο
σιγά σιγά. — Θα άξιζε να κλάψεις
γι’ αυτούς τους μίσχους, για το κάθε φύλλο
της βλάστησης που έθρεψε το θρύλο.

Ανάμεσα στου ύπνου τις καμπύλες
κατέβαιναν τ’ αστέρια προς το χώμα
φωτίζοντας τού όνειρου τις ύλες
και είδα πως, θρεμμένο με το πτώμα
των ένοχων, δεν εχει σχήμα ή χρώμα
το Δέντρο στου Παράδεισου τις πύλες.
Καρπός του είν’ η σκιά που δελεάζει
εκείνον που τολμάει και πλησιάζει.

Λαμπύριζεν η Άρκτος και η πάχνη
αλλοίωνε το θέαμα στο βάθος,
εκεί που είχε πλέξει η αράχνη
το ψέμα απ’ του τίποτα το πάθος.
— Κοιμήσου, είπε ο Νίκος, είναι λάθος
να σκέφτεσαι το σώμα που σε ψάχνει.
Εδώ, όλες οι μέρες είν’ αργίες
κι ο ύπνος θα σου δίνει οδηγίες.

Κοιμήθηκα κι αυτός μονολογούσε
ορθός μπροστά στης νύχτας το δρεπάνι
— Ναι!, έλεγε, ο θάνατος χωρούσε
πολλούς ακόμη, μόνο που η πλάνη
του κάτω κόσμου ήταν το λιμάνι
για όσους ο Θεός δε συγχωρούσε.
Παράδεισος είν’ όνομα ένος τόπου
που φτιάχτηκε απ’ τη φύρα του ανθρώπου.

Ξημέρωσε κι απλώθηκε να λύσει
τα μάγια του το φως πάνω στο στάρι
που πάλλονταν. Κατάλαβα τη ρήση:
ο χρόνος είχε σβήσει το λυχνάρι
του μέλλοντος. Και ρίχνοντας το ζάρι
μιας μοίρας που την είχα λησμονήσει
θυμήθηκα το μόνο που γνωρίζω:
φεύγω μακριά θα πει απλώς γυρίζω.

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

το περιφρονητικό του μεγαλείο των μακρινών αναχωρήσεων…

στα ελαιώδη νερά του προλιμένος,
μετακινείται κύκνεια
ένα μεγάλο πλοίο,
μετακινείται παίρνοντας
κατεύθυνση προς τ’ ανοιχτά,
μ’ εκείνο το περιφρονητικό του μεγαλείο
των μακρινών αναχωρήσεων…


https://yannisstavrou.blogspot.com 

Αλέξανδρος Μπάρας
Τα εσπέρια

Βράδυ.
Ελαιώδη τα νερά του προλιμένος,
βαριά, σαν υδραργυρικά, με κάτι
κυανά σαξωνικά, με κάτι ιώδεις
αποχρώσεις, κάτι θαμπούς
μεταλλισμούς κι αποχαυνώσεις ρόδινες…

Ναι, κάτι τέτοιες
ευδαιμονικές βραδιές,
ανώδυνες,
περιπλανώμενες βραδιές
μέσα στα θέρη,
διστακτικές να σβήσουν,
διστακτικές να καταλύσουν
την ονειροκρατία προς δυσμάς
μετά το πέσιμο του ήλιου,
— ενώ μια θεία μεσοβασιλεία
χωρίζει πια το φως που μας δυνάστευε
απ’ την ερχόμενη του σκότους μοναρχία
ναι, κάτι τέτοιες βραδιές,

στα ελαιώδη νερά του προλιμένος,
μετακινείται κύκνεια
ένα μεγάλο πλοίο,
μετακινείται παίρνοντας
κατεύθυνση προς τ’ ανοιχτά,
μ’ εκείνο το περιφρονητικό του μεγαλείο
των μακρινών αναχωρήσεων…

— Κι ίσως δεν είναι πλοίο,
ίσως είναι το παν που φεύγει,
όλα που φεύγουν — Όλα.

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Εμένα διάβηκε η ζωή...

Όταν πια θα 'μαι κουρασμένη
εδώ να ζω μόνη και ξένη
χρόνους αβίωτους... 
*
Quand ayant beaucoup travaillé
J’aurai, le cœur de pleurs mouillé,
Cessé de vivre...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δύση στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά

Άννα ντε Νοάϊγ
Ήμουν φτιαγμένη για να ζω

Ήμουν φτιαγμένη για να ζω πλάι στα νερά τ αμαρτωλά
κι από του ήλιου το χάδι,
τη χώρα αφιερώνοντας του μισοφεγγαριού
στην Άρτεμη, το βράδυ...

Ήμουν φτιαγμένη για να ζω στα βέλα τα μεταξωτά
και μέσ τα κεχριμπάρια,
που δένουν και σκεπάζουνε τα μπράτσα τα λαχταριστά,
ανάλαφρα κι' ανάρια...

(μετ. Μυρτιώτισσα)

Οι σκιές

Όταν πια θα 'μαι κουρασμένη
εδώ να ζω μόνη και ξένη
          χρόνους αβίωτους,
θα πάω να δω τη χώρα που 'ναι
οι ποιητές και καρτερούνε     
          με το βιβλίο τους.

Francois Villon, σκιά μου φίλη,
που ταπεινά καθώς οι γρύλοι
         ετραγουδούσες,
πόσο η ψυχή μου θα σ' επόνει,
όταν σ' απρόσμενε η αγχόνη
         κι έκλαιαν οι Μούσες!

Τάχα τρεκλίζοντας ακόμα,
Βερλαίν, κρατάς αυλό στο στόμα,
         δεύτερος Παν,
πάντα είσαι απλός και θείος εσύ,
μεθώντας με οίστρο με κρασί,
            pauvre Lélian;

Και τέτοιο αν είχες ριζικό,
που άλλο δεν είναι πιο φριχτό,
       Ερρίκε Χάινε,
ουτ' έτσι ωραίο σαν το δικό σου,
στα χέρια μου το μέτωπό σου
         γύρε και πράυνε.

Εμένα διάβηκε η ζωή
όλη ένα δάκρυ, απ' το πρωί
       έως την εσπέρα.
Κι άλλο πια τώρα δε μου μένει,
παρά, θεοί μου αγαπημένοι,
να 'ρθω εκεί πέρα.

(μετ. Κ.Γ. Καρυωτάκης)

Anna de Noailles
Les ombres

Quand ayant beaucoup travaillé
J’aurai, le cœur de pleurs mouillé,
 Cessé de vivre,
J’irai voir le pays où sont
Tous les bons faiseurs de chansons
  Avec leur livre.

Chère ombre de François Villon
Qui, comme un grillon au sillon,
 Te fis entendre,
Que n’ai-je pu presser tes mains,
Quand on voulait sur les chemins
Te faire pendre.

Verlaine qui vas titubant,
Chantant et semblable au dieu Pan
Aux pieds de laine,
Es-tu toujours simple et divin,
Ivre de ferveur et de vin
 Bon saint Verlaine ?

Et vous dont le destin fut tel
Qu’il n’en est pas de plus cruel
  Pauvre Henri Heine,
Ni de plus beau chez les humains,
Mettez votre front dans mes mains,
Pensons à peine.

Moi, par la vie et ses douleurs,
J’ai goûté l’ardeur et les pleurs
 Plus qu’on ne l’ose…
Laissez que, lasse, près de vous,
O mes dieux si sages et fous,
 Je me repose…

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

στο σημείο που βρίσκεται το βουνό Τρόμος...

κι άκουγα μία εκθαμβωτική μουσική πράξη
σχεδόν εξωανθρώπινη
προς τ' αριστερά στο γεωγραφικό χάρτη
στο σημείο που βρίσκεται το βουνό Τρόμος
τυλιγμένο πάντοτε μ' αστραπές
και έκπαγλες καταιγίδες...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Στον Υμηττό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Νίκος Καρούζος
Αιώρηση

του Θάνου Κωνσταντινίδη

Στὸν οὐρανὸ οἱ δυνατότητες
εἶναι μόνο συναρπαστικές.
Καθὼς κρεμόμουνα στὸν ἀέρα
κρατημένος ἀπὸ ἕνα κάτασπρο σύννεφο
σὲ μυθικὴ ὀθόνη τῆς φαντασίας
παρατηροῦσα τὶς τιμὲς
τῶν στοιχείων τοῦ αἵματός μου
κι ἄκουγα μία ἐκθαμβωτικὴ μουσικὴ πράξη
σχεδὸν ἐξωανθρώπινη
πρὸς τ᾿ ἀριστερὰ στὸ γεωγραφικὸ χάρτη
στὸ σημεῖο ποὺ βρίσκεται τὸ βουνὸ Τρόμος
τυλιγμένο πάντοτε μ᾿ ἀστραπὲς
καὶ ἔκπαγλες καταιγίδες.
Ἐκεῖ ἀνέβηκα μία φορά.
Ἐκεῖ πρωτάκουσα τὸ τραγούδι
ποὺ ἔλεγε ἀνήκουμε στὰ νερά.
Κι ἀπ᾿ τὴν ἄλλη ἔλαμπε ὁ Ἐκκλησιαστής.
Ἀπὸ καιρὸ γνώριζα πὼς τὸ αἷμα
περιέχει ὅλο τὸ μυστήριο
ποὺ δίνεται μὲ σημάδια
στὸν ἀνθρώπινο νοῦ καὶ πλήρη ἀσυνέχεια.
Μήπως ἡ κυκλοφορία; -
διερωτήθηκε ὁ λαμπρὸς Καὶ αἰφνιδίως
ἦρθε στὸ μυαλό μου ὁ Λεονάρντο
ποὺ ἤξερε θεσπέσιες εἰδήσεις ἀπ᾿ τὸ σῶμα.

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

Κύπρον, ου μ' εθέσπισεν

Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλων,
συ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους
στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές
αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν...

https://yannisstavrou.blogspot.com 
Ελένη

ΤΕΥΚΡΟΣ
... ἐς γῆν ἐναλίαν Κύπρον, οὗ μ’ ἐθέσπισεν
οἰκεῖν Ἀπόλλων, ὄνομα νησιωτικόν
Σαλαμῖνα θέμενον τῆς ἐκεῖ χάριν πάτρας.
*
ΕΛΕΝΗ
Οὐκ ἦλθον ἐς γῆν Τρῳάδ’, ἀλλ’ εἴδωλον ἦν.
*
ΑΓΓΕΛΟΣ
Τί φῄς;
Νεφέλης ἄρ’ ἄλλως εἴχομεν πόνους πέρι;
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, ΕΛΕΝΗ
*
«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες.»

Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλων,
συ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους
στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές
αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν.
Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη
βήματα και χειρονομίες∙ δε θα τολμούσα να πω φιλήματα∙
και το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας.

«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες.»

Ποιες είναι οι Πλάτρες; Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί;
Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα:
καινούριους τόπους, καινούριες τρέλες των ανθρώπων
ή των θεών∙
                                                η μοίρα μου που κυματίζει
ανάμεσα στο στερνό σπαθί ενός Αίαντα
και μιαν άλλη Σαλαμίνα
μ’ έφερε εδώ σ’ αυτό το γυρογιάλι.
                                                Το φεγγάρι
βγήκε  απ’ το πέλαγο σαν Αφροδίτη∙
σκέπασε τ’ άστρα του Τοξότη, τώρα πάει νά ‘βρει
 την Καρδιά του Σκορπιού, κι όλα τ’ αλλάζει.
Που είν’ η αλήθεια;
Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης∙
το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε.

Αηδόνι ποιητάρη,
σαν και μια τέτοια νύχτα στ’ ακροθαλάσσι του Πρωτέα
σ’ άκουσαν οι σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι έσυραν το θρήνο,
κι ανάμεσό τους –ποιος θα το ‘λεγε;– η Ελένη!
Αυτή που κυνηγούσαμε χρόνια στο Σκάμαντρο.
Ήταν εκεί, στα χείλια της ερήμου∙ την άγγιξα μου μίλησε:
«Δεν είν’ αλήθεια, δεν είν’ αλήθεια» φώναζε.
«Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι.
Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία».

Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά, κι αυτό
το ανάστημα
ίσκιοι και χαμόγελα παντού
στους ώμους στους μηρούς στα γόνατα∙
ζωντανό δέρμα, και τα μάτια
με τα μεγάλα βλέφαρα,
ήταν εκεί στην όχθη ενός Δέλτα.
                        Και στην Τροία;
Τίποτε στην Τροία – ένα είδωλο.
Έτσι το θέλαν οι θεοί.
Κι ο Πάρης, μ’ έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν
πλάσμα ατόφιο∙
 κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια.

Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.
Τόσα κορμιά ριγμένα
στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης∙
τόσες ψυχές
δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.
Κι οι ποταμοί φούσκωναν μες στη λάσπη το αίμα
για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη
μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου
για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.
Κι ο αδερφός μου;
                        Αηδόνι αηδόνι, αηδόνι,
τ’ είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ’ ανάμεσό τους;

«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουν να κοιμηθείς στις Πλάτρες.»

Δακρυσμένο πουλί,
στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη
που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα,
άραξα μοναχός μ’ αυτό το παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως αυτό είναι παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι δε θα ξαναπιάσουν
 τον παλιό δόλο των θεών∙
                                                αν είναι αλήθεια
πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,
ή κάποιος άλλος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη
ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος, που ωστόσο
είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,
δεν το ‘χει μες στη μοίρα του ν’ ακούσει
μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε
πως τόσος πόνος τόση ζωή
πήγαν στην άβυσσο
για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.

λάμψεις «στο όριο της φαντασίας»...

Το καντηλάκι της επιστήμης (όπως έλεγε ο Carl Sagan) παραμένει αναμμένο μέσα στον σκοτεινό κόσμο μας! 
Η ανθρώπινη όραση «αντιλαμβάνεται μεμονωμένα φωτόνια»...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καράβι σε κίτρινο φόντο, λάδι σε καμβά

Ακολουθεί σχετικό άρθρο:


Μεμονωμένα φωτόνια δημιουργούν λάμψεις «στο όριο της φαντασίας» 

Νέα Υόρκη

Σε μια προσπάθεια να προσδιορίσουν το όριο της ανθρώπινης όρασης, φυσικοί στις ΗΠΑ ζήτησαν από εθελοντές να καθίσουν στο απόλυτο σκοτάδι, απέναντι από μια συσκευή που έστελνε στα μάτια τους μεμονωμένα φωτόνια. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι η ανθρώπινη όραση συναγωνίζεται τους καλύτερους οπτικούς ανιχνευτές, και δεν αποκλείεται να αντιλαμβάνεται ακόμα και κβαντικά οπτικά φαινόμενα.

Επιστήμονες και φυσικοί προσπαθούν εδώ και δεκαετίες να βρουν τα όρια του ανθρώπινου ματιού. Μια σημαντική εξέλιξη ήρθε από μελέτη του 2012, η οποία έδειχνε ότι φωτοευαίσθητα κύτταρα στο μάτι του βατράχου αντιδρούν ακόμα και όταν δεχθούν ένα φωτόνιο -μια επίδοση που καθιστά τα κύτταρα αυτά ισάξια με πανάκριβους ανιχνευτές ακριβείας.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ένα και μόνο φωτόνιο αρκεί για να φτάσει το σήμα στον εγκέφαλο και να γίνει αντιληπτό ως λάμψη -ο αμφιβληστροειδής ουσιαστικά επεξεργάζεται και συμπιέζει τα ερεθίσματα πριν τα διαβιβάσει στον οπτικό φλοιό, οπότε το αρχικό σήμα μπορεί να χάνεται στην πορεία.

Επιπλέον, τουλάχιστον το 90% των φωτονίων που πέφτουν στο μάτι δεν φτάνει ποτέ στον αμφιβληστροειδή, αφού ανακλάται ή απορροφάται από άλλες περιοχές του ματιού όπως ο διαφανής κερατοειδής χιτώνας.

«Στο όριο της φαντασίας»

Μια νέα ένδειξη ήρθε το 2015 από μελέτη που προσέφερε ενδείξεις ότι οι άνθρωποι μπορούν να αντιλαμβάνονται, έστω και ασυναίσθητα, λάμψεις που αντιστοιχούν σε μόλις τρία φωτόνια.

Η νέα έρευνα, η οποία δημοσιεύεται στην επιθεώρηση Nature Communications, ακολουθεί μια παρόμοια προσέγγιση. Η ομάδα του Δρ Αλίπασα Βάζιρι στο Πανεπιστήμιο Ρόκεφελερ της Νέας Υόρκης ζήτησε από τρεις εθελοντές να καθίσουν στο σκοτάδι για 40 λεπτά μέχρι να προσαρμοστούν τα μάτια τους. Στη συνέχεια, κλήθηκαν να κοιτάξουν στην κατεύθυνση μιας πηγής που μπορεί να εκπέμπει μεμονωμένα φωτόνια.

Κάθε φορά που οι εθελοντές πατούσαν ένα κουμπί ακούγονταν δύο ήχοι με διαφορά ενός δευτερολέπτου. Κάποιες φορές δεν συνέβαινε τίποτα, κάποιες άλλες ο ένας από τους δύο ήχους συνοδευόταν από εκπομπή ενός φωτονίου. Σε κάθε περίπτωση, οι εθελοντές έπρεπε να αναφέρουν αν είδαν κάτι, καθώς και πόσο σίγουροι αισθάνονταν για το αν το είδαν.

Οι τρεις εθελοντές υποβλήθηκαν σε συνολικά 2.400 δοκιμές, αριθμός αρκετά μεγάλος για να εξαχθεί ασφαλές στατιστικό αποτέλεσμα, λένε οι ερευνητές.

Η ανάλυση των απαντήσεων έδειξε ότι οι συμμετέχοντες της μελέτης έδιναν τη σωστή απάντηση πιο συχνά από ό,τι θα περίμενε κανείς αν απαντούσαν απλά στην τύχη. Επιπλέον, το επίπεδο σιγουριάς που ανέφεραν ήταν υψηλότερο όταν οι απαντήσεις τους ήταν σωστές.

Αυτό σημαίνει ότι ο εγκέφαλος δέχεται οπτικά ερεθίσματα που αντιστοιχούν ακόμα και σε ένα φωτόνιο. Τα ερεθίσματα αυτά, όμως, δεν γίνονται αντιληπτά από τη συνείδηση.

«Το εντυπωσιακό είναι ότι δεν μοιάζει με το να βλέπεις φως» σχολιάζει στο δικτυακό τόπο του Nature ο Δρ Βάζιρι, ο οποίος υποβλήθηκε και ο ίδιος στη δοκιμή.

«Είναι σχεδόν σαν αίσθημα στο όριο της φαντασίας» λέει.

Ο ερευνητής σκοπεύει τώρα να συνεχίσει τα πειράματα για να ερευνήσει το κατά πόσο η ανθρώπινη όραση αντιλαμβάνεται κβαντικά οπτικά φαινόμενα.

Το βασικότερο τέτοιο φαινόμενο είναι η υπέρθεση, μια αλλόκοτη κατάσταση στην οποία ένα φωτόνιο μπορεί να βρίσκεται σε δύο μέρη ταυτόχρονα.

Μια στάνταρτ παραδοχή στα πειράματα κβαντικής φυσικής είναι ότι τα φωτόνια που βρίσκονται σε υπέρθεση δύο καταστάσεων τελικά διαλέγουν μία από τις δύο καταστάσεις τη στιγμή που πέφτουν σε έναν ανιχνευτή.

Αυτό θα σήμαινε ότι το φωτόνιο θα γινόταν αντιληπτό ως ένα μεμονωμένο φωτεινό σημείο, και όχι ως δύο ταυτόχρονες λάμψεις.

Υπάρχουν όμως και φυσικοί που υποψιάζονται ότι η υπέρθεση μπορεί να γίνεται αντιληπτή, οπότε οι λάμψεις θα ήταν δύο.

Περαιτέρω μελέτες ίσως δώσουν απάντηση στο ερώτημα, η οποία θα είχε μεγάλη σημασία για τους βιολόγους, τους φυσικούς, ακόμα και τους φιλοσόφους.

Βαγγέλης Πρατικάκης

Πηγή
http://news.in.gr/science-technology/article/?aid=1500091381

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Ε και;

ας λεν, δεν χάθηκα σ' ανούσια πράγματα,
σε κάτι τέλειο εγώ έχω φτάσει".
Μα ακούστηκε πιο δυνατά η σκιά: "Ε και;"
*
Let the fools rage, I swerved in naught,
Something to perfection brought";
But louder sang that ghost, "What then?" 

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα στον Υμηττό, λάδι σε καμβά

Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς
Ε ΚΑΙ ;

Οι σύντροφοί του οι άξιοι στο σχολείο
πίστευαν πως θα γίνει ξακουστός·
το ίδιο κι εκείνος – πάνω στο βιβλίο
ώς τα τριάντα του έζησε σκυφτός.
"Ε και;" του Πλάτωνα έκανε η σκιά. "Ε και;"

Όλα όσα έγραψε διαβάστηκαν πολύ,
μετά από χρόνια απέκτησε λεφτά
που ήταν για τις ανάγκες του αρκετά
και φίλους που ήτανε φίλοι σωστοί.
"Ε και;" του Πλάτωνα έκανε η σκιά. "Ε και;"

Απ' τα όνειρά του χάρηκε καρπούς –
γυναίκα, ένα παλιό σπιτάκι, δυο παιδιά,
είχε στον κήπο του λουλούδια, οπωρικά,
γύρω του μάζευε ποιητές, σοφούς.
"Ε και;" του Πλάτωνα έκανε η σκιά. "Ε και;"

"Το έργο μου", σκεφτόταν στα γεράματα,
"νά το, όπως τό 'χα από παιδί σχεδιάσει·
ας λεν, δεν χάθηκα σ' ανούσια πράγματα,
σε κάτι τέλειο εγώ έχω φτάσει".
Μα ακούστηκε πιο δυνατά η σκιά: "Ε και;"

(μετ. Κώστας Κουτσουρέλης)

William Butler Yeats
WHAT THEN ?

His chosen comrades thought at school
He must grow a famous man;
He thought the same and lived by rule,
All his twenties crammed with toil;
"What then?" sang Plato's ghost. "What then?"

Everything he wrote was read,
After certain years he won
Sufficient money for his need,
Friends that have been friends indeed;
"What then?" sang Plato's ghost. "What then?"

All his happier dreams came true —
A small old house, wife, daughter, son,
Grounds where plum and cabbage grew,
poets and Wits about him drew;
"What then?" sang Plato's ghost. "What then?"

"The work is done," grown old he thought,
"According to my boyish plan;
Let the fools rage, I swerved in naught,
Something to perfection brought";
But louder sang that ghost, "What then?"

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

Ταξιδιώτη...

Ταξιδιώτη, ταξιδιώτη δέξου την επιστροφή,
Δεν έχει θέση πια σε σένα για τα καινούργια πρόσωπα,
Τ’ όνειρό σου σχεδιασμένο με τα πολλά τοπία,
Ας το να ξεκουραστεί μες στο καινούργιο σου περίγραμμα...
*
Voyageur, voyageur, accepte le retour,
Il n’est plus place en toi pour de nouveaux visages,
Ton rêve modelé par trop de paysages
Laisse-le reposer en son nouveau contour...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δύση στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, λάδι σε καμβά

Ζυλ Συπερβιέλ
Ταξιδιώτη, ταξιδιώτη...

Ταξιδιώτη, ταξιδιώτη δέξου την επιστροφή,
Δεν έχει θέση πια σε σένα για τα καινούργια πρόσωπα,
Τ’ όνειρό σου σχεδιασμένο με τα πολλά τοπία,
Ας το να ξεκουραστεί μες στο καινούργιο σου περίγραμμα.

Γλίτωσε από τον ορίζοντα που όλο με θόρυβο σε διεκδικεί
Για να ακούσεις επιτέλους τη ζωντανή σου οχλοβοή
Που τώρα την φυλά με τις αψίδες της τις καταπράσινες
η φοινικιά που υποκλίνεται στις πηγές της ψυχής σου.

Μεταθανάτιο

Θα 'πρεπε να δώσουμε στους νεκρούς φράσεις καθημερινές
Λέξεις που με ευκολία πηγαίνουν απ’ τα χείλια μας στα αυτιά τους,
Λέξεις για να βαστούν συντροφιά
Όταν δεν είμαστε πια στη ζωή.
Βοηθείστε με, φίλοι μου, άνθρωποι,
Δεν είναι δουλειά μοναχά για έναν. Από τις μεταχειρισμένες φράσεις τριμμένες από τα χρόνια
Φράσεις δικές σας και δικές μου μα και των πατεράδων μας
Προπάντων για τους νεκρούς του πολέμου
Με τη μοίρα τους που εξερράγη Φράσεις διαλεγμένες προσεχτικά
Για να τους έχουν εμπιστοσύνη.
Τίποτε δεν είναι τόσο δειλό όσο ένας νεκρός
Αισθάνεται λιγάκι τον έξω αέρα
Και να που δυσπιστεί,
Φράσεις που πρέπει να τις βαστούμε έτοιμες
Για να τις τρίβουν λιγάκι στα χείλια τους
Και βρίσκοντας τες τόσο όμορφες από την μεγάλη τους χρήση
Αισθάνονται το μικρό πυρετό
Που μαζί του έχασε μια όμορφη μέρα την ανάμνηση των σκοταδιών
Και κοίταξε πίσω του.

(Μετ. Κώστας Ριτσώνης)

Jules Supervielle
Voyageur, Voyageur...

Voyageur, voyageur, accepte le retour,
Il n’est plus place en toi pour de nouveaux visages,
Ton rêve modelé par trop de paysages
Laisse-le reposer en son nouveau contour.

Fuis l’horizon bruyant qui toujours te réclame
Pour écouter enfin ta vivante rumeur
Que garde maintenant de ses arcs de vendeur
Le palmier qui s’incline aux sources de ton âme.