t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

H πολιτεία στή θάλασσα...

Μά νά, κάτι στον άνεμο εκινήθη!
Των ρείθρων αργοσάλεψαν τά βύθη!
Λές καί μιά στάλα οι πύργοι πώς βουλιάζουν,
Και το βαρύ το σάλο αναταράζουν —
Λές κι οί κορφές τους πώς αφήνουν σάμπως
Ενα κενό μες στ' Ουρανού τό θάμπος.
Πιο πορφυρό τό κύμα φέγγει τώρα...
*
But lo, a stir is in the air!
The wave- there is a movement there!
As if the towers had thrust aside,
In slightly sinking, the dull tide-
As if their tops had feebly given
A void within the filmy Heaven.
The waves have now a redder glow...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δύση στη Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Έντγκαρ Άλαν Πόε

H πολιτεία στή θάλασσα

Κοίταξε! Ο Θάνατος θρόνο έχει στήσει
Σ' έρμη μια πόλη πού, βαθιά στή Δύση
Τή σύθαμπη, φαντάζει αλλοτινή,
Όπου οι καλοί κι οι κακοί, οι ταπεινοί κι οι τρανοί
Βρήκαν γιά πάντα ανάπαψη στερνή.
Πύργους καί λάρνακές τους καί παλάτια
(Πανάρχαιους πύργους πού δέν τρέμουν πιά!),
Δέν είδαν όμοιους τά δικά μας μάτια.
Τριγύρω, ξεχασμένα απ’ τό βοριά,
Καρτερικά κάτω άπ’ τά ουράνια χάη
Πλαγιάζουν τά μελάγχολα πελάη.

Αχτίδα από τ’ άγια ούράνια δέν προβάλλει
Στης πολιτείας τή νύχτα τή μεγάλη
Μά φως μές απ' τά πελιδνά νερά
Γλιστράει πάνω στούς πύργους σιωπηλά —
Ψηλά στ' αετώματα πλατιά φεγγοβολά —
Σέ τρούλους — σέ καμπαναριά — σ' αυλές —
Σέ ναούς — σέ Βαβυλώνειους τοίχους λές —
Σέ λόγγους ισκιερούς, λησμονημένους,
Μ' άνθούς, κισσούς, στήν πέτρα σκαλισμένους —
Σέ μύριες λάρνακες θαυματουργές
Πού συνταιριάζουν, στις γιρλάντες τις βαριές,
Βιόλες, βιολέτες καί κληματαριές.
Καρτερικά κάτω απ' τά ούράνια χάη
Πλαγιάζουν τά μελάγχολα πελάη.
Τόσο εκεί μέσα σμίγουν πύργοι κι ίσκιοι
Πού ανάερη μοιάζει η πολιτεία νά μνήσκει,
Ενώ απ' αγέρωχο ένα κάστρο αγνάντια
Από ψηλά ο Θάνατος κοιτάει γιγάντια.
Ναοί ανοιχτοί καί διάπλατα εκεί μνήματα
Χάσκουνε πλάι στα φωτερά τα κύματα
Μά ουτε τα πλούτη πού βαθιά του εκράτει
Το διαμαντένιο κάθε ειδώλου μάτι —
Μήτε οι νεκροί, ντυμένοι στ' αργυρά,
Πλανεύουνε απ’ τον όχτο τα νερά
Γιατί ρυτίδα δέ χαράζει, αλί!
Σ’ εκείνη τήν ερημιά απο γυαλί —
Κύμα δέ λέει πώς ίσως κάνει αγέρα
Σ’ ευτυχισμένο κάποιο πέλαο πέρα —
Πτυχές δέ θροούν πώς φύσηξε μπουρίνι
Σέ πέλαγα δίχως φριχτή γαλήνη.

Μά νά, κάτι στον άνεμο εκινήθη!
Των ρείθρων αργοσάλεψαν τά βύθη!
Λές καί μιά στάλα οι πύργοι πώς βουλιάζουν,
Και το βαρύ το σάλο αναταράζουν —
Λές κι οί κορφές τους πώς αφήνουν σάμπως
Ενα κενό μες στ' Ουρανού τό θάμπος.
Πιο πορφυρό τό κύμα φέγγει τώρα —
Λαφριά κι αδύναμα ανασαίνει η ώρα —
Κι όταν, μέ απόκοσμους ζωσμένη στόνους,
Βαθιά, βαθιά η πολιτεία θέ νά ποντίσει,
Θά σηκωθεί από χίλιους ο Άδης θρόνους
Νά πέσει νά τήν προσκυνήσει.

(Μετ. Νίκος  Σημηριώτης)

Edgar Allan Poe
The City In The Sea

Lo! Death has reared himself a throne
In a strange city lying alone
Far down within the dim West,
Where the good and the bad and the worst and the best
Have gone to their eternal rest.
There shrines and palaces and towers
(Time-eaten towers that tremble not!)
Resemble nothing that is ours.
Around, by lifting winds forgot,
Resignedly beneath the sky
The melancholy waters he.

No rays from the holy heaven come down
On the long night-time of that town;
But light from out the lurid sea
Streams up the turrets silently-
Gleams up the pinnacles far and free-
Up domes- up spires- up kingly halls-
Up fanes- up Babylon-like walls-
Up shadowy long-forgotten bowers
Of sculptured ivy and stone flowers-
Up many and many a marvellous shrine
Whose wreathed friezes intertwine
The viol, the violet, and the vine.
Resignedly beneath the sky
The melancholy waters lie.
So blend the turrets and shadows there
That all seem pendulous in air,
While from a proud tower in the town
Death looks gigantically down.

There open fanes and gaping graves
Yawn level with the luminous waves;
But not the riches there that lie
In each idol's diamond eye-
Not the gaily-jewelled dead
Tempt the waters from their bed;
For no ripples curl, alas!
Along that wilderness of glass-
No swellings tell that winds may be
Upon some far-off happier sea-
No heavings hint that winds have been
On seas less hideously serene.

But lo, a stir is in the air!
The wave- there is a movement there!
As if the towers had thrust aside,
In slightly sinking, the dull tide-
As if their tops had feebly given
A void within the filmy Heaven.
The waves have now a redder glow-
The hours are breathing faint and low-
And when, amid no earthly moans,
Down, down that town shall settle hence,
Hell, rising from a thousand thrones,
Shall do it reverence.

Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

η χαμένη Κυριακή...

και ψάχνει εδώ και ψάχνει εκεί,
για μια χαμένη Κυριακή...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Νίκος Γκάτσος
Το τραγούδι της χαμένης Κυριακής

Μην πετάς ποτέ, ποτέ
σε άδειους ουρανούς.
Παραδείσους μακρινούς
ποτέ μη ζητάς.

Δεν θα δεις ποτέ, ποτέ
το φως το αληθινό.
Σ' έναν κόσμο σκοτεινό
το φως δεν θα δεις.

Ο άνθρωπος κάθε φορά
τρελά δανείζεται φτερά
και ψάχνει εδώ και ψάχνει εκεί,
για μια χαμένη Κυριακή.

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Παναγιώτη Ταμπαλή, μου λείπεις...

Σκουρόχρωμος σοβάς, ένα ψάθινο καπέλο, η παντοτινή Ύδρα... 
Το ελληνικό καλοκαίρι σημειολογείται ξεσηκώνοντας τις αισθήσεις!
 

Αφιερωμένο στον αξέχαστο, ονειροπόλο Παναγιώτη Ταμπαλή, εκδότη και ψυχή του περιοδικού ΚΑΤΟΙΚΙΑ· ίσως το καλύτερο περιοδικό αρχιτεκτονικής και διακόσμησης που κυκλοφόρησε στην χώρα μας. 

https://yannisstavrou.blogspot.com
ο πίνακας της Ύδρας, του ζωγράφου Γιάννη Σταύρου, 
η σύνθεση του εξωφύλλου του Π. Ταμπαλή

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

Τους είδα να πέφτουν...

Ταξίδεψα μάλιστα. Πήγα κι από εδώ, πήγα και από εκεί...
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από εδώ, έχασα κι από κεί.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι από την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δύο καράβια, λάδι σε χαρτί

Κική Δημουλά
Πέρασα

Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι,δεν είμαι λυπημένη.

Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ'όλα. Λίγο απ'όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ'ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι δεν ειμαι λυπημένη.
Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ'αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσα τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
απο τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.

Mίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα. Πήγα κι από εδώ, πήγα και από εκεί...
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από εδώ, έχασα κι από κεί.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι από την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πές πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
από το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιάν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημιάς.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου έλειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη

Όσο μπόρεσα έφερ'αντίσταση σ'αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Κι η πόλη σού είναι ξένη...

Προς τις εξόδους των μεγάλων δρόμων έρπεις
Παγώνεις με την άνοιξη, το φως της σε ταλαιπωρεί
Κι η πόλη σού είναι ξένη


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Εργοστάσιο ΦΙΞ - Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
Καρπάθια Όρη
"Ποιήματα της τελευταίας Άνοιξης"

Τι γίνεται όταν με τα χρόνια σε νεκρώνουν όλοι
Των άλλων τα λακτίσματα, τάχα μια λάμψη μες στο νου
Κι ένας λυγμός στ’ άδεια δωμάτια σε αποπαίρνει

Χιόνι λεπτό, φαρμακεροί εναγκαλισμοί
Προς τις εξόδους των μεγάλων δρόμων έρπεις
Παγώνεις με την άνοιξη, το φως της σε ταλαιπωρεί
Κι η πόλη σού είναι ξένη

Με ρίζες, σκέψη και καρδιά παλιά
Ανήκοντας σ’ όλη τη γη, φτωχός κι αδέσποτος
Στα παγωμένα δάση του ουρανού πεθαίνεις

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

να μαίνεσαι όταν το φως πεθαίνει...

Όσοι αγαθοί, φωνάζοντας στο κύμα που βαθαίνει
πως σ’ ακρογιάλι πράσινο θα χόρευε μια μέρα
κάθε τους πράξη, μαίνονται όταν το φως πεθαίνει...
*
Good men, the last wave by, crying how bright
Their frail deeds might have danced in a green bay,
Rage, rage against the dying of the light...



https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Εκδρομή, λάδι σε καμβά

Ντύλαν Τόμας
Μη στέργεις ήσυχα να πας σε νύχτα ευλογημένη

Μη στέργεις ήσυχα να πας σε νύχτα ευλογημένη·
ας καίνε, ας παραληρούν όταν τελειώνει η μέρα
τα γηρατειά κι ας μαίνονται όταν το φως πεθαίνει.

Σοφοί, που είδαν το δίκαιο σκοτάδι να προσμένει,
γιατί δεν χρησμοδότησαν με φλόγες στον αέρα
δεν στέργουν ήσυχα να παν σε νύχτα ευλογημένη.

Όσοι αγαθοί, φωνάζοντας στο κύμα που βαθαίνει
πως σ’ ακρογιάλι πράσινο θα χόρευε μια μέρα
κάθε τους πράξη, μαίνονται όταν το φως πεθαίνει.

Όσοι τρελοί τραγούδησαν τον ήλιο που μακραίνει
κι αργά πολύ κατάλαβαν πως θρηνούσαν, πέρα
δεν στέργουν ήσυχα να παν, σε νύχτα ευλογημένη.

Όσοι αυστηροί, που στα στερνά τους βλέπουν τυφλωμένοι
ότι μπορούν μάτια τυφλά ν’ αστράφτουν στον αιθέρα
και να γιορτάζουν, μαίνονται όταν το φως πεθαίνει.

Κι εσύ, πηγαίνοντας ψηλά στη θλίψη που σε υφαίνει,
κατάρα δώσε μου κι ευχή το δάκρυ σου, πατέρα.
Μη στέργεις ήσυχα να πας σε νύχτα ευλογημένη.
Να μαίνεσαι, να μαίνεσαι όταν το φως πεθαίνει.

(μετ. Διονύση Καψάλη)

Dylan Thomas
Do Not Go Gentle Into That Good Night

Do not go gentle into that good night,
Old age should burn and rave at close of day;
Rage, rage against the dying of the light.

Though wise men at their end know dark is right,
Because their words had forked no lightning they
Do not go gentle into that good night.

Good men, the last wave by, crying how bright
Their frail deeds might have danced in a green bay,
Rage, rage against the dying of the light.

Wild men who caught and sang the sun in flight,
And learn, too late, they grieved it on its way,
Do not go gentle into that good night.

Grave men, near death, who see with blinding sight
Blind eyes could blaze like meteors and be gay,
Rage, rage against the dying of the light.

And you, my father, there on that sad height,
Curse, bless, me now with your fierce tears, I pray.
Do not go gentle into that good night.
Rage, rage against the dying of the light.

Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

στην αναπνοή του αγέρα...

μη διαβάσεις ποτέ τ' όνομά μου σε πέτρα:
εσύ θα ξέρεις να μ' ακούσεις στον αχό της άνοιξης
και στην επιμονή του ήχου της βροχής...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτο νέας γυναίκας, λάδι σε καμβά

Μαρία Λαϊνά
Δ' Θριαμβικό
"Επέκεινα"

Love is not love
which alters when it alteration finds
or bends with the remover to remove
(Shakespeare, Sonnet 116)

Δεν είναι αγάπη αυτή
που αλλάζει με της τύχης όλες τις στροφές
και με κάθε σκούντημα παραστρατεί.
(Σαίξπηρ, 116. μτφρ. Βασ. Ρώτας)

Αν κάποτε πεθάνω,
μην ακούσεις ποτέ πως τάχα «κείμαι ενθάδε»:
εσύ θα με βρεις στην αναπνοή του αγέρα
στο φευγαλέο, παιδικό χαμόγελο.

Αν κάποτε πεθάνω,
μη διαβάσεις ποτέ τ' όνομά μου σε πέτρα:
εσύ θα ξέρεις να μ' ακούσεις στον αχό της άνοιξης
και στην επιμονή του ήχου της βροχής.

Αν κάποτε πεθάνω,
μην πιστέψεις ποτέ πως η αγάπη μου τελείωσε:
σκέψου πως θα σε περιμένει,
σ' άλλες αισθήσεις περιγράφοντας την ομορφιά σου.

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Είχα απείραχτα τα όνειρά μου για την ποίηση...

Με τα αρώματά της από γιασεμιά και φτωχές μανέστρες,
Τα δειλινά στις καλαμιές του ποταμού Ανιένε,
Τους σωρούς των σκουπιδιών, κι εγώ από την άλλη
Είχα απείραχτα τα όνειρά μου για την ποίηση.
Όλα μπορούσαν να βρουν μια λύση μέσα στην ποίηση...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ελλάδα των χρωμάτων - Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Πιερ Πάολο Παζολίνι
Ρωμαϊκές Νύχτες
Ήταν ωστόσο η Ιταλία, η Ιταλία γυμνή και πληθωρική


Στη Ρώμη, απ’ το ’50 μέχρι σήμερα, Αύγουστος του 1966,
Δεν έκανα τίποτα άλλο παρά να υποφέρω και να δουλεύω ασταμάτητα.
Παρέδωσα μαθήματα, μετά από εκείνο το έτος της ανεργίας
Και του τέλους της ζωής,
Σε ένα ιδιωτικό παρασχολείο, για είκοσι και επτά δολάρια το μήνα.
Ο πατέρας μου εν τω μεταξύ
Μας είχε ξαναβρεί
Και δεν μιλήσαμε ποτέ για τη φυγή μας, τη δικιά μου και της μάνας.
Ήταν μια φυσιολογική ετεροχρονισμένη μετακόμιση.
Κατοικήσαμε ένα σπίτι χωρίς σκεπή και άβαφο,
Ένα σπίτι για άπορους, στην ύστατη περιφέρεια κοντά στις φυλακές.
Είχε δέκα χούφτες σκόνη το Καλοκαίρι και λάσπη απύθμενη το Χειμώνα-
Ήταν ωστόσο η Ιταλία, η Ιταλία γυμνή και πληθωρική,
Με τα αγοράκια της, τις γυναίκες της
Με τα αρώματά της από γιασεμιά και φτωχές μανέστρες,
Τα δειλινά στις καλαμιές του ποταμού Ανιένε,
Τους σωρούς των σκουπιδιών, κι εγώ από την άλλη
Είχα απείραχτα τα όνειρά μου για την ποίηση.
Όλα μπορούσαν να βρουν μια λύση μέσα στην ποίηση.
Πίστευα πως η Ιταλία, η εξιστόρησή της και το πεπρωμένο της
Εξαρτιόταν από όσα θα έγραφα εγώ,
Με στίχους βουτηγμένους στην ζωντανή πραγματικότητα,
Χωρίς νοσταλγίες, βγαλμένους από τον ιδρώτα μου.
Δεν μετρούσε πως κάποιες μέρες, δεν είχα ούτε τάλιρο
Για να πάω να με ξυρίσει ο κουρέας,
Το οικονομικό προφίλ μου, τρελό και άστατο,
Ήταν εκείνη την εποχή, όσο κι αν φαίνεται παράξενο,
Όμοιο με εκείνο των ανθρώπων της φτωχογειτονιάς:
Ήμασταν θα έλεγα αδελφοί, ή τουλάχιστον ίσοι-
Γι’ αυτό πιστεύω πως τους κατάλαβα πολύ…

(Μετ. Σωτήρης Παστάκας)

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Θάλασσα...

Κι είναι θεριό η θάλασσα. Το παρδαλό της χρώμα
δίνει της -- μπλαβό εκεί μακριά,
πιο δώθε ανοιχτοπράσινο κι ακόμα δώθε γκρίζο --
κάποια παράξενη θωριά...


https://yannisstavrou.blogspot.com 

Κώστας Καρυωτάκης
Θάλασσα

Ομως τα στήθια που τα ταράζει κάποιο
θανάσιμο πάθος δεν θα γαληνέψουν

Τα σύννεφα γιγάντικα φαντάζουν κι ασημένια
στο μολυβένιον ουρανό
σαν τα χτυπά του ήλιου το φως· σαν τα χτυπά ο αγέρας
φεύγουνε πίσω απ' το βουνό.

Κι είναι θεριό η θάλασσα. Το παρδαλό της χρώμα
δίνει της -- μπλαβό εκεί μακριά,
πιο δώθε ανοιχτοπράσινο κι ακόμα δώθε γκρίζο --
κάποια παράξενη θωριά.