t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

Χριστούγεννα ποὺ ἔμελλαν νὰ κάμουν τὴν χρονιὰν ἐκείνην οἱ χριστιανοί...


Στο ελληνικό πνεύμα των Χριστουγέννων, συντροφιά με τον μέγιστο των γραμμάτων μας! 
 
https://yannisstavrou.blogspot.com 
 
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Το Κρυφό Μανδράκι
 
Χριστούγεννα ποὺ ἔμελλαν νὰ κάμουν τὴν χρονιὰν ἐκείνην οἱ χριστιανοί, οἱ ἄνθρωποι τοῦ χωριοῦ! Ἂν ἐπερίμεναν ἀπὸ τὸν μπαρμπα-Στάθην τὸν Γροῦτσον μὲ τὴν βάρκαν του, τὴν πολλάκις καλαφατισμένην καὶ πισσωμένην, νὰ τοὺς φέρῃ ἀρνιὰ νὰ φᾶνε! Οἱ καιροὶ ἦσαν τόσον ἀκατάστατοι, μὲ ὅλα τὰ χιόνια ποὺ εἶχε ρίξει γύρω στὰ βουνὰ ― ἕως τὴν παραθαλασσίαν, στὴν ἄμμο τοῦ γιαλοῦ εἶχαν καταβῆ τὰ χιόνια. Καὶ μέσα στὸ χωρίον εἶχε πιάσει τὸ χιόνι. Καὶ ὅλαι αἱ στέγαι τῶν οἰκιῶν, ἀπὸ πλάκες ἢ ἀπὸ κεραμίδια, εἶχον καλυφθῆ ἀπὸ παχὺ λευκὸν στρῶμα. Καὶ εἰς ὅλους τοὺς δρόμους καὶ τὰ σοκάκια τοῦ χωριοῦ εἶχε σωρευθῆ γόνα τὸ χιόνι πρὸς μεγάλην χαρὰν τοῦ Μιχαλιοῦ τῆς Μερεγκλίνας καὶ ὅλων τῶν ξυπολύτων παιδιῶν τῆς γειτονιᾶς, ὁποὺ δὲν ἄφησαν γριὰν ἢ νέαν, ἢ κορίτσι ἢ παιδὶ ποὺ νὰ φορῇ παπούτσια νὰ περάσῃ, χωρὶς νὰ τῆς σπάσουν τὴν στάμναν, ἢ νὰ τὴν στραβώσουν στὸ ἕνα μάτι, ἢ τὴν κουφάνουν ἀπὸ τὸ ἕνα αὐτὶ μὲ τοὺς τεραστίους καὶ πολὺ σφιχτοὺς βώλους χιόνος, ὁποὺ ἐξεσφενδόνιζον ἐναντίον των. Ἐκολλοῦσαν μεγάλες μπάλες ἀπὸ χιόνι, τὰς ἐξώγκωναν ἐπ᾿ ἄπειρον, καὶ τὰς ἐσώρευον μπροστὰ στὴν αὐλὴν τῆς Μερεγκλίνας· ὁ Μιχαλιός, ὅστις εἶχε παιδιόθεν μέγα δαιμόνιον πλαστικῆς, ἐσχεδίαζεν ἕνα πελώριον κολοσσὸν εἰς σχῆμα ἀνθρώπου ― Τούρκου ἢ λευκοῦ Ἀράπη, μὲ τὸ σαρίκι καὶ μὲ τὴν τσιμπούκα του. Ἀκολούθως ἐπῆρεν ἀπὸ τὸ κατώγι τὴν «στάφνη», ναυπηγικὴν μπογιὰν ἀπὸ κοκκινόχωμα τοῦ πατρός του τοῦ μαστρο-Γιώργου τοῦ Μερεγκλῆ, κ᾿ ἐζωγράφιζε κόκκινον τὸν λευκὸν Ἀράπην ― κόκκινα μάτια, κόκκινα φρύδια, κόκκινα γένεια καὶ μαλλιά, κόκκινην καπόταν καὶ βράκαν, ὅλα κατακόκκινα. Ἦτο φοβερὸν τὴν θέαν τὸ τέρας ἐκεῖνο τῆς ἐκ χιόνος ἀνδριαντοποιΐας.
Μὲ αὐτὸν τὸν καιρὸν ἐβγῆκε τὴν νύκτα, βαθιὰ πρὸ τῆς χαραυγῆς, ἀπὸ τὸ σπιτάκι του, σιμὰ στὸν αἰγιαλόν, ὁ μπαρμπα-Στάθης ὁ Γροῦτσος, φορῶν τοὺς ναυτικοὺς μαμτζάδες*, ἤτοι τὰ ὑψηλὰ ἄνω τοῦ γόνατος ὑποδήματά του, κατέβη μὲ βαρὺ βῆμα, τρῖζον ἐπὶ τῆς χιόνος εἰς τὴν ἀποβάθραν, ἔσυρε τὴν μπαρούμα τῆς βάρκας του, ἐπήδησε μέσα, κ᾿ ἐξύπνησε τὸν δεκαπεντούτην υἱόν του, τὸν Στεφανήν, ὅστις ἐκοιμᾶτο πολὺ ζεστὰ ὑποκάτω στὴν πλώρην τῆς βάρκας.
― Σήκω, παιδί μ᾿, παιδί μ᾿! Στεφανή, σήκω, Στεφανή!
Τὸν ἔσεισε βιαίως, κ᾿ ἐτράβηξε τὴν τσέργα νὰ τὸν ξεσκεπάσῃ.
― Σῦκο! εἶπε μέσα στὸν ὕπνον του ὁ Στεφανής. Καὶ ποῦ βρέθηκε τὸ σῦκο;
―Ἐκεῖ ποὺ θὰ πᾶμε, Στεφανή, εἶπεν ὁ γερο-Γροῦτσος, θὰ βρῇς πολλὰ σῦκα νὰ φᾷς, Στεφανή! Ἀκόμα καὶ κοκκόσες* θὰ βρῇς, γιὰ νὰ κάμῃς σουτζούκια.

Ὁ γερο-Γροῦτσος ἐμιμεῖτο ἐδῶ τὴν διάλεκτον τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου τοῦ Πηλίου, πρὸς τὴν ἀκτὴν τοῦ ὁποίου ἐσκόπευε νὰ ταξιδεύσῃ· κοκκόσες ὠνόμαζαν ἐκεῖ τὰ καρύδια.

*
Ὁ Στεφανὴς ἐσηκώθη, ἐκρύωσεν, ἐζεστάθη. Ἔπιασε τὸ κουπί. Ὁ γέρων εἶχε σηκώσει ἤδη τὸ σίδερο, τὴν ἄγκυραν τῆς βάρκας, κ᾿ ἔκαμε τὸ πανί, ἔπιασε τὴν σκόταν κ᾿ ἐκάθισεν εἰς τὴν πρύμνην νὰ κυβερνήσῃ. Ὁ ἄνεμος, ἄστατος, ἐφαίνετο νὰ εἶναι μᾶλλον γραῖος, ἢ νὰ κλίνῃ πρὸς τὸν λεβάντην, αὐτὸ τὸ πρωί. Ἄμποτε νὰ τὸν ἐπήγαινε σορόκον. Τὸν γερο-Γροῦτσον δὲν τὸν ἔμελεν ἂν θὰ ἔρριχνε βροχὴν ἢ νερόχιονον ― διὰ νὰ ψηλώσῃ πάλιν τραμουντάνα, νὰ πέσῃ ἄλλο χιόνι αὔριον τὸ πρωί. Ἤρκει νὰ μποροῦσε ν᾿ ἀρμενίσῃ πρύμα.
Ἔκαμψαν τὸ Καλαμάκι, παρέπλευσαν τὶς Κουκουναριές, ἔφθασαν εἰς τὴν Ἁγίαν Ἑλένην, τὴν δυτικωτέραν ἀκτήν. Ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ μιλίων διάστημα. Εἶχαν νὰ πλεύσουν ἀκόμη ἄλλο τόσον, διὰ νὰ φθάσουν εἰς τὸν ἀντικρινὸν μικρὸν ὅρμον, τὸν Πλατανιᾶν, παρὰ τὴν ἄκραν τῆς Σηπιάδος. Ἀλλ᾿ ἐκεῖ τὸν ηὗραν μαΐστρον κατάμπροστα.
Ὁ γερο-Στάθης, εἶχε περιπλεύσει μὲ αὐτὴν τὴν βάρκαν, τὴν πολλάκις καλαφατισμένην καὶ πισσωμένην, καὶ μὲ ἄλλας πρὸ αὐτῆς, ἑκατοντάκις αὐτὴν τὴν νῆσόν του, εἶχεν ἐπισκεφθῆ τρισεκατοντάκις ὅλας τὰς γειτονικὰς ἀκτὰς καὶ τοὺς ὅρμους. Καὶ δὲν ἵδρωνεν εὔκολα τὸ μάτι του. Ἐμαϊνάρισε τὸ πανί, κ᾿ ἐδοκίμασε νὰ πλεύσῃ μὲ τέσσαρα κουπιά, δύο χειριζόμενος αὐτός, καὶ δύο ὁ υἱός του, ἐναντίον τοῦ ἀνέμου. Ἀλλ᾿ ὁ μαΐστρος ἐφαίνετο ὅτι τὸν ἐσυνερίζετο κ᾿ ἐθύμωνε περισσότερον. Ὅσον ἐδοκίμαζε νὰ προχωρήσῃ αὐτός, τόσον τὸν ἐξέπεφτεν ὁ ἄνεμος, φουρτούνα, κιαμέτ.
Ἐδοκίμασε νὰ λοξοδρομήσῃ ὀλίγον πρὸς λίβα, διὰ νὰ προσπαθήσῃ νὰ ὑπερφαλαγγίσῃ τὸν ἄνεμον, μὲ ἡμιαναπεπταμένον τὸ πανί. Ἀλλ᾿ ὁ ἄνεμος τώρα ἐγίνετο σχεδὸν πονέντης, ἐτρέπετο πρὸς δυσμάς, κ᾿ ἐτίναζε τὰ κύματα εἰς τὴν πλώρην καὶ εἰς τὴν πλευρὰν τῆς βάρκας, κ᾿ ἐμαγκάνιζεν* ὅλην τὴν σκάφην, κ᾿ ἔπνιγε τὸν μπαρμπα-Στάθην καὶ τὸν υἱόν του, φουρτούνα, ξίδι!
Ἐμαϊνάρισε πάλιν, κ᾿ ἐδοκίμασε μὲ τὰ κουπιά, νὰ «τοῦ πάρῃ τὸ χνῶτο» τοῦ ἀνέμου, ἐκ τοῦ ἀντιθέτου μέρους, πρὸς ἀνατολάς. Ἀλλ᾿ ἡ σκάφη ἐκλυδωνίζετο μέχρις ἀγωνίας κ᾿ ἐκινδύνευε νὰ συντριβῇ καθ᾿ ἑαυτὴν πρὶν προφθάσῃ νὰ βουλιάξῃ. Θάλασσα, κιαμέτ!

*
Ὁ γερο-Γροῦτσος ἀνέκρουσε πρύμνην. Ἦτο παραμονὴ Χριστουγέννων, καὶ εἶχε λογαριάσει νὰ ἐπιστρέψῃ, πρὶν ξημερώσῃ ἡ ἑορτή, εἰς τὴν νῆσόν του, διὰ νὰ φέρῃ εἰς τὸν Γιάννην τὸν Μπόζαν, τὸν χασάπην, τὰ ὀλίγα ἀρνιά, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐμπιστευθῆ ἐκεῖνος εἰς ἕνα κολλήγαν του, εἰς τὰ πέρα χωρία, ὅπως χρησιμεύσουν διὰ τὴν ἑορτήν. Καὶ τώρα ἐβασίλευεν ὁ ἥλιος τῆς παραμονῆς, ἥλιος λοξὰ βαδίζων βραχὺν δρόμον εἰς μίαν ἄκρην τ᾿ οὐρανοῦ, καὶ αὐτὸς ἄπρακτος καὶ ντροπαλὸς ἐπόδιζεν εἰς μίαν ἔρημον ἀκτὴν τῆς νήσου του. Ὤ, ἐκεῖ ἦτο πεπρωμένον νὰ κάμῃ Χριστούγεννα, τὴν χρονιὰν ἐκείνην!

*
Ἐνύχτωσε, κι ὁ γερο-Ντανάκιας μαζὶ μὲ τὴν κόρην του τὴν Βασώ, κορασίδα ἕνδεκα χρόνων, εἶχε κλεισθῆ εἰς τὴν καλύβην του πλησίον εἰς τὴν ἔρημον ἀκτὴν τῆς Τουρκόβιγλας, βορειότερον ὀλίγον ἀπὸ τὴν Ἁγίαν Ἑλένην. Ἡ κόρη εἶχεν ἀνάψει τὸν λύχνον, κ᾿ ἐπῆρε νὰ πλέξῃ τὴν κάλτσα της. Ὁ πατήρ της τῆς εἶπε:
― Δὲ δουλεύουν ἀπόψε· ξημερώνει Χριστούγεννα.

Ἡ μικρὴ ἀφῆκε τὴν κάλτσα της καὶ εἶπε:
― Κ᾿ εἶν᾿ ἀλήθεια, πατέρα, πὼς ἔρχονται τώρα οἱ καλλικαντζάροι;
― Ἀκοῦς ἐκεῖ! ὄρεξη νά ᾽χῃς· μιλιούνια.
― Εἶναι τόσοι πολλοί; εἶπε μὲ φρίκην ἡ κόρη. Καὶ τί κάνουν;
― Φωλιάζουν στὶς καπνοδόχους… φτύνουν ἀπάνω στὶς σοῦβλες μὲ τὸ γουρουνίσιο κρέας… Δέρνουν τὰ μικρὰ κορίτσια, ὅσα δὲν κάνουν φρόνιμα.
―Ἀλήθεια;
―Ἔρχονται καὶ χτυποῦν τὶς πόρτες, τὴν νύχτα…

Μόλις εἶπε τὴν λέξιν αὐτὴν ὁ Ντανάκιας, κ᾿ ἡ πόρτα τῆς καλύβης ἐκρούσθη βιαίως· ντούκ! ντούκ!
Τῆς μικρῆς Βασῶς τὸ αἷμα ἐπάγωσεν. Ὁ πατήρ της ὁ ἴδιος τὰ ἐχρειάσθη.

―Ἀνοῖξτε! εἶπεν ἀνδρικὴ χονδρὴ φωνή. Εἴμαστε καλοὶ ἄνθρωποι.

Ὁ Ντανάκιας ἐδίστασεν. Εἶτα ἔλαβε θάρρος, ἀφοῦ ἐπίστευεν ὅτι δὲν ἦσαν καλλικάντζαροι.

― Ποιοὶ εἶστε;
― Εἶμ᾿ ἐγώ, ὁ μπαρμπα-Στάθης ὁ Γροῦτσος, ὁ καϊκτσής, κι ὁ Στεφανὴς ὁ γυιός μου.

Ὁ Ντανάκιας ἤνοιξε τὴν θύραν, εἰσῆλθεν ὁ γερο-Γροῦτσος καὶ ὁ υἱός του.

― Καλῶς σᾶς ηὕραμε!
― Καὶ ποῦ βρεθήκατε δῶ, στὸ Μανδράκι; ἠρώτησεν ὁ χωρικός.

Μανδράκι ἐκαλεῖτο γραφικῶς ὁ μικρὸς θαλάσσιος ὁρμίσκος, μία ἀγκάλη ὡραία τῆς ἀκτῆς, μὲ χαμηλὴν ὄχθην γύρω-γύρω, ὁμοιάζουσα πράγματι μὲ μάνδραν αἰγοβοσκοῦ μὲ τὸν γυρτὸν φράκτην της. Ἡ καλύβα τοῦ Ντανάκια ἀπεῖχε δέκα βήματα ἀπὸ τὸ Μανδράκι.

― Ποῦ σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο; ἐπανέλαβεν ὁ ἐρημίτης.

Ὁ Ντανάκιας ἐκατοίκει ἐκεῖ ἐντὸς μεγάλου κτήματος τὸ ὁποῖον ἐξάνοιγε κ᾿ ἐκαλλιέργει ὁ ἴδιος, ὡς κολλήγας καὶ συνιδιοκτήτης μὲ ἕνα ἄνθρωπον τῆς πόλεως. Σπανίως ἔβλεπεν ἐκεῖ ἐπισκέπτας, καὶ μάλιστα τὴν νύκτα.
Ὁ μπαρμπα-Στάθης ὁ Γροῦτσος διηγήθη τὴν μικρὰν Ὀδύσσειάν του.

― Καὶ τώρα θὰ κάμουμε μαζὶ Χριστούγεννα ἐδῶ στὴν ἐρημιά;
― Κατὰ πῶς φαίνεται, ἐστέναξεν ὁ γερο-Ντανάκιας! Κ᾿ ἔτσι δὲν ἔχετε ἀρνιὰ κάτω στὸ χωριό;
― Ποῦ νὰ τὰ βροῦμε;
― Καὶ γιατί δὲ σφάζουν φραγκόκοττες, πατέρα; ἠρώτησεν ἡ μικρὴ Βασώ.

Ὅλοι ἐγέλασαν.
Στεφανής, πρὶν εἰσέλθωσιν εἰς τὴν καλύβην, εἶχεν ἀκούσει γρυλλισμὸν ἐκεῖ πλησίον, καὶ εἶχε διακρίνει ἀμυδρῶς εἰς τὸ σκότος μίαν γουρούναν δεμένην εἰς ἕνα παλούκι, μὲ τὰ χοιρίδιά της.
― Πατέρα, εἶπεν ἀνήσυχος, κρυφὰ εἰς τὸ οὖς τοῦ μπαρμπα-Στάθη, ἔρχεσαι νὰ κλέψουμε τὴ γουρούνα μὲ τὰ γουρουνόπουλα, νὰ τὴν πᾶμε στὸ χωριό;… καὶ νὰ ποῦμε τοῦ Μπόζα, νά, αὐτὰ ηὕραμε, αὐτὰ σοῦ φέρνουμε!
― Σιώπα!

Ὣς τόσον, κατὰ τὸ «δίδου σοφῷ ἀφορμήν», ὁ μπαρμπα-Στάθης ἐσοφίσθη, καὶ εἶπεν εἰς τὸν Ντανάκιαν:

― Νὰ μὴ σοῦ βρίσκονται τίποτε ἀρνάκια, Γιάννη;
― Εἶχα δυὸ-τρία.
― Μοῦ τὰ δίνεις;… νὰ πάω ἀσπροπρόσωπος στὸ χωριό;… γιὰ νὰ σοῦ σηκώσω καὶ σένα τὸ βάρος, γλήγορα.
― Θὰ φύγουμε ἀπ᾿ τὴ ζεστασιά, πατέρα;… Φουρτούνα, κιαμέτ!
―Ὅπου εἶναι τώρα, θὰ μπονατσάρῃ.
― Καὶ θὰ τὰ πληρώσῃς, καπετὰν Στάθη; Ἔχεις λεπτά;

Ὁ Στάθης ἐξεκομβώθη, κ᾿ ἐξήγαγε μίαν σακκούλαν ἀπὸ τὸν κόλπον του, κρεμαμένην ἀπὸ τὸν τράχηλον. Ἔβγαλε πέντε ἢ ἓξ ἀργυρᾶ τάλληρα.

― Νά, πάρε, Γιάννη.

Ὁ Ντανάκιας ἔτρεξε, κ᾿ ἔφερε τ᾿ ἀρνιά, ὅσα εἶχε.

Ὁ Στάθης ὁ Γροῦτσος τὰ ἐμβαρκάρισε, καὶ ἀπέπλευσε μὲ τὸν υἱόν του. Ὁ ἄνεμος εἶχε κοπάσει. Ἔβαλαν πλώρην διὰ τὸ μεσημβρινὸν χωρίον, ὅπου ἔφθασαν εἰς τὰς δύο μετὰ τὰ μεσάνυκτα ― τὴν ὥραν ὅπου ἡ χαρμόσυνος κλαγγὴ τῶν κωδώνων ἐκάλει τοὺς πιστοὺς εἰς τὴν νυκτερινὴν Ἀκολουθίαν τῶν Χριστουγέννων.

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2018

ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει...

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου
Υστεροφημία

Είπες κάποτε αυτά τα ποιήματα θʼ αγαπηθούν πολύ
θα τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι.
Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη
θα διαβαστούν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις.
Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν
ή θα ταφούν σε ανήλια σπουδαστήρια – κι είπες πάλι
ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει

https://yannisstavrou.blogspot.com 

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

να σταλάζουνε σαν δάκρυα της μέρας...

αλλά εκείνα που στον αέρα σταματούσαν
την ευτυχία μου και την ομορφιά σου για να δουν,
εκείνα που είχαν μάθει τ’όνομά μας,
εκείνα… δε θα ‘ρθουν!


https://yannisstavrou.blogspot.com 

Γκουστάβο Αντόλφο Μπέκερ
Θα ξαναρθούν τα μαύρα χελιδόνια

Θα ξαναρθούν τα μαύρα χελιδόνια
στο μπαλκόνι σου να χτίσουν τη φωλιά,
και παίζοντας στο τζάμι θα χτυπήσουν
με το φτερό ξανά,
αλλά εκείνα που στον αέρα σταματούσαν
την ευτυχία μου και την ομορφιά σου για να δουν,
εκείνα που είχαν μάθει τ’όνομά μας,
εκείνα… δε θα ‘ρθουν!

Θα ξαναρθούν τα πυκνά τα αγιοκλήματα
του κήπου σου τους φράχτες ν’ανεβούν,
και ξανά το απόγευμα, ακόμα πιο ωραία,
τ’άνθη τους θα ανοιχτούν,
αλλά εκείνα που βαριά από το δροσόπαγο
βλέπαμε τις σταγόνες τους να τρέμουν
και να σταλάζουνε σαν δάκρυα της μέρας,
εκείνα… δε θα ‘ρθουν!

Θα ξαναρθούν τα λόγια της αγάπης
στην ακοή σου ν’αντηχήσουν φλογερά,
μπορεί η καρδιά σου απ’το βαθύ της ύπνο
ν’αφυπνισθεί ξανά,
αλλά βουβός, γονατιστός, περίσκεπτος,
καθώς λατρεύουν το Θεό μπροστά στο Άγιο Βήμα,
μην πλανεύεσαι… όπως εγώ σ’αγάπησα
ποτέ από άλλον δεν θ’αγαπηθείς!

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2018

Αντρέι Βάιντα: Ο Ιππότης του αντισοβιετισμού και της ελευθερίας!

Μέγιστος σκηνοθέτης, μέγιστος δημιουργός!
 

Λίγους μήνες πριν από το θάνατό του θα εκτελέσει το κύκνειο άσμα του, στην ηλικία των 90. AFTERIMAGE, 2016: σπαρακτική ελεγεία για τον ζωγράφο και γλύπτη Βλαντισλάβ Στρεμίνσκι που κατακρεουργήθηκε με τον πιο βάρβαρο και ανηλεή τρόπο από τον κόκκινο φασισμό και πέθανε στην κυριολεξία από την πείνα! 

"Το Afterimage είναι το πορτρέτο ενός αδιάσπαστου ανθρώπου– ενός ανθρώπου βέβαιου για τις αποφάσεις που έχει πάρει."(Αντρέι Βάιντα).

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2018

κρύβει τα άστρα του ο Θεός...

θα δούνε πένθιμες σημαίες στις κολώνες
και τα παράθυρα στα σπίτια τους κλειστά


https://yannisstavrou.blogspot.com 

Νίκος Γκάτσος
Ένα τραγούδι τώρα θα σας τραγουδήσω

Ένα τραγούδι τώρα θα σας τραγουδήσω
γι’ αυτούς που φύγανε και πήγανε μακριά
ήταν παιδιά σας και μια μέρα θα `ρθουν πίσω
μα η καρδιά τους δε θα βρει ποτέ γιατρειά

γι’ αυτούς απόψε βγαίνει μαύρο το φεγγάρι
για αυτούς απόψε κρύβει τα άστρα του ο Θεός

Συντρίμμια μέσα τους τα χρόνια κι οι αιώνες
κι όταν γυρίσουν σαν φαντάσματα πιστά,
θα δούνε πένθιμες σημαίες στις κολώνες
και τα παράθυρα στα σπίτια τους κλειστά

γι’ αυτούς απόψε βγαίνει μαύρο το φεγγάρι
για αυτούς απόψε κρύβει τα άστρα του ο Θεός

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2018

28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940

Από επιστολή απλού φαντάρου στη μάνα του: "Βρε τι κανόνια, τι ντουφέκια, τι κακό/στους Ιταλούς σκορπίσαμε παντού τον πανικό/Βόηθα Χριστέ και Παναγιά και στου άγιου Ανδρέα/στη χάρη σου να φθάσωμε όλος ο στρατός παρέα".
Αλέκος Λιδωρίκης, άρθρο στην εφημ. ΝΙΚΗ, Ιανουάριος 1941
(απόσπασμα)
https://yannisstavrou.blogspot.com

«Αυτό που μου 'κανε κατάπληξη, που μου 'δωσε συγκίνηση, που έκθαμβο με κράτησε για αρκετά λεπτά, ήταν το θέαμα ενός φαντάρου, που κουρασμένος, τσακισμένος, με γένια ατίθασα και άτακτα, αιματωμένος, λασπωμένος, είχε τραβήξει μοναχός κάτω από ένα δέντρο και κάτι χάραζε σ' ένα χαρτί. Πλησίασα για να τον δω, βέβαιος πως γράφει στην μάνα, στη γυναίκα του, στο σπίτι... Μα τί μεγάλο λάθος! Με τη ορθογραφία που κρατώ, διάβασα αυτούς τους στίχους:
"Βρε τη κανόνια, τη ντουφέκια, τη κακό/στους Ιταλούς σκορπίσαμαι παντού τον πανικό/Βόηθα Χριστέ και Παναγιά και στου άγιου Ανδρέα/στη χάρη σου να φθάσωμε όλος ο στρατός παρέα".
Τον κοίταξα, με κοίταξε... Αυθόρμητα με πήρε το γέλιο, που ίσως να έμοιαζε με κλάμα...
-Βρε συ, τι κάνεις; τον ρώτησα χτυπώντας τον στον ώμο...
Σήκωσε το κεφάλι του, έξυσε τ' αγριωπά του γένια, με την παλάμη ολόκληρη. Κι απάντησε:
-Γλεντάω!
Μία λέξη... Μέσα σ' αυτήν ας διακρίνει ο αναγνώστης κάτι από το μυστήριο, το ανεξάντλητο γοητευτικό μυστήριο που κρύβει στην ψυχή του ο αγαπημένος στρατιώτης μας»

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

Η γλώσσα, αυτό το ελιξίριο της νεότητας...

.. η γλώσσα: αυτή η Σταχτοπούτα της έκφρασης. Τι ωραίο παραμύθι. Αλλά όχι και τόσο παραμύθι. Η κακιά μητριά της, η σιωπή, αληθεύει.
Η γλώσσα, με το εξαίσιο χάρισμα να συλλαμβάνει τι εννοεί η άφωνη αγωνία, απλώς και μόνο διαβάζοντας το ανεπαίσθητο σάλεμα των χειλιών της.
Η γλώσσα, αυτό το ελιξίριο της νεότητας για τους γερασμένους τρόπους των αναστεναγμών.
Οι συναρπαστικοί μονόλογοι της γλώσσας. Θα διασωθεί άραγε κάτι απ’ αυτούς; Λίγα πράγματα. Όσα προφταίνει να κρυφακούσει η μνήμη του χαρτιού. Εξυπακούεται ότι το χαρτί είναι ο μονόλογος της μνήμης μας...


http://yannisstavrou.blogspot.com 

Kική Δημουλά
Περί γλώσσας

.. Πιστεύω ευλαβικά και στη σκοτεινή αδυναμία μας. Κάτι μου λέει ότι η πίσω πλευρά της είναι μια απρόοπτη σελήνη που φωτίζει αστραπιαία το άλλο περιοδικό ημισφαίριο, εκείνο της δημιουργικής απόγνωσής μας. Τώρα που το σκέπτομαι, περίεργο, δεν έχω καταλήξει τι είναι πιο χρονοβόρο, να μιλώ σε άνθρωπο ή να αγκαλιάζω τον Θεό με την ανημπόρια μιας προσευχής;

Όπως και να ναι εμμένω στην προσευχή κι ας θεωρείται πως είναι ένα αναχρονιστικό κουτί παραπόνων ξέχειλο, ξεχασμένο, μια εικόνα παραμελημένης, προαποφασισμένα αταχυδρόμητης ανάγκης. Γι’ αυτό και εμμένω. Επειδή η εμμονή είναι ένα χρέος απέναντι στον όρκο που δώσαμε στην ελπίδα, ότι δεν θα την εγκαταλείψουμε ποτέ, ούτε κι όταν εκείνη μας εγκαταλείψει.
Εντούτοις, ολωσδιόλου απελπισμένη, μπαλώνοντας και τσοντάροντας διάφορες πολυφορεμένες επινοήσεις, έδωσα σ’ αυτή την ομιλία έναν τίτλο εν γνώσει μου ότι δεν παραπέμπει σε πνευματικό άνθρωπο, όπως τουλάχιστον τον θέλει η συνταγή, να είναι ηγέτης της απήχησής του στα προβλήματα της ανθρωπότητας.

Εγώ απλώς διασωληνώνω. Γιατί όσο εντατική κι αν είναι η ματαιοπονία, μόνη της δεν τα βγάζει πέρα, χρειάζεται και επιβλέποντες.

Αν ο επίμαχος τίτλος μιμείται κάπως το χρησμό: ήξεις αφήξεις ουκ… είναι γιατί όταν μου ζητήθηκε για διαδικαστικούς λόγους το θέμα της ομιλίας ήταν ακόμα στο στάδιο του πανικού.

Κι αλήθεια, πανικό μου προκαλούσε η σκέψη ότι θα είχα, με μόνο εφόδιο τη δυστοκία μου, να εκστρατεύσω εναντίον είκοσι τουλάχιστον σελίδων που τα εδάφη τους ήταν ήδη κατεχόμενα από το πολεμοχαρές λευκό κενό. Ότι θα έπρεπε να στρατολογήσω κάπου πέντε χιλιάδες λέξεις. Οι άξιες εθελόντριες λέξεις, λιγοστές πάντα προσέρχονται. Αντίθετα, αφθονούν οι κακοποιημένες από το βιοπορισμό και την τυποποίηση, όπως κι εκείνες που λιποτακτούν στα δύσκολα, και που είναι συνήθως τα κακομαθημένα, απόλεμα, νόθα παιδιά της φαντασίας. Ανάμεσα, οι απρόβλεπτες λέξεις, οι φανατισμένες, καμικάζι που ανατινάζουν κάθε τόσο αθώους, άμαχους, χειρισμούς του λόγου.

Ποτέ, σε ποίημα ή προσευχή – το ίδιο κάνει – ούτε σε επιστολή ή σε απώλεια – το ίδιο κάνει – δε βάζω τίτλο.

Ο τίτλος μου είναι αλυσίδες. Δε με αφήνει να απελευθερωθώ από κει που ξεκίνησα και που όσο συνεχίζω, το βλέπω, άγονη γη που κατακτώ. Ενώ χωρίς τίτλο, λοξοδρομώ, και χαράζοντας επιτόπου ψευδοπεράσματα δοκιμάζω να κατευθύνομαι προς όπου μισοακούγεται θολός ήχος τρεχούμενων νερών. Φτάνοντας, και λάθος να δω ότι έκανα και νερά να μην τρέχουν, ούτε σταγόνα, δεν έχει σημασία. Εγώ πάντως το μικρό σταμνάκι μου πρόφτασα καθ’ οδόν να το γεμίσω με τον ήχο της αναβλύζουσας νοερότητας.

Ίσως πολλοί να εξέλαβαν αυτόν τον βεβιασμένο τίτλο ενός τυχοδιώκτη και άλλοι ως επαίτη. Το δεύτερο δεν προσβάλλει.

Καθετί σχεδόν που επιχειρούμε την επιτυχία επαιτεί από τη διερχόμενη τύχη. Και η προσευχή αυτό κάνει. Τείνει την άδεια παλάμη της, περιμένοντας να την ελεήσει η πίστη με Θεό.

Η πιο αλήθεια είναι ότι αυτός ο τίτλος επικράτησε ως ένας έντιμος βιογράφος της απόλυτης αδυναμίας μου να επικεντρωθώ σε ένα μόνο θέμα με στόχο του την εξαντλητική ευθεία, χωρίς πλαγιοδρομήσεις, ανάπτυξή του. Δεν ξέρω πώς να το ανεφοδιάζω κάθε τόσο με την κινητήρια εξέλιξη, πώς να ιεραρχήσω τις σημασίες, τι κενό πρέπει να αφήνω μεταξύ της σημασίας και της επιρροής που ασκεί πάνω μας, ώστε να μπορούμε να ανατρέπουμε την ιεράρχηση ανάλογα με τα συμφέροντα των συγκυριών. Ευκολότερα θα κατάφερνα να υφάνω μεταξωτούς ρόλους με νήμα αγκαθιών παρά μια λεία πλοκή με ατσάλινο νήμα συνέπειας, ορθολογισμού.

… μόνο αν μου δάνειζε ο Ηρακλής κάποιους από τους χειροδύναμους άθλους του, θα μπορούσα να κόβω τα αναφυόμενα συνεχώς κεφάλια της Λερναίας κοινοτοπίας, της υποτονικότητας, των χασμωδιών, να μπορώ να εξοντώνω τις στυμφαλίδες όρνιθες του πλατειασμού, που με τα χάλκινα ράμφη τους κατασπαράζουν την ακριβολογία, και ποιος τάχα άθλος θα με βοηθούσε να κρατώ τα χαλινάρια του ειρμού, που τόσο εύκολα αφηνιάζει γκρεμίζοντάς σε στο παραλήρημα.

Πιστεύω ακράδαντα πως όταν ο λόγος οδοιπορεί, ανάλαφρα σοφό είναι, το χιούμορ, κατά διαστήματα, να πηγαίνει καβάλα στην πλάτη της σοβαρότητας. Για να ξεκουράζεται η ίδια από το δικό της βάρος. Θα την πείσω να το δεχτεί; Κι αν ακόμα την πείσω, θα καταφέρω να προκύψει πράγματα ξεκούραστος ο λόγος;

Επιπλέον θα πρέπει να συγκρατώ τη φανατική κριτική που ανεπιφύλακτα σπεύδει να τσαλαπατάει τις φωλιές των καρπερών επαναλήψεων που συναντά στο διάβα της. Πράγματι αφθονούν σε κάποια κείμενα οι επαναλήψεις. Συνήθως, κλωτσάνε τα ίδια σχεδόν μπαγιάτικα αυγά τους. Αλλά αν το καλοσκεφτούμε, κι εμείς για να σώσουμε αυτό το ίδιο μπαγιάτικο αγωνιζόμαστε να ζήσουμε τόσο διαφορετικά.

Τι αξιολάτρευτο που είναι εντούτοις αυτό το οξύμωρο σχήμα του αγώνα μας.

Ο λόγος που θέλω να προστατεύω αυτές τις φωλιές των επαναλήψεων από την απόρριψη δεν είναι γιατί είμαι κι εγώ μια αναπόφευκτη επανάληψή μου, αλλά επειδή τίποτα δεν αποκλείει, μέσα σε κάποια απ΄ αυτές τις φωλιές, και μέσα στην κεκτημένη θερμοκρασία των επαναλήψεων, να επωάζει το νωθρό χρόνο της κάποια Σάρα ανανέωση.

… η γλώσσα: αυτή η Σταχτοπούτα της έκφρασης. Τι ωραίο παραμύθι. Αλλά όχι και τόσο παραμύθι. Η κακιά μητριά της, η σιωπή, αληθεύει.

Η γλώσσα, με το εξαίσιο χάρισμα να συλλαμβάνει τι εννοεί η άφωνη αγωνία, απλώς και μόνο διαβάζοντας το ανεπαίσθητο σάλεμα των χειλιών της.

Η γλώσσα, αυτό το ελιξίριο της νεότητας για τους γερασμένους τρόπους των αναστεναγμών.

Οι συναρπαστικοί μονόλογοι της γλώσσας. Θα διασωθεί άραγε κάτι απ’ αυτούς; Λίγα πράγματα. Όσα προφταίνει να κρυφακούσει η μνήμη του χαρτιού. Εξυπακούεται ότι το χαρτί είναι ο μονόλογος της μνήμης μας.

(Απόσπασμα από ομιλία της στην αρχαιολογική εταιρεία)

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

Οἷσιν ἐπὶ Ζεὺς θῆκε κακὸν μόρον...

"Οἷσιν ἐπὶ Ζεὺς θῆκε κακὸν μόρον, ὡς καὶ ὀπίσσω ἀνθρώποισι πελώμεθ’ ἀοίδιμοι ἐσσομένοισι" ΙΛΙΑΔΑ, Ζ 357-358
(Άχαρη μοίρα ο Δίας μας έγραψε, πολυτραγουδημένο μες στους ανθρώπους τους μελλούμενους να μείνει τ᾿ όνομά μας)
Και ποιός θεός τούς όρισε ν’ αγαπηθούν πολύ 
κι απ’ την αγάπη τους να γίνουν ποίημα του Θανάτου;...

https://yannisstavrou.blogspot.com 

Γιώργης Παυλόπουλος
Ελένη

"Οἷσιν ἐπὶ Ζεὺς θῆκε κακὸν μόρον, 
ὡς καὶ ὀπίσσω ἀνθρώποισι πελώμεθ’ ἀοίδιμοι ἐσσομένοισι" 
ΙΛΙΑΔΑ, Ζ 357-358 

Πάλι γυμνή στην αγκαλιά του απόψε
όμως ο νους της γύριζε στο άλλο της κρεβάτι.

Πρώτη φορά που ένιωσε τον πόθο του αλλιώτικο
πρώτη φορά την τρόμαζαν ο έρωτας κι η νύχτα.

Χάμω στο πάτωμα τα ξεσκισμένα πέπλα της
κι η τρυπημένη ασπίδα του, παντοτινή ντροπή.

Μα ποιός αποφασίζει για το σώμα της, ποιός φταίει
που η ομορφιά της θ’ αφανίσει αύριο την Τροία;

Και ποιός θεός τούς όρισε ν’ αγαπηθούν πολύ
κι απ’ την αγάπη τους να γίνουν ποίημα του Θανάτου;

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2018

12 Οκτωβρίου 1944

Η απελευθέρωση της Αθήνας από την γερμανική κατοχή
Σαν σήμερα!

https://yannisstavrou.blogspot.com