χείμαρρος ίσκιων είμαστε,
αυτοί είναι ο σπόρος που στ’ όνειρο φυτρώνει.
Και το αλάργεμά τους είναι το μόνο που μας απομένει...
*
siamo noi la fiumana d’ombre,
sono esse il grano che ci scoppia in sogno
loro è la lontananza che ci resta...
Γιάννης Σταύρου, Αλλαγή βάρδιας, λάδι σε καμβά
Τζουζέπε Ουνγκαρέτι
La Pietà
II.
Σάρκα μελαγχολική
που κάποτε πάνω σου περίσσευε η χαρά,
μάτια απ’ το κουρασμένο ξύπνημα μισόκλειστα,
βλέπεις, ώριμη ψυχή,
τι θα γενώ, πέφτοντας μες στο χώμα;
Είναι μες στους ζωντανούς ο δρόμος των νεκρών,
χείμαρρος ίσκιων είμαστε,
αυτοί είναι ο σπόρος που στ’ όνειρο φυτρώνει.
Και το αλάργεμά τους είναι το μόνο που μας απομένει.
Δικός τους κι ο ίσκιος που βαραίνει στα ονόματα.
Η ελπίδα ενός σωρού από ίσκιους
είναι η μοίρα μας και τίποτ’ άλλο;
Και συ, Θεέ μου, δεν θα ’σουν παρά ένα όνειρο μονάχα;
Ένα όνειρο τουλάχιστον όπου, αλόγιστα,
ζητούμε να σου μοιάσουμε.
Γέννημα είναι καθαρής τρέλας.
Δεν τρεμοπαίζει στ’ ακροβλέφαρα
καθώς σε σύννεφα κλαδιών
τα πρωινά σπουργίτια.
Μέσα μας είναι κι ατονεί, μυστήρια πληγή.
(μετ. Ευαγγελία Πολύμου)
Giuseppe Ungaretti
La Pietà
II.
Malinconiosa carne
dove una volta pullulò la gioia,
occhi socchiusi del risveglio stanco,
tu vedi, anima troppo matura,
quel che sarò, caduto nella terra?
È nei vivi la strada dei defunti,
siamo noi la fiumana d’ombre,
sono esse il grano che ci scoppia in sogno,
loro è la lontananza che ci resta,
e loro è l’ombra che dà peso ai nomi,
la speranza d’un mucchio d’ombra
e null’altro è la nostra sorte?
E tu non saresti che un sogno, Dio?
Almeno un sogno, temerari,
vogliamo ti somigli.
È parto della demenza più chiara.
Non trema in nuvole di rami
Come passeri di mattina
Al filo delle palpebre.
In noi sta e langue, piaga misteriosa.
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...
Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θαλασσινά τοπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θαλασσινά τοπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 19 Μαρτίου 2017
Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016
Τα αιώνια κύματα...
Η θάλασσα οριοθέτησε τη γη ή η γη τη θάλασσα;
Αντλούσαν και τα δυο νέα σημασία απ' των κυμάτων τη σύγκρουση.
Η θάλασσα ξέσπασε στη γη με απόλυτη ταυτότητα...
Γιάννης Σταύρου, Θύελλα στη θάλασσα, λάδι σε καμβά
Σέιμους Χίνι
Αν δεν ήμουν ξύπνιος
Αν δεν ήμουν ξύπνιος δεν θα τον είχα ακούσει,
Εναν άνεμο που σηκώθηκε και στροβιλιζόταν ώσπου στη στέγη
χόρευαν ρυθμικά τα βιαστικά φύλλα του σφενδάμου
Και με ξύπνησε, μ' έκανε να χορεύω ο ίδιος,
Γεμάτος ενέργεια και σφρίγος σαν ηλεκτρικός φράχτης:
Αν δεν ήμουν ξύπνιος δεν θα τον είχα ακούσει,
Ηρθε κι έφυγε τόσο αναπάντεχα
Κι έμοιαζε επικίνδυνα,
Να επιστρέφει σαν ζώο στο σπίτι,
Μια μαντατοφόρος ριπή που εκεί, τότε,
Παρέκκλινε από το συνηθισμένο. Αλλά ποτέ
Αλλοτε. Και όχι τώρα.
(μετ. Βασίλης Μανουσάκης)
Οι εραστές των Νήσων Aραν
Τα αιώνια κύματα, φωτεινά, σκόρπιζαν, σαν σπασμένο γυαλί,
Εφθαναν εκθαμβωτικά τριγύρω, μέσα στα βράχια,
Ερχονταν γυαλοκοπώντας, απομακρυσμένα από τις Αμερικές
Να κάνουν δικά τους τα Aραν. Ή μήπως τα Αραν βιάστηκαν
Να ρίξουν φαρδιές αγκαλιές βράχων γύρω από μια παλίρροια
Που παραδόθηκε σε μιαν άμπωτη, σε μιαν απαλή συντριβή;
Η θάλασσα οριοθέτησε τη γη ή η γη τη θάλασσα;
Αντλούσαν και τα δυο νέα σημασία απ' των κυμάτων τη σύγκρουση.
Η θάλασσα ξέσπασε στη γη με απόλυτη ταυτότητα.
(μετ. Γιώργος Αλισάνογλου)
Ενα ποτήρι νερό
Κάθε πρωί ερχόταν νερό να πάρει
Παραπατώντας στον αγρό σαν νυχτερίδα γέρικη:
Ο βήχας της αντλίας, το κροτάλισμα του κουβά
Και το αργό ντιμινουέντο του, όπως γέμιζε,
Tην παρουσία της σήμαιναν. Θυμάμαι
Την γκρίζα της ποδιά, το βρόμικο λευκό βερνίκι
Του ξέχειλου κουβά και τη φωνή της να τρίζει
Διαπεραστικά σαν τη λαβή της αντλίας.
Τις νύχτες, όταν ανέτειλε η πανσέληνος πάνω από τη στέγη της,
Εμπαινε απ' το παράθυρό της και απόμενε
Μες στο νερό που ήταν αφημένο στο τραπέζι.
Εκεί που βούτηξα να πιω ξανά, για να μαι
Πιστός στη νουθεσία του ποτηριού της,
«Τον δωρητή θυμήσου» που αχνόσβηνε στο χείλος.
(μετ. Γιάννης Δούκας)
Αντλούσαν και τα δυο νέα σημασία απ' των κυμάτων τη σύγκρουση.
Η θάλασσα ξέσπασε στη γη με απόλυτη ταυτότητα...
Γιάννης Σταύρου, Θύελλα στη θάλασσα, λάδι σε καμβά
Σέιμους Χίνι
Αν δεν ήμουν ξύπνιος
Αν δεν ήμουν ξύπνιος δεν θα τον είχα ακούσει,
Εναν άνεμο που σηκώθηκε και στροβιλιζόταν ώσπου στη στέγη
χόρευαν ρυθμικά τα βιαστικά φύλλα του σφενδάμου
Και με ξύπνησε, μ' έκανε να χορεύω ο ίδιος,
Γεμάτος ενέργεια και σφρίγος σαν ηλεκτρικός φράχτης:
Αν δεν ήμουν ξύπνιος δεν θα τον είχα ακούσει,
Ηρθε κι έφυγε τόσο αναπάντεχα
Κι έμοιαζε επικίνδυνα,
Να επιστρέφει σαν ζώο στο σπίτι,
Μια μαντατοφόρος ριπή που εκεί, τότε,
Παρέκκλινε από το συνηθισμένο. Αλλά ποτέ
Αλλοτε. Και όχι τώρα.
(μετ. Βασίλης Μανουσάκης)
Οι εραστές των Νήσων Aραν
Τα αιώνια κύματα, φωτεινά, σκόρπιζαν, σαν σπασμένο γυαλί,
Εφθαναν εκθαμβωτικά τριγύρω, μέσα στα βράχια,
Ερχονταν γυαλοκοπώντας, απομακρυσμένα από τις Αμερικές
Να κάνουν δικά τους τα Aραν. Ή μήπως τα Αραν βιάστηκαν
Να ρίξουν φαρδιές αγκαλιές βράχων γύρω από μια παλίρροια
Που παραδόθηκε σε μιαν άμπωτη, σε μιαν απαλή συντριβή;
Η θάλασσα οριοθέτησε τη γη ή η γη τη θάλασσα;
Αντλούσαν και τα δυο νέα σημασία απ' των κυμάτων τη σύγκρουση.
Η θάλασσα ξέσπασε στη γη με απόλυτη ταυτότητα.
(μετ. Γιώργος Αλισάνογλου)
Ενα ποτήρι νερό
Κάθε πρωί ερχόταν νερό να πάρει
Παραπατώντας στον αγρό σαν νυχτερίδα γέρικη:
Ο βήχας της αντλίας, το κροτάλισμα του κουβά
Και το αργό ντιμινουέντο του, όπως γέμιζε,
Tην παρουσία της σήμαιναν. Θυμάμαι
Την γκρίζα της ποδιά, το βρόμικο λευκό βερνίκι
Του ξέχειλου κουβά και τη φωνή της να τρίζει
Διαπεραστικά σαν τη λαβή της αντλίας.
Τις νύχτες, όταν ανέτειλε η πανσέληνος πάνω από τη στέγη της,
Εμπαινε απ' το παράθυρό της και απόμενε
Μες στο νερό που ήταν αφημένο στο τραπέζι.
Εκεί που βούτηξα να πιω ξανά, για να μαι
Πιστός στη νουθεσία του ποτηριού της,
«Τον δωρητή θυμήσου» που αχνόσβηνε στο χείλος.
(μετ. Γιάννης Δούκας)
Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2015
φασματικό καράβι...
Οι φύλακες, που εξόριστοι σ’ έρημους φάρους ζούνε,
βουβοί το βλέπουν, μες στο δέος των παγωμένων πόλων,
να πλέει, τεράστιο φάντασμα, ενώ ένα φως γαλάζιο
πένθιμα αυγάζει ως σπαραγμένη ελπίδα στον ιστό του.
Το άρμενο αυτό δε λίκνισαν του αρχιπελάγους οι αύρες
κι ούτε οι φαιδροί των αλμπατρός κρωγμοί σ’ αυτό
εμηνύσαν...
Γιάννης Σταύρου, Θαλασσινή ιστορία (πολύπτυχο), λάδι
Καίσαρ Εμμανουήλ
Νυχτερινή Φαντασίωση
Νύχθ’ υπό λυγαίαν
ΑΠΟΛΛ. ΡΟΔ.
Ω! νάτο πάλι αυτό το ισχνό, φασματικό καράβι!
Βουβό, όπως πάντα, στα νεκρά νερά κυλάει απόψε,
ίσκιος θολός που εγέννησε μια νύχτα εβένινη, όταν
πίσσα και θειάφι η Τρικυμία μέσα στα χάη ξερνούσε.
Πέρα απ’ τα βάθη ερεβικών ξεκίνησε οριζόντων.
Στην πρύμη του, όπου ορθώνεται, όρνεο πανάρχαιο,
ο Χάρος,
μια μαύρη κι ανεμόδαρτη παντιέρα είναι στημένη
από τα νέφη της Νοτιάς τα θυελλικά υφασμένη.
Οι φύλακες, που εξόριστοι σ’ έρημους φάρους ζούνε,
βουβοί το βλέπουν, μες στο δέος των παγωμένων πόλων,
να πλέει, τεράστιο φάντασμα, ενώ ένα φως γαλάζιο
πένθιμα αυγάζει ως σπαραγμένη ελπίδα στον ιστό του.
Το άρμενο αυτό δε λίκνισαν του αρχιπελάγους οι αύρες
κι ούτε οι φαιδροί των αλμπατρός κρωγμοί σ’ αυτό
εμηνύσαν
πως κάτω απ’ τα σαπφείρινα των παραλλήλων τόξα,
καθώς αργά πέφτει η ζεστή, βαλσαμική αμφιλύκη,
σα μια γυναίκα ερωτική δίνεται αβρά το κύμα
μες στην αγκάλη ειρηνικών κι ευωδιασμένων κόλπων:
πάνω από θάλασσες στυγνές τα μαύρα ιστία του ορθρίζαν,
καθώς πικρές κι ανήμερες μελλοθανάτων σκέψεις.
Μες στους ατμούς της γαλανής κι απατηλής ομίχλης
οι πόλοι αλλάζαν κι έπαιρναν μια νέα τεράτινη όψη:
εκεί ήλιοι ωχροί, στις παναρχαίες τροχιές τους παγωμένοι,
λάμπαν στους άδειους ουρανούς σαν κρύα, φασμάτινα
άνθη.
Είδε νησιά μυστηριακά από σκοτεινό βασάλτη
κάτω απ’ την πύρινη βροχή να θάβονται ηφαιστείων,
και μ’ ένα βούισμα, σα ν’ αχούν σήμαντρα υπόγεια πλήθος,
στ’ άναστρα βάθη να κυλούν των ωκεανείων αβύσσων!
Στο πέρασμά του εκήδευε τους αυλωδούς ανέμους:
Αν κάτι εστέναζε πικρά στις αχερούσιες νύχτες,
δεν ήταν ο άνεμος: οι ωχρές ψυχές των ναυαγών του
στην πένθιμη άρπα ολόλυζαν των σκοτεινών ιστών του.
Το άρμενο αυτό δεν άραξε σε ειρηνικό λιμάνι
(η Ειρήνη απάνω του έφευγε σαν τρομαγμένη αλκυόνα!)
Προαιώνιο φάσμα αλητικό, οιωνός στυγνών θανάτων,
αδιάφορο είδε να γερνούν ήλιοι, ουρανοί και πόντοι.
Και πλέει, και πλέει αυτό το ισχνό κι εφιαλτικό καράβι.
Μόνοι του σύντροφοι, ουραγοί πιστοί των ταξιδιών του,
κάτι πουλιά φασματικά το ακολουθάνε πάντα–
μια συνοδεία από φέρετρα μετέωρα δίχως στάση!
βουβοί το βλέπουν, μες στο δέος των παγωμένων πόλων,
να πλέει, τεράστιο φάντασμα, ενώ ένα φως γαλάζιο
πένθιμα αυγάζει ως σπαραγμένη ελπίδα στον ιστό του.
Το άρμενο αυτό δε λίκνισαν του αρχιπελάγους οι αύρες
κι ούτε οι φαιδροί των αλμπατρός κρωγμοί σ’ αυτό
εμηνύσαν...
Γιάννης Σταύρου, Θαλασσινή ιστορία (πολύπτυχο), λάδι
Καίσαρ Εμμανουήλ
Νυχτερινή Φαντασίωση
Νύχθ’ υπό λυγαίαν
ΑΠΟΛΛ. ΡΟΔ.
Ω! νάτο πάλι αυτό το ισχνό, φασματικό καράβι!
Βουβό, όπως πάντα, στα νεκρά νερά κυλάει απόψε,
ίσκιος θολός που εγέννησε μια νύχτα εβένινη, όταν
πίσσα και θειάφι η Τρικυμία μέσα στα χάη ξερνούσε.
Πέρα απ’ τα βάθη ερεβικών ξεκίνησε οριζόντων.
Στην πρύμη του, όπου ορθώνεται, όρνεο πανάρχαιο,
ο Χάρος,
μια μαύρη κι ανεμόδαρτη παντιέρα είναι στημένη
από τα νέφη της Νοτιάς τα θυελλικά υφασμένη.
Οι φύλακες, που εξόριστοι σ’ έρημους φάρους ζούνε,
βουβοί το βλέπουν, μες στο δέος των παγωμένων πόλων,
να πλέει, τεράστιο φάντασμα, ενώ ένα φως γαλάζιο
πένθιμα αυγάζει ως σπαραγμένη ελπίδα στον ιστό του.
Το άρμενο αυτό δε λίκνισαν του αρχιπελάγους οι αύρες
κι ούτε οι φαιδροί των αλμπατρός κρωγμοί σ’ αυτό
εμηνύσαν
πως κάτω απ’ τα σαπφείρινα των παραλλήλων τόξα,
καθώς αργά πέφτει η ζεστή, βαλσαμική αμφιλύκη,
σα μια γυναίκα ερωτική δίνεται αβρά το κύμα
μες στην αγκάλη ειρηνικών κι ευωδιασμένων κόλπων:
πάνω από θάλασσες στυγνές τα μαύρα ιστία του ορθρίζαν,
καθώς πικρές κι ανήμερες μελλοθανάτων σκέψεις.
Μες στους ατμούς της γαλανής κι απατηλής ομίχλης
οι πόλοι αλλάζαν κι έπαιρναν μια νέα τεράτινη όψη:
εκεί ήλιοι ωχροί, στις παναρχαίες τροχιές τους παγωμένοι,
λάμπαν στους άδειους ουρανούς σαν κρύα, φασμάτινα
άνθη.
Είδε νησιά μυστηριακά από σκοτεινό βασάλτη
κάτω απ’ την πύρινη βροχή να θάβονται ηφαιστείων,
και μ’ ένα βούισμα, σα ν’ αχούν σήμαντρα υπόγεια πλήθος,
στ’ άναστρα βάθη να κυλούν των ωκεανείων αβύσσων!
Στο πέρασμά του εκήδευε τους αυλωδούς ανέμους:
Αν κάτι εστέναζε πικρά στις αχερούσιες νύχτες,
δεν ήταν ο άνεμος: οι ωχρές ψυχές των ναυαγών του
στην πένθιμη άρπα ολόλυζαν των σκοτεινών ιστών του.
Το άρμενο αυτό δεν άραξε σε ειρηνικό λιμάνι
(η Ειρήνη απάνω του έφευγε σαν τρομαγμένη αλκυόνα!)
Προαιώνιο φάσμα αλητικό, οιωνός στυγνών θανάτων,
αδιάφορο είδε να γερνούν ήλιοι, ουρανοί και πόντοι.
Και πλέει, και πλέει αυτό το ισχνό κι εφιαλτικό καράβι.
Μόνοι του σύντροφοι, ουραγοί πιστοί των ταξιδιών του,
κάτι πουλιά φασματικά το ακολουθάνε πάντα–
μια συνοδεία από φέρετρα μετέωρα δίχως στάση!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




