t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Π. Κονδύλης: για τους Έλληνες διανοούμενους...

 Γιάννης Σταύρου, Καφές & βιβλία, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Θα ήταν βέβαια μάταιο ν’ αναμένει κανείς από τους συγκαιρινούς Έλληνες διανοουμένους να δώσουν εκείνοι ό,τι αδυνατεί να δώσει ο κατά τεκμήριο αρμοδιότερος «πολιτικός κόσμος».
 

Όχι μόνον επειδή οι ίδιοι είναι κατακερματισμένοι σε ομάδες επίσης κατακερματισμένες σε εν πολλοίς αυτιστικά άτομα, όχι μόνον επειδή η γενική τους μόρφωση θυμίζει ως προς το ποιόν και τη συγκρότησή της τον αεριτζίδικο και αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα της ελληνικής οικονομικής δραστηριότητας, όχι μόνον επειδή για τις παγκόσμιες πολιτικοοικονομικές εξελίξεις γνωρίζουν συνήθως ακόμα λιγότερα και από τα όσα επιφανειακά και ασυνάρτητα γράφονται στις ελληνικές εφημερίδες, αλλά και για έναν πρόσθετο λόγο: επειδή αντιλαμβάνονται την πολιτική με βάση φιλολογικές ή ηθικολογικές κατηγορίες και επιχειρούν πολιτικές αποφάνσεις στο επίπεδο των αντίστοιχων νερουλών γενικεύσεων.

Πλείστοι όσοι «αριστεροί» διανοούμενοι πέρασαν τη ζωή τους κανοναρχώντας ότι η οικονομία είναι η «βάση» και τα υπόλοιπα το «εποικοδόμημα», χωρίς ωστόσο ποτέ τους να πληροφορηθούν τι σημαίνει εθνικό εισόδημα ή ισοζύγιο πληρωμών και χωρίς ποτέ να προσπαθήσουν να κατανοήσουν τα συγκεκριμένα προβλήματα της χώρας τους ξεκινώντας (και) από τέτοια μεγέθη.

Γι’ άλλους πάλι, οι οποίοι κηρύσσουν .την υπεροχή ή και την παντοδυναμία τού «πολιτισμού» η τού «πνεύματος», η αφ’ υψηλού θεώρηση ή η άγνοια οικονομικών, γεωπολιτικών ή στρατιωτικών παραγόντων μπορεί και ν’ αποτελεί περίπου τίτλο τιμής.

Βεβαίως, μία παλαιά και δόκιμη κοινωνιολογική διάκριση μας λέει ότι διανοούμενος και επιστήμονας είναι δύο διαφορετικά πράγματα, εφ’ όσον κύριο μέλημα του δεύτερου είναι η συναγωγή πορισμάτων από τη μεθοδευμένη συλλογή και ταξινόμηση εμπειρικού υλικού, ενώ ο πρώτος ενδιαφέρεται περισσότερο να εμφανισθεί ως ταγός της κοινωνίας μέσω της διακήρυξης διαφόρων ηθικών, αισθητικών και άλλων ιδεωδών.

Απ’ αυτή την άποψη δεν θα έπρεπε να περιμένει κανείς από Έλληνες διανοουμένους να προσφέρουν ό,τι εξ ορισμού δεν μπορούν να δώσουν.
Παναγιώτης Κονδύλης

Πηγή
http://logikiellada.blogspot.com/#ixzz2DR3H6FUN

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Μόνη ελπίδα η τεχνητή νοημοσύνη...

Λέτε να βρέθηκε η λύση;

Επιτέλους να...απαλλαγούμε από τον ταχύτατα αυξανόμενο βάρβαρο εκφυλισμό του είδους μας;

Ήρθε η ώρα της τεχνητής νοημοσύνης...

 Θαλής Παπακωνσταντίνου, Σχέδιο

Ακολουθεί σχετικό άρθρο:  
Πρώτο Θέμα, 26-11-2012

Θέμα χρόνου οι υπολογιστές να απειλήσουν την ίδια μας την ύπαρξη

Κορυφαίοι διανοητές και επιστήμονες του βρετανικού πανεπιστημίου Κέμπριτζ ανησυχούν ότι είναι θέμα χρόνου τα επιτεύγματα της σύγχρονης τεχνολογίας, ιδίως οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, να γίνουν τόσο έξυπνοι και ικανοί, που να στραφούν εναντίον των ανθρώπων που τους δημιούργησαν, απειλώντας έτσι την ίδια την ύπαρξη της ανθρωπότητας.

Γι' αυτό το λόγο, ορισμένοι επιφανείς ακαδημαϊκοί αποφάσισαν να πάρουν πιο σοβαρά το ζήτημα και να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να δημιουργήσουν εντός του 2013 ένα νέο επιστημονικό Κέντρο για τη Μελέτη του Υπαρξιακού Κινδύνου (www.cser.org).

Μεταξύ των πρωτεργατών της πρωτοβουλίας είναι ο Χάου Πράις, καθηγητής φιλοσοφίας στην έδρα «Μπέρτραντ Ράσελ», ο βασιλικός αστρονόμος και καθηγητής κοσμολογίας και αστροφυσικής λόρδος Μάρτιν Ρις, μέχρι πρόσφατα πρόεδρος της Βασιλικής Εταιρίας Επιστημών, καθώς και ο προγραμματιστής λογισμικού Γιαν Τάλιν, ένας από τους ιδρυτές του Skype και εσχάτως «ευαγγελιστής» των δυνητικών τεχνο-απειλών.

Το νέο Κέντρο θα καταπιαστεί με κάθε τεχνολογία και ανθρωπογενές φαινόμενο που μπορεί να απειλήσει την ύπαρξη της ανθρωπότητας, όπως η βιοτεχνολογία- συνθετική βιολογία, η νανοτεχνολογία, η ακραία κλιματική αλλαγή και η τεχνητή νοημοσύνη.

Όπως είπε ο Πράις, σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση του βρετανικού πανεπιστημίου, «στην περίπτωση της τεχνητής νοημοσύνης, κάποια στιγμή, σε αυτόν ή τον επόμενο αιώνα, μπορεί να αντιμετωπίσουμε μία από τις μείζονες μεταβολές στην ανθρώπινη -ίσως και ακόμα και στην κοσμική- ιστορία, όταν η τεχνητή νοημοσύνη θα ξεφύγει πια από τους περιορισμούς της βιολογίας». Στο μέλλον, προειδοποίησε, «όταν δεν θα είμαστε πλέον τα εξυπνότερα όντα στον πλανήτη», η ανθρωπότητα μπορεί να βρίσκεται «στο έλεος μηχανών που δεν θα είναι κακόβουλες, απλώς τα ενδιαφέροντά τους δεν θα μας συμπεριλαμβάνουν».

«Πρέπει να πάρουμε σοβαρά την πιθανότητα ότι ίσως κάποια στιγμή θα ανοίξει το "κουτί της Πανδώρας" εξαιτίας της τεχνητής νοημοσύνης και τότε μπορεί να αποδειχτεί καταστροφική. Μπορεί να φθάσει κάποτε η κρίσιμη στιγμή που οι υπολογιστές θα αποκτήσουν την ανθρώπινη ικανότητα να γράφουν τα δικά τους προγράμματα λογισμικού και να αναπτύσσουν τις δικές τους τεχνολογίες, αφήνοντας πλέον για πάντα πίσω τους την ανθρωπότητα», πρόσθεσε.

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Χαθείτε με τη μία, δάση κι ωκεανοί...

Τ' αστέρια πια να σβήσουνε, καμμιά δε τα 'χω χρεία...
Κρύψτε το φως του φεγγαριού... Και βγάλτε μου παρακαλώ
τον ήλιο απ' τη πρίζα... Χαθείτε με τη μία,
δάση κι ωκεανοί... Τίποτε πια για 'με δε θα 'ν' καλό...

Γιάννης Σταύρου, Βιβλία, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Γ.Χ. Ώντεν

Funeral Blues

Σταμάτα χρόνε πια κι εσείς τηλέφωνα σιγήστε...
Με κάποιο κόκαλο γλυκό συχάστε το σκυλί...
Σιωπήστε πιάνα. Σιγανό τύμπανο ξεκινήστε...
Βγάλτε το φέρετρο σιγά, που μοιρολόι καλεί...

Ας κάνουν τ' αερόπλανα κύκλους εκεί ψηλά,
γράφοντας "ΧΑΘΗΚΕ", στο σκοτισμένον ουρανό...
Φορέστε κρέπια πένθιμα στα περιστέρια τα λευκά...
Με μαύρα γάντια, οι τροχονόμοι να βγουν' στο δειλινό...

Ήταν Βορράς και Νότος μου, Δύση κι Ανατολή μου,
της Κυριακής η ανάπαυση κι οι καθημερινές μου,
απόγιομα, μεσάνυχτα, σιωπή μα και φωνή μου!
Λάθος... Για πάντα πίστεψα ετούτες τις χαρές μου...

Τ' αστέρια πια να σβήσουνε, καμμιά δε τα 'χω χρεία...
Κρύψτε το φως του φεγγαριού... Και βγάλτε μου παρακαλώ
τον ήλιο απ' τη πρίζα... Χαθείτε με τη μία,
δάση κι ωκεανοί... Τίποτε πια για 'με δε θα 'ν' καλό...

Wystan Hugh Auden

Funeral Blues

Stop all the clocks, cut off the telephone,

Prevent the dog from barking with a juicy bone.

Silence the pianos and with muffled drum

Bring out the coffin, let the mourners come.
Let aeroplanes circle moaning overhead

Scribbling on the sky the message He is Dead,

Put crépe bows round the white necks of the public
doves,

Let the traffic policemen wear black cotton gloves.
He was my North, my South, my East and West,

My working week and my Sunday rest,

My noon, my midnight, my talk, my song,

I thought that love would last forever: I was wrong
The stars are not wanted now, put out every one;

Pack up the moon and dismantle the sun;

Pour away the ocean and sweep up the wood.

For nothing now can ever come to any good.

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

μια προσπάθεια του μοναχικού ανθρώπου να δημιουργήσει μια τεχνητή και ιδανική τάξη...

Χωρίς υπερβολή μπορεί να πει κανείς ότι η κοινή γλώσσα είναι καρπός της αταξίας του κοινωνικού βίου, γιατί τα πάσης φύσεως όντα, υποταγμένα σε πλήθος συνθηκών και αναγκών, τη δέχονται και τη μεταχειρίζονται για να εξυπηρετούν καλύτερα τις επιθυμίες και τα συμφέροντά τους και να καθορίζουν τις μεταξύ τους σχέσεις. 
Αντίθετα, η γλώσσα του ποιητή, όσο κι αν χρησιμοποιεί αναγκαστικά τα στοιχεία που της παρέχει η απογραφική αταξία, συνιστά μια προσπάθεια του μοναχικού ανθρώπου να δημιουργήσει μια τεχνητή και ιδανική τάξη, χρησιμοποιώντας ένα υλικό χυδαίας καταγωγής.

Πωλ Βαλερύ
Η καθαρή ποίηση

Μεγάλος θόρυβος δημιουργήθηκε στον κόσμο (και κόσμο εννοώ τα πιο πολύτιμα και ανώφελα πράγματα) γύρω από δύο λέξεις: Είμαι λίγο υπεύθυνος για το θόρυβο αυτό. Έτυχε, εδώ και μερικά χρόνια, προλογίζοντας την ποιητική συλλογή κάποιου φίλου μου, να προφέρω τούτες τις λέξεις χωρίς να τους προσδώσω οριακή σημασία και χωρίς να προβλέψω σε ποια συμπεράσματα θα έφθαναν όσοι ενδιαφέρονται για την ποίηση.

Ήξερα καλά τι εννοούσα με τις λέξεις εκείνες, δεν ήξερα όμως ότι θα προκαλούσαν τέτοιες απηχήσεις και αντιδράσεις στους εραστές της λογοτεχνίας. Ήθελα μόνο να επιστήσω την προσοχή σε κάποιο γεγονός κι όχι να διατυπώσω μια θεωρία, κι ακόμη λιγότερο να θεμελιώσω ένα δόγμα και να θεωρήσω αιρετικούς όλους όσους δεν θα προσχωρούσαν.

Κατά τη γνώμη μου, όλα τα γραπτά έργα, όλα τα έργα της γλώσσας περιέχουν κάποια αποσπάσματα ή αναγνωρίσιμα στοιχεία, προικισμένα με ιδιότητες τις οποίες θα εξετάσουμε παρακάτω, ονομάζοντάς τες προσωρινά ποιητικές. Κάθε φορά που ο λόγος αποκλίνει κάπως από την πιο άμεση, δηλαδή τη λιγότερο ευαίσθητη, έκφραση της σκέψης, κάθε φορά που οι αποκλίσεις προϊδεάζουν, κατά κάποιον τρόπο, έναν κόσμο με διαφορετικές σχέσεις από τον καθαρά πρακτικό κόσμο, κατανοούμε με αρκετή σαφήνεια τις δυνατότητες να επεκτείνουμε το χώρο της εξαίρεσης κι έχομε την εντύπωση ότι συλλαμβάνομε κάποιο θρύμμα από ζωντανή κι ευγενική ύλη, επιδεκτική ίσως για ανάπτυξη και καλλιέργεια, που η χρήση της θεμελιώνει την ποίηση σαν εκδήλωση τέχνης.
Το πρόβλημα της καθαρής ποίησης, σε γενικές γραμμές, είναι να μπορέσουμε να συγκροτήσουμε ένα ολόκληρο έργο μ’ αυτά τα στοιχεία, τα τόσο αναγνωρίσιμα και τόσο διαφορετικά από εκείνα της γλώσσας, την οποία αποκάλεσα ανευαίσθητη. Να μπορέσουμε συνεπώς μ’ ένα έργο ποιητικό ή όχι να δημιουργήσουμε την εντύπωση ενός ολοκληρωμένου συστήματος αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα στις ιδέες και τις εικόνες από τη μια και τα εκφραστικά μέσα από την άλλη- σύστημα που ισοδυναμεί με μια συγκεκριμένη ψυχική συγκίνηση.

Μιλώ για την καθαρή ποίηση, όπως ένας φυσικός μιλά για το καθαρό νερό. Θέλω να πω ότι το πρόβλημα είναι αν μπορούμε να συγκροτήσουμε ένα έργο καθαρής ποίησης με στοιχεία μη ποιητικά. Πίστευα και πιστεύω ακόμη ότι είναι ακατόρθωτο κι ότι η ποίηση παραμένει μια προσπάθεια να προσεγγίσουμε αυτή την καθαρά ιδανική κατάσταση. Με δυο λόγια, ό,τι αποκαλούμε ποίημα, αποτελείται στην πράξη από κομμάτια καθαρής ποίησης, περικλεισμένα στο υλικό της ομιλίας: Ένας ωραιότατος στίχος είναι ένα πολύ καθαρό ποιητικό στοιχείο. Η κοινότοπη παρομοίωση του ωραίου στίχου μ΄ ένα διαμάντι μας δείχνει ότι το αίσθημα της ποιητικής καθαρότητας υπάρχει στη σκέψη όλων μας.
Η δυσκολία με τον όρο καθαρή ποίηση είναι ότι δημιουργεί την εντύπωση μιας ηθικής καθαρότητας, την οποία δεν ερευνούμε εδώ. αντίθετα, η ιδέα της ποίησης είναι, κατά τη γνώμη μου, μια ιδέα ουσιαστικά αναλυτική. Συμπερασματικά, η καθαρή ποίηση είναι ένα επινόημα που πηγάζει από την παρατήρηση και το οποίο πρέπει να μας βοηθεί στη διευκρίνιση της ποιητικής ιδέας γενικά και να μας οδηγεί στην τόσο δύσκολη και ενδιαφέρουσα μελέτη των διαφόρων και ποικιλόμορφων σχέσεων της γλώσσας και των συνέπειών της στους ανθρώπους. Θα ήταν ίσως προτιμότερο αντί καθαρή ποίηση να λέγαμε απόλυτη ποίηση, και θα έπρεπε τότε να την εννοούμε σαν αναζήτηση αποτελεσμάτων τα οποία προκύπτουν από τις σχέσεις των λέξεων ή μάλλον από την αλληλουχία των λεκτικών αντηχήσεων: πράγμα που συνοπτικά σημαίνει την εξερεύνηση όλου του χώρου της ευαισθησίας μας η οποία κυβερνάται από τη γλώσσα. Η εξερεύνηση μπορεί να γίνει ψηλαφητά. Συνήθως έτσι γίνεται στην πράξη. Κάποτε, όμως, μπορεί να συστηματοποιηθεί.
 Προσπάθησα να διατυπώσω και να δώσω μια σαφή ιδέα του ποιητικού προβλήματος ή τουλάχιστον ό,τι θεωρώ ως την πιο σαφή ιδέα του. Είναι αξιοσημείωτο ότι σήμερα τα προβλήματα αυτά προκαλούν τόσο πλατιά περιέργεια. Ποτέ άλλοτε ένα τόσο ευρύ κοινό δεν έδειξε ενδιαφέρον, όπως φαίνεται, όχι μόνο για την ποίηση αλλά και την ποιητική θεωρία. Συμμετέχει στις συζητήσεις, παρακολουθεί πειραματισμούς που δεν περιορίζονται όπως άλλοτε σε πολύ κλειστές και ολιγάριθμες ομάδες από ερασιτέχνες και πειραματιστές. Αλλά είναι αξιοθαύμαστο να παρατηρούμε στην εποχή μας ακόμη και το πολύ κοινό να προσκολλάται με ενδιαφέρον, παθιασμένο κάποτε, σε παρόμοιες σχεδόν θεολογικές συζητήσεις. (Τι πιο θεολογικό απ’ το να συζητάς π.χ. , για την έμπνευση και την εργασία, την αξία της διαίσθησης σε σύγκριση με τη σημασία των ψιμυθίων της τέχνης. Όλα τούτα δεν θα μπορούσαν να συγκριθούν με το περίφημο θεολογικό πρόβλημα της Χάριτος και των πράξεων του ανθρώπου; Και υπάρχουν ακόμη ποιητικά προβλήματα, τα οποία αντιτάσσοντας τους καθορισμένους και σταθερούς κανόνες της παράδοσης στα άμεσα δεδομένα της προσωπικής εμπειρίας ή της εσωτερικής αίσθησης, βρίσκονται σε απόλυτη αναλογία με τα θεολογικά προβλήματα τα σχετικά με την προσωπική αίσθηση, την άμεση γνώση του θείου, τις διδασκαλίες των διαφόρων θρησκειών, τα κείμενα των Γραφών και τους δογματικούς τύπους…).

Έρχομαι στο θέμα μου με την αμετακίνητη πρόθεση ό,τι πω να είναι αυστηρή διαπίστωση κι αποτέλεσμα απλού συλλογισμού. Ας επανέλθουμε λοιπόν στην λέξη πόιηση, και πρώτα ας παρατηρήσουμε ότι η ωραία τούτη λέξη γεννά δύο διαφορετικά είδη εννοιών. Λέμε «ποίηση» και «μια ποίηση». Μιλούμε για ένα τοπίο, μια κατάσταση και κάποτε για ένα πρόσωπο, και τα χαρακτηρίζουμε ποιητικά. Μιλούμε επίσης για ποιητική τέχνη και λέμε «η τάδε ποίηση είναι ωραία». Στην πρώτη περίπτωση, πρόκειται προφανέστατα για κάποιο είδος συγκίνησης. Όλος ο κόσμος ξέρει την ειδική αυτή δόνηση: μπορεί να συγκριθεί με ό,τι αισθάνεται κανείς όταν, εξαιτίας ορισμένων καταστάσεων, εξάπτεται και γοητεύεται. Πρόκειται για κατάσταση εντελώς ανεξάρτητη από οποιοδήποτε συγκεκριμένο έργο, η οποία προκύπτει φυσικά και αυθόρμητα από κάποια εναρμόνιση ανάμεσα στην εσωτερική μας διάθεση, φυσική και ψυχική, και τις περιστάσεις πραγματικές ή ιδεατές, που μας εντυπωσιάζουν.
Απ’την άλλη όμως, όταν λέμε ποιητική τέχνη ή όταν μιλούμε για κάποια ποίηση, εννοούμε προφανώς τα μέσα τα οποία προκαλούν μια κατάσταση ανάλογη με αυτήν που περιγράψαμε και δημιουργούν τεχνητά παρόμοια συγκίνηση. Δεν είναι το παν. Πρέπει ακόμη τα μέσα που θα χρησιμοποιήσουμε, για να δημιουργήσουμε αυτήν την κατάσταση, να ανήκουν στο χώρο και το μηχανισμό της έναρθρης γλώσσας. Τη συγκίνηση μπορεί ίσως να την προκαλέσουν τα πράγμα ή ακόμη εντελώς άλλα μέσα, διόλου γλωσσικά, όπως η αρχιτεκτονική, η μουσική κλπ., η καθαυτή όμως ποίηση χρησιμοποιεί αποκλειστικά γλωσσικά μέσα. Όσο για την ανεξάρτητη ποιητική συγκίνηση, παρατηρούμε ότι ξεχωρίζει από τις άλλες ανθρώπινες συγκινήσεις μ’ ένα μοναδικό χαρακτηριστικό, μια θαυμαστή ιδιότητα: προσπαθεί να μας δώσει το αίσθημα μιας ψευδαίσθησης ή την ψευδαίσθηση ενός κόσμου, όπου τα γεγονότα, οι εικόνες, τα όντα, τα πράγματα αν και μοιάζουν μ’ εκείνα που συναντούμε στον πεζό μας κόσμο, βρίσκονται σε μια σχέση στενή μα κι ανεξήγητη με το σύνολο της ευαισθησίας μας.

Τα γνωστά αντικείμενα και όντα έχουν κατά κάποιο τρόπο – ας μου συγχωρεθεί η έκφραση- μουσικοποιηθεί, το ένα αντηχεί το άλλο σαν να έχουν εναρμονισθεί με την ίδια την ευαισθησία. Το ποιητικό σύμπαν, έτσι καθορισμένο, αποκτά μεγάλες ομοιότητες με την ονειρική κατάσταση ή τουλάχιστον με την κατάσταση που προκαλούν ορισμένα όνειρα. Το όνειρό μας κάνει να κατανοήσουμε, όταν το ανακαλούμε με τη μνήμη, ότι η συνείδησή μας μπορεί να βρίσκεται σε εγρήγορση ή να εφησυχάζει ικανοποιημένη με ένα σύνολο δημιουργημάτων, τα οποία διέπουν νόμοι σημαντικά διαφορετικοί από εκείνους που ισχύουν για τα συνηθισμένα προιόντα της αντίληψης. Κι αν κάποτε μπορούμε να γνωρίσουμε αυτόν το συγκινησιακό κόσμο με τη βοήθεια του ονείρου, δεν έχομε τη δυνατότητα να τον παραβιάζουμε ή να τον εγκαταλείπουμε όποτε μας αρέσει. Είναι κλεισμένος εντός μας και είμαστε κλεισμένοι εντός του, κι αυτό σημαίνει ότι με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να επιδράσουμε πάνω του για να τον μεταβάλουμε, αλλά αντίθετα δεν μπορεί να συνυπάρξει με τη μεγαλύτερη δύναμη δράσης που διαθέτομε πάνω στον εξωτερικό κόσμο. Φανερώνεται και χάνεται ιδιότροπα. Ο άνθρωπος όμως κι εδώ έκανε ό,τι έκανε ή προσπάθησε να κάνει και με όλα τα άλλα πολύτιμα και φθαρτά πράγματα: αναζήτησε και βρήκε τρόπους να αναδημιουργεί με τη θέλησή του την κατάσταση εκείνη, να την ξαναβρίσκει όταν το επιθυμεί, και τέλος να αναπλάθει τεχνητά τις φυσικές παραστάσεις όλων των αισθήσεών του. Μπόρεσε, κατά κάποιον τρόπο, ν’ αποσπάσει από τη φύση και ν’ αντλήσει από την τυφλή ροή του χρόνου αυτές τις τόσο αβέβαιες κατασκευές και σχήματα. Χρησιμοποίησε για το σκοπό αυτό αρκετά μέσα, τα οποία έχω ήδη απαριθμήσει. Ανάμεσα λοιπόν στα μέσα που δημιουργούν, αναδημιουργούν κι εμπλουτίζουν τον ποιητικό κόσμο, το πιο ευλαβικό αλλά και το πιο πολύπλοκο και δύσχρηστο είναι η γλώσσα.

Εδώ πρέπει να σας κάνω να νιώσετε ή να εννοήσετε πόσο λεπτό, στην εποχή μας, είναι το χρέος του ποιητή και πόσες δυσκολίες (δυσκολίες που ευτυχώς δεν συνειδητοποιεί πάντα) συναντά ο ποιητής στο έργο του. Η γλώσσα είναι στοιχείο κοινό και πρακτικό και γι’ αυτό αναγκαστικά ένα όργανο χοντροκομμένο, αφού ο καθένας το χειρίζεται, το προσαρμόζει στις ανάγκες του και τείνει να το διαμορφώσει ανάλογα με την προσώπικότητά του. Όσο κι αν η γλώσσα είναι υπόθεση οικεία, όσο κι αν είναι κοντινή μας, ώστε η ενέργεια της σκέψης με τη μορφή του λόγου να αποτελεί λειτουργία της ψυχής, η καταγωγή της παραμένει απογραφική κι ο προορισμός της καθαρά πρακτικός. Ο ποιητής πρέπει, όπως σας είπα, να δημιουργήσει με τούτο το πρακτικό όργανο ένα έργο χωρίς καμιά οιυσιαστική πρακτικότητα, δηλαδή έναν κόσμο ή μια τάξη πραγμάτων, ένα σύστημα σχέσεων, που δεν θα έχει καμιά συνάφεια με τον πρακτικό τομέα.

Για να κατανοήσετε όλες τις δυσκολίες του ποιητικού χρέους, θα συγκρίνω την αρχική διάθεση, τα δεδομένα και τα προσφερόμενα στον ποιητή μέσα, με ό,τι προσφέρεται σ’ έναν καλλιτέχνη διαφορετικού είδους, που ωστόσο το αντικείμενό του δεν είναι πολύ διαφορετικό από του ποιητή. Θα συγκρίνω εκείνο που δίδεται στον ποιητή με ό,τι δίδεται στο μουσικό. Ευτυχισμένος ο μουσικός! Η εξέλιξη της τέχνης του του προσφέρει, εδώ και αιώνες, μια εντελώς προνομιακή κατάσταση. Πώς δημιουργήθηκε η μουσική; Η αίσθηση της ακοής μας παρέχει το σύμπαν των θορύβων. Το αυτί δέχεται άπειρα ερεθίσματα, τα οποία προσλαμβάνει με οποιαδήποτε σειρά κι από τα οποία αξιολογεί τέσσερις διαφορετικές ιδιότητες. Αρχαίες λοιπόν παρατηρήσεις και παμπάλαιες εμπειρίες μας επέτρεψαν να συναγάγουμε από το σύνολο των θορύβων το σύστημα ή το σύμπαν των ήχων, οι οποίοι είναι ιδιαίτερα απλοί, αναγνωρίσιμοι και ικανοί να σχηματίσουν συνδυασμούς και σχέσεις, των οποίων τη δομή, τις διαφορές ή τις ομοιότητες το αυτί ή μάλλον η ακοή τις αντιλαμβάνεται μόλις γεννηθούν. Τα στοιχεία αυτά είναι καθαρά ή αποτελούνται από στοιχεία καθαρά, δηλαδή αναγνωρίσισμα. Είναι απόλυτα καθορισμένα, και, περίπτωση πολύ ενδιαφέρουσα, βρήκαμε τα μέσα να τα παράγουμε με τρόπο σταθερό και ταυτόσημο, χρησιμοποιώντας όργανα τα οποία είναι στην ουσία όργανα μετρήσεως. Το μουσικό όργανο μπορούμε να το τοποθετούμε και να το χρησιμοποιούμε έτσι, ώστε από ορισμένες πράξεις να προκύπτει ομοιόμορφα ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα.

Και ιδού η αξιοσημείωτη συνέπεια της οργάνωσης αυτής στον τομέα της ακοής: αφού ο κόσμος των θορύβων είναι εντελώς ξεχωριστός από τον κόσμο των ήχων και το αυτί μας εξάλλου συνήθισε να τους ξεχωρίζει, μ’ ευκολία, συμβαίνει, μόλις ακουσθεί ένας καθαρός ήχος δηλαδή ένας ήχος μοναδικός, να δημιουεγείται αμέσως μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, μια ιδιαίτερη διάθεση ψυχικής αναμονής, η οποία τείνει κάπως να γεννήσει ανάλογα συναισθήματα, της ίδιας καθαρότητας με την αίσθηση που αρχικά δημιουργήθηκε από τον ήχο. Αν σε μια αίθουσα ακουσθεί ένας καθαρός ήχος το παν αλλάζει εντός μας: περιμένομε τη δημιουργία της μουσικής. Αν αντίθετα – εφαρμόζομε την ανταπόδειξη- στην αίθουσα συναυλιών την ώρα που εκτελείται ένα κομμάτι, ακουσθεί καποιος θόρυβος (μια καρέκλα που πέφτει, μια φωνή, ο βήχας κάποιου απ’ το κοινό), τότε αισθανόμαστε ότι κάτι έσπασε μέσα μας, κάποια παράβαση διαπράχθηκε, κι εγώ δεν ξέρω σε βάρος ποιας οντότητας ή ποιου νόμου.
 Ένα σύμπαν θρυμματίζεται, τα μάγια λύθηκαν. Έτσι ο μουσικός τα έχει όλα έτοιμα μπροστά του πριν καταπιασθεί με την εργασία του, ώστε το εγχείρημα της εμπνεύσεως του να βρίσκει από την αρχή το κατάλληλο υλικό και τα κατάλληλα μέσα χωρίς ενδεχόμενα σφάλματα. Δεν θα χρειασθεί να επιφέρει καμιά μεταβολή στα υλικά και τα μέσα. Δεν έχει παρά να συναρμολογήσει στοιχεία καθορισμένα και καθ’ όλα έτοιμα.

Πόσο διαφορετικά όμως βρίσκει τα πράγματα ο ποιητής! Μπροστά του απλώνεται η κοινή γλώσσα, ένα σύνολο από ακατάλληλα για την ποιητική αποστολή μέσα, που δεν είναι φτιαγμένα γι’ αυτόν. Ο ποιητής δεν μπορεί να επικαλεσθεί τη βοήθεια ενός φυσικού που θα καθόριζε τις επάλληλες σχέσεις των μέσων του. Δεν υπάρχει ο κατασκευαστής της κλίμακας, δεν υπάρχει διαπασών ούτε μετρονόμος. Καμιά σιγουριά απ’ την πλευρά αυτή. Άλλο δεν έχει πάρεξ το ακατέργαστο όργανο του λεξικού και της γραμματικής. Και πρέπει ακόμη να απευθύνεται όχι σε ένα αισθητήριο ειδικό και μοναδικό, όπως το αυτί το οποίο ο μουσικός υποχρεώνει να υπομένει ό,τι του επιβάλλει, και είναι το κατ’ εξοχήν όργανο της αναμονής και της προσοχής, αλλά σε μια κατάσταση γενικής κι ακαθόριστης αναμονής με τη βοήθεια της γλώσσας, η οποία είναι ένα παράξενο μίγμα από ασυνάρτητα ερεθίσματα.
Είναι φοβερά πολύπλοκο και δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τους παράξενους συνδυασμούς των γλωσσικών ιδιοτήτων. Όλος ο κόσμος ξέρει καλά πόσο σπάνια συμφωνούν ο ήχος με το νόημα. Ξέρει, εξάλλου, πολύ καλά ότι ο λόγος μπορεί να εμφανίζει ιδιότητες εντελώς αντίθετες. Μπορεί να είναι λογικός και να μην έχει αρμονία, μπορεί να είναι αρμονικός και χωρίς νόημα, σαφής και χωρίς χάρη, μπορεί να είναι πρόζα ή ποίηση. Αρκεί για να συνοψίσουμε όλους αυτούς τους αντιφατικούς χαρακτηρισμούς να μνημονεύσουμε πόσες επιστήμες δημιουργήθηκαν για να επεξεργασθούν τη γλωσσική ποικιλία και να μελετήσουν τις διάφορες όψεις της. η γλώσσα υπάγεται κατά σειρά στη φωνητική και συγχρόνως στη μετρική και τη ρυθμική. Έχει και μια λογική και μια σημαντική άποψη. Περιλαμβάνει τη ρητορική και τη σύνταξη. Ξέρομε ότι όλες αυτές οι ποικίλες επιστήμες μπορούν να μελετήσουν το ίδιο κείμενο με πολλούς ανεξάρτητους τρόπους.
Ιδού λοιπόν ο ποιητής αγωνίζεται με ένα τόσο ποικίλο και πλούσιο σε αρχικές ιδιότητες σύνολο, τόσο πλούσιο ώστε τελικά να καταντά συγκεχυμένο. Από εδώ ο ποιητής πρέπει να αντλήσει το αντικείμενο της τέχνης του, τη μηχανή που δημιουργεί την ποιητική συγκίνηση, πρέπει δηλαδή το πρακτικό και ακατέργαστο όργανο, το δημιούργημα του καθενός, το όργανο της κάθε στιγμής που οι άνθρωποι διαρκώς χρησιμοποιούν και τροποποιούν σύμφωνα με τις άμεσες ανάγκες τους, να το εξαναγκάσει να γίνει, όσο διαρκεί η προσοχή που του αφιερώνει, η πεμπτουσία μιας εκλεκτής ποιητικής διάθεσης, ολότελα διαφορετικής από τις τυχαίες και παροδικές διαθέσεις που συνθέτουν τη συνηθισμένη νοητική ή ψυχική ζωή.

Χωρίς υπερβολή μπορεί να πει κανείς ότι η κοινή γλώσσα είναι καρπός της αταξίας του κοινωνικού βίου, γιατί τα πάσης φύσεως όντα, υποταγμένα σε πλήθος συνθηκών και αναγκών, τη δέχονται και τη μεταχειρίζονται για να εξυπηρετούν καλύτερα τις επιθυμίες και τα συμφέροντά τους και να καθορίζουν τις μεταξύ τους σχέσεις. Αντίθετα, η γλώσσα του ποιητή, όσο κι αν χρησιμοποιεί αναγκαστικά τα στοιχεία που της παρέχει η απογραφική αταξία, συνιστά μια προσπάθεια του μοναχικού ανθρώπου να δημιουργήσει μια τεχνητή και ιδανική τάξη, χρησιμοποιώντας ένα υλικό χυδαίας καταγωγής.
Αν το παράδοξο αυτό πρόβλημα μπορούσε να επιλυθεί στο σύνολό του, αν δηλαδή ο ποιητής μπορούσε να δημιουργήσει έργα όπου δεν θα υπήρχε κανένα στοιχείο πρόζας, ποιήματα χωρίς καμιά διακοπή στη μουσική τους διάρκεια, όπου οι σχέσεις ανάμεσα στις έννοιες θα είχαν σταθερή ομοιότητα με τις σχέσεις των φθόγγων στη μουσική κλίμακα, όπου η επάλληλη εναλλαγή των σκέψεων θα ήταν πιο ενδιαφέρουσα από κάθε μεμονωμένη σκέψη, όπου το παιγνίδι των μορφών θα περιέκλειε την πραγματικότητα του αντικειμένου, τότε θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την καθαρή ποίηση σαν κάτι δυνατό. Δεν συμβαίνει όμως: το πρακτικό ή το πραγματικό μέρος της γλώσσας, οι κανόνες και οι μορφές της λογικής, κι όπως το έχω αναφέρει ενδεικτικά παραπάνω, η αταξία και το παράλογο που απαντούνται στο λεξιλόγιο (από τις ποικίλες προελεύσεις και τις διαφορετικές ηλικίες των γλωσσικών στοιχείων) καθιστούν αδύνατη την ύπαρξη έργων απόλυτης ποίησης. Είναι όμως εύκολο να αντιληφθούμε ότι η έννοια μιας τέτοιας κατάστασης, ιδανικής ή φανταστικής, μας είναι ιδιαίτερα πολύτιμη για να εκτιμήσουμε κάθε δυνατό ποιητικό είδος.
Η ιδέα της καθαρής ποίησης είναι ένας τύπος απρόσιτος, ένα ιδεατό όριο στις επιθυμίες, τις προσπάθειες και τις δυνάμεις του ποιητή.


Poesie pure. Notes pour une conference” , Oeuvres, I, Variete “Memoires du poete”, Bibliotheque de la Pleiade, Ed. Gallimard, Paris 1957,σελ. 1456-1463) μετ. Χριστόφορος Λιοντάκης
Πηγή: http://milwntasgiatoxioni.wordpress.com/2009/01/21/paul-valery-%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%AE-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7/

-------------------------------------------------------------------------

* Γιάννης Σταύρου, Γιασεμί σε γυάλινο βάζο, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Παναγιώτης Κονδύλης: ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα μεταβληθεί σε ένα νέο πεδίο μάχης...

Ο Παναγιώτη Κονδύλης για την εποχή μας...

Μπροστά μας ανοίγεται μια εποχή πλανητικών και περιφερειακών συγκρούσεων, πού θα καταστήσουν πολύ δύσκολη, αν δεν ματαιώσουν, την παγίωση μιας διεθνούς τάξης, καθώς οι βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες πολιτικές, οικονομικές και γεωπολιτικές τους αιτίες θα συντήκονται όλο και περισσότερο με τις μακροπρόθεσμες οικολογικές και πληθυσμιακές πιέσεις, γεννώντας χρόνιες κρίσεις και ανεξέλεγκτους παροξυσμούς.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το τέλος των ιδεολογιών του 19ου αιώνα, οι οποίες κυριάρχησαν και στον 20ό, δεν θα συνεπιφέρει τον κατευνασμό των αντιθέσεων, παρά απλώς τη μετατόπισή τους σ’ ένα πεδίο στοιχειακό, υπαρξιακό και βιολογικό, στο επίκεντρο του οποίου θα βρίσκεται απροκάλυπτα το πρόβλημα της κατανομής των αγαθών σε παγκόσμια κλίμακα. Ό, τι σήμερα προσφέρεται ως νέα πυξίδα προσανατολισμού της πολιτικής δράσης και ως πανάκεια — προ παντός ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων — κατά πάσα πιθανότητα θα μεταβληθεί σε ένα νέο πεδίο μάχης, όπου η πάλη των ερμηνειών θα συνδέεται με ακόμα πιο χειροπιαστές μορφές πάλης. Στη διελκυστίνδα ανάμεσα σ’ έναν ανέφικτο οικουμενισμό και σε μια υπεράσπιση συλλογικών συμφερόντων αναπόδραστα οργανωμένη πάνω σε στενότερη τοπική και πληθυσμιακή βάση, το κρατικά οργανωμένο έθνος δεν διαλύεται, όπως περίμεναν πολλοί, μέσα σε υπερεθνικά μορφώματα, παρά αναλαμβάνει έναν νέο ιστορικό ρόλο, λίγο ή πολύ διαφορετικό από εκείνον πού έπαιξαν στο απώτερο παρελθόν το αστικό έθνος και στο πιο πρόσφατο οι αποκρυσταλλώσεις του κομμουνιστικού εθνικισμού. Πρωταρχικό του μέλημα είναι η εξασφάλιση μιας θέσης μέσα σε μια πυκνή και έντονα ανταγωνιστική παγκόσμια κοινωνία — όμως το μέλημα αυτό θα συναιρείται όλο και περισσότερο σ’ ένα αίτημα στοιχειώδους επιβίωσης στον βαθμό πού θα στενεύουν τα περιθώρια κινήσεων μέσα στους κόλπους της παγκόσμιας κοινωνίας. Η εξ αντικειμένου νέα αυτή λειτουργία του εθνικισμού παραμένει καθοριστική ανεξάρτητα από τις συνήθως αυτάρεσκες μυθολογίες μέσω των οποίων κατανοεί ο ίδιος τον εαυτό του, αντλώντας από το πραγματικό ή φανταστικό, κοντινό ή μακρινό παρελθόν. Βεβαίως, οι μυθολογίες, ακόμα και οι πιο αυθαίρετες, είναι δυνατό να επιδράσουν θετικά στην εθνική ζωή κινητοποιώντας και συσπειρώνοντας δυνάμεις. Όμως προϋπόθεση για να συμβεί αυτό είναι μια αντικειμενική εθνική ζωτικότητα, μια πλησμονή χειροπιαστής ισχύος, η οποία επιτρέπει σ’ ένα έθνος να κινείται, θα λέγαμε, στο ύψος των ψευδαισθήσεών του. Όπου αντίθετα το έθνος συρρικνώνεται και φθίνει, εκεί η διάσταση ανάμεσα σε εθνική μυθολογία και εθνική πραγματικότητα έχει, μακροπρόθεσμα τουλάχιστον, μοιραίες συνέπειες. Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί ακριβώς περίπτωση φθίνοντος έθνους, το οποίο εκλαμβάνει τις έμμονες μυθολογικές του ιδέες για τον εαυτό του ως ρεαλιστική αυτεπίγνωση. Δεν είναι διόλου περίεργο ότι η ψυχολογική αυτή κατάσταση συχνότατα παρουσιάζει συμπτώματα παθολογικού αυτισμού ˙ γιατί το απαραίτητο υπόβαθρο και πλαίσιο της υγιούς αυτεπίγνωσης είναι η γνώση του ευρύτερου περιβάλλοντος κόσμου, μέσα στον οποίο καλείται να δράσει ένα ατομικό ή συλλογικό υποκείμενο, αποτιμώντας κατά το δυνατόν νηφάλια τις δυνατότητες του και υποκαθιστώντας τη νοσηρά εγωκεντρική αρχή της ηδονής με τη φυσιολογικά εγωκεντρική αρχή της πραγματικότητα.

Παναγιώτης Κονδύλης


Η σημερινή κατάσταση του Ελληνικού έθνους

Το φαύλο παιγνίδι της δανεικής ευημερίας με αντιπαροχή τη βαθμιαία εθνική εκποίηση θα μπορούσε ίσως να παραταθεί για πολύ μέσα στο θερμοκήπιο μιας Ευρώπης συνασπισμένης από τους φόβους του Ψυχρού Πολέμου και οικονομικά εύρωστης χάρη στην αμερικανική πολιτικοστρατιωτική στήριξη. Όμως, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου συνεπέφερε και το τέλος τέτοιων θερμοκηπίων, οι ευρωπαϊκές Δυνάμεις καλούνται να πληρώσουν τώρα οι ίδιες τα έξοδα για τις περιφερειακές και παγκόσμιες υποχρεώσεις ή επιθυμίες τους, και αρχίζει μία περίοδος, όπου καθένας μετρά ως την τελευταία πεντάρα τα (πολιτικά και οικονομικά) έσοδα και έξοδα, προετοιμαζόμενος για τους διαγραφόμενους νέους και οξείς ανταγωνισμούς. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Ελλάδα θα έπρεπε να διαθέτει μοναδικά και αναντικατάστατα γεωπολιτικά ή στρατηγικά πλεονεκτήματα προκειμένου ν’ ανταλλάξει μ’ αυτά τον παρασιτικό καταναλωτισμό της — όμως δεν τα διαθέτει, κι αυτό σημαίνει ότι ακόμα και η εξακολούθηση της εθνικής εκποίησης στους ισχυρότερους Ευρωπαίους και άλλους εταίρους όχι μόνο την εν μέρει δωρεάν διατροφή δεν μπορεί να εξασφαλίσει, αλλά ούτε καν μπορεί να εγγυηθεί τουλάχιστον την πολιτικοστρατιωτική προστασία της ελληνικής εθνικής υπόστασης. Η αναζήτηση προστάτη είναι μάταιη, όχι γιατί οι υπερήφανοι Έλληνες δεν ζητούν και δεν θέλουν την προστασία, αλλά γιατί κανείς δεν την προσφέρει αναμφίλεκτα και τελεσίδικα. Αυτή είναι η σημερινή κατάσταση του ελληνικού έθνους, μετά από επτά περίπου δεκαετίες γεωπολιτικής και κοινωνικοπολιτικής συρρίκνωσης.

Παναγιώτης Κονδύλης

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται...

 Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα,
ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι,
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι...

Κωστής Παλαμάς
Από την Πολιτεία και τη μοναξιά

Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη·
κάθε σπαθί, κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι,
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι…

Από θαμπούς ντερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.

Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα,
ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι,
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.

Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι,
Και Μαμμωνάδες βάρβαροι, και χαύνοι λεβαντίνοι·
Λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
Κι οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη!


Δε φτάνει

Δε φτάνει
να λαμπ' η αλήθεια
Πρέπει και να σφάζη!

Ω αυγές

Ω αυγές των ανιστόρητων ψυχών, των άγριων τόπων!

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Ό,τι για πάντα άγνωστο θα μείνει Είναι το βεβαιότερο σε τούτη τη ζωή...

Ντίλαν Τόμας

Υπήρξε Καιρός

Υπήρξε καιρός που χορευτές με το ξεφάντωμά τους
Σε χαρωπές παιδιάστικες συνάξεις
Τα βάσανά τους αλαφρώναν;
Υπήρξε καιρός που μπορούσαν να κλάψουν με βιβλία.
Όμως ο χρόνος έβαλε το σαράκι του στο πέρασμά τους.
Τώρα ειν' αβέβαιοι
κάτω από την αψίδα τ' ουρανού.
Ό,τι για πάντα άγνωστο θα μείνει
Είναι το βεβαιότερο σε τούτη τη ζωή.
Κάτω απ' τα ουράνια σημεία,
ο δίχως άκρα
Έχει τ' αγνότερα χέρια και σαν τ' άκαρδο στοιχειό
Απλήγωτο στη μοναξιά του,
ο τυφλός καλύτερα βλέπει.

Was There a Time

Was there a time when dancers with their fiddles
In children's circuses could stay their troubles?
There was a time they could cry over books,
But time has sent its maggot on their track.
Under the arc of the sky they are unsafe.
What's never known is safest in this life.
Under the skysigns they who have no arms
have cleanest hands, and, as the heartless ghost
Alone's unhurt, so the blind man sees best.

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

48 νέοι σελιδοδείκτες του Γιάννη Σταύρου στην Πολιτεία...


Μόλις κυκλοφόρησαν 48 νέοι σελιδοδείκτες από έργα του ζωγράφου Γιάννη Σταύρου στο βιβλιοπωλείο Πολιτεία, Ασκληπιού 1, Αθήνα...

Κοινωνική & οικονομική κρίση - Καιρός για διάβασμα