t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

μια προσπάθεια του μοναχικού ανθρώπου να δημιουργήσει μια τεχνητή και ιδανική τάξη...

Χωρίς υπερβολή μπορεί να πει κανείς ότι η κοινή γλώσσα είναι καρπός της αταξίας του κοινωνικού βίου, γιατί τα πάσης φύσεως όντα, υποταγμένα σε πλήθος συνθηκών και αναγκών, τη δέχονται και τη μεταχειρίζονται για να εξυπηρετούν καλύτερα τις επιθυμίες και τα συμφέροντά τους και να καθορίζουν τις μεταξύ τους σχέσεις. 
Αντίθετα, η γλώσσα του ποιητή, όσο κι αν χρησιμοποιεί αναγκαστικά τα στοιχεία που της παρέχει η απογραφική αταξία, συνιστά μια προσπάθεια του μοναχικού ανθρώπου να δημιουργήσει μια τεχνητή και ιδανική τάξη, χρησιμοποιώντας ένα υλικό χυδαίας καταγωγής.

Πωλ Βαλερύ
Η καθαρή ποίηση

Μεγάλος θόρυβος δημιουργήθηκε στον κόσμο (και κόσμο εννοώ τα πιο πολύτιμα και ανώφελα πράγματα) γύρω από δύο λέξεις: Είμαι λίγο υπεύθυνος για το θόρυβο αυτό. Έτυχε, εδώ και μερικά χρόνια, προλογίζοντας την ποιητική συλλογή κάποιου φίλου μου, να προφέρω τούτες τις λέξεις χωρίς να τους προσδώσω οριακή σημασία και χωρίς να προβλέψω σε ποια συμπεράσματα θα έφθαναν όσοι ενδιαφέρονται για την ποίηση.

Ήξερα καλά τι εννοούσα με τις λέξεις εκείνες, δεν ήξερα όμως ότι θα προκαλούσαν τέτοιες απηχήσεις και αντιδράσεις στους εραστές της λογοτεχνίας. Ήθελα μόνο να επιστήσω την προσοχή σε κάποιο γεγονός κι όχι να διατυπώσω μια θεωρία, κι ακόμη λιγότερο να θεμελιώσω ένα δόγμα και να θεωρήσω αιρετικούς όλους όσους δεν θα προσχωρούσαν.

Κατά τη γνώμη μου, όλα τα γραπτά έργα, όλα τα έργα της γλώσσας περιέχουν κάποια αποσπάσματα ή αναγνωρίσιμα στοιχεία, προικισμένα με ιδιότητες τις οποίες θα εξετάσουμε παρακάτω, ονομάζοντάς τες προσωρινά ποιητικές. Κάθε φορά που ο λόγος αποκλίνει κάπως από την πιο άμεση, δηλαδή τη λιγότερο ευαίσθητη, έκφραση της σκέψης, κάθε φορά που οι αποκλίσεις προϊδεάζουν, κατά κάποιον τρόπο, έναν κόσμο με διαφορετικές σχέσεις από τον καθαρά πρακτικό κόσμο, κατανοούμε με αρκετή σαφήνεια τις δυνατότητες να επεκτείνουμε το χώρο της εξαίρεσης κι έχομε την εντύπωση ότι συλλαμβάνομε κάποιο θρύμμα από ζωντανή κι ευγενική ύλη, επιδεκτική ίσως για ανάπτυξη και καλλιέργεια, που η χρήση της θεμελιώνει την ποίηση σαν εκδήλωση τέχνης.
Το πρόβλημα της καθαρής ποίησης, σε γενικές γραμμές, είναι να μπορέσουμε να συγκροτήσουμε ένα ολόκληρο έργο μ’ αυτά τα στοιχεία, τα τόσο αναγνωρίσιμα και τόσο διαφορετικά από εκείνα της γλώσσας, την οποία αποκάλεσα ανευαίσθητη. Να μπορέσουμε συνεπώς μ’ ένα έργο ποιητικό ή όχι να δημιουργήσουμε την εντύπωση ενός ολοκληρωμένου συστήματος αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα στις ιδέες και τις εικόνες από τη μια και τα εκφραστικά μέσα από την άλλη- σύστημα που ισοδυναμεί με μια συγκεκριμένη ψυχική συγκίνηση.

Μιλώ για την καθαρή ποίηση, όπως ένας φυσικός μιλά για το καθαρό νερό. Θέλω να πω ότι το πρόβλημα είναι αν μπορούμε να συγκροτήσουμε ένα έργο καθαρής ποίησης με στοιχεία μη ποιητικά. Πίστευα και πιστεύω ακόμη ότι είναι ακατόρθωτο κι ότι η ποίηση παραμένει μια προσπάθεια να προσεγγίσουμε αυτή την καθαρά ιδανική κατάσταση. Με δυο λόγια, ό,τι αποκαλούμε ποίημα, αποτελείται στην πράξη από κομμάτια καθαρής ποίησης, περικλεισμένα στο υλικό της ομιλίας: Ένας ωραιότατος στίχος είναι ένα πολύ καθαρό ποιητικό στοιχείο. Η κοινότοπη παρομοίωση του ωραίου στίχου μ΄ ένα διαμάντι μας δείχνει ότι το αίσθημα της ποιητικής καθαρότητας υπάρχει στη σκέψη όλων μας.
Η δυσκολία με τον όρο καθαρή ποίηση είναι ότι δημιουργεί την εντύπωση μιας ηθικής καθαρότητας, την οποία δεν ερευνούμε εδώ. αντίθετα, η ιδέα της ποίησης είναι, κατά τη γνώμη μου, μια ιδέα ουσιαστικά αναλυτική. Συμπερασματικά, η καθαρή ποίηση είναι ένα επινόημα που πηγάζει από την παρατήρηση και το οποίο πρέπει να μας βοηθεί στη διευκρίνιση της ποιητικής ιδέας γενικά και να μας οδηγεί στην τόσο δύσκολη και ενδιαφέρουσα μελέτη των διαφόρων και ποικιλόμορφων σχέσεων της γλώσσας και των συνέπειών της στους ανθρώπους. Θα ήταν ίσως προτιμότερο αντί καθαρή ποίηση να λέγαμε απόλυτη ποίηση, και θα έπρεπε τότε να την εννοούμε σαν αναζήτηση αποτελεσμάτων τα οποία προκύπτουν από τις σχέσεις των λέξεων ή μάλλον από την αλληλουχία των λεκτικών αντηχήσεων: πράγμα που συνοπτικά σημαίνει την εξερεύνηση όλου του χώρου της ευαισθησίας μας η οποία κυβερνάται από τη γλώσσα. Η εξερεύνηση μπορεί να γίνει ψηλαφητά. Συνήθως έτσι γίνεται στην πράξη. Κάποτε, όμως, μπορεί να συστηματοποιηθεί.
 Προσπάθησα να διατυπώσω και να δώσω μια σαφή ιδέα του ποιητικού προβλήματος ή τουλάχιστον ό,τι θεωρώ ως την πιο σαφή ιδέα του. Είναι αξιοσημείωτο ότι σήμερα τα προβλήματα αυτά προκαλούν τόσο πλατιά περιέργεια. Ποτέ άλλοτε ένα τόσο ευρύ κοινό δεν έδειξε ενδιαφέρον, όπως φαίνεται, όχι μόνο για την ποίηση αλλά και την ποιητική θεωρία. Συμμετέχει στις συζητήσεις, παρακολουθεί πειραματισμούς που δεν περιορίζονται όπως άλλοτε σε πολύ κλειστές και ολιγάριθμες ομάδες από ερασιτέχνες και πειραματιστές. Αλλά είναι αξιοθαύμαστο να παρατηρούμε στην εποχή μας ακόμη και το πολύ κοινό να προσκολλάται με ενδιαφέρον, παθιασμένο κάποτε, σε παρόμοιες σχεδόν θεολογικές συζητήσεις. (Τι πιο θεολογικό απ’ το να συζητάς π.χ. , για την έμπνευση και την εργασία, την αξία της διαίσθησης σε σύγκριση με τη σημασία των ψιμυθίων της τέχνης. Όλα τούτα δεν θα μπορούσαν να συγκριθούν με το περίφημο θεολογικό πρόβλημα της Χάριτος και των πράξεων του ανθρώπου; Και υπάρχουν ακόμη ποιητικά προβλήματα, τα οποία αντιτάσσοντας τους καθορισμένους και σταθερούς κανόνες της παράδοσης στα άμεσα δεδομένα της προσωπικής εμπειρίας ή της εσωτερικής αίσθησης, βρίσκονται σε απόλυτη αναλογία με τα θεολογικά προβλήματα τα σχετικά με την προσωπική αίσθηση, την άμεση γνώση του θείου, τις διδασκαλίες των διαφόρων θρησκειών, τα κείμενα των Γραφών και τους δογματικούς τύπους…).

Έρχομαι στο θέμα μου με την αμετακίνητη πρόθεση ό,τι πω να είναι αυστηρή διαπίστωση κι αποτέλεσμα απλού συλλογισμού. Ας επανέλθουμε λοιπόν στην λέξη πόιηση, και πρώτα ας παρατηρήσουμε ότι η ωραία τούτη λέξη γεννά δύο διαφορετικά είδη εννοιών. Λέμε «ποίηση» και «μια ποίηση». Μιλούμε για ένα τοπίο, μια κατάσταση και κάποτε για ένα πρόσωπο, και τα χαρακτηρίζουμε ποιητικά. Μιλούμε επίσης για ποιητική τέχνη και λέμε «η τάδε ποίηση είναι ωραία». Στην πρώτη περίπτωση, πρόκειται προφανέστατα για κάποιο είδος συγκίνησης. Όλος ο κόσμος ξέρει την ειδική αυτή δόνηση: μπορεί να συγκριθεί με ό,τι αισθάνεται κανείς όταν, εξαιτίας ορισμένων καταστάσεων, εξάπτεται και γοητεύεται. Πρόκειται για κατάσταση εντελώς ανεξάρτητη από οποιοδήποτε συγκεκριμένο έργο, η οποία προκύπτει φυσικά και αυθόρμητα από κάποια εναρμόνιση ανάμεσα στην εσωτερική μας διάθεση, φυσική και ψυχική, και τις περιστάσεις πραγματικές ή ιδεατές, που μας εντυπωσιάζουν.
Απ’την άλλη όμως, όταν λέμε ποιητική τέχνη ή όταν μιλούμε για κάποια ποίηση, εννοούμε προφανώς τα μέσα τα οποία προκαλούν μια κατάσταση ανάλογη με αυτήν που περιγράψαμε και δημιουργούν τεχνητά παρόμοια συγκίνηση. Δεν είναι το παν. Πρέπει ακόμη τα μέσα που θα χρησιμοποιήσουμε, για να δημιουργήσουμε αυτήν την κατάσταση, να ανήκουν στο χώρο και το μηχανισμό της έναρθρης γλώσσας. Τη συγκίνηση μπορεί ίσως να την προκαλέσουν τα πράγμα ή ακόμη εντελώς άλλα μέσα, διόλου γλωσσικά, όπως η αρχιτεκτονική, η μουσική κλπ., η καθαυτή όμως ποίηση χρησιμοποιεί αποκλειστικά γλωσσικά μέσα. Όσο για την ανεξάρτητη ποιητική συγκίνηση, παρατηρούμε ότι ξεχωρίζει από τις άλλες ανθρώπινες συγκινήσεις μ’ ένα μοναδικό χαρακτηριστικό, μια θαυμαστή ιδιότητα: προσπαθεί να μας δώσει το αίσθημα μιας ψευδαίσθησης ή την ψευδαίσθηση ενός κόσμου, όπου τα γεγονότα, οι εικόνες, τα όντα, τα πράγματα αν και μοιάζουν μ’ εκείνα που συναντούμε στον πεζό μας κόσμο, βρίσκονται σε μια σχέση στενή μα κι ανεξήγητη με το σύνολο της ευαισθησίας μας.

Τα γνωστά αντικείμενα και όντα έχουν κατά κάποιο τρόπο – ας μου συγχωρεθεί η έκφραση- μουσικοποιηθεί, το ένα αντηχεί το άλλο σαν να έχουν εναρμονισθεί με την ίδια την ευαισθησία. Το ποιητικό σύμπαν, έτσι καθορισμένο, αποκτά μεγάλες ομοιότητες με την ονειρική κατάσταση ή τουλάχιστον με την κατάσταση που προκαλούν ορισμένα όνειρα. Το όνειρό μας κάνει να κατανοήσουμε, όταν το ανακαλούμε με τη μνήμη, ότι η συνείδησή μας μπορεί να βρίσκεται σε εγρήγορση ή να εφησυχάζει ικανοποιημένη με ένα σύνολο δημιουργημάτων, τα οποία διέπουν νόμοι σημαντικά διαφορετικοί από εκείνους που ισχύουν για τα συνηθισμένα προιόντα της αντίληψης. Κι αν κάποτε μπορούμε να γνωρίσουμε αυτόν το συγκινησιακό κόσμο με τη βοήθεια του ονείρου, δεν έχομε τη δυνατότητα να τον παραβιάζουμε ή να τον εγκαταλείπουμε όποτε μας αρέσει. Είναι κλεισμένος εντός μας και είμαστε κλεισμένοι εντός του, κι αυτό σημαίνει ότι με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να επιδράσουμε πάνω του για να τον μεταβάλουμε, αλλά αντίθετα δεν μπορεί να συνυπάρξει με τη μεγαλύτερη δύναμη δράσης που διαθέτομε πάνω στον εξωτερικό κόσμο. Φανερώνεται και χάνεται ιδιότροπα. Ο άνθρωπος όμως κι εδώ έκανε ό,τι έκανε ή προσπάθησε να κάνει και με όλα τα άλλα πολύτιμα και φθαρτά πράγματα: αναζήτησε και βρήκε τρόπους να αναδημιουργεί με τη θέλησή του την κατάσταση εκείνη, να την ξαναβρίσκει όταν το επιθυμεί, και τέλος να αναπλάθει τεχνητά τις φυσικές παραστάσεις όλων των αισθήσεών του. Μπόρεσε, κατά κάποιον τρόπο, ν’ αποσπάσει από τη φύση και ν’ αντλήσει από την τυφλή ροή του χρόνου αυτές τις τόσο αβέβαιες κατασκευές και σχήματα. Χρησιμοποίησε για το σκοπό αυτό αρκετά μέσα, τα οποία έχω ήδη απαριθμήσει. Ανάμεσα λοιπόν στα μέσα που δημιουργούν, αναδημιουργούν κι εμπλουτίζουν τον ποιητικό κόσμο, το πιο ευλαβικό αλλά και το πιο πολύπλοκο και δύσχρηστο είναι η γλώσσα.

Εδώ πρέπει να σας κάνω να νιώσετε ή να εννοήσετε πόσο λεπτό, στην εποχή μας, είναι το χρέος του ποιητή και πόσες δυσκολίες (δυσκολίες που ευτυχώς δεν συνειδητοποιεί πάντα) συναντά ο ποιητής στο έργο του. Η γλώσσα είναι στοιχείο κοινό και πρακτικό και γι’ αυτό αναγκαστικά ένα όργανο χοντροκομμένο, αφού ο καθένας το χειρίζεται, το προσαρμόζει στις ανάγκες του και τείνει να το διαμορφώσει ανάλογα με την προσώπικότητά του. Όσο κι αν η γλώσσα είναι υπόθεση οικεία, όσο κι αν είναι κοντινή μας, ώστε η ενέργεια της σκέψης με τη μορφή του λόγου να αποτελεί λειτουργία της ψυχής, η καταγωγή της παραμένει απογραφική κι ο προορισμός της καθαρά πρακτικός. Ο ποιητής πρέπει, όπως σας είπα, να δημιουργήσει με τούτο το πρακτικό όργανο ένα έργο χωρίς καμιά οιυσιαστική πρακτικότητα, δηλαδή έναν κόσμο ή μια τάξη πραγμάτων, ένα σύστημα σχέσεων, που δεν θα έχει καμιά συνάφεια με τον πρακτικό τομέα.

Για να κατανοήσετε όλες τις δυσκολίες του ποιητικού χρέους, θα συγκρίνω την αρχική διάθεση, τα δεδομένα και τα προσφερόμενα στον ποιητή μέσα, με ό,τι προσφέρεται σ’ έναν καλλιτέχνη διαφορετικού είδους, που ωστόσο το αντικείμενό του δεν είναι πολύ διαφορετικό από του ποιητή. Θα συγκρίνω εκείνο που δίδεται στον ποιητή με ό,τι δίδεται στο μουσικό. Ευτυχισμένος ο μουσικός! Η εξέλιξη της τέχνης του του προσφέρει, εδώ και αιώνες, μια εντελώς προνομιακή κατάσταση. Πώς δημιουργήθηκε η μουσική; Η αίσθηση της ακοής μας παρέχει το σύμπαν των θορύβων. Το αυτί δέχεται άπειρα ερεθίσματα, τα οποία προσλαμβάνει με οποιαδήποτε σειρά κι από τα οποία αξιολογεί τέσσερις διαφορετικές ιδιότητες. Αρχαίες λοιπόν παρατηρήσεις και παμπάλαιες εμπειρίες μας επέτρεψαν να συναγάγουμε από το σύνολο των θορύβων το σύστημα ή το σύμπαν των ήχων, οι οποίοι είναι ιδιαίτερα απλοί, αναγνωρίσιμοι και ικανοί να σχηματίσουν συνδυασμούς και σχέσεις, των οποίων τη δομή, τις διαφορές ή τις ομοιότητες το αυτί ή μάλλον η ακοή τις αντιλαμβάνεται μόλις γεννηθούν. Τα στοιχεία αυτά είναι καθαρά ή αποτελούνται από στοιχεία καθαρά, δηλαδή αναγνωρίσισμα. Είναι απόλυτα καθορισμένα, και, περίπτωση πολύ ενδιαφέρουσα, βρήκαμε τα μέσα να τα παράγουμε με τρόπο σταθερό και ταυτόσημο, χρησιμοποιώντας όργανα τα οποία είναι στην ουσία όργανα μετρήσεως. Το μουσικό όργανο μπορούμε να το τοποθετούμε και να το χρησιμοποιούμε έτσι, ώστε από ορισμένες πράξεις να προκύπτει ομοιόμορφα ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα.

Και ιδού η αξιοσημείωτη συνέπεια της οργάνωσης αυτής στον τομέα της ακοής: αφού ο κόσμος των θορύβων είναι εντελώς ξεχωριστός από τον κόσμο των ήχων και το αυτί μας εξάλλου συνήθισε να τους ξεχωρίζει, μ’ ευκολία, συμβαίνει, μόλις ακουσθεί ένας καθαρός ήχος δηλαδή ένας ήχος μοναδικός, να δημιουεγείται αμέσως μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, μια ιδιαίτερη διάθεση ψυχικής αναμονής, η οποία τείνει κάπως να γεννήσει ανάλογα συναισθήματα, της ίδιας καθαρότητας με την αίσθηση που αρχικά δημιουργήθηκε από τον ήχο. Αν σε μια αίθουσα ακουσθεί ένας καθαρός ήχος το παν αλλάζει εντός μας: περιμένομε τη δημιουργία της μουσικής. Αν αντίθετα – εφαρμόζομε την ανταπόδειξη- στην αίθουσα συναυλιών την ώρα που εκτελείται ένα κομμάτι, ακουσθεί καποιος θόρυβος (μια καρέκλα που πέφτει, μια φωνή, ο βήχας κάποιου απ’ το κοινό), τότε αισθανόμαστε ότι κάτι έσπασε μέσα μας, κάποια παράβαση διαπράχθηκε, κι εγώ δεν ξέρω σε βάρος ποιας οντότητας ή ποιου νόμου.
 Ένα σύμπαν θρυμματίζεται, τα μάγια λύθηκαν. Έτσι ο μουσικός τα έχει όλα έτοιμα μπροστά του πριν καταπιασθεί με την εργασία του, ώστε το εγχείρημα της εμπνεύσεως του να βρίσκει από την αρχή το κατάλληλο υλικό και τα κατάλληλα μέσα χωρίς ενδεχόμενα σφάλματα. Δεν θα χρειασθεί να επιφέρει καμιά μεταβολή στα υλικά και τα μέσα. Δεν έχει παρά να συναρμολογήσει στοιχεία καθορισμένα και καθ’ όλα έτοιμα.

Πόσο διαφορετικά όμως βρίσκει τα πράγματα ο ποιητής! Μπροστά του απλώνεται η κοινή γλώσσα, ένα σύνολο από ακατάλληλα για την ποιητική αποστολή μέσα, που δεν είναι φτιαγμένα γι’ αυτόν. Ο ποιητής δεν μπορεί να επικαλεσθεί τη βοήθεια ενός φυσικού που θα καθόριζε τις επάλληλες σχέσεις των μέσων του. Δεν υπάρχει ο κατασκευαστής της κλίμακας, δεν υπάρχει διαπασών ούτε μετρονόμος. Καμιά σιγουριά απ’ την πλευρά αυτή. Άλλο δεν έχει πάρεξ το ακατέργαστο όργανο του λεξικού και της γραμματικής. Και πρέπει ακόμη να απευθύνεται όχι σε ένα αισθητήριο ειδικό και μοναδικό, όπως το αυτί το οποίο ο μουσικός υποχρεώνει να υπομένει ό,τι του επιβάλλει, και είναι το κατ’ εξοχήν όργανο της αναμονής και της προσοχής, αλλά σε μια κατάσταση γενικής κι ακαθόριστης αναμονής με τη βοήθεια της γλώσσας, η οποία είναι ένα παράξενο μίγμα από ασυνάρτητα ερεθίσματα.
Είναι φοβερά πολύπλοκο και δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τους παράξενους συνδυασμούς των γλωσσικών ιδιοτήτων. Όλος ο κόσμος ξέρει καλά πόσο σπάνια συμφωνούν ο ήχος με το νόημα. Ξέρει, εξάλλου, πολύ καλά ότι ο λόγος μπορεί να εμφανίζει ιδιότητες εντελώς αντίθετες. Μπορεί να είναι λογικός και να μην έχει αρμονία, μπορεί να είναι αρμονικός και χωρίς νόημα, σαφής και χωρίς χάρη, μπορεί να είναι πρόζα ή ποίηση. Αρκεί για να συνοψίσουμε όλους αυτούς τους αντιφατικούς χαρακτηρισμούς να μνημονεύσουμε πόσες επιστήμες δημιουργήθηκαν για να επεξεργασθούν τη γλωσσική ποικιλία και να μελετήσουν τις διάφορες όψεις της. η γλώσσα υπάγεται κατά σειρά στη φωνητική και συγχρόνως στη μετρική και τη ρυθμική. Έχει και μια λογική και μια σημαντική άποψη. Περιλαμβάνει τη ρητορική και τη σύνταξη. Ξέρομε ότι όλες αυτές οι ποικίλες επιστήμες μπορούν να μελετήσουν το ίδιο κείμενο με πολλούς ανεξάρτητους τρόπους.
Ιδού λοιπόν ο ποιητής αγωνίζεται με ένα τόσο ποικίλο και πλούσιο σε αρχικές ιδιότητες σύνολο, τόσο πλούσιο ώστε τελικά να καταντά συγκεχυμένο. Από εδώ ο ποιητής πρέπει να αντλήσει το αντικείμενο της τέχνης του, τη μηχανή που δημιουργεί την ποιητική συγκίνηση, πρέπει δηλαδή το πρακτικό και ακατέργαστο όργανο, το δημιούργημα του καθενός, το όργανο της κάθε στιγμής που οι άνθρωποι διαρκώς χρησιμοποιούν και τροποποιούν σύμφωνα με τις άμεσες ανάγκες τους, να το εξαναγκάσει να γίνει, όσο διαρκεί η προσοχή που του αφιερώνει, η πεμπτουσία μιας εκλεκτής ποιητικής διάθεσης, ολότελα διαφορετικής από τις τυχαίες και παροδικές διαθέσεις που συνθέτουν τη συνηθισμένη νοητική ή ψυχική ζωή.

Χωρίς υπερβολή μπορεί να πει κανείς ότι η κοινή γλώσσα είναι καρπός της αταξίας του κοινωνικού βίου, γιατί τα πάσης φύσεως όντα, υποταγμένα σε πλήθος συνθηκών και αναγκών, τη δέχονται και τη μεταχειρίζονται για να εξυπηρετούν καλύτερα τις επιθυμίες και τα συμφέροντά τους και να καθορίζουν τις μεταξύ τους σχέσεις. Αντίθετα, η γλώσσα του ποιητή, όσο κι αν χρησιμοποιεί αναγκαστικά τα στοιχεία που της παρέχει η απογραφική αταξία, συνιστά μια προσπάθεια του μοναχικού ανθρώπου να δημιουργήσει μια τεχνητή και ιδανική τάξη, χρησιμοποιώντας ένα υλικό χυδαίας καταγωγής.
Αν το παράδοξο αυτό πρόβλημα μπορούσε να επιλυθεί στο σύνολό του, αν δηλαδή ο ποιητής μπορούσε να δημιουργήσει έργα όπου δεν θα υπήρχε κανένα στοιχείο πρόζας, ποιήματα χωρίς καμιά διακοπή στη μουσική τους διάρκεια, όπου οι σχέσεις ανάμεσα στις έννοιες θα είχαν σταθερή ομοιότητα με τις σχέσεις των φθόγγων στη μουσική κλίμακα, όπου η επάλληλη εναλλαγή των σκέψεων θα ήταν πιο ενδιαφέρουσα από κάθε μεμονωμένη σκέψη, όπου το παιγνίδι των μορφών θα περιέκλειε την πραγματικότητα του αντικειμένου, τότε θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την καθαρή ποίηση σαν κάτι δυνατό. Δεν συμβαίνει όμως: το πρακτικό ή το πραγματικό μέρος της γλώσσας, οι κανόνες και οι μορφές της λογικής, κι όπως το έχω αναφέρει ενδεικτικά παραπάνω, η αταξία και το παράλογο που απαντούνται στο λεξιλόγιο (από τις ποικίλες προελεύσεις και τις διαφορετικές ηλικίες των γλωσσικών στοιχείων) καθιστούν αδύνατη την ύπαρξη έργων απόλυτης ποίησης. Είναι όμως εύκολο να αντιληφθούμε ότι η έννοια μιας τέτοιας κατάστασης, ιδανικής ή φανταστικής, μας είναι ιδιαίτερα πολύτιμη για να εκτιμήσουμε κάθε δυνατό ποιητικό είδος.
Η ιδέα της καθαρής ποίησης είναι ένας τύπος απρόσιτος, ένα ιδεατό όριο στις επιθυμίες, τις προσπάθειες και τις δυνάμεις του ποιητή.


Poesie pure. Notes pour une conference” , Oeuvres, I, Variete “Memoires du poete”, Bibliotheque de la Pleiade, Ed. Gallimard, Paris 1957,σελ. 1456-1463) μετ. Χριστόφορος Λιοντάκης
Πηγή: http://milwntasgiatoxioni.wordpress.com/2009/01/21/paul-valery-%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%AE-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7/

-------------------------------------------------------------------------

* Γιάννης Σταύρου, Γιασεμί σε γυάλινο βάζο, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Δεν υπάρχουν σχόλια: