t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2008

Μάνος Μπίρης: Η τέχνη του Γιάννη Σταύρου


Γιάννης Σταύρου-Έκθεση ζωγραφικής
11-30 Νοεμβρίου 2008, "Arktos Gallery", Ηροδότου 5, Αθήνα
Λεπτομέρειες (πατήστε κλικ)
Ο καθηγητής Μάνος Μπίρης γράφει για την τελευταία δουλειά του Γιάννη Σταύρου, με αφορμή την τρέχουσα έκθεση του καλλιτέχνη στην Αθήνα…
Τη ζωγραφική τέχνη του Γιάννη Σταύρου τη γνώρισα, όπως είναι φυσικό, μέσα από δικούς μου εσωτερικούς κώδικες και επομένως για τη δική μου σχέση με τους πίνακές του μπορώ να έχω γνώμη. Από την αρχή, όπως τους παρατηρώ, έχω την εντύπωση ότι δεν με παρασύρουν μόνον σε μία άμεση αισθητική απόλαυση, που είναι έντονη με την πρώτη ματιά. Ωστόσο, το θέμα (πρωτίστως), το σχήμα, τα χρώματα φαίνονται να μην προτείνουν μία ακριβή σπουδή του «αισθητικού» αλλά, όλα αυτά τα στοιχεία, ή και το καθένα ξεχωριστά, με παρασύρουν σε διακεκριμένες εικαστικές αναμνήσεις, δηλαδή στην ένταση της εικόνας μέσα στη χρονική της στιγμή και προφανώς, σε έναν προσωπικό στοχασμό, που ξεφεύγει από την συμβατική παρουσία του θέματος. Έτσι, στα «βαπόρια» του Σταύρου, περισσότερο δέχομαι μέσα μου το μίγμα της αλμύρας και του σκοταδιού, καθώς η περίεργη λάμψη της πορφυρής καρίνας προσπαθεί να αντιδράσει στην αίσθηση μοναξιάς που αναδύεται από το σκούρο έργο.

Με παρόμοιο τρόπο στα πελώρια «δένδρα» του ζωγράφου αντικρίζω λιγότερο τη –γνωστή μου- Φύση και περισσότερο τη δύναμη ενός τοπίου απροσδιόριστου, καθώς ο γαλαζοπράσινος ουρανός του βάθους διαπερνά κλαδιά και φύλλα, με την ατσάλινη αναλαμπή του απόμακρου φωτός. Του φωτός που με τόση επιδεξιότητα χειρίζεται ο καλλιτέχνης πάνω στις στατικές φιγούρες και των ταπεινών «σπιτιών» - μιάς σιωπηλής «γειτονιάς» του υποσυνείδητου- σε αιώνιο ανταγωνισμό με τον νυχτερινό ουρανό.

Ο Γιάννης Σταύρου οπωσδήποτε δεν καταγράφει μία γρήγορη εντύπωση. Εκφράζει περισσότερο τα συναισθήματα ενός ανθρώπου –και το πιστεύω βαθειά αυτό- που στέκεται διορατικός απέναντι στις δυνάμεις που δεν μπορεί να δαμάσει, θεωρώντας ανώφελο να χαιρόμαστε τους πίνακές του μέσα από «αρμονίες» και στερεότυπα αισθητικά τεχνάσματα.

Μάνος Γ. Μπίρης Αρχιτέκτων-Καθηγητής ΕΜΠ (Ιστορία της Αρχιτεκτονικής)

Παρασκευή 9 Μαΐου 2008

όπου να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει*


Γιάννης Σταύρου, Πειραιάς, λάδι σε καμβά


Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά

σφυρίζουν ολοένα σφυρίζουν μα δεν κουνιέται κανένας

αργάτης

καμμιά αλυσίδα δεν έλαμψε βρεμένη στο στερνό φως που

βασιλεύει

ο καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μες στ'άσπρα και στα

χρυσά.

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει

παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες...

Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓΩΝΙΑ 937

______________________________________

από το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2008

Για τους καλλιτέχνες, το έργο τους & την εποχή μας


Το ότι οι καλλιτέχνες είναι γένος ευερέθιστο, είναι ευνόητο. Το γιατί όμως, φαίνεται πως δεν είναι κοινώς κατανοητό. Ο καλλιτέχνης είναι καλλιτέχνης εξ’αιτίας και μόνον της εκλεπτυσμένης αίσθησης του «ωραίου» που διαθέτει. Είναι μια δυνατότητα που του προσφέρει ιδιαίτερη εκστατική απόλαυση. Σ’ αυτή την απόλαυση προσπαθεί (όχι πάντα με επιτυχία) να κάνει συμμέτοχο τον αποδέκτη της δουλειάς του.


Παράλληλα όμως κι αυτόματα με την αίσθηση του «ωραίου», διαθέτει και το ακριβώς αντίθετο, την αντίληψη του δυσανάλογου, του άσχημου δηλαδή. Για τον καλλιτέχνη, το ωραίο είναι και το σωστό. Οι καλλιτέχνες ουδέποτε βλέπουν το άσχημο, το κακό, εκεί όπου δεν υπάρχει, αλλά πολύ συχνα εκαί, όπου μια μη καλλιτεχνική φύση δε βλέπει να υπάρχει τίποτα άσχημο. Έτσι η καλλιτεχνική οξυθυμία, δεν έχει σχέση με την «ψυχική ευαισθησία», όπως τη θεωρεί η κοινή λογική, αλλά με μια μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη οξυδέρκεια σε ό,τι αφορά το άσχημο, το ψεύτικο. Η οξυδέρκεια αυτή δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα συνακόλουθο της έντονης αίσθησης του σωστού, του αρμονικού.


Ένα πράγμα είναι σίγουρο, ο άνθρωπος που δε είναι ευερέθιστος, δεν είναι καλλιτέχνης. Αντιλαμβάνεστε με όσα λέω ότι οι καλλιτέχνες είναι τα πιο μοναχικά κι απομονωμένα πλάσματα στον σημερινό κόσμο. Οι ελάχιστες εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν απλώς τον κανόνα. Να διευκρινίσω, ότι μιλώντας γενικά περί καλλιτεχνών, εννοώ κυρίως τους ζωγράφιυς που γνωρίζω καλύτερα.


Σήμερα, σε μια εποχή που ο χρόνος και το χρήμα έχουν τόσο μεγάλη αξία, που η ωφελιμιστική θεώρηση των πάντων φτάνει στα όρια της εθνικής μανίας, ελάχιστος χώρος απομένει για τα ανήσυχα πνεύματα και το καλλιτεχνικό έργο. Το καλλιτεχνικό έργο πιο συγκεκριμένα, μισήθηκε στον αιώνα μας. Δε μπορώ ακόμα να διαβλέψω ποιες σκοτεινές διάνοιες, στο όνομα και το βωμό της έρευνας (έργο μόνο της επιστήμης), κατέστρεψαν και διαστρέβλωσαν τη δυνατότητα του πραγματικού καλλιτέχνη να παράγει πραγματικό καλλιτεχνικό έργο. Είναι γνωστή, ακόμα και στους μη ειδικούς, η έκταση που προσέλαβε η κάθε ανοησία, κάθε ανικανότητα, κάθε κρυφή ζήλεια, απέναντι στη νοημοσύνη, τη δυνατότητα, την ουσιαστική θυσία που απαιτεί η καλλιτεχνική δημιουργία. Τόμοι ολόκληροι, βιβλιοθήκες έχουν δημιουργηθεί για να δικαιολογήσουν, να προάγουν, να προτείνουν και να επιβάλουν στη συνέχεια, πράγματα φτιαγμένα κατ’ ευθείαν για τους αμόρφωτους νεόπλουτους του 20ου αιώνα. Η τιμή πλέον και μόνο καθορίζει την αξία του έργου.


Ο κοκοτισμός των δημοσίων σχέσεων έρχεται να βιάσει και να υποκλέψει την προτεραιότητα, την ιεράρχηση των αξιών, να παραχαράξει την ιστορία και να υποκαταστήσει το πραγματικό με το ψευδεπίγραφο. Να υποβιβάσει – ως πεπερασμένα και χιλιοειπωμένα πράγματα – την αληθινή καλλιτεχνική δημιουργία, αυτή τη θαυμαστή ιδιότητα του ανθρώπου, που για να συμβεί απαιτεί ταλέντο, πολλή δουλειά, αυταπάρνηση, αλήθεια και αγάπη. Δυστυχώς, πολλά από αυτά που γράφω, θα τα βρείτε, ακριβώς τα ίδια, να εγκωμιάζουν πασίγνωστες αηδίες. Βάλτε κατ’ ευθείαν αρνητικό πρόσημο και έχετε τη σωστή διάγνωση. Αφήστε το ένστικτό σας, τον κοινό άνθρώπινο νου να λειτουργήσει ελεύθερα και εκφραστείτε. Βέβαια, τα φαινόμενα αυτά δεν υπεραπλουστεύονται. Μέσα στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο που διανύουμε, είναι επιτέλους μια πρωταρχική κίνηση η επανεξέταση όσων μας ταλαιπωρούν.


Τα καλλιτεχνικά θέματα δεν είναι τα μόνα που ταλαιπωρούνται στην εποχή μας. Ταλαιπωρείται, τιμωρείατι κυριολεκτικά ο σημερινός άνθρωπος. Ο Έλληνας βασανίζεται στο όνομα κάθε είδους «προόδου» (κι αυτόματα ο ίδιος βασανίζει όλους τους υπόλοιπους γύρω του). Μπορώ να πω με σιγουριά ότι ο σημερινός άνθρωπος, κάτω από τον αστερισμό της μαζικότερης δημοκρατίας της ιστορίας, απελευθερώνει κι επιδεικνύει, με περισσή μάλιστα αυταρέσκεια και θράσος, το εσωτερικό του «εγώ». Φρική!


Το καταπληκτικό της εποχής είναι η παθητικότητα που παραλύει τη φυσική μας αντίδραση. Όλοι στεκόμαστε άφωνοι κι επιεικείς, με μια «πεφωτισμένη κατανόηση» απέναντι στον κάθε βιασμό μας. Έχουμε σίγουρα την ευθύνη εμείς οι ίδιοι. Γιατί όλοι, σε κάποιο βαθμό, παρασυρθήκαμε από μια ύποπτης προέλευσης κουλτούρα που γέμισε τις ψυχές μας με ενοχές απέναντι σε γεγονότα για τα οποία δεν ευθύνόμαστε. Διαθέτουμε απεριόριστο σεβασμό σε ό,τι απεργάζεται το κακό μας. Αναγνωρίζουμε δικαιώματα εκεί που δεν υπάρχουν και παραχωρούμε ευγενώς τα δικά μας για να επιβιώσει το τέρας (μη και χαθεί το είδος).
Κάτω από την «κοινωνική πολιτική», πίσω από τον μπερντέ των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», προβάλλει όλο και περισσότερο το διεστραμμένο πρόσωπο του θράσους και της αναίδειας. Της αλαζονικής αυτάρκειας. Μια δημοκρατία δικαιωμάτων μόνο και καθόλου υποχρεώσεων. Τόση τεχνολογία, τόση δημοκρατία, τόση «εξέλιξη», τόσα «καλά», τίποτα για το καλό μας.

Γιάννης Σταύρου, 2000