t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ροίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ροίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

το μόνο πλάσμα...

 Το μόνο πλάσμα «τὸ ὁποῖον δύναται μὲν νὰ ἡμερωθῆ, ὄχι ὅμως καὶ νὰ ὑποδουλωθῆ»! 

Ἐμμανουήλ Ροΐδης - Ἱστορία μιᾶς γάτας

 
 
 «.. κατηγορεῖται ὁ γάτος ὅτι δὲν γλείφει τὰς χεῖρας τοῦ κυρίου ὅταν οὗτος τὸν δέρη, ὅτι δὲν τρέχει ἅμα τὸν καλέση, οὐδὲ στέργει νὰ φανῇ χρήσιμος κυνηγῶν διὰ λογαριασμόν του, φυλάσσων τὰ πρόβατά του, στρέφων ἐπὶ τῆς πυρᾶς τὸν ὀβελὸν καὶ προπορευόμενος μὲ φανάριον εἰς τὸ στόμα, ἢ κὰν νὰ τὸν διασκέδαση ὑπερπηδῶν ράβδους ἢ ὀρθούμενος ἐκ τῶν ὀπισθίων ποδῶν. Ταῦτα εἶναι ἀκριβέστατα. Οὐδεὶς ποτὲ οὔτε δι᾿ ἀμοιβῆς οὔτε διὰ ραβδισμῶν κατώρθωσε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς γάτον νὰ πράξη ὅσα πράττουσιν οἱ σκύλλοι, οἱ δοῦλοι καὶ οἱ γελωτοποιοί. Ἀλλ᾿ οἱ τοιαῦτα παρ᾿ αὐτοῦ ἀπαιτοῦντες λησμονοῦσιν, ὡς φαίνεται, ὅτι ἐκ τῶν συνοίκων μας ζῴων μόνον οὗτος ἀνήκει εἰς τὸ βασιλικὸν γένος τῶν αἰλουροειδῶν... κατὰ τοὺς ἀρχαίους ἐκείνους χρόνους, ὅτε ἐθεοποιεῖτο τὸ κάλλος τοῦ σώματος καὶ τὸ σθένος τῆς ψυχῆς, πλειστάκις ἠξιώθη ὁ γάτος θείων τιμῶν... Μετὰ τοὺς Αἰγυπτίους ἐλάτρευσαν οἱ Ἄραβες ... Ἀλλὰ τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ ὑπεροχὴν φαίνονται κατανοήσαντες κάλλιον παντὸς ἄλλου λαοῦ οἱ κατακτηταὶ τοῦ ἀρχαίου κόσμου Σουηδοὶ καὶ Βανδῆλοι, οἱ ἀναγράψαντες εἰς τὰς πολεμικὰς αὐτῶν σημαίας τὸ ὁμοίωμα τοῦ γάτου, ὡς τοῦ μόνου πλάσματος τὸ ὁποῖον δύναται μὲν νὰ ἡμερωθῆ, ὄχι ὅμως καὶ νὰ ὑποδουλωθῆ...»

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2019

Σέβομαι τους νεκρούς, και όταν ακόμη είναι ζωντανοί...

Στην Ελλάδα άπαντες οι έχοντες ονύχια αγωνίζονται να σπαράξωσιν τους έχοντες πτερά.

https://yannisstavrou.blogspot.com 

Εμμανουήλ Ροίδης
Αποφθέγματα

Είς νόμος απαιτείται εις αυτήν τη χώραν, ο οποίος να επιτάσσει την εφαρμογήν όλων των υπολοίπων νόμων.

Στην Ελλάδα άπαντες οι έχοντες ονύχια αγωνίζονται να σπαράξωσιν τους έχοντες πτερά.

Πλατωνικός έρωτας ίσον μαλακόν παξιμάδιον δια τους μη έχοντας οδόντας.

Κόμμα: Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν’ αναγιγνώσκωσι και ν’ αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπό ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι να αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι.

Απαραίτητος όρος αρμονικής συμβιώσεως με γυναίκα φιλάρεσκον είναι ν’ αποκρύπτη τις επιμελώς δύο τινά: τα εννέα δέκατα της αγάπης του και το ήμισυ τουλάχιστον της περιουσίας του.

Σέβομαι τους νεκρούς, και όταν ακόμη είναι ζωντανοί.

Ο Έλλην προτιμά συνήθως την ομαλωτέραν οδόν, έστω και άγουσαν εις βάραθρον.

Έκαστος τόπος έχει την πληγήν του: Η Αγγλία την ομίχλην, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας, η Βλαχία τας ακρίδας και η Ελλάς τους Έλληνας.

Γνωρίζει δώδεκα τρόπους να προσπορίζεται χρήματα εκ των οποίων ο τιμιότερος είναι η κλοπή.
(για διατελέσαντα υπουργό)

Όταν έχει κανείς το δικαίωμα να λαθεύει απεριόριστα, είναι βέβαιος πως κάποτε θα πετύχει.

Όπως όλοι οι Εσκιμώοι αλιείς, όλοι οι Άραβες ιππείς, και όλοι οι αρχαίοι Πάρθοι τοξόται, ούτως και όλοι οι σημερινοί Έλληνες είναι πολιτευταί, όλοι ψηφοθήραι, όλοι κομματάρχαι και εκ τούτου και κάπως ρήτορες εξ ανάγκης!

Εξειδίκευση είναι η διέξοδος της άγνοιας προς μίαν κατεύθυνσιν.

Η θέσις των παρ’ ημίν πολιτευομένων πολύ ομοιάζει την των αυτοκρατόρων της Βυζαντινής Ρώμης, οίτινες προς κατάληψιν του θρόνου συνεμάχουν μετά Φράγκων, Τούρκων και Βουλγάρων, εις ους αυτοί τε και οι υπήκοοι αυτών επλήρωνον έπειτα λύτρα.

Η θεία πρόνοια παραθέτει ημίν ως επιδόρπιον παν ό,τι δύσπεπτον και αηδές, τας ρυτίδας, την ποδάγραν, την πλήξιν και την εγκατάλειψιν.

Τρίτη 9 Αυγούστου 2016

Το νεοελληνικόν κοινόν...

Περιηγούμενος την άνω Αίγυπτον ο «Ασμοδαίος» απήντησε ποτε Αβυσσινόν έχοντα ήμερον ιπποπόταμον ον υπερηγάπα• επί του δέρματος του ζώου είχε ζωγραφίσει ο αυτόχθων κύκλον καί εγυμνάζετο επ' αυτού εις σκοποβολήν, βέβαιος ων ότι τα βέλη του ουδένα επροξένουν εις αυτό πόνον ή ζημίαν.Προς τοιούτον παχύδερμον αφομοιούμεν ουχί τον κ. πρωθυπουργόν, αλλά το νεοελληνικόν κοινόν, το υπ' ουδενός βέλους αγριούμενον ή ταραττόμενον...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Φρανσίσκο Γκόγια, Οι Μοίρες (1819–23)

Εμμανουήλ Ροίδης
Ο κ. Κουμουνδούρος

Ὁ Αἴσωπος τῶν Γάλλων Λαφονταῖνος, καίτοι πωλήσας τὸν κάλαμόν του καὶ διαζευχθείς ἀναφανδὸν τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν ἠθικήν, ἦτο ἐν τούτοις τόσον καλὸς ἄνθρωπος, ὥστε εἷς τῶν φίλων του ἀκούων αὐτὸν κατηγορούμενον ἐν τινι συναναστροφῇ, ἐγερθείς ἔφραξε διὰ τῆς χειρὸς τὸ στόμα τοῦ κακογλώσσου κράζων « Κακολόγει, ἂν θέλεις τὸν πατέρα μου, ὄχι ὅμως καὶ τὸν καλὸν Λαφονταῖνον».

Ἂν ἠκούομεν κατηγορούμενον τὸν σήμερον πρωθυπουργόν, ἠθέλομεν πιθανῶς ἀποστομώσει καὶ ἡμεῖς τὸν κατήγορον διὰ τῆς αὐτῆς φράσεως• τόσον καλὸς ἄνθρωπος εἶναι καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος.

Κατὰ τοὺς πιστεύοντας τὴν ὕπαρξιν τῆς θείας Προνοίας, ἐπιβλεπούσης τὸν κόσμον τοῦτον, αὕτη, ὁσάκις πλάσμα τι γεννᾶται ἐπὶ τῆς γῆς, φροντίζει νὰ παρασκευάσῃ αὐτῷ τὰ ἀναγκαιοῦντα, ἵνα ἱκανοποίησῃ τὰς ὀρέξεις καὶ ἀναπτύξῃ τὰς ἰδιότητας, δι' ὧν ἐπροικίσθη ὑπ 'αὐτῆς. Ὅπου ἔθεσε λύκους, ἐκεῖ ἐτοποθέτησε καὶ πρόβατα πρὸς χρῆσιν αὐτῶν, ὅπου πιθήκους, ἐκεῖ καὶ μεγάλα δένδρα, ἵνα ἀσκῶνται οὗτοι εἰς τὴν γυμναστικήν, ὅπου Καλλιγούλαν, ἐκεῖ καὶ Ρωμαίους τῆς παρακμῆς, ἵνα προσκυνῶσι τὸν ἵππον του. Οὕτω καὶ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον πλάσασα τόσον ἀγαθόν, ἐφρόντισεν ἡ θεία Πρόνοια νὰ παρασκευάσῃ αὐτῷ καὶ φορολογουμένους Ἕλληνας, ἀναδεχόμενους τὸ ἔξοδον τῆς ἀγαθότητός του.

Οἱ ἀστρονόμοι, μὴ εὑρίσκοντες μονάδα ἀρκούντως μεγάλην προστρέχουσιν εἰς παρομοιώσεις, ἵνα δώσωσιν ἡμῖν ἰδέαν τινά τῶν οὐρανίων ἐκτάσεων. Εἰς τοιοῦτον σύστημα ἀναγκαζόμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ καταφύγωμεν δι' ἔλλειψιν ἠθικοῦ πήχεως, ἱκανοῦ πρὸς καταμέτρησιν τῆς ἀγαθότητος τοῦ ἡμετέρου πρωθυπουργοῦ.

Κατὰ τὸ μέγεθος λοιπὸν τῆς ἀγαθότητος ταύτης, ἵνα ἀποχτήσῃ τις τὸ δικαίωμα νὰ τρέφεται δημοσίᾳ δαπάνῃ, ἀρκεῖ νὰ ἔχη στόμα καὶ τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζῃ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον.

Ἂν φίλος του ὤν ὁ «Ἀσμοδαῖος» ἐζήτει παρ’ αὐτοῦ νὰ διορισθῇ καθηγητὴς τῆς Ἑβραϊκῆς ἀντὶ τοῦ κ. Κοντογόνου, ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ αἴτησίς του ἤθελεν εἰσακουσθῇ. Ἀφ' ἑτέρου ὅμως πρέπει νὰ προσθέσωμεν ὅτι ἂν προσετίθετο καὶ ὁ χορὸς εἰς τὴν προταθεῖσαν στρατιωτικὴν παίδευσιν τάξεως τινὸς πολιτῶν, τὸν ἀξιότιμον κ. Κοντογόνην ἤθελε διορίσει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μετ' ἴσης προθυμίας καθηγητὴν τῆς ὀρχηστικῆς, καὶ αἰτιολογήσει τὸ διάταγμα λέγων ὅτι, ἂν οὗτος δὲν ἔχη πόδας ἵνα χορεύῃ, ἔχει ὅμως στόμα ἵνα τρώγῃ.

Ὡς ὁ Ἰησοῦς ἐκήρυξεν ὅτι ἦλθε νὰ σώσῃ τοὺς ἁμαρτωλούς καὶ οὐχὶ τοὺς δικαίους, οὕτω καὶ σήμερον παρ' ἡμῖν ἡ αἰσχρότης τῆς διαγωγῆς εἶναι πρόσθετος τίτλος εἰς τὰς εὐεργεσίας τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Πολλοὶ μάλιστα λέγουσιν ὅτι αὐτὴ εἶναι παρ' αὐτῷ ἀπαραίτητον προσόν, ἡμεῖς ὅμως πιστεύομεν ὅτι καὶ μόνη ἡ ἀνικανότης ἀρκεῖ πρὸς ἀπόκτησιν τῆς εὐνοίας του, φθάνει μόνον νὰ ᾖναι ἀρκούντως ἀποδεδειγμένη.

Κατὰ τὸν Μακιαβέλλην πολιτικὸς ἀνήρ λέγεται ἐκεῖνος, ὅστις εἶναι πάντοτε ἕτοιμος νὰ κρεμάσῃ δύο ἀνθρώπους, ὁσάκις πρόκειται διὰ τούτου νὰ σωθῶσι τρεῖς. Ὁ ἀγαθώτατος ὅμως κ. Κουμουνδοῦρος οὐ μόνον κανένα δὲν κρεμάζει, ἀλλά καί ὁλοπρόθυμος εἶναι νὰ καύσῃ τὴν Ἑλλάδα, ἵνα θερμάνη τὴν χύτραν οἱουδήποτε τινος Περρωτοῦ ἢ Θεοδώρου.

Ὁσάκις εἰς τὸν ἡμέτερον πρωθυπουργὸν γίνονται παρατηρήσεις περὶ τοῦ ποιοῦ τῶν ὑπ' αὐτοῦ διοριζομένων, ὅτι εἶναι ἀμαθεῖς, βλάκες, ὑπόδικοι ἐπὶ κλοπῇ ἤ κατάδικοι ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, εἰς τὰς ἐνστάσεις ταύτας ἡ ἀγαθότης αὐτοῦ εὑρίσκει τὴν ἑξῆς στερεότυπον καὶ ὄντως λακωνικὴν ἀπάντησιν « Δὲν πειράζει.»

Οἱ γάλλοι ἱδρύσαντες ἀκαδημίαν κατέστησαν μετὰ μακρὰν συζήτησιν τὰς ἐν αὐτῇ θέσεις ἀμίσθους « ἐκ φόβου μὴ οἱ αὐλικοὶ τοποθετήσωσιν ἐκεῖ τούς ἀναπήρους ὑπηρέτας των». Τοιαύτης ὅμως προνοίας μὴ ληφθείσης καὶ διὰ τὸ ἡμέτερον πανεπιστήμιον, ἡ ἀγαθότης τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἀνέδειξεν ἐν αὐτῷ ἱστορικοὺς Τζιβανοπούλους• εἰς δὲ τοὺς παρατηρήσαντας ὅτι ὁ κύριος οὗτος ἀνεκάλυψε τὸ « κατὰ τὸν μεσαιῶνα ἐμπόριον τῶν Φοινίκων» ἀπεκρίθη « Δὲν πειράζει».

Ἄδικον ὅμως ἤθελεν εἶναι νὰ μὴ μνημονεύσωμεν ὅτι ἐνίοτε, κατὰ τὰς τελευταίας μάλιστα ἡμέρας ἑκάστης πρωθυπουργίας του, μετὰ τοσαύτης σπουδῆς διανέμει τὰ περισσεύματα τῶν λαφύρων, ὥστε ἐν τῇ βίᾳ καὶ ἀπροσεξίᾳ τῆς τελευταίας ὥρας συνέβη ἐνίοτε καὶ εἷς ἢ δύο τίμιοι ἄνθρωποι νὰ παρεισφρήσωσι κατὰ λάθος.

Καὶ ἄλλην τινὰ δικαιοσύνην πρέπει ν' ἀποδώσωμεν τῷ κ. Κουμουνδούρῳ. Οἱ λοιποὶ κομματάρχαι μόνους τούς ἀνθρώπους αὐτῶν τροφοδοτοῦσιν, ἐνῷ οὗτος παρέχει, ὁσάκις δύναται, καὶ εἰς τοὺς τῶν ἀντιπάλων αὐτοῦ κοχλιάριον, ἵνα ἀντλήσωσιν εἰς τὴν χύτραν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐκ τῶν συγχρόνων πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς ὑφηλίου, μόνος ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δύναται νὰ καυχηθῇ ὅτι οὐ μόνον τὴν πλειονοψηφίαν του ἀλλ' ὁλόκληρον τὴν νεοελληνικὴν ἀντιπροσωπείαν κατώρθωσεν ἅπαξ νὰ χορτάσῃ, ὑποθηκεύσας διὰ τὸ ἔξοδον τοῦ πρωτοφανοῦς συμποσίου τὰ τελωνεῖα τοῦ κράτους.

Ἀλλ' ἂν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀνεδείχθη κατὰ τὴν μεγαλοδωρίαν μοναδικός, εἶναι ἀφ' ἑτέρου καὶ πρὸς ἐξεύρεσιν τῆς ἀπαιτουμένης πρὸς τοῦτο δαπάνης ἀνώτερος παντὸς ἄλλου. Μὴ ἀρκούμενος εἰς ὅσα πρὸς τοιαύτην χρῆσιν παρέχει αὐτῷ ἡ παροῦσα φορολογουμένη γενεά, προεξοφλεῖ καὶ τῶν τέκνων αὐτῆς τοὺς ἱδρῶτας, προκαταβάλλων ἀπὸ τοῦδε εἰς τούς φίλους του τὰ μερίσματα μεγάλης τινος ὅσον οὔπω συντελούμενης ἐθνικῆς ἐπιχειρήσεως, τῆς χρεωκοπίας τῆς Ἑλλάδος.

Εἰς ἑκάστου ἔθνους τὴν ἱστορίαν ἀπαντῶνται ἐποχαὶ τινες, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ ἠθικὸν φρόνημα τοῦ λαοῦ ἐξεγείρεται ὡς ἐκ μακροῦ ληθάργου καὶ λαῦρον ἐπιπίπτει κατὰ τῆς πληθυνθείσης ἐνῷ ἐκοιμᾶτο αἰσχρότητος καὶ διαφθορᾶς. Τοιοῦτόν τι συνέβη ἐν Γαλλίᾳ κατὰ περίοδον τινα τῆς πρώτης ἐπαναστάσεως. Ὁ λαὸς ἐκεῖνος ὑπὸ τοσούτου κατελήφθη πρὸς τὴν ἀρετήν προσκαίρου ἐνθουσιασμοῦ καὶ μίσους πρὸς τὰς καταχρήσεις, ὥστε ἐμαστίγωσε δημοσίᾳ γυναῖκα τινα, διότι ἀπέκοψεν ἓν μόνον ρόδον ἐκ τοῦ βασιλικοῦ κήπου. Κατὰ τὰς τοιαύτας ἐποχὰς καὶ αὐτοὶ καὶ οἱ μᾶλλον πεπωρωμένοι ὑποκύπτουσιν εἰς τὸ ρεῦμα τοῦ ἐξαγνίζοντος τούτου χειμάρρου τῆς κοινῆς γνώμης. Τοιαύτη ὀργὴ λαοῦ εἶχεν ἐγερθῇ ἐσχάτως καὶ παρ' ἡμῖν μετὰ τὰς αἰσχρότητας τῶν βουλγαριστῶν, πρὸ πάντων δὲ κατὰ τοῦ στυγεροῦ ἐγκλήματος της δωροδοκίας. Τῆς ὀργῆς ταύτης φλογερὸς διερμηνέας ὑπῆρξε καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος κατὰ τὴν ἱστορικὴν αὐτοῦ προσλαλιὰν ἐν Πειραιεῖ. Ἐπὶ ταύτην πεποιθότες ἠλπίσαμεν ὅτι ἤθελε θέσει τέλος πάντων χαλινὸν τινα εἰς τὴν ἀγαθότητα τῆς καρδίας του. Ἀλλ' ἡ σοφία τῶν ἐθνῶν εἶναι, φαίνεται, ἀλάνθαστος λέγουσα «Chassez le naturel il revient au galop». Οὕτω, ἀκριβῶς καθ’ ἥν στιγμήν, πιεζόμενος ὑπὸ τοῦ ἀκαταμαχήτου ρεύματος τῆς κοινῆς γνώμης προεφυλάκιζε δημοσίᾳ τούς κ. Νικολόπουλον καὶ Βαλασσόπουλον, ὡς δωροδοκηθέντας, ἀνεδείκνυεν ἔπαρχον Παξῶν τὸν κ. Παγκράτην, καὶ ὑπὸ τοῦ Βούλγαρη λαβόντα ἑκατὸν τάληρα ἵνα προσέλθῃ εἰς τούς στηλίτας καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἀναφανδὸν διακόσια, συλλεγέντα δι’ ἐράνου, ἵνα μὴ προσέλθῃ. Εἰς δὲ τὰς γενομένας αὐτῷ παρατηρήσεις ἀπεκρίνετο μειδιῶν ὁ ἡμέτερος πρωθυπουργός, ὅτι ἂν ἡ φύσις ἔδωκεν εἰς τὸν κ. Παγκράτην ἓν μόνον στόμα ἵνα τρώγῃ, παρέσχεν αὐτῷ ἀφ' ἑτέρου δύο χεῖρας, ἵνα ἑκατέρωθεν δωροδοκῆται.

Οὕτω πανάγαθος ὢν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἤθελον εἶναι βεβαίως ὁ ἄριστος κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ὑφηλίου, ἂν ἦτο καὶ παντοδύναμος.

Λέγοντες παντοδύναμος δὲν ἐννοοῦμε ἔχων τὴν ἄδειαν νὰ διαθέτῃ εἰς ἀγαθοεργίας τὴν πτωχὴν πρόσοδον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ νὰ διατάσσῃ τοὺς κλασσικοὺς ἡμῶν ρύακας νὰ κυλίωσῃ γάλα ἀντὶ ὕδατος, τὰς πούπας νὰ παρέχωσιν ἀρτοκάρπους καὶ τοὺς στάχεις νὰ ὡριμάζωσιν ἄνευ ἱδρῶτος.

Πολλάκις ἐφαντάσθημεν τὸν ἡμέτερον πρωθυπουργὸν φέροντα ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἀντὶ τοῦ φραγκικοῦ κυλίνδρου τὸν στέφανον τοῦ μεγάλου Πανός, καὶ προσκαλοῦντα πάντας τοὺς γηγενεῖς εἰς διηνεκὲς συμπόσιον, ἐν ᾧ οἱ πολιτικοὶ αὐτοῦ ἀντίπαλοι καὶ οἱ ὑβρίσαντες ἢ ὁπωσδήποτε λυπήσαντες αὐτὸν κατεῖχον τὰς καλλιτέρας θέσεις καὶ ἐλάμαβανον διπλῆν μερίδα ὡς οἱ ἥρωες τοῦ Ὁμήρου.

Ἄλλοτε πάλιν εἴδαμεν αὐτὸν ἐν ὀνείρῳ μεταμορφούμενον εἰς γυναῖκα, τὴν καλὴν Ἐφεσίαν Ἀρτέμιδα, σφίγγουσαν τοὺς ἑκατόν αὐτῆς μαστοὺς καὶ γαλουχοῦσαν ὁλόκληρον τὸ ἀνθρώπινον γένος.

Ἂν δὲ ἀπὸ μυθολογικοῦ μετετρέπετο τὸ ὄνειρον ἠμῶν εἰς χριστιανικόν, ἐβλέπομεν τὸν κ. Κουμουνδοῦρον φέροντα κουκούλιον ἐλεοδότου μεσαιωνικοῦ τινός κοινοβίου, ἱστάμενον περὶ δυσμάς ἡλίου παρὰ τὴν πύλην τῆς Μονῆς, καὶ διανέμοντα ἀκουράστως διὰ γιγαντιαίου κοχλιαρίου τὸ περιεχόμενον τῆς ἐλεήμονος χύτρας εἰς τούς περὶ αὐτὸν συνωθουμένους χωλούς, ἐλεφαντιῶντας, Παγκράτας, φαυλοβίους, Θεοδώρους, βλάκας καὶ Τζιβανοπούλους.

Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν διήρκει τὸ ὄνειρον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐγγαλορρόουν οἱ ποταμοὶ καὶ ἐχρύσιζον ἀκαλλιέργητοι οἱ στάχεις, μικρὰ ἐφαίνετο ἡμῖν ἡ ζημία ἂν ἀπέσπα ὁ ἡμέτερος πρωθυπουργὸς τὸν κ. Τζιβανόπουλον ἀπὸ τοῦ πατρῴου ἀρότρου καὶ ἀνεδείκνυεν αὐτὸν καθηγητὴν τῆς ἱστορίας, ἵνα διδάξῃ τὴν νεολαίαν ὅτι σκοπὸς τοῦ ἀερόστατου εἶναι « ν' ἀνέλθη ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸν αἰθέρα, ὅπως ἐξετάσῃ ΕΓΓΥΤΕΡΟΝ τὰ οὐράνια συστήματα». ( Πολιτικῆς Φιλοσοφίας ὑπὸ Σωκράτους Τζιβανοπούλου ἐν τῷ προλόγω, Σελ. Ε στίχ. 26, αὐτολεξεί). Ὅταν ὅμως ἐξυπνοῦντες ἐσυλλογιζόμεθα ὅτι τὰ ἐννέα δέκατα τῆς Ἑλλάδος εἶναι χέρσος, οἱ δὲ ἡμέτεροι ποταμοὶ ἀντὶ γάλακτος κυλίουσι τὸ μὲν θέρος κονιορτόν, τὸν δὲ χειμῶνα μεταβαλλόμενοι εἰς χειμάρρους πνίγουσι τοὺς ἀνθρώπους δι' ἔλλειψιν γεφυρῶν, τότε τῇ ἀληθείᾳ εὐρίσκομεν τὴν δ' ἀεροστάτου ἐγγυτέραν ἐξέτασιν τῶν οὐρανίων συστημάτων ὁπωσοῦν ἀκριβοπληρωθεῖσαν.

Καὶ ἄνευ ὅμως τῆς παντοδυναμίας, ἂν ἄλλην τινα ὑπεράνθρωπον ἰδιότητα συνήνου εἰς τὸ πανάγαθον αὐτοῦ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τὴν τοῦ πανταχοῦ παρόντος, νομίζομεν ὅτι αὔτη ἤθελεν ἀρκέσει πρὸς σωτηρίαν τοῦ ἔθνους. Ἀφοῦ δὲν δύναται νὰ ἴδῃ δάκρυον χωρὶς νὰ τὸ σπογγίσῃ, οὐδὲ ἀνοικτὸν στόμα χωρὶς νὰ τὸ γεμίσῃ, ἡ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν του ἀκατάπαυστος ὀπτασία λιμοκτονούντων συνταξιούχων καὶ δεκατιζομένων γεωργῶν ἤθελεν συγκινήσει καὶ αὕτη τὴν ἀγαθὴ καρδίαν του . Ὑπὸ τὸ κράτος τῆς τοιαύτης συγκινήσεως ἤθελεν ἐνθυμηθῆ, ὅτι ἂν οἱ περικυκλοῦντες αὐτὸν Τζιβανόπουλοι τοποθετοῦσι τὴν ἀκμὴν τῶν Φοινίκων εἰς τὸν μεσαιῶνα ἢ προτίθενται νὰ προσεγγίσωσιν εἰς τοὺς ἀστέρας δι’ ἀεροστάτων, αἱ ἐλλείψεις αὗται, αἱ καθιστῶσαι αὐτοὺς λίαν ἀκαταλλήλους καθηγητάς ἢ καὶ δημοδιδασκάλους, οὐδόλως τοὺς ἐμποδίζουσι νὰ κερδίσωσιν ἐντίμως τὸν ἄρτον αὐτῶν διαπρέποντες ὡς ξυλοσχίσται ἢ ἀχθοφόροι.

Ἀλλὰ καὶ ἀπαράλλακτον ὅπως εἶναι ἂν παραδεχθῶμεν ὡς κάλλιστον κυβερνήτην τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, τὸ σύστημα αὐτοῦ πάλιν ἔχει καὶ διὰ τοὺς ἐξ αὐτοῦ τρεφομένους τοῦτο τὸ κακόν, ὅτι ἀδύνατον εἶναι ἐπὶ πολὺ νὰ διαρκέσῃ. Ἂν καθημερινῶς προβιβάζονται ἄνθρωποι ἀπὸ τῆς τάξεως τοῦ ἐργαζομένου εἰς τὴν τοῦ ἀργοφάγου, ὁ καιρὸς δὲν εἶναι μακρὰν ὅτε οἱ προβιβαζόμενοι θέλουσι συναποθάνει τῆς πείνης μετὰ τῶν πρὶν τρεφόντων αὐτοὺς ἐπὶ τῶν ἐκχερσωθέντων ἀγρῶν τῆς Ἑλλάδος.

Ἄδικον βεβαίως ἤθελεν εἶναι ὁλόκληρον τῆς τοιαύτης καταστάσεως τὴν εὐθύνην νὰ ἐπιρρίψωμεν εἰς τὸν σήμερον πρωθυπουργόν. Ἀλλ' ἂν εἰς τὰς γινομένας κομματικάς σπατάλας ἔχει ὁ κ. Βούλγαρης τὴν μερίδα τοῦ λύκου, ἡ μερὶς τοῦ λέοντος ἀνήκει ἀναντιρρήτως, εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον.

Ἀληθὲς εἶναι ὅτι εἰς γενικὴν τοιαύτην διανομὴν ἕνα μόνον ἄνθρωπον ἐλησμόνησεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, τὸν ἑαυτόν του. Ἕνεκα τούτου θαυμάζομεν καὶ ἀγαπῶμεν αὐτὸν ὡς ἰδιώτην• ὅση ὅμως καὶ ἂν ᾖναι ἡ ἕνεκα τούτου προσωπικὴ ἡμῶν συμπάθεια, βαρὺ ὁπωσδήποτε ἀποβαίνει τὸ θέαμα ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος μεταβαλλόμενης εἰς λειβάδιον κομματικῆς κτηνοτροφίας.

Τὰ κτήνη του ταῦτα, τὰ νεμόμενα ἀσυνειδήτως καὶ τῆς παρούσης καὶ τῆς μελλούσης γενεᾶς τὴν συγκομιδήν, νομίζομεν ὅτι ἕκαστος ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ κυνηγήσῃ ὅπου καὶ ἂν τὰ ἀπαντᾷ, μέχρις οὗ ἀναγκασθῶσιν ἢ νὰ ζευγθῶσιν εἰς τὸ ἄροτρον, ἢ ἐπιβαίνοντα τῶν ἀεροστάτων τοῦ κ. Τζιβανοπούλου νὰ ζητήσωσιν οὐ μόνον τὴν «ἐγγυτέραν ἐξέτασιν», ἀλλά καὶ τὴν ἀπόβασιν εἰς ἄλλα μακρὰν ἡμῶν οὐράνια συστήματα.

Ὀφείλοντες ἤδη νὰ εἴπωμεν τι καὶ περὶ τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν, δι' ὧν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἠθέλησε κατὰ καιροὺς νὰ διακρίνῃ τὸ κόμμα αὐτοῦ ἀπὸ τῶν λοιπῶν, εὐρισκόμεθα εἰς μεγίστην ἀληθῶς ἀμηχανίαν. Ὡς τοῦ ταμείου τὰς θύρας ἀνοίγει εἰς ὅλους τούς πεινῶντας, οὕτω καὶ τῆς διανοίας του τὰς ἀγκάλας τείνει προθύμως εἰς πᾶσαν ἰδέαν. Αἱ πεποιθήσεις αὐτοῦ τῆς ἑσπέρας εἶναι τὸ προΐον τῶν συνδιαλέξεων ἢ ἀναγνώσεων τῆς πρωῒας. Ἐπὶ δὲ τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ σημαίας τοσαύτας ἤδη ἀνέγραψεν ἀρχὰς « ἀποκέντρωσιν», «πῦρ καὶ σίδηρον», «ἐκλογικὴν μονοψηφίαν»», «ἐπέκταση τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως», « κατάργησιν βασιλικῶν προνομίων» καὶ ἄλλα τόσα, ὥστε τὰ συγχεόμενα γράμματα τῶν διαδοχικῶν τούτων ἐπιγραφῶν κατήντησαν ἤδη ν’ ἀποτελῶσιν ἀντὶ ἐπιγραφῆς λαβύρινθον γραμμῶν ἄνευ σημασίας.

Τοῦ δὲ « Ἀσμοδαίου» ἡ ἰδέα περὶ τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν τοῦ κ. Κουμουνδούρου εἶναι ἡ ἀκόλουθος. Οἱ Ἄγγλοι ἓν μόνον ἔχουσι ἐθνικὸν φαγητόν, τὸ ὁποῖον πλούσιοι καὶ πένητες τρώγουσι καὶ ἀγαπῶσι, τὸ ὀπτὸν κρέας• πρὸς ἐπίδειξιν ὅμως τοῦ γάλλου μαγείρου των καὶ ἀποφυγὴν τῆς μονοτονίας, στολίζουσι πολλάκις τὰς τραπέζας αὐτῶν καὶ διὰ πλακούντων καὶ καρυκευμάτων προωρισμένων νὰ εὐφραίνωσι μόνους τούς ὀφθαλμούς. Ἀπαραλλάκτως καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐπιδεικνύει κατὰ καιροὺς εὐρωπαϊκάς θεωρίας καὶ ἰδέας, κατ’ οὐσίαν ὅμως εἰς μίαν μόνην νεοελληνικὴν εἶναι ἀφωσιωμένος ὅσον οἱ Ἄγγλοι εἰς τὸ ροσμπίφ, τὴν αὔξησιν τοῦ κόμματος αὐτοῦ δι' ἀγαθοεργιῶν.

Τὸ ἀνωτέρω ἐγράψαμεν πεποιθότες ὅτι οὐδόλως δύνανται νὰ δυσαρεστήσωσιν ἢ νὰ βλάψωσι τὸν κ. Κουμουνδοῦρον. Περιηγούμενος τὴν ἄνω Αἴγυπτον ὁ «Ἀσμοδαῖος» ἀπήντησε ποτε Ἀβυσσινὸν ἔχοντα ἥμερον ἱπποπόταμον ὅν ὑπερηγάπα• ἐπὶ τοῦ δέρματος τοῦ ζώου εἶχε ζωγραφίσει ὁ αὐτόχθων κύκλον καὶ ἐγυμνάζετο ἐπ' αὐτοῦ εἰς σκοποβολήν, βέβαιος ὤν ὅτι τὰ βέλη του οὐδένα ἐπροξένουν εἰς αὐτό πόνον ἢ ζημίαν.

Πρὸς τοιοῦτον παχύδερμον ἀφομοιοῦμεν οὐχὶ τὸν κ. πρωθυπουργόν, ἀλλὰ τὸ νεοελληνικὸν κοινόν, τὸ ὑπ’ οὐδενός βέλους ἀγριούμενον ἢ ταραττόμενον. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ παρ' ἡμῖν δημοσιογραφία ἔχει μὲν πολλὰ δυσάρεστα, ἀλλὰ τοῦτο τουλάχιστον τὸ καλόν, ὅτι δύναται τις περὶ παντὸς πολιτικοῦ ἀνδρός, ἔστω καὶ φίλου του, νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν χωρὶς φόβον νὰ τὸν δυσφημίσῃ.

 ΑΣΜΟΔΑΙΟΣ (14/12/1875)
Τον τίτλο Ασμοδαίος έφερε παλαιά εβδομαδιαία σατιρική και γελοιογραφική εφημερίδα που εξέδιδε στην Αθήνα ο Εμμανουήλ Ροΐδης, μαζί με τον Θέμο Άννινο (1875-1885)

Τρίτη 31 Μαΐου 2016

Ιστορία μιας γάτας

Μόνος ο γάτος ηξεύρει ν' ακινητή επί ολοκλήρους ώρας εις γωνίαν της τραπέζης, στηρίζων ως Αιγυπτία Σφιγξ την κεφαλήν επί των εμπροσθίων ποδών και προσηλών το βλέμμα εις τον μελετώντα, ως αν ενδιεφέρετο εις το έργον αυτού. Πλειστάκις φαίνεται μαντεύων την ιδέαν την κατεβαίνουσαν από του εγκεφάλου εις την άκραν του καλάμου του γράφοντος και προτείνει τον πόδα ως αν ήθελε να την συλλάβη. Όταν δ' επί τέλους βαρυνθή την ακινησίαν, εγείρεται τότε ησύχως, τανύει την ελαστικήν του ράχιν εις σχήμα βυζαντινής αψίδος και αρχίζει ήσυχον περίπατον διά των λεξικών και των μελανοδοχείων...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Γάτα νάμεσα σε βιβλία. λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Εμμανουήλ Ροΐδης
Ιστορία μιας γάτας

Αν εξαιρέσωμεν τους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους, δεν πιστεύω να υπάρχωσιν άλλα επί γης πλάσματα όσον οι γάτοι συκοφαντηθέντα. Ως κατά πρόληψιν και κατά παράδοσιν κηρύττονται δεισιδαίμονες, οπτασιασταί, μυθολόγοι και ονειροπλέκται ο Πορφύριος, ο Ιάμβλιχος, ο Πρόκλος και ο Πλωτίνος, ούτω κακίζεται και πας γάτος ως δόλιος, άπιστος, αχάριστος και ανίκανος άλλον παρά τον εαυτόν του ν' αγαπήση. Και ως εις τα λεγόμενα ονείρατα των νεοπλατωνικών αντιτάσσεται η ασφαλής επιστήμη του Αριστοτέλους, ούτω και εις του γάτου την κακίαν αι πάντοιαι του σκύλλου αρεταί. Εις προγενέστερον έργον μου επροσπάθησα ν' αποδείξω το ιστορικώς ασύστατον της τοιαύτης περί των Αλεξανδρινών γνώμης και, προ πάντων, πόσον είναι άδικος η προς άλληλα σύγκρισις δύο πραγμάτων όλως ανομοίων, οία η εμπειρία του Σταγειρίτου προς το υπερούσιον πτερύγισμα της νεοπλατωνικής διανοίας1. Τούτο είναι περίπου το αυτό ως αν υπετιμάτο εν συγκρίσει προς την πέρδικα, ως μη φαγώσιμος, η αηδών. Καθ' όμοιον τρόπον κατηγορείται και ο γάτος ότι δεν γλείφει τας χείρας του κυρίου όταν ούτος τον δέρη, ότι δεν τρέχει άμα τον καλέση, ουδέ στέργει να φανή χρήσιμος κυνηγών διά λογαριασμόν του, φυλάσσων τα πρόβατά του, στρέφων επί της πυράς τον οβελόν και προπορευόμενος με φανάριον εις το στόμα, ή καν να τον διασκέδαση υπερπηδών ράβδους ή ορθούμενος εκ των οπισθίων ποδών. Ταύτα είναι ακριβέστατα. Ουδείς ποτέ ούτε δι' αμοιβής ούτε διά ραβδισμών κατώρθωσε να επιβάλη εις γάτον να πράξη όσα πράττουσιν οι σκύλλοι, οι δούλοι και οι γελωτοποιοί. Αλλ' οι τοιαύτα παρ' αυτού απαιτούντες λησμονούσιν, ως φαίνεται, ότι εκ των συνοίκων μας ζώων μόνον ούτος ανήκει εις το βασιλικόν γένος των αιλουροειδών (filins)· ότι είναι πρωτεξάδελφος της τίγρεως, του πάνθηρος και του λέοντος, και άμεσος απόγονος του αιλούρου και του λυγκέως· ότι έχει, ως εκείνοι, οφθαλμούς λάμποντας εις το σκότος και γνώρισμα της ευγενείας του οξείς όνυχας συσταλτούς. Ουδέ φαίνονται κάλλιον της φυσιολογίας μελετήσαντες την ιστορίαν. Εκ ταύτης θα εμάνθανον ότι κατά τους αρχαίους εκείνους χρόνους, ότε εθεοποιείτο το κάλλος του σώματος και το σθένος της ψυχής, πλειστάκις ηξιώθη ο γάτος θείων τιμών. Οι Αιγύπτιοι τον ελάτρευσαν ως Απόλλωνα υπό το σχήμα γαιοκεφάλου νεανίσκου και την γάταν ως θεάν του έρωτος και του κάλλους. Η ευμορφία τω όντι των γυναικών εξετιμάτο παρ' αυτών κατ' ακριβή αναλογίαν της ομοιότητος προς τα αιλουροειδή, του σπινθηρισμού των οφθαλμών, της λειότητος του δέρματος, του ροδίνου χρώματος των ρωθώνων, της ελαφρότητος του πατήματος, της χάριτος και της ευκινησίας. Προς κατάκτησιν τοιούτων προσόντων αφιερούντο, κατά τον Διόδωρον, νηπιόθεν αι κορασίδες εις την θεάν Γαλήν, διά της αναρτήσεως εις τον τράχηλον μεταλλίου φέροντος την εικόνα της Αιγυπτίας Αφροδίτης, κατά δε τον Διόδωρον, οσάκις απέθνησκεν εντός αιγυπτιακής οικίας γαλή, έκοπτον οι κάτοικοι εις ένδειξιν πένθους την κόμην. Μετά τους Αιγυπτίους ελάτρευσαν οι Άραβες εις τους αυτούς τόπους το είδωλον του Χρυσού Γάτου, ουδ' έπαυσαν μετά την αποκάλυψιν του ενός Θεού να τον κηρύττωσι το κάλλιστον μετά τον άνθρωπον δημιούργημα, αντιτάσσοντες αυτόν ως σύμβολον καθαριότητος και ευγενείας εις τα λοιπά ζώα και μάλιστα τον σκύλλον. Αλλά την αληθή αυτού υπεροχήν φαίνονται κατανοήσαντες κάλλιον παντός άλλου λαού οι κατακτηταί του αρχαίου κόσμου Σουηδοί και Βανδήλοι, οι αναγράψαντες εις τας πολεμικάς αυτών σημαίας το ομοίωμα του γάτου, ως του μόνου πλάσματος το οποίον δύναται μεν να ημερωθή, όχι όμως και να υποδουλωθή.

Τοιούτος ων, μόνον ως ισότιμος του οικοδεσπότου στέργει ο γάτος να φιλοξενηθή παρ' ημίν. Αλλ' αν δεν δέχεται ως τ' άλλα ζώα να δουλεύση, έπεται άρα εκ τούτου ότι δεν δύναται ουδ' ως φίλος ν' αγαπήση; Ο τοιούτος ισχυρισμός αδύνατον είνε να στηριχθή εις τα διδάγματα της πείρας. Το περί γάτου πολύκροτον άρθρον του Βυφών, το υπό τοσούτων αναμασηθέν ψιττακών, ουδέν άλλο απ' αρχής έως τέλους είνε παρά συρραφή συκοφαντιών. Δεν ενθυμούμαι τις κριτικός, θέλων να ονειδίση τον Πλούταρχον ως ανακριβή, έφθασε να είπη περί αυτού ότι θα ήτο ικανός να διηγηθή ότι ενίκησαν οι Αθηναίοι τον Φίλιππον εν Χαιρωνεία, αν τούτο ηδύνατο να καταστήση την περίοδον αυτού στρογγυλωτέραν. Τοιαύτη μομφή θα ήρμοζε πολύ μάλλον εις τον Βυφών, όστις περί ουδενός άλλου φροντίζων παρά πώς να διαπρέψη ως ρήτωρ, δεν εδίστασε να συγγράψη λίβελλον κατά του γάτου διά τον μόνον λόγον ότι είχεν ανάγκην αναθέσεως προς ανάδειξιν του εγκωμίου του σκύλλου. Εξ ίσου άδικος, αλλά τουλάχιστον ακριβέστερος, απεδείχθη ο ευσεβέστατος Άγγλος ποιητής Βούνυαν (Bunnyan). Ούτος εξετάζων το ζήτημα ουχί εν συνόλω, ως απήτει η δικαιοσύνη, αλλά θεολογικώς, υπό μόνην την έποψιν της ηθικής του Ευαγγελίου, ανυμνεί τον σκύλλον, ως τέλειον πάσης χριστιανικής αρετής και ακριβή τηρητήν των παραγγελμάτων της επί του Όρους ομιλίας περί ταπεινότητος, λήθης των ύβρεων και αγάπης και προς τους κακοποιούντας ημάς. Κατά τούτο έχει πληρέστατον δίκαιον ο Βούνυαν, όχι όμως, πιστεύομεν, και όλως άδικον ο γάτος μόνον τους αγαπώντας αυτόν ν' αγαπά. Η κατάκτησις της καρδίας του δεν είναι βεβαίως ευχερές έργον. Ο θέλων ν' αγαπηθή παρ' αυτού δεν αρκεί να τον καλοθρέψη και να τον περιποιήται, αλλά πρέπει και να μη λησμονή ότι ρέει εις τας φλέβας του αίμα βασιλικόν, προσφερόμενος προς αυτόν μετά της δεούσης ευλαβείας. Φύσει ων αριστοκρατικός, αποστρέφεται ο γάτος την υπερβολικήν οικειότητα, την αδιακρισίαν και ιδίως πάσαν αξίωσιν περιορισμού της απολύτου αυτού ανεξαρτησίας. Υπεραγαπά μεν τας θωπείας, αλλά μόνον όταν έχη όρεξιν αυτών. Αρέσκεται να πηδά εις τα γόνατά μας, όχι όμως και να συλλαμβάνεται αγροίκως εκ του τραχήλου, διά να τοποθετηθή επ' αυτών ως δέμα. Προσκαλούμενος ουδέποτε έρχεται αμέσως ή κατ' ευθείαν, αλλά μετά τινά αναβολήν και δι' ελιγμού, ωσεί θέλων ν' αποδείξη ότι προσήλθεν ως φίλος αυθορμήτως και ουχί ως δούλος υπακούσας εις προσταγήν. Πολύ μάλλον και του σκύλλου και παντός άλλου ζώου ευχαριστείται να μένη μακράς ώρας εις τον κοιτώνα μας, αναπαυόμενος παρά την εστίαν, ή επισκοπών τους διαβάτας εκ του παραθύρου, αλλά θεωρεί προδοσίαν το να μη ανοιχθή εις αυτόν η θύρα, άμα επιθυμήση να εξέλθη. Υπέρ παν όμως άλλο βδελύσσεται τους διακόπτοντας την σειράν των συλλογισμών του όταν ονειροπολή ή τον ύπνον του όταν κοιμάται. Τούτο κάλλιστα εγνώριζεν ο προφήτης Μωάμεθ, όστις, σπεύδων ημέραν τινά να μεταβή εις την εσπερινήν προσευχήν, επροτίμησε να κόψη διά ψαλλίδος την άκραν του ενδύματος του, παρά να ταράξη την ανάπαυσιν του επ' αυτού αποκοιμηθέντος ευνοουμένου του γάτου.

Εις τους ούτως αγαπώντας αυτόν ίσην ανταποδίδει και ούτος αγάπην, ως δύνανται να μαρτυρήσωσιν όσαι υιοθέτησαν γάτους γεροντοκόραι και μετ' αυτών η εκλεκτή φάλαγξ των πάσης εποχής και χώρας επισήμων ανδρών. Αξιοσημείωτον τω όντι είνε ότι οι πλείστοι τούτων, και ιδίως οι έξοχοι διπλωμάται, συγγραφείς, ποιηταί και καλλιτέχναι επροτίμησαν του σκύλλου τον γάτον. Παραλείποντες τους αρχαίους, αρκούμεθα να μνημονεύσωμεν τον Καρδινάλιον Ριχελιέ, τον Κολβέρτον, τον Μονταίγνιον, τον Χόφμαν, τον Φοντενέλον, τον Γεράρδον Δόου, τον Λόπε δε Βέγας, τον Σατωβριάν, τον Εδγάρδον Πόου, τον Θεόφιλον Γκωτιέ, τον Χάρτμαν και τον Βωδελαίρον, οίτινες πάντες ηγάπησαν τους γάτους των περιπαθώς και αντηγαπήθησαν παρ' αυτών ολοψύχως. Ουδ' είναι ανάγκη ν' ανατρέχωμεν, προς απόδειξιν της ανταποδόσεως ταύτης, εις άλλους καιρούς και τόπους, αφού οικείον και πρόσφατον έχομεν το παράδειγμα του γιγαντιαίου εκείνου λευκού γάτου του αοιδίμου Κουμουνδούρου όστις, αν και ήτο η εποχή των ερώτων, ουδ' επί στιγμήν απεμακρύνθη του προσκεφαλαίου του κατά την πολυήμερον προς τον θάνατον πάλην, και έπειτα επήγε ν' αποθάνη και εκείνος εκ της λύπης εις μίαν γωνίαν, ενώ οι σκύλλοι του μακαρίτου εξηκολούθουν να τρώγουν, να πίνουν και να γαυγίζουν και οι θερμότατοι φίλοι του μετέβαινον να προσκυνήσωσι του κύριον Τρικούπην.

Την προς τους γάτους συμπάθειαν των συγγραφέων και καλλιτεχνών επεχείρησαν τινές να υποτιμήσωσιν, ονομάζοντες αυτήν διαστροφήν, ως την όρεξιν όζοντος τυρού, αώρων οπωρών ή υπερωρίμων εταιρών. Το βέβαιον είναι ότι, αν έλειπεν ο γάτος, θα ήτο καταδικασμένος ο αγρυπνών συγγραφεύς εις απόλυτον μοναξίαν, αφού ουδενός άλλου πλάσματος δύναται να συμβιβασθή η συντροφιά μετ' αδιατάρακτου διανοητικής εργασίας. Οι σκύλλοι ή απασχολούσι παίζοντες θορυβωδώς ή κοιμώνται ως ασπάλακες, και τότε είνε ως να μη υπήρχον. Μόνος ο γάτος ηξεύρει ν' ακινητή επί ολοκλήρους ώρας εις γωνίαν της τραπέζης, στηρίζων ως Αιγυπτία Σφιγξ την κεφαλήν επί των εμπροσθίων ποδών και προσηλών το βλέμμα εις τον μελετώντα, ως αν ενδιεφέρετο εις το έργον αυτού. Πλειστάκις φαίνεται μαντεύων την ιδέαν την κατεβαίνουσαν από του εγκεφάλου εις την άκραν του καλάμου του γράφοντος και προτείνει τον πόδα ως αν ήθελε να την συλλάβη. Όταν δ' επί τέλους βαρυνθή την ακινησίαν, εγείρεται τότε ησύχως, τανύει την ελαστικήν του ράχιν εις σχήμα βυζαντινής αψίδος και αρχίζει ήσυχον περίπατον διά των λεξικών και των μελανοδοχείων. Γνωστόν είνε ότι ο σκύλλος του Νεύτωνος Αδάμας, ανατρέψας τον λύχνον επί χειρογράφων, έγινε παραίτιος ν' απολεσθή ο καρπός πολυετούς μελέτης. Αλλ' εκ της περιφοράς του γάτου επί της τραπέζης ουδείς απειλείται κίνδυνος χύσεως, ούτε μελάνης ούτε πετρελαίου. Το βάδισμα του ενθυμίζει τον επί αυγών χορόν των Ισπανίδων ή τους Ομηρικούς εκείνους, τους τρέχοντας δι' αγρών και λειμώνων χωρίς να θραύσωσιν ούτε τους στάχεις ούτε τα κρίνα. Άλλοτε πάλιν, αφού διά μακράς εργασίας μεταδώση στιλπνότητα κατόπτρου εις το ατλάζινον αυτής δέρμα, προσέρχεται η γαλή να προσφέρη εαυτήν ούτω καλλωπισθείσαν εις τας θωπείας του κυρίου της. Αι ενδείξεις της αγάπης της ουδέν έχουσι κοινόν προς την θορυβώδη προπέτειαν των κυνών, αλλ' αριστοκρατικήν τινά επιφύλαξιν και σεμνότητα, υπεραρέσκουσαν εις τον καλλιτέχνην, όστις, αν είνε πράγματι τοιούτος, μισεί και αποστρέφεται υπέρ παν άλλο την επίδειξιν, τον στόμφον και την αισθηματικήν κοινοτοπίαν. Δύσκολον δε φαίνεται να μη θεωρήσωμεν την επίμονον προς στίλβωσιν του τριχώματος αυτού εργασίαν του γάτου, ως πολύτιμον εις τους γράφοντας υπόμνησιν ότι ίσον πρέπει και ούτοι να καταβάλλωσι κόπον προς τέλειον του ύφους των ομαλισμόν. Ζητών συγγνώμην διά την και υπέρ του ιδικού μου γάτου περιαυτολογίαν, τολμώ να προσθέσω εις τ' ανωτέρω και το εξής ιδιαίτερον αυτού προσόν, ότι οσάκις βλέπει επί πολλήν ώραν την χείρα μου ακινητούσαν εξ ανικανότητος να συρράψη άλλην περίοδον μετά προηγουμένης, έρχεται τότε και απλώνεται επί του χειρογράφου μου μακρύς πλατύς, ως αν ήθελε να με ειδοποιηθή ότι προτιμότερον είνε να υπάγω να κοιμηθώ παρά να επιμένω γράφων φράσεις υπνωτικάς.

Απορίας άξιον είνε πως ουδείς φυσιοδίφης έτυχεν ακόμη να παρατηρήση την εις μόνον το γένος των οικιακών αιλούρων παρατηρουμένην προφανή του θήλεος υπεροχήν. Η γάτα είνε ανωτέρα του γάτου, όσον τουλάχιστον η Πολωνίς του Πολωνού. Η υπεροχή αύτη πρέπει ίσως να αποδοθή εις το ότι το ζώον και το έθνος τούτο έχουσιν αμφότερα χαρακτήρα φύσει θηλυκόν, οξύν, ευπαθή, ευερέθιστον, ιδιότροπον, φιλήδονον, ράθυμον και αισθηματικόν, τα δε γυναικεία ταύτα προσόντα επόμενον είνε ν' αναδεικνύωνται εναργέστερα και λαμπρότερα εις τας θηλείας. Διά τον αυτόν λόγον, διά τον οποίον υπερέχει ο εμβριθής Άγγλος την Αγγλίδα κατά την εμβρίθειαν, έπρεπε να είνε και ο εύχαρις Σλάβος κατώτερος της γυναικός του κατά την χάριν. Αγνοώ κατά πόσον αληθεύουσιν όσα διηγούνται ο Καραμζίνος και ο κακόγλωσσος Καζανόβας περί του δεσποτικού χαρακτήρος και των ελευθέρων ηθών των μεγάλων δεσποινών της Πολωνίας, βέβαιον όμως είνε ότι η γάτα καταχράται κάπως την υπεροχήν αυτής. Εις ουδένα άλλον υποτάσσεται πλην της ορέξεως αυτής ζυγόν· δεν θέλει δεσπότην, αλλ' αρέσκεται να σύρη όπισθεν της ουράς της υπόδουλον σμήνος λατρευτών. Και όμως, ούσα το ηδυπαθέστατον των ζώων, είνε συγχρόνως και το μόνον το προικισθέν υπό του δημιουργού διά του ανθρωπίνου αισθήματος της αιδούς. Ουδείς είδε ποτέ γάταν παραδιδομένην εις ερωτικάς περιπτύξεις υπό το φέγγος του ηλίου και τα βλέμματα παντός διαβατού, ως πράττουσιν αι σκύλλοι, αι όρνιθες, αι αίγες και τ' άλλα αδιάντροπο κτήνη, αλλά ζητεί το σκότος της νυκτός και την μοναξίαν απατήτων κορυφών. Διά τούτο πιθανώς εξωμοιώθη εν Αιγύπτω όχι μόνον προς την Αφροδίτην, αλλά και προς την αιδήμονα Άρτεμιν, την λαθραίως επισκεπτομένην επί των ακρωρειών του Λάκμονος τον φίλον της ποιμένα. Όσοι ανέγνωσαν βιβλία νευρολόγων κάλλιστα γνωρίζουσιν, ότι εις τινάς εξόχως ευπαθείς φύσεις μεταβάλλεται ενίοτε εις αίσθημα οδύνης η υπερτάτη έντασις της ηδονής. Τοιαύτην υπερευαισθησίαν πρέπει να υποθέσωμεν υπάρχουσαν και εις την γαλήν, της οποίας οι ερωτικοί στεναγμοί ηχούσι πολλάκις εις την ακοήν των αγρυπνούντων ως γόοι σφαζομένης 2. Άλλη απόδειξις της εξαιρετικής παρ' αυτή αναπτύξεως του νευρικού συστήματος είνε η κλίσις προς την μουσικήν. Την μελομανίαν ταύτην εξηκρίβωσαν επιστημονικώς ο Γκρέυ, ο Λεκλέρκ και άλλοι διάσημοι φυσιοδίφαι, κατά δε τον Τουσενέλ η συγκίνησις την οποίαν προξενούσιν εις τινάς γαλάς αι λιγυραί μελωδίαι, φθάνει ενίοτε μέχρι λιποθυμίας. Η ομοιότης εν γένει της γάτας προς φιλήδονον δέσποιναν ή και αριστοκρατικήν εταίραν φαίνεται υπό πάσαν έποψιν τελεία. Όπως αι κυρίαι με τας καμελίας, ούτω και αύτη αγαπά να μεταβάλλη την νύκτα εις ημέραν, το πρωινόν εξάπλωμα παρά την εστίαν, τους χνοώδεις τάπητας τους προφυλάσσοντας τους ρόδινους πόδας της από την υγρασίαν, τον πολύωρον καλλωπισμόν, τα αρώματα, το ανθόγαλα, τας θωπείας, τα σπαράγγια, τα μαλακά ανάκλιντρα, τα μετάξινα παραπετάσματα και ιδίως τα τρίχαπτα, τας φούντας και τα κρόσσια προς άσκησιν εις το σπάραγμα των στιλπνών αυτής ονύχων.

Τοιαύτη ακριβώς ήτο η ηρωίς του παρόντος διηγήματος Συριανή γάτα, συνυπότροφός μου εις το ήδη μνημονευθέν Λύκειον του Ευαγγελίδου και φέρουσα το όνομα Σεμίρα. Το γλαυκόν χρώμα των οφθαλμών και το τρίχρουν του τριχώματος αυτής καθίστανον πιθανήν την υπόθεσιν ότι ήτο γένους μικτού. Ο εις εκ των γονέων της κατήγετο πιθανώς από την Άγκυραν, ο δε άλλος από τα κεραμίδια. Πολλοί μεταξύ των συμμαθητών μου ήσαν οι επιδιώκοντες την εύνοιαν και την συντροφίαν της εύμορφης Σεμίρας, προ πάντων τον χειμώνα, εις τους παγερούς κοιτώνας του Λυκείου. Τους αντιζήλους τούτους είχον κατορθώση να παραγκωνίσω, δι' ανωτέρας προσφοράς λιχνευμάτων, τεχνικωτέρου ξυσίματος της κεφαλής και προ πάντων διά της χρήσεως του γατικού αγαποχόρτου, της βαλεριάνας δηλαδή, ως την λέγουσιν οι Φράγκοι, ή του φου, ως την ωνόμαζον οι αρχαίοι Έλληνες ιατροί, οι ουδόλως εντρεπόμενοι, ως οι σημερινοί, να μεταχειρίζωνται ξένας ακλίτους λέξεις. Η οσμή του χόρτου τούτου υπεραρέσκει όχι μόνον εις τας γαλάς, αλλά και εις πολλάς κυρίας και ιδίως τας πρεσβυτέρας Αθηναίας, ως κάλλιστα εγνώριζεν ο αοίδιμος γυναικολόγος Βενιζέλος, ο αναμιγνύων βαλεριάναν εις όλας του ανεξαιρέτως τας συνταγάς, όπως ο Ρηγόπουλος εις όλας του τας αγορεύσεις τον Νιαγάραν.

Χάρις εις το χόρτον τούτο και την μοναδικήν σύμπτωσιν παντοίων άλλων ευνοϊκών περιστάσεων, υπήρξα επί τινάς εβδομάδας το ευτυχέστερον υπό τον ήλιον ανθρωπάριον. Ο διευθυντής του Λυκείου διέσχιζε κατ' εντολήν του μακαρίτου βασιλέως Όθωνος τον Ατλαντικόν, μεταβαίνων να κηρύξη εις τους Αμερικανούς το ευαγγέλιον της Μεγάλης Ιδέας· παρά του Γερμανού μετοίκου Μπεκ, πατρός, νομίζω, του ημετέρου βιβλιοπώλου, είχε συστηθή προ μικρού το πρώτον της Ελλάδος δανειστήριον γαλλικών βιβλίων αντί συνδρομής τριών κατά μήνα δραχμών και άλλας τόσας είχον δαπανήσει εις λαθραίαν προμήθειαν κηρίων. Οι δύο σύνοικοί μου, παθόντες ιλαράν, ευρίσκοντο εις το θεραπευτήριον, ώστε ήμην απόλυτος κύριος του θαλάμου μου. Η τοιαύτη μόνωσις και ανεξαρτησία είνε η γλυκυτάτη των απολαύσεων διά δυστυχή υπότροφον σχολείου καταδικασμένον εις άπαυστον καταναγκαστικήν συγχρώτισιν με παντός είδους συντρόφους. Εις τον θάλαμον εκείνον, παράπλευρον έχων την Σεμίραν, διήλθον τας ευτυχεστάτας του βίου μου αΰπνους νύκτας, αναγινώσκων πρώτην φοράν τους Τρεις Σωματοφύλακας, τον Μοντεχρίστον, τον Ουσκόκ και τα άλλα αλησμόνητα της εποχής εκείνης έργα, τα υπερέχοντα ψυχολογήματα του Βουρζέ και τα φυσιολογήματα του Ζολά όσον η Νόρμα, η Σονάμπουλα και η Λουκία, τα σοφά γυμνάσματα του Αμβρουάζ Θωμά και του Σαμάρα. Εις την υπέροχον των αναγνωσμάτων εκείνων αξίαν πρέπει να προστεθή της δωδεκαετούς μου φαντασίας η παρθενία. Όταν μ' εκούραζεν η ανάγνωσις ή μάλλον η έντασις της συγκινήσεως, συνεπαίζαμεν με την Σεμίραν ή εμοιράζαμεν αδελφικώς κουραμπιέν, τσουρέκι, χριστόψωμον ή άλλο φιλοδώρημα της καλής μου κηδεμόνος, και η αγρυπνία παρετείνετο πολλάκις μέχρις ου αντήχει το άσμα των σαλεπιτζήδων, των πετεινών, των λαχανοφόρων γαϊδάρων και των άλλων προδρόμων της ροδοδακτύλου Ηούς.

Η χαριτόβρυτος εν τούτοις Σεμίρα είχε θανάσιμον εντός του Λυκείου εχθράν. Αύτη ήτο η από τινών μηνών εκτελούσα έργα οικονόμου. Προτιμών να σιωπήσω το όνομα της γυναικός ταύτης, αρκούμαι να είπω ότι την είχον μεταβαπτίσει Λάμιαν οι μαθηταί. Πατρίδα είχε την Ύδραν και ηλικίαν φθινοπωρινήν. Αλβανή προφανώς το γένος, με ανάστημα δίπηχυ και ώμους αχθοφορικούς, ωμοίαζε Λιάπην γυναικοφορεμένον. Προς συμπλήρωσιν της περιγραφής της αρκεί να προσθέσω ότι από τας περιζητήτους υπό των αρχαίων ομοιότητας της γυναικός προς γαλήν δεν είχεν η Λάμια παρά μίαν, όχι βεβαίως την ευκαμψίαν, την λειότητα, την χάριν ή το ρόδινον χρώμα του χείλους, αλλά μόνον ικανώς πυκνόν μύστακα υπεράνω αυτού. Ουδ' ήτο χαριέστερος του προσώπου της γεροντοκόρης ο χαρακτήρ. Προς εκτίμησιν αυτού δύναται να χρησιμεύση ότι, μη θεωρούσα τον μύστακα και τα σαρανταπέντε τουλάχιστον έτη της ικανά να εμπνεύσωσιν επαρκή σεβασμόν, εθεώρει πρέπον να προσφέρεται μετά περισσής σοβαρότητος και αιδημοσύνης με τους ουδόλως βλέποντας προς το επιθυμήσαι αυτής. Ο φόβος της των ασέμνων θεαμάτων ήτο τοσούτος ώστε, λησμονούσα ότι και αυταί αι καλογραίαι θεωρούσι τους πάσχοντας ως ουδετέρους, ουδ' εις εξαετές παιδάριον έστεργε να επιθέση κατάπλασμα, περί δε κλύσματος ουδέ λόγος ηδύνατο να γείνη. Αντί όμως αυξήσεως σεβασμού ουδέν άλλο εκ της τοσαύτης επιδείξεως σεμνότητος παρά των μαθητών απελάμβανε παρά καθημερινάς πεζάς τε και εμμέτρους διακαούς έρωτος δηλώσεις. Τας επιστολάς ταύτας, διά των οποίων ανυμνούντο υπέρ παν άλλο των θελγήτρων της του μύστακος αυτής αι τρίχες, έσπευδε μετ' αιδήμονος αγανακτήσεως να καταγγείλη εις τον προσωρινόν διευθυντήν μακαρίτην Φαβρίκιον, πολυμαθέστατον και αγαθώτατον Γερμανόν, μ' εύθυμον διάθεσιν και μύτην κόκκινην μετά το γεύμα. Τοιούτος ων, δυσκόλως κατώρθωνε να κράτηση τον γέλωτα όταν επέπληττε τον ένοχον, εις τον οποίον επέβαλλε να ζητήση συγγνώμην από την αξιότιμον δεσποινίδα ενώπιον όλων του των συμμαθητών. Αι σκηναί εκείναι δημοσίας αιτήσεως συγγνώμης ήσαν όντως διασκεδαστικαί. Ακριβά όμως επλήρωναν οι δυστυχείς υπότροφοι την διασκέδασιν εκείνην. Η Λάμια ήτο τότε απόλυτος και ανεξέλεγκτος του Λυκείου τροφοδότις, η δε τροφή ήτο μεν κατά την καθιερωμένην φράσιν υγιεινή και αρκούσα, αλλά, και όπως εις όλα τα σχολεία, τα αρεστότερα του γεύματος συστατικά ήσαν ο πρόσφατος άρτος και τα οπωρικά. Τα τελευταία ταύτα είχε προγράψη ο φόβος της μαστιζούσης ήδη τας Αθήνας ασιατικής ή μάλλον αγγλογαλλικής χολέρας, τα δε ψωμία εφεύρε προς επίδειξιν οικονομικής δεινότητος η Λάμια να κλείη, επιστρέφοντα εκ του φούρνου, επί τρεις ή τέσσαρας ημέρας εις υψηλόν ερμάριον διά να δαμάσουν, ως αι πέρδικες και οι φασιανοί, ευλόγως παρατηρούσα ότι τρώγεται πολύ ολιγώτερος άρτος όταν είνε ξηρός. Η εφεύρεσις αύτη και ο περιορισμός των αλλαγών υποκαμίσου εις δύο την εβδομάδα μετέβαλον εις αγανάκτησιν την ευθυμίαν των μαθητών, οίτινες συνελθόντες εις μυστικόν συνέδριον απεφάσισαν παμψηφεί ν' αναθέσωσι την εκδίκησιν αυτών εις την Σεμίραν.

Προς κατανόησιν της εκδικήσεως ταύτης πρέπει να είπωμεν ότι η τόσον σεμνή εκείνη παρθένος, η καλύπτουσα, οσάκις μετέβαινεν εις την αυλήν, με την χείρα στους οφθαλμούς διά να μη τους σκανδαλίσωσιν οι άθλοι του πετεινού, εζήλευεν εν τούτοις τας όρνιθας εις το βάθος της ψυχής της. Από εικοσιπέντε τουλάχιστον ετών ουδέν άλλο ωνειρεύετο παρά τας απολαύσεις έρωτος θεμιτού και υπό της εκκλησίας ευλογημένου. Αφού εδαπάνησεν όλον τέταρτον αιώνος υφαίνουσα ιστούς προς άγραν συζύγου, εξηκολούθει ακόμη να υφαίνη η ακούραστος εκείνη αράχνη. Πλην της ήδη υμνηθείσης σεμνότητος πολλά άλλα επεδείκνυε προς επιτυχίαν του ποθούμενου προσόντα, εργατικότητα, ολιγάρκειαν, μαγειρικήν τέχνην, χειροτεχνήματα και νοικοκυρωσύνην, δραστηριώτερον όμως πάντων τούτων δελέασμα ενόμιζε την επίδειξιν της κλίνης της. Αληθές είνε ότι η κλίνη αύτη, αν και ολίγον αρχαϊκή, ήτο πράγματι αξιοθέατος, σιδηρά, ευρύχωρος, μ' επίχρυσον άνω της κεφαλής ζεύγος ασπαζομένων τρυγόνων. Ακόμη πλουσιώτερα ήσαν τα στρωσίδια. Τας άκρας της άνω σινδόνας εστόλιζε κόκκινος μαίανδρος και άλλος πλατύτερος τα παραπετάσματα· τα εφαπλώματα ήσαν μεταξωτά και το εκ πτερού σκέπασμα των ποδών άνωθεν κεντητόν με υπόραμμα εκ χρυσίζοντος ατλαζίου. Εις δε τον τοίχον εθάμβωνε την όρασιν χρυσάργυρος Παναγία μ' ερυθράν κάτωθεν κανδήλαν· ουδ' έλειπαν τα βάγια, τα φυλακτά, οι σταυροί και η κογχύλη του Παναγίου Τάφου. Αλλά το προ πάντων διακρίνον την κοίτην εκείνην από πάσαν άλλην είνε ότι ουδείς ουδέποτε ούτε νύκτα ούτε ημέραν επ' αυτής ανεπαύθη. Η Λάμια εκοιμάτο εις παρακείμενον σοφάν, η δε ωραία εκείνη κλίνη τής εχρησίμευε διά να γυμνάζεται εις κεντήματα, να την καλλωπίζη, να την καμαρώνη και να την επιδεικνύη εις τους επισκέπτας της, μέχρις ου ευρεθή ο προσφερόμενος να συναναβώσιν ομού επ' αυτής, με την άδειαν του Δεσπότη και την ευλογίαν του Παπά. Ως καταλληλότατος προς τούτο εθεωρείτο από τινός χρόνου υπ' αυτής ο παντοπώλης του Λυκείου, χήρος μισοκαιρίτης, τον οποίον εδέχετο την Κυριακήν μετά την λειτουργίαν εις τον νυμφώνα της προς τακτοποίησιν του λογαριασμού της εβδομάδος, αφίνουσα διά το ασκανδάλιστον ορθάνοικτον και τον χειμώνα την θύραν.

Τω καιρώ εκείνω ευρίσκετο εις την ακμήν του ο μετασχηματισμός των Συριανών εις Ευρωπαίους, τον οποίον ωνόμαζαν, με συμπάθειο, ξεβράκωμα. Αι φέσσαι και αι βράκαι εξηφανίζοντο αλλεπάλληλοι, ως τα πρωινά άστρα, υπό τας ακτίνας του εσπερίου πολιτισμού. Παρασυρθείς υπό του ρεύματος επαρουσιάσθη Κυριακήν τινά και ο Βακάλης εις την πρωινήν του επίσκεψιν μετημφιεσμένος εις Ευρωπαίον από κορυφής μέχρι ποδών. Όπως πας άλλος νεόφραγκος, επόμενον ήτο να φαίνεται και ούτος γελοιωδέστατος κατά τας πρώτας του ξεβρακώματος ημέρας· οι καγχασμοί των μαθητών ηκούσθησαν έως το Νησάκι. Πολύ όμως διάφορος ήτο η εντύπωσις την οποίαν επροξένησεν η μετένδυσις εις την Λάμιαν, ήτις από της ημέρας εκείνης ουδέν άλλο ωνειρεύετο παρά ν' απαρνηθή κι εκείνη το πάτριον τσεμπέρι και κοντογούνι. Ουδ' εβράδυνε να μεταβή από τους λόγους εις τα έργα ή μάλλον εις τα εμπορικά προς προμήθειαν του πρώτου υλικού της μεταμορφώσεως. Το μαλλινομέταξον του φορέματος, η τότε απαραίτητος πελερίνα, η πόλκα, το μαλακώφ ή πυγόκοσμος, ως τον είχεν εξελληνίση ο καθηγητής του Συριανού γυμνασίου κύριος Φαρδούλης, τα θηλυκωτά υποδήματα και τ' άλλα ευρέθησαν μετά σχετικής ευκολίας. Το μόνον απαιτούν μεγάλην συλλογήν ήτο το καπέλον. Το τότε κάλυμμα της κεφαλής των κυριών δεν ήτο, όπως σήμερον, εν τίποτε κοστίζον εκατόν φράγκα, αλλ' υψηλόν, πλατύγυρον και πολύπλοκον οικοδόμημα, εκ χαρτονιού, σιδηρού σύρματος, βελούδου, ανθέων και πτερών, μετέχον πύργου, κήπου και πτηνοτροφείου. Εις την Σύρον μάλιστα εβασίλευον ακόμη αι γιγάντειαι παμίλαι του Λουδοβίκου Φιλίππου, καίτοι από τρία ήδη έτη εβασίλευεν εις Παρισίους ο Λουδοβίκος Ναπολέων. Αλλ' επί τέλους συνετελέσθη και του πίλου η κατασκευή καθ' όλους τους κανόνας της γαλλοσυριανής τέχνης. Ήτο από βελούδον βαθυπράσινον, και ούτε άνθη του έλειπαν ούτε ουραί στρουθοκαμήλων. Ούτω Σαββατιανήν τινά εσπέραν, μετά πολλούς κόπους και δρόμους, ο περίφημος πίλος ευρίσκετο εντός χάρτινου κουτίου επί της ιματιοθήκης, τα ενδύματα ηπλωμένα εν τάξει και συμμετρία επί της παρθενικής κλίνης, και πλησίον αυτών τα στιλπνά υποδήματα και τα μεταξωτά χειρόκτια, όλα έτοιμα διά την αυριανήν μεταμόρφωσιν της Λάμιας εις Ευρωπαίαν. Αλλ' έτοιμη ήτο και η Σεμίρα.

Ο λόγος της τοσαύτης κατά του χαριτοβρύτου τούτου πλάσματος έχθρας της οικονόμου ήτο ότι, ως όλαι αι γάται και μάλλον πάσης άλλης, υπερηγάπα η ιδική μας την ζέστην και το άπλωμα εις τα μαλακά. Τούτων το άκρον άωτον δεν ηδύνατο να εύρη παρά μόνον εις την μεγαλοπρεπή εκείνην κλίνην. Εκεί λοιπόν κατέφευγε τακτικά κατ' απόγευμα ακριβώς μεταξύ του εφαπλώματος και του σκεπάσματος των ποδών, έχουσα ατλάζι υπό την κοιλίαν και πούπουλον επάνω εις την ράχιν. Η Λάμια μία μόνην πρώτην και τελευταίαν φοράν επέτυχε να την συλλάβη ανύποπτον και να την δείρη ανηλεώς. Αλλ' ουδέν άλλο κατώρθωσε διά της ράβδου της να την διδάξη, παρά μόνον να φυλάττεται, ουχί όμως και ν' απέχη του μεταξοστρώτου εκείνου παραδείσου. Έκτοτε εξηκολούθουν καθημερινώς της γάτας αι υπό το σκέπασμα κατακλίσεις και της γυναικός αι μάταιαι καταδιώξεις. Η τοιαύτη καθ' εκάστην και κατά την αυτήν σχεδόν ώραν μονομαχία συγκατελέγετο μεταξύ των τακτικών διασκεδάσεων των υποτρόφων. Η Λάμια, παραμονεύουσα παρά την θύραν, ευθύς άμα παρετήρει υψούμενον επί της πεδιάδος της κλίνης τον λόφον τον αγγέλλοντα την παρουσίαν της Σεμίρας υπό το πούπουλον, επλησίαζεν ακροποδητί, με την ελπίδα να την καταφθάση κοιμωμένην· αλλά καθ' ην ακριβώς στιγμήν υψώνετο το σκουπόξυλον, απετίνασσε το πονηρόν ζώον το σκέπασμα και εξώρμα δι' ενός πηδήματος εις υψηλόν ράφι. Αν δε και εκεί απειλείτο διά βλημάτων, ηδύνατο τότε κατ' αρέσκειαν είτε να κράξη εις βοήθειαν τους μαθητάς είτε να ζητήση άσυλον εις τα κεραμίδια, δι' αφράκτου τινός φεγγίτου χρησιμεύοντος εις φωτισμόν του γείτονος σκοτεινού διαδρόμου.

Την αξιομνημόνευτον εκείνην εσπέραν ο υποδειχθείς διά λαχνού συνωμότης, ωφελούμενος της στιγμής καθ' ην υπέβαλεν η οικονόμος την συνήθη έκθεσίν της εις τον διευθυντήν, εισήρχετο λαθραίως εις τον κοιτώνα της, έπραττεν εκεί υπό το φως της κανδήλας τα προαποφασισθέντα και κατώρθωνε να εξέλθη απαρατήρητος. Οι άλλοι παρέμενον εις τον διάδρομον και το εστιατόριον, διότι επλησίαζεν η ώρα του δείπνου. Πριν ή σημάνη τον κώδωνα αυτού ήνοιξεν η Λάμια κατά το σύνηθες την θύραν του κοιτώνος της διά να παρατηρήση αν ήσαν εν τάξει τα πανιά, και ιδίως τα αυριανά της στολίδια. Αλλ' εις το μέσον της κλίνης υψώνετο θεόρατος και ολοστρόγγυλος ο λόφος, ο σημαίνων ότι το τρισκατάρατον ζώον εύρε και πάλιν τρόπον να χωθή υπό το σκέπασμα. Η Αλβανή εδάγκασε το χείλος της και εκύτταξεν ημάς αγρίως. Χωρίς ουδέ λέξιν να είπη απέβαλε τα συρτά της κουντούρια και σφίγγουσα διά της μιας χειρός το σκουπόξυλον και διά της άλλης την καρδίαν της, διά να κατασιγάση τους παλμούς αυτής, επροχώρησεν επί των άκρων των γυμνών της ποδών, αθόρυβος και φοβερά ως φάντασμα, προς την κλίνην. Ήδη ευρίσκετο προ αυτής, και ο λόφος έμενεν ασάλευτος. Η ταλαίπωρος Σεμίρα εκοιμάτο, ως φαίνεται, την φοράν ταύτην με τα σωστά της. Η βαρεία ράβδος υψώθη και κατέπεσεν επί του μαλακού και αναπάλλοντος αυτής σώματος άπαξ, δις, πλειστάκις, απειράκις, ως κόπανος πλυντρίας. Μόνον κατά την τελευταίαν στιγμήν ηκούσθη εν ήσυχον μιάου-μιάου. Αλλά τούτο εφαίνετο καταβαίνον εξ ύψους. Πάντων οι οφθαλμοί εστράφησαν προς το μέρος εκείνο και ορθή επάνω εις το ράφι, χασμωμένη ως αν είχε διακοπή ο ύπνος της και κάμπτουσα ως τόξον την ράχιν, επεφάνη εις τους εκπλήκτους θεατάς υγιής και ανέπαφος η Σεμίρα.

Τι λοιπόν εκοπάνιζεν η Λάμια επί τόσην ώραν και με τόσην λύσαν; Ότε υπό απαισίου κατεχόμενη προαισθήματος απέσυρε με τρέμουσαν χείρα το σκέπασμα, απεκαλύφθη υπ' αυτό, αντί του πτώματος γαλής, το ελεεινόν λείψανον γυναικείου πίλου, του πίλου της επιούσης, τον οποίον διά των ιδίων αυτής χειρών είχε μεταβάλει εις άμορφον πήτταν βελούδου, χαρτονιού, ανθέων και πτερών. Ουδέ του Θυέστου, όταν ανεκάλυψεν ότι έφαγε τα τέκνα του, υπήρξε, πιστεύω, η κατάπληξις μεγαλειτέρα. Αλλ' η Λάμια δεν ήτο εκ των γυναικών εκείνων αι οποίαι λιποθυμούν, αλλ' ώρμησεν ωρυομένη να μας δείρη όλους, χωρίς εξαίρεσιν ουδ' αυτού του κυρίου Φαβρικίου. Εις πολλάς και πρότερον και έκτοτε έτυχε να παρευρεθώ αγρίας σκηνάς και να ίδω αποθηριωθείσας υπό της οργής φυσιογνωμίας, αλλ' ουδεμίαν ενθυμούμαι φοβερωτέραν της Αλβανής εκείνης με το λυθέν τσεμπέρι της, τας χυτάς εις τους ώμους της ψαράς τρίχας, με σπίθας εις τους οφθαλμούς και αφρούς εις το στόμα. Θέλων να την καθησύχαση, ανήγγειλεν ο αγαθός διευθυντής ότι θα προβή την επιούσαν εις ανακρίσεις προς ανακάλυψιν και τιμωρίαν του ενόχου. Αι ανακρίσεις ενηργήθησαν, αλλ' αδύνατον υπήρξε να ευρεθή ο τοποθετήσας υπό το σκέπασμα τον κοπανηθέντα πίλον. Τούτο δικαιούμεθα να θεωρήσωμεν ως μέγα δι' αυτόν ευτύχημα, διότι τρεις ημέρας έπειτα ανεσύρετο νεκρά εκ του φρέατος η δυστυχής Σεμίρα.

Τετάρτη 25 Μαΐου 2016

Η διάνοια των σημερινών Ελλήνων...

Έκαστος τόπος έχει την πληγήν του, η Αγγλία την ομίχλην, η Βλαχία την ακρίδα, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας και η Ελλάς τους Έλληνας...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Μήλο και μαχαίρι, λάδι σε καμβά 

Εμμανουήλ Ροίδης
Αποφθέγματα

Ο στόμαχος και η καρδία, πρέπει να ήναι ευχαριστημένα, ίνα ηδυνώμεθα θαυμάζοντες την φύσιν· άλλως ο ήλιοςφαίνεται ημίν, εμοί τουλάχιστον, μηχανή προς ωρίμανσιν των πεπόνων, η σελήνη φανάριον των κλεπτών, τα δένδρα καύσιμος ύλη, η θάλασσα αλμυρόν ρευστόν και η ζωή ανόσιος ως νερόβραστος κολοκύνθη.

Η διάνοια των σημερινών Ελλήνων δύναται να ομοιωθεί προς αγρόν, τον οποίον ο ιδιοκτήτης αυτού αφήνει ως επι το πλείστον ακαλλιέργητον, δια τον λόγον ότι το προϊόν της συγκομιδής δεν εκάλυπτε την δαπάνην της καλλιεργείας.

Κατα τας ημέρας των στηλιτικών ήκουσα ξένον, γηράσαντα παρ' ημίν, να εκφράζη την ακόλουθον γνώμην: Έκαστος τόπος έχει την πληγήν του, η Αγγλία την ομίχλην, η Βλαχία την ακρίδα, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας και η Ελλάς τους Έλληνας

[Εμμανουήλ Ροίδης, Επιλογή από το έργο του (Γιάννης Καλαϊτζής), Εκδ. Στιγμή]

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Καλά μυαλά!

Έκαστος τόπος έχει την πληγήν του: Η Αγγλία την ομίχλην, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας, η Βλαχία τας ακρίδας και η Ελλάς τους Ελληνας...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου,  Η σοφή, λάδι σε καμβά

Εμμανουήλ Ροΐδης 
Αφορισμοί

Σέβομαι τους νεκρούς, και όταν ακόμη είναι ζωντανοί.

Ο Έλλην προτιμά συνήθως την ομαλωτέραν οδόν, έστω και άγουσαν εις βάραθρον.

Όταν έχει κανείς το δικαίωμα να λαθεύει απεριόριστα, είναι βέβαιος πως κάποτε θα πετύχει.

Γνωρίζει δώδεκα τρόπους να προσπορίζεται χρήματα εκ των οποίων ο τιμιότερος είναι η κλοπή (για διατελέσαντα υπουργό).

Είς νόμος απαιτείται εις αυτήν τη χώραν, ο οποίος να επιτάσσει την εφαρμογήν όλων των υπολοίπων νόμων.

Έκαστος τόπος έχει την πληγήν του: Η Αγγλία την ομίχλην, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας, η Βλαχία τας ακρίδας και η Ελλάς τους Ελληνας.

Στην Ελλάδα άπαντες οι έχοντες ονύχια αγωνίζονται να σπαράξωσιν τους έχοντες πτερά.

Κόμμα: Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν’ αναγιγνώσκωσι και ν’ αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι να αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι.

Όπως όλοι οι Εσκιμώοι αλιείς, όλοι οι Άραβες ιππείς, και όλοι οι αρχαίοι Πάρθοι τοξόται, ούτως και όλοι οι σημερινοί Έλληνες είναι πολιτευταί, όλοι ψηφοθήραι, όλοι κομματάρχαι και εκ τούτου και κάπως ρήτορες εξ ανάγκης!

Εξειδίκευση είναι η διέξοδος της άγνοιας προς μίαν κατεύθυνσιν.

Πολύ φοβούμεθα ότι οι ημέτεροι καθηγηταί καθιστώσι την κλασσικήν αρχαιότητα ενδιαφέρουσαν και αγαπητήν, όσω και οι παπάδες την ορθόδοξον θρησκείαν.

Η θέσις των παρ’ ημίν πολιτευομένων πολύ ομοιάζει την των αυτοκρατόρων της Βυζαντινής Ρώμης, οίτινες προς κατάληψιν του θρόνου συνεμάχουν μετά Φράγκων, Τούρκων και Βουλγάρων, εις ους αυτοί τε και οι υπήκοοι αυτών επλήρωνον έπειτα λύτρα.

Η θεία πρόνοια παραθέτει ημίν ως επιδόρπιον παν ό,τι δύσπεπτον και αηδές, τας ρυτίδας, την ποδάγραν, την πλήξιν και την εγκατάλειψιν.

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

Και αμέσως επέταξαν μέσα μικροπούλα κάθε λογής...

Ἡ Μηλιὰ ἔδωκε τότε διαταγὴ ν᾿ ἀνοίξουν τὰ εἴκοσι παράθυρα τῆς σάλας. Καὶ ἀμέσως ἐπέταξαν μέσα μικροπούλᾳ κάθε λογῆς καὶ εἴδους, κίτρινοι μελισσουργοί, κόκκινοι πυρρουλᾶδες, ἀργυρᾶ ψαροπούλια, μαῦροι κότσυφοι, πλουμιστὲς κίχλες, παρδαλὲς καρδερίνες, σπίνοι, φρεντζούνια, σεισοῦρες, ποταμῖδες, καλογρίτσες, μαλαθρίτσες, κορυδαλλοί, ἀσπρόκωλοι, τρυποκάρυδα καὶ κεφαλᾶδες. Ἀφοῦ ἐφτερούγιασαν ἕνα δύο λεπτά, ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ γύρω εἰς τὶς λάμπες καὶ τοὺς πολυελαίους, σὰν τρελλὰ πουλιὰ ποὺ ἦταν, ἔκαμαν ἔπειτα ἕνα μεγάλο κύκλο. Τὸ ἀηδόνι ἐστάθη εἰς τὸ κέντρο κτυπώντας σὰν ἀρχιμουσικὸς μὲ τὶς φτεροῦγες του τὸ ρυθμό, καὶ ἀκούστηκε τότε μία πρωτάκουστη συμφωνία τόσο γλυκειὰ...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Άνοιξη στην Αττική, λάδι σε καμβά

Εμμανουήλ Ροίδης
Η Μηλιά

Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν·
«Ἄφετε τὰ παιδία ἔρχεσθαι πρός με».
(Κατὰ Λουκᾶν ιη´, 16)

Εἰς ἕνα χωριὸ τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας ἐζοῦσεν ἕνα καιρὸ ἕνα κορίτσι τόσο καλόκαρδο καὶ χαριτωμένο, ποὺ ὅλος ὁ κόσμος τὸ ἀγαποῦσεν. Ἂν καὶ δὲν ἦταν πλούσιο, εὕρισκε τρόπο νὰ βοηθῇ τοὺς πτωχούς· ὅ,τι τῆς ἔδιδαν τὸ ἐμοίραζε μὲ αὐτούς, καὶ ὅταν τὰ χέρια της ἦσαν ἄδεια, ἡ καρδιὰ καὶ τὸ στόμα της ἦσαν παντότες γεμάτα καλὰ αἰσθήματα καὶ καλὰ λόγια γιὰ νὰ τοὺς παρηγορῇ. Καὶ ὄχι μόνον οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ σπιτικὰ ζῷα, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ πουλιὰ τοῦ δάσους τὴν ἀγαποῦσαν. Ὅταν τὴν ἔβλεπαν νὰ περνᾷ, κατέβαιναν ἀπὸ τὰ δένδρα καὶ τὴν ἀκολουθοῦσαν σὰν σκυλάκια, γιὰ νὰ τοὺς δώσῃ τὸ μισὸ ψωμί της.
Τὴν ἔλεγαν Μηλιά, γιατὶ τὴν εἶχαν εὕρει ἕνα ἀπριλιάτικο πρωὶ ἀπὸ κάτω ἀπὸ ἕνα μηλόδενδρο, σκεπασμένη ἀπὸ τὰ ἄσπρα ἄνθια ὅπου εἶχε τινάξει ἀπάνω της ὁ ἄνεμος τὴ νύχτα.
Τὸ ἡλικιωμένο ἀνδρόγυνο ποὺ τὴν εἶχε υἱοθετήσει ἦταν τόσο πτωχό, ὁποὺ μόλις ἔφθαναν γιὰ νὰ μὴ πεινᾷ ὅσα ἐκέρδιζαν μὲ τὸ πλέξιμον ἡ γραία καὶ ὁ γέρος κόπτοντας ξύλα. Ἡ Μηλιὰ ἔκαμνε κι ἐκείνη ὅ,τι μποροῦσε γιὰ νὰ τοὺς βοηθήσῃ. Ἐμάζευεν εἰς τὸ δάσος ἀγριοφράουλες, μενεξέδες καὶ ἄλλα λουλούδια καὶ τὰ ἐπρόσφερνεν εἰς τοὺς διαβάτες μ᾿ ἕνα χαμόγελο τόσο γλυκό, ποὺ σπάνιον ἦταν νὰ τῆς ἀρνηθοῦν τὴν πεντάρα τους, ὅσοι εἶχαν νὰ τὴν δώσουν. Αὐτοὶ ὅμως δὲν ἦσαν πολλοὶ εἰς τὸ πτωχικὸ ἐκεῖνο χωριό, καὶ τὸ ψωμὶ καὶ τὰ κάστανα, ὁποὺ ἔτρωγαν ὁ γέρος καὶ ἡ γριά, ἦσαν παντότες ὀλιγώτερα ἀπὸ τὴν ὄρεξί τους, καὶ ἀκόμη πιὸ μικρὸ τὸ μερδικὸ τῆς Μηλιᾶς, ἀφοῦ τὸ ἐμοίραζε μὲ τοὺς πτωχοὺς καὶ τὰ πουλιά.
Ἡ Μηλιὰ ἦταν δεκαεφτὰ ἐτῶν, ὅταν μία νύχτα, ὅπου ἐνόμιζαν οἱ θετοὶ γονιοί της πὼς κοιμᾶται, ἄκουσε νὰ λέγῃ ὁ γέρος εἰς τὴν γυναῖκα του:
«Δὲν ξέρω τί θὰ γίνουμεν, ἂν δὲν κάμῃ ὁ Θεὸς κανένα θαῦμα νὰ μᾶς βοηθήσει. Τὰ ξύλα ὅπου ἠμπορῶ νὰ σηκώσω εἰς τὴ γέρική μου πλάτη ὀλιγοστεύουν καθημέραν, καὶ σὺ ἀντὶς τρεῖς χρειάζεσαι τώρα πέντε μέρες γιὰ νὰ πλέξεις μία κάλτσα. Ἡ Μηλιὰ τρώγει λίγο, μὰ ἀγαπᾷ νὰ μοιράζῃ ψωμὶ εἰς τοὺς πτωχοὺς καὶ τὰ πουλιά. Συλλογοῦμαι τί θὰ γίνει ἀφοῦ κλείσουμε τὰ μάτια. Ἂν ἦταν ἕνα ἢ δύο χρόνια μεγαλύτερη, θὰ τὴν ἔστελνα εἰς τὴν πόλι νὰ βολευθεῖ. Φρόνιμη καὶ προκομμένη καθὼς ποὺ εἶναι, θὰ εὔρισκεν εὔκολα μία καλὴ θέσι, καὶ δὲν θὰ λησμονοῦσε καὶ τοὺς πτωχοὺς ἀνθρώπους ποὺ τὴν ἀναθρέψανε, ὅταν δὲν θὰ ἔχω πλέον δύναμι νὰ κόπτω ξύλα οὔτε σὺ δάκτυλα νὰ πλέκεις».
Ἡ Μηλιὰ ἐκαμώθη πὼς δὲν ἄκουσε τίποτες. Τὸ πρωὶ ὅμως ἐσηκώθηκε πρὶν φέξῃ· ἔκαμεν ἕνα κομπόδεμα τὰ ὀλίγα της πράγματα, ἕσφιξε τὴν καρδιά της, ἐσφούγγισε τὰ μάτια της, ποὺ ἔτρεχαν σὰν βρύσι, καὶ πῆγε ν᾿ ἀποχαιρετίσῃ τὸ γέρικο ζευγάρι. Ἔκλαψαν κ᾿ ἐκεῖνοι, ἔπειτα ὅμως ἐσυλλογίσθηκαν πὼς ἦτο φανέρωμα τοῦ θείου θελήματος, νὰ κάμῃ τὴν Μηλιὰν νὰ συλλογισθῇ τὴν ἴδιαν νύκτα, ὅσα ἐσυλλογίσθηκαν καὶ ἐκεῖνοι. Τὴν ἄφησαν λοιπὸν νὰ φύγει, ἀφοῦ τῆς ἔδωκαν πολλὰ φιλιά, τὴν εὐχή τους καὶ μίαν πίτταν νὰ τὴν τρώγῃ εἰς τὸν δρόμον.
Ὅλο τὸ χωριὸ ἠθέλησε νὰ τὴν συνοδέψῃ μίαν ὥρα δρόμο ἕως τὴν Κρύα Βρύσι. Τὴν ἀκολούθησαν ἕως ἐκεῖ καὶ ἕνας στραβὸς ποὺ τὸν ἔσερνεν ὁ σκύλος του καὶ δύο σακάτηδες μὲ τὰ δεκανίκια. Τὴν συνόδεψαν καὶ γίδες, ἀρνιά, κότες, χῆνες, πάπιες, γάλοι καὶ πετεινοί, γιατὶ ἄνθρωποι καὶ ζῷα ὅλοι τὴν ἀγαποῦσαν καὶ τοὺς ἐλυποῦσεν ὁ χωρισμός.
Ὅσον καιρὸν ἔβλεπεν ἀπὸ μακριὰ τὸ ἀποχαιρέτημα μὲ τὸ μαντήλι τῶν δύο γερόντων ἐπροσπαθοῦσεν ἡ Μηλιὰ νὰ κάμῃ θάρρος· ὅταν ὅμως ἔπαυσε νὰ τὸ βλέπῃ κι ἐκεῖνο, αἰσθάνθηκε πρώτη φορὰ ὅτι ἦτο μονάχη εἰς τὸν κόσμο· τὴν ἐπῆρε τὸ παράπονο καὶ ἄρχισαν πάλι τὰ μάτια της νὰ τρέχουν. Ἐπερπάτησεν ὅλην τὴν ἡμέρα χωρὶς νὰ σταθῇ οὔτε τὴν πίττα της νὰ δαγκάσει. Ὁ πόνος τῆς καρδιᾶς γεμίζει ὡσὰν ψωμὶ τὸ ἀδειανὸ στομάχι τῶν δυστυχισμένων.
Ἀφοῦ ἐπερπάτησε δέκα ὅλες ὧρες, ἐκάθισεν ἀπὸ κάτω ἀπὸ μίαν καστανιὰ ν᾿ ἀναπαυθῇ. Ἀκόμη ὅμως δὲν εἶχε καλοκαθήσει, καὶ τὴν ἐτρόμαξαν δύο τουφεκιὲς καὶ τὸ γάβγισμα βραχνοῦ σκύλου. Ἐγύρισε νὰ ἰδῇ τί τρέχει καὶ εἶδεν ἕνα σύννεφο πουλιὰ ποὺ ἔφευγαν φοβισμένα.
- Ἐλᾶτε κοντά μου, ἐφώναζεν, ἐλᾶτε γρήγορα νὰ κρυβῆτε σ᾿ αὐτὴν τὴ λόχμη. Μὴ φοβᾶσθε, θὰ σᾶς γλυτώσω, ἂν δὲν μὲ σκοτώσῃ κι ἐμένα ὁ κυνηγός, ἂν δὲν μὲ φάγῃ ὁ σκύλος.
Τὰ πουλιὰ ἐγνώρισαν τὴ φωνή της, ἐσυνάχθησαν τριγύρω της καὶ ἐβιάσθησαν νὰ τρυπώσουν ἀποκάτω ἀπὸ τὰ χαμόκλαδα, στρυμωμένα τὸ ἕνα κοντὰ εἰς τὸ ἄλλο, καὶ ἄκουεν ἡ Μηλιὰ τὶς ἑκατὸν καρδοῦλες των νὰ κτυποῦν τὰκ-τὰκ σὰν τὰ ρολόγια εἰς τὸ ἀργαστήρι τοῦ ῥολογᾶ.
Ἐκείνην τὴν στιγμὴ ἐπρόβαλε καὶ ὁ κυνηγὸς μαζὶ μὲ τὸ σκύλο του, φοβερὸ ζῷο μὲ κίτρινη τρίχα, μὲ δόντια μυτερὰ καὶ μάτια κόκκινα ποὺ ἔλαμπαν σὰν ἀνθρακιά.
- Κορίτσι μου, τὴν ἀρώτησε, μὴν εἶδες νὰ περάσουν ἀπ᾿ ἐδῶ πουλιὰ ἢ ἄλλο κυνῆγι; Ἀπὸ τὸ πρωὶ τρέχω καὶ δὲν ἐσκότωσα ἀκόμη τίποτε. Θὰ σὲ δώσω αὐτὸ τὸ ἀργυρὸ δίφραγκο, ἂν μοῦ δείξεις τὸν καλὸ δρόμο.
Ἐνῷ μιλοῦσεν ὁ κυνηγός, ἑξακολουθοῦσεν ὁ σκύλος νὰ γαβγίζῃ καὶ ἡ καρδιὰ τῶν πουλιῶν νὰ κτυπᾷ πιὸ δυνατά, καὶ τὸ κόκκινο βασίλεμα τοῦ ἡλίου ἔκαμνε τὸ ἀργυρὸ νόμισμα νὰ λάμπῃ σὰν νὰ ἦταν χρυσό.
- Καλὰ ἔκαμες νὰ μ᾿ ἀρωτήσεις, ἀποκρίθηκεν ἡ Μηλιά. Μία στιγμὴ πρὶν ἔλθεις, εἶδα ἕνα κοπάδι πέρδικες ποὺ ἐπετοῦσαν κατὰ τὸ βοριά, δύο λαγοὺς ποὺ ἔτρεχαν ἀντικρυνά, ἕνα ζαρκάδι ποὺ ἔφευγε κατὰ τὴν ἀνατολὴ καὶ ἕνα ζευγάρι φαζάνια κατὰ τὴ δύσι. Ἔχεις λοιπὸν νὰ διαλέξεις, μόνο δὲν ἔχεις καιρὸ νὰ χάσεις, ἂν θέλεις νὰ φθάσῃς.
Ὁ κυνηγὸς τῆς ἔδωκε τὸ δίφραγκο καὶ ἐκινήθηκε πρὸς τὴν ἀνατολή, ὁ σκύλος ὅμως δὲν ἤθελε νὰ φύγει· ἐπεισμάτωσε νὰ μυρίζεται τὰ κλαδιά, ν᾿ ἀλυχτᾷ καὶ νὰ δείχνῃ τὰ φοβερά του δόντια. Ἐσυλλογίστηκε τότες ἡ Μηλιὰ νὰ τοῦ δώσῃ τὴν πίττα της γιὰ νὰ ἡσυχάσῃ· τοῦ ἔδωκε καὶ ὁ ἀφέντης του μία κλωτσιὰ καὶ τότε μόνον ἀπεφάσισε τὸ κακὸ ζῷο νὰ τὸν ἀκολουθήσει, ὄχι ὅμως εὐχαριστημένο, ἀλλ᾿ ἐξακολουθώντας τὸ γάβγισμα, ὡσὰν νὰ ἔλεγεν εἰς τὸν κυνηγό, πὼς εἶναι ἐντροπὴ νὰ τὸν γελοῦν κοτζάμου ἄνθρωπο τὰ κορίτσια.
Ὅταν ἐχάθη μακριὰ εἰς τὸ δάσος ὁ κυνηγὸς καὶ ἔπαυσε νὰ ἀκούεται ἡ φωνὴ τοῦ σκύλου, ἐβγήκαν ἀπὸ τὴν κρύφτη τοὺς τὰ πουλιὰ καὶ δὲν ἤξευραν τί νὰ κάμουν γιὰ νὰ δείξουν τὴν εὐγνωμοσύνη τοὺς εἰς τὴν Μηλιά. Ἐκάθιζαν ἐπάνω εἰς τὸν ὦμο της, ἐκελαηδοῦσαν εἰς τ᾿ αὐτί της εὐχαριστῶ, τὴν ἀέριζαν μὲ τὰ πτερά των καὶ τῆς ἐφιλοτσιμποῦσαν τὰ χέρια, τὰ χείλια, τὰ μάγουλα καὶ τὸ λαιμό της. Οἱ σπίνοι καὶ οἱ πυρρουλάδες ἀποσπάσθηκαν νὰ πάγουν νὰ τῆς φέρουν κεράσια, ζίζυφα, βατόμουρα καὶ φραγκοστάφυλα νὰ δειπνήσει, ἐνῷ τὰ σπουργίτια καὶ οἱ πετρῖτες τῆς ἑτοίμαζαν μαλακὸ στρῶμα ἀπὸ καστανόφυλλα, μέντα καὶ λεβάντες νὰ κοιμηθεῖ. Ἀφοῦ ἔκαμε τὴν προσευχή της καὶ ἀπλώθηκεν εἰς τὸ μυρωδάτο ἐκεῖνο κλινάρι, τὴν ἐσκέπασαν μὲ φτέρη γιὰ νὰ μὴ κρυώσῃ κι ἐκούρνιασαν κι ἐκεῖνα εἰς τὰ περίγυρα δέντρα νὰ τὴν φυλάγουν.
Τὸ πρωὶ τὴν ἐξύπνησε τὸ ἐγερτήριο τοῦ κορυδαλλοῦ καὶ ἦλθαν νὰ τὴν καλησπερίσουν καὶ τ᾿ ἄλλα πουλιά. Ἀφοῦ ἐτελείωσε τὸ γενικὸ τραγούδι, ἔλαβε τὸ λόγο (συμπάθειο γιὰ τὴν ἑλληνικούρα) ὁ γλυκόλαλος ῥήτορας, τὸ ἀηδόνι, καὶ τῆς εἶπε τὰ ἀκόλουθα, εἰς τὴν γλῶσσαν τῶν πουλιῶν, ποὺ ἔνοιωθε καλὰ καὶ κάπως ὠμιλοῦσεν ἡ Μηλιά.
- Μᾶς εἶπες χθὲς πὼς πηγαίνεις εἰς τὴν πρωτεύουσα νὰ κυνηγήσεις τὴν τύχη, καὶ σήμερις τὸ πρωὶ ἐμάθαμεν ἀπὸ μίαν κίσσαν, ὅτι παρουσιάζεται μία εὐκαιρία μοναδικὴ νὰ τὴν πιάσεις ἀπὸ τὰ γένεια. Ὁ βασιλιάς, ἀφοῦ ἐχήρεψε πρόπερσι, ἐβαρέθηκε τὰ μεγαλεῖα, τὶς δόξες, τὰ πλούτη καὶ ὅσα ἄλλα τοῦ ζηλεύει ὁ κόσμος. Τόση εἶναι ἡ πλήξη καὶ ἡ μελαγχολία του, ὅπου κατήντησε νὰ ὑποσχεθῇ τὸ μισό του Βασίλειο εἰς ἐκεῖνον ὅπου κατορθώσῃ νὰ τὸν κάμῃ νὰ περάσῃ μία μόνη ὥρα χωρὶς χασμήματα ἢ ἀναστεναγμούς. Πολλοὶ ἦλθαν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη νὰ δοκιμάσουν. Ἡ δοκιμὴ γίνεται ἀπόψε, καὶ ὡς εἰς τὴν πρωτεύουσα εἶναι μόνο πέντε ὧρες δρόμος. Σήκω λοιπόν, Μηλιά, καὶ συγυρίσου νὰ πᾷς εἰς τὸ παλάτι νὰ κερδίσεις τὸ βραβεῖο. Θὰ σὲ συνοδέψω μὲ μερικὰ ἄλλα πουλιὰ καὶ θὰ σὲ λέγω εἰς τὸ αὐτὶ τί πρέπει νὰ κάμεις.
- Πουλιά μου ἀγαπημένα, ἀποκρίθηκεν ἡ Μηλιά, ἔχετε καλὴ καρδιά, ὄχι ὅμως καὶ πολλὴ γνῶσι. Μοῦ παραγγέλνετε νὰ συγυρισθῶ χωρὶς νὰ συλλογισθεῖτε πὼς μόνον σᾶς ἐφρόντισεν ὁ Θεὸς νὰ στολίσῃ τὰ πλουμιστὰ φτερά. Ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ βάλω παρὰ αὐτὸ τὸ παλιοφούστανο ποὺ φορῶ. Μὲ αὐτὸ θέλετε νὰ πάγω νὰ μὲ καμαρώσῃ ἡ αὐλὴ καὶ ὁ βασιλιάς;
- Δὲν εἶναι τὰ πουλιὰ τόσον ἀνόητα, ὅσο τὰ πιστεύει ὁ κόσμος, ἀπήντησε τὸ ἀηδόνι. Δὲν θὰ σοῦ ἔλεγα νὰ στολιστεῖς, ἂν δὲν εἴχαμε φροντίσει νὰ ἑτοιμάσομε τὰ στολίδια. Ἔχομε φιλία μὲ μεταξοσκούληκα καὶ τὰ ἐβάλαμεν νὰ δουλεύουν ὅλην τὴν νύκτα γιὰ νὰ σοῦ κάμουν αὐτὸ τὸ φόρεμα ὅπου δὲν ἔχει δεύτερο στὴν οἰκουμένη.
Ἔφεραν τότες ἕνα φουστάνι ἀπὸ μονοκόμματο ἄσπρο ἀτλάζι, ποὺ εἶχε ἐπάνω κεντημένα τὴν ἄνοιξι μὲ ὅλα της τὰ λουλούδια καὶ τὸν οὐρανὸ μὲ ὅλα του τ᾿ ἀστέρια.
- Ἐγώ, εἶπεν ὁ μελισσουργός, ἔτρεχα ὅλην τὴν νύκτα νὰ σοῦ εὕρω αὐτὸ τὸ ἄσπρο τριαντάφυλλο νὰ βάλεις εἰς τὰ μαλλιά σου.
- Καὶ ἐγώ, εἶπεν ἡ πυρραλίδα, ἐσύναξα σταλαγματιὲς δρόσο καὶ σοῦ ἔκαμα περιδέραιο, ποὺ λάμπει περισσότερο ἀπὸ τὰ διαμάντια.
- Καὶ ἐγώ, εἶπεν ἡ σουσουράδα, σοῦ φέρνω αὐτὸ τὸ ῥιπίδι, ὅπου ἔδωκε τὸ κάθε πουλὶ τὸ ὡραιότερό του φτερὸ γιὰ νὰ γίνει.
Ἀφοῦ ἐφόρεσε τὰ μοναδικά της στολίδια, ἐφάνηκεν ἡ Μηλιὰ τόσον ὡραία ποὺ ἄρχισαν νὰ ὑμνολογοῦν τὴν περίσσεια χάρι τῆς ὅλα μαζὶ τὰ πουλιά. Μόνον ἐκείνη ἐξακολουθοῦσε νὰ εἶναι ἀνήσυχη καὶ συλλογισμένη.
- Τί θὰ γίνω, εἶπεν, ὅταν μοῦ μιλήσῃ ὁ βασιλιὰς καὶ καταλάβῃ ἀπὸ τὰ πρῶτα μου λόγια ὅτι εἶμαι μία χωριάτισσα τοῦ βουνοῦ ποὺ δὲν ξέρει τίποτε ἀπὸ τὸν κόσμο;
- Μὴ σὲ νοιάζει, ἀποκρίθηκε τὸ ἀηδόνι. Αὐτὴ ἡ φιλενάδα μου ἡ κουροῦνα, ποὺ βλέπεις κοντά μου, φωλιάζει ἀπὸ ἑκατὸν εἴκοσι χρόνια εἰς τὴν στέγη τοῦ παλατιοῦ καὶ ξεύρει ὅλα του τὰ φανερὰ καὶ τὰ μυστικά. Τὴν ἔφερα ἐπίτηδες γιὰ νὰ σὲ κατηχήσει. Σὲ μία ὥρα θὰ σὲ μάθει ὅσα φθάνουν γιὰ νὰ διδάξεις τὸν βασιλιὰ τὰ γονικά του.
Μὲ τὸ δίφραγκο τοῦ κυνηγοῦ ἐνοίκιασεν ἡ Μηλιὰ τὸ βράδυ ἕνα κομψὸ ἁμάξι καὶ σωστὰ εἰς τὰς ἐννιὰ τὸ βράδυ ἐπαρουσιάσθηκεν εἰς τὴν μεγάλη σάλα τοῦ παλατιοῦ. Ἡ ἐντύπωσι ποὺ ἔκαμεν ἡ ὀμορφιὰ τοῦ προσώπου της καὶ ἡ λάμψη τοῦ φουστανιοῦ της ἦτο τόση, ὅπου ὅλες οἱ ἄβαφες γυναῖκες ἐκιτρίνισαν ἀπὸ τὴν ζούλεια, καὶ ἀπὸ ἐκείνην τὴν βραδυὰ ἐφανερώθηκε ποιὲς πασαλείβονται καὶ ποιὲς ὄχι.
Ὁ βασιλιὰς κατέβηκεν ἀπὸ τὸ θρόνο του καὶ ἦλθε νὰ τὴν προϋπαντήσει, πρᾶγμα ὅπου δὲν ἔκαμεν ἄλλη φορά, παρὰ μόνον εἰς τὴν ἐπίσκεψι τῆς αὐτοκρατόρισσας τοῦ Λεβάντε. Χωρὶς νὰ φροντίζῃ γιὰ τὴν ἐθιμοταξία, τὴν ἐπῆρεν ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὴν ἔβαλε νὰ καθίσῃ σιμά του, ἐρωτώντας ἀπὸ ποιὸ βασίλειον ἔρχεται, ἢ ἂν εἶναι οὐρανοκατέβατη, γιατὶ δὲν πιστεύει πῶς ἠμπορῇ ἡ γῆς νὰ γεννήσῃ γυναῖκα τόσον ὡραία.
Ἡ Μηλιὰ ἐκοκκίνισε καὶ τοῦ ἀποκρίθηκε μὲ πολλὴ σεμνότητα καὶ χάρι ὅτι εἶναι μία ταπεινὴ χωριάτισσα καὶ ἦλθε ν᾿ ἀγωνισθῇ μὲ τοὺς ἄλλους γιὰ τὸ βραβεῖο.
- Πρέπει νὰ ξεύρεις, τῆς εἶπεν ὁ βασιλιάς, πὼς τόσον πολὺ ἐχόρτασα καὶ ἀηδίασα κάθε διασκέδασι καὶ ξεφάντωμα, ποὺ τίποτες πλέον δὲν μ᾿ εὐχαριστεῖ. Ἔχω ὁλόκληρα χρόνια νὰ γελάσω. Ὅλα μοῦ φαίνονται ἀνούσια, ἀνάλατα, νερόβραστα καὶ βαρετά. Καὶ αὐτή σου ἡ ὡραιότης ἐθάμπωσε τὰ μάτια μου χωρὶς νὰ γιατρέψῃ τῆς ψυχῆς μου τὴν κούρασι καὶ πλῆξι. Εὔχομαι νὰ φανῇ ἡ διασκεδαστική σου τέχνη, ὅσον καὶ ἡ ὀμορφιά σου μεγάλη.
Καὶ ἀφοῦ εἶπεν αὐτὰ ἐπρόσταξεν ν᾿ ἀρχίσῃ ὁ ἀγώνας.
Τὰ λόγια του ἐτρόμαξαν τὴν Μηλιάν, ποὺ δὲν ἤξευρε πῶς θὰ κατώρθωνε νὰ κάμῃ νὰ γελάσῃ τὸν ἀγέλαστο ἐκεῖνο βασιλιά. Θὰ ἔχανε τὸ θάρρος της, ἂν δὲν ἤρχετο ἐκείνην τὴν στιγμὴν τὸ ἀηδόνι νὰ κελαηδήσῃ εἰς τὸ αὐτί της: «Μὴ σὲ μέλει, τὰ πουλιὰ τὰ ἑτοίμασαν ὅλα».
Ὁ πρῶτος ἀγωνιστὴς ποὺ ἐπαρουσιάσθηκεν ἦταν ἕνας περίφημος φραγκομερίτης μπεχλιβάνης ἤ, καθὼς τοὺς λέγουν οἱ λογιώτατοι, λαθροχειριστής, τόσον ἐπιτήδειος, ποὺ τὸν ἔπαιρναν πολλοὶ γιὰ μάγο καὶ ἀναγκάσθηκε νὰ φύγῃ ἀπ᾿ τὸν τόπον του, ὅπου ἐσυνήθιζαν τότες νὰ καίουν τοὺς μάγους. Αὐτὸς ἐμάντεψε τὸ χαρτί, ἄσο πίκα, ὁποὺ εἶχε βάλει ὁ βασιλιὰς εἰς τὸ νοῦ του, ἐτηγάνισεν αὐγὰ μέσα εἰς τὸ καπέλο τοῦ αὐλάρχη καὶ ἔστειλε τὴν ξανθὴ περρούκα τῆς Μεγάλης Κυρίας νὰ σκεπάσῃ τοῦ ἱπποκόμου τὴ φαλάκρα. Ἔπειτα κατώρθωσε νὰ βγάλῃ ἀπὸ τὴ μύτη τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης ἕνα σχοινὶ τῆς φούρκας καὶ ἀπὸ τὴν τσέπη τοῦ στρατάρχη ἕνα δειλὸ λαγουδάκι. Ὅλα ἐπήγαιναν καλά, μόνον ὁ βασιλιὰς δὲν εἶχεν ἀκόμα γελάσει. Μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ ἐπιτύχῃ καὶ τοῦτο, ἐσκαρφίσθηκε νὰ λαθροχειρίσῃ τὸ βασιλικὸ στέμμα καὶ νὰ στεφανώσῃ μὲ αὐτὸ μία κεφαλὴ ἀγριοχοίρου, ποὺ ἦταν στημένη εἰς τὸ μέσο τοῦ τραπεζιοῦ τοῦ δείπνου. Ὁ βασιλιὰς ὅμως δὲν ἦταν, καθὼς φαίνεται, εὐδιάθετος. Ἀντὶ νὰ γελάσῃ εὑρῆκεν ἄνοστο τὸ χωρατόν, κι ἐπρόσταξε νὰ διώξουν τὸν χωρατατζῆ μ᾿ ἕνα καλὸ λάχτισμα εἰς τὸ μέρος τοῦ ὑποκειμένου του ποὺ εἶναι παρακάτω ἀπὸ τὴ ράχη.
Ὁ δεύτερος ἀγωνιστὴς ἦταν ἕνας σοβαρὸς ἀσπρογένης φιλόσοφος ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Ὁλλάνδας. Αὐτὸς εἶχε φέρει μαζί του μία παράξενη μηχανή, μὲ ἕνα εἶδος ὑαλίτικο καζάνι ἀπ᾿ ἐπάνω. Τὸ ἄνοιξε καὶ ἔρριψε μέσα κάρβουνο κοπανιστό, μία κουταλιὰ ἀδιάργυρο, μία φοῦχτα ἀλογόπετρα, ἕνα κλαδὶ δενδρολίβανο καὶ ἕνα βῶλο νισαντήρι. Τὰ ἀνακάτεψε μὲ μία χρυσὴ κουτάλα καὶ ἀμέσως ἐζεστάθηκαν, ἐκόρωσαν, ἐφλογοβόλησαν, ἔπειτα ἐκρύωσαν, ἐκρουστάλλιασαν, καὶ εὑρέθη τὸ καζάνι γεμάτο διαμάντια μεγάλα σὰν τ᾿ αὐγὰ τῆς περιστερᾶς. Ὅλοι οἱ αὐλικοὶ ἔμεναν ἐκστατικοὶ καὶ ὅλες οἱ κυρίες ἅπλωναν τὸ χέρι γιὰ νὰ λάβουν ἀπὸ ἕνα ἀπὸ τὰ διαμάντια ποὺ ἄρχισεν ὁ σοφὸς τῆς Ὁλλάνδας νὰ μοιράζει. Ὁ βασιλιὰς ὅμως ἐθύμωσε καὶ πάλι, ἐπρόσταξεν εἰς τὶς κυρίες νὰ δώσουν ὀπίσω ὅσα εἶχαν λάβει καὶ εἶπε μὲ ὀργὴ εἰς τὸ χημικό: «Δὲν ἐσυλλογίσθηκες, ζευζέκη, πὼς ἅμα γίνουν τὰ διαμάντια κοινὰ σὰν τὰ χαλίκια, θὰ χάσουν ὅλη τους τὴν ἀξία τὰ δικά μου, ποὺ εἶναι τὰ πρῶτα του κόσμου καί, ἂν λάχῃ καὶ χρειαστῶ χρήματα, μπορῶ νὰ τὰ πουλήσω ὅσο θέλω; Φύγε ἀπ᾿ ἐδῶ, καὶ ἂν ξανακάμεις ἄλλη φορὰ διαμάντια, θὰ σοῦ σπάσω μαζὶ μὲ τὴ μηχανὴ καὶ τὸ κεφάλι».
Ὁ τρίτος ἦταν ὁ πρῶτος ἐπιστήμονας ἑνὸς καινούργιου κόσμου, ποὺ εἶχεν ἀνακαλύψει ἕνας κάποιος Κολόμπος, πέρα ἀπὸ τὸ μεγάλο νερομάζωμα, ποὺ τὸ λέγουν Ἀτλαντικό. Αὐτὸς ὁ νεοκοσμίτης εἶχε καταφέρει ὕστερα ἀπὸ πολλὲς μελέτες καὶ δοκιμές, νὰ κλείσῃ τὶς ἡλιακὲς ἀχτίδες μέσα εἰς μπουκαλάκια, ποὺ μοιάζανε μικρὰ ἀχλάδια, τόσον ὅμως φωτερὰ ποὺ ὁ βασιλιὰς καὶ ὅλοι οἱ αὐλικοὶ ἐθαμπώθηκαν καὶ ἀνοιγόκλειαν τὰ μάτια, ὡσὰν νυχτερίδες ποὺ ἐπλάκωσεν ὁ πρωινὸς ἥλιος, πρὶν προφθάσουν νὰ χωθοῦν εἰς τὴ σπηλιά τους. Ἀφοῦ ἐμισοστράβωσε τὸν κόσμο ἄρχισεν ὁ ἐπιστήμονας νὰ ἐξηγῇ πὼς αὐτὰ τ᾿ ἀχτινοβόλα ἀχλάδια εἶναι νέο σύστημα φωτισμοῦ, καὶ μὲ τὸ μισὸ ἔξοδο θὰ δίδουν φῶς δεκαπλάσιο ἀπὸ τὸ λάδι, ποὺ θὰ ξεπέσει τότες ἡ τιμή του εἰς τὸ δέκατο, ἀφοῦ δὲ θὰ χρησιμεύει πλιὰ παρὰ μόνο γιὰ τὸ τηγάνισμα καὶ τὴ σαλάτα.
- Δὲν ξεύρεις, ἀχρεῖε, τὸν διέκοψεν ὁ βασιλιὰς κίτρινος ἀπὸ τὴν ὀργή, πὼς τὰ κτήματα τοῦ βασιλείου μου, τὰ δικά μου καὶ τοῦ λαοῦ μου, εἶναι ὅλα ἐλαιῶνες, καὶ ἔρχεσαι νὰ μᾶς ξεπέσῃς τὴν τιμὴ τοῦ λαδιοῦ! Γκρεμίσου νὰ μὴ σὲ βλέπω, καὶ ἂν αὔριο εὑρεθῇς ἀκόμη εἰς τὰ κράτη μου, θὰ σ᾿ ἀλείψω μὲ λάδι καὶ θὰ σὲ κάψω ζωντανό.
Ἦταν τώρα ἡ σειρὰ τῆς Μηλιᾶς καὶ ἔτρεμεν ὅλη, βλέποντας πόσον ἀγριωμένος ἦταν ὁ βασιλιάς. Τῆς ἐκελάδησεν ὅμως πάλιν τὸ ἀηδόνι κάτι ποὺ τῆς ἔδωκεν θάρρος. Ὀλωνῶν τὰ μάτια ἤτανε καρφωμένα ἀπάνω της καὶ ἡ σιωπὴ τόσο τέλεια, ποὺ θ᾿ ἄκουε κανένας μυΐγαν νὰ πετᾷ ἢ χόρτο νὰ φυτρώνει.
Ἡ Μηλιὰ ἔδωκε τότε διαταγὴ ν᾿ ἀνοίξουν τὰ εἴκοσι παράθυρα τῆς σάλας. Καὶ ἀμέσως ἐπέταξαν μέσα μικροπούλᾳ κάθε λογῆς καὶ εἴδους, κίτρινοι μελισσουργοί, κόκκινοι πυρρουλᾶδες, ἀργυρᾶ ψαροπούλια, μαῦροι κότσυφοι, πλουμιστὲς κίχλες, παρδαλὲς καρδερίνες, σπίνοι, φρεντζούνια, σεισοῦρες, ποταμῖδες, καλογρίτσες, μαλαθρίτσες, κορυδαλλοί, ἀσπρόκωλοι, τρυποκάρυδα καὶ κεφαλᾶδες. Ἀφοῦ ἐφτερούγιασαν ἕνα δύο λεπτά, ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ γύρω εἰς τὶς λάμπες καὶ τοὺς πολυελαίους, σὰν τρελλὰ πουλιὰ ποὺ ἦταν, ἔκαμαν ἔπειτα ἕνα μεγάλο κύκλο. Τὸ ἀηδόνι ἐστάθη εἰς τὸ κέντρο κτυπώντας σὰν ἀρχιμουσικὸς μὲ τὶς φτεροῦγες του τὸ ρυθμό, καὶ ἀκούστηκε τότε μία πρωτάκουστη συμφωνία τόσο γλυκειὰ ποὺ θὰ ἔλεγες πὼς τὴν εἶχε συνθέσει ἡ μελοποιήτρια τῆς Παράδεισος Ἁγία Καικιλία. Ἀπὸ ὅλα τὰ κομμάτια ἄρεσε περισσότερο μία λιγυρὴ τετραφωνία σπίνων, ποὺ ἔκαμεν ὅλους νὰ δακρύσουν, καὶ τὸ κωμικὸ τραγοῦδι τῆς κίσσας, τὸ τόσο πηδηκτούλικο καὶ ζωηρὰ τονισμένο, ποὺ ὅλοι οἱ αὐλικοὶ ἄρχισαν νὰ σειοῦνται καὶ νὰ κινοῦν τὰ πόδια σὰν ἂν εἶχαν γεμίσει οἱ κάλτσες τῶν μερμήγκια.
- Χορέψατε τώρα, πουλιά μου, ἐπρόσταξεν ἡ Μηλιά.
Εἴκοσι ζευγάρια καναρίνια ἄρχισαν τότε νὰ χορεύουν ἕνα ἔχτακτο καὶ πρωτοφανίστικο βάλς. Μὲ τὴ μία φτερούγα ἐκρατοῦντο τὰ δύο πουλιὰ ἀγκαλιασμένα καὶ ἐπετοῦσαν μὲ τὴν ἄλλην. Τὰ ζευγάρια ἐγύριζαν ὡσὰν ἄνεμες καὶ ἔκαμαν δέκα φορὲς τὸ γῦρο τῆς σάλας. Ἔπειτα ἐχόρευσαν κατὰ γῆς περπατητὰ μία νόστιμη καδρίλια οἱ τσαλαπετεινοὶ καὶ ἀκόμη καλλίτερα ἐπέτυχε τὸ κοτιλλιὸν μὲ ὅλα του τὰ παιχνίδια. Εἰς αὐτὸ ἔκαμαν ὅλους νὰ ξεκαρδισθοῦν τὰ νάζια μίας ἀκατάδεκτης καρδερίνας, ποὺ τῆς ἐπαρουσίασαν δέκα κατὰ σειρὰν χορευτᾶδες καὶ δὲν τῆς ἄρεσε κανένας· τοὺς ἐκύτταζε μὲ περιφρόνησι κι ἔλεγεν ὄχι μὲ τὸ κεφάλι. Ὁ ἑνδέκατος ἔτυχε νὰ τῆς ἀρέσει· γιὰ νὰ τοῦ τὸ ἀποδείξη τοῦ ἔδωκε μία μυΐγα ποὺ εἶχε πιάσει. Τὴν ἔχαψεν ἐκεῖνος καὶ ἔπειτα ἀγκάλιασε τὴν χορεύτριά του καὶ ἄρχισαν νὰ γυρνοῦν μὲ χάρι καὶ τέχνη μοναδική.
Δὲν θὰ ἐτελείωνα ποτὲ ἂν ἤθελα νὰ τὰ πῶ ὅλα. Ἡ διασκέδασι ἔκλεισε μὲ μία βροχὴν ἀπὸ σπάνια λουλούδια, ποὺ εἶχαν φέρει τὰ χελιδόνια ἀπὸ τὰ ξένα μέρη. Τὸ σπανιώτερο ἀπ᾿ ὅλα ἦταν ἕνας γαλάζιος λωτὸς τοῦ ἐπάνω Νείλου, ποὺ ἐπρόσφερεν ἡ Μηλιὰ εἰς τὸν βασιλιᾶ.
Ἐκεῖνος ἤτανε τώρα ὅλος ζωὴ καὶ χαρά. Τὸ αἷμα ἀνέβηκε νὰ βάψῃ τὴ χλωμή του ὄψι καὶ τὰ μάτια ἔρριχναν σπίθες. Χωρὶς νὰ συλλογισθῇ οὔτε τὸ μεγαλεῖο οὔτε τοὺς προγόνους του, οὔτε τί θὰ ἔλεγαν οἱ γύρω του πριγκίποι, δοῦκες, στρατάρχες, ὑπουργοὶ καὶ δεσποτᾶδες, ἔσκυψε καὶ ἐφίλησε τὴν Μηλιὰ εἰς τὸ μέτωπο, τὰ δύο μάγουλα καὶ τὸ σιαγόνι. Τὸ σταυροφίλημα ἐκεῖνο, καθὼς τὸ ἔλεγαν, ἰσοδυναμοῦσε τότε εἰς τὴν Μεγάλη Ἑλλάδα μὲ ἐπίσημον ἀρραβῶνα. Δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω ἂν ἄρεσεν ὁ ἀρραβώνας ἐκεῖνος εἰς ὅλους τοὺς αὐλικοὺς ἢ μίαν τουλάχιστον αὐλικήν. Ὅλοι ὅμως ἠναγκάσθησαν θέλοντας καὶ μὴ θέλοντας νὰ φωνάζουν: Ζήτω ἡ βασίλισσά μας! Τὸ ἴδιο ἐφώναξαν εἰς τὴν γλῶσσαν τους καὶ ὅλα τὰ πουλιά, καὶ βλέποντας ὅτι ἔκλαιεν ἡ Μηλιὰ ἐνῷ τὴν ἀποχαιρετοῦσαν, τῆς ἔδωκαν τὴν ὑπόσχεσι νὰ τὴν βλέπουν συχνά.
Οἱ γάμοι ἔγιναν τὴν ἑπομένην ἑβδομάδα μὲ περισσὴ μεγαλοπρέπεια καὶ πομπή. Εἰς αὐτοὺς ἦσαν καλεσμένοι καὶ οἱ θετοὶ γονιοὶ τῆς Μηλιᾶς, ὁ γέρος καὶ ἡ γριά, ποὺ τοὺς ἔκαμνε νὰ φαίνονται δέκα χρόνια νεώτεροι ἡ χαρά.
Ὁ βασιλιᾶς, γιὰ νὰ τοὺς ἔχῃ κοντά της ἡ ἀγαπημένη του γυναῖκα, ἐζήτησε νὰ τοὺς εὕρῃ καμμιὰ δημόσια θέσι εἰς τὴν πρωτεύουσά του. Βλέποντας πόσον ἦτο ἡ γριὰ φρόνιμη, οἰκονόμα, νοικοκυρά, λιγόφαγη καὶ εἰς ὅλα τακτικὴ τὴν ἔκανεν ὑπουργίναν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν. Ὁ γέρος ὅμως ἦταν πλέον δυσκολοβόλευτος. Δὲν ἤξευρεν ὁ ἄνθρωπος οὔτε νὰ γράφῃ οὔτε νὰ διαβάζῃ. Ὁ βασιλιὰς ἐπονοκεφαλοῦσε νὰ εὕρῃ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν οἰκονομήσῃ, ὅταν ἔτυχε ν᾿ ἀποθάνῃ ὁ ἐπὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως ὑπουργός. Μὴ ἔχοντας πρόχειρον καμμίαν ἄλλην, ἔδωκεν εἰς τὸν γέρον τὴν θέσιν τοῦ μακαρίτη, καὶ ἀπὸ τότες ἐγεννήθη καὶ σῴζεται ἀκόμη εἰς πολλὰ μέρη ἡ συνήθεια νὰ δίδεται εἰς τὸν πλέον ἀγράμματον τὸ ὑπουργεῖον τῆς παιδείας.

Σάββατο 5 Ιουνίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: ο εξευρωπαϊσμός των Συριανών και η χαριτόβρυτος Σεμίρα...

Λογοτεχνία & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Γυναίκα με καπέλο, λάδι σε καμβά

Ύστατη αντίσταση στην ασχήμια και τη βαρβαρότητα των ημερών...

Η περιπλάνηση στα κείμενα της κλασικής λογοτεχνίας ελληνικής και ξένης...

Απελπισμένη αναζήτηση κομψότητας, γεύσης, νόησης...

Εμμανουήλ Ροίδης
Ιστορία μιας γάτας

Αν εξαιρέσωμεν τους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους, δεν πιστεύω να υπάρχωσιν άλλα επί γης πλάσματα όσον οι γάτοι συκοφαντηθέντα. Ως κατά πρόληψιν και κατά παράδοσιν κηρύττονται δεισιδαίμονες, οπτασιασταί, μυθολόγοι και ονειροπλέκται ο Πορφύριος, ο Ιάμβλιχος, ο Πρόκλος και ο Πλωτίνος, ούτω κακίζεται και πας γάτος ως δόλιος, άπιστος, αχάριστος και ανίκανος άλλο τι παρά τον εαυτόν του ν' αγαπήση. Και ως εις τα λεγόμενα ονείρατα των νεοπλατωνικών αντιτάσσεται η ασφαλής επιστήμη του Αριστοτέλους, ούτω και εις του γάτου την κακίαν αι παντοίαι του σκύλου αρεταί. Εις προγενέστερον έργον μου επροσπάθησα ν' αποδείξω το ιστορικώς ασύστατον της τοιαύτης περί των Αλεξανδρινών γνώμης και, προ πάντων πόσον είναι άδικος η προς άλληλα σύγκρισις δύο πραγμάτων όλως ανομοίων, οία η εμπειρία του Σταγειρίτου προς το υπερούσιον πτερύγισμα της νεοπλατωνικής διανοίας1. Τούτο είναι περίπου το αυτό ως αν υπετιμάτο εν συγκρίσει προς την πέρδικα ως μη φαγώσιμος η αηδών. Καθ' όμοιον τρόπον κατηγορείται και ο γάτος, ότι δεν γλείφει τας χείρας του κυρίου του όταν ούτος τον δέρει, ότι δεν τρέχει άμα τον καλέση, ουδέ στέργει να φανή χρήσιμος κυνηγών δια λογαριασμόν του, φυλάσσων τα πρόβατά του, στρέφων επί της πυράς τον οβελόν και προπορευόμενος με φανάριον εις το στόμα, ή καν να τον διασκεδάση υπερπηδών ράβδους ή ορθούμενος εκ των οπισθίων ποδών. Ταύτα είναι ακριβέστατα. Ουδείς ποτε ούτε δι' αμοιβής ούτε δια ραβδισμών κατώρθωσε να επιβάλη εις γάτον να πράξη όσα πράττουσιν οι σκύλοι, οι δούλοι και οι γελωτοποιοί. Αλλ' οι τοιαύτα παρ' αυτού απαιτούντες λησμονούσιν, ως φαίνεται, ότι εκ των συνοίκων μας ζώων μόνον ούτος ανήκει εις το βασιλικόν γένος των αιλουροειδών (felins)· ότι είναι πρωτεξάδελφος της τίγρεως, του πάνθηρος και του λέοντος, και άμεσος απόγονος του αιλούρου και του λυγκέως· ότι έχει, ως εκείνοι, οφθαλμούς λάμποντας εις το σκότος και γνώρισμα της ευγενείας του οξείς όνυχας συσταλτούς. Ουδέ φαίνονται κάλλιον της φυσιολογίας μελετήσαντες την ιστoρίαν. Εκ ταύτης θα εμάνθανον ότι κατά τους αρχαίους εκείνους χρόνους, ότε εθεοποιείτο το κάλλος του σώματoς και το σθένος της ψυχής, πλειστάκις ηξιώθη ο γάτος θείων τιμών. Οι Αιγύπτιοι τον ελάτρευον ως Απόλλωνα υπό το σχήμα γατοκεφάλου νεανίσκου και την γάταν ως θεάν του έρωτος και του κάλλoυς.

Η ευμορφία τω όντι των γυναικών εξετιμάτο παρ' αυτών κατ' ακριβή αναλογίαν της ομοιότητος προς τα αιλουροειδή, του σπινθηρισμού των οφθαλμών, της λειότητος του δέρματος, του ροδίνου χρώματος των ρωθώνων, της ελαφρότητος του πατήματος, της χάριτος και της ευκινησίας. Προς κατάκτησιν τοιούτων προσόντων αφιερούντο, κατά τον Διόδωρον, νηπιόθεν αι κορασίδες εις την θεάν Γαλήν, δια της αναρτήσεως εις τον τράχηλον μεταλλίου φέροντος την εικόνα της Aιγυπτίας Αφροδίτης, κατά δε τον Ηρόδοτον, οσάκις απέθνησκεν εντός αιγυπτιακής οικίας γαλή, έκοπτον οι κάτοικοι εις ένδειξιν πένθους την κόμην. Μετά τους Αιγυπτίους ελάτρευσαν οι Άραβες εις τους αυτούς τόπους το είδωλον του 'Χρυσού Γάτου', ουδ' έπαυσαν μετά την αποκάλυψιν του ενός Θεού να τον κηρύττωσι το κάλλιστον μετά τον άνθρωπον δημιούργημα, αντιτάσσοντες αυτόν ως σύμβολον καθαριότητος και ευγενείας εις τα λοιπά ζώα και μάλιστα τον σκύλoν. Αλλά την αληθή αυτού υπεροχήν φαίνονται κατανοήσαντες κάλλιον παντός άλλου λαού οι κατακτηταί του αρχαίου κόσμου Σουηβοί και Βανδήλοι, οι αναγράψαντες εις τας πολεμικάς αυτών σημαίας το ομοίωμα του γάτου, ως του μόνου πλάσματος, το οποίον δύναται μεν να ημερωθή, όχι όμως και να υπoδoυλωθή.

Τοιούτος ων μόνον ως ισότιμος του οικοδεσπότου στέργει ο γάτος να φιλοξενηθή παρ' ημίν. Αλλ' αν δεν δέχεται ως τα άλλα ζώα να δουλεύση, έπεται άρα εκ τούτου, ότι δεν δύναται ουδ' ως φίλος ν' αγαπήση; Ο τοιούτος ισχυρισμός αδύνατον είναι να στηριχθή εις τα διδάγματα της πείρας. Το περί γάτου πολύκροτον άρθρον του Βυφών, το υπό τοσούτων αναμασσηθέν ψιττακών, ουδέν άλλο απ' αρχής έως τέλους είναι παρά συρροή συκοφαντιών. Δεν ενθυμούμαι τίς κριτικός, θέλων να ονειδίση τον Πλούταρχον ως ανακριβή, έφθασε να είπη περί αυτού, ότι θα ήτο ικανός να διηγηθή ότι ενίκησαν οι Αθηναίοι τον Φίλιππον εν Χαιρωνεία, αν τούτο ηδύνατο να καταστήση την περίοδον αυτού στρογγυλωτέραν. Τοιαύτη μομφή θα ήρμοζε πολύ μάλλον εις τον Βυφών, όστις περί ουδενός άλλου φροντίζων παρά πώς να διαπρέψη ως ρήτωρ, δεν εδίστασε να συγγράψη λίβελλον κατά του γάτου δια τον μόνον λόγον ότι είχεν ανάγκην αντιθέσεως προς ανάδειξιν του εγκωμίου του σκύλου.

Εξ ίσου άδικος, αλλά τουλάχιστον ακριβέστερος, απεδείχθη ο ευσεβέστατος Άγγλος ποιητής Βούνυαν (Βunnyan). Ούτος εξετάζων το ζήτημα ουχί εν συνόλω ως απήτει η δικαιοσύνη, αλλά θεολογικώς υπό μόνην την έποψιν της ηθικής του Ευαγγελίου, ανυμνεί τον σκύλον, ως τέλειον πρότυπον πάσης χριστιανικής αρετής και ακριβή τηρητήν των παραγγελμάτων της επί του Όρους ομιλίας περί ταπεινότητος, λήθης των ύβρεων και αγάπης και προς τους κακοποιούντας ημάς. Κατά τούτο έχει πληρέστατον δίκαιον ο Βούνυαν, όχι όμως, πιστεύομεν, και όλως άδικον ο γάτος μόνον τους αγαπώντας αυτόν ν' αγαπά. Η κατάκτησις της καρδίας του δεν είναι βεβαίως ευχερές έργον. Ο θέλων ν' αγαπηθή παρ' αυτού δεν αρκεί να τον καλοθρέψη και να τον περιποιήται, αλλά πρέπει και να μη λησμονή ότι ρέει εις τας φλέβας του αίμα βασιλικόν, προσφερόμενος προς αυτόν μετά της δεούσης ευλαβείας.

Φύσει ων αριστοκρατικός αποστρέφεται ο γάτος την υπερβολικήν οικειότητα, την αδιακρισίαν και ιδίως πάσαν αξίωσιν περιορισμού της απολύτου αυτού ανεξαρτησίας. Υπεραγαπά μεν τας θωπείας, αλλά μόνον όταν έχη όρεξιν αυτών. Αρέσκεται να πηδά εις τα γόνατά μας, όχι όμως και να συλλαμβάνεται αγροίκως εκ του τραχήλου δια να τοποθετηθή επ' αυτών ως δέμα· προσκαλούμενος ουδέποτε έρχεται αμέσως ή κατ' ευθείαν, αλλά μετά τινα αναβολήν και δι' ελιγμού, ωσεί θέλων ν' αποδείξη ότι προσήλθεν ως φίλος αυθορμήτως και ουχί ως δούλος υπακούσας εις προσταγήν. Πολύ μάλλον και του σκύλου και παντός άλλου ζώου ευχαριστείται να μένη μακράς ώρας εις τον κοιτώνα μας, αναπαυόμενος παρά την εστίαν ή επισκοπών τους διαβάτας εκ του παραθύρου, αλλά θεωρεί προδοσίαν το να μη ανοιχθή εις αυτόν αμέσως η θύρα, άμα επιθυμήσει να εξέλθη. Υπέρ παν όμως άλλο βδελύσσεται τους διακόπτοντας την σειράν των συλλογισμών του όταν ονειροπολή ή τον ύπνον του όταν κοιμάται. Τούτο κάλλιστα εγνώριζεν ο προφήτης Μωάμεθ, όστις σπεύδων ημέραν τινά να μεταβή εις την εσπερινήν προσευχήν επροτίμησε να κόψη δια ψαλίδος την άκραν του ενδύματός του, παρά να ταράξη την ανάπαυσιν του επ' αυτού αποκοιμηθέντος ευνοουμένου του γάτου.


Εμμανουήλ Ροίδης (1836-1904)

Εις τους ούτως αγαπώντας αυτόν ίσην ανταποδίδει και ούτος αγάπην, ως δύνανται να μαρτυρήσωσιν όσαι υιοθέτησαν γάτους γεροντοκόραι και μετ' αυτών η εκλεκτή φάλαγξ των πάσης εποχής και χώρας επισήμων ανδρών. Αξιοσημείωτον τω όντι είναι ότι οι πλείστοι τούτων και ιδίως οι έξοχοι διπλωμάται, συγγραφείς, ποιηταί και καλλιτέχναι επροτίμησαν του σκύλου τον γάτον. Παραλείποντες τους αρχαίους αρκούμεθα να μνημονεύσωμεν τον καρδινάλιον Ριχελιώ, τον Κολβέρτον, τον Μονταίγνιον, τον Χόφμαν, τον Φοντενέλλον, τον Γεράρδον Δόου, τον Λόπε δε Βέγας, τον Σατωβριάν, τον Εδγάρδον Πόου, τον Θεόφιλον Γωτιέ, τον Χάρτμαν και τον Βωδελαίρον, οίτινες πάντες ηγάπησαν τους γάτους των περιπαθώς και αντηγαπήθησαν παρ' αυτών ολοψύχως. Ουδ' είναι ανάγκη ν' ανατρέχωμεν προς απόδειξιν της ανταποδόσεως ταύτης εις άλλους καιρούς και τόπους, αφού οικείον και πρόσφατον έχομεν το παράδειγμα του γιγαντιαίου εκείνου λευκού γάτου του αοιδίμου Κουμουνδούρου, όστις, αν και ήτο η εποχή των ερώτων, ουδ' επί στιγμήν απεμακρύνθη του προσκεφαλαίου του κατά την πολυήμερον προς τον θάνατον πάλην, και έπειτα επήγε ν' αποθάνη κ' εκείνος εκ της λύπης εις μίαν γωνίαν, ενώ οι σκύλοι του μακαρίτου εξηκολούθουν να τρώγουν, να πίνουν και να γαυγίζουν και οι θερμότατοι φίλοι του μετέβαινον να προσκυνήσωσι τον κ. Τρικούπην.

Την προς τους γάτους συμπάθειαν των συγγραφέων και καλλιτεχνών επεχείρησάν τινες να υποτιμήσωσιν, ονομάζοντες αυτήν διαστροφήν, ως την όρεξιν όζοντος τυρού, αώρων οπωρών ή υπερωρίμων εταιρών. Το βέβαιον είναι ότι αν έλειπεν ο γάτος, θα ήτο καταδικασμένος ο αγρυπνών συγγραφεύς εις απόλυτον μοναξίαν, αφού oυδενός άλλου πλάσματος δύναται να συμβιβασθή η συντροφία μετ' αδιαταράκτου διανοητικής εργασίας. Οι σκύλοι ή απασχολούσι παίζοντες θορυβωδώς ή κοιμώνται ως ασπάλακες, και τότε είναι ως να μη υπήρχον. Μόνος ο γάτος ηξεύρει ν' ακινητή επί ολοκλήρους ώρας εις γωνίαν της τραπέζης, στηρίζων ως Αιγυπτία Σφιγξ την κεφαλήν επί των εμπροσθίων ποδών και προσηλών το βλέμμα εις τον μελετώντα, ως αν ενδιεφέρετο εις το έργον αυτού. Πλειστάκις φαίνεται μαντεύων την ιδέαν την καταβαίνουσαν από του εγκεφάλου εις την άκραν του καλάμου του γράφοντος και προτείνει τον πόδα «ως αν ήθελε να την συλλάβη». Όταν δ' επιτέλους βαρυνθή την ακινησίαν, εγείρεται τότε ησύχως, τανύει την ελαστικήν του ράχιν εις σχήμα βυζαντινής αψίδος και αρχίζει ήσυχον περίπατον δια των λεξικών και των μελανοδοχείων. Γνωστόν είναι ότι ο σκύλος του Νεύτωνος Αδάμας ανατρέψας τον λύχνον επί σωρού χειρογράφων έγινε παραίτιος ν' απολεσθή ο καρπός πολυετούς μελέτης. Αλλ' εκ της περιφοράς του γάτου επί της τραπέζης ουδείς απειλείται κίνδυνος χύσεως, ούτε μελάνης ούτε πετρελαίου. Το βάδισμά του ενθυμίζει τον επί αυγών χορόν των Iσπανίδων ή τους Ομηρικούς εκείνους, τους τρέχοντας δι' αγρών και λειμώνων χωρίς να θραύσωσιν ούτε τους στάχεις, ούτε τα κρίνα.

Άλλοτε πάλιν, αφού δια μακράς εργασίας μεταδώση στιλπνότητα κατόπτρου, εις το ατλάζινον αυτής δέρμα, προσέρχεται η γαλή να προσφέρη εαυτήν ούτω καλλωπισθείσαν εις τας θωπείας του κυρίου της. Αι ενδείξεις της αγάπης της ουδέν έχουσι κοινόν προς την θορυβώδη προπέτειαν των κυνών, αλλ' αριστοκρατικήν τινα επιφύλαξιν και σεμνότητα, υπεραρέσκουσαν εις τον καλλιτέχνην, όστις, αν είναι πράγματι τοιούτος, μισεί και αποστρέφεται υπέρ παν άλλο την επίδειξιν, τον στόμφον και την αισθηματικήν κοινοτοπίαν. Δύσκολον δε φαίνεται να μη θεωρήσωμεν την επίμονον προς στίλβωσιν του τριχώματος αυτού εργασίαν του γάτου, ως πολύτιμον εις τους γράφοντας υπόμνησιν, ότι ίσον πρέπει και ούτοι να καταβάλλωσι κόπον προς τέλειον του ύφους των ομαλισμόν. Ζητών συγγνώμην δια την και υπέρ του ιδικού μου γάτου περιαυτολογίαν, τολμώ να προσθέσω εις τ' ανωτέρω και το εξής ιδιαίτερον αυτού προσόν, ότι οσάκις βλέπει επί πολλήν ώραν την χείρα μου ακινητούσαν εξ ανικανότητος να συρράψει άλλην περίοδον μετά της προηγουμένης, έρχεται τότε και απλώνεται επί του χειρογράφου μου μακρύς πλατύς, ως αν ήθελε να με ειδοποιήση, ότι προτιμότερον είναι να υπάγω να κοιμηθώ παρά να επιμένω γράφων φράσεις υπνωτικάς.

Απορίας άξιον είναι πώς ουδείς φυσιοδίφης έτυχεν ακόμη να παρατηρήση την εις μόνον το γένος των οικιακών αιλούρων παρατηρουμένην προφανή του θήλεος υπεροχήν. Η γάτα είναι ανωτέρα του γάτου, όσον τουλάχιστον η Πολωνίς του Πολωνού. Η υπεροχή αύτη πρέπει ίσως ν' αποδοθή εις το ότι το ζώον και το έθνος τούτο, έχουσιν αμφότερα χαρακτήρα φύσει θηλυκόν, οξύν, ευπαθή, ευερέθιστον, ιδιότροπον, φιλήδονον, ράθυμον και αισθηματικόν, τα δε γυναικεία ταύτα προσόντα επόμενον είναι ν' αναδεικνύωνται εναργέστερα και λαμπρότερα εις τας θηλείας. Δια τον αυτόν λόγον δια τον οποίον υπερέχει ο εμβριθής Άγγλος την Αγγλίδα κατά την εμβρίθειαν, έπρεπε να ήναι και ο εύχαρις Σλάβος κατώτερος της γυναικός του κατά την χάριν. Αγνοώ κατά πόσον αληθεύουσιν όσα διηγούνται ο Καραμζίνος και ο κακόγλωσσος Καζανόβας περί του δεσποτικού χαρακτήρος και των ελευθέρων ηθών των μεγάλων δεσποινών της Πολωνίας, βέβαιον όμως είναι ότι η γάτα καταχράται κάπως την υπεροχήν αυτής. Εις ουδένα υποτάσσεται πλην της ορέξεως αυτής ζυγόν· δεν θέλει δεσπότην, αλλ' αρέσκεται να σύρη όπισθεν της ουράς της υπόδουλον σμήνος λατρευτών. Καίτοι όμως ούσα το ηδυπαθέστατον των ζώων είναι συγχρόνως και το μόνον το προικισθέν υπό του δημιουργού δια του ανθρωπίνου αισθήματος της αιδούς. Ουδείς είδε ποτε γάταν παραδιδομένην εις ερωτικάς περιπτύξεις υπό το φέγγος του ηλίου και τα βλέμματα παντός διαβάτου, ως πράττουσιν αι σκύλαι, αι όρνιθες, αι αίγες και τ' άλλα αδιάντροπα κτήνη, αλλά ζητεί το σκότος της νυκτός και την μοναξίαν απατήτων κορυφών. Δια τούτο πιθανώς εξωμοιώθη εν Αιγύπτω όχι μόνον προς την Αφροδίτην, αλλά και προς την αιδήμονα Άρτεμιν, την λαθραίως επισκεπτομένην επί των ακρωρειών του Λάκμωνος τον φίλον της ποιμένα. Όσοι ανέγνωσαν βιβλία νευρολόγων κάλλιστα γνωρίζουσιν, ότι είς τινας εξόχως ευπαθείς φύσεις μεταβάλλεται ενίοτε εις αίσθημα οδύνης η υπερτάτη έντασις της ηδονής. Τοιαύτην υπερευαισθησίαν πρέπει να υποθέσωμεν υπάρχουσαν και εις την γαλήν, της οποίας οι ερωτικοί στεναγμοί ηχούσι πολλάκις εις την ακοήν των αγρυπνούντων ως γόοι σφαζομένης.

Άλλη απόδειξις της εξαιρετικής παρ' αυτή αναπτύξεως του νευρικού συστήματος είναι η κλίσις προς την μουσικήν. Την μελομανίαν ταύτην εξηκρίβωσαν επιστημονικώς ο Γρέυ, ο Λεκλέρκ και άλλοι διάσημοι φυσιοδίφαι, κατά δε τον Τουσενέλ η συγκίνησις, την οποίαν προξενούσιν είς τινας γαλάς αι λιγυραί μελωδίαι, φθάνει ενίοτε μέχρι λιποθυμίας. Η ομοιότης εν γένει της γάτας προς φιλήδονον δέσποιναν ή και αριστοκρατικήν εταίραν φαίνεται υπό πάσαν έποψιν τελεία. Όπως αι κυρίαι με τας καμελίας, ούτω και αύτη αγαπά να μεταβάλλη την νύκτα εις ημέραν, το πρωινόν εξάπλωμα παρά την εστίαν, τους χνοώδεις τάπητας τους προφυλάσσοντας τους ροδίνους πόδας της από την υγρασίαν, τον πολύωρον καλλωπισμόν, τα αρώματα, το ανθόγαλα, τας θωπείας, τα σπαράγγια, τα μαλακά ανάκλιντρα, τα μετάξινα παραπετάσματα και ιδίως τα τρίχαπτα, τας φούντας και τα κρόσσια προς άσκησιν εις το σπάραγμα των στιλπνών αυτής ονύχων.

Τοιαύτη ακριβώς ήτο η ηρωίς του παρόντος διηγήματος συριανή γάτα, συνυπότροφός μου εις το ήδη μνημονευθέν Λύκειον του Ευαγγελίδου και φέρουσα το όνομα Σεμίρα. Το γλαυκόν χρώμα των οφθαλμών και το τρίχρουν του τριχώματος αυτής καθίστανον πιθανήν την υπόθεσιν ότι ήτο γένος μικτού. Ο είς εκ των γονέων της κατήγετο πιθανώς από την Άγκυραν, ο δε άλλος από τα κεραμίδια. Πολλοί μεταξύ των συμμαθητών μου ήσαν οι επιδιώκοντες την εύνοιαν και την συντροφίαν της εύμορφης Σεμίρας, προ πάντων τον χειμώνα, εις τους παγερούς κοιτώνας του Λυκείου. Τους αντιζήλους τούτους είχον κατορθώσει να παραγκωνίσω δι' ανωτέρας προσφοράς λιχνευμάτων, τεχνικώτέρου ξυσίματος της κεφαλής και προ πάντων δια της χρήσεως του γατικού αγαποχόρτου, της 'βαλεριάνας' δηλ., ως την λέγουσιν οι Φράγκοι, ή του 'φου', ως την ωνόμαζον οι αρχαίοι Έλληνες ιατροί, οι ουδόλως εντρεπόμενοι, ως οι σημερινοί, να μεταχειρίζωνται ξένας ακλίτους λέξεις. Η οσμή του χόρτου τούτου υπεραρέσκει όχι μόνον εις τας γαλάς, αλλά και εις πολλάς κυρίας και ιδίως τας πρεσβυτέρας Αθηναίας, ως κάλλιστα εγνώριζεν ο αοίδιμος γυναικολόγος Βενιζέλος, ο αναμιγνύων βαλεριάναν εις όλας του τας συνταγάς, όπως ο Ρηγόπουλος εις όλας του τας αγορεύσεις τον Νιαγάραν.

Χάρις εις το χόρτον τούτο και την μοναδικήν σύμπτωσιν παντοίων άλλων ευνοϊκών περιστάσεων, υπήρξα επί τινας εβδομάδας το ευτυχέστερον υπό τον ήλιον ανθρωπάριον. Ο διευθυντής του Λυκείου διέσχιζε κατ' εντολήν του μακαρίτου βασιλέως Όθωνος τον Ατλαντικόν, μεταβαίνων να κηρύξη εις τους Αμερικανούς το ευαγγέλιον της μεγάλης ιδέας· παρά του Γερμανού μετοίκου Μπεκ, πατρός, νομίζω, του ημετέρου βιβλιοπώλου, είχε συστηθή προ μικρού το πρώτον της Ελλάδος δανειστήριον γαλλικών βιβλίων αντί συνδρομής τριών κατά μήνα δραχμών και άλλας τόσας είχον δαπανήσει εις λαθραίαν προμήθειαν κηρίων. Οι δύο σύνοικοί μου παθόντες ιλαράν ευρίσκοντο εις το θεραπευτήριον, ώστε ήμην απόλυτος κύριος του θαλάμου μου. Η τοιαύτη μόνωσις και ανεξαρτησία είναι η γλυκυτάτη των απολαύσεων δια δυστυχή υπότροφον σχολείου καταδικασμένον εις άπαυστον καταναγκαστικήν συγχρώτισιν με παντός είδους συντρόφους. Εις τον θάλαμον εκείνον, παράπλευρον έχων την Σεμίραν, διήλθον τας ευτυχεστάτας του βίου μου αΰπνους νύκτας, αναγινώσκων πρώτην φοράν τους 'Τρεις Σωματοφύλακας', τον 'Μοντεχρίστον', τον 'Ουσκόκ' και τα άλλα αλησμόνητα της εποχής εκείνης έργα, τα υπερέχοντα τα ψυχολογήματα του Βουρζέ και τα φυσιολογήματα του Ζολά, όσον η 'Νόρμα', η 'Σονάμπουλα' και η 'Λουκία' τα σοφά γυμνάσματα του Αμβρουάζ Θωμά και του Σαμάρα. Εις την υπέροχον των αναγνωσμάτων εκείνων αξίαν πρέπει να προστεθή της δωδεκαετούς μου φαντασίας η παρθενία. Όταν μ' εκούραζεν η ανάγνωσις ή μάλλον η έντασις της συγκινήσεως, συνεπαίζαμεν με την Σεμίραν ή εμοιράζαμεν αδελφικώς κουραμπιέν, τσουρέκι, χριστόψωμον ή άλλο φιλοδώρημα της καλής μου κηδεμόνος και η αγρυπνία παρετείνετο πολλάκις μέχρις ού αντήχει το άσμα των σαλεπιτζήδων, των πετεινών, των λαχανοφόρων γαϊδάρων και των άλλων προδρόμων της ροδοδακτύλου Ηούς.

Η χαριτόβρυτος εν τούτοις Σεμίρα είχε θανάσιμον εντός του Λυκείου εχθράν. Αύτη ήτο η από τινων μηνών εκτελούσα έργα οικονόμου. Προτιμών να σιωπήσω το όνομα της γυναικός ταύτης αρκούμαι να είπω ότι την είχον μεταβαπτίσει 'Λάμιαν' οι μαθηταί. Πατρίδα είχε την Ύδραν και ηλικίαν φθινοπωρινήν. Αλβανή προφανώς το γένος, με ανάστημα δίπηχυ και ώμους αχθοφορικούς, ωμοίαζε Λιάπην γυναικοφορεμένον. Προς συμπλήρωσιν της περιγραφής της αρκεί να προσθέσω ότι από τας περιζητήτους υπό των αρχαίων ομοιότητας της γυναικός προς γαλήν, δεν είχεν η Λάμια παρά μίαν, όχι βεβαίως την ευκαμψίαν, την λειότητα, την χάριν ή το ρόδινον χρώμα του χείλους, αλλά μόνον ικανώς πυκνόν μύστακα υπεράνω αυτού. Ουδ' ήτο χαριέστερος του προσώπου της γεροντοκόρης ο χαρακτήρ. Προς εκτίμησιν αυτού δύναται να χρησιμεύση, ότι μη θεωρούσα τον μύστακα και τα σαρανταπέντε τουλάχιστον έτη της ικανά να εμπνεύσωσιν επαρκή σεβασμόν, εθεώρει πρέπον να προσφέρεται μετά περισσής σοβαρότητος και αιδημοσύνης με τους ουδόλως «βλέποντας προς το επιθυμήσαι αυτής». Ο φόβος της των ασέμνων θεαμάτων ήτο τοσούτος, ώστε λησμονούσα ότι και αυταί αι καλογραίαι θεωρούσι τους πάσχοντας ως ουδετέρους, ουδ' εις εξαετές παιδάριον έστεργε να επιθέση κατάπλασμα, περί δε κλύσματος, ουδέ λόγος ηδύνατο να γίνει. Αντί όμως αυξήσεως σεβασμού ουδέν άλλο εκ της τοσαύτης επιδείξεως σεμνότητος παρά των μαθητών απελάμβανε, παρά καθημερινάς πεζάς τε και εμμέτρους διακαούς έρωτος δηλώσεις. Τας επιστολάς ταύτας, δια των οποίων ανυμνούντο υπέρ παν άλλο των θελγήτρων της του μύστακος αυτής αι τρίχες, έσπευδε μετ' αιδήμονος αγανακτήσεως να καταγγείλη εις τον προσωρινόν διευθυντήν μακαρίτην Φαβρίκιον, πολυμαθέστατον και αγαθώτατον Γερμανόν μ' εύθυμον διάθεσιν και μύτην κόκκινην μετά το γεύμα. Τοιούτος ων δυσκόλως κατώρθωνε να κρατήση τον γέλωτα όταν επέπληττε τον ένοχον, εις τον οποίον επέβαλλε να ζητήση συγγνώμην από την αξιότιμον 'δεσποινίδα' ενώπιον όλων του των συμμαθητών. Αι σκηναί εκείναι δημοσίας αιτήσεως συγγνώμης ήσαν όντως διασκεδαστικαί. Ακριβά όμως επλήρωναν οι δυστυχείς υπότροφοι την διασκέδασιν εκείνην. Η Λάμια ήτο τότε απόλυτος και ανεξέλεγκτος του Λυκείου τροφοδότις, η δε τροφή ήτο μεν κατά την καθιερωμένην φράσιν 'υγιεινή και αρκούσα', αλλά, και όπως εις όλα τα σχολεία, τα αρεστότερα του γεύματος συστατικά ήσαν ο πρόσφατος άρτος και τα οπωρικά. Τα τελευταία ταύτα είχε προγράψει ο φόβος της μαστιζούσης ήδη τας Αθήνας ασιατικής ή μάλλον αγγλογαλλικής χολέρας, τα δε ψωμία εφεύρε προς επίδειξιν οικονομικής δεινότητος η Λάμια να κλείη επιστρέφοντα εκ του φούρνου επί τρεις ή τέσσαρας ημέρας εις υψηλόν ερμάριον δια να 'δαμάσουν', ως αι πέρδικες και οι φασιανοί, ευλόγως παρατηρούσα ότι τρώγεται πολύ ολιγώτερος άρτος όταν είναι ξηρός. Η εφεύρεσις αύτη και ο περιορισμός των αλλαγών υποκαμίσου εις δύο την εβδομάδα μετέβαλον εις αγανάκτησιν την ευθυμίαν των μαθητών, οίτινες συνελθόντες εις μυστικόν συνέδριον απεφάσισαν παμψηφεί ν' αναθέσωσι την εκδίκησιν αυτών εις την Σεμίραν.

Προς κατανόησιν της εκδικήσεως ταύτης πρέπει να είπωμεν, ότι η τόσον σεμνή εκείνη παρθένος, η καλύπτουσα, οσάκις μετέβαινεν εις την αυλήν, με την χείρα τους οφθαλμούς δια να μη τους σκανδαλίσωσιν οι άθλοι του πετεινού, εζήλευεν εν τούτοις τας όρνιθας εις το βάθος της ψυχής της. Από εικοσιπέντε τουλάχιστον ετών ουδέν άλλο ωνειρεύετο παρά τας απολαύσεις έρωτος θεμιτού και υπό της εκκλησίας ευλογημένου. Αφού εδαπάνησεν όλον τέταρτον αιώνος υφαίνουσα ιστούς προς άγραν συζύγου, εξηκολούθει ακόμη να υφαίνη η ακούραστος εκείνη αράχνη. Πλην της ήδη υμνηθείσης σεμνότητος πολλά άλλα επεδείκνυε προς επιτυχίαν του ποθουμένου προσόντα, εργατικότητα, ολιγάρκειαν, μαγειρικήν τέχνην, χειροτεχνήματα και νοικοκυρωσύνην, δραστηριώτερον όμως πάντων τούτων δελέασμα ενόμιζε την επίδειξιν της κλίνης της.

Αληθές είναι ότι η κλίνη αύτη, αν και ολίγον αρχαϊκή, ήτο πράγματι αξιοθέατος, σιδηρά, ευρύχωρος, μ' επίχρυσον άνω της κεφαλής ζεύγος ασπαζομένων τρυγόνων. Ακόμη πλουσιώτερα ήσαν τα στρωσείδια. Τας άκρας της άνω σινδόνος εστόλιζε κόκκινος μαίανδρος και άλλος πλατύτερος τα παραπετάσματα· τα εφαπλώματα ήσαν μεταξωτά και το εκ πτερού σκέπασμα των ποδών άνωθεν κεντητόν με υπόραμμα εκ χρυσίζοντος ατλαζίου. Εις δε τον τοίχον εθάμβωνε την όρασιν χρυσάργυρος Παναγία μ' ερυθράν κάτωθεν κανδήλαν· ουδ' έλειπαν τα βάγια, τα φυλακτά, οι σταυροί και η κογχύλη του Παναγίου Τάφου. Αλλά το προ πάντων διακρίνον την κοίτην εκείνην από πάσαν άλλην είναι, ότι ουδείς ουδέποτε ούτε νύκτα ούτε ημέραν επ' αυτής ανεπαύθη. Η Λάμια εκοιμάτο εις παρακείμενον σοφάν, η δε ωραία εκείνη κλίνη τής εχρησίμευε δια να γυμνάζεται εις κεντήματα, να την καλλωπίζη, να την καμαρώνη και να την επιδεικνύη εις τους επισκέπτας της, μέχρις ού ευρεθή ο προσφερόμενος να συναναβώσιν ομού επ' αυτής, με την άδειαν του δεσπότη και την ευλογίαν του παπά. Ως καταλληλότατος προς τούτο εθεωρείτο από τινος χρόνου υπ' αυτής ο παντοπώλης του Λυκείου, χήρος μισοκαιρίτης, τον οποίον εδέχετο την Κυριακήν μετά την λειτουργίαν εις τον νυμφώνα της προς τακτοποίησιν του λογαριασμού της εβδομάδος, αφίνουσα δια το ασκανδάλιστον ορθάνοικτον και τον χειμώνα την θύραν.

Τω καιρώ εκείνω ευρίσκετο εις την ακμήν του ο μετασχηματισμός των Συριανών εις Ευρωπαίους, τον οποίον ωνόμαζον, με συμπάθειο, 'ξεβράκωμα'. Αι φέσσαι και αι βράκαι εξηφανίζοντο αλλεπάλληλοι, ως τα πρωινά άστρα, υπό τας ακτίνας του εσπερίου πολιτισμού. Παρασυρθείς υπό του ρεύματος επαρουσιάσθη Κυριακήν τινα και ο βακάλης εις την πρωινήν του επίσκεψιν μετημφιεσμένος εις Ευρωπαίον από κορυφής μέχρι ποδών. Όπως πας άλλος νεόφραγκος, επόμενον ήτο να φαίνεται και ούτος γελοιωδέστατος κατά τας πρώτας του 'ξεβρακώματος' ημέρας· οι καγχασμοί των μαθητών ηκούσθησαν έως εις το Νησάκι. Πολύ όμως διάφορος ήτο η εντύπωσις, την οποίαν επροξένησεν η μετένδυσις εις την Λάμιαν, ήτις από της ημέρας εκείνης ουδέν άλλο ωνειρεύετο παρά ν' απαρνηθή κ' εκείνη το πάτριον τσεμπέρι και κοντογούνι. Ουδ' εβράδυνε να μεταβή από τους λόγους εις τα έργα ή μάλλον εις τα εμπορικά προς προμήθειαν του πρώτου υλικού της μεταμορφώσεως.

Το μαλλινομέταξον του φορέματος, η τότε απαραίτητος 'πελερίνα', η πόλκα, το 'μαλακώφ' ή πυγόκοσμος, ως το είχεν εξελληνίσει ο καθηγητής του Συριανού γυμνασίου κ. Φαρδούλης, τα θηλυκωτά υποδήματα και τ' άλλα ευρέθησαν μετά σχετικής ευκολίας. Το μόνον απαιτούν μεγάλην συλλογήν ήτο το καπέλον. Το τότε κάλυμμα της κεφαλής των κυριών δεν ήτο, όπως σήμερον, έν τίποτε κοστίζον εκατόν φράγκα, αλλ' υψηλόν, πλατύγυρον και πολύπλοκον οικοδόμημα, εκ χαρτονίου, σιδηρού σύρματος, βελούδου, ανθέων και πτερών, μετέχον πύργου, κήπου και πτηνοτροφείου. Εις την Σύρον μάλιστα εβασίλευον ακόμη αι γιγάντειαι 'παμέλαι' του Λουδοβίκου Φιλίππου, καίτοι από τρία ήδη έτη εβασίλευεν εις Παρισίους ο Λουδοβίκος Ναπολέων. Αλλ' επί τέλους συνετελέσθη και του πίλου η κατασκευή καθ' όλους τους κανόνας της γαλλοσυριανής τέχνης. Ήτο από βελούδον βαθυπράσινον, και ούτε άνθη τού έλειπαν, ούτε ουραί στρουθοκαμήλων. Ούτω σαββατιανήν τινα εσπέραν, μετά πολλούς κόπους και δρόμους, ο περίφημος πίλος ευρίσκετο εντός χαρτίνου κουτίου επί της ιματιοθήκης, τα ενδύματα ηπλωμένα εν τάξει και συμμετρία επί της παρθενικής κλίνης, και πλησίον αυτών τα στιλπνά υποδήματα και τα μεταξωτά χειρόκτια, όλα έτοιμα δια την αυριανήν μεταμόρφωσιν της Λαμίας εις Eυρωπαίαν. Αλλ' έτοιμη ήτο και η Σεμίρα.

Ο λόγος της τοσαύτης κατά του χαριτοβρύτου τούτου πλάσματος έχθρας της οικονόμου ήτο, ότι ως όλαι αι γάται και μάλλον πάσης άλλης υπερηγάπα η ιδική μας την ζέστην και το άπλωμα εις τα μαλακά. Τούτων το άκρον άωτον δεν ηδύνατο να εύρη παρά μόνον εις την μεγαλοπρεπή εκείνην κλίνην. Εκεί λοιπόν κατέφευγε τακτικά κατ' απόγευμα ακριβώς μεταξύ του εφαπλώματος και του σκεπάσματος των ποδών, έχουσα ατλάζι υπό την κοιλίαν και πίπουλον επάνω εις την ράχιν. Η Λάμια μίαν μόνην πρώτην και τελευταίαν φοράν επέτυχε να την συλλάβη ανύποπτον και να την δείρη ανηλεώς. Αλλ' ουδέν άλλο κατώρθωσε δια της ράβδου της να την διδάξη, παρά μόνον να φυλάττεται, ουχί όμως και ν' απέχη του μεταξοστρώτου εκείνου παραδείσου. Έκτοτε εξηκολούθουν καθημερινώς της γάτας αι υπό το σκέπασμα κατακλίσεις και της γυναικός αι μάταιαι καταδιώξεις. Η τοιαύτη καθ' εκάστην και κατά την αυτήν σχεδόν ώραν μονομαχία συγκατελέγετο μεταξύ των τακτικών διασκεδάσεων των υποτρόφων. Η Λάμια, παραμονεύουσα παρά την θύραν, ευθύς άμα παρετήρει υψούμενον επί της πεδιάδος της κλίνης τον λόφον τον αγγέλλοντα την παρουσίαν της Σεμίρας υπό το πίπουλον, επλησίαζεν ακροποδητεί με την ελπίδα να την καταφθάση κοιμωμένην· αλλά καθ' ην ακριβώς στιγμήν υψώνετο το σκουπόξυλον, απετίνασσε το πονηρόν ζώον το σκέπασμα και εξώρμα δι' ενός πηδήματος εις υψηλόν ράφι. Αν δε και εκεί ηπειλείτο δια βλημάτων, ηδύνατο τότε κατ' αρέσκειαν είτε να κράξη εις βοήθειαν τους μαθητάς είτε να ζητήση άσυλον εις τα κεραμίδια, δι' αφράκτου τινός φεγγίτου χρησιμεύοντος εις φωτισμόν του γείτονος σκοτεινού διαδρόμου.

Την αξιομνημόνευτον εκείνην εσπέραν ο υποδειχθείς δια λαχνού συνωμότης, ωφελούμενος της στιγμής, καθ' ην υπέβαλλεν η οικονόμος την συνήθη έκθεσίν της εις τον διευθυντήν, εισήρχετο λαθραίως εις τον κοιτώνα της, έπραττεν εκεί υπό το φως της κανδήλας τα προαποφασισθέντα και κατώρθωνε να εξέλθη απαρατήρητος. Οι άλλοι παρέμενον εις τον διάδρομον και το εστιατόριον, διότι επλησίαζεν η ώρα του δείπνου. Πριν ή σημάνη τον κώδωνα αυτού ήνοιξεν η Λάμια κατά το σύνηθες την θύραν του κοιτώνος της δια να παρατηρήση αν ήσαν εν τάξει τα πάντα, και ιδίως τα αυριανά της στολίδια. Αλλ' εις το μέσον της κλίνης υψώνετο θεόρατος και ολοστρόγγυλος ο λόφος, ο σημαίνων ότι το τρισκατάρατον ζώον εύρε και πάλιν τρόπον να χωθή υπό το σκέπασμα. Η Αλβανή εδάγκασε το χείλος της και εκοίταξεν ημάς αγρίως. Χωρίς ουδέ λέξιν να είπη απέβαλε τα συρτά της κουντούρια και σφίγγουσα δια της μιας χειρός το σκουπόξυλον και δια της άλλης την καρδίαν της, δια να κατασιγάση τους παλμούς αυτής, επροχώρησεν επί των άκρων των γυμνών της ποδών, αθόρυβος και τρομερά ως φάντασμα, προς την κλίνην. Ήδη ευρίσκετο προ αυτής, και ο λόφος έμενεν ασάλευτος. Η ταλαίπωρος Σεμίρα εκοιμάτο, ως φαίνεται, την φοράν ταύτην με τα σωστά της. Η βαρεία ράβδος υψώθη και κατέπεσεν επί του μαλακού και αναπάλλοντος αυτής σώματος άπαξ, δις, πλειστάκις, απειράκις, ως κόπανος πλυντρίας. Μόνον κατά την τελευταίαν στιγμήν ηκούσθη έν ήσυχον μιάου μιάου. Αλλά τούτο εφαίνετο καταβαίνον εξ ύψους. Πάντων οι οφθαλμοί εστράφησαν προς το μέρος εκείνο και ορθή επάνω εις το ράφι, χασμωμένη ως αν είχε διακοπή ο ύπνος της και κάμπτουσα ως τόξον την ράχιν, επεφάνη εις τους εκπλήκτους θεατάς υγιής και ανέπαφος η Σεμίρα.

Τί λοιπόν εκοπάνιζεν η Λάμια επί τόσην ώραν και με τόσην λύσσαν; Ότε υπό απαισίου κατεχομένη προαισθήματος απέσυρε με τρέμουσαν χείρα το σκέπασμα, απεκαλύφθη υπ' αυτό αντί του πτώματος γαλής, το ελεεινόν λείψανον γυναικείου πίλου, του πίλου της επιούσης, το οποίον δια των ιδίων αυτής χειρών είχε μεταβάλει εις άμορφον πήτταν, βελούδου, χαρτονίου, ανθέων και πτερών. Ουδέ του Θυέστου, όταν ανεκάλυψεν ότι έφαγε τα τέκνα του, υπήρξε, πιστεύω, η κατάπληξις μεγαλειτέρα. Αλλ' η Λάμια δεν ήτο εκ των γυναικών εκείνων αι οποίαι λιποθυμούν, αλλ' ώρμησεν ωρυομένη να μας δείρη όλους, χωρίς εξαίρεσιν ουδ' αυτού του κ. Φαβρικίου.

Εις πολλάς και πρότερον και έκτοτε έτυχε να παρευρεθώ αγρίας σκηνάς και να ίδω αποθηριωθείσας υπό της οργής φυσιογνωμίας, αλλ' ουδεμίαν ενθυμούμαι φοβερωτέραν της Αλβανής εκείνης με το λυθέν τσεμπέρι της, τας χυτάς εις τους ώμους της ψαράς τρίχας, με σπίθας εις τους οφθαλμούς και αφρούς εις το στόμα. Θέλων να την καθησυχάση ανήγγειλεν ο αγαθός διευθυντής ότι θα προβή την επιούσαν εις ανακρίσεις προς ανακάλυψιν και τιμωρίαν του ενόχου. Αι ανακρίσεις ενηργήθησαν, αλλ' αδύνατον υπήρξε να ευρεθή ο τοποθετήσας υπό το σκέπασμα τον κοπανηθέντα πίλον. Τούτο δικαιούμεθα να θεωρήσωμεν ως μέγα δι' αυτόν ευτύχημα, διότι τρεις ημέρας έπειτα ανεσύρετο νεκρά εκ του φρέατος η δυστυχής Σεμίρα.