t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

Το νεοελληνικόν κοινόν...

Περιηγούμενος την άνω Αίγυπτον ο «Ασμοδαίος» απήντησε ποτε Αβυσσινόν έχοντα ήμερον ιπποπόταμον ον υπερηγάπα• επί του δέρματος του ζώου είχε ζωγραφίσει ο αυτόχθων κύκλον καί εγυμνάζετο επ' αυτού εις σκοποβολήν, βέβαιος ων ότι τα βέλη του ουδένα επροξένουν εις αυτό πόνον ή ζημίαν.Προς τοιούτον παχύδερμον αφομοιούμεν ουχί τον κ. πρωθυπουργόν, αλλά το νεοελληνικόν κοινόν, το υπ' ουδενός βέλους αγριούμενον ή ταραττόμενον...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Φρανσίσκο Γκόγια, Οι Μοίρες (1819–23)

Εμμανουήλ Ροίδης
Ο κ. Κουμουνδούρος

Ὁ Αἴσωπος τῶν Γάλλων Λαφονταῖνος, καίτοι πωλήσας τὸν κάλαμόν του καὶ διαζευχθείς ἀναφανδὸν τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν ἠθικήν, ἦτο ἐν τούτοις τόσον καλὸς ἄνθρωπος, ὥστε εἷς τῶν φίλων του ἀκούων αὐτὸν κατηγορούμενον ἐν τινι συναναστροφῇ, ἐγερθείς ἔφραξε διὰ τῆς χειρὸς τὸ στόμα τοῦ κακογλώσσου κράζων « Κακολόγει, ἂν θέλεις τὸν πατέρα μου, ὄχι ὅμως καὶ τὸν καλὸν Λαφονταῖνον».

Ἂν ἠκούομεν κατηγορούμενον τὸν σήμερον πρωθυπουργόν, ἠθέλομεν πιθανῶς ἀποστομώσει καὶ ἡμεῖς τὸν κατήγορον διὰ τῆς αὐτῆς φράσεως• τόσον καλὸς ἄνθρωπος εἶναι καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος.

Κατὰ τοὺς πιστεύοντας τὴν ὕπαρξιν τῆς θείας Προνοίας, ἐπιβλεπούσης τὸν κόσμον τοῦτον, αὕτη, ὁσάκις πλάσμα τι γεννᾶται ἐπὶ τῆς γῆς, φροντίζει νὰ παρασκευάσῃ αὐτῷ τὰ ἀναγκαιοῦντα, ἵνα ἱκανοποίησῃ τὰς ὀρέξεις καὶ ἀναπτύξῃ τὰς ἰδιότητας, δι' ὧν ἐπροικίσθη ὑπ 'αὐτῆς. Ὅπου ἔθεσε λύκους, ἐκεῖ ἐτοποθέτησε καὶ πρόβατα πρὸς χρῆσιν αὐτῶν, ὅπου πιθήκους, ἐκεῖ καὶ μεγάλα δένδρα, ἵνα ἀσκῶνται οὗτοι εἰς τὴν γυμναστικήν, ὅπου Καλλιγούλαν, ἐκεῖ καὶ Ρωμαίους τῆς παρακμῆς, ἵνα προσκυνῶσι τὸν ἵππον του. Οὕτω καὶ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον πλάσασα τόσον ἀγαθόν, ἐφρόντισεν ἡ θεία Πρόνοια νὰ παρασκευάσῃ αὐτῷ καὶ φορολογουμένους Ἕλληνας, ἀναδεχόμενους τὸ ἔξοδον τῆς ἀγαθότητός του.

Οἱ ἀστρονόμοι, μὴ εὑρίσκοντες μονάδα ἀρκούντως μεγάλην προστρέχουσιν εἰς παρομοιώσεις, ἵνα δώσωσιν ἡμῖν ἰδέαν τινά τῶν οὐρανίων ἐκτάσεων. Εἰς τοιοῦτον σύστημα ἀναγκαζόμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ καταφύγωμεν δι' ἔλλειψιν ἠθικοῦ πήχεως, ἱκανοῦ πρὸς καταμέτρησιν τῆς ἀγαθότητος τοῦ ἡμετέρου πρωθυπουργοῦ.

Κατὰ τὸ μέγεθος λοιπὸν τῆς ἀγαθότητος ταύτης, ἵνα ἀποχτήσῃ τις τὸ δικαίωμα νὰ τρέφεται δημοσίᾳ δαπάνῃ, ἀρκεῖ νὰ ἔχη στόμα καὶ τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζῃ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον.

Ἂν φίλος του ὤν ὁ «Ἀσμοδαῖος» ἐζήτει παρ’ αὐτοῦ νὰ διορισθῇ καθηγητὴς τῆς Ἑβραϊκῆς ἀντὶ τοῦ κ. Κοντογόνου, ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ αἴτησίς του ἤθελεν εἰσακουσθῇ. Ἀφ' ἑτέρου ὅμως πρέπει νὰ προσθέσωμεν ὅτι ἂν προσετίθετο καὶ ὁ χορὸς εἰς τὴν προταθεῖσαν στρατιωτικὴν παίδευσιν τάξεως τινὸς πολιτῶν, τὸν ἀξιότιμον κ. Κοντογόνην ἤθελε διορίσει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μετ' ἴσης προθυμίας καθηγητὴν τῆς ὀρχηστικῆς, καὶ αἰτιολογήσει τὸ διάταγμα λέγων ὅτι, ἂν οὗτος δὲν ἔχη πόδας ἵνα χορεύῃ, ἔχει ὅμως στόμα ἵνα τρώγῃ.

Ὡς ὁ Ἰησοῦς ἐκήρυξεν ὅτι ἦλθε νὰ σώσῃ τοὺς ἁμαρτωλούς καὶ οὐχὶ τοὺς δικαίους, οὕτω καὶ σήμερον παρ' ἡμῖν ἡ αἰσχρότης τῆς διαγωγῆς εἶναι πρόσθετος τίτλος εἰς τὰς εὐεργεσίας τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Πολλοὶ μάλιστα λέγουσιν ὅτι αὐτὴ εἶναι παρ' αὐτῷ ἀπαραίτητον προσόν, ἡμεῖς ὅμως πιστεύομεν ὅτι καὶ μόνη ἡ ἀνικανότης ἀρκεῖ πρὸς ἀπόκτησιν τῆς εὐνοίας του, φθάνει μόνον νὰ ᾖναι ἀρκούντως ἀποδεδειγμένη.

Κατὰ τὸν Μακιαβέλλην πολιτικὸς ἀνήρ λέγεται ἐκεῖνος, ὅστις εἶναι πάντοτε ἕτοιμος νὰ κρεμάσῃ δύο ἀνθρώπους, ὁσάκις πρόκειται διὰ τούτου νὰ σωθῶσι τρεῖς. Ὁ ἀγαθώτατος ὅμως κ. Κουμουνδοῦρος οὐ μόνον κανένα δὲν κρεμάζει, ἀλλά καί ὁλοπρόθυμος εἶναι νὰ καύσῃ τὴν Ἑλλάδα, ἵνα θερμάνη τὴν χύτραν οἱουδήποτε τινος Περρωτοῦ ἢ Θεοδώρου.

Ὁσάκις εἰς τὸν ἡμέτερον πρωθυπουργὸν γίνονται παρατηρήσεις περὶ τοῦ ποιοῦ τῶν ὑπ' αὐτοῦ διοριζομένων, ὅτι εἶναι ἀμαθεῖς, βλάκες, ὑπόδικοι ἐπὶ κλοπῇ ἤ κατάδικοι ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, εἰς τὰς ἐνστάσεις ταύτας ἡ ἀγαθότης αὐτοῦ εὑρίσκει τὴν ἑξῆς στερεότυπον καὶ ὄντως λακωνικὴν ἀπάντησιν « Δὲν πειράζει.»

Οἱ γάλλοι ἱδρύσαντες ἀκαδημίαν κατέστησαν μετὰ μακρὰν συζήτησιν τὰς ἐν αὐτῇ θέσεις ἀμίσθους « ἐκ φόβου μὴ οἱ αὐλικοὶ τοποθετήσωσιν ἐκεῖ τούς ἀναπήρους ὑπηρέτας των». Τοιαύτης ὅμως προνοίας μὴ ληφθείσης καὶ διὰ τὸ ἡμέτερον πανεπιστήμιον, ἡ ἀγαθότης τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἀνέδειξεν ἐν αὐτῷ ἱστορικοὺς Τζιβανοπούλους• εἰς δὲ τοὺς παρατηρήσαντας ὅτι ὁ κύριος οὗτος ἀνεκάλυψε τὸ « κατὰ τὸν μεσαιῶνα ἐμπόριον τῶν Φοινίκων» ἀπεκρίθη « Δὲν πειράζει».

Ἄδικον ὅμως ἤθελεν εἶναι νὰ μὴ μνημονεύσωμεν ὅτι ἐνίοτε, κατὰ τὰς τελευταίας μάλιστα ἡμέρας ἑκάστης πρωθυπουργίας του, μετὰ τοσαύτης σπουδῆς διανέμει τὰ περισσεύματα τῶν λαφύρων, ὥστε ἐν τῇ βίᾳ καὶ ἀπροσεξίᾳ τῆς τελευταίας ὥρας συνέβη ἐνίοτε καὶ εἷς ἢ δύο τίμιοι ἄνθρωποι νὰ παρεισφρήσωσι κατὰ λάθος.

Καὶ ἄλλην τινὰ δικαιοσύνην πρέπει ν' ἀποδώσωμεν τῷ κ. Κουμουνδούρῳ. Οἱ λοιποὶ κομματάρχαι μόνους τούς ἀνθρώπους αὐτῶν τροφοδοτοῦσιν, ἐνῷ οὗτος παρέχει, ὁσάκις δύναται, καὶ εἰς τοὺς τῶν ἀντιπάλων αὐτοῦ κοχλιάριον, ἵνα ἀντλήσωσιν εἰς τὴν χύτραν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐκ τῶν συγχρόνων πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς ὑφηλίου, μόνος ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δύναται νὰ καυχηθῇ ὅτι οὐ μόνον τὴν πλειονοψηφίαν του ἀλλ' ὁλόκληρον τὴν νεοελληνικὴν ἀντιπροσωπείαν κατώρθωσεν ἅπαξ νὰ χορτάσῃ, ὑποθηκεύσας διὰ τὸ ἔξοδον τοῦ πρωτοφανοῦς συμποσίου τὰ τελωνεῖα τοῦ κράτους.

Ἀλλ' ἂν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀνεδείχθη κατὰ τὴν μεγαλοδωρίαν μοναδικός, εἶναι ἀφ' ἑτέρου καὶ πρὸς ἐξεύρεσιν τῆς ἀπαιτουμένης πρὸς τοῦτο δαπάνης ἀνώτερος παντὸς ἄλλου. Μὴ ἀρκούμενος εἰς ὅσα πρὸς τοιαύτην χρῆσιν παρέχει αὐτῷ ἡ παροῦσα φορολογουμένη γενεά, προεξοφλεῖ καὶ τῶν τέκνων αὐτῆς τοὺς ἱδρῶτας, προκαταβάλλων ἀπὸ τοῦδε εἰς τούς φίλους του τὰ μερίσματα μεγάλης τινος ὅσον οὔπω συντελούμενης ἐθνικῆς ἐπιχειρήσεως, τῆς χρεωκοπίας τῆς Ἑλλάδος.

Εἰς ἑκάστου ἔθνους τὴν ἱστορίαν ἀπαντῶνται ἐποχαὶ τινες, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ ἠθικὸν φρόνημα τοῦ λαοῦ ἐξεγείρεται ὡς ἐκ μακροῦ ληθάργου καὶ λαῦρον ἐπιπίπτει κατὰ τῆς πληθυνθείσης ἐνῷ ἐκοιμᾶτο αἰσχρότητος καὶ διαφθορᾶς. Τοιοῦτόν τι συνέβη ἐν Γαλλίᾳ κατὰ περίοδον τινα τῆς πρώτης ἐπαναστάσεως. Ὁ λαὸς ἐκεῖνος ὑπὸ τοσούτου κατελήφθη πρὸς τὴν ἀρετήν προσκαίρου ἐνθουσιασμοῦ καὶ μίσους πρὸς τὰς καταχρήσεις, ὥστε ἐμαστίγωσε δημοσίᾳ γυναῖκα τινα, διότι ἀπέκοψεν ἓν μόνον ρόδον ἐκ τοῦ βασιλικοῦ κήπου. Κατὰ τὰς τοιαύτας ἐποχὰς καὶ αὐτοὶ καὶ οἱ μᾶλλον πεπωρωμένοι ὑποκύπτουσιν εἰς τὸ ρεῦμα τοῦ ἐξαγνίζοντος τούτου χειμάρρου τῆς κοινῆς γνώμης. Τοιαύτη ὀργὴ λαοῦ εἶχεν ἐγερθῇ ἐσχάτως καὶ παρ' ἡμῖν μετὰ τὰς αἰσχρότητας τῶν βουλγαριστῶν, πρὸ πάντων δὲ κατὰ τοῦ στυγεροῦ ἐγκλήματος της δωροδοκίας. Τῆς ὀργῆς ταύτης φλογερὸς διερμηνέας ὑπῆρξε καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος κατὰ τὴν ἱστορικὴν αὐτοῦ προσλαλιὰν ἐν Πειραιεῖ. Ἐπὶ ταύτην πεποιθότες ἠλπίσαμεν ὅτι ἤθελε θέσει τέλος πάντων χαλινὸν τινα εἰς τὴν ἀγαθότητα τῆς καρδίας του. Ἀλλ' ἡ σοφία τῶν ἐθνῶν εἶναι, φαίνεται, ἀλάνθαστος λέγουσα «Chassez le naturel il revient au galop». Οὕτω, ἀκριβῶς καθ’ ἥν στιγμήν, πιεζόμενος ὑπὸ τοῦ ἀκαταμαχήτου ρεύματος τῆς κοινῆς γνώμης προεφυλάκιζε δημοσίᾳ τούς κ. Νικολόπουλον καὶ Βαλασσόπουλον, ὡς δωροδοκηθέντας, ἀνεδείκνυεν ἔπαρχον Παξῶν τὸν κ. Παγκράτην, καὶ ὑπὸ τοῦ Βούλγαρη λαβόντα ἑκατὸν τάληρα ἵνα προσέλθῃ εἰς τούς στηλίτας καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἀναφανδὸν διακόσια, συλλεγέντα δι’ ἐράνου, ἵνα μὴ προσέλθῃ. Εἰς δὲ τὰς γενομένας αὐτῷ παρατηρήσεις ἀπεκρίνετο μειδιῶν ὁ ἡμέτερος πρωθυπουργός, ὅτι ἂν ἡ φύσις ἔδωκεν εἰς τὸν κ. Παγκράτην ἓν μόνον στόμα ἵνα τρώγῃ, παρέσχεν αὐτῷ ἀφ' ἑτέρου δύο χεῖρας, ἵνα ἑκατέρωθεν δωροδοκῆται.

Οὕτω πανάγαθος ὢν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἤθελον εἶναι βεβαίως ὁ ἄριστος κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ὑφηλίου, ἂν ἦτο καὶ παντοδύναμος.

Λέγοντες παντοδύναμος δὲν ἐννοοῦμε ἔχων τὴν ἄδειαν νὰ διαθέτῃ εἰς ἀγαθοεργίας τὴν πτωχὴν πρόσοδον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ νὰ διατάσσῃ τοὺς κλασσικοὺς ἡμῶν ρύακας νὰ κυλίωσῃ γάλα ἀντὶ ὕδατος, τὰς πούπας νὰ παρέχωσιν ἀρτοκάρπους καὶ τοὺς στάχεις νὰ ὡριμάζωσιν ἄνευ ἱδρῶτος.

Πολλάκις ἐφαντάσθημεν τὸν ἡμέτερον πρωθυπουργὸν φέροντα ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἀντὶ τοῦ φραγκικοῦ κυλίνδρου τὸν στέφανον τοῦ μεγάλου Πανός, καὶ προσκαλοῦντα πάντας τοὺς γηγενεῖς εἰς διηνεκὲς συμπόσιον, ἐν ᾧ οἱ πολιτικοὶ αὐτοῦ ἀντίπαλοι καὶ οἱ ὑβρίσαντες ἢ ὁπωσδήποτε λυπήσαντες αὐτὸν κατεῖχον τὰς καλλιτέρας θέσεις καὶ ἐλάμαβανον διπλῆν μερίδα ὡς οἱ ἥρωες τοῦ Ὁμήρου.

Ἄλλοτε πάλιν εἴδαμεν αὐτὸν ἐν ὀνείρῳ μεταμορφούμενον εἰς γυναῖκα, τὴν καλὴν Ἐφεσίαν Ἀρτέμιδα, σφίγγουσαν τοὺς ἑκατόν αὐτῆς μαστοὺς καὶ γαλουχοῦσαν ὁλόκληρον τὸ ἀνθρώπινον γένος.

Ἂν δὲ ἀπὸ μυθολογικοῦ μετετρέπετο τὸ ὄνειρον ἠμῶν εἰς χριστιανικόν, ἐβλέπομεν τὸν κ. Κουμουνδοῦρον φέροντα κουκούλιον ἐλεοδότου μεσαιωνικοῦ τινός κοινοβίου, ἱστάμενον περὶ δυσμάς ἡλίου παρὰ τὴν πύλην τῆς Μονῆς, καὶ διανέμοντα ἀκουράστως διὰ γιγαντιαίου κοχλιαρίου τὸ περιεχόμενον τῆς ἐλεήμονος χύτρας εἰς τούς περὶ αὐτὸν συνωθουμένους χωλούς, ἐλεφαντιῶντας, Παγκράτας, φαυλοβίους, Θεοδώρους, βλάκας καὶ Τζιβανοπούλους.

Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν διήρκει τὸ ὄνειρον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐγγαλορρόουν οἱ ποταμοὶ καὶ ἐχρύσιζον ἀκαλλιέργητοι οἱ στάχεις, μικρὰ ἐφαίνετο ἡμῖν ἡ ζημία ἂν ἀπέσπα ὁ ἡμέτερος πρωθυπουργὸς τὸν κ. Τζιβανόπουλον ἀπὸ τοῦ πατρῴου ἀρότρου καὶ ἀνεδείκνυεν αὐτὸν καθηγητὴν τῆς ἱστορίας, ἵνα διδάξῃ τὴν νεολαίαν ὅτι σκοπὸς τοῦ ἀερόστατου εἶναι « ν' ἀνέλθη ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸν αἰθέρα, ὅπως ἐξετάσῃ ΕΓΓΥΤΕΡΟΝ τὰ οὐράνια συστήματα». ( Πολιτικῆς Φιλοσοφίας ὑπὸ Σωκράτους Τζιβανοπούλου ἐν τῷ προλόγω, Σελ. Ε στίχ. 26, αὐτολεξεί). Ὅταν ὅμως ἐξυπνοῦντες ἐσυλλογιζόμεθα ὅτι τὰ ἐννέα δέκατα τῆς Ἑλλάδος εἶναι χέρσος, οἱ δὲ ἡμέτεροι ποταμοὶ ἀντὶ γάλακτος κυλίουσι τὸ μὲν θέρος κονιορτόν, τὸν δὲ χειμῶνα μεταβαλλόμενοι εἰς χειμάρρους πνίγουσι τοὺς ἀνθρώπους δι' ἔλλειψιν γεφυρῶν, τότε τῇ ἀληθείᾳ εὐρίσκομεν τὴν δ' ἀεροστάτου ἐγγυτέραν ἐξέτασιν τῶν οὐρανίων συστημάτων ὁπωσοῦν ἀκριβοπληρωθεῖσαν.

Καὶ ἄνευ ὅμως τῆς παντοδυναμίας, ἂν ἄλλην τινα ὑπεράνθρωπον ἰδιότητα συνήνου εἰς τὸ πανάγαθον αὐτοῦ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τὴν τοῦ πανταχοῦ παρόντος, νομίζομεν ὅτι αὔτη ἤθελεν ἀρκέσει πρὸς σωτηρίαν τοῦ ἔθνους. Ἀφοῦ δὲν δύναται νὰ ἴδῃ δάκρυον χωρὶς νὰ τὸ σπογγίσῃ, οὐδὲ ἀνοικτὸν στόμα χωρὶς νὰ τὸ γεμίσῃ, ἡ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν του ἀκατάπαυστος ὀπτασία λιμοκτονούντων συνταξιούχων καὶ δεκατιζομένων γεωργῶν ἤθελεν συγκινήσει καὶ αὕτη τὴν ἀγαθὴ καρδίαν του . Ὑπὸ τὸ κράτος τῆς τοιαύτης συγκινήσεως ἤθελεν ἐνθυμηθῆ, ὅτι ἂν οἱ περικυκλοῦντες αὐτὸν Τζιβανόπουλοι τοποθετοῦσι τὴν ἀκμὴν τῶν Φοινίκων εἰς τὸν μεσαιῶνα ἢ προτίθενται νὰ προσεγγίσωσιν εἰς τοὺς ἀστέρας δι’ ἀεροστάτων, αἱ ἐλλείψεις αὗται, αἱ καθιστῶσαι αὐτοὺς λίαν ἀκαταλλήλους καθηγητάς ἢ καὶ δημοδιδασκάλους, οὐδόλως τοὺς ἐμποδίζουσι νὰ κερδίσωσιν ἐντίμως τὸν ἄρτον αὐτῶν διαπρέποντες ὡς ξυλοσχίσται ἢ ἀχθοφόροι.

Ἀλλὰ καὶ ἀπαράλλακτον ὅπως εἶναι ἂν παραδεχθῶμεν ὡς κάλλιστον κυβερνήτην τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, τὸ σύστημα αὐτοῦ πάλιν ἔχει καὶ διὰ τοὺς ἐξ αὐτοῦ τρεφομένους τοῦτο τὸ κακόν, ὅτι ἀδύνατον εἶναι ἐπὶ πολὺ νὰ διαρκέσῃ. Ἂν καθημερινῶς προβιβάζονται ἄνθρωποι ἀπὸ τῆς τάξεως τοῦ ἐργαζομένου εἰς τὴν τοῦ ἀργοφάγου, ὁ καιρὸς δὲν εἶναι μακρὰν ὅτε οἱ προβιβαζόμενοι θέλουσι συναποθάνει τῆς πείνης μετὰ τῶν πρὶν τρεφόντων αὐτοὺς ἐπὶ τῶν ἐκχερσωθέντων ἀγρῶν τῆς Ἑλλάδος.

Ἄδικον βεβαίως ἤθελεν εἶναι ὁλόκληρον τῆς τοιαύτης καταστάσεως τὴν εὐθύνην νὰ ἐπιρρίψωμεν εἰς τὸν σήμερον πρωθυπουργόν. Ἀλλ' ἂν εἰς τὰς γινομένας κομματικάς σπατάλας ἔχει ὁ κ. Βούλγαρης τὴν μερίδα τοῦ λύκου, ἡ μερὶς τοῦ λέοντος ἀνήκει ἀναντιρρήτως, εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον.

Ἀληθὲς εἶναι ὅτι εἰς γενικὴν τοιαύτην διανομὴν ἕνα μόνον ἄνθρωπον ἐλησμόνησεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, τὸν ἑαυτόν του. Ἕνεκα τούτου θαυμάζομεν καὶ ἀγαπῶμεν αὐτὸν ὡς ἰδιώτην• ὅση ὅμως καὶ ἂν ᾖναι ἡ ἕνεκα τούτου προσωπικὴ ἡμῶν συμπάθεια, βαρὺ ὁπωσδήποτε ἀποβαίνει τὸ θέαμα ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος μεταβαλλόμενης εἰς λειβάδιον κομματικῆς κτηνοτροφίας.

Τὰ κτήνη του ταῦτα, τὰ νεμόμενα ἀσυνειδήτως καὶ τῆς παρούσης καὶ τῆς μελλούσης γενεᾶς τὴν συγκομιδήν, νομίζομεν ὅτι ἕκαστος ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ κυνηγήσῃ ὅπου καὶ ἂν τὰ ἀπαντᾷ, μέχρις οὗ ἀναγκασθῶσιν ἢ νὰ ζευγθῶσιν εἰς τὸ ἄροτρον, ἢ ἐπιβαίνοντα τῶν ἀεροστάτων τοῦ κ. Τζιβανοπούλου νὰ ζητήσωσιν οὐ μόνον τὴν «ἐγγυτέραν ἐξέτασιν», ἀλλά καὶ τὴν ἀπόβασιν εἰς ἄλλα μακρὰν ἡμῶν οὐράνια συστήματα.

Ὀφείλοντες ἤδη νὰ εἴπωμεν τι καὶ περὶ τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν, δι' ὧν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἠθέλησε κατὰ καιροὺς νὰ διακρίνῃ τὸ κόμμα αὐτοῦ ἀπὸ τῶν λοιπῶν, εὐρισκόμεθα εἰς μεγίστην ἀληθῶς ἀμηχανίαν. Ὡς τοῦ ταμείου τὰς θύρας ἀνοίγει εἰς ὅλους τούς πεινῶντας, οὕτω καὶ τῆς διανοίας του τὰς ἀγκάλας τείνει προθύμως εἰς πᾶσαν ἰδέαν. Αἱ πεποιθήσεις αὐτοῦ τῆς ἑσπέρας εἶναι τὸ προΐον τῶν συνδιαλέξεων ἢ ἀναγνώσεων τῆς πρωῒας. Ἐπὶ δὲ τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ σημαίας τοσαύτας ἤδη ἀνέγραψεν ἀρχὰς « ἀποκέντρωσιν», «πῦρ καὶ σίδηρον», «ἐκλογικὴν μονοψηφίαν»», «ἐπέκταση τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως», « κατάργησιν βασιλικῶν προνομίων» καὶ ἄλλα τόσα, ὥστε τὰ συγχεόμενα γράμματα τῶν διαδοχικῶν τούτων ἐπιγραφῶν κατήντησαν ἤδη ν’ ἀποτελῶσιν ἀντὶ ἐπιγραφῆς λαβύρινθον γραμμῶν ἄνευ σημασίας.

Τοῦ δὲ « Ἀσμοδαίου» ἡ ἰδέα περὶ τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν τοῦ κ. Κουμουνδούρου εἶναι ἡ ἀκόλουθος. Οἱ Ἄγγλοι ἓν μόνον ἔχουσι ἐθνικὸν φαγητόν, τὸ ὁποῖον πλούσιοι καὶ πένητες τρώγουσι καὶ ἀγαπῶσι, τὸ ὀπτὸν κρέας• πρὸς ἐπίδειξιν ὅμως τοῦ γάλλου μαγείρου των καὶ ἀποφυγὴν τῆς μονοτονίας, στολίζουσι πολλάκις τὰς τραπέζας αὐτῶν καὶ διὰ πλακούντων καὶ καρυκευμάτων προωρισμένων νὰ εὐφραίνωσι μόνους τούς ὀφθαλμούς. Ἀπαραλλάκτως καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐπιδεικνύει κατὰ καιροὺς εὐρωπαϊκάς θεωρίας καὶ ἰδέας, κατ’ οὐσίαν ὅμως εἰς μίαν μόνην νεοελληνικὴν εἶναι ἀφωσιωμένος ὅσον οἱ Ἄγγλοι εἰς τὸ ροσμπίφ, τὴν αὔξησιν τοῦ κόμματος αὐτοῦ δι' ἀγαθοεργιῶν.

Τὸ ἀνωτέρω ἐγράψαμεν πεποιθότες ὅτι οὐδόλως δύνανται νὰ δυσαρεστήσωσιν ἢ νὰ βλάψωσι τὸν κ. Κουμουνδοῦρον. Περιηγούμενος τὴν ἄνω Αἴγυπτον ὁ «Ἀσμοδαῖος» ἀπήντησε ποτε Ἀβυσσινὸν ἔχοντα ἥμερον ἱπποπόταμον ὅν ὑπερηγάπα• ἐπὶ τοῦ δέρματος τοῦ ζώου εἶχε ζωγραφίσει ὁ αὐτόχθων κύκλον καὶ ἐγυμνάζετο ἐπ' αὐτοῦ εἰς σκοποβολήν, βέβαιος ὤν ὅτι τὰ βέλη του οὐδένα ἐπροξένουν εἰς αὐτό πόνον ἢ ζημίαν.

Πρὸς τοιοῦτον παχύδερμον ἀφομοιοῦμεν οὐχὶ τὸν κ. πρωθυπουργόν, ἀλλὰ τὸ νεοελληνικὸν κοινόν, τὸ ὑπ’ οὐδενός βέλους ἀγριούμενον ἢ ταραττόμενον. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ παρ' ἡμῖν δημοσιογραφία ἔχει μὲν πολλὰ δυσάρεστα, ἀλλὰ τοῦτο τουλάχιστον τὸ καλόν, ὅτι δύναται τις περὶ παντὸς πολιτικοῦ ἀνδρός, ἔστω καὶ φίλου του, νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν χωρὶς φόβον νὰ τὸν δυσφημίσῃ.

 ΑΣΜΟΔΑΙΟΣ (14/12/1875)
Τον τίτλο Ασμοδαίος έφερε παλαιά εβδομαδιαία σατιρική και γελοιογραφική εφημερίδα που εξέδιδε στην Αθήνα ο Εμμανουήλ Ροΐδης, μαζί με τον Θέμο Άννινο (1875-1885)

Δεν υπάρχουν σχόλια: