t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Είμαστε το τσούρμο μίας σκούνας...

 Γιάννης Σταύρου, Θύελλα στο Νιμποριό, λάδι σε καμβά

Ένας σπόρος που γυρίζει στον τόπο του, είναι ένας σπόρος που πηγαίνει να βλαστήσει – ένας Έλληνας που γυρίζει στον τόπο του, είναι ένας άνθρωπος που πηγαίνει να βλαστημήσει. Ελλάδα, σε κράτησα πάνω μου κατάσαρκα – με δαιμόνισες. Και τους συντρόφους που πίστευαν μαζί μου στις ρίζες και στο γυρισμό, τους βλέπω να αλλοιώνονται μέρα με την ημέρα – θα έλεγα χημικά.

Ο ένας απελπίστηκε γρήγορα – έφυγε ξανά και θα φεύγει σε όλη του τη ζωή. Ο άλλος διασκεδάζει τις κυρίες με φράσεις που είχε μισήσει – χθες έγινε υπουργός. Ο τρίτος λέει πως είναι ο ίδιος η ψεύτικη κόρη του Ερεχθείου, το χωματένιο αντίγραφο μίας ύπαρξης ζωντανής που έμεινε στην ξενιτιά. Πόσοι ακόμη…Και εκείνος εκεί, αφού σήκωσε γύρω του τον πρώτο φράκτη, ένοιωσε πως του χρειαζόταν άλλος ένας για τα αισθήματα που τριγύριζαν απέξω – και άλλος, και άλλος.

Είμαστε το τσούρμο μίας σκούνας που ταξιδεύει ξυλάρμενη, πόσα χρόνια. Πεινάμε. Άλλοι χάνουν το λογικό τους, άλλοι σκοτώνονται μοναχοί τους, άλλοι γυρίζουν στην κατάσταση της πεταλίδας. Ένας κάποτε ανεβαίνει στο κατάρτι και μας φαίνεται πως φωνάζει για ωραίες ακρογιαλιές – άγνωστα κομμάτια του κόσμου.

 Τα βλέπουμε με τη φαντασία μας…Και κατεβαίνει πάλι ανάμεσα μας και είναι ο μόνος που βεβαιώνει πως δεν υπάρχει τίποτα – παρά βράχος, μάρμαρο και το αλμυρό νερό. Τότε τον πετάμε στη θάλασσα θυμωμένοι. Γκρεμίσαμε τόσα και τόσα – μπορούμε να μετρηθούμε, χαλάσματα. Καληνύχτα!

Γ. Σεφέρης

(το κείμενο του ποιητή περιέχεται σε άρθρο του Β. Βιλιάρδου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικο ΑΡΔΗΝ)

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Να, τι μας χρειάζεται...


Νέες μορφές ζωής...


Αυτό μας χρειάζεται! Γιατί με τις υπάρχουσες, ιδιαίτερα των πρωτευόντων, δεν τα πήγαμε καθόλου καλά...


Σκέτη καταστροφή!


Πρωτεύοντα και αυτοκίνητο...


Ακολουθεί η χαρμόσυνη επιστημονική είδηση:
(πηγή: IN.GR)

Ουάσινγκτον
Επιστήμονες βρέθηκαν ένα βήμα πιο κοντά στη σύνθεση νέων μορφών ζωής στο εργαστήριο καθώς έδειξαν ότι τεχνητό γενετικό υλικό που ονομάζεται ΧΝΑ (xeno-nucleic acid) μπορεί να μιμηθεί τις ιδιότητες του DNA και του RNA.

Ανατρεπτικά ευρήματα

Ερευνητές από το Εργαστήριο Μοριακής Βιολογίας του Ιατρικού Ερευνητικού Συμβουλίου της Βρετανίας κατάφεραν για πρώτη φορά, όπως αναφέρουν με δημοσίευσή τους στην επιθεώρηση «Science», να εξαγάγουν πληροφορίες από τα τεχνητά γενετικά μόρια και να παραγάγουν μαζικά αντίγραφά τους. Τα νέα ανατρεπτικά ευρήματα δείχνουν ότι το DNA καθώς και το «ξαδελφάκι» του το RNA ίσως δεν είναι οι μόνες χημικές δομές που έχουν την ικανότητα να κωδικοποιούν τη γενετική πληροφορία και να την περνούν στις επόμενες γενιές. Η καινούργια αυτή γνώση ανοίγει νέους δρόμους στην έρευνα της «συνθετικής βιολογίας» και της βιοτεχνολογίας.

«Η ζωή βασίζεται στην καταπληκτική ικανότητα του DNA και του RNA να αποθηκεύουν και να διαδίδουν τη γενετική πληροφορία» ανέφερε σε συνέντευξή του στον δικτυακό τόπο της επιθεώρησης «Science» ο κύριος συγγραφέας της μελέτης Φίλιπ Χόλιγκερ, μοριακός βιολόγος από το βρετανικό Ιατρικό Ερευνητικό Συμβούλιο και προσέθεσε: «Δείξαμε με τη μελέτη μας ότι τις βασικές λειτουργίες του DNA και του RNA μπορούν να επιτελέσουν νέα τεχνητά μόρια».

H κλασική δομή της διπλής έλικας του DNA και του RNA μοιάζει με μια στριφογυριστή σκάλα της οποίας τα σκαλιά είναι φτιαγμένα από ζεύγη νουκλεοτιδικών βάσεων.

Έξι XNAs εργαστηρίου


Ο Δρ Χόλιγκερ και οι συνεργάτες του δημιούργησαν στο εργαστήριο έξι διαφορετικά XNAs αντικαθιστώντας όχι τις νουκλεοτιδικές βάσεις αλλά τις ομάδες σακχάρων οι οποίες «χτίζουν» τις… κουπαστές αυτής της σκάλας. Με δεδομένο ότι οι ερευνητές δεν παρενέβησαν στις νουκλεοτιδικές βάσεις οι οποίες παρέμειναν ίδιες με αυτές του DNA και του RNA, τα μόρια που προέκυψαν διατηρούσαν την ικανότητα να επικοινωνούν με το φυσικό DNA.

Ωστόσο, προκειμένου να μπορούμε να κάνουμε λόγο για «συνθετική γενετική» θα πρέπει τα μόρια που δημιουργούνται όχι μόνο να μεταφέρουν τη γενετική πληροφορία, αλλά να της επιτρέπουν επίσης να υφίσταται αλλαγές και να περνά στις επόμενες γενεές – μιλούμε ουσιαστικώς για την εξέλιξη και την κληρονομικότητα. Για να συμβεί αυτό απαιτούνται βοηθητικά μόρια που ονομάζονται πολυμεράσες. Όταν το DNA ή το RNA «φανερώνουν» τη γενετική πληροφορία που κρύβουν μέσα τους, οι πολυμεράσες βοηθούν στη δημιουργία νέων μορίων DNA με βάση αυτές τις οδηγίες.

Και πολυμεράσες… δοκιμαστικού σωλήνα

Η ερευνητική ομάδα από τη Βρετανία ανέπτυξε πολυμεράσες οι οποίες μεταγράφουν αποτελεσματικά τον κώδικα του συνθετικού DNA τους σε φυσικό DNA και ξανά σε ένα άλλο συνθετικό μόριο DNA. «Δείξαμε ότι τόσο η κληρονομικότητα – η αποθήκευση πληροφοριών και η μετάδοσή τους – όσο και η εξέλιξη, που είναι δύο ορόσημα της ζωής, μπορούν να καταστούν δυνατές και σε άλλα μόρια εκτός από το DNA και το RNA» σημείωσε στη συνέντευξή του ο Δρ Χόλιγκερ.

Τα καινούργια ευρήματα μαρτυρούν επίσης ότι αν υπάρχει ζωή σε άλλους πλανήτες, τότε αυτή ίσως να μην έχει την ίδια… χημεία με τη ζωή στη Γη. Μάλιστα, ένας σημαντικός λόγος για να μιμηθούν οι ερευνητές τις λειτουργίες του DNA και του RNA στο εργαστήριο είναι το να καταφέρουν να προσδιορίσουν το πώς ακριβώς εμφανίστηκαν τα δύο μόρια στην «ανατολή» της ζωής στη Γη.

Πολλοί επιστήμονες πιστεύουν ότι το RNA «γεννήθηκε» πρώτο αλλά ότι προηγήθηκε ένα άλλο, απλούστερο μόριο που επιτελούσε την ίδια λειτουργία. Ωστόσο παρέμενε ασαφές εάν υπάρχει κάποιο άλλο μόριο το οποίο μπορεί να «κουβαλά» και να μεταδίδει τη γενετική πληροφορία στις αλληλουχίες των νουκλεοτιδικών βάσεων που διαθέτουν το DNA και το RNA. Η νέα μελέτη δείχνει λοιπόν ότι το DNA και το RNA δεν είναι τόσο μοναδικά όσο νομίζαμε…

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

Καλή Ανάσταση



Γιάννης Σταύρου, Ύδρα, λάδι σε καμβά

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Πάσχα Ρωμέϊκο

Ο μπάρμπα-Πύπης, γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου και όλα κατακαίνουργα, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού Σταδίου. Οσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το σάλι του διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, εσυνήθιζε να κάθηται επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως μετά των φίλων, και ήτο στωμύλος και διηγείτο πολλά κ' εμειδία προς αυτούς.

Όταν εμειδία ο μπάρμπα-Πύπης, δεν εμειδίων μόνον αι γωνίαι των χειλέων, αι παρειαί και τα ούλα των οδόντων του, αλλ' εμειδίων οι ιλαροί και ήμεροι οφθαλμοί του, εμειδία στίλβουσα η σιμή και πεπλατυσμένη ρις του, ο μύσταξ του ο ευθυσμένος με λεβάνταν και ως διά κολλητού κηρού λελεπτυσμένος, και το υπογένειόν του το λευκόν και επιμελώς διατηρούμενον, και σχεδόν ο κούκος του ο στακτερός, ο λοξός κ' επικληνής προς το ους, όλα παρ' αυτώ εμειδίων.

Είχε γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα εν Κερκύρα· όλα τα περιέγραφε μετά χάριτος εις τους φίλους του. Δεν έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται δια την προτίμησιν την οποίαν είχε δείξει αείποτε διά την Κέρκυραν ο βασιλεύς, και έζησεν αρκετά διά να υπερηφανευθή επί τη εκλογή, ην έκαμε της αυτής νήσου προς διατριβήν η εφτακρατόρισσα της Αούστριας. Ενθυμείτο αμυδρώς τον Μουστοξύδιν, μα δότο, δοτίσσιμο κε ταλέντο! Είχε γνωρίσει καλώς τον Μάντζαρον, μα γαλαντουόμο! τον Κερκύρας Αθανάσιον, μα μπράβο! τον Σιορπιέρρο, κε γκράν φιλόζοφο! Το τελευταίον όνομα έδιδεν εις τον αοίδιμον Βράϊλαν, διά τον τίτλον ον του είχαν απονείμει, φαίνεται οι Άγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter).

Είχε γνωρίσει επίσης τον Σόλωμο (κε ποέτα!), του οποίου απεμνημόνευε και στίχους τινάς, απαγγέλων αυτούς κατά το εξής υπόδειγμα:

Ωσάν τη σπίθα κρουμμένη στη στάχτη

πού εκρουβόταν για μας λευτεριά;

Εισέ πάσα μέρη πετιέται κι' ανάφτει

και σκορπιέται σε κάθε μεριά.

Ο μπάρμπα-Πύπης έλειπεν υπέρ τα είκοσιν έτη εκ του τόπου της γεννήσεώς του. Είχε γυρίσει κόσμον κ' έκαμεν εργασίας πολλάς. Έστειλέ ποτε και εις την Παγκόσμιον έκτεσι, διότι ήτο σχεδόν αρχιτέκτων, και είχε μάλιστα και μίαν ινβεντσιόνε. Εμίσει τους πονηρούς και τους ιδιοτελείς, εξετίμα τον ανθρωπισμόν και τη τιμιότητα. Απετροπιάζετο τους φαύλους.

«Ιλ τραδιτόρε νον α κομπασσιόν» -ο απατεώνας δεν έχει λύπησι. Ενίοτε πάλι εμαλάττετο κ' εδείκνυε συγκατάβασιν εις τας ανθρωπίνας ατελείας. «Ουδ'η γης αναμάρτητος -άγκε λα τέρρα νον ε ιμπεκάμπιλε.» Και ύστερον, αφ' ου η γη δεν είναι, πώς θα είναι ο Πάπας; Όταν του παρετήρει τις ότι ο Πάπας δεν εψηφίσθη ιμπεκάμπιλε, αλλά ινφαλίμπιλε, δεν ήθελε ν' αναγνωρίσει την διαφοράν.

Δεν ήτο άμοιρος και θρησκευτικών συναισθημάτων. Τας δύο ή τρεις προσευχάς, ας είξευρεν τας είξευρεν ελληνιστί. «Τα πατερμά του είξευρε ρωμέϊκα». Έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος κύριος Σαβαώθ... ως ενάντιος υψίστοις» Όταν με ερώτησε δις ή τρις τι σημαίνει τούτο, το ως ενάντιος, προσεπάθησα να διορθώσω και εξηγήσω το πράγμα. Αλλά μετά δύο ή τρεις ημέρας υποτροπιάζων πάλιν έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος... ως ενάντιος υψίστοις!»

Εν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι εμίσει αδιαλλάκτως παν ό,τι εκ προκαταλήψεως εμίσει και χωρίς ν' ανέχηται αντίθετον γνώμην ή επιχείρημα. Πολιτικώς κατεφέρετο πολύ κατά των Άγγλων, θρησκευτικώς δε κατά των Δυτικών. Δεν ήθελε ν' ακούση το όνομα του Πάπα, και ήτο αμείλικτος κατήγορος του ρωμαϊκού κλήρου...

Την εσπέραν του Μεγάλου Σαββάτου του έτους 188... περί ώραν ενάτην, γερόντιόν τι ευπρεπώς ενδεδυμένον, καθόσον ηδύνατο να διακρίνη τις εις το σκότος, κατήρχετο την απ' Αθηνών είς Πειραιά άγουσαν, την αμαξιτήν. Δεν είχεν ανατείλει ακόμη η σελήνη, και ο οδοιπόρος εδίσταζε ν' αναβή υψηλότερον, ζητών δρόμον μεταξύ των χωραφίων. Εφαίνετο μη γνωρίζων καλώς τον τόπον. Ο γέρων θα ήτο ίσως πτωχός, δεν θα είχε 50 λεπτά δια να πληρώση το εισιτήριον του σιδηροδρόμου ή θα τα είχε κ' έκαμνεν οικονομίαν.

Αλλ' όχι δεν ήτο πτωχός, δεν ήτο ούτε πλούσιος, είχε διά να ζήση. Ήτο ευλαβής και είχε τάξιμο να καταβαίνη κατ' έτος το Πάσχα πεζός εις τον Πειραιά, ν' ακούη την Ανάστασιν εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και όχι εις άλλην Εκκλησίαν, να λειτουργήται εκεί, και μετά την απόλυσιν ν' αναβαίνη πάλιν πεζός εις τας Αθήνας.

Ήτο ο μπάρμπα-Πύπης, ο γηραιός φίλος μου, και κατέβαινεν εις τον Πειραιά διά ν' ακούση το Χριστός Ανέστη εις τον ναόν του του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ' ευφρανθή η ψυχή του.

Και όμως ήτο... δυτικός!

Ο μπάρμπα-Πύπης, Ιταλοκερκυραίος, απλοϊκός, Ελληνίδος μητρός. Έλλην την καρδίαν, και υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της Ελληνικής. Εκαυχάτο ότι ο πατήρ του,όστις ήτο στρατιώτης του Ναπολέοντος Α' «είχε μεταλάβει ρωμέϊκα» όταν εκινδύνευσε ν' αποθάνη, εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τινων συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Και όμως όταν, κατόπιν τούτων, φυσικώς, του έλεγε τις: «Διατί δεν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» η απάντησίς του ήτο ότι άπαξ εβαπτίσθη και ότι ευρέθη εκεί.

Φαίνεται ότι οι Πάπαι της Ρώμης με την συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον αναγνωρίσει εις τους Ρωμαιοκαθολικούς των Ιονίων νήσων τινά των εις τους Ουνίτας απονεμομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Αρκεί να προσκυνήση τις την εβδομάδα του Ποντίφηκος· τα λοιπά είναι αδιάφορα.

Ο μπάρμπα-Πύπης έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον ΄Αγιον της πατρίδος του και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Επίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον κατά των Βενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν αυτώ τω ορθοδόξω ναώ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ότε ο Άγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού, κρατών δαυλόν αναμμένον, έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές αλτάρε. Αφού ευρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ο μπάρμπα-Πύπης ποτέ δεν θα έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσου φράγκους.

Την εσπέραν λοιπόν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου ότε κατέβαινεν εις Πειραιά πεζός, κρατών εις την χείρα τη λαμπάδα του, ην έμελλε ν' ανάψη κατά την Ανάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού, εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ' ολίγον ν' αναπαυθή. Εύρεν υπήνεμον τόπον έξωθεν μιας μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά την μεσημβρινήν γωνίαν, κ' εκεί εκάθησεν επί των χόρτων, αφού επέστρωσε το εις πολλάς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Έβγαλεν από την τσέπην την σιγαροθήκην του, ήναψεν σιγαρέττον κ' εκάπνιζεν ηδονικώς.

Εκεί ακούει όπισθέν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης και, πριν προφθάση να στραφή να ίδη, ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. Ο δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης φονικού όπλου.

Εκείνην την στιγμήν είχε λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Αιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Η σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της πανσελήνου, θ' ανέτελλε μετ' ολίγα λεπτά. Εκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου, όπου εκάθητο, του κάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδε ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν τρόπον τινά ισταμένην και τείνουσαν εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει δε να ήτο τουφέκιον.

Ο μπάρμπα-Πύπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Χωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε την χείρα προς τον άγνωστον κ' έκραξεν εναγωνίως.

-Φίλος! Καλός! μη ρίχνεις...

Ο άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπισθοδρομήσεως, άλλά δεν επανέφερεν το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν.ουδέ καταβίβασε την σκανδάλην.

-Φίλος! και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν.

-Τι θέλω; επανέναβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Κάθουμαι να φουμάρο το τσιγάρο μου.

-Και δεν πας αλλού να το φουμάρης,ρε; απήντησεν αυθαδώς ο άγνωστος. Ηύρες τον τόπο, ρε, να φουμάρης το τσιγάρο σου!

-Και γιατί; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Τι σας έβλαψα;

-Δεν ξέρω 'γω απ' αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότης· εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι' άλλα πράμματα μέσα. Μόνον κόττες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού σαρκασμού. Εγελάστηκες.

Ήτο πρόδηλον ότι είχεν εκλάβει τον γηραιόν φίλον μου ως ορνιθοκλόπον, και διά να τον εκδικηθή του έλεγεν ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τάς όρνιθάς του θα εφοβήθη και ωπλίσθη με την καραβίναν του.

Ο μπάρμπα-Πύπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν.

-Συ εγελάστηκες, απήντησεν· εγώ κόττες δεν κλέφτω, ούτε λωποδύτης είμαι· εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν' ακούσω Ανάσταση στον Άγιο Σπυρίδωνα.

Ο χωρικός εκάγχασε.

-Στον Πειραιά; στον Αϊ-Σπυρίδωνα; κι' από πού έρχεσαι;

-Απ' την Αθήνα.

-Απ' την Αθήνα; και δεν έχει εκεί εκκλησίαις, ν' ακούσης Ανάσταση;

-Έχει εκκλησίαις, μα εγώ τώχω τάξιμο, απήντησεν ο μπάρμπα-Πύπης.

Ο χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν, είτα επανέλαβε.

-Να φχαριστάς, καϋμένε...

Και τότε μόνον κατεβίβασε την σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμον του.

-Να φχαριστάς καϋμένε, την ημέρα που ξημερώνει αύριον, ει δε μη, δεν τώχα για τίποτες να σε ξαπλώσω δω χάμου. Τράβα τώρα!

Ο γέρων Κερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο να απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν.

-Κάνεις άδικα και συχωρεμένος νάσαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ' ευχαριστώ ως τόσο που δε μ' ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε.., δεν κάνεις καλά να με παίρνεις για κλέφτη. Εγώ είμαι διαβάτης, κ' επήγαινα, σου λέω στον Πειραιά.

-Έλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε...

Και ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβολίου, κ' έγινεν άφαντος.

Ο γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του.

Το συμβεβηκός τούτο δεν ημπόδισε τον μπάρμπα-Πύπην να εξακολουθή κατ' έτος την ευσεβή του συνήθειαν, να καταβαίνει πεζός εις τον Πειραιά, να προσέρχηται εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και να κάμει Πάσχα ρωμέϊκο.

Εφέτος το μισοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα να τον συνοδεύσω εις την προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από πολλών ετών δεν είχα την συνήθειαν να εορτάζω εκτός του Άστεως το Άγιον Πάσχα.

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

Αφιερωμένο στον Δημήτρη Χριστούλα

Η αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο, μαθητή του Βούδα

Άγγελου Σικελιανού

Ανεπίληπτα επήρε το μαχαίρι
ο Ατζεσιβάνο. Κι ήτανε η ψυχή του
την ώρα εκείνη ολάσπρο περιστέρι.
Κι όπως κυλά από τ’ άδυτα του αδύτου
των ουρανών μες στη νυχτιά έν’ αστέρι.
ή, ως πέφτει ανθός μηλιάς με πράο αγέρι,
έτσι απ’ τα στήθια πέταξε η πνοή του.

Χαμένοι τέτοιοι θάνατοι δεν πάνε.
Γιατί μονάχα εκείνοι π’ αγαπάνε
τη ζωή στη μυστική της πρώτη αξία
μπορούν και να θερίσουνε μονάχοι
της ύπαρξής τους το μεγάλο αστάχυ
που γέρνει πια, με θείαν αταραξία!

Χάθηκε η μεγάλη πλάνη που εγώ τη νόμισα αιώνια...

Στο γένος το δικό μας η μοίρα χάρισε μόνο τον θάνατο.
Τον εαυτό σου πλέον περιφρόνησε, τη φύση επίσης,
εκείνη την κακούργα δύναμη που στα κρυφά κυριαρχεί...

Giacomo Leopardi (1798-1837)

Τζιάκομο Λεοπάρντι
(από τα Canti)
Τώρα θα ξαποστάσεις μια για πάντα,
κουρασμένη μου καρδιά. Χάθηκε η μεγάλη πλάνη
που εγώ τη νόμισα αιώνια. Χάθηκε· και το νιώθω πια καλά
πως μέσα μας για αγαπημένες πλάνες
δεν έσβησε η ελπίδα, μα η αποθυμιά.
Για πάντα τώρα στάσου. Χτύπησες αρκετά.
Σε τίποτα δεν ωφελεί η κίνησή σου
ούτε η γη τους στεναγμούς σου αξίζει.
Πίκρα και πλήξη είν’η ζωή και τίποτε άλλο.
Ο κόσμος είναι λάσπη.
Ησύχασε λοιπόν. Για τελευταία φορά απελπίσου.
Στο γένος το δικό μας η μοίρα χάρισε μόνο τον θάνατο.
Τον εαυτό σου πλέον περιφρόνησε, τη φύση επίσης,
εκείνη την κακούργα δύναμη που στα κρυφά κυριαρχεί
βλάπτοντας τον καθένα,
μαζί της περιφρόνησε και την απέραντη των πάντων ματαιότητα
(μετάφραση Λητώ Σεϊζάνη)


Πηγή:
http://peopleandideas.gr/2012/03/02/leopardi/

Το τραγούδι του κοριτσιού

Τραγούδι επίμονο, μικρής κοπέλας
Έρχεσαι από κλειστό δωμάτιο και πλανιέσαι
Στους ήσυχους δρόμους – γιατί μου ακούγεσαι
Τόσο θλιμμένο; Γιατί μου σφίγγεις τόσο την καρδιά
Και φέρνεις δάκρυα στα μάτια;
Είσαι όμως πρόσχαρο, μια γιορτινή φωνή
Για την ελπίδα. Κάθε σου νότα αντηχεί αναμονή.
Ας είσαι χαρωπό, στ’ αυτιά μου μοιάζεις θρήνος
Κι ο οίκτος τρυπάει την ψυχή μου.
Και μόνο η ιδέα της ελπίδας
Φέρνει πόνο
Σ’ αυτόν που καλά τη γνωρίζει.