Πόσο λιτή είναι η άμαξα
Που μεταφέρει μια ανθρώπινη ψυχή!..
*
How frugal is the Chariot
That bears the Human Soul...
Γιάννης Σταύρου, Καφές και βιβλία, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Έμιλυ Ντίκινσον
Ένα βιβλίο
Δεν υπάρχει φρεγάτα σαν ένα βιβλίο
Να μας πάει χώρες μακριά,
Ούτε ίππος ταχύς σαν μια σελίδα
Καλπάζουσας ποίησης.
Αυτό το πέρασμα μπορεί να το διασχίσει και ο φτωχότερος
Χωρίς την τυραννία διοδίων·
Πόσο λιτή είναι η άμαξα
Που μεταφέρει μια ανθρώπινη ψυχή!
Emily Dickinson
There is no Frigate like a Book
There is no Frigate like a Book
To take us Lands away
Nor any Coursers like a Page
Of prancing Poetry –
This Traverse may the poorest take
Without oppress of Toll –
How frugal is the Chariot
That bears the Human Soul –
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...
Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωγράφοι τοπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωγράφοι τοπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2017
Τρίτη 28 Ιουνίου 2016
να μείνεις όντως μόνος...
Δεν έχει μητρότητα ο ίλιγγος
δεν έχει πατρότητα η νύχτα...
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινό ταξίδι, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Νίκος Καρούζος
Το είπα κάποτε σ' έναν ιπττάμενο
Σὰν ἀφαιρέσεις ἀπὸ τὸν ἥλιο τὴν λαίμαργη ἀστρονομία
δὲν εἶναι πιότερος ἀπὸ μιὰ πυγολαμπίδα ποὺ διαστέλλει
τὴν κίνηση μέσ᾿ στὸ ἄναυδο σκοτάδι.
Δὲν ἔχει πόσιμη σημασία νὰ σταλάξουμε
τσιγγούνικες ἀλήθειες καὶ σταγονίδια βεβαιότητας
δὲν ἔχει οὔτε μιὰ πρωτοτυπία ἡ ξεμυαλίστρα ἡ ἐξυπνάδα
πρωτότυπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δικάζει τὶς λέξεις
ἐκεῖνος ποὺ βάζει ποινὲς ὁλοένα στὰ δάχτυλά του
τὴν ὥρα ποὺ σέρνουν ἔρημα τὴν ἄλαλη πένα.
Δὲν ἔχει μητρότητα ὁ ἴλιγγος
δὲν ἔχει πατρότητα ἡ νύχτα.
Μίλησα κι ἄλλοτε γι᾿ αὐτὰ τὰ χαρτόνια.
Οἱ σκοτεινοί μας σύντροφοι: οἱ ἄκρες καὶ τὰ μάκρη
μὲ τοῦ κύκλου τ᾿ ἄγρια δῶρα μᾶς κοροιδεύουν.
Ἔχοντας πιὰ ξεπέσει ὁ γέροντας Εὐκλείδης
εἶν᾿ ἀπόβλητο τὸ μῆκος ὡς πράξη τοῦ σύμπαντος
καὶ τὸ ὕψος ἀνεύρετη μελῳδία στὰ πλάτη...
Τράβηξα τὴν σκονισμένη αἰωνιότητα σὰν κουρτίνα
μὲ τόση εὐκολία καὶ τά ῾χασα βλέποντας
τὸ λάγνο τίποτα τῆς ἀναφρόδιτης καμπύλης!
Ὁ ἄγγελος τότε τοῦ ἔαρός μου φώναξε: -Μὴ στενεύεις,
ἁγίαζε μονάχα, μὴ σκοπεύεις, κι ἀπ᾿ τὸ μειλίχιο
δαιμόνιο τῆς ἀγάπης πιὸ πέρ᾿ ἀκόμη τράβα κι ἂς εἶπες
θὰ κομματιάσω τὸν κόσμο γιὰ νὰ ματιάσω
τὴ δύναμη τῆς ἀλήθειας.
Ἔλα, λυτρώσου τώρα κι ἀπ᾿ τοῦ ἐρωτήματος τὴν ἔλλειψη
νὰ γίνεις ὀμορφότερος νὰ μείνεις ὄντως μόνος...
δεν έχει πατρότητα η νύχτα...
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινό ταξίδι, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Νίκος Καρούζος
Το είπα κάποτε σ' έναν ιπττάμενο
Σὰν ἀφαιρέσεις ἀπὸ τὸν ἥλιο τὴν λαίμαργη ἀστρονομία
δὲν εἶναι πιότερος ἀπὸ μιὰ πυγολαμπίδα ποὺ διαστέλλει
τὴν κίνηση μέσ᾿ στὸ ἄναυδο σκοτάδι.
Δὲν ἔχει πόσιμη σημασία νὰ σταλάξουμε
τσιγγούνικες ἀλήθειες καὶ σταγονίδια βεβαιότητας
δὲν ἔχει οὔτε μιὰ πρωτοτυπία ἡ ξεμυαλίστρα ἡ ἐξυπνάδα
πρωτότυπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δικάζει τὶς λέξεις
ἐκεῖνος ποὺ βάζει ποινὲς ὁλοένα στὰ δάχτυλά του
τὴν ὥρα ποὺ σέρνουν ἔρημα τὴν ἄλαλη πένα.
Δὲν ἔχει μητρότητα ὁ ἴλιγγος
δὲν ἔχει πατρότητα ἡ νύχτα.
Μίλησα κι ἄλλοτε γι᾿ αὐτὰ τὰ χαρτόνια.
Οἱ σκοτεινοί μας σύντροφοι: οἱ ἄκρες καὶ τὰ μάκρη
μὲ τοῦ κύκλου τ᾿ ἄγρια δῶρα μᾶς κοροιδεύουν.
Ἔχοντας πιὰ ξεπέσει ὁ γέροντας Εὐκλείδης
εἶν᾿ ἀπόβλητο τὸ μῆκος ὡς πράξη τοῦ σύμπαντος
καὶ τὸ ὕψος ἀνεύρετη μελῳδία στὰ πλάτη...
Τράβηξα τὴν σκονισμένη αἰωνιότητα σὰν κουρτίνα
μὲ τόση εὐκολία καὶ τά ῾χασα βλέποντας
τὸ λάγνο τίποτα τῆς ἀναφρόδιτης καμπύλης!
Ὁ ἄγγελος τότε τοῦ ἔαρός μου φώναξε: -Μὴ στενεύεις,
ἁγίαζε μονάχα, μὴ σκοπεύεις, κι ἀπ᾿ τὸ μειλίχιο
δαιμόνιο τῆς ἀγάπης πιὸ πέρ᾿ ἀκόμη τράβα κι ἂς εἶπες
θὰ κομματιάσω τὸν κόσμο γιὰ νὰ ματιάσω
τὴ δύναμη τῆς ἀλήθειας.
Ἔλα, λυτρώσου τώρα κι ἀπ᾿ τοῦ ἐρωτήματος τὴν ἔλλειψη
νὰ γίνεις ὀμορφότερος νὰ μείνεις ὄντως μόνος...
Δευτέρα 30 Μαΐου 2016
Αυτήν την Δικαιοσύνη για την Τέχνη να επιζητάτε....
Η Τέχνη δεν ανέχθηκε ποτέ ό,τι είναι έξω από το μέτρο της και πάντα το
θέατρο σήκωνε ψηλά έναν καθρέφτη για να κοιτάζει η Φύση. Αντανακλά την
Αρετή και όχι τον ενάρετο, το πέσιμο, όχι τον πεσμένο...
Γιάννης Σταύρου, Γιασεμί, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Γουίλιαμ Σαίξπηρ
Άμλετ
(απόσπασμα - μετ. Γιώργου Χειμωνά)
Να αρθρώνετε καθαρά παρακαλώ, όπως είπα εγώ τα λόγια μου και σας έδειξα πως ν' ακουμπούν μόλις στην γλώσσα σας οι λέξεις. Όμως αν το στόμα σας έμαθε μόνο να μασάει και όχι να μιλά όπως στους περισσότερους ανθρώπους και σε πολλούς από τους ηθοποιούς μας, καλύτερα τα λόγια να τα πει ο διορισμένος κράχτης. Ούτε να πριονίζετε τον αέρα με τα χέρια σας. Σε όλα να έχετε ένα κράτημα. Να κρατιέστε γερά στον χείμαρρο ,την τρικυμία , τον χαλασμό - αν έτσι νιώθετε -του πάθους σας. Να δίνετε σε όλα αυτά μια απαλότητα. Το πάθος βγαίνει πιο δυνατό άμα το αδυνατίζεις. Μου πιάνεται η ψυχή να ακούω έναν τριχωτό ρωμαλέο τύπο περιχυμένο πούδρες να κατασπαράζει ένα πάθος. Να το δαγκώνει με λύσσα. Να ξεκουφαίνει τους εξώστες όπου ποτέ δεν φτάνει κανένα νόημα, μονάχα οι πόζες κι η βουή. Μου έρχεται να μαστιγώσω όλους αυτούς που μ' έναν γελοίο οίστρο υπερπαίζουν και κάνουν τον Ηρώδη πιο Ηρώδη. Παρακαλώ αυτά να λείψουν.
Ούτε να πάτε στο άλλο άκρο και να παίζετε τάχα λιτά. Αδιάκοπα ελέγχετε το παίξιμό σας. Να βρίσκετε πάντα το φυσικό δέσιμο της δράσης με τον λόγο. Κυρίως αυτό, μην απομακρύνεσθε από τους απλούς τρόπους της φύσης. Η Τέχνη δεν ανέχθηκε ποτέ ό,τι είναι έξω από το μέτρο της και πάντα το θέατρο σήκωνε ψηλά έναν καθρέφτη για να κοιτάζει η Φύση. Αντανακλά την Αρετή και όχι τον ενάρετο, το πέσιμο, όχι τον πεσμένο. Εκεί αναγνωρίζει ο καιρός την πραγματική ηλικία του και εμπιστεύεται το είδωλο της μορφής του. Το πάρα πολύ ή το πολύ λίγο θα κάνει ίσως τους αδιάφορους να γελάσουν, οι δίκαιοι όμως θα λυπηθούν. Αυτήν την Δικαιοσύνη για την Τέχνη να επιζητάτε. Ας είναι κι από έναν. Τους άλλους, όλους αφήστε τους - κι ας είναι οι πιο πολλοί.
Γιάννης Σταύρου, Γιασεμί, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Γουίλιαμ Σαίξπηρ
Άμλετ
(απόσπασμα - μετ. Γιώργου Χειμωνά)
Να αρθρώνετε καθαρά παρακαλώ, όπως είπα εγώ τα λόγια μου και σας έδειξα πως ν' ακουμπούν μόλις στην γλώσσα σας οι λέξεις. Όμως αν το στόμα σας έμαθε μόνο να μασάει και όχι να μιλά όπως στους περισσότερους ανθρώπους και σε πολλούς από τους ηθοποιούς μας, καλύτερα τα λόγια να τα πει ο διορισμένος κράχτης. Ούτε να πριονίζετε τον αέρα με τα χέρια σας. Σε όλα να έχετε ένα κράτημα. Να κρατιέστε γερά στον χείμαρρο ,την τρικυμία , τον χαλασμό - αν έτσι νιώθετε -του πάθους σας. Να δίνετε σε όλα αυτά μια απαλότητα. Το πάθος βγαίνει πιο δυνατό άμα το αδυνατίζεις. Μου πιάνεται η ψυχή να ακούω έναν τριχωτό ρωμαλέο τύπο περιχυμένο πούδρες να κατασπαράζει ένα πάθος. Να το δαγκώνει με λύσσα. Να ξεκουφαίνει τους εξώστες όπου ποτέ δεν φτάνει κανένα νόημα, μονάχα οι πόζες κι η βουή. Μου έρχεται να μαστιγώσω όλους αυτούς που μ' έναν γελοίο οίστρο υπερπαίζουν και κάνουν τον Ηρώδη πιο Ηρώδη. Παρακαλώ αυτά να λείψουν.
Ούτε να πάτε στο άλλο άκρο και να παίζετε τάχα λιτά. Αδιάκοπα ελέγχετε το παίξιμό σας. Να βρίσκετε πάντα το φυσικό δέσιμο της δράσης με τον λόγο. Κυρίως αυτό, μην απομακρύνεσθε από τους απλούς τρόπους της φύσης. Η Τέχνη δεν ανέχθηκε ποτέ ό,τι είναι έξω από το μέτρο της και πάντα το θέατρο σήκωνε ψηλά έναν καθρέφτη για να κοιτάζει η Φύση. Αντανακλά την Αρετή και όχι τον ενάρετο, το πέσιμο, όχι τον πεσμένο. Εκεί αναγνωρίζει ο καιρός την πραγματική ηλικία του και εμπιστεύεται το είδωλο της μορφής του. Το πάρα πολύ ή το πολύ λίγο θα κάνει ίσως τους αδιάφορους να γελάσουν, οι δίκαιοι όμως θα λυπηθούν. Αυτήν την Δικαιοσύνη για την Τέχνη να επιζητάτε. Ας είναι κι από έναν. Τους άλλους, όλους αφήστε τους - κι ας είναι οι πιο πολλοί.
Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016
Πότε θα τελειώσει η εσωτερική αυτή νύχτα;...
Τί είναι όμως αυτό το πράγμα που μας μετράει χωρίς μέτρο και μας
σκοτώνει χωρίς να υπάρχει; Αυτές τις στιγμές, που πια δεν ξέρω αν ο
χρόνος υπάρχει ή δεν υπάρχει, τον νιώθω σαν άνθρωπο και θέλω να κοιμηθώ...
Γιάννης Σταύρου, Νύχτα στο λιμάνι, λάδι σε καμβά
Φερνάντο Πεσόα
Το βιβλίο της ανησυχίας
(απόσπασμα)
Περνούν απο το μυαλό μου ιδέες παράλογες, που ωστόσο δεν κατορθώνω να τις απωθήσω σαν απολύτως παράλογες. Αναρωτιέμαι αν ο άνθρωπος που σκέφτεται αργά μέσα σ' ένα αμάξι που τρέχει με μεγάλη ταχύτητα, προχωρεί αργά ή γρήγορα. Αναρωτιέμαι αν είναι ίσες οι δύο ολόιδιες ταχύτητες με τις οποίες πέφτουν στη θάλασσα ο άνθρωπος που αυτοκτονεί κι αυτός που έχασε την ισορροπία του στην άκρη του γκρεμού. Αναρωτιέμαι αν είναι πράγματι σύγχρονες οι κινήσεις που εκτελώ στην ίδια χρονική διάρκεια όταν καπνίζω ένα τσιγάρο, γράφω τούτη τη σελίδα ή σκέφτομαι πράγματα σκοτεινά.
Για τις δύο ρόδες του ίδιου άξονα μπορούμε να υποθέσουμε πως πάντα η μία θα είναι πιο μπροστά απ' την άλλη, ακόμη και αν πρόκειται για κάποια ελάχιστη υποδιαίρεση του χιλιοστού. Ενα μικροσκόπιο θα υπερέβαλε αυτην τη διαφορά μέχρις ότου την εμφανίσει απίστευτη, αδύνατη θα λέγαμε, αν δεν ήταν πραγματική. Και πώς να μην έχει δίκιο το μικροσκόπιο απέναντι στην τόσο αδύναμη όρασή μας; Λέτε πως όλα αυτά είναι σκέψεις άχρηστες. Το ξέρω. Θεωρητικές αυταπάτες. Συμφωνώ. Τί είναι όμως αυτό το πράγμα που μας μετράει χωρίς μέτρο και μας σκοτώνει χωρίς να υπάρχει; Αυτές τις στιγμές, που πια δεν ξέρω αν ο χρόνος υπάρχει ή δεν υπάρχει, τον νιώθω σαν άνθρωπο και θέλω να κοιμηθώ.
Χωρίς μάσκες
(απόσπασμα)
*
Πότε θα τελειώσει η εσωτερική αυτή νύχτα,
το σύμπαν,
Κι εγώ, ψυχή μου, πότε θα δω τη μέρα μου;
Πότε θα ξυπνήσω απο τον ξύπνο μου;
*
Καρδιακοί σκλάβοι των άστρων,
Κατακτουμε τον κόσμο πριν βγούμε απ' το κρεβάτι
Ξυπνούμε όμως, είναι σκιερός,
Σηκωνόμαστε, μας είναι ξένος,
Βγαίνουμε απ' το σπίτι μας, είναι ολόκληρη η γη,
Συν το ηλιακό σύστημα, ο Γαλαξίας, το 'Απειρο.
Γιάννης Σταύρου, Νύχτα στο λιμάνι, λάδι σε καμβά
Φερνάντο Πεσόα
Το βιβλίο της ανησυχίας
(απόσπασμα)
Περνούν απο το μυαλό μου ιδέες παράλογες, που ωστόσο δεν κατορθώνω να τις απωθήσω σαν απολύτως παράλογες. Αναρωτιέμαι αν ο άνθρωπος που σκέφτεται αργά μέσα σ' ένα αμάξι που τρέχει με μεγάλη ταχύτητα, προχωρεί αργά ή γρήγορα. Αναρωτιέμαι αν είναι ίσες οι δύο ολόιδιες ταχύτητες με τις οποίες πέφτουν στη θάλασσα ο άνθρωπος που αυτοκτονεί κι αυτός που έχασε την ισορροπία του στην άκρη του γκρεμού. Αναρωτιέμαι αν είναι πράγματι σύγχρονες οι κινήσεις που εκτελώ στην ίδια χρονική διάρκεια όταν καπνίζω ένα τσιγάρο, γράφω τούτη τη σελίδα ή σκέφτομαι πράγματα σκοτεινά.
Για τις δύο ρόδες του ίδιου άξονα μπορούμε να υποθέσουμε πως πάντα η μία θα είναι πιο μπροστά απ' την άλλη, ακόμη και αν πρόκειται για κάποια ελάχιστη υποδιαίρεση του χιλιοστού. Ενα μικροσκόπιο θα υπερέβαλε αυτην τη διαφορά μέχρις ότου την εμφανίσει απίστευτη, αδύνατη θα λέγαμε, αν δεν ήταν πραγματική. Και πώς να μην έχει δίκιο το μικροσκόπιο απέναντι στην τόσο αδύναμη όρασή μας; Λέτε πως όλα αυτά είναι σκέψεις άχρηστες. Το ξέρω. Θεωρητικές αυταπάτες. Συμφωνώ. Τί είναι όμως αυτό το πράγμα που μας μετράει χωρίς μέτρο και μας σκοτώνει χωρίς να υπάρχει; Αυτές τις στιγμές, που πια δεν ξέρω αν ο χρόνος υπάρχει ή δεν υπάρχει, τον νιώθω σαν άνθρωπο και θέλω να κοιμηθώ.
Χωρίς μάσκες
(απόσπασμα)
*
Πότε θα τελειώσει η εσωτερική αυτή νύχτα,
το σύμπαν,
Κι εγώ, ψυχή μου, πότε θα δω τη μέρα μου;
Πότε θα ξυπνήσω απο τον ξύπνο μου;
*
Καρδιακοί σκλάβοι των άστρων,
Κατακτουμε τον κόσμο πριν βγούμε απ' το κρεβάτι
Ξυπνούμε όμως, είναι σκιερός,
Σηκωνόμαστε, μας είναι ξένος,
Βγαίνουμε απ' το σπίτι μας, είναι ολόκληρη η γη,
Συν το ηλιακό σύστημα, ο Γαλαξίας, το 'Απειρο.
Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016
Ποια Πάτμος θα μας λυτρώσει;
Πολλές μέρες πριν άκουγα στο μυαλό εκείνες τις λέξεις της Αποκαλύψεως:«εις νήσον καλουμένην Πάτμον». Ποια Πάτμος θα μας λυτρώσει;
Γιάννης Σταύρου, Εκδρομή, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Δ. Π. Παπαδίτσας
Το φεγγάρι
Δε σκέφτηκες ότι μια νύχτα κρυφά
Στις μύτες των ποδιών μου
Πήρα όλα τα οστά μας
Και τα βούτηξα – ας μην το μάθουν σε παρακαλώ
Στο φεγγάρι
Τώρα ας τραγουδήσουμε το φεγγάρι
Κανείς δεν θα μας πει ότι το περιέχουμε σαν έμβρυο
Η γνωστή ιστορία ότι τα έμβρυα μεγαλώνουν
Και στο τέλος αποχωρίζονται απ’ τις μητέρες τους
Θα επαναληφθεί κι εδώ
Και τότε μ’ έκπληξη οι συγγενείς οι φίλοι κι εμείς οι ίδιοι ακόμα
Θα πηγαίνουμε το φεγγάρι περίπατο
Θα το τραγουδάμε και θα μας τραγουδάει
Θα το ‘χουμε στα χέρια μας
Στο μυαλό μας στη συνήθεια να ξυπνάμε πρωί
Δεν γίνεται λόγος για τη σκέψη
Αυτή ανέκαθεν είναι το φεγγάρι
Και κάτι άλλο
Αν σε ρωτήσουν να τους πεις το μυστικό
Πες τους ένα ψέμα:
Υπάρχει ένα και μοναδικό φεγγάρι
Αυτό που είναι στον ουρανό.
Εν Πάτμω
VII
Καθώς τα χρόνια επέστρεφαν
Στα λιβάδια της ρέμβης
Φως απ' το χόρτο ανέβαινε
Κι από τα βήματα
Φθόγγοι γλυκείς εγέμιζαν τον αέρα
Ω η σαγήνη τους
Καθαρό κι άσπρο ανάλαφρο
Πουλί από φως ανέβηκες
Με μιας το τραγούδι σου
Το τίναγμά σου χτύπησε
Του στήθους το σήμαντρο
Κι αντήχησε ο χρησμός
Των θρήνων
Κι όταν το χέρι άπληστο
Κλείδωνε με τη σήψη του
Το φλύαρο στόμα
Στο ξαφνιασμένο απόβροχο
Ουράνιο τόξο φάνηκες
Της ερημιάς, να ενώσεις
Την Πάτμο με το άφωνο.
*
"Αγαπητέ μου Νώντα
Χτες το βράδυ ξαφνικά μου ‘ρθε και μπήκα σ’ ένα καΐκι που θα μετέφερνε κρομμύδια στους Λειψούς και βρέθηκα στην Πάτμο. Και σου γράφω από εδώ.
Πολλές μέρες πριν άκουγα στο μυαλό εκείνες τις λέξεις της Αποκαλύψεως: «εις νήσον καλουμένην Πάτμον». Ποια Πάτμος θα μας λυτρώσει;"
(Επιστολή του ποιητή στον Επαμεινώνδα Γονατά)
Γιάννης Σταύρου, Εκδρομή, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Δ. Π. Παπαδίτσας
Το φεγγάρι
Δε σκέφτηκες ότι μια νύχτα κρυφά
Στις μύτες των ποδιών μου
Πήρα όλα τα οστά μας
Και τα βούτηξα – ας μην το μάθουν σε παρακαλώ
Στο φεγγάρι
Τώρα ας τραγουδήσουμε το φεγγάρι
Κανείς δεν θα μας πει ότι το περιέχουμε σαν έμβρυο
Η γνωστή ιστορία ότι τα έμβρυα μεγαλώνουν
Και στο τέλος αποχωρίζονται απ’ τις μητέρες τους
Θα επαναληφθεί κι εδώ
Και τότε μ’ έκπληξη οι συγγενείς οι φίλοι κι εμείς οι ίδιοι ακόμα
Θα πηγαίνουμε το φεγγάρι περίπατο
Θα το τραγουδάμε και θα μας τραγουδάει
Θα το ‘χουμε στα χέρια μας
Στο μυαλό μας στη συνήθεια να ξυπνάμε πρωί
Δεν γίνεται λόγος για τη σκέψη
Αυτή ανέκαθεν είναι το φεγγάρι
Και κάτι άλλο
Αν σε ρωτήσουν να τους πεις το μυστικό
Πες τους ένα ψέμα:
Υπάρχει ένα και μοναδικό φεγγάρι
Αυτό που είναι στον ουρανό.
Εν Πάτμω
VII
Καθώς τα χρόνια επέστρεφαν
Στα λιβάδια της ρέμβης
Φως απ' το χόρτο ανέβαινε
Κι από τα βήματα
Φθόγγοι γλυκείς εγέμιζαν τον αέρα
Ω η σαγήνη τους
Καθαρό κι άσπρο ανάλαφρο
Πουλί από φως ανέβηκες
Με μιας το τραγούδι σου
Το τίναγμά σου χτύπησε
Του στήθους το σήμαντρο
Κι αντήχησε ο χρησμός
Των θρήνων
Κι όταν το χέρι άπληστο
Κλείδωνε με τη σήψη του
Το φλύαρο στόμα
Στο ξαφνιασμένο απόβροχο
Ουράνιο τόξο φάνηκες
Της ερημιάς, να ενώσεις
Την Πάτμο με το άφωνο.
*
"Αγαπητέ μου Νώντα
Χτες το βράδυ ξαφνικά μου ‘ρθε και μπήκα σ’ ένα καΐκι που θα μετέφερνε κρομμύδια στους Λειψούς και βρέθηκα στην Πάτμο. Και σου γράφω από εδώ.
Πολλές μέρες πριν άκουγα στο μυαλό εκείνες τις λέξεις της Αποκαλύψεως: «εις νήσον καλουμένην Πάτμον». Ποια Πάτμος θα μας λυτρώσει;"
(Επιστολή του ποιητή στον Επαμεινώνδα Γονατά)
Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015
οι κουκουβάγιες ουρλιάζουνε...
Απόψε φθινοπώριασε
και τ’ όνειρο ξεθώριασε...
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα του φθινοπώρου, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Νίκος Γκάτσος
Τραγούδια
Eίναι λημέρι των Oύγγρων
Eίναι λημέρι των Oύγγρων
που το χινόπωρο οι φουντουκιές
πάνε κρυφά κι ανταμώνουνται.
Bλέπουν τους φρόνιμους πελαργούς
να βάφουν μαύρα τ’ αυγά τους
και τόνε κλαίνε κι αυτές.
Kαίνε τα νυχτικά τους
και φορούν το μισοφόρι της πάπιας.
Στρώνουν αστέρια καταγής
για να πατήσουν οι βασιλιάδες
με τ’ ασημένια τους χαϊμαλιά
με την κορώνα και την πορφύρα.
Σκορπάνε δεντρολίβανο στις βραγιές
για να περάσουν οι ποντικοί
να πάνε σ’ άλλο κελάρι.
Nα μπούνε σ’ άλλες εκκλησιές
να φαν τις Άγιες Tράπεζες
κι οι κουκουβάγιες παιδιά μου,
οι κουκουβάγιες ουρλιάζουνε.
Απόψε φθινοπώριασε
Απόψε πέφτει παγωνιά
στο δρόμο και στη γειτονιά
και μες στο βράδυ το θολό
θυμάμαι και μελαγχολώ.
Απόψε φθινοπώριασε
και τ’ όνειρο ξεθώριασε
καρδιά μου κάνε υπομονή
κι ο ήλιος θα ξαναφανεί.
Απόψε μύρισε βροχή
χειμώνας μπαίνει στην ψυχή
και στο δρομάκι το στενό
με πιάνει το παράπονο.
Αχερουσία
Καράβια ταξιδεύουν
στην Κίνα, την Ασία
κι ένα μικρό πλεούμενο
για την Αχερουσία
Κόσμος το βλέπει στο γυαλό
κι εκείνο προχωράει
χιλιάδες οι αμαρτωλοί
κι ο Αδης δε χωράει
Τρέχει παλεύει ο άνθρωπος
και χάνει το μυαλό του
για το σκυλί τον Κέρβερο
να βρει τον οβολό του
Δόξα και πλούτη κι ομορφιά
και της ζωής το ψέμα
όλα βουλιάζουν κάποτε
στου Αχέροντα το ρέμα
και τ’ όνειρο ξεθώριασε...
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα του φθινοπώρου, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Νίκος Γκάτσος
Τραγούδια
Eίναι λημέρι των Oύγγρων
Eίναι λημέρι των Oύγγρων
που το χινόπωρο οι φουντουκιές
πάνε κρυφά κι ανταμώνουνται.
Bλέπουν τους φρόνιμους πελαργούς
να βάφουν μαύρα τ’ αυγά τους
και τόνε κλαίνε κι αυτές.
Kαίνε τα νυχτικά τους
και φορούν το μισοφόρι της πάπιας.
Στρώνουν αστέρια καταγής
για να πατήσουν οι βασιλιάδες
με τ’ ασημένια τους χαϊμαλιά
με την κορώνα και την πορφύρα.
Σκορπάνε δεντρολίβανο στις βραγιές
για να περάσουν οι ποντικοί
να πάνε σ’ άλλο κελάρι.
Nα μπούνε σ’ άλλες εκκλησιές
να φαν τις Άγιες Tράπεζες
κι οι κουκουβάγιες παιδιά μου,
οι κουκουβάγιες ουρλιάζουνε.
Απόψε φθινοπώριασε
Απόψε πέφτει παγωνιά
στο δρόμο και στη γειτονιά
και μες στο βράδυ το θολό
θυμάμαι και μελαγχολώ.
Απόψε φθινοπώριασε
και τ’ όνειρο ξεθώριασε
καρδιά μου κάνε υπομονή
κι ο ήλιος θα ξαναφανεί.
Απόψε μύρισε βροχή
χειμώνας μπαίνει στην ψυχή
και στο δρομάκι το στενό
με πιάνει το παράπονο.
Αχερουσία
Καράβια ταξιδεύουν
στην Κίνα, την Ασία
κι ένα μικρό πλεούμενο
για την Αχερουσία
Κόσμος το βλέπει στο γυαλό
κι εκείνο προχωράει
χιλιάδες οι αμαρτωλοί
κι ο Αδης δε χωράει
Τρέχει παλεύει ο άνθρωπος
και χάνει το μυαλό του
για το σκυλί τον Κέρβερο
να βρει τον οβολό του
Δόξα και πλούτη κι ομορφιά
και της ζωής το ψέμα
όλα βουλιάζουν κάποτε
στου Αχέροντα το ρέμα
Πέμπτη 9 Ιουλίου 2015
ανοίγεσαι μεσ’ στη λησμονιά κι ολοένα θυμάσαι...
Να απαγορεύεις το μέλλον ολόκληρο
στον εαυτό σου μέσα και να βλέπεις ήρεμος
το δυστύχημα της υπάρξεως...
Γιάννης Σταύρου, Ναύπλιο, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Νίκος Καρούζος
Η χαρά
Να έχεις το κύμα να χάνεσαι στο πλήθος
έρημος ώς τα σπλάχνα
δεν τραγουδάς
ανοίγεσαι μεσ’ στη λησμονιά κι ολοένα θυμάσαι
χρόνος αδηφάγος οπού σε κάνει αυξανόμενο νεκρό.
Να έχεις το κύμα να χάνεσαι στο πλήθος
ή ο λαιμός να καίγεται
ποιός άλλος θρίαμβος
των ηττημένων…
Α η χαρά μας είναι τρομερή με τ’ αστέρια
κομματιασμένα σε δροσερό θάνατο.
Κι ο ήλιος κάθε μέρα έρχεται
με ένα παλιό όπλο και πολλές σφαίρες.
(Η έλαφος των άστρων)
*
Μη γίνεσ’ ένα μ’ αυτά τα καθιστόζωα
που σοφάρουν εξουθενωμένα και δένονται
στ’ αυτοκίνητα.
Να απαγορεύεις το μέλλον ολόκληρο
στον εαυτό σου μέσα και να βλέπεις ήρεμος
το δυστύχημα της υπάρξεως.
*
Κομμένος όπως το λουλούδι μέσ’το βάζο
θα ζούσε το απόλυτο και ο άνθρωπος χωρίς να ζεί.
Θα ‘τανε χιόνι απάτητο
βροχή που πήρε άλλη απόφαση
και δεν θα πέσει.
Θα ‘τανε μια πασίλευκη
και ώριμη σιγή που ξεσκεπάζει
πως η γαλήνη είν’ ο θεός λέξη προς λέξη
δίχως να περισεύει τίποτα.
(Λευκοπλάστης για μικρές και μεγάλες αντινομίες)
στον εαυτό σου μέσα και να βλέπεις ήρεμος
το δυστύχημα της υπάρξεως...
Νίκος Καρούζος
Η χαρά
Να έχεις το κύμα να χάνεσαι στο πλήθος
έρημος ώς τα σπλάχνα
δεν τραγουδάς
ανοίγεσαι μεσ’ στη λησμονιά κι ολοένα θυμάσαι
χρόνος αδηφάγος οπού σε κάνει αυξανόμενο νεκρό.
Να έχεις το κύμα να χάνεσαι στο πλήθος
ή ο λαιμός να καίγεται
ποιός άλλος θρίαμβος
των ηττημένων…
Α η χαρά μας είναι τρομερή με τ’ αστέρια
κομματιασμένα σε δροσερό θάνατο.
Κι ο ήλιος κάθε μέρα έρχεται
με ένα παλιό όπλο και πολλές σφαίρες.
(Η έλαφος των άστρων)
*
Μη γίνεσ’ ένα μ’ αυτά τα καθιστόζωα
που σοφάρουν εξουθενωμένα και δένονται
στ’ αυτοκίνητα.
Να απαγορεύεις το μέλλον ολόκληρο
στον εαυτό σου μέσα και να βλέπεις ήρεμος
το δυστύχημα της υπάρξεως.
*
Κομμένος όπως το λουλούδι μέσ’το βάζο
θα ζούσε το απόλυτο και ο άνθρωπος χωρίς να ζεί.
Θα ‘τανε χιόνι απάτητο
βροχή που πήρε άλλη απόφαση
και δεν θα πέσει.
Θα ‘τανε μια πασίλευκη
και ώριμη σιγή που ξεσκεπάζει
πως η γαλήνη είν’ ο θεός λέξη προς λέξη
δίχως να περισεύει τίποτα.
(Λευκοπλάστης για μικρές και μεγάλες αντινομίες)
Τετάρτη 24 Ιουνίου 2015
Πώς να την πάρεις τη ζωή δόλωμα του θανάτου;
Μα η γενιά της μεγάλης ανταρσίας
Χάραξε πάνω στα βράχια της Ύδρας ή σε μέρος άγνωστο:
Ανθρώπινη νομιμότητα δεν υπάρχει
Η νομιμότητα είναι έννοια μεταφυσική...
Γιάννης Σταύρου, Ύδρα, λάδι σε καμβά
Ζήσιμος Λορεντζάτος
Συλλογή
(Απόσπασμα)
Καημένη αγάπη της στεριάς και που δε σε περπάτησα
Και που δε σε κολύμπησα της θάλασσας αγάπη –
Τέτοια χαρά στον ουρανό και τέτοιο φως στον κόσμο
Πώς να την πάρεις τη ζωή δόλωμα του θανάτου;
Μικρά Σύρτις
(Απόσπασμα)
*
Μα η γενιά της μεγάλης ανταρσίας
Χάραξε πάνω στα βράχια της Ύδρας ή σε μέρος άγνωστο:
Ανθρώπινη νομιμότητα δεν υπάρχει
Η νομιμότητα είναι έννοια μεταφυσική
Και η μεταφορά της από το θείο στο ανθρώπινο επίπεδο
Για λόγους ΜΗ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥΣ όπως έγινε η γίνεται σήμερα
Δεν αποτελεί υποχρέωση
Για όσους βρίσκουνται ακόμα σε ΖΩΝΤΑΝΗ επαφή με το σύμπαν
Δηλαδή τη θεότητα
*
Όπως οι βασιλιάδες στα νομίσματα
που τριφτήκαν στων λαών τα χέρια ξεπροβάλλει
το μισοφαγωμένο πρόσωπο του Εμπεδοκλή
Αίματος εν πελάγεσσι αντιθορόντος
Τέτοιες ώρες τον κόσμο αυτόν όταν κοιτάζω
Που πάει να δέσει σα βαρέλι όλη τη σφαίρα
Στου λογικού τα τσέρκια ή όταν από παντού
Με ζώνει το τυφλό σταμάτημα του πάθους
Στο αίμα γυρνάω που θρέφει ως πέλαγος το νου μας
Στο μαύρο αίμα που ήπιε ο Τειρεσίας
Κι οι αρχαίες προφητικές ψυχές στον άδη
Στο περικάρδιον αίμα ανθρώποις νόημα
Του χορευτή που κάνει αυτό το πάτωμα
Κόσκινο με των τακουνιών το ντουφεκίδι
Κι απ’ τα κατάβαθα της πατρικής μου γης
Βλέποντας τη διπλή παράδοση φωνάζω
Σκοτεινή δύναμη άγρια φανερώσου
Αντίμαχη της κλασικής Ελλάδας
Και λύτρωσε με απ’ το λευκό της κίονα που με κλείνει
*
Μα την πληγή του ανθρώπου όταν αφόρμισε
Την έγιανε η μητέρα αυτού του ποταμού
Γερόντισσα εκατόχρονη που είδα το γένι της αραιό
Μια Κυριακή να στάζει από μαρίσα
Καθώς η τρίχα στο κατωσάγονο του αλόγου
Όταν σηκώνει το κεφάλι από μια γούρνα
Λέω το μεγάλο φωτεινό θεό
Μοναχογιό της χήρας αιωνιότητας
Που δένεται καλούμα στις περιπλανήσεις του
Με το Σταυρό του Νότου στα μεσούρανα
Και τον αστερισμό της Ανδρομέδας
Χάραξε πάνω στα βράχια της Ύδρας ή σε μέρος άγνωστο:
Ανθρώπινη νομιμότητα δεν υπάρχει
Η νομιμότητα είναι έννοια μεταφυσική...
Γιάννης Σταύρου, Ύδρα, λάδι σε καμβά
Ζήσιμος Λορεντζάτος
Συλλογή
(Απόσπασμα)
Καημένη αγάπη της στεριάς και που δε σε περπάτησα
Και που δε σε κολύμπησα της θάλασσας αγάπη –
Τέτοια χαρά στον ουρανό και τέτοιο φως στον κόσμο
Πώς να την πάρεις τη ζωή δόλωμα του θανάτου;
Μικρά Σύρτις
(Απόσπασμα)
*
Μα η γενιά της μεγάλης ανταρσίας
Χάραξε πάνω στα βράχια της Ύδρας ή σε μέρος άγνωστο:
Ανθρώπινη νομιμότητα δεν υπάρχει
Η νομιμότητα είναι έννοια μεταφυσική
Και η μεταφορά της από το θείο στο ανθρώπινο επίπεδο
Για λόγους ΜΗ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥΣ όπως έγινε η γίνεται σήμερα
Δεν αποτελεί υποχρέωση
Για όσους βρίσκουνται ακόμα σε ΖΩΝΤΑΝΗ επαφή με το σύμπαν
Δηλαδή τη θεότητα
*
Όπως οι βασιλιάδες στα νομίσματα
που τριφτήκαν στων λαών τα χέρια ξεπροβάλλει
το μισοφαγωμένο πρόσωπο του Εμπεδοκλή
Αίματος εν πελάγεσσι αντιθορόντος
Τέτοιες ώρες τον κόσμο αυτόν όταν κοιτάζω
Που πάει να δέσει σα βαρέλι όλη τη σφαίρα
Στου λογικού τα τσέρκια ή όταν από παντού
Με ζώνει το τυφλό σταμάτημα του πάθους
Στο αίμα γυρνάω που θρέφει ως πέλαγος το νου μας
Στο μαύρο αίμα που ήπιε ο Τειρεσίας
Κι οι αρχαίες προφητικές ψυχές στον άδη
Στο περικάρδιον αίμα ανθρώποις νόημα
Του χορευτή που κάνει αυτό το πάτωμα
Κόσκινο με των τακουνιών το ντουφεκίδι
Κι απ’ τα κατάβαθα της πατρικής μου γης
Βλέποντας τη διπλή παράδοση φωνάζω
Σκοτεινή δύναμη άγρια φανερώσου
Αντίμαχη της κλασικής Ελλάδας
Και λύτρωσε με απ’ το λευκό της κίονα που με κλείνει
*
Μα την πληγή του ανθρώπου όταν αφόρμισε
Την έγιανε η μητέρα αυτού του ποταμού
Γερόντισσα εκατόχρονη που είδα το γένι της αραιό
Μια Κυριακή να στάζει από μαρίσα
Καθώς η τρίχα στο κατωσάγονο του αλόγου
Όταν σηκώνει το κεφάλι από μια γούρνα
Λέω το μεγάλο φωτεινό θεό
Μοναχογιό της χήρας αιωνιότητας
Που δένεται καλούμα στις περιπλανήσεις του
Με το Σταυρό του Νότου στα μεσούρανα
Και τον αστερισμό της Ανδρομέδας
Τρίτη 9 Ιουνίου 2015
χαμένες ιστορίες...
τον αγέρα να 'ρθεί
στα πανιά του παίρνοντας
μισεμούς με συγκρατημένα δάκρυα
κι άγρια πανηγύρια γυρισμού τάζοντας...
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα στον Υμμηττό, λάδι σε καμβά
Δημήτριος Αντωνίου
Tης μοναξιάς ο ύπνος μισοθάνατος
Tης μοναξιάς ο ύπνος μισοθάνατος·
γυρίζει τις εικόνες διψασμένα όνειρα,
είν' ο βυθός τα χρώματα...
Ξαναγυρίζει στη ζωή με μουσικές παράξενες,
γι' αυτό δεν είναι θάνατος,
κυκλόφερτου ανέμου αλλαγή
δίνει καιρό να συλλογίζομαι
σαν ξελογιάζεις τα όνειρα
ξύπνε· και ντύνω νυφικό ζωής
τα κλώνια χειμωνιάτικου βραχνά
με μαγικά λουλούδια άνοιξης.
Tο δίκοπο μαχαίρι της ζωής κρατάς!
Tους γνώρισα από παλιά γράμματά τους
Tης Aνάμνησης
Tους γνώρισα από παλιά γράμματά τους·
χαμένες ιστορίες,
τις ξαναβρήκα τότε
παραμύθια παράδεισου
στα παιδικά μου χρόνια
και κόλασης πια τώρα.
Tρυφερότη και σκληρότη μιας μοναξιάς·
η θάλασσα
κι η καρδιά σου
φωλιά από φίδια και λουλούδια
κλειστή
μένει
σαν εκείνων...
Aπόψε
το σκέφτεσαι κι η λησμονιά τους
θα γιατρευόταν μ' ένα μικρό παιδί
κλαδί από το ίδιο δέντρο τους,
αυτό τουλάχιστον θα ξαναφώναζε
στο σαρακωμένο πύργο τους
τον αγέρα να 'ρθεί
στα πανιά του παίρνοντας
μισεμούς με συγκρατημένα δάκρυα
κι άγρια πανηγύρια γυρισμού τάζοντας.
στα πανιά του παίρνοντας
μισεμούς με συγκρατημένα δάκρυα
κι άγρια πανηγύρια γυρισμού τάζοντας...
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα στον Υμμηττό, λάδι σε καμβά
Δημήτριος Αντωνίου
Tης μοναξιάς ο ύπνος μισοθάνατος
Tης μοναξιάς ο ύπνος μισοθάνατος·
γυρίζει τις εικόνες διψασμένα όνειρα,
είν' ο βυθός τα χρώματα...
Ξαναγυρίζει στη ζωή με μουσικές παράξενες,
γι' αυτό δεν είναι θάνατος,
κυκλόφερτου ανέμου αλλαγή
δίνει καιρό να συλλογίζομαι
σαν ξελογιάζεις τα όνειρα
ξύπνε· και ντύνω νυφικό ζωής
τα κλώνια χειμωνιάτικου βραχνά
με μαγικά λουλούδια άνοιξης.
Tο δίκοπο μαχαίρι της ζωής κρατάς!
Tους γνώρισα από παλιά γράμματά τους
Tης Aνάμνησης
Tους γνώρισα από παλιά γράμματά τους·
χαμένες ιστορίες,
τις ξαναβρήκα τότε
παραμύθια παράδεισου
στα παιδικά μου χρόνια
και κόλασης πια τώρα.
Tρυφερότη και σκληρότη μιας μοναξιάς·
η θάλασσα
κι η καρδιά σου
φωλιά από φίδια και λουλούδια
κλειστή
μένει
σαν εκείνων...
Aπόψε
το σκέφτεσαι κι η λησμονιά τους
θα γιατρευόταν μ' ένα μικρό παιδί
κλαδί από το ίδιο δέντρο τους,
αυτό τουλάχιστον θα ξαναφώναζε
στο σαρακωμένο πύργο τους
τον αγέρα να 'ρθεί
στα πανιά του παίρνοντας
μισεμούς με συγκρατημένα δάκρυα
κι άγρια πανηγύρια γυρισμού τάζοντας.
Τρίτη 2 Ιουνίου 2015
Ο χρόνος συνθλίβεται...
ν’ ακούς τη σιωπή να θρυμματίζεται απ’ τις οπλές
του χρόνου χωρίς να ξέρεις πώς να μπεις
στο θάνατο
ή πώς να σταματήσεις το χορό των σκιάχτρων...
Γιάννης Σταύρου, Αλλαγή βάρδιας, λάδι σε καμβά
Σπύρος Τσακνιάς
Στο βυθό
Χωρίς λουλούδια χωρίς σημαίες χωρίς
τις μικρές -ή μεγάλες-
αυταπάτες. Ανοίγοντας
μονοπάτια στη στάχτη.
Με την κλεψύδρα στο χέρι. Και
τον εξάντα των ορθών συλλογισμών.
Στον
ωκεανό της πλάνης.
Μ`ένα όνειρο – σκάφανδρο
προσεγγίζω το βυθό.
Το σύμπαν διαθλάται.
Ο χρόνος συνθλίβεται.
Ξημέρωμα
Θαμποχαράζει όταν κλείνω το βιβλίο
με τόσα αινίγματα στο μυαλό
πώς θα κοιμηθώ
βλέπω
χέρια να χτυπούν πλήκτρα
μα δεν ακούω μουσική
ακούω πυροβολισμούς
αλλά δε βλέπω δολοφόνους
όμως το σπίτι
γέμισε σκοτωμένους
ο κήπος γέμισε φαντάσματα
κάθονται κάτω απ’ την κληματαριά
κάτω απ’ τα πλατιά μαύρα καπέλα τους
πότε-πότε σηκώνουν τα κεφάλια τους
σα να ψάχνουν για σημάδια στον ουρανό
κι ύστερα χάνονται
στο μεγάλο σχήμα της αυγής.
Σιωπηλή πορεία
Η γυναίκα που βγαίνει απ` τον ύπνο
με τα όνειρά της αχνιστά
στο σκοτάδι που λάμπει απ` την επιθυμία του φωτός
όπως φαρμακερό ποτάμι
που σκίζει στα δυό τον κοιμισμένο κάμπο
μια νύχτα μ` αφρισμένο φεγγάρι
παλεύει να κρατήσει στην αγκαλιά της
την άσαρκη εικόνα του φονιά
ενώ η παλίρροια ανοίγει το χορό των νερών
και τα φύλλα πριν γίνουν φυτόχωμα
στροβιλίζονται με το γύρισμα του χρόνου.
Αμηχανία
Σχήματα ρευστά κινούμενα όνειρα
σκιές διαλυμένες και ρωγμές
να μπαίνεις ελεύθερα στον κόσμο ή να βγαίνεις
είναι καλό επιχείρημα η ελευθερία
για να ερωτεύεσαι ή να φυγομαχείς
ν’ αφομοιώνεις το σύμπαν ή να λικνίζεσαι
με τις ανταύγειες του νερού που λάμπει
ή ν’ ανγναντεύεις το περιστέρι στο καμπαναριό
του Αγίου
ν’ αφήνεσαι άβουλα στη βία των ειδήσεων
εσύ που είχες ποθήσει λίγον ύπνο στη δροσιά
των φίλων
ν’ ακούς τη σιωπή να θρυμματίζεται απ’ τις οπλές
του χρόνου χωρίς να ξέρεις πώς να μπεις
στο θάνατο
ή πώς να σταματήσεις το χορό των σκιάχτρων.
του χρόνου χωρίς να ξέρεις πώς να μπεις
στο θάνατο
ή πώς να σταματήσεις το χορό των σκιάχτρων...
Γιάννης Σταύρου, Αλλαγή βάρδιας, λάδι σε καμβά
Σπύρος Τσακνιάς
Στο βυθό
Χωρίς λουλούδια χωρίς σημαίες χωρίς
τις μικρές -ή μεγάλες-
αυταπάτες. Ανοίγοντας
μονοπάτια στη στάχτη.
Με την κλεψύδρα στο χέρι. Και
τον εξάντα των ορθών συλλογισμών.
Στον
ωκεανό της πλάνης.
Μ`ένα όνειρο – σκάφανδρο
προσεγγίζω το βυθό.
Το σύμπαν διαθλάται.
Ο χρόνος συνθλίβεται.
Ξημέρωμα
Θαμποχαράζει όταν κλείνω το βιβλίο
με τόσα αινίγματα στο μυαλό
πώς θα κοιμηθώ
βλέπω
χέρια να χτυπούν πλήκτρα
μα δεν ακούω μουσική
ακούω πυροβολισμούς
αλλά δε βλέπω δολοφόνους
όμως το σπίτι
γέμισε σκοτωμένους
ο κήπος γέμισε φαντάσματα
κάθονται κάτω απ’ την κληματαριά
κάτω απ’ τα πλατιά μαύρα καπέλα τους
πότε-πότε σηκώνουν τα κεφάλια τους
σα να ψάχνουν για σημάδια στον ουρανό
κι ύστερα χάνονται
στο μεγάλο σχήμα της αυγής.
Σιωπηλή πορεία
Η γυναίκα που βγαίνει απ` τον ύπνο
με τα όνειρά της αχνιστά
στο σκοτάδι που λάμπει απ` την επιθυμία του φωτός
όπως φαρμακερό ποτάμι
που σκίζει στα δυό τον κοιμισμένο κάμπο
μια νύχτα μ` αφρισμένο φεγγάρι
παλεύει να κρατήσει στην αγκαλιά της
την άσαρκη εικόνα του φονιά
ενώ η παλίρροια ανοίγει το χορό των νερών
και τα φύλλα πριν γίνουν φυτόχωμα
στροβιλίζονται με το γύρισμα του χρόνου.
Αμηχανία
Σχήματα ρευστά κινούμενα όνειρα
σκιές διαλυμένες και ρωγμές
να μπαίνεις ελεύθερα στον κόσμο ή να βγαίνεις
είναι καλό επιχείρημα η ελευθερία
για να ερωτεύεσαι ή να φυγομαχείς
ν’ αφομοιώνεις το σύμπαν ή να λικνίζεσαι
με τις ανταύγειες του νερού που λάμπει
ή ν’ ανγναντεύεις το περιστέρι στο καμπαναριό
του Αγίου
ν’ αφήνεσαι άβουλα στη βία των ειδήσεων
εσύ που είχες ποθήσει λίγον ύπνο στη δροσιά
των φίλων
ν’ ακούς τη σιωπή να θρυμματίζεται απ’ τις οπλές
του χρόνου χωρίς να ξέρεις πώς να μπεις
στο θάνατο
ή πώς να σταματήσεις το χορό των σκιάχτρων.
Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015
τα φονικά θλιμμένα κρίνα της νύχτας σου...
Υπάρχουν φορές που τη νύχτα νιώθω μια ταραχή κι ανακαθίζω
σ’ αυτήν την κόγχη όπου εδώ και 45 χρόνια σαπίζω,
και περνώ πολλές ώρες ακούγοντας το βογκητό του τυφώνα
ή το γάβγισμα των σκύλων ή τη θαμπή ροή του σεληνόφωτος...
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη με φεγγάρι, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Ντάμασο Αλόνσο
Ξαγρύπνια
Μαδρίτη: πόλη με περισσότερα από ένα εκατομμύριο πτώματα
(σύμφωνα με τις τελευταίες στατιστικές).
Υπάρχουν φορές που τη νύχτα νιώθω μια ταραχή κι ανακαθίζω
σ’ αυτήν την κόγχη όπου εδώ και 45 χρόνια σαπίζω,
και περνώ πολλές ώρες ακούγοντας το βογκητό του τυφώνα
ή το γάβγισμα των σκύλων ή τη θαμπή ροή του σεληνόφωτος.
Και πολλές ώρες περνώ βογκώντας ως τυφώνας, γαβγίζοντας ως σκύλος,
μανισμένος, ρέοντας ως γάλα από μαστό ζεστό μιας μεγάλης αγελάδας κίτρινης.
Και ώρες πολλές περνώ ρωτώντας το Θεό, ρωτώντας τον
γιατί σαπίζει αργά η ψυχή μου,
γιατί σαπίζουν περισσότερα από ένα εκατομμύριο πτώματα
σ’ αυτήν την πόλη της Μαδρίτης,
γιατί δισεκατομμύρια πτώματα αργοσαπίζουν στον κόσμο.
Πες μου: τι είδους κήπο θέλεις να λιπάνεις με τη σήψη μας;
Τρέμεις τάχα μη μαραθούν τα μεγάλα ρόδα της ημέρας,
τα φονικά θλιμμένα κρίνα της νύχτας σου;
(μετ. Έλενα Σταγκουράκη)
σ’ αυτήν την κόγχη όπου εδώ και 45 χρόνια σαπίζω,
και περνώ πολλές ώρες ακούγοντας το βογκητό του τυφώνα
ή το γάβγισμα των σκύλων ή τη θαμπή ροή του σεληνόφωτος...
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη με φεγγάρι, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Ντάμασο Αλόνσο
Ξαγρύπνια
Μαδρίτη: πόλη με περισσότερα από ένα εκατομμύριο πτώματα
(σύμφωνα με τις τελευταίες στατιστικές).
Υπάρχουν φορές που τη νύχτα νιώθω μια ταραχή κι ανακαθίζω
σ’ αυτήν την κόγχη όπου εδώ και 45 χρόνια σαπίζω,
και περνώ πολλές ώρες ακούγοντας το βογκητό του τυφώνα
ή το γάβγισμα των σκύλων ή τη θαμπή ροή του σεληνόφωτος.
Και πολλές ώρες περνώ βογκώντας ως τυφώνας, γαβγίζοντας ως σκύλος,
μανισμένος, ρέοντας ως γάλα από μαστό ζεστό μιας μεγάλης αγελάδας κίτρινης.
Και ώρες πολλές περνώ ρωτώντας το Θεό, ρωτώντας τον
γιατί σαπίζει αργά η ψυχή μου,
γιατί σαπίζουν περισσότερα από ένα εκατομμύριο πτώματα
σ’ αυτήν την πόλη της Μαδρίτης,
γιατί δισεκατομμύρια πτώματα αργοσαπίζουν στον κόσμο.
Πες μου: τι είδους κήπο θέλεις να λιπάνεις με τη σήψη μας;
Τρέμεις τάχα μη μαραθούν τα μεγάλα ρόδα της ημέρας,
τα φονικά θλιμμένα κρίνα της νύχτας σου;
(μετ. Έλενα Σταγκουράκη)
Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2015
Της πεθαμένης της χαράς...
Μου λέει για τις αμυγδαλιές
π' ανθίζουν άσπρο χιόνι,
μου λέει για τριανταφυλλιές
και μοίρεται, τ' αηδόνι...
Ναπολέων Λαπαθιώτης
Αναμνήσεις
Τὸ κάθε τι ποὺ πέρασε, γιὰ πάντα μ᾿ ἔχει σκλάβο
κι ὅσο γυρεύεις Σήμερα, τὸ Χτὲς νὰ μ᾿ ἀφανίσεις,
τόσο σὲ ῾κεῖνο θὰ γυρνῶ καὶ τόσο δὲ θὰ παύω
νὰ ζῶ στὶς ἀναμνήσεις...
Θαρρεῖς καὶ κάτι μόνιμα, μπροστά μ᾿ εἶναι πεσμένο
καὶ κρύβοντας καὶ σβήνοντας ὁλότελα τὸ Τώρα,
μὲ κάνει νὰ μὴ χαίρουμαι καὶ μήτε νὰ προσμένω
καινούργια, τάχα, δῶρα...
Σ᾿ ὅτι ποθεῖ καὶ σ᾿ ὅτι ζεῖ, ἡ ψυχή μου μένει ξένη
κι οὔτε μπορεῖς, Φωνὴ Ζωῆς, ἀλλιῶς νὰ τὴ δονήσεις,
παρὰ θαμπὰ καὶ μακρινά, σὰ μουσικὴ ποὺ βγαίνει
μέσ᾿ ἀπ᾿ τὶς ἀναμνήσεις...
Τῆς πεθαμένης τῆς χαρᾶς, ἔχει στερέψει ἡ βρύση
κι οὔτε γυρεύει θάματα κι οὔτε προσμένει δῶρα
κι οὔτε μπορεῖ πιὰ τίποτα νὰ τὴ παρηγορήσει,
παρὰ ὅτι ἦταν ὡς τώρα...
Έχω ένα αηδόνι
Ἔχω ἕν᾿ ἀηδόνι στὸ κλουβὶ
κι ἀπ᾿ τὸ καημό του λιώνει.
Ἔχω ἕν᾿ ἀηδόνι στὸ κλουβὶ
καὶ μοίρεται, τ᾿ ἀηδόνι.
Μοῦ λέει γιὰ τὶς ἀμυγδαλιὲς
π᾿ ἀνθίζουν ἄσπρο χιόνι,
μοῦ λέει γιὰ τριανταφυλλιὲς
καὶ μοίρεται, τ᾿ ἀηδόνι...
Καὶ παραδέρνει ἀνώφελα
καὶ τὰ φτερά τ᾿ ἁπλώνει,
κάθε ποὺ φεύγουν τὰ πουλιὰ
κι ἀναρριγοῦν οἱ κλῶνοι...
π' ανθίζουν άσπρο χιόνι,
μου λέει για τριανταφυλλιές
και μοίρεται, τ' αηδόνι...
Ναπολέων Λαπαθιώτης
Αναμνήσεις
Τὸ κάθε τι ποὺ πέρασε, γιὰ πάντα μ᾿ ἔχει σκλάβο
κι ὅσο γυρεύεις Σήμερα, τὸ Χτὲς νὰ μ᾿ ἀφανίσεις,
τόσο σὲ ῾κεῖνο θὰ γυρνῶ καὶ τόσο δὲ θὰ παύω
νὰ ζῶ στὶς ἀναμνήσεις...
Θαρρεῖς καὶ κάτι μόνιμα, μπροστά μ᾿ εἶναι πεσμένο
καὶ κρύβοντας καὶ σβήνοντας ὁλότελα τὸ Τώρα,
μὲ κάνει νὰ μὴ χαίρουμαι καὶ μήτε νὰ προσμένω
καινούργια, τάχα, δῶρα...
Σ᾿ ὅτι ποθεῖ καὶ σ᾿ ὅτι ζεῖ, ἡ ψυχή μου μένει ξένη
κι οὔτε μπορεῖς, Φωνὴ Ζωῆς, ἀλλιῶς νὰ τὴ δονήσεις,
παρὰ θαμπὰ καὶ μακρινά, σὰ μουσικὴ ποὺ βγαίνει
μέσ᾿ ἀπ᾿ τὶς ἀναμνήσεις...
Τῆς πεθαμένης τῆς χαρᾶς, ἔχει στερέψει ἡ βρύση
κι οὔτε γυρεύει θάματα κι οὔτε προσμένει δῶρα
κι οὔτε μπορεῖ πιὰ τίποτα νὰ τὴ παρηγορήσει,
παρὰ ὅτι ἦταν ὡς τώρα...
Έχω ένα αηδόνι
Ἔχω ἕν᾿ ἀηδόνι στὸ κλουβὶ
κι ἀπ᾿ τὸ καημό του λιώνει.
Ἔχω ἕν᾿ ἀηδόνι στὸ κλουβὶ
καὶ μοίρεται, τ᾿ ἀηδόνι.
Μοῦ λέει γιὰ τὶς ἀμυγδαλιὲς
π᾿ ἀνθίζουν ἄσπρο χιόνι,
μοῦ λέει γιὰ τριανταφυλλιὲς
καὶ μοίρεται, τ᾿ ἀηδόνι...
Καὶ παραδέρνει ἀνώφελα
καὶ τὰ φτερά τ᾿ ἁπλώνει,
κάθε ποὺ φεύγουν τὰ πουλιὰ
κι ἀναρριγοῦν οἱ κλῶνοι...
Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015
Και τα δέντρα πετάριζαν από χαρά...
Ήταν ένας πελώριος, μαγευτικός κήπος, μ' απαλή πράσινη χλόη και χιλιάδες
πολύχρωμα λουλούδια όμοια μ' αστέρια κι ακόμα, εδώ κι εκεί, δώδεκα ροδακινιές
φορτωμένες ρόδινα κι ολόλευκα ντελικάτα ανθάκια απ' της άνοιξης τ' άγγιγμα,
που το φθινόπωρο βάραιναν απ' τα πολύχυμα φρούτα...
Γιάννης Σταύρου, Άνοιξη στον Υμηττό, λάδι σε καμβά
Oscar Wilde
The Selfish Giant
Every afternoon, as they were coming from school, the children used to go and play in the Giant's garden.
It was a large lovely garden, with soft green grass. Here and there over the grass stood beautiful flowers like stars, and there were twelve peach-trees that in the spring-time broke out into delicate blossoms of pink and pearl, and in the autumn bore rich fruit.
The birds sat on the trees and sang so sweetly that the children used to stop their games in order to listen to them. «How happy we are here!» they cried to each other.
One day the Giant came back. He had been to visit his friend the Cornish ogre, and had stayed with him for seven years. After the seven years were over he had said all that he had to say, for his conversation was limited, and he determined to return to his own castle.
When he arrived he saw the children playing in the garden.
«What are you doing here?» he cried in a very gruff voice, and the children ran away.
«My own garden is my own garden,» said the Giant; «any one can understand that, and I will allow nobody to play in it but myself.»
So he built a high wall all round it, and put up a notice-board.
TRESPASSERS
WILL BE
PROSECUTED
He was a very selfish Giant.
The poor children had now nowhere to play. They tried to play on the road, but the road was very dusty and full of hard stones, and they did not like it.
They used to wander round the high wall when their lessons were over, and talk about the beautiful garden inside.
«How happy we were there,» they said to each other.
Then the Spring came, and all over the country there were little blossoms and little birds. Only in the garden of the Selfish Giant it was still winter.
The birds did not care to sing in it as there were no children, and the trees forgot to blossom.
Once a beautiful flower put its head out from the grass, but when it saw the notice-board it was so sorry for the children that it slipped back into the ground again, and went off to sleep.
The only people who were pleased were the Snow and the Frost.
«Spring has forgotten this garden,» they cried, «so we will live here all the year round.»
The Snow covered up the grass with her great white cloak, and the Frost painted all the trees silver.
Then they invited the North Wind to stay with them, and he came. He was wrapped in furs, and he roared all day about the garden, and blew the chimney-pots down.
«This is a delightful spot,» he said, «we must ask the Hail on a visit.»
So the Hail came. Every day for three hours he rattled on the roof of the castle till he broke most of the slates, and then he ran round and round the garden as fast as he could go. He was dressed in grey, and his breath was like ice.
«I cannot understand why the Spring is so late in coming,» said the Selfish Giant, as he sat at the window and looked out at his cold white garden; «I hope there will be a change in the weather.»
But the Spring never came, nor the Summer.
The Autumn gave golden fruit to every garden, but to the Giant's garden she gave none. «He is too selfish,» she said.
So it was always Winter there, and the North Wind, and the Hail, and the Frost, and the Snow danced about through the trees.
One morning the Giant was lying awake in bed when he heard some lovely music.
It sounded so sweet to his ears that he thought it must be the King's musicians passing by. It was really only a little linnet singing outside his window, but it was so long since he had heard a bird sing in his garden that it seemed to him to be the most beautiful music in the world.
Then the Hail stopped dancing over his head, and the North Wind ceased roaring, and a delicious perfume came to him through the open casement.
«I believe the Spring has come at last,» said the Giant; and he jumped out of bed and looked out.
What did he see?
He saw a most wonderful sight. Through a little hole in the wall the children had crept in, and they were sitting in the branches of the trees. In every tree that he could see there was a little child. And the trees were so glad to have the children back again that they had covered themselves with blossoms, and were waving their arms gently above the children's heads.
The birds were flying about and twittering with delight, and the flowers were looking up through the green grass and laughing.
It was a lovely scene, only in one corner it was still winter. It was the farthest corner of the garden, and in it was standing a little boy. He was so small that he could not reach up to the branches of the tree, and he was wandering all round it, crying bitterly.
The poor tree was still quite covered with frost and snow, and the North Wind was blowing and roaring above it. «Climb up! little boy,» said the Tree, and it bent its branches down as low as it could; but the boy was too tiny.
And the Giant's heart melted as he looked out.
«How selfish I have been!» he said; «now I know why the Spring would not come here. I will put that poor little boy on the top of the tree, and then I will knock down the wall, and my garden shall be the children's playground for ever and ever.»
He was really very sorry for what he had done.
So he crept downstairs and opened the front door quite softly, and went out into the garden.
But when the children saw him they were so frightened that they all ran away, and the garden became winter again. Only the little boy did not run, for his eyes were so full of tears that he did not see the Giant coming.
And the Giant stole up behind him and took him gently in his hand, and put him up into the tree. And the tree broke at once into blossom, and the birds came and sang on it, and the little boy stretched out his two arms and flung them round the Giant's neck, and kissed him.
And the other children, when they saw that the Giant was not wicked any longer, came running back, and with them came the Spring. «It is your garden now, little children,» said the Giant, and he took a great axe and knocked down the wall.
And when the people were going to market at twelve o'clock they found the Giant playing with the children in the most beautiful garden they had ever seen.
All day long they played, and in the evening they came to the Giant to bid him good-bye.
«But where is your little companion?» he said: «the boy I put into the tree.» The Giant loved him the best because he had kissed him.
«We don't know,» answered the children; «he has gone away.»
«You must tell him to be sure and come here to-morrow,» said the Giant.
But the children said that they did not know where he lived, and had never seen him before; and the Giant felt very sad.
Every afternoon, when school was over, the children came and played with the Giant. But the little boy whom the Giant loved was never seen again. The Giant was very kind to all the children, yet he longed for his first little friend, and often spoke of him. «How I would like to see him!» he used to say.
Years went over, and the Giant grew very old and feeble. He could not play about any more, so he sat in a huge armchair, and watched the children at their games, and admired his garden. «I have many beautiful flowers,» he said; «but the children are the most beautiful flowers of all.»
One winter morning he looked out of his window as he was dressing. He did not hate the Winter now, for he knew that it was merely the Spring asleep, and that the flowers were resting.
Suddenly he rubbed his eyes in wonder, and looked and looked. It certainly was a marvellous sight. In the farthest corner of the garden was a tree quite covered with lovely white blossoms. Its branches were all golden, and silver fruit hung down from them, and underneath it stood the little boy he had loved.
Downstairs ran the Giant in great joy, and out into the garden. He hastened across the grass, and came near to the child. And when he came quite close his face grew red with anger, and he said, «Who hath dared to wound thee?» For on the palms of the child's hands were the prints of two nails, and the prints of two nails were on the little feet.
«Who hath dared to wound thee?» cried the Giant; «tell me, that I may take my big sword and slay him.»
«Nay!» answered the child; «but these are the wounds of Love.»
«Who art thou?» said the Giant, and a strange awe fell on him, and he knelt before the little child.
And the child smiled on the Giant, and said to him, «You let me play once in your garden, to-day you shall come with me to my garden, which is Paradise.»
And when the children ran in that afternoon, they found the Giant lying dead under the tree, all covered with white blossoms.
Όσκαρ Ουάιλντ
Ο εγωιστής γίγαντας
Κάθε ἀπόγευμα, φεύγοντας ἀπ᾿ τὸ σχολεῖο, τὰ παιδιὰ τὸ ῾χαν συνήθεια νὰ παίζουν στὸν κῆπο τοῦ γίγαντα.
Ἦταν ἕνας πελώριος, μαγευτικὸς κῆπος, μ᾿ ἁπαλὴ πράσινη χλόη καὶ χιλιάδες πολύχρωμα λουλούδια ὅμοια μ᾿ ἀστέρια κι ἀκόμα, ἐδῶ κι ἐκεῖ, δώδεκα ροδακινιὲς φορτωμένες ρόδινα κι ὁλόλευκα ντελικάτα ἀνθάκια ἀπ᾿ τῆς ἄνοιξης τ᾿ ἄγγιγμα, ποὺ τὸ φθινόπωρο βάραιναν ἀπ᾿ τὰ πολύχυμα φροῦτα.
Τὰ πουλιὰ κάθονταν στὰ δέντρα καὶ κελαηδοῦσαν τόσο γλυκά, ποὺ τὰ παιδιὰ σταματοῦσαν τὸ παιχνίδι γιὰ νὰ τ᾿ ἀκούσουν. «Πόσο εὐτυχισμένα εἴμαστε ἐδῶ!» ἔλεγαν ἀναμεταξύ τους.
Κάποια μέρα ὁ γίγαντας γύρισε. Ἑφτὰ ὁλόκερα χρόνια ἦταν σ᾿ ἐπίσκεψη, στὸ φίλο του τὸ δράκο τῆς Κόρνις, κι ὅταν τὰ χρόνια πέρασαν κι ἐκεῖνος εἶχε τελειώσει ὅ,τι εἶχε νὰ πεῖ -ἀφοῦ δὲν εἶχε καὶ πολλὰ νὰ συζητήσει- ἀποφάσισε τὸ γυρισμὸ στὸ κάστρο.
Τὴν ὥρα πού ῾φτασε, ἀντίκρισε τὰ παιδιὰ νὰ παίζουν στὸν κῆπο.
«Τί δουλειὰ ἔχετε ἐδῶ;» φώναξε μ᾿ ὀργή, καὶ τὰ παιδιὰ τό ῾βαλαν στὰ πόδια τρομαγμένα.
«Ὁ κῆπος εἶναι μοναχὰ δικός μου», εἶπε ὁ γίγαντας. «Ὅλοι μποροῦν νὰ τὸ καταλάβουν, καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέψω σὲ κανένα νὰ παίζει ἐδῶ, ἐκτὸς ἀπὸ μένα».
Κι ἔτσι, ἔχτισε ἕναν πελώριο τοῖχο ὁλόγυρα στὸν κῆπο, κι ὕστερα, κάρφωσε μία πινακίδα πού ῾λεγε:
Τὰ δύστυχα τὰ παιδιὰ τώρα δὲν εἶχαν μέρος νὰ παίξουν. Δοκίμασαν νὰ παίξουν στὸ δρόμο, ὅμως ἦταν γεμάτος σκόνη καὶ στουρναρόπετρες καὶ δὲν τοὺς ἄρεσε.
Βάλθηκαν τότε νὰ περιπλανιοῦνται γύρω ἀπ᾿ τοὺς ψηλοὺς τοίχους, ὅταν τέλειωναν τὰ μαθήματά τους, νοσταλγώντας τὸν ὄμορφο κῆπο.
«Πόσο εὐτυχισμένα ἤμασταν ἐκεῖ», ἔλεγαν ἀναμεταξύ τους.
Κι ὕστερα ἦρθε ἡ ἄνοιξη. Ἡ ἐξοχὴ γιόμισε ἀπὸ μικρὰ μπουμπούκια καὶ πουλάκια. Μονάχα στὸν κῆπο τοῦ Σκληρόκαρδου Γίγαντα ἦταν ἀκόμα χειμώνας.
Τὰ πουλιὰ οὔτε ποὺ νοιάστηκαν νὰ τραγουδήσουν γιὰ ῾κεῖνον, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχαν παιδιὰ ἐκεῖ, καὶ τὰ δέντρα λησμόνησαν ν᾿ ἀνθίσουν.
Ἂν καμιὰ φορὰ κανένα ὄμορφο λουλουδάκι ἔβγαζε τὸ κεφαλάκι του ἀπ᾿ τὸ γρασίδι, μόλις ἀντίκριζε τὴν πινακίδα ἔνιωθε τέτοια λύπη γιὰ τὰ παιδιά, ποὺ λούφαζε ξανὰ στὸ χῶμα, συνεχίζοντας τὸν ὕπνο του.
Οἱ μόνοι πού ῾ταν εὐχαριστημένοι ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν κατάσταση ἦταν τὸ χιόνι καὶ ἡ παγωνιά.
«Ἡ ἄνοιξη λησμόνησε αὐτὸ τὸν κῆπο», ἔλεγαν, «κι ἔτσι ἐμεῖς θὰ μείνουμε ἐδῶ ὅλο τὸ χρόνο».
Τὸ χιόνι τύλιξε τὸ γρασίδι μὲ τὸν ὁλόλευκο μανδύα του κι ἡ παγωνιὰ μπογιάτισε ὅλα τὰ δέντρα ἀσημένια.
Ὕστερα προσκάλεσαν καὶ τὸ Βόρειο Ἄνεμο νά ῾ρθει νὰ μείνει μαζί τους κι ἐκεῖνος ἦρθε τυλιγμένος μὲ βαριὰ γουναρικά. Ὁλημερὶς οὔρλιαζε πάνω ἀπ᾿ τὸν κῆπο καὶ φύσαγε μὲς στὶς καμινάδες.
«Μὰ τοῦτο εἶναι ἕνα θαυμάσιο μέρος», ἔλεγε- «πρέπει νὰ καλέσουμε καὶ τὸ χαλάζι».
Κι ἔτσι, τὸ χαλάζι, ντυμένο στὰ γκρίζα καὶ μ᾿ ἀνάσα ὅμοια μὲ πάγο, ἦρθε. Κάθε μέρα, γιὰ τρεῖς ὦρες, χοροπηδοῦσε πάνω στὴ στέγη τοῦ κάστρου, μέχρι ποὺ τὰ περισσότερα κεραμίδια ράγισαν, κι ὕστερα, γυρνοβόλαγε στὸν κῆπο, ὅσο πιὸ γρήγορα μποροῦσε.
«Δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω γιατὶ ἡ ἄνοιξη ἄργησε νά ῾ρθει», συλλογιζόταν ὁ Σκληρόκαρδος Γίγαντας, καθὼς γερμένος στὸ παράθυρο, κοιτοῦσε τὸν παγωμένο, ὁλόλευκο κῆπο.
«Ἐλπίζω νὰ φτιάξει ὁ καιρός»...
Ὅμως ἡ ἄνοιξη δὲν ἦρθε ποτέ, μήτε τὸ καλοκαίρι.
Κι ἔτσι ἦταν πάντα χειμώνας ἐκεῖ κι ὁ Βόρειος Ἄνεμος καὶ τὸ χαλάζι καὶ τὸ χιόνι κι ἡ παγωνιὰ ἀσταμάτητα χόρευαν ἀνάμεσα στὰ δέντρα.
Κάποιο πρωινό, ὁ Γίγαντας ἦταν ξαπλωμένος στὸ κρεβάτι του μ᾿ ἀνοιχτὰ μάτια, ὅταν ἄκουσε μία θεσπέσια μουσική.
Ἠχοῦσε τόσο γλυκὰ στ᾿ αὐτιά του ποὺ πίστεψε πὼς μᾶλλον θά ῾ταν οἱ μουσικοὶ τοῦ βασιλιᾶ ποὺ πέρναγαν -κι ὅμως, ἦταν μονάχα ἕνας μικρούλης σπίνος ποὺ τραγουδοῦσε ἔξω ἀπ᾿ τὸ παραθύρι του. Μὰ εἶχε κυλήσει τόσο πολὺς καιρὸς ἀπὸ τότε ποὺ τὸ στερνὸ τιτίβισμα εἶχε ἀκουστεῖ στὸν κῆπο του, ποὺ θάρρεψε πὼς ἦταν ἡ ὀμορφότερη μουσικὴ στὸν κόσμο.
Κι ἄξαφνα, τὸ χαλάζι σταμάτησε τὸ χορό του πάνω ἀπ᾿ τὸ κεφάλι τοῦ γίγαντα, ὁ Βόρειος Ἄνεμος ἔπαψε νὰ βρυχᾶται, καὶ μία μεθυστικὴ εὐωδιὰ τὸν τύλιξε, περνώντας ἀπ᾿ τ᾿ ἀνοιχτὸ παραθυρόφυλλο.
«Θαρρῶ πῶς ἡ ἄνοιξη ἐπιτέλους ἔφτασε», εἶπε ὁ Γίγαντας καὶ πηδώντας ἀπὸ τὸ κρεβάτι κοίταξε ἔξω.
Μὰ τί ἦταν αὐτὸ πού ῾πνιξε τὴ ματιά του;
Ἦταν ἡ πιὸ μαγευτικὴ εἰκόνα. Ἀπὸ ἕνα ἄνοιγμα στὸν τοῖχο, τὰ παιδιὰ σύρθηκαν μέσα καὶ σκαρφάλωσαν στὰ μπράτσα τῶν δέντρων. Σὲ κάθε δέντρο ποὺ ἀγκάλιαζε τὸ μάτι του ἀντίκριζε κι ἕνα παιδάκι. Καὶ τὰ δέντρα πετάριζαν ἀπὸ χαρὰ γιὰ τὰ παιδιὰ ποὺ γύρισαν, κι ἔτσι ντύθηκαν μὲ λουλούδια καὶ λύγιζαν τὰ μπράτσα τους ἁπαλά, πάνω ἀπὸ τὰ παιδικὰ κεφαλάκια.
Τὰ πουλιὰ φτερούγιζαν ὁλόγυρα τιτιβίζοντας μαγευτικὰ καὶ τὰ λουλούδια κρυφοκοίταζαν μέσ᾿ ἀπὸ τὴν πράσινη χλόη καὶ ξεκαρδίζονταν στὰ γέλια.
Ἦταν μία ὄμορφη εἰκόνα, μὰ ὅμως στὴν ἄκρη της κρατοῦσε ἀκόμα ὁ χειμώνας. Ἦταν ποὺ στὴν πιὸ ἀπόμερη γωνιὰ τοῦ κήπου, στέκονταν ἕνα μικρὸ ἀγόρι. Κι ἦταν τόσο μικρὸ ποὺ μήτε τὰ κλαδιὰ τοῦ δέντρου δὲν μπόραγε νὰ φτάσει, ἔτσι ποὺ ἀπελπισμένο βάλθηκε νὰ κόβει βόλτες γύρω τοῦ κλαίγοντας γοερά.
Τὸ καημένο τὸ δεντράκι ἦταν ἀκόμα σκεπασμένο ἀπὸ πάγο καὶ χιόνι, ὁ Βόρειος Ἄνεμος φυσοῦσε καὶ μούγκριζε ἀπὸ πάνω του.
«Σκαρφάλωσε, μικρό μου ἀγοράκι», ἔλεγε τὸ δέντρο, καὶ λύγιζε τὰ κλαδιά του ὅσο μποροῦσε, ἀλλὰ τὸ ἀγόρι ἦταν μικρό, τόσο μικρό.
Ἡ καρδιὰ τοῦ Γίγαντα ἕλιωσε καθὼς τὸ ἔβλεπε.
«Πόσο σκληρόκαρδος ἤμουνα», συλλογίστηκε. «Τώρα ξέρω γιατί ἡ ἄνοιξη δὲν θὰ ῾ρχονταν ποτὲ ἐδῶ. Νά, τώρα θ᾿ ἀνεβάσω αὐτὸ τὸ ἀγοράκι στὴν κορφὴ τοῦ δέντρου κι ἔπειτα θὰ γκρεμίσω τὸν τοῖχο, ἔτσι ποὺ ὁ κῆπος μου θά ῾ναι μόνο γιὰ τὰ παιχνίδια τῶν παιδιῶν».
Κι ἀλήθεια, μετάνιωσε πολὺ γιὰ ὅ,τι εἶχε κάνει.
Ἔτσι, περπάτησε στὶς μύτες τῶν ποδιῶν του, κι ἀνοίγοντας τὴν ἐξώπορτα πολὺ σιγά, βγῆκε στὸν κῆπο.
Ὅμως, νά, μόλις τὰ παιδιὰ τὸν εἶδαν σκιάχτηκαν τόσο πολύ, ποὺ ὅλα μαζὶ τὸ ῾βαλαν στὰ πόδια κι ὁ χειμώνας ἦρθε ξανὰ στὸν κῆπο. Μόνο τὸ μικρὸ ἀγόρι δὲν ἔφυγε, γιατὶ τὰ ματάκια του ποὺ ῾ταν γεμάτα δάκρυα δὲν εἶδαν τὸ Γίγαντα ποὺ ἐρχόταν.
Κι ὁ Γίγαντας ἦρθε κλεφτὰ πίσω του, τὸ πῆρε ἀπαλὰ στὸ χέρι του καὶ τὸ ἀνέβασε στὸ δέντρο. Καὶ τὸ δέντρο ἄνθισε. Τὰ πουλιὰ ἦρθαν καὶ τραγούδησαν πάνω του καὶ τ᾿ ἀγοράκι τύλιξε τὰ χεράκια του γύρω στὸ λαιμὸ τοῦ Γίγαντα καὶ τὸν φίλησε.
Καὶ τ᾿ ἄλλα παιδιά, σὰν εἶδαν πὼς ὁ Γίγαντας δὲν ἦταν πιὰ κακός, γύρισαν τρέχοντας καὶ μαζί τους ἦρθε ἡ ἄνοιξη.
«Τώρα εἶναι ὁ κῆπος σας αὐτός, μικρά μου παιδάκια», εἶπε ὁ Γίγαντας, καὶ παίρνοντας ἕνα μεγάλο τσεκοῦρι γκρέμισε τὸν τοῖχο. Κι ὅταν οἱ ἄνθρωποι περνοῦσαν γιὰ τὴν ἀγορὰ στὶς δώδεκα ἡ ὥρα βρῆκαν τὸν Γίγαντα νὰ παίζει στὸν πιὸ ὄμορφο κῆπο ποὺ εἶχαν δεῖ ποτέ.
Ὁλημερὶς ἔπαιζαν καὶ τὸ βράδυ πῆγαν στὸ Γίγαντα νὰ τὸν ἀποχαιρετίσουν. «Ὅμως, ποῦ εἶναι ὁ μικρός σας σύντροφος;» εἶπε. «Τὸ ἀγόρι ποὺ ἀνέβασα στὸ δέντρο». Βλέπετε ὁ Γίγαντας τὸ ἀγαποῦσε ἀπ᾿ τ᾿ ἄλλα περισσότερο, γιατὶ τὸν εἶχε φιλήσει.
«Δὲν ξέρουμε», ἀποκρίθηκαν τὰ παιδιά- «ἔφυγε».
«Πρέπει νὰ τοῦ πεῖτε νά ῾ρθει ὁπωσδήποτε αὔριο», εἶπε ὁ Γίγαντας.
Ἀλλὰ τὰ παιδιὰ εἶπαν πῶς δὲν ἤξεραν ποὺ ἔμενε καὶ πὼς δὲν τὸ εἶχαν δεῖ ποτὲ πρίν.
Κι ὁ Γίγαντας ἦταν πολὺ λυπημένος.
Κάθε ἀπόγευμα, ὅταν τὸ σχολεῖο τέλειωνε, τὰ παιδιὰ ἔρχονταν κι ἔπαιζαν μὲ τὸ Γίγαντα, μὰ τὸ μικρὸ ἀγόρι, ποὺ ὁ Γίγαντας ἀγαποῦσε, ποτὲ δὲ φάνηκε. Ἐκεῖνος φέρνονταν καλὰ σ᾿ ὅλα τὰ παιδιὰ κι ὅμως τοῦ ἔλειπε ὁ πρῶτος μικρός του φίλος καὶ συχνὰ μιλοῦσε γι᾿ αὐτὸν θλιμμένα- «πόσο θὰ ῾θελα νὰ τὸν ἔβλεπα!» ἔλεγε κάθε τόσο.
Τὰ χρόνια κύλησαν. Κι ὁ Γίγαντας γέρασε κι ἀδυνάτισε. Δὲν μποροῦσε νὰ παίξει πιὰ κι ἔτσι κάθονταν σὲ μία πελώρια πολυθρόνα καὶ παρακολουθοῦσε τὰ παιχνίδια τῶν παιδιῶν καὶ θαύμαζε τὸν κῆπο. «Ἔχω πολλὰ ὄμορφα λουλούδια», ἔλεγε- «μὰ τὰ παιδιὰ εἶναι τὰ ὡραιότερα ἀπ᾿ ὅλα».
Ἕνα χειμωνιάτικο πρωινὸ κοίταξε ἔξω ἀπ᾿ τὸ παράθυρο, καθὼς ντυνόταν. Δὲν μισοῦσε τώρα τὸ χειμῶνα, γιατὶ ἤξερε πὼς ἡ ἄνοιξη κοιμόταν μόνο καὶ τὰ λουλούδια ξεκουράζονταν.
Ξάφνου ἔτριψε τὰ μάτια του ἀπὸ ἀπορία καὶ κοίταζε... καὶ κοίταζε... Ἦταν βέβαια κάτι τὸ θαυμάσιο. Στὴν πιὸ ἀπόμερη γωνιὰ τοῦ κήπου ἕνα δέντρο ἦταν σκεπασμένο μ᾿ ὁλόλευκα λουλούδια. Τὰ κλαδιά του ἦταν χρυσαφένια κι ἀσημένια φροῦτα κρέμονταν, ἐνῷ πλάι του στεκόταν τὸ μικρὸ ἀγόρι πού ῾χε τόσο ἀγαπήσει.
Ὅρμησε τρέχοντας στὶς σκάλες ὁ Γίγαντας, γιομάτος χαρά, καὶ τρέχοντας βγῆκε στὸν κῆπο. Ἔτρεξε πάνω στὸ γρασίδι κι ἦρθε κοντὰ στὸ παιδί. Κι ὅταν τὸ ἔφτασε, τὸ πρόσωπό του κοκκίνισε ἀπ᾿ τὴν ὀργὴ κι εἶπε: «Ποιὸς τόλμησε νὰ σὲ πληγώσει;». Γιατί στὶς παλάμες τοῦ ἀγοριοῦ καὶ στὰ μικρά του πόδια διακρίνονταν οἱ πληγὲς ἀπὸ καρφιά.
«Ποιὸς τόλμησε νὰ σὲ πληγώσει;» φώναξε ὁ Γίγαντας- «πές μου κι ἐγὼ θὰ πάρω τὸ μεγάλο μου σπαθὶ νὰ τόνε κάνω κομμάτια!».
«Κανένας!» ἀποκρίθηκε τὸ παιδί- «ὅμως αὐτὲς εἶναι οἱ πληγὲς τῆς ἀγάπης!».
«Ποιὸς εἶσαι;» εἶπε ὁ Γίγαντας, κι ἕνας παράξενος φόβος τὸν κυρίεψε καὶ γονάτισε μπρὸς στὸ παιδί.
Καὶ τὸ παιδὶ τοῦ χαμογέλασε καὶ τοῦ εἶπε: «Μ᾿ ἄφησες κάποτε νὰ παίξω στὸν κῆπο σου, ἀπόψε ἐσὺ θά ῾ρθεις μαζί μου στὸ δικό μου κῆπο, τὸν Παράδεισο».
Κι ὅταν τὰ παιδιὰ ἦρθαν τρέχοντας τὸ ἀπόγεμα, βρῆκαν τὸ Γίγαντα νεκρὸ κάτω ἀπ᾿ τὸ δέντρο, σκεπασμένο ὁλάκερο μὲ κάτασπρα λουλούδια.
Γιάννης Σταύρου, Άνοιξη στον Υμηττό, λάδι σε καμβά
Oscar Wilde
The Selfish Giant
Every afternoon, as they were coming from school, the children used to go and play in the Giant's garden.
It was a large lovely garden, with soft green grass. Here and there over the grass stood beautiful flowers like stars, and there were twelve peach-trees that in the spring-time broke out into delicate blossoms of pink and pearl, and in the autumn bore rich fruit.
The birds sat on the trees and sang so sweetly that the children used to stop their games in order to listen to them. «How happy we are here!» they cried to each other.
One day the Giant came back. He had been to visit his friend the Cornish ogre, and had stayed with him for seven years. After the seven years were over he had said all that he had to say, for his conversation was limited, and he determined to return to his own castle.
When he arrived he saw the children playing in the garden.
«What are you doing here?» he cried in a very gruff voice, and the children ran away.
«My own garden is my own garden,» said the Giant; «any one can understand that, and I will allow nobody to play in it but myself.»
So he built a high wall all round it, and put up a notice-board.
TRESPASSERS
WILL BE
PROSECUTED
He was a very selfish Giant.
The poor children had now nowhere to play. They tried to play on the road, but the road was very dusty and full of hard stones, and they did not like it.
They used to wander round the high wall when their lessons were over, and talk about the beautiful garden inside.
«How happy we were there,» they said to each other.
Then the Spring came, and all over the country there were little blossoms and little birds. Only in the garden of the Selfish Giant it was still winter.
The birds did not care to sing in it as there were no children, and the trees forgot to blossom.
Once a beautiful flower put its head out from the grass, but when it saw the notice-board it was so sorry for the children that it slipped back into the ground again, and went off to sleep.
The only people who were pleased were the Snow and the Frost.
«Spring has forgotten this garden,» they cried, «so we will live here all the year round.»
The Snow covered up the grass with her great white cloak, and the Frost painted all the trees silver.
Then they invited the North Wind to stay with them, and he came. He was wrapped in furs, and he roared all day about the garden, and blew the chimney-pots down.
«This is a delightful spot,» he said, «we must ask the Hail on a visit.»
So the Hail came. Every day for three hours he rattled on the roof of the castle till he broke most of the slates, and then he ran round and round the garden as fast as he could go. He was dressed in grey, and his breath was like ice.
«I cannot understand why the Spring is so late in coming,» said the Selfish Giant, as he sat at the window and looked out at his cold white garden; «I hope there will be a change in the weather.»
But the Spring never came, nor the Summer.
The Autumn gave golden fruit to every garden, but to the Giant's garden she gave none. «He is too selfish,» she said.
So it was always Winter there, and the North Wind, and the Hail, and the Frost, and the Snow danced about through the trees.
One morning the Giant was lying awake in bed when he heard some lovely music.
It sounded so sweet to his ears that he thought it must be the King's musicians passing by. It was really only a little linnet singing outside his window, but it was so long since he had heard a bird sing in his garden that it seemed to him to be the most beautiful music in the world.
Then the Hail stopped dancing over his head, and the North Wind ceased roaring, and a delicious perfume came to him through the open casement.
«I believe the Spring has come at last,» said the Giant; and he jumped out of bed and looked out.
What did he see?
He saw a most wonderful sight. Through a little hole in the wall the children had crept in, and they were sitting in the branches of the trees. In every tree that he could see there was a little child. And the trees were so glad to have the children back again that they had covered themselves with blossoms, and were waving their arms gently above the children's heads.
The birds were flying about and twittering with delight, and the flowers were looking up through the green grass and laughing.
It was a lovely scene, only in one corner it was still winter. It was the farthest corner of the garden, and in it was standing a little boy. He was so small that he could not reach up to the branches of the tree, and he was wandering all round it, crying bitterly.
The poor tree was still quite covered with frost and snow, and the North Wind was blowing and roaring above it. «Climb up! little boy,» said the Tree, and it bent its branches down as low as it could; but the boy was too tiny.
And the Giant's heart melted as he looked out.
«How selfish I have been!» he said; «now I know why the Spring would not come here. I will put that poor little boy on the top of the tree, and then I will knock down the wall, and my garden shall be the children's playground for ever and ever.»
He was really very sorry for what he had done.
So he crept downstairs and opened the front door quite softly, and went out into the garden.
But when the children saw him they were so frightened that they all ran away, and the garden became winter again. Only the little boy did not run, for his eyes were so full of tears that he did not see the Giant coming.
And the Giant stole up behind him and took him gently in his hand, and put him up into the tree. And the tree broke at once into blossom, and the birds came and sang on it, and the little boy stretched out his two arms and flung them round the Giant's neck, and kissed him.
And the other children, when they saw that the Giant was not wicked any longer, came running back, and with them came the Spring. «It is your garden now, little children,» said the Giant, and he took a great axe and knocked down the wall.
And when the people were going to market at twelve o'clock they found the Giant playing with the children in the most beautiful garden they had ever seen.
All day long they played, and in the evening they came to the Giant to bid him good-bye.
«But where is your little companion?» he said: «the boy I put into the tree.» The Giant loved him the best because he had kissed him.
«We don't know,» answered the children; «he has gone away.»
«You must tell him to be sure and come here to-morrow,» said the Giant.
But the children said that they did not know where he lived, and had never seen him before; and the Giant felt very sad.
Every afternoon, when school was over, the children came and played with the Giant. But the little boy whom the Giant loved was never seen again. The Giant was very kind to all the children, yet he longed for his first little friend, and often spoke of him. «How I would like to see him!» he used to say.
Years went over, and the Giant grew very old and feeble. He could not play about any more, so he sat in a huge armchair, and watched the children at their games, and admired his garden. «I have many beautiful flowers,» he said; «but the children are the most beautiful flowers of all.»
One winter morning he looked out of his window as he was dressing. He did not hate the Winter now, for he knew that it was merely the Spring asleep, and that the flowers were resting.
Suddenly he rubbed his eyes in wonder, and looked and looked. It certainly was a marvellous sight. In the farthest corner of the garden was a tree quite covered with lovely white blossoms. Its branches were all golden, and silver fruit hung down from them, and underneath it stood the little boy he had loved.
Downstairs ran the Giant in great joy, and out into the garden. He hastened across the grass, and came near to the child. And when he came quite close his face grew red with anger, and he said, «Who hath dared to wound thee?» For on the palms of the child's hands were the prints of two nails, and the prints of two nails were on the little feet.
«Who hath dared to wound thee?» cried the Giant; «tell me, that I may take my big sword and slay him.»
«Nay!» answered the child; «but these are the wounds of Love.»
«Who art thou?» said the Giant, and a strange awe fell on him, and he knelt before the little child.
And the child smiled on the Giant, and said to him, «You let me play once in your garden, to-day you shall come with me to my garden, which is Paradise.»
And when the children ran in that afternoon, they found the Giant lying dead under the tree, all covered with white blossoms.
Όσκαρ Ουάιλντ
Ο εγωιστής γίγαντας
Κάθε ἀπόγευμα, φεύγοντας ἀπ᾿ τὸ σχολεῖο, τὰ παιδιὰ τὸ ῾χαν συνήθεια νὰ παίζουν στὸν κῆπο τοῦ γίγαντα.
Ἦταν ἕνας πελώριος, μαγευτικὸς κῆπος, μ᾿ ἁπαλὴ πράσινη χλόη καὶ χιλιάδες πολύχρωμα λουλούδια ὅμοια μ᾿ ἀστέρια κι ἀκόμα, ἐδῶ κι ἐκεῖ, δώδεκα ροδακινιὲς φορτωμένες ρόδινα κι ὁλόλευκα ντελικάτα ἀνθάκια ἀπ᾿ τῆς ἄνοιξης τ᾿ ἄγγιγμα, ποὺ τὸ φθινόπωρο βάραιναν ἀπ᾿ τὰ πολύχυμα φροῦτα.
Τὰ πουλιὰ κάθονταν στὰ δέντρα καὶ κελαηδοῦσαν τόσο γλυκά, ποὺ τὰ παιδιὰ σταματοῦσαν τὸ παιχνίδι γιὰ νὰ τ᾿ ἀκούσουν. «Πόσο εὐτυχισμένα εἴμαστε ἐδῶ!» ἔλεγαν ἀναμεταξύ τους.
Κάποια μέρα ὁ γίγαντας γύρισε. Ἑφτὰ ὁλόκερα χρόνια ἦταν σ᾿ ἐπίσκεψη, στὸ φίλο του τὸ δράκο τῆς Κόρνις, κι ὅταν τὰ χρόνια πέρασαν κι ἐκεῖνος εἶχε τελειώσει ὅ,τι εἶχε νὰ πεῖ -ἀφοῦ δὲν εἶχε καὶ πολλὰ νὰ συζητήσει- ἀποφάσισε τὸ γυρισμὸ στὸ κάστρο.
Τὴν ὥρα πού ῾φτασε, ἀντίκρισε τὰ παιδιὰ νὰ παίζουν στὸν κῆπο.
«Τί δουλειὰ ἔχετε ἐδῶ;» φώναξε μ᾿ ὀργή, καὶ τὰ παιδιὰ τό ῾βαλαν στὰ πόδια τρομαγμένα.
«Ὁ κῆπος εἶναι μοναχὰ δικός μου», εἶπε ὁ γίγαντας. «Ὅλοι μποροῦν νὰ τὸ καταλάβουν, καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέψω σὲ κανένα νὰ παίζει ἐδῶ, ἐκτὸς ἀπὸ μένα».
Κι ἔτσι, ἔχτισε ἕναν πελώριο τοῖχο ὁλόγυρα στὸν κῆπο, κι ὕστερα, κάρφωσε μία πινακίδα πού ῾λεγε:
ΟΙ ΠΑΡΑΒΑΤΕΣ
ΘΑ
ΤΙΜΩΡΟΥΝΤΑΙ
Ἦταν, ἀλήθεια, ἕνας πολὺ σκληρόκαρδος γίγαντας.ΘΑ
ΤΙΜΩΡΟΥΝΤΑΙ
Τὰ δύστυχα τὰ παιδιὰ τώρα δὲν εἶχαν μέρος νὰ παίξουν. Δοκίμασαν νὰ παίξουν στὸ δρόμο, ὅμως ἦταν γεμάτος σκόνη καὶ στουρναρόπετρες καὶ δὲν τοὺς ἄρεσε.
Βάλθηκαν τότε νὰ περιπλανιοῦνται γύρω ἀπ᾿ τοὺς ψηλοὺς τοίχους, ὅταν τέλειωναν τὰ μαθήματά τους, νοσταλγώντας τὸν ὄμορφο κῆπο.
«Πόσο εὐτυχισμένα ἤμασταν ἐκεῖ», ἔλεγαν ἀναμεταξύ τους.
Κι ὕστερα ἦρθε ἡ ἄνοιξη. Ἡ ἐξοχὴ γιόμισε ἀπὸ μικρὰ μπουμπούκια καὶ πουλάκια. Μονάχα στὸν κῆπο τοῦ Σκληρόκαρδου Γίγαντα ἦταν ἀκόμα χειμώνας.
Τὰ πουλιὰ οὔτε ποὺ νοιάστηκαν νὰ τραγουδήσουν γιὰ ῾κεῖνον, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχαν παιδιὰ ἐκεῖ, καὶ τὰ δέντρα λησμόνησαν ν᾿ ἀνθίσουν.
Ἂν καμιὰ φορὰ κανένα ὄμορφο λουλουδάκι ἔβγαζε τὸ κεφαλάκι του ἀπ᾿ τὸ γρασίδι, μόλις ἀντίκριζε τὴν πινακίδα ἔνιωθε τέτοια λύπη γιὰ τὰ παιδιά, ποὺ λούφαζε ξανὰ στὸ χῶμα, συνεχίζοντας τὸν ὕπνο του.
Οἱ μόνοι πού ῾ταν εὐχαριστημένοι ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν κατάσταση ἦταν τὸ χιόνι καὶ ἡ παγωνιά.
«Ἡ ἄνοιξη λησμόνησε αὐτὸ τὸν κῆπο», ἔλεγαν, «κι ἔτσι ἐμεῖς θὰ μείνουμε ἐδῶ ὅλο τὸ χρόνο».
Τὸ χιόνι τύλιξε τὸ γρασίδι μὲ τὸν ὁλόλευκο μανδύα του κι ἡ παγωνιὰ μπογιάτισε ὅλα τὰ δέντρα ἀσημένια.
Ὕστερα προσκάλεσαν καὶ τὸ Βόρειο Ἄνεμο νά ῾ρθει νὰ μείνει μαζί τους κι ἐκεῖνος ἦρθε τυλιγμένος μὲ βαριὰ γουναρικά. Ὁλημερὶς οὔρλιαζε πάνω ἀπ᾿ τὸν κῆπο καὶ φύσαγε μὲς στὶς καμινάδες.
«Μὰ τοῦτο εἶναι ἕνα θαυμάσιο μέρος», ἔλεγε- «πρέπει νὰ καλέσουμε καὶ τὸ χαλάζι».
Κι ἔτσι, τὸ χαλάζι, ντυμένο στὰ γκρίζα καὶ μ᾿ ἀνάσα ὅμοια μὲ πάγο, ἦρθε. Κάθε μέρα, γιὰ τρεῖς ὦρες, χοροπηδοῦσε πάνω στὴ στέγη τοῦ κάστρου, μέχρι ποὺ τὰ περισσότερα κεραμίδια ράγισαν, κι ὕστερα, γυρνοβόλαγε στὸν κῆπο, ὅσο πιὸ γρήγορα μποροῦσε.
«Δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω γιατὶ ἡ ἄνοιξη ἄργησε νά ῾ρθει», συλλογιζόταν ὁ Σκληρόκαρδος Γίγαντας, καθὼς γερμένος στὸ παράθυρο, κοιτοῦσε τὸν παγωμένο, ὁλόλευκο κῆπο.
«Ἐλπίζω νὰ φτιάξει ὁ καιρός»...
Ὅμως ἡ ἄνοιξη δὲν ἦρθε ποτέ, μήτε τὸ καλοκαίρι.
Κι ἔτσι ἦταν πάντα χειμώνας ἐκεῖ κι ὁ Βόρειος Ἄνεμος καὶ τὸ χαλάζι καὶ τὸ χιόνι κι ἡ παγωνιὰ ἀσταμάτητα χόρευαν ἀνάμεσα στὰ δέντρα.
Κάποιο πρωινό, ὁ Γίγαντας ἦταν ξαπλωμένος στὸ κρεβάτι του μ᾿ ἀνοιχτὰ μάτια, ὅταν ἄκουσε μία θεσπέσια μουσική.
Ἠχοῦσε τόσο γλυκὰ στ᾿ αὐτιά του ποὺ πίστεψε πὼς μᾶλλον θά ῾ταν οἱ μουσικοὶ τοῦ βασιλιᾶ ποὺ πέρναγαν -κι ὅμως, ἦταν μονάχα ἕνας μικρούλης σπίνος ποὺ τραγουδοῦσε ἔξω ἀπ᾿ τὸ παραθύρι του. Μὰ εἶχε κυλήσει τόσο πολὺς καιρὸς ἀπὸ τότε ποὺ τὸ στερνὸ τιτίβισμα εἶχε ἀκουστεῖ στὸν κῆπο του, ποὺ θάρρεψε πὼς ἦταν ἡ ὀμορφότερη μουσικὴ στὸν κόσμο.
Κι ἄξαφνα, τὸ χαλάζι σταμάτησε τὸ χορό του πάνω ἀπ᾿ τὸ κεφάλι τοῦ γίγαντα, ὁ Βόρειος Ἄνεμος ἔπαψε νὰ βρυχᾶται, καὶ μία μεθυστικὴ εὐωδιὰ τὸν τύλιξε, περνώντας ἀπ᾿ τ᾿ ἀνοιχτὸ παραθυρόφυλλο.
«Θαρρῶ πῶς ἡ ἄνοιξη ἐπιτέλους ἔφτασε», εἶπε ὁ Γίγαντας καὶ πηδώντας ἀπὸ τὸ κρεβάτι κοίταξε ἔξω.
Μὰ τί ἦταν αὐτὸ πού ῾πνιξε τὴ ματιά του;
Ἦταν ἡ πιὸ μαγευτικὴ εἰκόνα. Ἀπὸ ἕνα ἄνοιγμα στὸν τοῖχο, τὰ παιδιὰ σύρθηκαν μέσα καὶ σκαρφάλωσαν στὰ μπράτσα τῶν δέντρων. Σὲ κάθε δέντρο ποὺ ἀγκάλιαζε τὸ μάτι του ἀντίκριζε κι ἕνα παιδάκι. Καὶ τὰ δέντρα πετάριζαν ἀπὸ χαρὰ γιὰ τὰ παιδιὰ ποὺ γύρισαν, κι ἔτσι ντύθηκαν μὲ λουλούδια καὶ λύγιζαν τὰ μπράτσα τους ἁπαλά, πάνω ἀπὸ τὰ παιδικὰ κεφαλάκια.
Τὰ πουλιὰ φτερούγιζαν ὁλόγυρα τιτιβίζοντας μαγευτικὰ καὶ τὰ λουλούδια κρυφοκοίταζαν μέσ᾿ ἀπὸ τὴν πράσινη χλόη καὶ ξεκαρδίζονταν στὰ γέλια.
Ἦταν μία ὄμορφη εἰκόνα, μὰ ὅμως στὴν ἄκρη της κρατοῦσε ἀκόμα ὁ χειμώνας. Ἦταν ποὺ στὴν πιὸ ἀπόμερη γωνιὰ τοῦ κήπου, στέκονταν ἕνα μικρὸ ἀγόρι. Κι ἦταν τόσο μικρὸ ποὺ μήτε τὰ κλαδιὰ τοῦ δέντρου δὲν μπόραγε νὰ φτάσει, ἔτσι ποὺ ἀπελπισμένο βάλθηκε νὰ κόβει βόλτες γύρω τοῦ κλαίγοντας γοερά.
Τὸ καημένο τὸ δεντράκι ἦταν ἀκόμα σκεπασμένο ἀπὸ πάγο καὶ χιόνι, ὁ Βόρειος Ἄνεμος φυσοῦσε καὶ μούγκριζε ἀπὸ πάνω του.
«Σκαρφάλωσε, μικρό μου ἀγοράκι», ἔλεγε τὸ δέντρο, καὶ λύγιζε τὰ κλαδιά του ὅσο μποροῦσε, ἀλλὰ τὸ ἀγόρι ἦταν μικρό, τόσο μικρό.
Ἡ καρδιὰ τοῦ Γίγαντα ἕλιωσε καθὼς τὸ ἔβλεπε.
«Πόσο σκληρόκαρδος ἤμουνα», συλλογίστηκε. «Τώρα ξέρω γιατί ἡ ἄνοιξη δὲν θὰ ῾ρχονταν ποτὲ ἐδῶ. Νά, τώρα θ᾿ ἀνεβάσω αὐτὸ τὸ ἀγοράκι στὴν κορφὴ τοῦ δέντρου κι ἔπειτα θὰ γκρεμίσω τὸν τοῖχο, ἔτσι ποὺ ὁ κῆπος μου θά ῾ναι μόνο γιὰ τὰ παιχνίδια τῶν παιδιῶν».
Κι ἀλήθεια, μετάνιωσε πολὺ γιὰ ὅ,τι εἶχε κάνει.
Ἔτσι, περπάτησε στὶς μύτες τῶν ποδιῶν του, κι ἀνοίγοντας τὴν ἐξώπορτα πολὺ σιγά, βγῆκε στὸν κῆπο.
Ὅμως, νά, μόλις τὰ παιδιὰ τὸν εἶδαν σκιάχτηκαν τόσο πολύ, ποὺ ὅλα μαζὶ τὸ ῾βαλαν στὰ πόδια κι ὁ χειμώνας ἦρθε ξανὰ στὸν κῆπο. Μόνο τὸ μικρὸ ἀγόρι δὲν ἔφυγε, γιατὶ τὰ ματάκια του ποὺ ῾ταν γεμάτα δάκρυα δὲν εἶδαν τὸ Γίγαντα ποὺ ἐρχόταν.
Κι ὁ Γίγαντας ἦρθε κλεφτὰ πίσω του, τὸ πῆρε ἀπαλὰ στὸ χέρι του καὶ τὸ ἀνέβασε στὸ δέντρο. Καὶ τὸ δέντρο ἄνθισε. Τὰ πουλιὰ ἦρθαν καὶ τραγούδησαν πάνω του καὶ τ᾿ ἀγοράκι τύλιξε τὰ χεράκια του γύρω στὸ λαιμὸ τοῦ Γίγαντα καὶ τὸν φίλησε.
Καὶ τ᾿ ἄλλα παιδιά, σὰν εἶδαν πὼς ὁ Γίγαντας δὲν ἦταν πιὰ κακός, γύρισαν τρέχοντας καὶ μαζί τους ἦρθε ἡ ἄνοιξη.
«Τώρα εἶναι ὁ κῆπος σας αὐτός, μικρά μου παιδάκια», εἶπε ὁ Γίγαντας, καὶ παίρνοντας ἕνα μεγάλο τσεκοῦρι γκρέμισε τὸν τοῖχο. Κι ὅταν οἱ ἄνθρωποι περνοῦσαν γιὰ τὴν ἀγορὰ στὶς δώδεκα ἡ ὥρα βρῆκαν τὸν Γίγαντα νὰ παίζει στὸν πιὸ ὄμορφο κῆπο ποὺ εἶχαν δεῖ ποτέ.
Ὁλημερὶς ἔπαιζαν καὶ τὸ βράδυ πῆγαν στὸ Γίγαντα νὰ τὸν ἀποχαιρετίσουν. «Ὅμως, ποῦ εἶναι ὁ μικρός σας σύντροφος;» εἶπε. «Τὸ ἀγόρι ποὺ ἀνέβασα στὸ δέντρο». Βλέπετε ὁ Γίγαντας τὸ ἀγαποῦσε ἀπ᾿ τ᾿ ἄλλα περισσότερο, γιατὶ τὸν εἶχε φιλήσει.
«Δὲν ξέρουμε», ἀποκρίθηκαν τὰ παιδιά- «ἔφυγε».
«Πρέπει νὰ τοῦ πεῖτε νά ῾ρθει ὁπωσδήποτε αὔριο», εἶπε ὁ Γίγαντας.
Ἀλλὰ τὰ παιδιὰ εἶπαν πῶς δὲν ἤξεραν ποὺ ἔμενε καὶ πὼς δὲν τὸ εἶχαν δεῖ ποτὲ πρίν.
Κι ὁ Γίγαντας ἦταν πολὺ λυπημένος.
Κάθε ἀπόγευμα, ὅταν τὸ σχολεῖο τέλειωνε, τὰ παιδιὰ ἔρχονταν κι ἔπαιζαν μὲ τὸ Γίγαντα, μὰ τὸ μικρὸ ἀγόρι, ποὺ ὁ Γίγαντας ἀγαποῦσε, ποτὲ δὲ φάνηκε. Ἐκεῖνος φέρνονταν καλὰ σ᾿ ὅλα τὰ παιδιὰ κι ὅμως τοῦ ἔλειπε ὁ πρῶτος μικρός του φίλος καὶ συχνὰ μιλοῦσε γι᾿ αὐτὸν θλιμμένα- «πόσο θὰ ῾θελα νὰ τὸν ἔβλεπα!» ἔλεγε κάθε τόσο.
Τὰ χρόνια κύλησαν. Κι ὁ Γίγαντας γέρασε κι ἀδυνάτισε. Δὲν μποροῦσε νὰ παίξει πιὰ κι ἔτσι κάθονταν σὲ μία πελώρια πολυθρόνα καὶ παρακολουθοῦσε τὰ παιχνίδια τῶν παιδιῶν καὶ θαύμαζε τὸν κῆπο. «Ἔχω πολλὰ ὄμορφα λουλούδια», ἔλεγε- «μὰ τὰ παιδιὰ εἶναι τὰ ὡραιότερα ἀπ᾿ ὅλα».
Ἕνα χειμωνιάτικο πρωινὸ κοίταξε ἔξω ἀπ᾿ τὸ παράθυρο, καθὼς ντυνόταν. Δὲν μισοῦσε τώρα τὸ χειμῶνα, γιατὶ ἤξερε πὼς ἡ ἄνοιξη κοιμόταν μόνο καὶ τὰ λουλούδια ξεκουράζονταν.
Ξάφνου ἔτριψε τὰ μάτια του ἀπὸ ἀπορία καὶ κοίταζε... καὶ κοίταζε... Ἦταν βέβαια κάτι τὸ θαυμάσιο. Στὴν πιὸ ἀπόμερη γωνιὰ τοῦ κήπου ἕνα δέντρο ἦταν σκεπασμένο μ᾿ ὁλόλευκα λουλούδια. Τὰ κλαδιά του ἦταν χρυσαφένια κι ἀσημένια φροῦτα κρέμονταν, ἐνῷ πλάι του στεκόταν τὸ μικρὸ ἀγόρι πού ῾χε τόσο ἀγαπήσει.
Ὅρμησε τρέχοντας στὶς σκάλες ὁ Γίγαντας, γιομάτος χαρά, καὶ τρέχοντας βγῆκε στὸν κῆπο. Ἔτρεξε πάνω στὸ γρασίδι κι ἦρθε κοντὰ στὸ παιδί. Κι ὅταν τὸ ἔφτασε, τὸ πρόσωπό του κοκκίνισε ἀπ᾿ τὴν ὀργὴ κι εἶπε: «Ποιὸς τόλμησε νὰ σὲ πληγώσει;». Γιατί στὶς παλάμες τοῦ ἀγοριοῦ καὶ στὰ μικρά του πόδια διακρίνονταν οἱ πληγὲς ἀπὸ καρφιά.
«Ποιὸς τόλμησε νὰ σὲ πληγώσει;» φώναξε ὁ Γίγαντας- «πές μου κι ἐγὼ θὰ πάρω τὸ μεγάλο μου σπαθὶ νὰ τόνε κάνω κομμάτια!».
«Κανένας!» ἀποκρίθηκε τὸ παιδί- «ὅμως αὐτὲς εἶναι οἱ πληγὲς τῆς ἀγάπης!».
«Ποιὸς εἶσαι;» εἶπε ὁ Γίγαντας, κι ἕνας παράξενος φόβος τὸν κυρίεψε καὶ γονάτισε μπρὸς στὸ παιδί.
Καὶ τὸ παιδὶ τοῦ χαμογέλασε καὶ τοῦ εἶπε: «Μ᾿ ἄφησες κάποτε νὰ παίξω στὸν κῆπο σου, ἀπόψε ἐσὺ θά ῾ρθεις μαζί μου στὸ δικό μου κῆπο, τὸν Παράδεισο».
Κι ὅταν τὰ παιδιὰ ἦρθαν τρέχοντας τὸ ἀπόγεμα, βρῆκαν τὸ Γίγαντα νεκρὸ κάτω ἀπ᾿ τὸ δέντρο, σκεπασμένο ὁλάκερο μὲ κάτασπρα λουλούδια.
Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2014
πολύτιμη σάν ανάμνηση...
Ένα χωριό θα ’λεγες βυθισμένο. Το βράδυ
στάζει κρύο πάνω σ’ όλα τα κατώφλια και τα σπίτια
αφήνουν γαλανό καπνό μέσα απ’ τους ίσκιους...
Γιάννης Σταύρου, Ύδρα, λάδι σε χαρτί
Τσέζαρε Παβέζε
Ανοχή
Βρέχει αθόρυβα στο λειβάδι της θάλασσας.
Κανείς δεν διαβαίνει τους βρώμικους δρόμους.
Μια γυναίκα μόνη κατέβηκε απ’ το τραίνο:
Μέσα από το παλτό της φάνηκε το ανοιχτόχρωμο μεσοφόρι
και τα πόδια της χάνονται στο σκοτάδι της πόρτας.
Ένα χωριό θα ’λεγες βυθισμένο. Το βράδυ
στάζει κρύο πάνω σ’ όλα τα κατώφλια και τα σπίτια
αφήνουν γαλανό καπνό μέσα απ’ τους ίσκιους. Κοκκινωπά
ανάβουν τα παράθυρα. Και κάποιο φως ανάβει
μέσα από τα μισόκλειστα παραθυρόφυλλα του σκοτεινού σπιτιού.
Αύριο θα κάνει κρύο κι ο ήλιος θα στέκει πάνω απ’ τη θάλασσα.
Μια γυναίκα με μεσοφόρι σφουγγίζει το στόμα της
στη βρύση, κι ο αφρός κοκκινίζει. Έχει σκληρά ξανθά
μαλλιά, όμοια με τις φλούδες των πορτοκαλλιών
που είναι στο χώμα. Σκυφτή στη βρύση λοξοκυττάει
ένα μαυριδερό μορτάκι που την κόβει μαγεμένο.
Γυναίκες μελαγχολικές διάπλατα ανοίγουν στην πλατεία τα παράθυρα
οι άντρες τους λαγοκοιμούνται ακόμα στο σκοτάδι.
Όταν το βράδυ επιστρέφει ξανάρχεται η βροχή
κροταλίζοντας πάνω σε πλήθος αναμμένων μαγκαλιών. Οι παντρεμένες
αερίζουν τα κάρβουνα, ρίχνουν ματιές στο σκυθρωπό
σπίτι και στην έρημη βρύση. Το σπίτι
έχει τα παραθυρόφυλλα κλειστά, όμως υπάρχει μέσα ένα κρεβάτι,
και πάνω μια ξανθιά κερδίζει τη ζωή.
Απ’ άκρη σ’ άκρη όλο το χωριό τη νύχτα αναπαύεται,
εκτός απ’ την ξανθιά που πλένεται με την αυγή.
(μετ. Θανάσης Κουτλής)
Κόκκινη γη
Κόκκινη γη καί μαύρη γη,
έρχεσαι εσύ από τη θάλασσα,
από τη μαραμένη βλάστηση,
όπου υπάρχουν αρχαίες
λέξεις καί ματωμένος κάματος
καί γεράνια ανάμεσα στις πέτρες -
δέν ξέρεις πόσο φέρνεις
θαλασσινές λέξεις καί κούραση,
εσύ, πολύτιμη σάν ανάμνηση,
σάν την άγονη ύπαιθρο,
εσύ σκληρή καί γλυκύτατη
λέξη, αρχαία απ’ τό αίμα
που πλημμυρίζει τά μάτια'
νέα, σάν τον καρπό
πού είναι εποχή κι ανάμνηση -
η ανάσα σου αναπαύεται
κάτω απ’ τόν ουρανό του Αυγούστου
οι ελιές τής ματιάς σου
ησυχάζουν τη θάλασσα,
κι εσύ ζεις ξαναζείς
χωρίς νά ξαφνιάζεις, σίγουρη
σάν τη γη, σκοτεινή
σάν τή γη, λιοτρίβι
εποχών καί ονείρων
πού στο φεγγάρι φανερώνεται
πανάρχαιο, όπως
τά χέρια τής μητέρας σου,
η κόγχη τού μαγκαλιού.
(μετ. Σωτήρης Τριβιζάς)
στάζει κρύο πάνω σ’ όλα τα κατώφλια και τα σπίτια
αφήνουν γαλανό καπνό μέσα απ’ τους ίσκιους...
Γιάννης Σταύρου, Ύδρα, λάδι σε χαρτί
Τσέζαρε Παβέζε
Ανοχή
Βρέχει αθόρυβα στο λειβάδι της θάλασσας.
Κανείς δεν διαβαίνει τους βρώμικους δρόμους.
Μια γυναίκα μόνη κατέβηκε απ’ το τραίνο:
Μέσα από το παλτό της φάνηκε το ανοιχτόχρωμο μεσοφόρι
και τα πόδια της χάνονται στο σκοτάδι της πόρτας.
Ένα χωριό θα ’λεγες βυθισμένο. Το βράδυ
στάζει κρύο πάνω σ’ όλα τα κατώφλια και τα σπίτια
αφήνουν γαλανό καπνό μέσα απ’ τους ίσκιους. Κοκκινωπά
ανάβουν τα παράθυρα. Και κάποιο φως ανάβει
μέσα από τα μισόκλειστα παραθυρόφυλλα του σκοτεινού σπιτιού.
Αύριο θα κάνει κρύο κι ο ήλιος θα στέκει πάνω απ’ τη θάλασσα.
Μια γυναίκα με μεσοφόρι σφουγγίζει το στόμα της
στη βρύση, κι ο αφρός κοκκινίζει. Έχει σκληρά ξανθά
μαλλιά, όμοια με τις φλούδες των πορτοκαλλιών
που είναι στο χώμα. Σκυφτή στη βρύση λοξοκυττάει
ένα μαυριδερό μορτάκι που την κόβει μαγεμένο.
Γυναίκες μελαγχολικές διάπλατα ανοίγουν στην πλατεία τα παράθυρα
οι άντρες τους λαγοκοιμούνται ακόμα στο σκοτάδι.
Όταν το βράδυ επιστρέφει ξανάρχεται η βροχή
κροταλίζοντας πάνω σε πλήθος αναμμένων μαγκαλιών. Οι παντρεμένες
αερίζουν τα κάρβουνα, ρίχνουν ματιές στο σκυθρωπό
σπίτι και στην έρημη βρύση. Το σπίτι
έχει τα παραθυρόφυλλα κλειστά, όμως υπάρχει μέσα ένα κρεβάτι,
και πάνω μια ξανθιά κερδίζει τη ζωή.
Απ’ άκρη σ’ άκρη όλο το χωριό τη νύχτα αναπαύεται,
εκτός απ’ την ξανθιά που πλένεται με την αυγή.
(μετ. Θανάσης Κουτλής)
Κόκκινη γη
Κόκκινη γη καί μαύρη γη,
έρχεσαι εσύ από τη θάλασσα,
από τη μαραμένη βλάστηση,
όπου υπάρχουν αρχαίες
λέξεις καί ματωμένος κάματος
καί γεράνια ανάμεσα στις πέτρες -
δέν ξέρεις πόσο φέρνεις
θαλασσινές λέξεις καί κούραση,
εσύ, πολύτιμη σάν ανάμνηση,
σάν την άγονη ύπαιθρο,
εσύ σκληρή καί γλυκύτατη
λέξη, αρχαία απ’ τό αίμα
που πλημμυρίζει τά μάτια'
νέα, σάν τον καρπό
πού είναι εποχή κι ανάμνηση -
η ανάσα σου αναπαύεται
κάτω απ’ τόν ουρανό του Αυγούστου
οι ελιές τής ματιάς σου
ησυχάζουν τη θάλασσα,
κι εσύ ζεις ξαναζείς
χωρίς νά ξαφνιάζεις, σίγουρη
σάν τη γη, σκοτεινή
σάν τή γη, λιοτρίβι
εποχών καί ονείρων
πού στο φεγγάρι φανερώνεται
πανάρχαιο, όπως
τά χέρια τής μητέρας σου,
η κόγχη τού μαγκαλιού.
(μετ. Σωτήρης Τριβιζάς)
Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014
η ώρα που η ζωή μου ολόκληρη κυλάει...
ακίνητα στην πράξη, όλα αυτά εν κινήσει
έχουν μιαν όψη ασάλευτη.
Είναι η ώρα μεγάλη, η ώρα που ταιριάζει
καλύτερα στα χρόνια των περισυλλογών μας...
Γιάννης Σταύρου, Διαγώνιος Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Ουμπέρτο Σάμπα
Η δική μας ώρα
Γνωρίζεις κάποια ώρα της ημέρας που να 'ναι
πιο ωραία απ' εκείνες της νύχτας; Τόσο
ωραιότερη και λιγότερο αγαπημένη; Είναι εκείνη
που για λίγο την ιερή ραθυμία ξεπερνάει˙
η πιο εντατική ώρα είναι η εργασία, κάτι φανερό
πλημμυρίζοντας ο κόσμος στους δρόμους˙
στις τετραγωνισμένες μυλόπετρες των σπιτιών
μια σελήνη ξεθωριασμένη, που μόλις
διακρίνεται στον νυχτερινό άνεμο.
Είναι η ώρα που άφηνες την εξοχή
για να χαρείς την αγαπημένη σου πόλη,
τον φωτερό κόλπο πάνω στο βουνό
ειδωμένο πολλαπλά σ' όλο του το ωραίο εύρος˙
η ώρα που η ζωή μου ολόκληρη κυλάει
σαν τον ποταμό προς τη θάλασσά του˙
και η σκέψη μου, τα βιαστικά βήματα
του πλήθους, οι τεχνίτες στην κορυφή μιας ψηλής
σκάλας, το παιδί που τρέχοντας πηδάει
πάνω σε καρότσα με πάταγο, όλα φαίνονται
ακίνητα στην πράξη, όλα αυτά εν κινήσει
έχουν μιαν όψη ασάλευτη.
Είναι η ώρα μεγάλη, η ώρα που ταιριάζει
καλύτερα στα χρόνια των περισυλλογών μας.
(μετ Βασίλης Ρούβαλης)
έχουν μιαν όψη ασάλευτη.
Είναι η ώρα μεγάλη, η ώρα που ταιριάζει
καλύτερα στα χρόνια των περισυλλογών μας...
Γιάννης Σταύρου, Διαγώνιος Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Ουμπέρτο Σάμπα
Η δική μας ώρα
Γνωρίζεις κάποια ώρα της ημέρας που να 'ναι
πιο ωραία απ' εκείνες της νύχτας; Τόσο
ωραιότερη και λιγότερο αγαπημένη; Είναι εκείνη
που για λίγο την ιερή ραθυμία ξεπερνάει˙
η πιο εντατική ώρα είναι η εργασία, κάτι φανερό
πλημμυρίζοντας ο κόσμος στους δρόμους˙
στις τετραγωνισμένες μυλόπετρες των σπιτιών
μια σελήνη ξεθωριασμένη, που μόλις
διακρίνεται στον νυχτερινό άνεμο.
Είναι η ώρα που άφηνες την εξοχή
για να χαρείς την αγαπημένη σου πόλη,
τον φωτερό κόλπο πάνω στο βουνό
ειδωμένο πολλαπλά σ' όλο του το ωραίο εύρος˙
η ώρα που η ζωή μου ολόκληρη κυλάει
σαν τον ποταμό προς τη θάλασσά του˙
και η σκέψη μου, τα βιαστικά βήματα
του πλήθους, οι τεχνίτες στην κορυφή μιας ψηλής
σκάλας, το παιδί που τρέχοντας πηδάει
πάνω σε καρότσα με πάταγο, όλα φαίνονται
ακίνητα στην πράξη, όλα αυτά εν κινήσει
έχουν μιαν όψη ασάλευτη.
Είναι η ώρα μεγάλη, η ώρα που ταιριάζει
καλύτερα στα χρόνια των περισυλλογών μας.
(μετ Βασίλης Ρούβαλης)
Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014
Αυτή η πόλη μού αρέσει πολύ...
Κάθε μέρα νυχτώνει σ'αυτή την πόλη
Κι εγώ ψάχνω να βρω τα σπίτια
Με τις γκρεμισμένες πόρτες
Με τα σβησμένα νούμερα...
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη λιμάνι, λάδι σε καμβά
Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου
Τα τοπία που είδα
IX
Αν και έχω δει άσπρα λουλούδια
Σε θαλασσινές πέτρες
Λουλούδια φυτρωμένα
Σε πέτρινα σπίτια
Που δεν κατοικούνται
Αν και έχω δει
Εξαίσιες μεταμορφώσεις
Της πέτρας που κυλάει το νερό
Όλες τις ώρες της ημέρας
Και της νύχτας
Μονάχη είναι η πέτρα
Μονάχο το λουλούδι
Το νερό άδειο
Η νύχτα μαύρη
Μεγεθύνσεις
XIII
Κάθε μέρα νυχτώνει σ” αυτή την πόλη
Κι εγώ ψάχνω να βρω τα σπίτια
Με τις γκρεμισμένες πόρτες
Με τα σβησμένα νούμερα
Στους τοίχους
Από πίστη βαθιά σε όσα έζησα
Και σε όσα δεν είπα
Από πίστη βαθιά
Σε όσα είδαν τα μάτια μου
Ανθρώπινη πολιτεία
Αυτή η πόλη μού αρέσει πολύ
Με τη διάφανη ομίχλη στα μαλλιά σου
Τη γυαλιστερή υγρασία στα μάτια σου
Απλώνω τα χέρια δε σκοντάφτω
Σα να φοβάμαι σα να διασκεδάζω
Πού είσαι πού κρύβεσαι;
Εγώ δε γνώρισα σ' άλλες πολιτείες το θαύμα
Εδώ μέσα είναι το δικό μου φως
Μου ταιριάζει σαν ένα δικό μου πορτρέτο
Δε μας χρειάζονται πολλά παράθυρα
Από ένα άνοιγμα κοιταζόμαστε
Βυθίζουμε τα χείλη στην πιο βαθιά αναμέτρηση
Κοιμήσου με το χέρι μου στο χέρι σου
Είμαι εγώ
Κι εγώ ψάχνω να βρω τα σπίτια
Με τις γκρεμισμένες πόρτες
Με τα σβησμένα νούμερα...
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη λιμάνι, λάδι σε καμβά
Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου
Τα τοπία που είδα
IX
Αν και έχω δει άσπρα λουλούδια
Σε θαλασσινές πέτρες
Λουλούδια φυτρωμένα
Σε πέτρινα σπίτια
Που δεν κατοικούνται
Αν και έχω δει
Εξαίσιες μεταμορφώσεις
Της πέτρας που κυλάει το νερό
Όλες τις ώρες της ημέρας
Και της νύχτας
Μονάχη είναι η πέτρα
Μονάχο το λουλούδι
Το νερό άδειο
Η νύχτα μαύρη
Μεγεθύνσεις
XIII
Κάθε μέρα νυχτώνει σ” αυτή την πόλη
Κι εγώ ψάχνω να βρω τα σπίτια
Με τις γκρεμισμένες πόρτες
Με τα σβησμένα νούμερα
Στους τοίχους
Από πίστη βαθιά σε όσα έζησα
Και σε όσα δεν είπα
Από πίστη βαθιά
Σε όσα είδαν τα μάτια μου
Ανθρώπινη πολιτεία
Αυτή η πόλη μού αρέσει πολύ
Με τη διάφανη ομίχλη στα μαλλιά σου
Τη γυαλιστερή υγρασία στα μάτια σου
Απλώνω τα χέρια δε σκοντάφτω
Σα να φοβάμαι σα να διασκεδάζω
Πού είσαι πού κρύβεσαι;
Εγώ δε γνώρισα σ' άλλες πολιτείες το θαύμα
Εδώ μέσα είναι το δικό μου φως
Μου ταιριάζει σαν ένα δικό μου πορτρέτο
Δε μας χρειάζονται πολλά παράθυρα
Από ένα άνοιγμα κοιταζόμαστε
Βυθίζουμε τα χείλη στην πιο βαθιά αναμέτρηση
Κοιμήσου με το χέρι μου στο χέρι σου
Είμαι εγώ
Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014
κιόλας χειμώνας, χειμώνας...
Από την παραμορφωμένη φύση, το φύλλο
Συμμετρικό ξεφεύγει και η άγκυρα
Δεν το κρατάει: κιόλας χειμώνας, χειμώνας,
Λίγη φωτιά την καπνιά της στα κανάλια αφήνει...
Γιάννης Σταύρου, Χειμωνιάτικο απόγευμα, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Σαλβατόρε Κουαζίμοντο
Το τελευταίο τόξο
Άφάνησε με, Κύριε, να μην ακούω
Το γδύσιμο των στομωμένων χρόνων, δώσε
Στη δεδομένη της χειρονομία να τραπεί η οδύνη :
Το έσχατο μου απέμεινε
Τόξο του κύκλου απ’ τη ζωή μου.
Κάνε με αέρα που αλητεύει ευτυχισμένος,
Κριθάρι, σπάρτο, ίσως λέπρα
Που τη γνωρίζεις μόνο από το ξέσπασμα της.
Ας μου είναι εύκολο να σε αγαπήσω
Στο χορτάρι που αντρειεύει στο φως,
Στις πτυχές που μετρούνε τα χρόνια στη σάρκα
Επεχείρησα τη ζωή :
Καθένας, ξυπόλητος
Γονατίζει στην αναζήτηση.
Ακόμη με αφήνεις: Μόνο
Στον ήσκιο που τη νύχτα λιμνάζει,
Κι ούτε ένα πέρασμα δεν μου ανοίγεται
Από την παραμορφωμένη φύση
Από την παραμορφωμένη φύση, το φύλλο
Συμμετρικό ξεφεύγει και η άγκυρα
Δεν το κρατάει: κιόλας χειμώνας, χειμώνας,
Λίγη φωτιά την καπνιά της στα κανάλια αφήνει.
Κανείς, θα μπορούσε και να προδώσει
Στις φλόγες εκείνες τη νύχτα,
Ν’ αρνηθεί
τη γη, τρεις φορές.
Σπας
Που εδώ και χρόνια, τι χρόνια,
Τ’ αστέρια
Στα κανάλια να επιπλέουν,
Βρομισμένα
Κοιτάς
Δίχως απέχθεια όμως,
Αν κάποιον στη γη αγαπάς,
Αν το νωπό το ξύλο τερετίζει, και
Αποτεφρώνεται η γεωμετρία
Του φύλλου που, τσιρίζοντας, σε ζεσταίνει.
(Μετ. Χρίστος Κρεμνιώτης)
Συμμετρικό ξεφεύγει και η άγκυρα
Δεν το κρατάει: κιόλας χειμώνας, χειμώνας,
Λίγη φωτιά την καπνιά της στα κανάλια αφήνει...
Γιάννης Σταύρου, Χειμωνιάτικο απόγευμα, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Σαλβατόρε Κουαζίμοντο
Το τελευταίο τόξο
Άφάνησε με, Κύριε, να μην ακούω
Το γδύσιμο των στομωμένων χρόνων, δώσε
Στη δεδομένη της χειρονομία να τραπεί η οδύνη :
Το έσχατο μου απέμεινε
Τόξο του κύκλου απ’ τη ζωή μου.
Κάνε με αέρα που αλητεύει ευτυχισμένος,
Κριθάρι, σπάρτο, ίσως λέπρα
Που τη γνωρίζεις μόνο από το ξέσπασμα της.
Ας μου είναι εύκολο να σε αγαπήσω
Στο χορτάρι που αντρειεύει στο φως,
Στις πτυχές που μετρούνε τα χρόνια στη σάρκα
Επεχείρησα τη ζωή :
Καθένας, ξυπόλητος
Γονατίζει στην αναζήτηση.
Ακόμη με αφήνεις: Μόνο
Στον ήσκιο που τη νύχτα λιμνάζει,
Κι ούτε ένα πέρασμα δεν μου ανοίγεται
Από την παραμορφωμένη φύση
Από την παραμορφωμένη φύση, το φύλλο
Συμμετρικό ξεφεύγει και η άγκυρα
Δεν το κρατάει: κιόλας χειμώνας, χειμώνας,
Λίγη φωτιά την καπνιά της στα κανάλια αφήνει.
Κανείς, θα μπορούσε και να προδώσει
Στις φλόγες εκείνες τη νύχτα,
Ν’ αρνηθεί
τη γη, τρεις φορές.
Σπας
Που εδώ και χρόνια, τι χρόνια,
Τ’ αστέρια
Στα κανάλια να επιπλέουν,
Βρομισμένα
Κοιτάς
Δίχως απέχθεια όμως,
Αν κάποιον στη γη αγαπάς,
Αν το νωπό το ξύλο τερετίζει, και
Αποτεφρώνεται η γεωμετρία
Του φύλλου που, τσιρίζοντας, σε ζεσταίνει.
(Μετ. Χρίστος Κρεμνιώτης)
Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014
τα’ απαλό, το χρυσό φως σου...
Τέτοιο, Αθήνα μου, ένα δείλι ήτανε που ο σοφός σου
εχαιρέτησε για πάντα τα’ απαλό, το χρυσό φως σου.
Με τι θλίψη οι καλοί σου οι πολίτες τη στερνή του
την αχτίδα την κοιτούσαν που ’παιρνε και την πνοή του...
Γιάννης Σταύρου, Δειλινό στην Ακρόπολη, λάδι σε καμβά
Λόρδος Βύρων
Η κατάρα της Αθηνάς
Μεγαλόπρεπα κι αγάλια τώρα ο ήλιος κατεβαίνει
πάνω στου Μοριά τους λόφους με θωριά χαριτωμένη·
όχι όπως εις τις χώρες του βορρά, σκοτεινιασμένος,
αλλ’ αστραφτερός σαν φλόγα, ζωντανός, φωτολουσμένος.
Στα βαθιά νερά μια ρίχνει απαλή, χρυσή αχτίνα
και το πράσινο χρυσώνει, το ρυτιδωμένο κύμα.
Και στης Αίγινας το βράχο τον αρχαίο και στην Ύδρα
ο θεός του κάλλους βάζει του φιλιού του τη σφραγίδα.
Πάνω απ’ το βασίλειό του ρίχνει τη φωτοχυσία,
αν κι ο κόσμος έχει πάψει να του κάνει πια θυσία.
Των κοφτών βουνών οι ίσκιοι μες στον κόλπο σου ριγμένοι,
τον φιλούν και τον χαϊδεύουν, Σαλαμίνα δοξασμένη!
Οι γαλάζιες τους οι άκρες μες στην απεραντοσύνη
βάφονται σαν την πορφύρα που ο βασιλιάς τη ντύνει.
Απαλά τα χρώματά του πάνω στις κορφές τα ρίχνει
και στολίζει ό,τι αγγίζει με τα χρυσαφένια ίχνη.
Ώσπου ο ήλιος, χαιρετώντας την πανώρια τούτη πλάση,
πίσ’ απ’ των Δελφών τα βράχια κρύβεται για να πλαγιάσει.
Τέτοιο, Αθήνα μου, ένα δείλι ήτανε που ο σοφός σου
εχαιρέτησε για πάντα τα’ απαλό, το χρυσό φως σου.
Με τι θλίψη οι καλοί σου οι πολίτες τη στερνή του
την αχτίδα την κοιτούσαν που ’παιρνε και την πνοή του…
Όχι ακόμα, όχι ακόμα, στα βουνά ο ήλιος μένει,
ειν’ απρόθυμος να δύσει και ακόμα περιμένει.
Αλλά πριν στου Κιθαιρώνα την κορφή να γείρει, πίνει
το πικρό ποτήρι ο γέρος και το πνεύμα παραδίνει.
Κι έφυγε η ψυχή που τα ’χε όλα περιφρονημένα,
που ’χε ζήσει και πεθάνει έτσι σαν άλλου κανένα.
Αλλά και στον κάμπο η νύχτα η βασίλισσα προβαίνει
απ’ του Υμηττού τα ύψη, δίχως όμως να υγραίνει
το ωραίο πρόσωπό της και να προμηνάει μπόρα.
Στη μαρμάρινη κολόνα τα φιλιά του στέλνει τώρα
το φεγγάρι. Κι εκεί κάτω, στου τζαμιού τον πύργο, λάμπει
το σημάδι του και γύρω αστραποβολούν οι κάμποι.
Οι πυκνοί μαύροι ελαιώνες κάτω είναι απλωμένοι
και ο Κηφισός κυλώντας απαλά γοργοδιαβαίνει.
Στο τζαμί τριγύρω – γύρω στέκονται τα κυπαρίσσια
και ο τρούλος του γυαλίζει με λαμπρότητα περίσσια.
Κι ένας φοίνικας θλιμμένος, στη θρησκευτική γαλήνη,
εκεί δίπλα στο Θησείο, μόνος έχει απομείνει.
Τί μαγευτικό τοπίο που προσφέρει εδώ η φύση,
και αναίσθητος θα είναι όποιον δεν τον συγκινήσει.
Του Αιγαίου πάλι ο φλοίσβος, που ακούγεται πιο πέρα,
νανουρίζει το περγιάλι μες στον καθαρό αέρα
και το ζαφειρένιο κύμα στη χρυσή ακτή χτυπάει
και τη γλύκα των χρωμάτων αλαργότερα την πάει.
Των νησιών εκεί στο βάθος η σκιά τραχιά μαυρίζει,
όταν απαλού πελάγου το χαμόγελο ανθίζει.
Έτσι αγνάντευα της γης μας και της θάλασσας τα κάλλη,
σαν τα βήματα σε τούτον το ναό με φέραν πάλι,
μόνο, δίχως να υπάρχουν φίλοι ή ανθρώποι άλλοι
στο μαγευτικό ετούτο και πανώριο ακρογιάλι,
που η τέχνη κι η ανδρεία είναι σαν μια οπτασία
και που βρίσκονται μονάχα σε ποιητικά βιβλία.
Κι όπως έστρεψε η ψυχή μου το ναό για να θαυμάσει
της θεάς, που οι ανθρώποι τώρα έχουν ατιμάσει,
οι παλιοί καιροί γυρίσαν, το παρόν πια είχε σβήσει
και ο Δόξα στην Ελλάδα γύριζε να κατοικήσει!
Επερνούσανε οι ώρες. Της Αρτέμιδας τα’ αστέρι
είχε φτάσει πια στου θόλου τα ψηλότερα τα μέρη
κι εγώ γύριζα μονάχος δίχως να ’μαι κουρασμένος,
σε θεού ναό που ήταν εντελώς λησμονημένος.
Αλλά πιο πολύ σ’ εκείνον τον δικό σου, ω Παλλάδα,
ετριγύριζα, ’κει όπου της Εκάτης η λαμπράδα
στις ψυχρές κολόνες πέφτει απαλά μα και θλιμμένη
κι ήχος την καρδιά παγώνει σαν από νεκρό να βγαίνει.
Ονειροπολώντας είχα για πολύ ’κει απομείνει,
θεωρώντας τι απ’ τη δόξα την παλιά είχε απομείνει,
όταν, ξάφνου, εκεί μπροστά μου, μια γιγάντια θεότης,
η Παλλάδα, με σιμώνει πάνω εκεί, μες στο ναό της!
Η Αθηνά ήταν η ίδια, αλλά πόσο αλλαγμένη
από τότε που στα τείχη των Δαρδάνων οπλισμένη
έτρεχε μ’ ορμή. Μα τώρα η μορφή της διαφέρει
από κείνη που ’χε πλάσει του Φειδία τα’ άξιο χέρι.
Του προσώπου της εκείνον δεν τον δείχνει πια τον τρόμο
κι η γοργόνα της ασπίδας είχε πάρει άλλο δρόμο.
Νά το κράνος της, κομμάτια. Τσακισμένο το κοντάρι,
κι ούτε τους νεκρούς δεν σκιάζει. Της ελιάς το νιο βλαστάρι
π’ ολοένα το κρατούσε, νά το, είναι μαραμένο
και ξερό καθώς το σφίγγει με το χέρι παγωμένο.
Αν κι από τους αθανάτους τα λαμπρότερα είχε νιάτα,
δακρυσμένη είναι τώρα η θεά η γαλανομάτα.
Και η γλαύκα της στο κράνος το σπασμένο καθισμένη
την κυρά μοιρολογάει με λαλιά απελπισμένη.
«Ω θνητέ, – έτσι μου είπε – της ντροπής σου αυτό το χρώμα
Βρετανός μου λέει να ’σαι, όνομα ανδρείου ακόμα
μέχρι χτες λαού, ελευθέρου, με ωραία πεπρωμένα,
τώρα περιφρονημένου, και ιδίως από μένα.
Η Παλλάδα πρώτος θα ’ναι της πατρίδας σου εχθρός·
την αιτία θες να μάθεις; Κοίτα γύρω σου κι εμπρός.
Έχω δει πολλούς πολέμους κι ερημώσεις να πληθαίνουν
κι άλλες τόσες τυραννίες να ανεβοκατεβαίνουν.
Απ’ του Τούρκου τη μανία γλίτωσα και του Βανδάλου,
μα η χώρα σου έναν κλέφτη μου ’χει στείλει πιο μεγάλο.
Κοίτα, άδειος ο ναός μου, κατοικία ρημαγμένη,
και στοχάσου τι μιζέρια είναι γύρω απλωμένη.
Τούτα ο Κέκροπας, κι εκείνα τα ’χε ο Περικλής στολίσει,
κι ο Αδριανός τις Μούσες για να τις παρηγορήσει,
και ευγνωμονώ και όσους το ναό μου έχουν χτίσει,
μα ο Αλάριχος κι ο Έλγιν μ’ έχουν άγρια συλήσει.
Και σαν να ’πρεπε ο κόσμος το κατόρθωμα να μάθει,
ο Ελγίνος στο ναό μου πάει και τα’ όνομά του γράφει,
σα να νοιάστηκε η Παλλάδα να δοξάσει τ’ όνομά του,
κάτω η υπογραφή του, πάνω το κατόρθωμά του.
Κι ο απόγονος των Πίκτων είναι φημισμένος όσο
ειν’ ο αρχηγός των Γότθων, πιθανόν και άλλο τόσο.
Αλλ’ ο Αλάριχος τα πάντα είχε αγρίως καταστρέψει
με το δίκιο του πολέμου, μα ο ‘Ελγιν για να κλέψει
όσα οι βάρβαροι αφήσαν, που ’τανε απ’ ό,τι εκείνος
είναι βάρβαρος πιο λίγο, γιατί το ’κανε ο Ελγίνος;
Το ’κανε όπως τη λεία παρατάει το λιοντάρι
και ακολουθεί ο λύκος ή ο τσάκαλος να πάρει
και να γλείψει κάποια σάρκα που απόμεινε ακόμα
απ’ του λιονταριού ή του λύκου το αχόρταγο το στόμα.
Αλλά των θεών το κρίμα τους κακούργους θα τους πιάσει.
Κοίτα τι ο Έλγιν πήρε, κοίτα και τι έχει χάσει.
Τ’ όνομά του μ’ άλλο ένα το ναό μου τον λερώνει
και το φως της να το ρίξει η Αρτέμιδα θυμώνει.
Αν και έχει η Αφροδίτη τη μισή ντροπή ξεπλύνει,
η Παλλάδα όμως δεν πρέπει χωρίς γδικιωμό να μείνει».
Κι όταν σώπασε για λίγο, έτσι είχα αποτολμήσει,
απαντώντας ν’ απαλύνω της οργής της το μεθύσι:
Κόρη του Διός, της λέω, γι’ όνομα της Αλβιόνος,
και σαν γνήσιος Εγγλέζος, διαμαρτύρομαι εντόνως.
Μην κακίζεις την Αγγλία. Ξέρεις από ποιο ’ταν μέρος
ο ληστής και συλητής σου; Μάθε, Σκώτος ήταν βέρος.
Τη διαφορά να μάθεις αν το θες και την αιτία,
από της Φυλής το ύψος κοίταξε τη Βοιωτία.
Του νησιού μας Βοιωτία, μάθε, είναι η Σκωτία,
και καλά το ξέρω ότι απ’ αυτή τη νόθα χώρα
της σοφίας η θεά μας δεν τιμήθηκε ως τώρα.
Χώρα άγονη, που η φύση απλοχέρα δεν εστάθη,
και που έμβλημά της έχει το ψηλό γαϊδουραγκάθι,
που το μόνο προϊόν της είναι τα πηχτά σκοτάδια
κι οι τσιγκούνηδες κι αχρείοι που γυρίζουν σα ρημάδια.
Των βουνών και των ελών της το υγρό εκείνο αγέρι
στα κεφάλια τα κουτά τους σκοτισμό και άγνοια φέρει.
Τα μυαλά τα νερουλά τους άγονα ’ναι σαν το χώμα
και ψυχρά, όπως το χιόνι που δεν έλιωσε ακόμα.
Για τον πλούτο χίλιους τρόπους μηχανώνται τα παιδιά της
και το κέρδος τα τραβάει και τα πάει μακριά της.
Στην ανατολή, στη δύση, μόνο προς βορράν δεν πάνε:
κέρδη να βρουν δίχως κόπο, γη και θάλασσες περνάνε.
Ά, καταραμένη ώρα και καταραμένη μέρα,
που τον Πίκτο για ληστεία είχε στείλει κι εδώ πέρα!
Κι όμως, άξια βλαστάρια γέννησε και η Σκωτία,
σαν τον Πίνδαρο που έχει κι η νωθρή η Βοιωτία
και μακάρι οι σοφοί τους να νικήσουνε το κλίμα
κι οι γενναίοι ν’ αψηφίσουν και του θάνατου το μνήμα,
και τη σκόνη αυτής της χώρας ξετινάζοντας και πάλι,
σαν παιδάκια να αστράψουν σε χαρούμενο ακρογιάλι,
γιατί, όπως σ’ άλλα χρόνια, όταν σε μια ψεύτρα χώρα
δέκα ανδρείοι αν υπήρχαν, αποφεύγονταν η μπόρα».
«Ω θνητέ, μου είπε τότε η γαλανομάτα η κόρη,
τούτο το μαντάτο φέρε στης πατρίδας σου τα όρη:
Αν και έχω παρακμάσει, να εκδικηθώ μου μένει
και ν’ αποστραφώ μια χώρα σκοτεινή κι ατιμασμένη.
Άκουσε, λοιπόν, τις ρήσεις της θεάς Παλλάδας μόνο:
άκουσε και σώπα: τα’ άλλα θα ειπωθούν από το χρόνο.
Πρώτα στο κεφάλι εκείνου που ’κανε αυτή την πράξη
η κατάρα μου θ’ αστράψει, ίδιον και γενιά να κάψει.
Ούτε μία σπίθα πνεύμα να μην έχουν τα παιδιά του
και αναίσθητα να είναι, όπως και η αφεντιά του.
Κι αν βρεθεί απόγονός του να ’χει λίγο πνεύμα ή φάτσα,
τότε σίγουρα θα είναι νόθος κι από άλλη ράτσα.
Να γυρίζει μ’ απογόνους διανοητικά βλαμμένους
και αντί για της σοφίας, της βλακείας να ’χει επαίνους.
Κι οι κουτοί να επαινούνε την πολλή καλαισθησία
που θα τον χαρακτηρίζει στην αγοραπωλησία,
να πουλά κι έτσι να κάνει –τί ντροπή και τί απάτη!–
της κλεψιάς και αρπαγής του ένα έθνος συνεργάτη.
Κι ο Ουέστ, που της Ευρώπης είναι ο ρυπαρογράφος,
μα της δύστυχης Αγγλίας κόλαξ και τρανός ζωγράφος,
με τα χέρια σαν αγγίξει έργα τέχνης των αιώνων,
μπρος τους θα θαρρεί πως είναι μαθητής ογδόντα χρόνων.
Και τριγύρω οι αγροίκοι παλαιστές θα μαζευτούνε
με της τέχνης τα μνημεία και αυτοί να συγκριθούνε
και το “μαρμαράδικό” του βλέποντας, θα το θαυμάσουν
κοκορόμυαλοι στην πύλη βιαστικοί σαν καταφθάσουν.
Και, τεμπέλικα, τ’ αρχαία σαν χαζοί θα σχολιάζουν,
ενώ οι γεροντοκόρες από πόθο θα στενάζουν
και θα κατατρώγουν όλες ψηλαφώντας με τα μάτια
των υπέροχων γιγάντων τα μαρμάρινα κομμάτια,
και θλιμμένες θα φωνάζουν, όταν δουν τους ανδριάντες:
“Ω, οι Έλληνες οι αρχαίοι ήτανε στ’ αλήθεια άντρες!”
Και συγκρίνοντάς τους τώρα με εκείνους τους γενναίους,
θα ζηλέψουν τη Λαΐδα για τους φίλους Αθηναίους.
Πότε σύγχρονη γυναίκα θα ’χει τέτοιον εραστή;
Άχ, αλίμονο, ο σερ Χάρρυ δεν του μοιάζει του Ηρακλή…
Και στο τέλος, μες στο τόσο το ανώνυμο το πλήθος,
θα βρεθεί κάποιος διαβάτης που θα έχει λίγο ήθος·
λυπημένος, βλέποντάς τα, άφωνος θ’ αγανακτήσει,
θα θαυμάσει τα κλεμμένα, μα τον κλέφτη θα μισήσει.
Ώ, καταραμένη να ’ναι η ζωή του και ο τάφος
και οργή να συνοδεύει το ιερόσυλό του πάθος.
Τ’ όνομά του η Ιστορία δίπλα σ’ εκεινού θα γράψει
του τρελού, που της Εφέσου το ναό ’χε κατακάψει.
Κι η κατάρα μου πιο πέρα απ’ τον τάφο να τον πάει
και το μίσος αιωνίως και τους δυο να κυνηγάει.
Ο Ηρόστρατος και ο Έλγιν, και οι δυο ατιμασμένοι,
μα ο δεύτερος πιο μαύρος απ’ τον πρώτο θ’ απομένει.
George Gordon Lord Byron
The Curse Of Minerva
Slow sinks, more lovely ere his race be run,
Along Morea’s hills the setting Sun;
Not, as in northern climes, obscurely bright,
But one unclouded blaze of living light;
O’er the hushed deep the yellow beam he throws,
Gilds the green wave that trembles as it glows;
On old ægina’s rock and Hydra’s isle
The God of gladness sheds his parting smile;
O’er his own regions lingering loves to shine,
Though there his altars are no more divine.
Descending fast, the mountain-shadows kiss
Thy glorious Gulf, unconquered Salamis!
Their azure arches through the long expanse,
More deeply purpled, meet his mellowing glance,
And tenderest tints, along their summits driven,
Mark his gay course, and own the hues of Heaven;
Till, darkly shaded from the land and deep,
Behind his Delphian rock he sinks to sleep.
On such an eve his palest beam he cast
When, Athens! here thy Wisest looked his last.
How watched thy better sons his farewell ray,
That closed their murdered Sage’s latest day!
Not yet—not yet—Sol pauses on the hill,
The precious hour of parting lingers still;
But sad his light to agonizing eyes,
And dark the mountain’s once delightful dyes;
Gloom o’er the lovely land he seemed to pour,
The land where Phoebus never frowned before;
But ere he sunk below Cithaeron’s head,
The cup of Woe was quaffed—the Spirit fled;
The soul of Him that scorned to fear or fly,
Who lived and died as none can live or die.
But lo! from high Hymettus to the plain
The Queen of Night asserts her silent reign;
No murky vapour, herald of the storm,
Hides her fair face, or girds her glowing form;
With cornice glimmering as the moonbeams play,
There the white column greets her grateful ray,
And bright around, with quivering beams beset,
Her emblem sparkles o’er the Minaret;
The groves of olive scattered dark and wide,
Where meek Cephisus sheds his scanty tide,
The cypress saddening by the sacred mosque,
The gleaming turret of the gay kiosk,
And sad and sombre ’mid the holy calm,
Near Theseus’ fane, yon solitary palm;
All, tinged with varied hues, arrest the eye;
And dull were his that passed them heedless by.
Again the ægean, heard no more afar,
Lulls his chafed breast from elemental war:
Again his waves in milder tints unfold
Their long expanse of sapphire and of gold,
Mixed with the shades of many a distant isle
That frown, where gentler Ocean deigns to smile.
As thus, within the walls of Pallas’ fane,
I marked the beauties of the land and main,
Alone, and friendless, on the magic shore,
Whose arts and arms but live in poets’ lore;
Oft as the matchless dome I turned to scan,
Sacred to Gods, but not secure from Man,
The Past returned, the Present seemed to cease,
And Glory knew no clime beyond her Greece!
Hour rolled along, and Dian’s orb on high
Had gained the centre of her softest sky;
And yet unwearied still my footsteps trod
O’er the vain shrine of many a vanished God:
But chiefly, Pallas! thine, when Hecate’s glare
Checked by thy columns, fell more sadly fair
O’er the chill marble, where the startling tread
Thrills the lone heart like echoes from the dead.
Long had I mused, and treasured every trace
The wreck of Greece recorded of her race,
When, lo! a giant-form before me strode,
And Pallas hailed me in her own Abode!
Yes,’twas Minerva’s self; but, ah! how changed,
Since o’er the Dardan field in arms she ranged!
Not such as erst, by her divine command,
Her form appeared from Phidias’ plastic hand:
Gone were the terrors of her awful brow,
Her idle ægis bore no Gorgon now;
Her helm was dinted, and the broken lance
Seemed weak and shaftless e’en to mortal glance;
The Olive Branch, which still she deigned to clasp,
Shrunk from her touch, and withered in her grasp;
And, ah! though still the brightest of the sky,
Celestial tears bedimmed her large blue eye;
Round the rent casque her owlet circled slow,
And mourned his mistress with a shriek of woe!
“Mortal!”—’twas thus she spake—”that blush of shame
Proclaims thee Briton, once a noble name;
First of the mighty, foremost of the free,
Now honoured ‘less’ by all, and ‘least’ by me:
Chief of thy foes shall Pallas still be found.
Seek’st thou the cause of loathing!—look around.
Lo! here, despite of war and wasting fire,
I saw successive Tyrannies expire;
‘Scaped from the ravage of the Turk and Goth,
Thy country sends a spoiler worse than both.
Survey this vacant, violated fane;
Recount the relics torn that yet remain:
‘These’ Cecrops placed, ‘this’ Pericles adorned,
‘That’ Adrian reared when drooping Science mourned.
What more I owe let Gratitude attest—
Know, Alaric and Elgin did the rest.
That all may learn from whence the plunderer came,
The insulted wall sustains his hated name:
For Elgin’s fame thus grateful Pallas pleads,
Below, his name—above, behold his deeds!
Be ever hailed with equal honour here
The Gothic monarch and the Pictish peer:
Arms gave the first his right, the last had none,
But basely stole what less barbarians won.
So when the Lion quits his fell repast,
Next prowls the Wolf, the filthy Jackal last:
Flesh, limbs, and blood the former make their own,
The last poor brute securely gnaws the bone.
Yet still the Gods are just, and crimes are crossed:
See here what Elgin won, and what he lost!
Another name with his pollutes my shrine:
Behold where Dian’s beams disdain to shine!
Some retribution still might Pallas claim,
When Venus half avenged Minerva’s shame.”
She ceased awhile, and thus I dared reply,
To soothe the vengeance kindling in her eye:
“Daughter of Jove! in Britain’s injured name,
A true-born Briton may the deed disclaim.
Frown not on England; England owns him not:
Athena, no! thy plunderer was a Scot.
Ask’st thou the difference? From fair Phyles’ towers
Survey Boeotia;—Caledonia’s ours.
And well I know within that bastard land
Hath Wisdom’s goddess never held command;
A barren soil, where Nature’s germs, confined
To stern sterility, can stint the mind;
Whose thistle well betrays the niggard earth,
Emblem of all to whom the Land gives birth;
Each genial influence nurtured to resist;
A land of meanness, sophistry, and mist.
Each breeze from foggy mount and marshy plain
Dilutes with drivel every drizzly brain,
Till, burst at length, each wat’ry head o’erflows,
Foul as their soil, and frigid as their snows:
Then thousand schemes of petulance and pride
Despatch her scheming children far and wide;
Some East, some West, some—everywhere but North!
In quest of lawless gain, they issue forth.
And thus—accursed be the day and year!
She sent a Pict to play the felon here.
Yet Caledonia claims some native worth,
As dull Boeotia gave a Pindar birth;
So may her few, the lettered and the brave,
Bound to no clime, and victors of the grave,
Shake off the sordid dust of such a land,
And shine like children of a happier strand;
As once, of yore, in some obnoxious place,
Ten names (if found) had saved a wretched race.”
“Mortal!” the blue-eyed maid resumed, “once more
Bear back my mandate to thy native shore.
Though fallen, alas! this vengeance yet is mine,
To turn my counsels far from lands like thine.
Hear then in silence Pallas’ stern behest;
Hear and believe, for Time will tell the rest.
“First on the head of him who did this deed
My curse shall light,—on him and all his seed:
Without one spark of intellectual fire,
Be all the sons as senseless as the sire:
If one with wit the parent brood disgrace,
Believe him bastard of a brighter race:
Still with his hireling artists let him prate,
And Folly’s praise repay for Wisdom’s hate;
Long of their Patron’s gusto let them tell,
Whose noblest, native gusto is—to sell:
To sell, and make—may shame record the day!—
The State—Receiver of his pilfered prey.
Meantime, the flattering, feeble dotard, West,
Europe’s worst dauber, and poor Britain’s best,
With palsied hand shall turn each model o’er,
And own himself an infant of fourscore.
Be all the Bruisers culled from all St. Giles’,
That Art and Nature may compare their styles;
While brawny brutes in stupid wonder stare,
And marvel at his Lordship’s ’stone shop’ there.
Round the thronged gate shall sauntering coxcombs creep
To lounge and lucubrate, to prate and peep;
While many a languid maid, with longing sigh,
On giant statues casts the curious eye;
The room with transient glance appears to skim,
Yet marks the mighty back and length of limb;
Mourns o’er the difference of now and then;
Exclaims, ‘These Greeks indeed were proper men!’
Draws slight comparisons of ‘these’ with ‘those’,
And envies Laïs all her Attic beaux.
When shall a modern maid have swains like these?
Alas! Sir Harry is no Hercules!
And last of all, amidst the gaping crew,
Some calm spectator, as he takes his view,
In silent indignation mixed with grief,
Admires the plunder, but abhors the thief.
Oh, loathed in life, nor pardoned in the dust,
May Hate pursue his sacrilegious lust!
Linked with the fool that fired the Ephesian dome,
Shall vengeance follow far beyond the tomb,
And Eratostratus and Elgin shine
In many a branding page and burning line;
Alike reserved for aye to stand accursed,
Perchance the second blacker than the first.
εχαιρέτησε για πάντα τα’ απαλό, το χρυσό φως σου.
Με τι θλίψη οι καλοί σου οι πολίτες τη στερνή του
την αχτίδα την κοιτούσαν που ’παιρνε και την πνοή του...
Γιάννης Σταύρου, Δειλινό στην Ακρόπολη, λάδι σε καμβά
Λόρδος Βύρων
Η κατάρα της Αθηνάς
Μεγαλόπρεπα κι αγάλια τώρα ο ήλιος κατεβαίνει
πάνω στου Μοριά τους λόφους με θωριά χαριτωμένη·
όχι όπως εις τις χώρες του βορρά, σκοτεινιασμένος,
αλλ’ αστραφτερός σαν φλόγα, ζωντανός, φωτολουσμένος.
Στα βαθιά νερά μια ρίχνει απαλή, χρυσή αχτίνα
και το πράσινο χρυσώνει, το ρυτιδωμένο κύμα.
Και στης Αίγινας το βράχο τον αρχαίο και στην Ύδρα
ο θεός του κάλλους βάζει του φιλιού του τη σφραγίδα.
Πάνω απ’ το βασίλειό του ρίχνει τη φωτοχυσία,
αν κι ο κόσμος έχει πάψει να του κάνει πια θυσία.
Των κοφτών βουνών οι ίσκιοι μες στον κόλπο σου ριγμένοι,
τον φιλούν και τον χαϊδεύουν, Σαλαμίνα δοξασμένη!
Οι γαλάζιες τους οι άκρες μες στην απεραντοσύνη
βάφονται σαν την πορφύρα που ο βασιλιάς τη ντύνει.
Απαλά τα χρώματά του πάνω στις κορφές τα ρίχνει
και στολίζει ό,τι αγγίζει με τα χρυσαφένια ίχνη.
Ώσπου ο ήλιος, χαιρετώντας την πανώρια τούτη πλάση,
πίσ’ απ’ των Δελφών τα βράχια κρύβεται για να πλαγιάσει.
Τέτοιο, Αθήνα μου, ένα δείλι ήτανε που ο σοφός σου
εχαιρέτησε για πάντα τα’ απαλό, το χρυσό φως σου.
Με τι θλίψη οι καλοί σου οι πολίτες τη στερνή του
την αχτίδα την κοιτούσαν που ’παιρνε και την πνοή του…
Όχι ακόμα, όχι ακόμα, στα βουνά ο ήλιος μένει,
ειν’ απρόθυμος να δύσει και ακόμα περιμένει.
Αλλά πριν στου Κιθαιρώνα την κορφή να γείρει, πίνει
το πικρό ποτήρι ο γέρος και το πνεύμα παραδίνει.
Κι έφυγε η ψυχή που τα ’χε όλα περιφρονημένα,
που ’χε ζήσει και πεθάνει έτσι σαν άλλου κανένα.
Αλλά και στον κάμπο η νύχτα η βασίλισσα προβαίνει
απ’ του Υμηττού τα ύψη, δίχως όμως να υγραίνει
το ωραίο πρόσωπό της και να προμηνάει μπόρα.
Στη μαρμάρινη κολόνα τα φιλιά του στέλνει τώρα
το φεγγάρι. Κι εκεί κάτω, στου τζαμιού τον πύργο, λάμπει
το σημάδι του και γύρω αστραποβολούν οι κάμποι.
Οι πυκνοί μαύροι ελαιώνες κάτω είναι απλωμένοι
και ο Κηφισός κυλώντας απαλά γοργοδιαβαίνει.
Στο τζαμί τριγύρω – γύρω στέκονται τα κυπαρίσσια
και ο τρούλος του γυαλίζει με λαμπρότητα περίσσια.
Κι ένας φοίνικας θλιμμένος, στη θρησκευτική γαλήνη,
εκεί δίπλα στο Θησείο, μόνος έχει απομείνει.
Τί μαγευτικό τοπίο που προσφέρει εδώ η φύση,
και αναίσθητος θα είναι όποιον δεν τον συγκινήσει.
Του Αιγαίου πάλι ο φλοίσβος, που ακούγεται πιο πέρα,
νανουρίζει το περγιάλι μες στον καθαρό αέρα
και το ζαφειρένιο κύμα στη χρυσή ακτή χτυπάει
και τη γλύκα των χρωμάτων αλαργότερα την πάει.
Των νησιών εκεί στο βάθος η σκιά τραχιά μαυρίζει,
όταν απαλού πελάγου το χαμόγελο ανθίζει.
Έτσι αγνάντευα της γης μας και της θάλασσας τα κάλλη,
σαν τα βήματα σε τούτον το ναό με φέραν πάλι,
μόνο, δίχως να υπάρχουν φίλοι ή ανθρώποι άλλοι
στο μαγευτικό ετούτο και πανώριο ακρογιάλι,
που η τέχνη κι η ανδρεία είναι σαν μια οπτασία
και που βρίσκονται μονάχα σε ποιητικά βιβλία.
Κι όπως έστρεψε η ψυχή μου το ναό για να θαυμάσει
της θεάς, που οι ανθρώποι τώρα έχουν ατιμάσει,
οι παλιοί καιροί γυρίσαν, το παρόν πια είχε σβήσει
και ο Δόξα στην Ελλάδα γύριζε να κατοικήσει!
Επερνούσανε οι ώρες. Της Αρτέμιδας τα’ αστέρι
είχε φτάσει πια στου θόλου τα ψηλότερα τα μέρη
κι εγώ γύριζα μονάχος δίχως να ’μαι κουρασμένος,
σε θεού ναό που ήταν εντελώς λησμονημένος.
Αλλά πιο πολύ σ’ εκείνον τον δικό σου, ω Παλλάδα,
ετριγύριζα, ’κει όπου της Εκάτης η λαμπράδα
στις ψυχρές κολόνες πέφτει απαλά μα και θλιμμένη
κι ήχος την καρδιά παγώνει σαν από νεκρό να βγαίνει.
Ονειροπολώντας είχα για πολύ ’κει απομείνει,
θεωρώντας τι απ’ τη δόξα την παλιά είχε απομείνει,
όταν, ξάφνου, εκεί μπροστά μου, μια γιγάντια θεότης,
η Παλλάδα, με σιμώνει πάνω εκεί, μες στο ναό της!
Η Αθηνά ήταν η ίδια, αλλά πόσο αλλαγμένη
από τότε που στα τείχη των Δαρδάνων οπλισμένη
έτρεχε μ’ ορμή. Μα τώρα η μορφή της διαφέρει
από κείνη που ’χε πλάσει του Φειδία τα’ άξιο χέρι.
Του προσώπου της εκείνον δεν τον δείχνει πια τον τρόμο
κι η γοργόνα της ασπίδας είχε πάρει άλλο δρόμο.
Νά το κράνος της, κομμάτια. Τσακισμένο το κοντάρι,
κι ούτε τους νεκρούς δεν σκιάζει. Της ελιάς το νιο βλαστάρι
π’ ολοένα το κρατούσε, νά το, είναι μαραμένο
και ξερό καθώς το σφίγγει με το χέρι παγωμένο.
Αν κι από τους αθανάτους τα λαμπρότερα είχε νιάτα,
δακρυσμένη είναι τώρα η θεά η γαλανομάτα.
Και η γλαύκα της στο κράνος το σπασμένο καθισμένη
την κυρά μοιρολογάει με λαλιά απελπισμένη.
«Ω θνητέ, – έτσι μου είπε – της ντροπής σου αυτό το χρώμα
Βρετανός μου λέει να ’σαι, όνομα ανδρείου ακόμα
μέχρι χτες λαού, ελευθέρου, με ωραία πεπρωμένα,
τώρα περιφρονημένου, και ιδίως από μένα.
Η Παλλάδα πρώτος θα ’ναι της πατρίδας σου εχθρός·
την αιτία θες να μάθεις; Κοίτα γύρω σου κι εμπρός.
Έχω δει πολλούς πολέμους κι ερημώσεις να πληθαίνουν
κι άλλες τόσες τυραννίες να ανεβοκατεβαίνουν.
Απ’ του Τούρκου τη μανία γλίτωσα και του Βανδάλου,
μα η χώρα σου έναν κλέφτη μου ’χει στείλει πιο μεγάλο.
Κοίτα, άδειος ο ναός μου, κατοικία ρημαγμένη,
και στοχάσου τι μιζέρια είναι γύρω απλωμένη.
Τούτα ο Κέκροπας, κι εκείνα τα ’χε ο Περικλής στολίσει,
κι ο Αδριανός τις Μούσες για να τις παρηγορήσει,
και ευγνωμονώ και όσους το ναό μου έχουν χτίσει,
μα ο Αλάριχος κι ο Έλγιν μ’ έχουν άγρια συλήσει.
Και σαν να ’πρεπε ο κόσμος το κατόρθωμα να μάθει,
ο Ελγίνος στο ναό μου πάει και τα’ όνομά του γράφει,
σα να νοιάστηκε η Παλλάδα να δοξάσει τ’ όνομά του,
κάτω η υπογραφή του, πάνω το κατόρθωμά του.
Κι ο απόγονος των Πίκτων είναι φημισμένος όσο
ειν’ ο αρχηγός των Γότθων, πιθανόν και άλλο τόσο.
Αλλ’ ο Αλάριχος τα πάντα είχε αγρίως καταστρέψει
με το δίκιο του πολέμου, μα ο ‘Ελγιν για να κλέψει
όσα οι βάρβαροι αφήσαν, που ’τανε απ’ ό,τι εκείνος
είναι βάρβαρος πιο λίγο, γιατί το ’κανε ο Ελγίνος;
Το ’κανε όπως τη λεία παρατάει το λιοντάρι
και ακολουθεί ο λύκος ή ο τσάκαλος να πάρει
και να γλείψει κάποια σάρκα που απόμεινε ακόμα
απ’ του λιονταριού ή του λύκου το αχόρταγο το στόμα.
Αλλά των θεών το κρίμα τους κακούργους θα τους πιάσει.
Κοίτα τι ο Έλγιν πήρε, κοίτα και τι έχει χάσει.
Τ’ όνομά του μ’ άλλο ένα το ναό μου τον λερώνει
και το φως της να το ρίξει η Αρτέμιδα θυμώνει.
Αν και έχει η Αφροδίτη τη μισή ντροπή ξεπλύνει,
η Παλλάδα όμως δεν πρέπει χωρίς γδικιωμό να μείνει».
Κι όταν σώπασε για λίγο, έτσι είχα αποτολμήσει,
απαντώντας ν’ απαλύνω της οργής της το μεθύσι:
Κόρη του Διός, της λέω, γι’ όνομα της Αλβιόνος,
και σαν γνήσιος Εγγλέζος, διαμαρτύρομαι εντόνως.
Μην κακίζεις την Αγγλία. Ξέρεις από ποιο ’ταν μέρος
ο ληστής και συλητής σου; Μάθε, Σκώτος ήταν βέρος.
Τη διαφορά να μάθεις αν το θες και την αιτία,
από της Φυλής το ύψος κοίταξε τη Βοιωτία.
Του νησιού μας Βοιωτία, μάθε, είναι η Σκωτία,
και καλά το ξέρω ότι απ’ αυτή τη νόθα χώρα
της σοφίας η θεά μας δεν τιμήθηκε ως τώρα.
Χώρα άγονη, που η φύση απλοχέρα δεν εστάθη,
και που έμβλημά της έχει το ψηλό γαϊδουραγκάθι,
που το μόνο προϊόν της είναι τα πηχτά σκοτάδια
κι οι τσιγκούνηδες κι αχρείοι που γυρίζουν σα ρημάδια.
Των βουνών και των ελών της το υγρό εκείνο αγέρι
στα κεφάλια τα κουτά τους σκοτισμό και άγνοια φέρει.
Τα μυαλά τα νερουλά τους άγονα ’ναι σαν το χώμα
και ψυχρά, όπως το χιόνι που δεν έλιωσε ακόμα.
Για τον πλούτο χίλιους τρόπους μηχανώνται τα παιδιά της
και το κέρδος τα τραβάει και τα πάει μακριά της.
Στην ανατολή, στη δύση, μόνο προς βορράν δεν πάνε:
κέρδη να βρουν δίχως κόπο, γη και θάλασσες περνάνε.
Ά, καταραμένη ώρα και καταραμένη μέρα,
που τον Πίκτο για ληστεία είχε στείλει κι εδώ πέρα!
Κι όμως, άξια βλαστάρια γέννησε και η Σκωτία,
σαν τον Πίνδαρο που έχει κι η νωθρή η Βοιωτία
και μακάρι οι σοφοί τους να νικήσουνε το κλίμα
κι οι γενναίοι ν’ αψηφίσουν και του θάνατου το μνήμα,
και τη σκόνη αυτής της χώρας ξετινάζοντας και πάλι,
σαν παιδάκια να αστράψουν σε χαρούμενο ακρογιάλι,
γιατί, όπως σ’ άλλα χρόνια, όταν σε μια ψεύτρα χώρα
δέκα ανδρείοι αν υπήρχαν, αποφεύγονταν η μπόρα».
«Ω θνητέ, μου είπε τότε η γαλανομάτα η κόρη,
τούτο το μαντάτο φέρε στης πατρίδας σου τα όρη:
Αν και έχω παρακμάσει, να εκδικηθώ μου μένει
και ν’ αποστραφώ μια χώρα σκοτεινή κι ατιμασμένη.
Άκουσε, λοιπόν, τις ρήσεις της θεάς Παλλάδας μόνο:
άκουσε και σώπα: τα’ άλλα θα ειπωθούν από το χρόνο.
Πρώτα στο κεφάλι εκείνου που ’κανε αυτή την πράξη
η κατάρα μου θ’ αστράψει, ίδιον και γενιά να κάψει.
Ούτε μία σπίθα πνεύμα να μην έχουν τα παιδιά του
και αναίσθητα να είναι, όπως και η αφεντιά του.
Κι αν βρεθεί απόγονός του να ’χει λίγο πνεύμα ή φάτσα,
τότε σίγουρα θα είναι νόθος κι από άλλη ράτσα.
Να γυρίζει μ’ απογόνους διανοητικά βλαμμένους
και αντί για της σοφίας, της βλακείας να ’χει επαίνους.
Κι οι κουτοί να επαινούνε την πολλή καλαισθησία
που θα τον χαρακτηρίζει στην αγοραπωλησία,
να πουλά κι έτσι να κάνει –τί ντροπή και τί απάτη!–
της κλεψιάς και αρπαγής του ένα έθνος συνεργάτη.
Κι ο Ουέστ, που της Ευρώπης είναι ο ρυπαρογράφος,
μα της δύστυχης Αγγλίας κόλαξ και τρανός ζωγράφος,
με τα χέρια σαν αγγίξει έργα τέχνης των αιώνων,
μπρος τους θα θαρρεί πως είναι μαθητής ογδόντα χρόνων.
Και τριγύρω οι αγροίκοι παλαιστές θα μαζευτούνε
με της τέχνης τα μνημεία και αυτοί να συγκριθούνε
και το “μαρμαράδικό” του βλέποντας, θα το θαυμάσουν
κοκορόμυαλοι στην πύλη βιαστικοί σαν καταφθάσουν.
Και, τεμπέλικα, τ’ αρχαία σαν χαζοί θα σχολιάζουν,
ενώ οι γεροντοκόρες από πόθο θα στενάζουν
και θα κατατρώγουν όλες ψηλαφώντας με τα μάτια
των υπέροχων γιγάντων τα μαρμάρινα κομμάτια,
και θλιμμένες θα φωνάζουν, όταν δουν τους ανδριάντες:
“Ω, οι Έλληνες οι αρχαίοι ήτανε στ’ αλήθεια άντρες!”
Και συγκρίνοντάς τους τώρα με εκείνους τους γενναίους,
θα ζηλέψουν τη Λαΐδα για τους φίλους Αθηναίους.
Πότε σύγχρονη γυναίκα θα ’χει τέτοιον εραστή;
Άχ, αλίμονο, ο σερ Χάρρυ δεν του μοιάζει του Ηρακλή…
Και στο τέλος, μες στο τόσο το ανώνυμο το πλήθος,
θα βρεθεί κάποιος διαβάτης που θα έχει λίγο ήθος·
λυπημένος, βλέποντάς τα, άφωνος θ’ αγανακτήσει,
θα θαυμάσει τα κλεμμένα, μα τον κλέφτη θα μισήσει.
Ώ, καταραμένη να ’ναι η ζωή του και ο τάφος
και οργή να συνοδεύει το ιερόσυλό του πάθος.
Τ’ όνομά του η Ιστορία δίπλα σ’ εκεινού θα γράψει
του τρελού, που της Εφέσου το ναό ’χε κατακάψει.
Κι η κατάρα μου πιο πέρα απ’ τον τάφο να τον πάει
και το μίσος αιωνίως και τους δυο να κυνηγάει.
Ο Ηρόστρατος και ο Έλγιν, και οι δυο ατιμασμένοι,
μα ο δεύτερος πιο μαύρος απ’ τον πρώτο θ’ απομένει.
George Gordon Lord Byron
The Curse Of Minerva
Slow sinks, more lovely ere his race be run,
Along Morea’s hills the setting Sun;
Not, as in northern climes, obscurely bright,
But one unclouded blaze of living light;
O’er the hushed deep the yellow beam he throws,
Gilds the green wave that trembles as it glows;
On old ægina’s rock and Hydra’s isle
The God of gladness sheds his parting smile;
O’er his own regions lingering loves to shine,
Though there his altars are no more divine.
Descending fast, the mountain-shadows kiss
Thy glorious Gulf, unconquered Salamis!
Their azure arches through the long expanse,
More deeply purpled, meet his mellowing glance,
And tenderest tints, along their summits driven,
Mark his gay course, and own the hues of Heaven;
Till, darkly shaded from the land and deep,
Behind his Delphian rock he sinks to sleep.
On such an eve his palest beam he cast
When, Athens! here thy Wisest looked his last.
How watched thy better sons his farewell ray,
That closed their murdered Sage’s latest day!
Not yet—not yet—Sol pauses on the hill,
The precious hour of parting lingers still;
But sad his light to agonizing eyes,
And dark the mountain’s once delightful dyes;
Gloom o’er the lovely land he seemed to pour,
The land where Phoebus never frowned before;
But ere he sunk below Cithaeron’s head,
The cup of Woe was quaffed—the Spirit fled;
The soul of Him that scorned to fear or fly,
Who lived and died as none can live or die.
But lo! from high Hymettus to the plain
The Queen of Night asserts her silent reign;
No murky vapour, herald of the storm,
Hides her fair face, or girds her glowing form;
With cornice glimmering as the moonbeams play,
There the white column greets her grateful ray,
And bright around, with quivering beams beset,
Her emblem sparkles o’er the Minaret;
The groves of olive scattered dark and wide,
Where meek Cephisus sheds his scanty tide,
The cypress saddening by the sacred mosque,
The gleaming turret of the gay kiosk,
And sad and sombre ’mid the holy calm,
Near Theseus’ fane, yon solitary palm;
All, tinged with varied hues, arrest the eye;
And dull were his that passed them heedless by.
Again the ægean, heard no more afar,
Lulls his chafed breast from elemental war:
Again his waves in milder tints unfold
Their long expanse of sapphire and of gold,
Mixed with the shades of many a distant isle
That frown, where gentler Ocean deigns to smile.
As thus, within the walls of Pallas’ fane,
I marked the beauties of the land and main,
Alone, and friendless, on the magic shore,
Whose arts and arms but live in poets’ lore;
Oft as the matchless dome I turned to scan,
Sacred to Gods, but not secure from Man,
The Past returned, the Present seemed to cease,
And Glory knew no clime beyond her Greece!
Hour rolled along, and Dian’s orb on high
Had gained the centre of her softest sky;
And yet unwearied still my footsteps trod
O’er the vain shrine of many a vanished God:
But chiefly, Pallas! thine, when Hecate’s glare
Checked by thy columns, fell more sadly fair
O’er the chill marble, where the startling tread
Thrills the lone heart like echoes from the dead.
Long had I mused, and treasured every trace
The wreck of Greece recorded of her race,
When, lo! a giant-form before me strode,
And Pallas hailed me in her own Abode!
Yes,’twas Minerva’s self; but, ah! how changed,
Since o’er the Dardan field in arms she ranged!
Not such as erst, by her divine command,
Her form appeared from Phidias’ plastic hand:
Gone were the terrors of her awful brow,
Her idle ægis bore no Gorgon now;
Her helm was dinted, and the broken lance
Seemed weak and shaftless e’en to mortal glance;
The Olive Branch, which still she deigned to clasp,
Shrunk from her touch, and withered in her grasp;
And, ah! though still the brightest of the sky,
Celestial tears bedimmed her large blue eye;
Round the rent casque her owlet circled slow,
And mourned his mistress with a shriek of woe!
“Mortal!”—’twas thus she spake—”that blush of shame
Proclaims thee Briton, once a noble name;
First of the mighty, foremost of the free,
Now honoured ‘less’ by all, and ‘least’ by me:
Chief of thy foes shall Pallas still be found.
Seek’st thou the cause of loathing!—look around.
Lo! here, despite of war and wasting fire,
I saw successive Tyrannies expire;
‘Scaped from the ravage of the Turk and Goth,
Thy country sends a spoiler worse than both.
Survey this vacant, violated fane;
Recount the relics torn that yet remain:
‘These’ Cecrops placed, ‘this’ Pericles adorned,
‘That’ Adrian reared when drooping Science mourned.
What more I owe let Gratitude attest—
Know, Alaric and Elgin did the rest.
That all may learn from whence the plunderer came,
The insulted wall sustains his hated name:
For Elgin’s fame thus grateful Pallas pleads,
Below, his name—above, behold his deeds!
Be ever hailed with equal honour here
The Gothic monarch and the Pictish peer:
Arms gave the first his right, the last had none,
But basely stole what less barbarians won.
So when the Lion quits his fell repast,
Next prowls the Wolf, the filthy Jackal last:
Flesh, limbs, and blood the former make their own,
The last poor brute securely gnaws the bone.
Yet still the Gods are just, and crimes are crossed:
See here what Elgin won, and what he lost!
Another name with his pollutes my shrine:
Behold where Dian’s beams disdain to shine!
Some retribution still might Pallas claim,
When Venus half avenged Minerva’s shame.”
She ceased awhile, and thus I dared reply,
To soothe the vengeance kindling in her eye:
“Daughter of Jove! in Britain’s injured name,
A true-born Briton may the deed disclaim.
Frown not on England; England owns him not:
Athena, no! thy plunderer was a Scot.
Ask’st thou the difference? From fair Phyles’ towers
Survey Boeotia;—Caledonia’s ours.
And well I know within that bastard land
Hath Wisdom’s goddess never held command;
A barren soil, where Nature’s germs, confined
To stern sterility, can stint the mind;
Whose thistle well betrays the niggard earth,
Emblem of all to whom the Land gives birth;
Each genial influence nurtured to resist;
A land of meanness, sophistry, and mist.
Each breeze from foggy mount and marshy plain
Dilutes with drivel every drizzly brain,
Till, burst at length, each wat’ry head o’erflows,
Foul as their soil, and frigid as their snows:
Then thousand schemes of petulance and pride
Despatch her scheming children far and wide;
Some East, some West, some—everywhere but North!
In quest of lawless gain, they issue forth.
And thus—accursed be the day and year!
She sent a Pict to play the felon here.
Yet Caledonia claims some native worth,
As dull Boeotia gave a Pindar birth;
So may her few, the lettered and the brave,
Bound to no clime, and victors of the grave,
Shake off the sordid dust of such a land,
And shine like children of a happier strand;
As once, of yore, in some obnoxious place,
Ten names (if found) had saved a wretched race.”
“Mortal!” the blue-eyed maid resumed, “once more
Bear back my mandate to thy native shore.
Though fallen, alas! this vengeance yet is mine,
To turn my counsels far from lands like thine.
Hear then in silence Pallas’ stern behest;
Hear and believe, for Time will tell the rest.
“First on the head of him who did this deed
My curse shall light,—on him and all his seed:
Without one spark of intellectual fire,
Be all the sons as senseless as the sire:
If one with wit the parent brood disgrace,
Believe him bastard of a brighter race:
Still with his hireling artists let him prate,
And Folly’s praise repay for Wisdom’s hate;
Long of their Patron’s gusto let them tell,
Whose noblest, native gusto is—to sell:
To sell, and make—may shame record the day!—
The State—Receiver of his pilfered prey.
Meantime, the flattering, feeble dotard, West,
Europe’s worst dauber, and poor Britain’s best,
With palsied hand shall turn each model o’er,
And own himself an infant of fourscore.
Be all the Bruisers culled from all St. Giles’,
That Art and Nature may compare their styles;
While brawny brutes in stupid wonder stare,
And marvel at his Lordship’s ’stone shop’ there.
Round the thronged gate shall sauntering coxcombs creep
To lounge and lucubrate, to prate and peep;
While many a languid maid, with longing sigh,
On giant statues casts the curious eye;
The room with transient glance appears to skim,
Yet marks the mighty back and length of limb;
Mourns o’er the difference of now and then;
Exclaims, ‘These Greeks indeed were proper men!’
Draws slight comparisons of ‘these’ with ‘those’,
And envies Laïs all her Attic beaux.
When shall a modern maid have swains like these?
Alas! Sir Harry is no Hercules!
And last of all, amidst the gaping crew,
Some calm spectator, as he takes his view,
In silent indignation mixed with grief,
Admires the plunder, but abhors the thief.
Oh, loathed in life, nor pardoned in the dust,
May Hate pursue his sacrilegious lust!
Linked with the fool that fired the Ephesian dome,
Shall vengeance follow far beyond the tomb,
And Eratostratus and Elgin shine
In many a branding page and burning line;
Alike reserved for aye to stand accursed,
Perchance the second blacker than the first.
Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014
στ' αφανισμένο τούτο παρόν...
κι' όλα στεγνώσαν μονομιάς στην πλατωσιά του κάμπου
στης πέτρας την απόγνωση στη δύναμη τη φαγωμένη
στον άδειο τόπο με το λιγοστό χορτάρι και τ' αγκάθια
όπου γλιστρούσε ξέγνοιαστο ένα φίδι,
όπου ξοδεύουνε πολύ καιρό για να πεθάνουν...
Γιάννης Σταύρου, Πλαγιά στον Υμηττό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Γιώργος Σεφέρης
Θερινό Ηλιοστάσι, Θ΄
Mιλούσες για πράγματα που δεν τά 'βλεπαν
κι αυτοί γελούσαν.
Όμως να λάμνεις στο σκοτεινό ποταμό
πάνω νερά·
να πηγαίνεις στον αγνοημένο δρόμο
στα τυφλά, πεισματάρης
και να γυρεύεις λόγια ριζωμένα
σαν το πολύροζο λιόδεντρο -
άφησε κι ας γελούν.
Kαι να ποθείς να κατοικήσει κι ο άλλος κόσμος
στη σημερινή πνιγερή μοναξιά
στ' αφανισμένο τούτο παρόν -
άφησέ τους.
O θαλασσινός άνεμος κι η δροσιά της αυγής
υπάρχουν χωρίς να το ζητήσει κανένας.
Έγκωμη
Ήταν πλατύς ο κάμπος και στρωτός· από μακριά φαι-
νόνταν
το γύρισμα χεριών που σκάβαν.
Στον ουρανό τα σύννεφα πολλές καμπύλες, κάπου-κάπου
μια σάλπιγγα χρυσή και ρόδινη· το δείλι.
Στο λιγοστό χορτάρι και στ' αγκάθια τριγυρίζαν
ψιλές αποβροχάρισσες ανάσες· θά 'χε βρέξει
πέρα στις άκρες τα βουνά που έπαιρναν χρώμα.
Kι εγώ προχώρεσα προς τους ανθρώπους που δουλεύαν,
γυναίκες κι άντρες με τ' αξίνια σε χαντάκια.
Ήταν μια πολιτεία παλιά· τειχιά δρόμοι και σπίτια
ξεχώριζαν σαν πετρωμένοι μυώνες κυκλώπων,
η ανατομία μιας ξοδεμένης δύναμης κάτω απ' το μάτι
του αρχαιολόγου του ναρκοδότη ή του χειρούργου.
Φαντάσματα και υφάσματα, χλιδή και χείλια, χωνεμένα
και τα παραπετάσματα του πόνου διάπλατα ανοιχτά
αφήνοντας να φαίνεται γυμνός κι αδιάφορος ο τάφος.
Kι ανάβλεψα προς τους ανθρώπους που δουλεύαν
τους τεντωμένους ώμους και τα μπράτσα που χτυπούσαν
μ' ένα ρυθμό βαρύ και γρήγορο τούτη τη νέκρα
σα να περνούσε στα χαλάσματα ο τροχός της μοίρας.
Άξαφνα περπατούσα και δεν περπατούσα
κοίταζα τα πετούμενα πουλιά, κι είταν μαρμαρωμένα
κοίταζα τον αιθέρα τ' ουρανού, κι είτανε θαμπωμένος
κοίταζα τα κορμιά που πολεμούσαν, κι είχαν μείνει
κι' ανάμεσό τους ένα πρόσωπο το φως ν' ανηφορίζει.
Tα μαλλιά μαύρα χύνουνταν στην τραχηλιά, τα φρύδια
είχανε το φτερούγισμα της χελιδόνας, τα ρουθούνια
καμαρωτά πάνω απ' τα χείλια, και το σώμα
έβγαινε από το χεροπάλεμα ξεγυμνωμένο
με τ' άγουρα βυζιά της οδηγήτρας,
χορός ακίνητος.
Kι εγώ χαμήλωσα τα μάτια μου τριγύρω:
κορίτσια ζύμωναν, και ζύμη δεν αγγίζαν
γυναίκες γνέθανε, τ' αδράχτια δε γυρίζαν
αρνιά ποτίζουνταν, κι η γλώσσα τους στεκόταν
πάνω από πράσινα νερά που έμοιαζαν κοιμισμένα
κι ο ζευγάς έμενε μ' ανάερη τη βουκέντρα.
Kαι ξανακοίταξα το σώμα εκείνο ν' ανεβαίνει·
είχανε μαζευτεί πολλοί, μερμήγκια,
και τη χτυπούσαν με κοντάρια και δεν τη λαβώναν.
Tώρα η κοιλιά της έλαμπε σαν το φεγγάρι
και πίστευα πως ο ουρανός ήταν η μήτρα
που την εγέννησε και την ξανάπαιρνε, μάνα και βρέφος.
Tα πόδια της μείναν ακόμη μαρμαρένια
και χάθηκαν· μια ανάληψη.
O κόσμος
ξαναγινόταν όπως ήταν, ο δικός μας
με τον καιρό και με το χώμα.
Aρώματα από σκίνο
πήραν να ξεκινήσουν στις παλιές πλαγιές της μνήμης
κόρφοι μέσα στα φύλλα, χείλια υγρά·
κι' όλα στεγνώσαν μονομιάς στην πλατωσιά του κάμπου
στης πέτρας την απόγνωση στη δύναμη τη φαγωμένη
στον άδειο τόπο με το λιγοστό χορτάρι και τ' αγκάθια
όπου γλιστρούσε ξέγνοιαστο ένα φίδι,
όπου ξοδεύουνε πολύ καιρό για να πεθάνουν.
στης πέτρας την απόγνωση στη δύναμη τη φαγωμένη
στον άδειο τόπο με το λιγοστό χορτάρι και τ' αγκάθια
όπου γλιστρούσε ξέγνοιαστο ένα φίδι,
όπου ξοδεύουνε πολύ καιρό για να πεθάνουν...
Γιάννης Σταύρου, Πλαγιά στον Υμηττό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Γιώργος Σεφέρης
Θερινό Ηλιοστάσι, Θ΄
Mιλούσες για πράγματα που δεν τά 'βλεπαν
κι αυτοί γελούσαν.
Όμως να λάμνεις στο σκοτεινό ποταμό
πάνω νερά·
να πηγαίνεις στον αγνοημένο δρόμο
στα τυφλά, πεισματάρης
και να γυρεύεις λόγια ριζωμένα
σαν το πολύροζο λιόδεντρο -
άφησε κι ας γελούν.
Kαι να ποθείς να κατοικήσει κι ο άλλος κόσμος
στη σημερινή πνιγερή μοναξιά
στ' αφανισμένο τούτο παρόν -
άφησέ τους.
O θαλασσινός άνεμος κι η δροσιά της αυγής
υπάρχουν χωρίς να το ζητήσει κανένας.
Έγκωμη
Ήταν πλατύς ο κάμπος και στρωτός· από μακριά φαι-
νόνταν
το γύρισμα χεριών που σκάβαν.
Στον ουρανό τα σύννεφα πολλές καμπύλες, κάπου-κάπου
μια σάλπιγγα χρυσή και ρόδινη· το δείλι.
Στο λιγοστό χορτάρι και στ' αγκάθια τριγυρίζαν
ψιλές αποβροχάρισσες ανάσες· θά 'χε βρέξει
πέρα στις άκρες τα βουνά που έπαιρναν χρώμα.
Kι εγώ προχώρεσα προς τους ανθρώπους που δουλεύαν,
γυναίκες κι άντρες με τ' αξίνια σε χαντάκια.
Ήταν μια πολιτεία παλιά· τειχιά δρόμοι και σπίτια
ξεχώριζαν σαν πετρωμένοι μυώνες κυκλώπων,
η ανατομία μιας ξοδεμένης δύναμης κάτω απ' το μάτι
του αρχαιολόγου του ναρκοδότη ή του χειρούργου.
Φαντάσματα και υφάσματα, χλιδή και χείλια, χωνεμένα
και τα παραπετάσματα του πόνου διάπλατα ανοιχτά
αφήνοντας να φαίνεται γυμνός κι αδιάφορος ο τάφος.
Kι ανάβλεψα προς τους ανθρώπους που δουλεύαν
τους τεντωμένους ώμους και τα μπράτσα που χτυπούσαν
μ' ένα ρυθμό βαρύ και γρήγορο τούτη τη νέκρα
σα να περνούσε στα χαλάσματα ο τροχός της μοίρας.
Άξαφνα περπατούσα και δεν περπατούσα
κοίταζα τα πετούμενα πουλιά, κι είταν μαρμαρωμένα
κοίταζα τον αιθέρα τ' ουρανού, κι είτανε θαμπωμένος
κοίταζα τα κορμιά που πολεμούσαν, κι είχαν μείνει
κι' ανάμεσό τους ένα πρόσωπο το φως ν' ανηφορίζει.
Tα μαλλιά μαύρα χύνουνταν στην τραχηλιά, τα φρύδια
είχανε το φτερούγισμα της χελιδόνας, τα ρουθούνια
καμαρωτά πάνω απ' τα χείλια, και το σώμα
έβγαινε από το χεροπάλεμα ξεγυμνωμένο
με τ' άγουρα βυζιά της οδηγήτρας,
χορός ακίνητος.
Kι εγώ χαμήλωσα τα μάτια μου τριγύρω:
κορίτσια ζύμωναν, και ζύμη δεν αγγίζαν
γυναίκες γνέθανε, τ' αδράχτια δε γυρίζαν
αρνιά ποτίζουνταν, κι η γλώσσα τους στεκόταν
πάνω από πράσινα νερά που έμοιαζαν κοιμισμένα
κι ο ζευγάς έμενε μ' ανάερη τη βουκέντρα.
Kαι ξανακοίταξα το σώμα εκείνο ν' ανεβαίνει·
είχανε μαζευτεί πολλοί, μερμήγκια,
και τη χτυπούσαν με κοντάρια και δεν τη λαβώναν.
Tώρα η κοιλιά της έλαμπε σαν το φεγγάρι
και πίστευα πως ο ουρανός ήταν η μήτρα
που την εγέννησε και την ξανάπαιρνε, μάνα και βρέφος.
Tα πόδια της μείναν ακόμη μαρμαρένια
και χάθηκαν· μια ανάληψη.
O κόσμος
ξαναγινόταν όπως ήταν, ο δικός μας
με τον καιρό και με το χώμα.
Aρώματα από σκίνο
πήραν να ξεκινήσουν στις παλιές πλαγιές της μνήμης
κόρφοι μέσα στα φύλλα, χείλια υγρά·
κι' όλα στεγνώσαν μονομιάς στην πλατωσιά του κάμπου
στης πέτρας την απόγνωση στη δύναμη τη φαγωμένη
στον άδειο τόπο με το λιγοστό χορτάρι και τ' αγκάθια
όπου γλιστρούσε ξέγνοιαστο ένα φίδι,
όπου ξοδεύουνε πολύ καιρό για να πεθάνουν.
Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014
μία μελωδία σιγανή αφιερωμένη στη διάθεσή μου...
Το χρώμα της ελιάς,
μουντό κι ολιγόλογο,
βλεφαρίζει στα φύλλα...
Γιάννης Σταύρου, Ελαιώνας στην Αττική, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Κική Δημουλά
Απόγευμα
Ἕνα κομμάτι ἄνεμος ποὺ ἔπεσε στὸ δρόμο
κάθισε κι ἔπαιξε
στὰ σύρματα τοῦ ἠλεκτρικοῦ
μία μελωδία σιγανὴ
ἀφιερωμένη στὴ διάθεσή μου.
Αὐτὴ γιὰ μία στιγμὴ μονάχα ἀνασηκώθηκε καὶ κοίταξε
ὕστερα ἀμετάπειστη καὶ ἀδιάφορη
ξαναβυθίστηκε ἐντός μου.
Δεν βαριέσαι
Γιὰ νὰ ξημερώσει σ᾿ ἕνα δάσος
πρέπει πρῶτα νὰ βγεῖ στὸν ἄμβωνα τοῦ κόσμου
ἕνα πουλὶ
καὶ νὰ ζητήσει τὸν ἄρτον τὸν ἐπιούσιον,
δῆθεν πὼς κελαϊδάει.
Νὰ τρέξει ἕνα ἀμὴν ἀπὸ δέντρο σὲ δέντρο,
ψίθυρος ἀνιδιοτελείας δῆθεν.
Ἀπ᾿ τὶς μεγάλες πέτρες
θ᾿ ἀνέβει ἕνα λιβάνι ἥμαρτον.
Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ξεμυτίζει ἡ λεπτομέρεια
κι ἡ βεβαιότης πὼς ἀφήσαμε πίσω τὴ νύχτα.
Λίγο σὰν περισκόπια ὑψώνονται
οἱ ἄκρες τῶν τηλεγραφόξυλων
μήπως πλέει μακριὰ καμιὰ εἴδηση,
βγάζει ἀπ᾿ τὴ θήκη του τὸ ἀγκάθι ὁ πυράκανθος,
κι ἕνα καμπουριασμένο μονοπάτι
παραπατάει καὶ γράφεται.
Ἀπὸ τοὺς γύρω ὄγκους πέφτει ἡ μάσκα
καὶ ἡσυχάζεις: ξεκαθαρίζει
τί εἶναι Πεντέλη, τί Ὑμηττὸς
καὶ τί ἀπομένει μύτη φόβου.
Τὸ χρῶμα τῆς ἐλιᾶς,
μουντὸ κι ὀλιγόλογο,
βλεφαρίζει στὰ φύλλα
κι εἶναι εὐκαιρία μ᾿ αὐτὸ νὰ προσδιορίσεις
μάτια ἀκαθορίστου χρώματος ποὺ λέμε.
Ἐπουσιώδης βέβαια ἐκκρεμότης
μά, ποὺ ὅσο νά ῾ναι, βασανίζει.
Ἔτσι καὶ τὰ προσδιορίσεις,
μᾶς ἔρχεται ὁλόκληρο τὸ φῶς
κι ἀστενοχώρητο
σὰν ἕνα δὲν βαριέσαι.
μουντό κι ολιγόλογο,
βλεφαρίζει στα φύλλα...
Γιάννης Σταύρου, Ελαιώνας στην Αττική, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Κική Δημουλά
Απόγευμα
Ἕνα κομμάτι ἄνεμος ποὺ ἔπεσε στὸ δρόμο
κάθισε κι ἔπαιξε
στὰ σύρματα τοῦ ἠλεκτρικοῦ
μία μελωδία σιγανὴ
ἀφιερωμένη στὴ διάθεσή μου.
Αὐτὴ γιὰ μία στιγμὴ μονάχα ἀνασηκώθηκε καὶ κοίταξε
ὕστερα ἀμετάπειστη καὶ ἀδιάφορη
ξαναβυθίστηκε ἐντός μου.
Δεν βαριέσαι
Γιὰ νὰ ξημερώσει σ᾿ ἕνα δάσος
πρέπει πρῶτα νὰ βγεῖ στὸν ἄμβωνα τοῦ κόσμου
ἕνα πουλὶ
καὶ νὰ ζητήσει τὸν ἄρτον τὸν ἐπιούσιον,
δῆθεν πὼς κελαϊδάει.
Νὰ τρέξει ἕνα ἀμὴν ἀπὸ δέντρο σὲ δέντρο,
ψίθυρος ἀνιδιοτελείας δῆθεν.
Ἀπ᾿ τὶς μεγάλες πέτρες
θ᾿ ἀνέβει ἕνα λιβάνι ἥμαρτον.
Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ξεμυτίζει ἡ λεπτομέρεια
κι ἡ βεβαιότης πὼς ἀφήσαμε πίσω τὴ νύχτα.
Λίγο σὰν περισκόπια ὑψώνονται
οἱ ἄκρες τῶν τηλεγραφόξυλων
μήπως πλέει μακριὰ καμιὰ εἴδηση,
βγάζει ἀπ᾿ τὴ θήκη του τὸ ἀγκάθι ὁ πυράκανθος,
κι ἕνα καμπουριασμένο μονοπάτι
παραπατάει καὶ γράφεται.
Ἀπὸ τοὺς γύρω ὄγκους πέφτει ἡ μάσκα
καὶ ἡσυχάζεις: ξεκαθαρίζει
τί εἶναι Πεντέλη, τί Ὑμηττὸς
καὶ τί ἀπομένει μύτη φόβου.
Τὸ χρῶμα τῆς ἐλιᾶς,
μουντὸ κι ὀλιγόλογο,
βλεφαρίζει στὰ φύλλα
κι εἶναι εὐκαιρία μ᾿ αὐτὸ νὰ προσδιορίσεις
μάτια ἀκαθορίστου χρώματος ποὺ λέμε.
Ἐπουσιώδης βέβαια ἐκκρεμότης
μά, ποὺ ὅσο νά ῾ναι, βασανίζει.
Ἔτσι καὶ τὰ προσδιορίσεις,
μᾶς ἔρχεται ὁλόκληρο τὸ φῶς
κι ἀστενοχώρητο
σὰν ἕνα δὲν βαριέσαι.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





















