t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέμελης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέμελης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2017

Θα φύγουμε εμείς, θα μείνη η σιωπή...

Απλώνουμε το χέρι ν’ αποχαιρετήσουμε το φως,
Την στέγη, τον καπνό, τον ήλιο που φεύγει...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Αποθήκες στο λιμάνι, λάδι σε καμβά

Θέμελης Γιώργος
Δενδρόκηπος
(απόσπασμα)

Είναι μια ιστορία που γυρεύει το τέλος
Την έχουν γράψει τα δάχτυλα μας, ίσως μας σώσουν
Τα δάχτυλα μας, όπως τα πλήκτρα που χτυπούν.

Κάποιοι σαν να μιλούν με τα δικά μας λόγια
Μπορείς ν’ ακούσεις τον ψίθυρο που μιλούσαμε, μπορείς
Να κοιμηθείς ανάμεσα στα ζεστά σώματα που κοιμούνται.

Αναπνέουν στον ύπνο, χαμογελούν.
Ξυπνούν, ανοίγουν το παράθυρο και σκύβουν στο φως,
Μιλούν και βλέπονται πρόσωπο με πρόσωπο.

Καθίζουν μες σ’ ένα κάθισμα και θυμούνται, ίσως μας σώση
Το κάθισμα, το ποτήρι που πίναμε, είναι η θύμηση μας, ίσως
Μας σώσει η θύμηση μας, δεν έχει κλείσει
Τον κύκλο της, το φωτεινό ταξίδι της, ίσως μας σώση.

Γυρίζει δρόμους παλιούς κι ακούει τις πέτρες,
Αγγίζει τα πράγματα που αγγίξαμε.
Φοβούνται μονάχοι και κάνουν θόρυβο,
Γυρεύουν ο ένας τον άλλο: που είσαι... που είσαι...
Τα σπίτια είναι γεμάτα καθρέφτισμα και φως.
(Μπορεί να ‘ναι οι αναπνοές μας που αναπνέουν,
Μπορεί να ‘μαστε εμείς και ποιος να μας το πει).

Θα θυμηθούν τα χέρια και θα ξεχωρίσουν.
Κάθε ψυχή θα σύρη το σώμα της.
Θα ‘μαστε οι πρωτότοκοι κ’ οι χαϊδεμένοι.
(Φοβούνται μονάχες οι ψυχές, κρυώνουν).

Σφαλίστε πόρτες φυλάγοντας τα μυστικά.
Θα φύγουμε εμείς, θα μείνη η σιωπή.
Σφαλήστε παράθυρα καρτερεμένα,
Θα μείνει ο ακίνητος άνεμος.

Να λουστούμε, να πλύνουμε τα χέρια μας,
Να ‘μαστε ωραίοι και καθαροί.
Αντίο, κατώφλι, του ποδιού έρωτ’ αμίλητε.
Σ’ όλα τα χέρια οι γνώριμες χειρονομίες.
Σ’ όλα τα πρόσωπα η αδιάκοπη ομορφιά.

Κανείς ας μην ανοίξει το στόμα να μας πει
Λόγια πικρά, τραγούδια λυπημένα.
Το χιλιοειπωμένο μάθημα της αγάπης.

Απλώνουμε το χέρι ν’ αποχαιρετήσουμε το φως,
Την στέγη, τον καπνό, τον ήλιο που φεύγει.
Σιγά, σιγά περνούμε προς την έξοδο.

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015

Το καράβι που πλέει...

Και που η ασύγκριτη γραμμή της έχει κάτι απ' το πουλί που πετάει ψηλά
Και κάτι απ' την κοκκινωπή αγωνία του ήλιου όταν μπατάρη
Κι απ' το θυμό της θάλασσας που μάχεται να συγκεράση
Το φως και το σκοτάδι...



Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτο νέας γυναίκας, λάδι σε καμβά

Γιώργος Θέμελης 
Η νήσος των ναυαγών

Τώρα μας καίει το λιοπύρι
Επάνω σ' αυτή την ξέρα σ' αυτό το μαύρο βράχο
Κυκλωμένο απ' τους ανέμους δαρμένο απ' τη βοή
Κι από μηνύματα καταιγίδων

Στεγνοί
Με σάρκες λιγοστές κι άφθονο ουρανό
Ψυχή αλμυρή δέρμα φθαρμένο από θαλασσοπούλια και φως
Μαζεύουμε το νερό της βροχής μες στις κουφάλες
Μασούμε πεταλίδια και βότσαλα

Μας τρώει η έγνοια
Μας ανάβει τα είδωλα μια αλλοτινή μορφή
Πανιά μεγάλα και ξάρτια μες στη φτερούγα του ήλιου
Κ' η φαντασία μιας θάλασσας που δεν την πάτησε ήσκιος
Δε ράγισε το πράο της κρύσταλλο αυλακιά πουλιού

Δε γίνεται να ξεχάσουμε
Να πληθύνουμε τη σκόνη θάβοντας το πιο ακέραιο σχήμα
Στους τάφους που αναπαύονται τα λείψανα των μεγάλων νεκρών
Στο χωνευτήρι του διανυμένου χρόνου με τον κίτρινο άνεμο
Γιατί πλέει, ταξιδεύει μέσα στο αίμα μας οργώνοντας το γυρισμό του με τις χιλιάδες χρόνια
Πάνω σε πλάκες χιλιοδιπλωμένες ποτισμένες οδύνη και που τις ξεφυλλίζει ένας καϋμός

Σκαρί απ' όμορφη γυναίκα που η θωριά της καίει και γράφεται
Και που η ασύγκριτη γραμμή της έχει κάτι απ' το πουλί που πετάει ψηλά
Και κάτι απ' την κοκκινωπή αγωνία του ήλιου όταν μπατάρη
Κι απ' το θυμό της θάλασσας που μάχεται να συγκεράση
Το φως και το σκοτάδι
Το φελλό και το μολύβι

Προβάλλει με το γνώριμο ερωτικό του λύγισμα
«Αργώ» ή «Γοργόνα» στην πολύφωτη μπούκα του ορίζοντα
Φέρνοντας πίσω τους θεούς
Τον καπετάνιο που χάθηκε στις πόρτες της αυγής
Αγγεία, χρυσαφικά...

Το καράβι που πλέει μέσα στο αίμα μας

Παρασκευή 28 Μαΐου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: Πολιτεία διάφωτη σα μες στη νύχτα...

Τοπίο της Θεσσαλονίκης - ποίηση, ζωγραφική - ποιητές, ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη των χρωμάτων, λάδι σε καμβά

Θεσσαλονίκη της μνήμης & της νοσταλγίας, των καλών & ωραίων μας ημερών...

Θεσσαλονίκη σε ποίηση και ζωγραφική...

Γιώργος Θέμελης

Θεσσαλονίκη

Ι. ΤΟΠΙΟ

Πολιτεία καταχωμένη σε συσσωρεύσεις,
Πολιτεία διάφωτη σα μες στη νύχτα,
Μεταφυσική, ανυπόστατη, αμφιβολία.

Μες στην αφή, στα πράγματα, είν' ένας ουρανός.

Μες στην υπόσχεση, στα όνειρα, είν' ένας δεύτερος.

Ο άλλος μυστικός, απρόσιτος, σαν τους Αγίους.

Μπορούμε να τον υποκαταστήσουμε
Με κείνο το γαλάζιο στις παλιές εικόνες,
Ή μ' ένα σύμβολο διαστατό - ένα πρόσωπο,
Μονάχο, ανακλώμενο σ' ερήμους από φως.

Οι άνθρωποι βλέπουν μέσα τους.

Οι γυναίκες περνούν κι αφήνουν,
Σα νάσαι η εμπιστευτική τους διαμονή,
Κάτι σα φέγγος μελιχρό, που σε διαπερνά,
Σε συνοδεύει στις περιπλανήσεις σου, χαμηλωμένος φωτισμός.

Εδώ μπορεί να υπάρχης και να μην υπάρχης.
Να σβήνης και να χάνεσαι.
Να περπατής και να βουλιάζης.

Μπορείς να λάμπης, να προσεύχεσαι, ή ν' αντηχής σαν τις καμπάνες.



Γιάννης Σταύρου, Θερμαϊκός, λάδι σε καμβά

Θεσσαλονίκη

ΙΙ. ΜΕΣΟΝΥΧΤΙΟ

Ασύμμετρες διαστάσεις, ευρυχωρία κενού χώρου.
Εκεί κατά το Τελωνείο, στην άκρη του λιμανιού.
Καθίσματα οικτρά, υπολείμματα λεηλασίας,
Σα να σου λένε τρίζοντας μη μας αγγίζης.
Γκαρσόνια αμίλητα και σαν ξυλένια.
Σταματημένα ρολόγια που χτυπούν μεσάνυχτα.

Δεν πάνε τώρα εκεί ψυχές, μα κάτι της Νύχτας.
Ζαρώνουν μες στα ρούχα τους σα να κρυώνουν,
Σα να φοβούνται και γλιστρούν, ξεφεύγουν απ' το βλέμμα τους.

Μπορεί κανείς να δραπετεύει αθόρυβα
Αφήνοντας την ψυχή του σ' ένα τραπέζι:
Να σκύβη και να σιωπά, – να πίνει και να καπνίζη.
Μπορεί να εξαφανιστή απ' το πρόσωπο και να μην είναι,
Ένας νεκρός που υποκρίνεται τον κοιμισμένο.

Πίσω μας ένας μεγάλος, παλαιός καθρέφτης,
Φτωχά, χρωματιστά λαμπιόνια κάποιας γιορτής,
(Παλαιάς δόξας χορού μεταμφιεσμένων.)
Ξεθωριασμένα, περίλυπα και νυσταλέα.
Σε παίρνουν μ' όλα ταύτα, δεν μπορείς
Να ξεφύγης, σε τραβούν μαζί με τον παλαιό καθρέφτη, τόσο εκεί
Τυφλό, να πη κανείς, στραμμένο μέσα πρόσωπο.

Ώρες αργές ανάμεσα σε τόση ευρυχωρία,
Οκνές, δυσκίνητες, σέρνοντας πίσω - πλάνο.

Φτάνοντας τέλος οι μεσονύχτιες, – παλιές κυρίες
Αριστοκρατικές γριές, τρικλίζοντας μέσα σου - γύρω σου,
Συνοδεία ψυχές μες απ' τη νύχτα,
(Την Κάτω - Νύχτα), σκοτεινές σαλεύουν οι επιφάνειες,
Ακούγονται κρότοι, ακούγονται σιωπές,
Φουσκαλίδες λάμψεις σπάνοντας επάνω στο γυαλί.
Κάνεις να σηκωθείς, σε δένει μια πέτρα.



Γιώργος Θέμελης (1900-1976)

Θεσσαλονίκη

ΙΙΙ. ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΧΤΙΟ

Όταν αγγίζουν δάχτυλα ψάχνοντας φως,
Ώρες μικρές, μεταμεσονύχτιες, λάμπες σβηστές,
(Εωθινά σκηνώματα της Άνω - Νύχτας.)
Η Θεσσαλονίκη μπαίνει στο σώμα της,
Η Θεσσαλονίκη σβήνει το βλέμμα της, απογυμνώνεται.
Πιο από μέσα φωτεινή από τη φωτισμένη μέρα.
Ήλιους ανάβει αποβραδίς σε σύσκιο μεσουράνημα.

Ημιδιαφανείς αμφιβολίες, ημίθαμπα, αστραπές,
Αχνή, θρυμματισμένη πάχνη αραχνοΰφαντη.

Κανείς δεν υποπτεύεται που φέγγουν τα χέρια.
Σα νάμαστε κάτω από βλέφαρα κρυσταλλωμένα,
Σα νάμαστε απομέσα διάφωτοι και δεν το ξέρουμε.

Άλλη διαρρύθμιση κάτω οδών, άλλη διάθλαση:
– Βασιλέως Κωνσταντίνου (πρώην Βενιζέλου) – Διασταύρωση.
– Ένα κομμάτι Εγνατία, – βόρεια, Βασιλική. –
Η Παναγία Χαλκέων μισόφωτη, σταύρωση – λύπη.

Μήκος: – σκιές βαθαίνοντας τις επιφάνειες:
Γυναίκες, άγρυπνοι μοναχοί από σκήτες και μονές
Στους ώμους χάμω – σέρνοντας το σχήμα των Αγγέλων.
Βάθος: – ηχώ, αντανάκλαση, αποσιώπηση.

-------------------------------

Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953)