Περιμένοντας το φθινόπωρο! Αναζητώντας δροσιά...
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό τοπίο με πεύκα, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Ναπολέων Λαπαθιώτης
Οι κύκνοι το φθινόπωρο
Οἱ κύκνοι τὸ φθινόπωρο ζητᾶνε τὴ χαρά τους
γιατὶ ἡ χαρά τους πέταξε μαζὶ μὲ τ᾿ ἁγιοκαίρι...
Θὰ ζήσουν τάχα νὰ τὴ βροῦν, τὴν ἄνοιξη; -Ποιὸς ξέρει;
...γιατὶ μπορεῖ καὶ νὰ χαθοῦν πρὶν βροῦνε τὴ χαρά τους...
Ἀπόψε τὴν περίμεναν, σχεδὸν ὅλο τὸ βράδι,
ὥσπου στὸ τέλος νύσταξαν κοιτώντας τὸ σκοτάδι,
κι ἔγειραν καὶ κοιμήθηκαν ἀπάνω στὰ φτερά τους...
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...
Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φθινοπωρινά τοπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φθινοπωρινά τοπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 2 Ιουλίου 2016
Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015
οι κουκουβάγιες ουρλιάζουνε...
Απόψε φθινοπώριασε
και τ’ όνειρο ξεθώριασε...
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα του φθινοπώρου, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Νίκος Γκάτσος
Τραγούδια
Eίναι λημέρι των Oύγγρων
Eίναι λημέρι των Oύγγρων
που το χινόπωρο οι φουντουκιές
πάνε κρυφά κι ανταμώνουνται.
Bλέπουν τους φρόνιμους πελαργούς
να βάφουν μαύρα τ’ αυγά τους
και τόνε κλαίνε κι αυτές.
Kαίνε τα νυχτικά τους
και φορούν το μισοφόρι της πάπιας.
Στρώνουν αστέρια καταγής
για να πατήσουν οι βασιλιάδες
με τ’ ασημένια τους χαϊμαλιά
με την κορώνα και την πορφύρα.
Σκορπάνε δεντρολίβανο στις βραγιές
για να περάσουν οι ποντικοί
να πάνε σ’ άλλο κελάρι.
Nα μπούνε σ’ άλλες εκκλησιές
να φαν τις Άγιες Tράπεζες
κι οι κουκουβάγιες παιδιά μου,
οι κουκουβάγιες ουρλιάζουνε.
Απόψε φθινοπώριασε
Απόψε πέφτει παγωνιά
στο δρόμο και στη γειτονιά
και μες στο βράδυ το θολό
θυμάμαι και μελαγχολώ.
Απόψε φθινοπώριασε
και τ’ όνειρο ξεθώριασε
καρδιά μου κάνε υπομονή
κι ο ήλιος θα ξαναφανεί.
Απόψε μύρισε βροχή
χειμώνας μπαίνει στην ψυχή
και στο δρομάκι το στενό
με πιάνει το παράπονο.
Αχερουσία
Καράβια ταξιδεύουν
στην Κίνα, την Ασία
κι ένα μικρό πλεούμενο
για την Αχερουσία
Κόσμος το βλέπει στο γυαλό
κι εκείνο προχωράει
χιλιάδες οι αμαρτωλοί
κι ο Αδης δε χωράει
Τρέχει παλεύει ο άνθρωπος
και χάνει το μυαλό του
για το σκυλί τον Κέρβερο
να βρει τον οβολό του
Δόξα και πλούτη κι ομορφιά
και της ζωής το ψέμα
όλα βουλιάζουν κάποτε
στου Αχέροντα το ρέμα
και τ’ όνειρο ξεθώριασε...
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα του φθινοπώρου, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Νίκος Γκάτσος
Τραγούδια
Eίναι λημέρι των Oύγγρων
Eίναι λημέρι των Oύγγρων
που το χινόπωρο οι φουντουκιές
πάνε κρυφά κι ανταμώνουνται.
Bλέπουν τους φρόνιμους πελαργούς
να βάφουν μαύρα τ’ αυγά τους
και τόνε κλαίνε κι αυτές.
Kαίνε τα νυχτικά τους
και φορούν το μισοφόρι της πάπιας.
Στρώνουν αστέρια καταγής
για να πατήσουν οι βασιλιάδες
με τ’ ασημένια τους χαϊμαλιά
με την κορώνα και την πορφύρα.
Σκορπάνε δεντρολίβανο στις βραγιές
για να περάσουν οι ποντικοί
να πάνε σ’ άλλο κελάρι.
Nα μπούνε σ’ άλλες εκκλησιές
να φαν τις Άγιες Tράπεζες
κι οι κουκουβάγιες παιδιά μου,
οι κουκουβάγιες ουρλιάζουνε.
Απόψε φθινοπώριασε
Απόψε πέφτει παγωνιά
στο δρόμο και στη γειτονιά
και μες στο βράδυ το θολό
θυμάμαι και μελαγχολώ.
Απόψε φθινοπώριασε
και τ’ όνειρο ξεθώριασε
καρδιά μου κάνε υπομονή
κι ο ήλιος θα ξαναφανεί.
Απόψε μύρισε βροχή
χειμώνας μπαίνει στην ψυχή
και στο δρομάκι το στενό
με πιάνει το παράπονο.
Αχερουσία
Καράβια ταξιδεύουν
στην Κίνα, την Ασία
κι ένα μικρό πλεούμενο
για την Αχερουσία
Κόσμος το βλέπει στο γυαλό
κι εκείνο προχωράει
χιλιάδες οι αμαρτωλοί
κι ο Αδης δε χωράει
Τρέχει παλεύει ο άνθρωπος
και χάνει το μυαλό του
για το σκυλί τον Κέρβερο
να βρει τον οβολό του
Δόξα και πλούτη κι ομορφιά
και της ζωής το ψέμα
όλα βουλιάζουν κάποτε
στου Αχέροντα το ρέμα
Τρίτη 26 Μαΐου 2015
Ο θόρυβος του κόσμου...
Ο χρόνος διαφθείρει αόρατος
την θέα του κόσμου·
ο άνθρωπος αφαιρείται
και δεν κυττάζει
δε βλέπει·
μέχρι τον θάνατο...
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινή Δύση, λιμάνι Θεσσαλονίκης, λάδι σε καμβά
Γιώργος Σαραντάρης
Στο Συμπόσιον
Στη διδα Ι.Μ.
Η παιδική ηλικία
απαρατήρητη
με σιγά βήματα
έφυγε·
κι όμως, στο συμπόσιον
αχνίζουν απ’
την δύση της
τα όνειρα,
και σαν το αγνό σουρούπωμα
εισέλθη στο δωμάτιον
να, κρυφολέγουνε
το μυστικό της...
Αύριον
Και αίσθημα και αίσθηση αφίσανε
οι ανεπαίσθητοι ουρανοί
χαϊδεύοντας τις επιφάνειες.
Ουσιαστικώτερο
Σαν ταιριάσει στο εγώ μου η σιωπή
ίσως η γαλήνη της φύσης ν’ απλωθεί
πάνω στη γνώση,
και εις δημιουργία τ’ όνειρο να βγη
ουσιαστικώτερο να με θερμαίνει
να μου μακραίνει την ζωή...
Ανυπαρξία
Η θάλασσα (πάνε θλιμμένα χρόνια)
επέθανε· γύρω της κλαίγουνε στεριές
και ορίζοντες.
Τοπείον
Οι ορίζοντες ρεμβάζουνε στα πέρατα της γης
όταν οι άνθρωποι αποκοιμήθηκαν
ή πέθαναν.
Την θέα του κόσμου
Ο χρόνος διαφθείρει αόρατος
την θέα του κόσμου·
ο άνθρωπος αφαιρείται
και δεν κυττάζει
δε βλέπει·
μέχρι τον θάνατο
τρώγεται από αόριστο πόθο
ενώ τον
διαφθείρει
κάποια δύναμη
πιο αόρατη από τον χρόνο.
Ψυχή
Συνείδηση φανέρωμα συγκίνησης
περιπαίζεις την ύπαρξη
Οι αγάπες του χρόνου
συχνάζουν τα τοπεία σου
τρέμεις στα φύλλα τού είναι
γεμίζεις το σύμπαν
δεν ξέρεις φυγή
ποθείς ταξείδια
Στις πλάτες σου φτερουγίζει ο κόσμος
φως σε λούζει ο ήλιος
Ο θόρυβος του κόσμου
Ο θόρυβος του κόσμου πλήττει το εγώ
που ορέγεται μια ζωή προσεκτική
γύρω απ’τα θαύματα του χρόνου
και την ύπαρξη θέλει ακέραια
μέχρι το θάνατο
που ήδη η πιθανότης του τον θλίβει
τον ανησυχεί
του ενοχλεί τον βίο
κάτω απ' την ήρεμη σκέψη
που ρέει...
την θέα του κόσμου·
ο άνθρωπος αφαιρείται
και δεν κυττάζει
δε βλέπει·
μέχρι τον θάνατο...
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινή Δύση, λιμάνι Θεσσαλονίκης, λάδι σε καμβά
Γιώργος Σαραντάρης
Στο Συμπόσιον
Στη διδα Ι.Μ.
Η παιδική ηλικία
απαρατήρητη
με σιγά βήματα
έφυγε·
κι όμως, στο συμπόσιον
αχνίζουν απ’
την δύση της
τα όνειρα,
και σαν το αγνό σουρούπωμα
εισέλθη στο δωμάτιον
να, κρυφολέγουνε
το μυστικό της...
Αύριον
Και αίσθημα και αίσθηση αφίσανε
οι ανεπαίσθητοι ουρανοί
χαϊδεύοντας τις επιφάνειες.
Ουσιαστικώτερο
Σαν ταιριάσει στο εγώ μου η σιωπή
ίσως η γαλήνη της φύσης ν’ απλωθεί
πάνω στη γνώση,
και εις δημιουργία τ’ όνειρο να βγη
ουσιαστικώτερο να με θερμαίνει
να μου μακραίνει την ζωή...
Ανυπαρξία
Η θάλασσα (πάνε θλιμμένα χρόνια)
επέθανε· γύρω της κλαίγουνε στεριές
και ορίζοντες.
Τοπείον
Οι ορίζοντες ρεμβάζουνε στα πέρατα της γης
όταν οι άνθρωποι αποκοιμήθηκαν
ή πέθαναν.
Την θέα του κόσμου
Ο χρόνος διαφθείρει αόρατος
την θέα του κόσμου·
ο άνθρωπος αφαιρείται
και δεν κυττάζει
δε βλέπει·
μέχρι τον θάνατο
τρώγεται από αόριστο πόθο
ενώ τον
διαφθείρει
κάποια δύναμη
πιο αόρατη από τον χρόνο.
Ψυχή
Συνείδηση φανέρωμα συγκίνησης
περιπαίζεις την ύπαρξη
Οι αγάπες του χρόνου
συχνάζουν τα τοπεία σου
τρέμεις στα φύλλα τού είναι
γεμίζεις το σύμπαν
δεν ξέρεις φυγή
ποθείς ταξείδια
Στις πλάτες σου φτερουγίζει ο κόσμος
φως σε λούζει ο ήλιος
Ο θόρυβος του κόσμου
Ο θόρυβος του κόσμου πλήττει το εγώ
που ορέγεται μια ζωή προσεκτική
γύρω απ’τα θαύματα του χρόνου
και την ύπαρξη θέλει ακέραια
μέχρι το θάνατο
που ήδη η πιθανότης του τον θλίβει
τον ανησυχεί
του ενοχλεί τον βίο
κάτω απ' την ήρεμη σκέψη
που ρέει...
Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014
τα δέντρα με τα κίτρινα ή κοκκινωπά φύλλα...
Κι ενώ τα κοινωνικά καταρρέουν, ξεφτιλίζονται, ασχημαίνουν - η φύση φέτος κρατάει ακόμα εντονα τα φθινοπωρινά της χρώματα· σε όλο τους το μεγαλείο...
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Γρηγόρης Ξενόπουλος
Φθινόπωρο
Ο ουρανός σήμερα είναι ασυννέφιαστος, ολογάλανος και ο ήλιος λάμπει και θερμαίνει σαν καλοκαιριάτικος. Κοιτάζοντας έξω από το ανοιχτό παράθυρο, θα μπορούσα να γελαστώ και να νομίσω, πως ο ημεροδείκτης τρελάθηκε. Μα οι φωνές, που ακούω από το δρόμο, με πείθουν πάλι, πως είναι Οκτώβρης.
Ένας από δω φωνάζει:
-Κάστανα! Κάστανα ζεστά!
Κι άλλος από εκεί:
-Κούμαρα! Κούμαρα!
Έπειτα είναι η μυρωδιά του σπιτιού. Σήμερα μυρίζει ναφθαλίνη. Καταλαβαίνετε γιατί: έχουν βγη από τα μπαούλα τα χειμωνιάτικα ρούχα κι είναι απλωμένα εδώ κι εκεί να ξεζαρώσουν και να ξεμυρίσουν: Χοντρά κοστούμια, βαριά επανωφόρια, φανέλλες, χαλιά, μπερντέδες - η πανοπλία, που θα φορέσουν οι άνθρωποι στο σπίτι, για να πολεμήσουν με τον άγριο χειμώνα που έφτασε.
Όχι ο ημεροδείκτης μου ο καημένος δεν τρελάθηκε. Μόνο ο ουρανός σήμερα έχει τις ιδιοτροπίες του. Και αντί να φορή κι αυτός ή να ετοιμάζη τα χειμωνιάτικά του, τα φθινοπωρινά του τουλάχιστο, παρουσιάζεται ψιλοντυμένος με τα γαλάζια του.
Μα αλήθεια τόση τρέλα έχει σήμερα ο ουρανός; Πώς τον αφήνει ο γεροχειμώνας, πώς δεν του θυμίζει, πως θα κρυώσει με τα λινά;
Βγαίνω στο παράθυρο, για να ιδώ καλύτερα. Α. όχι! Ό,τι γίνεται στο σπίτι, γίνεται και στον ουρανό; Σύννεφα ατμοί, ομίχλες, να τα απλωμένα εκεί κάτω στους μακρινούς ορίζοντες. Λες πως ότι βγήκαν κι αυτά από τα ουράνια μπαούλα και κρεμάστηκαν στις άκρες, για να ξεζαρώσουν και να ξεμυρίσουν από τη ναφθαλίνη. Κι αύριο μεθαύριο ο ουρανός, θέλοντας και μη, θα τα φορέση και το γαλάζιο του φόρεμα θα σκεπαστή κι ο λαμπρός ήλιος θα κρυφτή.
Ωστόσο το θέαμα είναι ωραίο. Κανείς δεν μπορεί ν' αρνηθή, πως η φθινοπωριάτικη φύση παρουσιάζει ένα σωρό ομορφιές. Το φως κάνει χίλια τρελοπαίχνιδα μ' εκείνα τα μακρινά σύννεφα, τους ατμούς, τις ομίχλες. Τα χρωματίζει με τρόπο, που θα 'φερνε σ' απελπισία οιοδήποτε ζωγράφο.
Και τα βουνά ολόγυρα, τι ζωηρά χρώματα που παίρνουν; Και τα δέντρα με τα κίτρινα ή κοκκινωπά φύλλα πόσο αλλιώτικα φαίνονται! Και η χλόη ακόμη η πράσινη, με πόσα χρυσάφια έχει στολιστή! Και το χώμα, το σχεδόν άσπρο χώμα του καλοκαιριού, πως έγινε βαθύτερο, ζωηρότερο! Κι όλο το τοπίο, πόλη μαζί και εξοχή, πώς φαίνεται σαν καθαρισμένο, σαν ξανανιωμένο! Γιατί και το φθινόπωρο για μια στιγμή παρουσιάζει το ξανάνιωμα της ανοίξεως. Με τη διαφορά, πως αυτό είναι σταθερό, ενώ εκείνο, το φθινοπώρου, είναι απατηλό, ψεύτικο.
Το φθινόπωρο είναι λιγάκι ύπουλο. Προσποιείται το καλοκαίρι, αλλά στο βάθος είναι πάντα χειμώνας. Ιδιοτροπίες σαν τις σημερινές τ' ουρανού, που βγήκε με τα λινά του, είναι πολύ επικίνδυνες.
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Γρηγόρης Ξενόπουλος
Φθινόπωρο
Ο ουρανός σήμερα είναι ασυννέφιαστος, ολογάλανος και ο ήλιος λάμπει και θερμαίνει σαν καλοκαιριάτικος. Κοιτάζοντας έξω από το ανοιχτό παράθυρο, θα μπορούσα να γελαστώ και να νομίσω, πως ο ημεροδείκτης τρελάθηκε. Μα οι φωνές, που ακούω από το δρόμο, με πείθουν πάλι, πως είναι Οκτώβρης.
Ένας από δω φωνάζει:
-Κάστανα! Κάστανα ζεστά!
Κι άλλος από εκεί:
-Κούμαρα! Κούμαρα!
Έπειτα είναι η μυρωδιά του σπιτιού. Σήμερα μυρίζει ναφθαλίνη. Καταλαβαίνετε γιατί: έχουν βγη από τα μπαούλα τα χειμωνιάτικα ρούχα κι είναι απλωμένα εδώ κι εκεί να ξεζαρώσουν και να ξεμυρίσουν: Χοντρά κοστούμια, βαριά επανωφόρια, φανέλλες, χαλιά, μπερντέδες - η πανοπλία, που θα φορέσουν οι άνθρωποι στο σπίτι, για να πολεμήσουν με τον άγριο χειμώνα που έφτασε.
Όχι ο ημεροδείκτης μου ο καημένος δεν τρελάθηκε. Μόνο ο ουρανός σήμερα έχει τις ιδιοτροπίες του. Και αντί να φορή κι αυτός ή να ετοιμάζη τα χειμωνιάτικά του, τα φθινοπωρινά του τουλάχιστο, παρουσιάζεται ψιλοντυμένος με τα γαλάζια του.
Μα αλήθεια τόση τρέλα έχει σήμερα ο ουρανός; Πώς τον αφήνει ο γεροχειμώνας, πώς δεν του θυμίζει, πως θα κρυώσει με τα λινά;
Βγαίνω στο παράθυρο, για να ιδώ καλύτερα. Α. όχι! Ό,τι γίνεται στο σπίτι, γίνεται και στον ουρανό; Σύννεφα ατμοί, ομίχλες, να τα απλωμένα εκεί κάτω στους μακρινούς ορίζοντες. Λες πως ότι βγήκαν κι αυτά από τα ουράνια μπαούλα και κρεμάστηκαν στις άκρες, για να ξεζαρώσουν και να ξεμυρίσουν από τη ναφθαλίνη. Κι αύριο μεθαύριο ο ουρανός, θέλοντας και μη, θα τα φορέση και το γαλάζιο του φόρεμα θα σκεπαστή κι ο λαμπρός ήλιος θα κρυφτή.
Ωστόσο το θέαμα είναι ωραίο. Κανείς δεν μπορεί ν' αρνηθή, πως η φθινοπωριάτικη φύση παρουσιάζει ένα σωρό ομορφιές. Το φως κάνει χίλια τρελοπαίχνιδα μ' εκείνα τα μακρινά σύννεφα, τους ατμούς, τις ομίχλες. Τα χρωματίζει με τρόπο, που θα 'φερνε σ' απελπισία οιοδήποτε ζωγράφο.
Και τα βουνά ολόγυρα, τι ζωηρά χρώματα που παίρνουν; Και τα δέντρα με τα κίτρινα ή κοκκινωπά φύλλα πόσο αλλιώτικα φαίνονται! Και η χλόη ακόμη η πράσινη, με πόσα χρυσάφια έχει στολιστή! Και το χώμα, το σχεδόν άσπρο χώμα του καλοκαιριού, πως έγινε βαθύτερο, ζωηρότερο! Κι όλο το τοπίο, πόλη μαζί και εξοχή, πώς φαίνεται σαν καθαρισμένο, σαν ξανανιωμένο! Γιατί και το φθινόπωρο για μια στιγμή παρουσιάζει το ξανάνιωμα της ανοίξεως. Με τη διαφορά, πως αυτό είναι σταθερό, ενώ εκείνο, το φθινοπώρου, είναι απατηλό, ψεύτικο.
Το φθινόπωρο είναι λιγάκι ύπουλο. Προσποιείται το καλοκαίρι, αλλά στο βάθος είναι πάντα χειμώνας. Ιδιοτροπίες σαν τις σημερινές τ' ουρανού, που βγήκε με τα λινά του, είναι πολύ επικίνδυνες.
Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014
ταξιδεύουνε τα δέντρα...
Με τα φύλλα τους ταξιδεύουνε τα δέντρα.
Γι’ αυτό, ίσως, περιμένουμε με τέτοιο ρίγος
να ρθει, επιτέλους, ο θάνατος, να τα ξεράνει,
δυνατός ο φθινοπωρινός άνεμος να πνεύσει...
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Στεφάν Γκέτσεφ
(μετ. Άρης Δικταίος)
Χωρίς τίτλο
Στέρνα μοναχική με πεθαμένο
νερό και δυο φύλλα ξερά όπου
κοιμάται ο χρόνος
Αστροναύτης
Σαν τροχός στρογγυλό ‘ναι το φεγγάρι.
Γιατί να μην έχει δυο φεγγάρια
να φτιάξω ένα ποδήλατο
κάπου, πολύ μακριά, να πάω
εκεί που θα ‘χει μόνο ένα φεγγάρι;
Η Μπαλάντα της μεγάλης Αγάπης
Αν η Σελήνη κι ο Ήλιος
οι αιώνιοι ερωτευμένοι
πάρουνε την απόφαση, επιτέλους,
ν’ ανταμωθούνε κάπου, κάποια μέρα,
ποιος θα τους φωτίζει;
Ωδή στα Δέντρα
Με τα φύλλα τους ταξιδεύουνε τα δέντρα.
Γι’ αυτό, ίσως, περιμένουμε με τέτοιο ρίγος
να ρθει, επιτέλους, ο θάνατος, να τα ξεράνει,
δυνατός ο φθινοπωρινός άνεμος να πνεύσει.
Σκυλί
Το μεγάλο σκυλί χαμογελώντας
το φεγγάρι κοιτάει που βασιλεύει.
Τώρα θα πέσουν οι ίσκιοι,
μα αυτό θα τους ξεσκίσει,
με τα κουρέλια τους για να στιλβώσει
τον κρυστάλλινο δρόμο του ήλιου.
Μετά από τη Βροχή
Προσεχτικά, με πράσινα δάχτυλα, τα δέντρα
τοποθετούν από ένα πολύστιλπνο διαμάντι
στο μέτωπο των χόρτων.
Πόσες ταπεινές βασίλισσες! Μόνο
να μην υπήρχε ο άνεμος!
Από το Παράθυρο
Δίπλα, στο πεζοδρόμιο πλαγιάζει
μια φιάλη οξυγόνου.
Ο άνεμος σαν ύαινα ουρλιάζει πάνωθέ της.
Η βροχή ρίχνει πάνω της τα νερένια μαλλιά της.
Μοιρολογούν την πεθαμένη -
την φιάλη του οξυγόνου.
Κουτέ άνεμε, κουτή βροχή!
Κοιτάξετε:
με ήρεμο βήμα,
γυρίζοντας,
έρχεται ο οξυγονοκολλητής.
Γι’ αυτό, ίσως, περιμένουμε με τέτοιο ρίγος
να ρθει, επιτέλους, ο θάνατος, να τα ξεράνει,
δυνατός ο φθινοπωρινός άνεμος να πνεύσει...
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Στεφάν Γκέτσεφ
(μετ. Άρης Δικταίος)
Χωρίς τίτλο
Στέρνα μοναχική με πεθαμένο
νερό και δυο φύλλα ξερά όπου
κοιμάται ο χρόνος
Αστροναύτης
Σαν τροχός στρογγυλό ‘ναι το φεγγάρι.
Γιατί να μην έχει δυο φεγγάρια
να φτιάξω ένα ποδήλατο
κάπου, πολύ μακριά, να πάω
εκεί που θα ‘χει μόνο ένα φεγγάρι;
Η Μπαλάντα της μεγάλης Αγάπης
Αν η Σελήνη κι ο Ήλιος
οι αιώνιοι ερωτευμένοι
πάρουνε την απόφαση, επιτέλους,
ν’ ανταμωθούνε κάπου, κάποια μέρα,
ποιος θα τους φωτίζει;
Ωδή στα Δέντρα
Με τα φύλλα τους ταξιδεύουνε τα δέντρα.
Γι’ αυτό, ίσως, περιμένουμε με τέτοιο ρίγος
να ρθει, επιτέλους, ο θάνατος, να τα ξεράνει,
δυνατός ο φθινοπωρινός άνεμος να πνεύσει.
Σκυλί
Το μεγάλο σκυλί χαμογελώντας
το φεγγάρι κοιτάει που βασιλεύει.
Τώρα θα πέσουν οι ίσκιοι,
μα αυτό θα τους ξεσκίσει,
με τα κουρέλια τους για να στιλβώσει
τον κρυστάλλινο δρόμο του ήλιου.
Μετά από τη Βροχή
Προσεχτικά, με πράσινα δάχτυλα, τα δέντρα
τοποθετούν από ένα πολύστιλπνο διαμάντι
στο μέτωπο των χόρτων.
Πόσες ταπεινές βασίλισσες! Μόνο
να μην υπήρχε ο άνεμος!
Από το Παράθυρο
Δίπλα, στο πεζοδρόμιο πλαγιάζει
μια φιάλη οξυγόνου.
Ο άνεμος σαν ύαινα ουρλιάζει πάνωθέ της.
Η βροχή ρίχνει πάνω της τα νερένια μαλλιά της.
Μοιρολογούν την πεθαμένη -
την φιάλη του οξυγόνου.
Κουτέ άνεμε, κουτή βροχή!
Κοιτάξετε:
με ήρεμο βήμα,
γυρίζοντας,
έρχεται ο οξυγονοκολλητής.
Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014
Ανεπαίσθητα σα Λύπη...
Η τρισευτυχισμένη Ώρα λιώνει ξαφνικά
Και δεν σ’ αφήνει ούτε κουρέλι να φυλάξεις–
Οδύνη αφόρητη το να μην έχεις τα φτερά
Ή να ’σαι απλώς πολύ βαρύς για να πετάξεις...
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Έμιλι Ντίκινσον
Ανεπαίσθητα σα Λύπη
Ανεπαίσθητα σα Λύπη
Κύλησε το καλοκαίρι -
Ανεπαίσθητα πια τόσο
Που έμοιαζε με Προδοσία -
Όπως Δείλι που όλο πέφτει,
Ή σα να περνούσε η Φύση
Απόγευμα ήσυχο μονάχη -
Πιο νωρίς το Σούρουπο ήρθε -
Το Πρωί έλαμπε ξένο -
Χάρη αβρή, που όμως λαβώνει,
Σα να φεύγει Καλεσμένος -
Λοιπόν, χωρίς ένα Φτερό
Και δίχως Πλοίο
Δραπέτευσε απαλά το Καλοκαίρι μας
Στην Ομορφιά -
(μετ. Ερρίκος Σοφράς)
Εάν ερχόσουν το φθινόπωρο
Εάν ερχόσουν το φθινόπωρο
Θα έδιωχνα μακριά το καλοκαίρι
με μισό χαμόγελο και μισή αποστροφή
όπως οι νοικοκυρές διώχνουνε τις μύγες
Εάν περνούσε ένας χρόνος πριν σε δω
θα τύλιγα τους μήνες σε κουβάρια
και θα τους έβαζα σε ξεχωριστά συρτάρια
μέχρι να περάσει ο καιρός τους
Κι αν ακόμα αιώνες αργούσες
στα χέρια θα τους μετρούσα
συνέχεια θ’ αφαιρούσα ίσαμε
τα δάχτυλα να έπεφταν στην γη του Van Diemen
Εάν, όπως είναι σίγουρο
η ζωή αυτή τελειώσει
για σένα και για μένα
θα πέταγα τον θάνατο σαν κρούστα
και αιωνιότητα θα γευόμουν
Αλλά τώρα, ανίδεη από το μήκος
του χρόνου το αβέβαιο φτερό,
με κεντρίζει, σαν δαιμόνια μέλισσα,
ότι ποτέ δεν θα μου φανερώσει το τσίμπημά του
(μετ. Μαρία Ροδοπούλου)
Και δεν σ’ αφήνει ούτε κουρέλι να φυλάξεις–
Οδύνη αφόρητη το να μην έχεις τα φτερά
Ή να ’σαι απλώς πολύ βαρύς για να πετάξεις...
Έμιλι Ντίκινσον
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Έμιλι Ντίκινσον
Ανεπαίσθητα σα Λύπη
Ανεπαίσθητα σα Λύπη
Κύλησε το καλοκαίρι -
Ανεπαίσθητα πια τόσο
Που έμοιαζε με Προδοσία -
Όπως Δείλι που όλο πέφτει,
Ή σα να περνούσε η Φύση
Απόγευμα ήσυχο μονάχη -
Πιο νωρίς το Σούρουπο ήρθε -
Το Πρωί έλαμπε ξένο -
Χάρη αβρή, που όμως λαβώνει,
Σα να φεύγει Καλεσμένος -
Λοιπόν, χωρίς ένα Φτερό
Και δίχως Πλοίο
Δραπέτευσε απαλά το Καλοκαίρι μας
Στην Ομορφιά -
(μετ. Ερρίκος Σοφράς)
Εάν ερχόσουν το φθινόπωρο
Εάν ερχόσουν το φθινόπωρο
Θα έδιωχνα μακριά το καλοκαίρι
με μισό χαμόγελο και μισή αποστροφή
όπως οι νοικοκυρές διώχνουνε τις μύγες
Εάν περνούσε ένας χρόνος πριν σε δω
θα τύλιγα τους μήνες σε κουβάρια
και θα τους έβαζα σε ξεχωριστά συρτάρια
μέχρι να περάσει ο καιρός τους
Κι αν ακόμα αιώνες αργούσες
στα χέρια θα τους μετρούσα
συνέχεια θ’ αφαιρούσα ίσαμε
τα δάχτυλα να έπεφταν στην γη του Van Diemen
Εάν, όπως είναι σίγουρο
η ζωή αυτή τελειώσει
για σένα και για μένα
θα πέταγα τον θάνατο σαν κρούστα
και αιωνιότητα θα γευόμουν
Αλλά τώρα, ανίδεη από το μήκος
του χρόνου το αβέβαιο φτερό,
με κεντρίζει, σαν δαιμόνια μέλισσα,
ότι ποτέ δεν θα μου φανερώσει το τσίμπημά του
(μετ. Μαρία Ροδοπούλου)
Πέμπτη 7 Αυγούστου 2014
Φθινοπωρινή επιθυμία...
όλη είχεν η βροχή ραντίσει
τη διψασμένη μας θωριά...
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Αγγελος Σικελιανός
Το πρωτοβρόχι
Σκυμμένοι ἀπὸ τὸ παραθύρι...
Καὶ τοῦ προσώπου μας οἱ γύροι
ἡ ἴδια μας ἤτανε ψυχή.
Ἡ συννεφιά, χλωμὴ σὰ θειάφι,
θάμπωνε ἀμπέλι καὶ χωράφι·
ὁ ἀγέρας μέσ᾿ ἀπὸ τὰ δέντρα
μὲ κρύφια βούιζε ταραχή·
ἡ χελιδόνα, μὲ τὰ στήθη,
γοργή, στὴ χλόη μπρὸς-πίσω ἐχύθη·
κι ἄξαφνα βρόντησε, καὶ λύθη
κρουνός, χορεύοντα ἡ βροχή!
Ἡ σκόνη πῆρ᾿ ἀνάερο δρόμο...
K᾿ ἐμεῖς, στῶν ρουθουνιῶν τὸν τρόμο,
στὴ χωματίλα τὴ βαριὰ
τὰ χείλα ἀνοίξαμε, σὰ βρύση
τὰ σπλάχνα νὰ μπεῖ νὰ ποτίσει
(ὅλη εἶχεν ἡ βροχὴ ραντίσει
τὴ διψασμένη μας θωριά,
σὰν τὴν ἐλιὰ καὶ σὰν τὸ φλόμο).
κι ὁ ἕνας στ᾿ ἀλλουνοῦ τὸν ὦμο
ρωτάαμε: «T᾿ εἶναι πὄχει σκίσει
τὸν ἀέρα μύρο, ὅμοιο μελίσσι;
Ἀπ᾿ τὸν πευκιὰ τὸ κουκουνάρι,
ὁ βάρσαμος ἢ τὸ θυμάρι,
ἡ ἀφάνα ἢ ἡ ἀλυγαριά;»
Κι ἄχνισα - τόσα ἦταν τὰ μύρα -
ἄχνισα κ᾿ ἔγινα ὅμοια λύρα,
ποὺ χάϊδευ᾿ ἡ ἄσωτη πνοή...
Μοῦ γιόμισ᾿ ὁ οὐρανίσκος γλύκα·
κι ὡς τὴ ματιά σου ξαναβρῆκα,
ὅλο μου τὸ αἷμα ἦταν βοή!...
K᾿ ἔσκυψ᾿ ἀπάνω ἀπὸ τ᾿ ἀμπέλι
ποὺ ἐσειόνταν σύφυλλο, τὸ μέλι
καὶ τ᾿ ἄνθι ἀκέριο νὰ τοῦ πιῶ·
- βαριὰ τσαμπιὰ καὶ οἱ λογισμοί μου,
βάτοι βαθιοὶ οἱ ἀνασασμοί μου -
κι ὅπως ἀνάσαινα, ἀπ᾿ τὰ μύρα
δὲ μπόρεια νὰ διαλέξω ποιό!
Μὰ ὅλα τὰ μάζεψα, τὰ πῆρα,
καὶ τά ῾πια, ὡσὰν ἀπὸ τὴ μοίρα
λύπη ἀπροσδόκητη ἢ χαρά.
Τά ῾πια· κι ὡς σ᾿ ἄγγιξα τὴ ζώνη,
τὸ αἷμα μου γίνηκεν ἀηδόνι,
κι ὡς τὰ πολύτρεχα νερά!
τη διψασμένη μας θωριά...
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Αγγελος Σικελιανός
Το πρωτοβρόχι
Σκυμμένοι ἀπὸ τὸ παραθύρι...
Καὶ τοῦ προσώπου μας οἱ γύροι
ἡ ἴδια μας ἤτανε ψυχή.
Ἡ συννεφιά, χλωμὴ σὰ θειάφι,
θάμπωνε ἀμπέλι καὶ χωράφι·
ὁ ἀγέρας μέσ᾿ ἀπὸ τὰ δέντρα
μὲ κρύφια βούιζε ταραχή·
ἡ χελιδόνα, μὲ τὰ στήθη,
γοργή, στὴ χλόη μπρὸς-πίσω ἐχύθη·
κι ἄξαφνα βρόντησε, καὶ λύθη
κρουνός, χορεύοντα ἡ βροχή!
Ἡ σκόνη πῆρ᾿ ἀνάερο δρόμο...
K᾿ ἐμεῖς, στῶν ρουθουνιῶν τὸν τρόμο,
στὴ χωματίλα τὴ βαριὰ
τὰ χείλα ἀνοίξαμε, σὰ βρύση
τὰ σπλάχνα νὰ μπεῖ νὰ ποτίσει
(ὅλη εἶχεν ἡ βροχὴ ραντίσει
τὴ διψασμένη μας θωριά,
σὰν τὴν ἐλιὰ καὶ σὰν τὸ φλόμο).
κι ὁ ἕνας στ᾿ ἀλλουνοῦ τὸν ὦμο
ρωτάαμε: «T᾿ εἶναι πὄχει σκίσει
τὸν ἀέρα μύρο, ὅμοιο μελίσσι;
Ἀπ᾿ τὸν πευκιὰ τὸ κουκουνάρι,
ὁ βάρσαμος ἢ τὸ θυμάρι,
ἡ ἀφάνα ἢ ἡ ἀλυγαριά;»
Κι ἄχνισα - τόσα ἦταν τὰ μύρα -
ἄχνισα κ᾿ ἔγινα ὅμοια λύρα,
ποὺ χάϊδευ᾿ ἡ ἄσωτη πνοή...
Μοῦ γιόμισ᾿ ὁ οὐρανίσκος γλύκα·
κι ὡς τὴ ματιά σου ξαναβρῆκα,
ὅλο μου τὸ αἷμα ἦταν βοή!...
K᾿ ἔσκυψ᾿ ἀπάνω ἀπὸ τ᾿ ἀμπέλι
ποὺ ἐσειόνταν σύφυλλο, τὸ μέλι
καὶ τ᾿ ἄνθι ἀκέριο νὰ τοῦ πιῶ·
- βαριὰ τσαμπιὰ καὶ οἱ λογισμοί μου,
βάτοι βαθιοὶ οἱ ἀνασασμοί μου -
κι ὅπως ἀνάσαινα, ἀπ᾿ τὰ μύρα
δὲ μπόρεια νὰ διαλέξω ποιό!
Μὰ ὅλα τὰ μάζεψα, τὰ πῆρα,
καὶ τά ῾πια, ὡσὰν ἀπὸ τὴ μοίρα
λύπη ἀπροσδόκητη ἢ χαρά.
Τά ῾πια· κι ὡς σ᾿ ἄγγιξα τὴ ζώνη,
τὸ αἷμα μου γίνηκεν ἀηδόνι,
κι ὡς τὰ πολύτρεχα νερά!
Τρίτη 4 Μαρτίου 2014
Φωτιά απόψε πάλι στο βουνό...
Μη φοβάσαι πια
την καλοκαιριάτικη βροχή
τις νύχτες που ξυπνάς
απ' τον βαθύ των φύλλων ψίθυρο...
Γιάννης Σταύρου, φθνοπωρινό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Γιώργος Ιωάννου
Κουρέλια
Κάθε φορά αποφασίζω να τους ξεπληρώσω,
κουρέλια να τους κάνω,
με χαμόγελα, με λόγια τρυφερά,
με καλοσύνη.
Πάντοτε με στριμώχνουν όμως∙
με αναγκάζουνε ν' απολογούμαι∙
στο τέλος να καταδικάζομαι.
Αυτοί αντλούνε από κάπου εξουσία.
Τα Χίλια Δέντρα
Φωτιά απόψε πάλι στο βουνό∙
πάνε τα Χίλια Δέντρα – θα τα κάψουν.
Κραυγάζει κάποιος μες στο πάρκο, τους παρακαλεί,
λέει πως είναι νέος, αδελφός τους.
Ποτέ δε μας ξανάρθε το παιδί,
που έφερνε πρωί πρωί το γάλα.
Σαν αλογάκι ήτανε, σα ζαρκαδάκι.
Όταν αστράφτει
Έκλεισα το παράθυρο
κι αμέσως έπεσε η νύχτα.
Η μακρινή βροντή πάλι ξεχώρισε∙
λύθηκαν, κόπηκαν τα ήπατά μου.
Κρατάω με τα δόντια τον καιρό.
Βυθίζω μέσα στη μαυρίλα το μυαλό μου.
Ας άνοιγε η γη, ας με κατάπινε,
τουλάχιστο να μη γελούν, όταν αστράφτει.
Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963)
Ίσως την αποπλύνει
Μη φοβάσαι πια
την καλοκαιριάτικη βροχή
τις νύχτες που ξυπνάς
απ' τον βαθύ των φύλλων ψίθυρο.
Κλείσε τα μάτια μόνο καλύτερα,
κι άνοιξε κείνη την καρδιά σου
Ίσως την αποπλύνει η καταιγίδα.
Από τη συλλογή Ηλιοτρόπια (1954)
Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014
Οδήγησε τις νεκρές μου σκέψεις μες στο σύμπαν,
Σαν τα φύλλα τα ξερά, για να επιταχύνεις μια νέα γέννηση...
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Πέρσι Μπις Σέλλεϋ
Ωδή στον δυτικό άνεμο
Ι.
Ω άγριε Δυτικέ Άνεμε, πνοή εσύ της ύπαρξης του Φθινοπώρου,
Εσύ, που απ’ την αόρατή σου παρουσία τα πεθαμένα φύλλα
Παρασύρονται, όπως φαντάσματα που ένας μάγος τα σκορπίζει,
Κίτρινα και μαύρα και χλωμά και κόκκινα πυρετικά,
Μέγα πλήθος χτυπημένο από λοιμό: Ω Εσύ,
Που ηνιοχεύεις στο σκοτεινό τους χειμωνιάτικο κρεβάτι
Τους φτερωτούς σπόρους, όπου κείνται κρυμμένοι και ψυχροί,
Ένα κουφάρι ο καθένας μες στον τάφο του, ώσπου
Της Άνοιξης η αδελφή σου γαλανή να φυσήξει
Τη σάλπιγγά της πάνω απ’ τη γη που ονειρεύεται και να γεμίσει
(Τα γλυκά ανθάκια οδηγώντας σαν κοπάδια στον αέρα για να ταϊστούν)
Με ζωντανά χρώματα και αρώματα τους λόφους και τις πεδιάδες:
Άγριο Πνεύμα, που ολούθε περιφέρεσαι·
Καταστροφέα και Σωτήρα· άκου! Ω, άκου!
ΙΙ.
Εσύ που απ’ το ρεύμα σου, στου απόκρημνου ουρανού την ταραχή,
Ελεύθερα τα σύννεφα σκορπάνε, όπως της Γης τα φύλλα τα ξερά,
Καθώς τινάζονται απ’ τα πλεγμένα τα κλαδιά του Ουρανού και του Ωκεανού,
Άγγελοι της καταιγίδας και της αστραπής: εκεί απλώνονται
Στην κυανή επιφάνεια της αέρινής σου ορμής,
Σαν τα στιλπνά μαλλιά που ορθώνονται στην κεφαλή
Μιας άγριας Μαινάδας, απ’ τη θολή γραμμή
Του ορίζοντα μέχρι και του ύψους το αποκορύφωμα,
Οι βόστρυχοι της καταιγίδας που επέρχεται. Εσύ Θρήνε
Του θνήσκοντος έτους, για το οποίο η νύχτα που σιμώνει
Θα είναι ο θόλος ενός απέραντου μνήματος,
Υψωμένου με όλη σου τη συγκεντρωμένη δύναμη
Των υδρατμών, που απ’ την ατμόσφαιρά τους την πυκνή
Μαύρη βροχή και φλόγα και χαλάζι θα ξεχυθεί: ω, άκου!
ΙΙΙ.
Εσύ που αφύπνισες από τα θερινά της όνειρα
Τη γαλανή Μεσόγειο, εκεί όπου αναπαυότανε,
Νανουρισμένη από την περιδίνηση των κρυσταλλένιων της ρευμάτων,
Πλάι σε μια νήσο από ελαφρόπετρα στης Μπάιας τον όρμο,
Και έβλεπε μες στον ύπνο της πύργους κι αρχαία ανάκτορα
Να τρέμουνε στου κύματος τη δυνατή φεγγοβολή,
Κρυμμένα όλα κάτω από βρύα και λουλούδια κυανά,
Τόσο γλυκά, που ο νους λιγοθυμά όταν τα παρασταίνει! Εσύ
Που από το πέρασμά σου τα ρεύματα στην επιφάνεια του Ατλαντικού
Σχίζονται κι ανοίγουν χάσματα, ενώ βαθιά από κάτω
Τ’ άνθη της θάλασσας και τα ιλυώδη δάση που φορούν
Του ωκεανού το άχυμο φύλλωμα αναγνωρίζουν
Τη φωνή σου, κι άξαφνα χάνουν το χρώμα τους από τον φόβο,
Και τρέμουνε κι απογυμνώνονται: ω, άκου!
IV.
Ας ήμουν ένα πεθαμένο φύλλο, εσύ μπορούσες να με σήκωνες·
Ας ήμουν ένα γρήγορο σύννεφο για να πετάω μαζί σου·
Ένα κύμα για να ασθμαίνω κάτω απ’ τη δύναμή σου και να μοιράζομαι
Την ώθηση της ισχύος σου, μόνο λιγότερο ελεύθερος
Απ’ ό,τι, ω Αχαλίνωτε, εσύ! Ας ήμουν μόνο
Όπως τότε που ήμουνα παιδί και θα γινόμουν
Ο σύντροφός σου στις περιπλανήσεις σου στον Ουρανό,
Όπως τότε που το να ξεπεράσω την ουράνια ταχύτητά σου
Μόλις που έμοιαζε με όνειρο· ποτέ δεν θα ‘μπαινα σε τέτοιον αγώνα
Εγώ μαζί σου, που είμαι ένας ικέτης μες στην πικρή μου ανημποριά.
Ω, σαν κύμα, σαν φύλλο, σαν σύννεφο, σήκωσέ με!
Πληγώνομαι πάνω στ’ αγκάθια της ζωής! Αιμορραγώ!
Ένα βαρύ φορτίο ωρών έχει δέσει κι έχει λυγίσει
Έναν ακόμη όμοιό σου: αδάμαστο και γρήγορο και υπερήφανο.
V.
Κάνε με λύρα σου, τέτοια που ‘ναι και το δάσος:
Τι κι αν τα φύλλα μου σαν τα δικά του πέφτουνε!
Ο αχός των ισχυρών αρμονιών σου
Θα πάρει από τους δυο μας έναν βαθύ φθινοπωρινό τόνο,
Γλυκό ακόμη και στη θλίψη του. Γίνε εσύ, άγριο Πνεύμα,
Το πνεύμα μου! Εσύ, παράφορε, γίνε εγώ!
Οδήγησε τις νεκρές μου σκέψεις μες στο σύμπαν,
Σαν τα φύλλα τα ξερά, για να επιταχύνεις μια νέα γέννηση!
Και, με τη μαγική επωδή τού στίχου αυτού,
Σκόρπισε, σαν να ‘ναι μιας άσβεστης εστίας
Oι στάχτες και οι σπίθες, τα λόγια μου σ’ όλη την ανθρωπότητα!
Για τη γη που ακόμα δεν αφυπνίστηκε γίνε μέσ’ απ’ τα χείλη μου
Μιας προφητείας η σάλπιγγα! Ω, Άνεμε,
Αν έρθει ο Χειμώνας, μπορεί η Άνοιξη να είναι μακριά;
Εισαγωγή – Μετάφραση Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος
Percy Bysshe Shelley
Ode to the West Wind
I
O wild West Wind, thou breath of Autumn's being,
Thou, from whose unseen presence the leaves dead
Are driven, like ghosts from an enchanter fleeing,
Yellow, and black, and pale, and hectic red,
Pestilence-stricken multitudes: O thou,
Who chariotest to their dark wintry bed
The wingèd seeds, where they lie cold and low,
Each like a corpse within its grave,until
Thine azure sister of the Spring shall blow
Her clarion o'er the dreaming earth, and fill
(Driving sweet buds like flocks to feed in air)
With living hues and odours plain and hill:
Wild Spirit, which art moving everywhere;
Destroyer and Preserver; hear, O hear!
II
Thou on whose stream, 'mid the steep sky's commotion,
Loose clouds like Earth's decaying leaves are shed,
Shook from the tangled boughs of Heaven and Ocean,
Angels of rain and lightning: there are spread
On the blue surface of thine airy surge,
Like the bright hair uplifted from the head
Of some fierce Maenad, even from the dim verge
Of the horizon to the zenith's height,
The locks of the approaching storm. Thou dirge
Of the dying year, to which this closing night
Will be the dome of a vast sepulchre
Vaulted with all thy congregated might
Of vapours, from whose solid atmosphere
Black rain, and fire, and hail will burst: O hear!
III
Thou who didst waken from his summer dreams
The blue Mediterranean, where he lay,
Lulled by the coil of his crystalline streams,
Beside a pumice isle in Baiae's bay,
And saw in sleep old palaces and towers
Quivering within the wave's intenser day,
All overgrown with azure moss and flowers
So sweet, the sense faints picturing them! Thou
For whose path the Atlantic's level powers
Cleave themselves into chasms, while far below
The sea-blooms and the oozy woods which wear
The sapless foliage of the ocean, know
Thy voice, and suddenly grow grey with fear,
And tremble and despoil themselves: O hear!
IV
If I were a dead leaf thou mightest bear;
If I were a swift cloud to fly with thee;
A wave to pant beneath thy power, and share
The impulse of thy strength, only less free
Than thou, O Uncontrollable! If even
I were as in my boyhood, and could be
The comrade of thy wanderings over Heaven,
As then, when to outstrip thy skiey speed
Scarce seemed a vision; I would ne'er have striven
As thus with thee in prayer in my sore need.
Oh! lift me as a wave, a leaf, a cloud!
I fall upon the thorns of life! I bleed!
A heavy weight of hours has chained and bowed
One too like thee: tameless, and swift, and proud.
V
Make me thy lyre, even as the forest is:
What if my leaves are falling like its own!
The tumult of thy mighty harmonies
Will take from both a deep, autumnal tone,
Sweet though in sadness. Be thou, Spirit fierce,
My spirit! Be thou me, impetuous one!
Drive my dead thoughts over the universe
Like withered leaves to quicken a new birth!
And, by the incantation of this verse,
Scatter, as from an unextinguished hearth
Ashes and sparks, my words among mankind!
Be through my lips to unawakened Earth
The trumpet of a prophecy! O Wind,
If Winter comes, can Spring be far behind?
Σαν τα φύλλα τα ξερά, για να επιταχύνεις μια νέα γέννηση...
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Πέρσι Μπις Σέλλεϋ
Ωδή στον δυτικό άνεμο
Ι.
Ω άγριε Δυτικέ Άνεμε, πνοή εσύ της ύπαρξης του Φθινοπώρου,
Εσύ, που απ’ την αόρατή σου παρουσία τα πεθαμένα φύλλα
Παρασύρονται, όπως φαντάσματα που ένας μάγος τα σκορπίζει,
Κίτρινα και μαύρα και χλωμά και κόκκινα πυρετικά,
Μέγα πλήθος χτυπημένο από λοιμό: Ω Εσύ,
Που ηνιοχεύεις στο σκοτεινό τους χειμωνιάτικο κρεβάτι
Τους φτερωτούς σπόρους, όπου κείνται κρυμμένοι και ψυχροί,
Ένα κουφάρι ο καθένας μες στον τάφο του, ώσπου
Της Άνοιξης η αδελφή σου γαλανή να φυσήξει
Τη σάλπιγγά της πάνω απ’ τη γη που ονειρεύεται και να γεμίσει
(Τα γλυκά ανθάκια οδηγώντας σαν κοπάδια στον αέρα για να ταϊστούν)
Με ζωντανά χρώματα και αρώματα τους λόφους και τις πεδιάδες:
Άγριο Πνεύμα, που ολούθε περιφέρεσαι·
Καταστροφέα και Σωτήρα· άκου! Ω, άκου!
ΙΙ.
Εσύ που απ’ το ρεύμα σου, στου απόκρημνου ουρανού την ταραχή,
Ελεύθερα τα σύννεφα σκορπάνε, όπως της Γης τα φύλλα τα ξερά,
Καθώς τινάζονται απ’ τα πλεγμένα τα κλαδιά του Ουρανού και του Ωκεανού,
Άγγελοι της καταιγίδας και της αστραπής: εκεί απλώνονται
Στην κυανή επιφάνεια της αέρινής σου ορμής,
Σαν τα στιλπνά μαλλιά που ορθώνονται στην κεφαλή
Μιας άγριας Μαινάδας, απ’ τη θολή γραμμή
Του ορίζοντα μέχρι και του ύψους το αποκορύφωμα,
Οι βόστρυχοι της καταιγίδας που επέρχεται. Εσύ Θρήνε
Του θνήσκοντος έτους, για το οποίο η νύχτα που σιμώνει
Θα είναι ο θόλος ενός απέραντου μνήματος,
Υψωμένου με όλη σου τη συγκεντρωμένη δύναμη
Των υδρατμών, που απ’ την ατμόσφαιρά τους την πυκνή
Μαύρη βροχή και φλόγα και χαλάζι θα ξεχυθεί: ω, άκου!
ΙΙΙ.
Εσύ που αφύπνισες από τα θερινά της όνειρα
Τη γαλανή Μεσόγειο, εκεί όπου αναπαυότανε,
Νανουρισμένη από την περιδίνηση των κρυσταλλένιων της ρευμάτων,
Πλάι σε μια νήσο από ελαφρόπετρα στης Μπάιας τον όρμο,
Και έβλεπε μες στον ύπνο της πύργους κι αρχαία ανάκτορα
Να τρέμουνε στου κύματος τη δυνατή φεγγοβολή,
Κρυμμένα όλα κάτω από βρύα και λουλούδια κυανά,
Τόσο γλυκά, που ο νους λιγοθυμά όταν τα παρασταίνει! Εσύ
Που από το πέρασμά σου τα ρεύματα στην επιφάνεια του Ατλαντικού
Σχίζονται κι ανοίγουν χάσματα, ενώ βαθιά από κάτω
Τ’ άνθη της θάλασσας και τα ιλυώδη δάση που φορούν
Του ωκεανού το άχυμο φύλλωμα αναγνωρίζουν
Τη φωνή σου, κι άξαφνα χάνουν το χρώμα τους από τον φόβο,
Και τρέμουνε κι απογυμνώνονται: ω, άκου!
IV.
Ας ήμουν ένα πεθαμένο φύλλο, εσύ μπορούσες να με σήκωνες·
Ας ήμουν ένα γρήγορο σύννεφο για να πετάω μαζί σου·
Ένα κύμα για να ασθμαίνω κάτω απ’ τη δύναμή σου και να μοιράζομαι
Την ώθηση της ισχύος σου, μόνο λιγότερο ελεύθερος
Απ’ ό,τι, ω Αχαλίνωτε, εσύ! Ας ήμουν μόνο
Όπως τότε που ήμουνα παιδί και θα γινόμουν
Ο σύντροφός σου στις περιπλανήσεις σου στον Ουρανό,
Όπως τότε που το να ξεπεράσω την ουράνια ταχύτητά σου
Μόλις που έμοιαζε με όνειρο· ποτέ δεν θα ‘μπαινα σε τέτοιον αγώνα
Εγώ μαζί σου, που είμαι ένας ικέτης μες στην πικρή μου ανημποριά.
Ω, σαν κύμα, σαν φύλλο, σαν σύννεφο, σήκωσέ με!
Πληγώνομαι πάνω στ’ αγκάθια της ζωής! Αιμορραγώ!
Ένα βαρύ φορτίο ωρών έχει δέσει κι έχει λυγίσει
Έναν ακόμη όμοιό σου: αδάμαστο και γρήγορο και υπερήφανο.
V.
Κάνε με λύρα σου, τέτοια που ‘ναι και το δάσος:
Τι κι αν τα φύλλα μου σαν τα δικά του πέφτουνε!
Ο αχός των ισχυρών αρμονιών σου
Θα πάρει από τους δυο μας έναν βαθύ φθινοπωρινό τόνο,
Γλυκό ακόμη και στη θλίψη του. Γίνε εσύ, άγριο Πνεύμα,
Το πνεύμα μου! Εσύ, παράφορε, γίνε εγώ!
Οδήγησε τις νεκρές μου σκέψεις μες στο σύμπαν,
Σαν τα φύλλα τα ξερά, για να επιταχύνεις μια νέα γέννηση!
Και, με τη μαγική επωδή τού στίχου αυτού,
Σκόρπισε, σαν να ‘ναι μιας άσβεστης εστίας
Oι στάχτες και οι σπίθες, τα λόγια μου σ’ όλη την ανθρωπότητα!
Για τη γη που ακόμα δεν αφυπνίστηκε γίνε μέσ’ απ’ τα χείλη μου
Μιας προφητείας η σάλπιγγα! Ω, Άνεμε,
Αν έρθει ο Χειμώνας, μπορεί η Άνοιξη να είναι μακριά;
Εισαγωγή – Μετάφραση Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος
Percy Bysshe Shelley
Ode to the West Wind
I
O wild West Wind, thou breath of Autumn's being,
Thou, from whose unseen presence the leaves dead
Are driven, like ghosts from an enchanter fleeing,
Yellow, and black, and pale, and hectic red,
Pestilence-stricken multitudes: O thou,
Who chariotest to their dark wintry bed
The wingèd seeds, where they lie cold and low,
Each like a corpse within its grave,until
Thine azure sister of the Spring shall blow
Her clarion o'er the dreaming earth, and fill
(Driving sweet buds like flocks to feed in air)
With living hues and odours plain and hill:
Wild Spirit, which art moving everywhere;
Destroyer and Preserver; hear, O hear!
II
Thou on whose stream, 'mid the steep sky's commotion,
Loose clouds like Earth's decaying leaves are shed,
Shook from the tangled boughs of Heaven and Ocean,
Angels of rain and lightning: there are spread
On the blue surface of thine airy surge,
Like the bright hair uplifted from the head
Of some fierce Maenad, even from the dim verge
Of the horizon to the zenith's height,
The locks of the approaching storm. Thou dirge
Of the dying year, to which this closing night
Will be the dome of a vast sepulchre
Vaulted with all thy congregated might
Of vapours, from whose solid atmosphere
Black rain, and fire, and hail will burst: O hear!
III
Thou who didst waken from his summer dreams
The blue Mediterranean, where he lay,
Lulled by the coil of his crystalline streams,
Beside a pumice isle in Baiae's bay,
And saw in sleep old palaces and towers
Quivering within the wave's intenser day,
All overgrown with azure moss and flowers
So sweet, the sense faints picturing them! Thou
For whose path the Atlantic's level powers
Cleave themselves into chasms, while far below
The sea-blooms and the oozy woods which wear
The sapless foliage of the ocean, know
Thy voice, and suddenly grow grey with fear,
And tremble and despoil themselves: O hear!
IV
If I were a dead leaf thou mightest bear;
If I were a swift cloud to fly with thee;
A wave to pant beneath thy power, and share
The impulse of thy strength, only less free
Than thou, O Uncontrollable! If even
I were as in my boyhood, and could be
The comrade of thy wanderings over Heaven,
As then, when to outstrip thy skiey speed
Scarce seemed a vision; I would ne'er have striven
As thus with thee in prayer in my sore need.
Oh! lift me as a wave, a leaf, a cloud!
I fall upon the thorns of life! I bleed!
A heavy weight of hours has chained and bowed
One too like thee: tameless, and swift, and proud.
V
Make me thy lyre, even as the forest is:
What if my leaves are falling like its own!
The tumult of thy mighty harmonies
Will take from both a deep, autumnal tone,
Sweet though in sadness. Be thou, Spirit fierce,
My spirit! Be thou me, impetuous one!
Drive my dead thoughts over the universe
Like withered leaves to quicken a new birth!
And, by the incantation of this verse,
Scatter, as from an unextinguished hearth
Ashes and sparks, my words among mankind!
Be through my lips to unawakened Earth
The trumpet of a prophecy! O Wind,
If Winter comes, can Spring be far behind?
Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013
Ας ήταν κι η αδαής ψυχή...
Ένα φύλλο κίτρινης λεύκας
Σαν θρύψαλο αστεριού στριφογυρίζει...
Γιάννης Σταύρου, Λεύκες στον Λαγκαδά, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Λουίς Θερνούδα
Επιθυμία
Στα ήσυχα χωράφια του Σεπτέμβρη
Ένα φύλλο κίτρινης λεύκας
Σαν θρύψαλο αστεριού στριφογυρίζει
Μέχρι το χώμα.
Ας ήταν κι η αδαής ψυχή
Αρχόντισσα των φύλλων και των αστεριών
Έτσι να πήγαινε, σκιά αναμμένη
Απ’ τη ζωή στο θάνατο.
(μετ. Λένα Καλλέργη)
Σαν θρύψαλο αστεριού στριφογυρίζει...
Λουίς Θερνούδα
Επιθυμία
Στα ήσυχα χωράφια του Σεπτέμβρη
Ένα φύλλο κίτρινης λεύκας
Σαν θρύψαλο αστεριού στριφογυρίζει
Μέχρι το χώμα.
Ας ήταν κι η αδαής ψυχή
Αρχόντισσα των φύλλων και των αστεριών
Έτσι να πήγαινε, σκιά αναμμένη
Απ’ τη ζωή στο θάνατο.
(μετ. Λένα Καλλέργη)
Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013
δίνοντας εἰς ὅλα τὰ κακὰ στοιχεῖα τὸ ἐλεύτερο νὰ πράξουν κάθε λογῆς ἀνομία...
Τὸ σταχτὶ φῶς,
ποὺ ἔπεφτε ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἐχρωμάτιζε παράξενα τὸν τόπο· τὸ
χινόπωρο τὴν αὐγὴν ἐκείνην ἔλεγεν ὅλη του τὴ θλίψη...
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Το πίστομα
Όταν ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀναρχία πούχεν ἀνταριάσει τὸν τόπο δίνοντας εἰς ὅλα τὰ κακὰ στοιχεῖα τὸ ἐλεύτερο νὰ πράξουν κάθε λογῆς ἀνομία, ἡ τάξη εἶχε πάλε στερεωθεῖ κ’ εἶχε δοθεῖ ἀμνηστεία στοὺς κακούργους, τότες ἐπέστρεψαν τοῦτοι ἀπ’ τὰ βουνὰ κι ἀπὸ τὰ ξένα στὰ σπίτια τους, κι ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους ποὺ ξαναρχόνταν ἐγύριζε στὸ χωριό του κι ὁ Μαγουλαδίτης Ἀντώνης Κουκουλιώτης.
Ἤτουν τότες ὣς σαράντα χρονῶν, κοντός, μαυριδερός, μ’ ὄμορφα πυκνὰ σγουρὰ γένια καὶ μὲ σγουρὰ τὰ μαῦρα μαλλιά. Τὸ πρόσωπό του εἶχε χάρη καὶ τὸ βλέμα του ἤτουν χαϊδευτικὸ καὶ ἥμερο – ἀγκαλὰ κι ἀντίφεγγε μὲ πράσινες ἀναλαμπές· τὸ στόμα του ὅμως ἤτουν μικρότατο καὶ κοντό, δίχως χείλια.
Ὁ ἄνθρωπος τοῦτος, πρὶν ἀκόμα ρεμπελέψει ὁ κόσμος, εἶχε παντρευτεῖ. Κι ὅταν πῆρε τῶν βουνῶν τὸ δρόμο, γιὰ τὸν φόβο τῆς ἐξουσίας, ἄφηκε τὴ γυναίκα του μόνη στὸ σπίτι, καὶ τούτη δὲν τοῦ ἐστάθη πιστή, ἀλλὰ μὲ ἄλλον, νομίζοντας ἴσως πὼς ὁ Κουκουλιώτης ἤτουν σκοτωμένος ἢ ἀλλιῶς πεθαμένος, εἶχε πιάσει ἔρωτα, κι ἀπ’ τὸν ἔρωτα τοῦτον εἶχε γεννηθεῖ παιδί, ποὺ ἄξαινεν ὡστόσο χαριτωμένα καὶ ποὺ ἡ γυναίκα περσότερο ἀγαποῦσε.
Ἐγύριζε λοιπὸν ὁ ληστὴς στὸ χωριό του τὴν ὥραν ὅπου βάφουν τὰ νερά. Κ’ ἐμπῆκε ξάφνου σπίτι του, χωρὶς κανεὶς νὰ τὸ προσμένει, ἐμπῆκε σὰ θανατικό, ἀναπάντεχα τέλεια, κ’ ἐκατατρόμαξεν ἡ ἄτυχη γυναίκα, ἐτρόμαξε τόσο, πού, παίρνοντας τὸ ξανθό της παιδὶ στὴν ἀγκαλιά, τόσφιγγε στὰ στήθια της τρεμάμενη, ἕτοιμη νὰ λιγοθυμήσει καὶ χωρὶς νὰ δύναται νὰ προφέρει λέξη καμιά.
Ἀλλὰ ὁ Κουκουλιώτης πικρὰ χαμογελώντας τῆς εἶπε:
— Μὴ φοβᾶσαι, γυναίκα. Δὲ σοῦ κάνω κανένα κακὸ – ἀγκαλὰ καὶ σοῦ πρέπει. Εἶναι τὸ παιδὶ τοῦτο δικό σου;… Ναί;… Μὰ ὄχι δικό μου! Μὲ ποιόν —λέγε! —τόχεις κάμει;
Τ’ ἀποκρίθη ἐκείνη λουχτουκιώντας:
— Ἀντώνη, τίποτε δὲν μπορῶ νὰ σοῦ κρύψω. Τὸ φταῖσμα μου εἶναι μεγάλο. Μὰ, τὸ ξέρω, κ’ ἡ ἐγδίκησή σου θάναι μεγάλη· κ’ εγὼ, ἀδύνατο μέρος, καὶ τὸ νήπιο τοῦτο, ποὺ ἀπὸ τὸ φόβο τρέμει, δὲ δυνόμαστε νὰ σ’ ἀντρειεφτοῦμε. Κοίτα πῶς ἡ τρομάρα μὲ κλονίζει καθὼς σὲ τηρῶ. Κάμε ἀπὸ μὲ ὅ τι θέλεις, μὰ λυπήσου τὸ ἄτυχο πλάσμα ποὺ δὲν ἔχει προστασία.
Καθὼς ἐμιλοῦσεν ἡ γυναίκα, ἐσκοτείνιαζεν ἡ ὄψη του, ἀλλὰ δὲν τὴν ἀντίκοβγε. Ἐσιώπασε λίγο κ’ ἔπειτα τῆς εἶπε:
— Γυναίκα κακή! Δὲ ρωτῶ τώρα, οὐδὲ συμβουλή σου, οὐδὲ σὲ λυποῦμαι. Τ’ ὄνομα ἐκείνου θέλω. Ἐσὲ δὲ θὰ πειράξω. Δὲ μολογᾶς το; Θὰ τὸ μάθω· τὸ χωριὸ ὅλο γνωρίζει μὲ ποιὸν ἐζοῦσες. Καὶ τότες θὰ θυσιάσω καὶ τοὺς τρεῖς σας, θὰ πλύνω τὴ ντροπὴ πόχω λάβει ἀπὸ σᾶς, πλάσματα ἄτιμα!
Ἐμολόησε.
Κι ὁ Κουκουλιώτης ἐβγῆκε ἀμέσως. Κι ἀφοῦ, ὕστερα ἀπὸ ὥρα, ξαναμπῆκε στὸ σπίτι, ἔβρηκε τὴ γυναίκα του στὸν ἴδιον τόπο, ἀσάλεφτη, μὲ τ’ ἀποκοιμισμένο τέκνο στὴν ἀγκάλη· τὸν ἀναντράνιζε. Μὰ αὐτὸς ἐξαπλώθη καταγῆς καί, σὰ χορτάτος, ἐκοιμήθη ὕπνον βαθὺν ὣς τὸ ξημέρωμα.
Τὴν ἄλλην ἡμέραν, ἀφοῦ ἐξύπνησαν, τῆς εἶπε:
— Θὰ πᾶμε στὰ χτήματά μας νὰ ἰδῶ μὴ καὶ κεῖνα μούχουν ἁρπάξει, καθὼς μοῦχε πάρει καὶ σὲ ὁ σκοτωμένος.
—Τὸν σκότωσες;
Τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ ἥλιος δὲν ἐφάνη στὴν ἀνατολή, γιατὶ ὁ οὐρανὸς ἤτουν γνέφια γεμάτος καὶ τὸ φῶς μετὰ βίας ἐπλήθαινε.
Κι ὁ Κουκουλιώτης, βάνοντας φτιάρι καὶ τσαπὶ στὸν ὧμο, ἐδιάταξε τὴ γυναίκα νὰ τὸν ἀκολουθήσει μαζὶ μὲ τὸ παιδί της. Κ’ ἔτσι ἐβγῆκαν κ’ οἱ τρεῖς ἀπὸ τὸ σπίτι.
Καὶ φτάνοντας εἰς τὸ χωράφι, ποὺ ἤτουν πολὺ νοτερὸ ἀκόμη ἀπὸ τὴν προτητερινὴ βροχὴ, ὁ ληστὴς ἐβάλθη νὰ σκάψει λάκκο.
Δὲν ἐπρόφερνε λέξη καὶ τὸ πρόσωπό του ἤτουν χλομό, καὶ ὁ ἱδρώς, ποὺ ἔβρεχε τὸ μέτωπό του, ἔβγαινε κρύος. Τὸ σταχτὶ φῶς, ποὺ ἔπεφτε ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἐχρωμάτιζε παράξενα τὸν τόπο· τὸ χινόπωρο τὴν αὐγὴν ἐκείνην ἔλεγεν ὅλη του τὴ θλίψη.
Ἡ γυναίκα ἐκοίταζε περίεργη κι ἀνήσυχη, καὶ τὸ παιδάκι ἐπαιχνιδοῦσε μὲ τὰ γουλιὰ καὶ μὲ τὰ χώματα ποὺ ἀνάσκαφτεν ὁ κακοῦργος. Κ’ ἐφάνη γιὰ μιὰ στιγμὴν ὁ ἥλιος κ’ ἐχρύσωσε τὰ ξανθὰ μαλλιὰ τοῦ νήπιου, ποὺ ἀγγελικὰ χαμογέλασε.
Κι ὡστόσο ὁ λάκκος ἤτουν ἕτοιμος. Κι ὁ Κουκουλιώτης, ἀκουμπώντας στὸ φτιάρι, εἶπε τῆς γυναικός του:
— Βάλ’ το πίστομα μέσα!
-------------------------------------------------------------
Πηγή: Ρένου Ἡρακλῆ Ἀποστολίδη, Ἀνθολογία τῆς Νεοελληνικῆς Γραμματείας, Το Διήγημα ἀπό τὶς ἀρχές του στὸν 19ο αἰῶνα ὣς τὶς μέρες μας, Α’ τόμος, Τὰ Νέα Ἑλληνικά, Ἀθῆναι χ.χ. [α΄ δημοσίευση περ. Τέχνη, 1898-9].
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Το πίστομα
Όταν ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀναρχία πούχεν ἀνταριάσει τὸν τόπο δίνοντας εἰς ὅλα τὰ κακὰ στοιχεῖα τὸ ἐλεύτερο νὰ πράξουν κάθε λογῆς ἀνομία, ἡ τάξη εἶχε πάλε στερεωθεῖ κ’ εἶχε δοθεῖ ἀμνηστεία στοὺς κακούργους, τότες ἐπέστρεψαν τοῦτοι ἀπ’ τὰ βουνὰ κι ἀπὸ τὰ ξένα στὰ σπίτια τους, κι ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους ποὺ ξαναρχόνταν ἐγύριζε στὸ χωριό του κι ὁ Μαγουλαδίτης Ἀντώνης Κουκουλιώτης.
Ἤτουν τότες ὣς σαράντα χρονῶν, κοντός, μαυριδερός, μ’ ὄμορφα πυκνὰ σγουρὰ γένια καὶ μὲ σγουρὰ τὰ μαῦρα μαλλιά. Τὸ πρόσωπό του εἶχε χάρη καὶ τὸ βλέμα του ἤτουν χαϊδευτικὸ καὶ ἥμερο – ἀγκαλὰ κι ἀντίφεγγε μὲ πράσινες ἀναλαμπές· τὸ στόμα του ὅμως ἤτουν μικρότατο καὶ κοντό, δίχως χείλια.
Ὁ ἄνθρωπος τοῦτος, πρὶν ἀκόμα ρεμπελέψει ὁ κόσμος, εἶχε παντρευτεῖ. Κι ὅταν πῆρε τῶν βουνῶν τὸ δρόμο, γιὰ τὸν φόβο τῆς ἐξουσίας, ἄφηκε τὴ γυναίκα του μόνη στὸ σπίτι, καὶ τούτη δὲν τοῦ ἐστάθη πιστή, ἀλλὰ μὲ ἄλλον, νομίζοντας ἴσως πὼς ὁ Κουκουλιώτης ἤτουν σκοτωμένος ἢ ἀλλιῶς πεθαμένος, εἶχε πιάσει ἔρωτα, κι ἀπ’ τὸν ἔρωτα τοῦτον εἶχε γεννηθεῖ παιδί, ποὺ ἄξαινεν ὡστόσο χαριτωμένα καὶ ποὺ ἡ γυναίκα περσότερο ἀγαποῦσε.
Ἐγύριζε λοιπὸν ὁ ληστὴς στὸ χωριό του τὴν ὥραν ὅπου βάφουν τὰ νερά. Κ’ ἐμπῆκε ξάφνου σπίτι του, χωρὶς κανεὶς νὰ τὸ προσμένει, ἐμπῆκε σὰ θανατικό, ἀναπάντεχα τέλεια, κ’ ἐκατατρόμαξεν ἡ ἄτυχη γυναίκα, ἐτρόμαξε τόσο, πού, παίρνοντας τὸ ξανθό της παιδὶ στὴν ἀγκαλιά, τόσφιγγε στὰ στήθια της τρεμάμενη, ἕτοιμη νὰ λιγοθυμήσει καὶ χωρὶς νὰ δύναται νὰ προφέρει λέξη καμιά.
Ἀλλὰ ὁ Κουκουλιώτης πικρὰ χαμογελώντας τῆς εἶπε:
— Μὴ φοβᾶσαι, γυναίκα. Δὲ σοῦ κάνω κανένα κακὸ – ἀγκαλὰ καὶ σοῦ πρέπει. Εἶναι τὸ παιδὶ τοῦτο δικό σου;… Ναί;… Μὰ ὄχι δικό μου! Μὲ ποιόν —λέγε! —τόχεις κάμει;
Τ’ ἀποκρίθη ἐκείνη λουχτουκιώντας:
— Ἀντώνη, τίποτε δὲν μπορῶ νὰ σοῦ κρύψω. Τὸ φταῖσμα μου εἶναι μεγάλο. Μὰ, τὸ ξέρω, κ’ ἡ ἐγδίκησή σου θάναι μεγάλη· κ’ εγὼ, ἀδύνατο μέρος, καὶ τὸ νήπιο τοῦτο, ποὺ ἀπὸ τὸ φόβο τρέμει, δὲ δυνόμαστε νὰ σ’ ἀντρειεφτοῦμε. Κοίτα πῶς ἡ τρομάρα μὲ κλονίζει καθὼς σὲ τηρῶ. Κάμε ἀπὸ μὲ ὅ τι θέλεις, μὰ λυπήσου τὸ ἄτυχο πλάσμα ποὺ δὲν ἔχει προστασία.
Καθὼς ἐμιλοῦσεν ἡ γυναίκα, ἐσκοτείνιαζεν ἡ ὄψη του, ἀλλὰ δὲν τὴν ἀντίκοβγε. Ἐσιώπασε λίγο κ’ ἔπειτα τῆς εἶπε:
— Γυναίκα κακή! Δὲ ρωτῶ τώρα, οὐδὲ συμβουλή σου, οὐδὲ σὲ λυποῦμαι. Τ’ ὄνομα ἐκείνου θέλω. Ἐσὲ δὲ θὰ πειράξω. Δὲ μολογᾶς το; Θὰ τὸ μάθω· τὸ χωριὸ ὅλο γνωρίζει μὲ ποιὸν ἐζοῦσες. Καὶ τότες θὰ θυσιάσω καὶ τοὺς τρεῖς σας, θὰ πλύνω τὴ ντροπὴ πόχω λάβει ἀπὸ σᾶς, πλάσματα ἄτιμα!
Ἐμολόησε.
Κι ὁ Κουκουλιώτης ἐβγῆκε ἀμέσως. Κι ἀφοῦ, ὕστερα ἀπὸ ὥρα, ξαναμπῆκε στὸ σπίτι, ἔβρηκε τὴ γυναίκα του στὸν ἴδιον τόπο, ἀσάλεφτη, μὲ τ’ ἀποκοιμισμένο τέκνο στὴν ἀγκάλη· τὸν ἀναντράνιζε. Μὰ αὐτὸς ἐξαπλώθη καταγῆς καί, σὰ χορτάτος, ἐκοιμήθη ὕπνον βαθὺν ὣς τὸ ξημέρωμα.
Τὴν ἄλλην ἡμέραν, ἀφοῦ ἐξύπνησαν, τῆς εἶπε:
— Θὰ πᾶμε στὰ χτήματά μας νὰ ἰδῶ μὴ καὶ κεῖνα μούχουν ἁρπάξει, καθὼς μοῦχε πάρει καὶ σὲ ὁ σκοτωμένος.
—Τὸν σκότωσες;
Τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ ἥλιος δὲν ἐφάνη στὴν ἀνατολή, γιατὶ ὁ οὐρανὸς ἤτουν γνέφια γεμάτος καὶ τὸ φῶς μετὰ βίας ἐπλήθαινε.
Κι ὁ Κουκουλιώτης, βάνοντας φτιάρι καὶ τσαπὶ στὸν ὧμο, ἐδιάταξε τὴ γυναίκα νὰ τὸν ἀκολουθήσει μαζὶ μὲ τὸ παιδί της. Κ’ ἔτσι ἐβγῆκαν κ’ οἱ τρεῖς ἀπὸ τὸ σπίτι.
Καὶ φτάνοντας εἰς τὸ χωράφι, ποὺ ἤτουν πολὺ νοτερὸ ἀκόμη ἀπὸ τὴν προτητερινὴ βροχὴ, ὁ ληστὴς ἐβάλθη νὰ σκάψει λάκκο.
Δὲν ἐπρόφερνε λέξη καὶ τὸ πρόσωπό του ἤτουν χλομό, καὶ ὁ ἱδρώς, ποὺ ἔβρεχε τὸ μέτωπό του, ἔβγαινε κρύος. Τὸ σταχτὶ φῶς, ποὺ ἔπεφτε ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἐχρωμάτιζε παράξενα τὸν τόπο· τὸ χινόπωρο τὴν αὐγὴν ἐκείνην ἔλεγεν ὅλη του τὴ θλίψη.
Ἡ γυναίκα ἐκοίταζε περίεργη κι ἀνήσυχη, καὶ τὸ παιδάκι ἐπαιχνιδοῦσε μὲ τὰ γουλιὰ καὶ μὲ τὰ χώματα ποὺ ἀνάσκαφτεν ὁ κακοῦργος. Κ’ ἐφάνη γιὰ μιὰ στιγμὴν ὁ ἥλιος κ’ ἐχρύσωσε τὰ ξανθὰ μαλλιὰ τοῦ νήπιου, ποὺ ἀγγελικὰ χαμογέλασε.
Κι ὡστόσο ὁ λάκκος ἤτουν ἕτοιμος. Κι ὁ Κουκουλιώτης, ἀκουμπώντας στὸ φτιάρι, εἶπε τῆς γυναικός του:
— Βάλ’ το πίστομα μέσα!
-------------------------------------------------------------
Πηγή: Ρένου Ἡρακλῆ Ἀποστολίδη, Ἀνθολογία τῆς Νεοελληνικῆς Γραμματείας, Το Διήγημα ἀπό τὶς ἀρχές του στὸν 19ο αἰῶνα ὣς τὶς μέρες μας, Α’ τόμος, Τὰ Νέα Ἑλληνικά, Ἀθῆναι χ.χ. [α΄ δημοσίευση περ. Τέχνη, 1898-9].
Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013
Ένα φύλλο κίτρινης λεύκας...
Στα ήσυχα χωράφια του Σεπτέμβρη
Ένα φύλλο κίτρινης λεύκας
Σαν θρύψαλο αστεριού στριφογυρίζει
Μέχρι το χώμα...
Γιάννης Σταύρου, Λεύκες στον Λαγκαδά, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Λουίς Θερνούδα
Παραλλαγές πάνω σε Μεξικάνικο Θέμα
Τα μάτια και η φωνή
Αυτό που ο άνθρωπος είναι, αν κάτι είναι, στα μάτια και στη φωνή προβάλλει, τόσο που μπορούν να κερδίσουν αυτόν που τα βλέπει ή τα ακούει. Ακόμη και του κορμιού του όμορφου, όσο όμορφο κι αν είναι, του λείπει κάτι: μια σπίθα από φως, μια ηχώ μουσική. Να καεί σε δυο μάτια, να χαθεί σε μια φωνή! Ποιος δεν πόθησε ποτέ του;
*
Για πολλά χρόνια έζησες ανάμεσα σε κόσμο με μάτια σβησμένα και φωνή ανέκφραστη. Και δεν είναι πως κάποιοι από αυτούς δεν ήτανε εντάξει, αλλά τα μάτια τους, κατά κανόνα, ήταν νερά στεκάμενα, και κατ’ εξαίρεση φεγγίτες. Υπήρχε κάτι μέσα τους; Αν υπήρχε, που όχι λίγες φορές το αμφισβήτησες, ήταν πεθαμένο.
Και οι φωνές τους, ή μνησίκακες ή περιφρονητικές. Ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο άκρα, φασαρία, φασαρία, φασαρία. Τρέμουλο κανένα. Φωνές ακαλλιέργητες ήταν εκείνες (καλλιέργεια: κληρονομιά ανιδιοτελών φωνών), χωρίς χρωματισμό, χωρίς χάδι, φωνές για το εμπόριο ή για τη χρεία, και τίποτα παραπάνω.
*
Λίγες, ή καμιά, είναι οι ακαλλιέργητες φωνές εδώ: όσο ταπεινός κι αν είναι ο ομιλητής, μιλά με λαλιά εκλεπτυσμένη. Μια ομιλία αλάνθαστη, μια γλώσσα κλασική, χωρίς κοινούς ιδιωτισμούς, ούτε λαϊκίστικους τονισμούς. Και πως ηχούν αυτές οι φωνές, καθάριες, μεταξένιες, σαν ψυχρό και αέρινο ψιθύρισμα του μεταξιού.
Αυτά τα μελαχρινά τα μάτια με το παρατεταμένο βλέμμα που αγγίζει και διαπερνά, μάτια που από μέσα τους προβάλλει η ψυχή, μάτια που από μόνα τους είναι η ψυχή. Στο πέρασμά τους, αιφνιδιαστικά, ανοίγουν και πέφτουν σαν καμένο λιόγερμα, αφήνοντας σ’ αυτόν που τα είδε μια ατέλειωτη αγαλλίαση, και μαζί της τον πόθο να τα δει ν’ ανοίγουν ξανά το πρωί.
*
Υπάρχουν μερικοί που χάνονται από ματαιότητα, μερικοί που χάνονται από φιλοδοξία και μερικοί που χάνονται για ένα πλάσμα, και συ θα χανόσουνα για δυο μάτια και για μια φωνή. Θα μπορούσες να τα ακολουθήσεις μέχρι την κόλαση (αν δεν είσαι κιόλας στον πηγαιμό), για μια έξη, μια ματιά, και πάλι θα σου φαινότανε μικρό το τίμημα.
μετάφραση: Αντώνης Κατσουράδης
Επιθυμία
Στα ήσυχα χωράφια του Σεπτέμβρη
Ένα φύλλο κίτρινης λεύκας
Σαν θρύψαλο αστεριού στριφογυρίζει
Μέχρι το χώμα.
Ας ήταν κι η αδαής ψυχή
Αρχόντισσα των φύλλων και των αστεριών
Έτσι να πήγαινε, σκιά αναμμένη
Απ’ τη ζωή στο θάνατο.
μετάφραση: Λένα Καλλέργη
Ένα φύλλο κίτρινης λεύκας
Σαν θρύψαλο αστεριού στριφογυρίζει
Μέχρι το χώμα...
Γιάννης Σταύρου, Λεύκες στον Λαγκαδά, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Λουίς Θερνούδα
Παραλλαγές πάνω σε Μεξικάνικο Θέμα
Τα μάτια και η φωνή
Αυτό που ο άνθρωπος είναι, αν κάτι είναι, στα μάτια και στη φωνή προβάλλει, τόσο που μπορούν να κερδίσουν αυτόν που τα βλέπει ή τα ακούει. Ακόμη και του κορμιού του όμορφου, όσο όμορφο κι αν είναι, του λείπει κάτι: μια σπίθα από φως, μια ηχώ μουσική. Να καεί σε δυο μάτια, να χαθεί σε μια φωνή! Ποιος δεν πόθησε ποτέ του;
*
Για πολλά χρόνια έζησες ανάμεσα σε κόσμο με μάτια σβησμένα και φωνή ανέκφραστη. Και δεν είναι πως κάποιοι από αυτούς δεν ήτανε εντάξει, αλλά τα μάτια τους, κατά κανόνα, ήταν νερά στεκάμενα, και κατ’ εξαίρεση φεγγίτες. Υπήρχε κάτι μέσα τους; Αν υπήρχε, που όχι λίγες φορές το αμφισβήτησες, ήταν πεθαμένο.
Και οι φωνές τους, ή μνησίκακες ή περιφρονητικές. Ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο άκρα, φασαρία, φασαρία, φασαρία. Τρέμουλο κανένα. Φωνές ακαλλιέργητες ήταν εκείνες (καλλιέργεια: κληρονομιά ανιδιοτελών φωνών), χωρίς χρωματισμό, χωρίς χάδι, φωνές για το εμπόριο ή για τη χρεία, και τίποτα παραπάνω.
*
Λίγες, ή καμιά, είναι οι ακαλλιέργητες φωνές εδώ: όσο ταπεινός κι αν είναι ο ομιλητής, μιλά με λαλιά εκλεπτυσμένη. Μια ομιλία αλάνθαστη, μια γλώσσα κλασική, χωρίς κοινούς ιδιωτισμούς, ούτε λαϊκίστικους τονισμούς. Και πως ηχούν αυτές οι φωνές, καθάριες, μεταξένιες, σαν ψυχρό και αέρινο ψιθύρισμα του μεταξιού.
Αυτά τα μελαχρινά τα μάτια με το παρατεταμένο βλέμμα που αγγίζει και διαπερνά, μάτια που από μέσα τους προβάλλει η ψυχή, μάτια που από μόνα τους είναι η ψυχή. Στο πέρασμά τους, αιφνιδιαστικά, ανοίγουν και πέφτουν σαν καμένο λιόγερμα, αφήνοντας σ’ αυτόν που τα είδε μια ατέλειωτη αγαλλίαση, και μαζί της τον πόθο να τα δει ν’ ανοίγουν ξανά το πρωί.
*
Υπάρχουν μερικοί που χάνονται από ματαιότητα, μερικοί που χάνονται από φιλοδοξία και μερικοί που χάνονται για ένα πλάσμα, και συ θα χανόσουνα για δυο μάτια και για μια φωνή. Θα μπορούσες να τα ακολουθήσεις μέχρι την κόλαση (αν δεν είσαι κιόλας στον πηγαιμό), για μια έξη, μια ματιά, και πάλι θα σου φαινότανε μικρό το τίμημα.
μετάφραση: Αντώνης Κατσουράδης
Επιθυμία
Στα ήσυχα χωράφια του Σεπτέμβρη
Ένα φύλλο κίτρινης λεύκας
Σαν θρύψαλο αστεριού στριφογυρίζει
Μέχρι το χώμα.
Ας ήταν κι η αδαής ψυχή
Αρχόντισσα των φύλλων και των αστεριών
Έτσι να πήγαινε, σκιά αναμμένη
Απ’ τη ζωή στο θάνατο.
μετάφραση: Λένα Καλλέργη
Ετικέτες
Γιάννης Σταύρου,
έλληνες ζωγράφοι,
ζωγραφική,
ζωγράφοι,
Θερνούδα,
ποιητές,
φθινοπωρινά τοπία
Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013
Φθινοπωρινό...
Το φθινόπωρο καλύπτει, ελάχιστα έστω, την ασχήμια - όπως η νύχτα...
Κάτι είναι κι αυτό...
Στον ποιητή γίνεται πόθος...
Γιάννης Σταύρου, Φθινόπωρο στον Υμηττό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Ναπολέων Λαπαθιώτης
Πόθος
Βαθύ χινόπωρο γοερό, πόσο καιρό σε καρτερώ,
με τις πλατιές, βαριές σου στάλες
των φύλλων άραχλοι χαμοί, των δειλινών αργοί καημοί,
που με μεθούσατε τις άλλες...
Τα καλοκαίρια μ' έψησαν και τα λιοπύρια τα βαριά,
κι οι ξάστεροι ουρανοί οι γαλάζοι:
απόψε μου ποθεί η καρδιά πότε να 'ρθεί μέσ' τα κλαριά,
ο θείος βοριάς και το χαλάζι!
Τότε, γερτός κι εγω ξανά, μέσ' τα μουγγά τα δειλινά,
θ' αναπολώ γλυκά, -ποιός ξέρει-,
και θα με σφάζει πιο πολύ, σαν ένα μακρινό βιολί,
το περασμένο καλοκαίρι...
Κάτι είναι κι αυτό...
Στον ποιητή γίνεται πόθος...
Γιάννης Σταύρου, Φθινόπωρο στον Υμηττό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Ναπολέων Λαπαθιώτης
Πόθος
Βαθύ χινόπωρο γοερό, πόσο καιρό σε καρτερώ,
με τις πλατιές, βαριές σου στάλες
των φύλλων άραχλοι χαμοί, των δειλινών αργοί καημοί,
που με μεθούσατε τις άλλες...
Τα καλοκαίρια μ' έψησαν και τα λιοπύρια τα βαριά,
κι οι ξάστεροι ουρανοί οι γαλάζοι:
απόψε μου ποθεί η καρδιά πότε να 'ρθεί μέσ' τα κλαριά,
ο θείος βοριάς και το χαλάζι!
Τότε, γερτός κι εγω ξανά, μέσ' τα μουγγά τα δειλινά,
θ' αναπολώ γλυκά, -ποιός ξέρει-,
και θα με σφάζει πιο πολύ, σαν ένα μακρινό βιολί,
το περασμένο καλοκαίρι...
Ετικέτες
Γιάννης Σταύρου,
έλληνες ζωγράφοι,
ζωγραφική,
ζωγράφοι,
ποιητές,
φθινοπωρινά τοπία
Κυριακή 26 Αυγούστου 2012
Τὰ καλοκαίρια μ᾿ ἕψησαν καὶ τὰ λιοπύρια τὰ βαριά...
Αναμονή φθινοπώρου...
Ναπολέων Λαπαθιώτης
Πόθος
Βαθὺ χινόπωρο γοερό, πόσο καιρὸ σὲ καρτερῶ,
μὲ τὶς πλατιές, βαριές σου στάλες
τῶν φύλλων ἄραχλοι χαμοί, τῶν δειλινῶν ἀργοὶ καημοί,
ποῦ μὲ μεθούσατε τὶς ἄλλες...
Τὰ καλοκαίρια μ᾿ ἕψησαν καὶ τὰ λιοπύρια τὰ βαριά,
κι οἱ ξάστεροι οὐρανοὶ οἱ γαλάζοι:
ἀπόψε μου ποθεῖ ἡ καρδιὰ πότε νὰ ῾ρθεῖ μέσ᾿ τὰ κλαριά,
ὁ θεῖος βοριὰς καὶ τὸ χαλάζι!
Τότε, γερτὸς κι ἐγὼ ξανά, μέσ᾿ τὰ μουγγὰ τὰ δειλινά,
θ᾿ ἀναπολῶ γλυκά, -ποιὸς ξέρει-,
καὶ θὰ μὲ σφάζει πιὸ πολύ, σὰν ἕνα μακρινὸ βιολί,
τὸ περασμένο καλοκαίρι...
Ετικέτες
Γιάννης Σταύρου,
έλληνες ζωγράφοι,
ζωγραφική,
ζωγράφοι,
Λαπαθιώτης,
ποιητές,
φθινοπωρινά τοπία
Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010
Σχόλια & ζωγράφοι, έλληνες ζωγράφοι: φθινόπωρο, που πνέεις από τα φώτα της πολιτείας...
Φθινοπωρινά τοπία & ζωγραφική, ζωγράφοι , Έλληνες ζωγράφοι

Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό, λάδι σε καμβά
Ενοσταλγούσα, ριγηλό φθινόπωρο, τις ώρες,
τα δέντρα αυτά του δάσους, την έρημη προτομή...
Κώστας Καρυωτάκης
Τί να σου πω, φθινόπωρο
Τί να σου πω, φθινόπωρο, που πνέεις από τα φώτα
της πολιτείας και φτάνεις ως τα νέφη τ' ουρανού;
Ύμνοι, σύμβολα, ποιητικές, όλα γνωστά από πρώτα,
φυλλορροούν στην κόμη σου τα ψυχρά άνθη του νου.
Γίγας, αυτοκρατορικό φάσμα, καθώς προβαίνεις
στο δρόμο της πικρίας και της περισυλλογής,
αστέρια με το μέτωπο, με της χρυσής σου χλαίνης
το κράσπεδο σαρώνοντας τα φύλλα καταγής,
είσαι ο άγγελος της φθοράς, ο κύριος του θανάτου,
ο ίσκιος που, σε μεγάλα βήματα· φανταστικά,
χτυπώντας αργά κάποτε στους ώμους τα φτερά του,
γράφει προς τους ορίζοντες ερωτηματικά...
Ενοσταλγούσα, ριγηλό φθινόπωρο, τις ώρες,
τα δέντρα αυτά του δάσους, την έρημη προτομή.
Κι όπως πέφτουνε τα κλαδιά στο υγρό χώμα, οι οπώρες,
ήρθα να εγκαταλειφθώ στην ιερή σου ορμή.

Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό, λάδι σε καμβά
Ενοσταλγούσα, ριγηλό φθινόπωρο, τις ώρες,
τα δέντρα αυτά του δάσους, την έρημη προτομή...
Κώστας Καρυωτάκης
Τί να σου πω, φθινόπωρο
Τί να σου πω, φθινόπωρο, που πνέεις από τα φώτα
της πολιτείας και φτάνεις ως τα νέφη τ' ουρανού;
Ύμνοι, σύμβολα, ποιητικές, όλα γνωστά από πρώτα,
φυλλορροούν στην κόμη σου τα ψυχρά άνθη του νου.
Γίγας, αυτοκρατορικό φάσμα, καθώς προβαίνεις
στο δρόμο της πικρίας και της περισυλλογής,
αστέρια με το μέτωπο, με της χρυσής σου χλαίνης
το κράσπεδο σαρώνοντας τα φύλλα καταγής,
είσαι ο άγγελος της φθοράς, ο κύριος του θανάτου,
ο ίσκιος που, σε μεγάλα βήματα· φανταστικά,
χτυπώντας αργά κάποτε στους ώμους τα φτερά του,
γράφει προς τους ορίζοντες ερωτηματικά...
Ενοσταλγούσα, ριγηλό φθινόπωρο, τις ώρες,
τα δέντρα αυτά του δάσους, την έρημη προτομή.
Κι όπως πέφτουνε τα κλαδιά στο υγρό χώμα, οι οπώρες,
ήρθα να εγκαταλειφθώ στην ιερή σου ορμή.
Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010
Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: φθινοπωρινά τοπία των ποιητών & των ζωγράφων...
Αγαπημένο φθινόπωρο...
Εποχή για ποίηση, ζωγραφική, σκέψεις...
Αναδεικύονται τα χρώματα, σκεπάζεται η ασχήμια, ηρεμεί η ψυχή...
Αρσένι Ταρκόφσκι
Τον τελευταίο μήνα του φθινοπώρου
Τον τελευταίο μήνα του φθινοπώρου,
στην παρακμή
μιας πικρής πολύ ζωής,
γεμάτος θλίψη
μπήκα
στο άφυλλο και ανώνυμο δάσος.
Ήταν ως την άκρη πλυμένο
με λευκό σαν γάλα
γυαλί ομίχλης.
Πάνω στα σταχτιά κλαριά
κύλησαν δάκρυα καθαρά
πού μόνο τα δέντρα στάζουν παραμονές
χειμώνα πού αποχρωματίζονται τα πάντα.
Και τότε έγινε θαύμα:
στο ηλιοβασίλεμα
αντιφέγγισε από το σύννεφο το γαλανό χρώμα,
και φωτεινή αχτίνα, δραπέτευσε σαν μέσα στον Ιούνιο
απ' τις μελλοντικές ημέρες στο παρελθόν μου.
Κι έκλαιγαν τα δέντρα στις παραμονές
των αγαθών έργων και των γιορταστικών γενναιοδωριών,
των ευτυχισμένων τρικυμιών πού στροβιλίζονται στο γαλάζιο,
κι έσυραν τα πετούμενα τον κυκλικό τους χορό,
καθώς τα χέρια πάνω στα πλήκτρα
πήγαιναν από το χώμα ως τις ψηλότερες νότες.
(μτφ Μαξίμ Κισιλιέρ - Λίνος Ιωαννίδης)
Εποχή για ποίηση, ζωγραφική, σκέψεις...
Αναδεικύονται τα χρώματα, σκεπάζεται η ασχήμια, ηρεμεί η ψυχή...
Αρσένι Ταρκόφσκι
Τον τελευταίο μήνα του φθινοπώρου
Τον τελευταίο μήνα του φθινοπώρου,
στην παρακμή
μιας πικρής πολύ ζωής,
γεμάτος θλίψη
μπήκα
στο άφυλλο και ανώνυμο δάσος.
Ήταν ως την άκρη πλυμένο
με λευκό σαν γάλα
γυαλί ομίχλης.
Πάνω στα σταχτιά κλαριά
κύλησαν δάκρυα καθαρά
πού μόνο τα δέντρα στάζουν παραμονές
χειμώνα πού αποχρωματίζονται τα πάντα.
Και τότε έγινε θαύμα:
στο ηλιοβασίλεμα
αντιφέγγισε από το σύννεφο το γαλανό χρώμα,
και φωτεινή αχτίνα, δραπέτευσε σαν μέσα στον Ιούνιο
απ' τις μελλοντικές ημέρες στο παρελθόν μου.
Κι έκλαιγαν τα δέντρα στις παραμονές
των αγαθών έργων και των γιορταστικών γενναιοδωριών,
των ευτυχισμένων τρικυμιών πού στροβιλίζονται στο γαλάζιο,
κι έσυραν τα πετούμενα τον κυκλικό τους χορό,
καθώς τα χέρια πάνω στα πλήκτρα
πήγαιναν από το χώμα ως τις ψηλότερες νότες.
(μτφ Μαξίμ Κισιλιέρ - Λίνος Ιωαννίδης)
Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010
Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: φθινοπωρινά τοπία με εικόνες ποίησης & ζωγραφικής...
Φθινοπωρινά τοπία & ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι

Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, λάδι σε καμβά
Φθινόπωρο...
Εποχή των ποιητών...
Της σκέψης, της περισυλλογής, του περίπατου...
Της εικόνας και των χρωμάτων...
Της ζωγραφικής...
Άγγελος Σικελιανός
Το πρωτοβρόχι
Σκυμμένοι από το παραθύρι...
Kαι του προσώπου μας οι γύροι
η ίδια μας ήτανε ψυχή.
H συννεφιά, χλωμή σα θειάφι,
θάμπωνε αμπέλι και χωράφι·
ο αγέρας μέσ' από τα δέντρα
με κρύφια βούιζε ταραχή·
η χελιδόνα, με τα στήθη,
γοργή, στη χλόη μπρος-πίσω εχύθη·
κι άξαφνα βρόντησε, και λύθη
κρουνός, χορεύοντα η βροχή!
H σκόνη πήρ' ανάερο δρόμο...
K' εμείς, στων ρουθουνιών τον τρόμο,
στη χωματίλα τη βαριά
τα χείλα ανοίξαμε, σα βρύση
τα σπλάχνα νά μπει να ποτίσει
(όλη είχεν η βροχή ραντίσει
τη διψασμένη μας θωριά,
σαν την ελιά και σαν το φλόμο).
κι ο ένας στ' αλλουνού τον ώμο
ρωτάαμε: "T' είναι πόχει σκίσει
τον αέρα μύρο, όμοιο μελίσσι;
Aπ' τον πευκιά το κουκουνάρι,
ο βάρσαμος ή το θυμάρι,
η αφάνα ή η αλυγαριά;"
Kι άχνισα - τόσα ήταν τα μύρα -
άχνισα κ' έγινα όμοια λύρα,
που χάιδευ' η άσωτη πνοή...
Mου γιόμισ' ο ουρανίσκος γλύκα·
κι ως τη ματιά σου ξαναβρήκα,
όλο μου το αίμα ήταν βοή!...
K' έσκυψ' απάνω από τ' αμπέλι
που εσειόνταν σύφυλλο, το μέλι
και τ' άνθι ακέριο να του πιω·
- βαριά τσαμπιά και οι λογισμοί μου,
βάτοι βαθιοί οι ανασασμοί μου -
κι όπως ανάσαινα, απ' τα μύρα
δε μπόρεια να διαλέξω ποιο!
Mα όλα τα μάζεψα, τα πήρα,
και τά 'πια, ωσάν από τη μοίρα
λύπη απροσδόκητη ή χαρά.
Tά 'πια· κι ως σ' άγγιξα τη ζώνη,
το αίμα μου γίνηκεν αηδόνι,
κι ως τα πολύτρεχα νερά!...

Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, λάδι σε καμβά
Φθινόπωρο...
Εποχή των ποιητών...
Της σκέψης, της περισυλλογής, του περίπατου...
Της εικόνας και των χρωμάτων...
Της ζωγραφικής...
Άγγελος Σικελιανός
Το πρωτοβρόχι
Σκυμμένοι από το παραθύρι...
Kαι του προσώπου μας οι γύροι
η ίδια μας ήτανε ψυχή.
H συννεφιά, χλωμή σα θειάφι,
θάμπωνε αμπέλι και χωράφι·
ο αγέρας μέσ' από τα δέντρα
με κρύφια βούιζε ταραχή·
η χελιδόνα, με τα στήθη,
γοργή, στη χλόη μπρος-πίσω εχύθη·
κι άξαφνα βρόντησε, και λύθη
κρουνός, χορεύοντα η βροχή!
H σκόνη πήρ' ανάερο δρόμο...
K' εμείς, στων ρουθουνιών τον τρόμο,
στη χωματίλα τη βαριά
τα χείλα ανοίξαμε, σα βρύση
τα σπλάχνα νά μπει να ποτίσει
(όλη είχεν η βροχή ραντίσει
τη διψασμένη μας θωριά,
σαν την ελιά και σαν το φλόμο).
κι ο ένας στ' αλλουνού τον ώμο
ρωτάαμε: "T' είναι πόχει σκίσει
τον αέρα μύρο, όμοιο μελίσσι;
Aπ' τον πευκιά το κουκουνάρι,
ο βάρσαμος ή το θυμάρι,
η αφάνα ή η αλυγαριά;"
Kι άχνισα - τόσα ήταν τα μύρα -
άχνισα κ' έγινα όμοια λύρα,
που χάιδευ' η άσωτη πνοή...
Mου γιόμισ' ο ουρανίσκος γλύκα·
κι ως τη ματιά σου ξαναβρήκα,
όλο μου το αίμα ήταν βοή!...
K' έσκυψ' απάνω από τ' αμπέλι
που εσειόνταν σύφυλλο, το μέλι
και τ' άνθι ακέριο να του πιω·
- βαριά τσαμπιά και οι λογισμοί μου,
βάτοι βαθιοί οι ανασασμοί μου -
κι όπως ανάσαινα, απ' τα μύρα
δε μπόρεια να διαλέξω ποιο!
Mα όλα τα μάζεψα, τα πήρα,
και τά 'πια, ωσάν από τη μοίρα
λύπη απροσδόκητη ή χαρά.
Tά 'πια· κι ως σ' άγγιξα τη ζώνη,
το αίμα μου γίνηκεν αηδόνι,
κι ως τα πολύτρεχα νερά!...
Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010
Σχόλια & σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική: ποίηση & ζωγραφική φθινοπωρινή...
Φθινόπωρο & ζωγράφοι, ζωγραφική, σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι

Γιάννης Σταύρου, Άνθρωπος & δέντρο, λάδι σε καμβά
Εικόνες μοναχικών ανθρώπων...
Αισθητικής θλίψης...
Εικόνες φθινοπωρινές...
Καλό φθινόπωρο..!
Τάκης Βαρβιτσιώτης
Μυστική γραφή
Μόνος
Ανακάλυψα μια νέα
Μυστική γραφή
Iδια σκιά που ξετυλίγεται
Δαντελλωτή
Μες στη ραγισματιά της μέρας
Ιδεόγραμμα χαραγμένο
Με το δάχτυλο της Περσεφόνης
Υπόγεια φλέβα
Που όμως αχτινοβολεί
Σκιά πλατύφυλλη
Σωρευτική
Θεσκότεινο άνθος
Σφραγισμένο
Με τη σιωπή Μόνος
Σαν τον ναύτη που ανυψώνει το σινιάλο στο κατάρτι
Μόνος
Σαν μια σημαδούρα στο πέλαγος
Μόνος
Σαν ένα κουρέλι μέσα στη θύελλα
Μόνος
Σαν τον ανεμοδείχτη πάνω στο λόφο
Μόνος
Σαν ένα μάτι ανοιγμένο μέσα στα σύννεφα
Μόνος
Σαν ένα πουλί στην ερειπωμένη στέγη
Μόνος
Σαν τη βροχή στους έρημους δρόμους το φθινόπωρο
Ερείπια
Το κλειστό βιβλίο
Το λυπημένο βιολί
Ο ραγισμένος άγγελος που αγρυπνεί
Πού είστε παιδικά μου χέρια
Με λησμονήσατε
Μα δεν μπορώ
Δεν έχω πια τα μάτια μου να κλάψω
Η βροχή αποκλείστηκε στον κήπο
Απ' τα κλαδιά των δέντρων κρέμονται
Καρδιές
Μικρά φώτα
Ο ήχος μιας καμπάνας
Η προσευχή
Ακόμα καπνίζουν
Των ημερών τα ερείπια

Γιάννης Σταύρου, Άνθρωπος & δέντρο, λάδι σε καμβά
Εικόνες μοναχικών ανθρώπων...
Αισθητικής θλίψης...
Εικόνες φθινοπωρινές...
Καλό φθινόπωρο..!
Τάκης Βαρβιτσιώτης
Μυστική γραφή
Μόνος
Ανακάλυψα μια νέα
Μυστική γραφή
Iδια σκιά που ξετυλίγεται
Δαντελλωτή
Μες στη ραγισματιά της μέρας
Ιδεόγραμμα χαραγμένο
Με το δάχτυλο της Περσεφόνης
Υπόγεια φλέβα
Που όμως αχτινοβολεί
Σκιά πλατύφυλλη
Σωρευτική
Θεσκότεινο άνθος
Σφραγισμένο
Με τη σιωπή Μόνος
Σαν τον ναύτη που ανυψώνει το σινιάλο στο κατάρτι
Μόνος
Σαν μια σημαδούρα στο πέλαγος
Μόνος
Σαν ένα κουρέλι μέσα στη θύελλα
Μόνος
Σαν τον ανεμοδείχτη πάνω στο λόφο
Μόνος
Σαν ένα μάτι ανοιγμένο μέσα στα σύννεφα
Μόνος
Σαν ένα πουλί στην ερειπωμένη στέγη
Μόνος
Σαν τη βροχή στους έρημους δρόμους το φθινόπωρο
Ερείπια
Το κλειστό βιβλίο
Το λυπημένο βιολί
Ο ραγισμένος άγγελος που αγρυπνεί
Πού είστε παιδικά μου χέρια
Με λησμονήσατε
Μα δεν μπορώ
Δεν έχω πια τα μάτια μου να κλάψω
Η βροχή αποκλείστηκε στον κήπο
Απ' τα κλαδιά των δέντρων κρέμονται
Καρδιές
Μικρά φώτα
Ο ήχος μιας καμπάνας
Η προσευχή
Ακόμα καπνίζουν
Των ημερών τα ερείπια
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)















