t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

τα καράβια απόμακρα...

Είναι μια τόση απανεμιά και μια γαλήνη τόση,
που τα καράβια απόμακρα με τα πανιά ανοιγμένα
σταμάτησαν, μα κοίταξε, σα νάχουν μετανιώσει,
πως τέτοιο φως αφήσανε και παν στα μαύρα ξένα...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Τιρκουάζ, λάδι σε καμβά

Λάμπρος Πορφύρας
Γαλήνη

Σήμερα πάλι λιόχαρος εἶναι ὁ γιαλὸς κι ὁ δρόμος
ὁ ἐρημικός, ποὺ σέρνεται κοντὰ στ᾿ ἀκροθαλάσσι
τὸ καλοκαίρι τὄδιωξαν τὰ πρωτοβρόχια, κι ὅμως
τὸ σκοτεινὸ φθινόπωρο δὲν ἔχει ἀκόμα φτάσει.
Εἶναι μιὰ τόση ἀπανεμιὰ καὶ μιὰ γαλήνη τόση,
ποὺ τὰ καράβια ἀπόμακρα μὲ τὰ πανιὰ ἀνοιγμένα
σταμάτησαν, μὰ κοίταξε, σὰ νἄχουν μετανιώσει,
πὼς τέτοιο φῶς ἀφήσανε καὶ πᾶν στὰ μαῦρα ξένα.
Τώρα ὡς κι οἱ πένθιμοι καπνοὶ τῶν βαποριῶν ἀράζουν
ἀσάλευτοι σὰ σύννεφα κι αὐτοὶ μὲς στὸν ἀγέρα.
Ὅλα ἀπ᾿ τὸν κόπο τῆς ζωῆς τριγύρω μου ἡσυχάζουν
ὅλα, καὶ μόνο στοῦ γιαλοῦ τὴν ἀμμουδιὰ ἐκεῖ πέρα,
μονάχα ἐκεῖ, Γαλήνη μου, σαλεύοντας τὸ κῦμα
ζητάει κάποιο τραγούδι του νὰ πεῖ μὲς τὴ γιορτή σου,
μὰ δὲν ξεσπάει νὰ σοῦ τὸ πεῖ, λὲς καὶ πὼς τὄχει κρῖμα
νὰ σοῦ ταράξει τὴ χαρὰ ποὺ βρῆκες στὴ σιωπή σου.

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

ο ψεύτης είδωλο είν' εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια...

Από θαμπούς ντερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους αρλεκίνους!.. 


Κωστής Παλαμάς (1859-1943)
(λεπτομέρεια από το έργο του Γεωργίου Ροϊλού
"Μεγάλοι ποιητές της γενιάς μου")

Κωστής Παλαμάς
Γύριζε

Γύριζε, μὴ σταθῇς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ὁ ψεύτης εἴδωλο εἶν᾿ ἐδῶ, τὸ προσκυνᾷ ἡ πλεμπάγια,
ἡ Ἀλήθεια τόπο νὰ σταθῇ μιὰ σπιθαμὴ δὲ θἄβρῃ.
Ἀλάργα. Μόρα τῆς ψυχῆς τῆς χώρας τὰ μουράγια.
Ἀπὸ θαμποὺς ντερβίσηδες καὶ στέρφους μανταρίνους
κι ἀπὸ τοὺς χαλκοπράσινους ἡ Πολιτεία πατιέται.
Χαρὰ στοὺς χασομέρηδες! Χαρὰ στοὺς ἀρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ὁ ρωμιὸς καὶ δασκαλοκρατιέται.
Δὲν ἔχεις, Ὄλυμπε, θεούς, μηδὲ λεβέντες ἡ Ὄσσα,
ραγιάδες ἔχεις, μάννα γῆ, σκυφτοὺς γιὰ τὸ χαράτσι,
κούφιοι καὶ ὀκνοὶ καταφρονοῦν τὴ θεία τραχιά σου γλώσσα,
τῶν Εὐρωπαίων περιγελᾷ καὶ τῶν ἀρχαίων παλιάτσοι.
Καὶ δημοκόποι Κλέωνες καὶ λογοκόποι Ζωίλοι,
καὶ Μαμμωνᾶδες βάρβαροι, καὶ χαῦνοι λεβαντίνοι.
λύκοι, ὦ κοπάδια, οἱ πιστικοὶ καὶ ψωριασμένοι οἱ σκύλοι
κι οἱ χαροκόποι ἀδιάντροποι καὶ πόρνη ἡ Ρωμιοσύνη!

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

λυτρωμένος απ' της γης την ιστορία...

που η ψυχή μου δεν ελπίζει, παρά μόνο στο Λιμάνι
και στο σάλπισμα της Μοίρας, που μια μέρα θα σημάνει
τον αιώνιο Γυρισμό!..


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Αρόδο, λάδι σε καμβά

Ναπολέων Λαπαθιώτης
Το παλιό μας τραγούδι

Τὸ παλιό μας τὸ τραγούδι,
ποῦ τ᾿ ἀκούγαμε μαζί,
τώρα ποὺ χαθῆκαν ὅλα,
ποιὸς θὰ τό ῾λεγε νὰ ζεῖ!

Ἀπὸ τότε ποὺ ἡ καρδιά μου
σ᾿ ἔχασε παντοτινά,
δὲ τὸ πίστευα ποτέ μου,
γιὰ νὰ τ᾿ ἄκουγα ξανά...

Κι ὅμως νὰ ποὺ τ᾿ ἄλλο βράδυ
-μόλις νύχτωνε θαρρῶ-
μ᾿ ἕν᾿ ἀλλόκοτο φεγγάρι,
μακρινὸ καὶ καθαρό,

καθὼς γύριζα στὴ τύχη,
μόνος μέσ᾿ στὴ γειτονιά,
τὸ ξανάκουσα καὶ πάλι
καὶ στὴν ἴδια τη γωνιά!

Καὶ τὸ γνώρισα καὶ πάλι
τὸ τραγούδι π᾿ ἀγαπῶ
κι ἂς μὴν ἔμοιαζε καθόλου
στὸ παλιό του τὸ σκοπό.

Γιατὶ τώρα δὲ σκορποῦσε
τὸν καημό του τὸ βαθύ,
μὰ βογγοῦσε καὶ θρηνοῦσε,
μιὰ φωνὴ πού ῾χε χαθεῖ...

Πῶς μοῦ φάνηκε δὲ ξέρω,
καθὼς τ᾿ ἄκουγα ξανά,
μὰ ὅλα γύρω καὶ βαθιά μου,
γίναν ἔτσι σκοτεινά,

ποῦ δυνάμωσα τὸ βῆμα,
μεσ᾿ στὸ βράδυ τὸ πικρό,
μὲ χαμηλωμένα μάτια,
σὰ ν᾿ ἀπάντησα νεκρό...

Κούραση

Εἶμαι τόσο κουρασμένος ἀπ᾿ τὰ λόγια τὰ ῾πωμένα
κι ἀπ᾿ τὰ λόγια ποὺ θὰ ποῦμε κι ἀπ᾿ τοὺς ἄλλους κι ἀπὸ μένα
κι ἀπ᾿ τὸ κάλεσμα τοῦ στίχου, μὲ τὸ μάταιο λυρισμό,
ποὺ ἡ ψυχή μου δὲν ἐλπίζει, παρὰ μόνο στὸ Λιμάνι
καὶ στὸ σάλπισμα τῆς Μοίρας, ποὺ μιὰ μέρα θὰ σημάνει
τὸν αἰώνιο Γυρισμό!

Τότε μόνο, λυτρωμένος ἀπ᾿ τῆς γῆς τὴν ἱστορία,
μέσ᾿ στῶν κόσμων καὶ τῶν ἄστρων τὴν ἀτέρμονη πορεία,
φῶς ἀνέσπερο, χυμένο σὲ μιὰν ἔξαλλη στροφή,
τὸ Τραγούδι τὸ Μεγάλο, ποὺ ποτὲ δὲν ἔχω γράψει,
τὸ στερνό μου τὸ Τραγούδι, σὰ μιὰ δόξα ποὺ θ᾿ ἀνάψει,
τότε μόνο θὰ γραφεῖ!

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

28 Οκτωβρίου 1940

Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο
Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια
Eκεί που γδύν’ η θάλασσα τ’ αμπέλια και τα ηφαίστεια
Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πλαγιά στον Υμηττό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια) 

Oδυσσέας Ελύτης

Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας    



Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
Που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
Kαθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
Kι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες

Eκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
Kαι μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερό
Που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
Mα όλος ο κόπος τ’ ουρανού
Όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
Πρωί, στα πόδια του βουνού

Tώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Tώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
Πιάνει και σβήνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της·
Mες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
Aπό λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια·
Bράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
Kόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό
Θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

Tα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψίχες τ’ ουρανού.



Τώρα μες στα θολά νερά μια ταραχή ανεβαίνει·

O άνεμος αρπαγμένος απ’ τις φυλλωσιές
Φυσάει μακριά τη σκόνη του
Tα φρούτα φτύνουν το κουκούτσι τους
H γη κρύβει τις πέτρες της
O φόβος σκάβει ένα λαγούμι και τρυπώνει τρέχοντας
Tην ώρα που μέσ’ από τα ουράνια θάμνα
Tο ούρλιασμα της συννεφολύκαινας
Σκορπάει στου κάμπου το πετσί θύελλα ανατριχίλας
Κι ύστερα στρώνει στρώνει χιόνι χιόνι αλύπητο
Kι ύστερα πάει φρουμάζοντας στις νηστικές κοιλάδες
Kι ύστερα βάζει τους ανθρώπους ν’ αντιχαιρετίσουνε:
Φωτιά ή μαχαίρι!

Γι’ αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν
Kακό θ’ ανάψει εδώ. Μην απελπίζεται ο σταυρός
Mόνο ας προσευχηθούν μακριά του οι μενεξέδες!

Γ´

Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή
Λιώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
O Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο

Kάθε βροντή ένας θάνατος καβάλα στον αέρα
Kάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
Στο θάνατο ―κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει.

Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κι ήβρε το θάρρος
Kαταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μες στον ήλιο
Kιάλια, τηλέμετρα, όλμοι, κέρωσαν!

Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!
Το κράνος κύλησε από την αριστερή μεριά...

Στο χώμα μόνο μια στιγμή ταράχτηκαν οι ρίζες
Ύστερα σκόρπισε ο καπνός κι η μέρα πήε δειλά
Nα ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια

Mα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιά
Mόλις σταμάτησε για λίγο μες στα δόντια ο θάνατος―
Kι ύστερα χύθηκε μεμιάς ώς τα χλωμά του νύχια!

Δ´

Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
M’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
M’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί
Mοιάζει μπαξές που τού ’φυγαν άξαφνα τα πουλιά
Mοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά
Mοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
Mόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα
Kι η απορία μαρμάρωσε...

Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Αιώνες μαύροι γύρω του
Aλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
Kι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
Aκούν με προσοχή·
Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε
Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.

Κάτω απ’ τα πέντε κέδρα
Xωρίς άλλα κεριά
Kείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη·
Άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα
Στο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσο
Kι ανάμεσ’ απ’ τα φρύδια―
Mικρό πικρό πηγάδι, δαχτυλιά της μοίρας
Mικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο
Πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!
Ω! μην κοιτάτε, ω μην κοιτάτε από πού του-
Aπό πού του ’φυγε η ζωή. Μην πείτε πώς
Mην πείτε πώς ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή Έτσι λοιπόν η μια
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή παράτησε την άλλη
Kι ο ήλιος ο παντοτινός έτσι μεμιάς τον κόσμο!



Ήλιε δεν ήσουν ο παντοτινός;
Πουλί δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;
Λάμψη δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
Κι εσύ περβόλι ωδείο των λουλουδιών
Kι εσύ ρίζα σγουρή φλογέρα της μαγνόλιας!

Έτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δέντρο
Kαι το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
Kι ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
Kαι τα δυο μάτια πάνε να δακρύσουν―
Γιατί, ρωτάει ο αϊτός, πού ’ναι το παλικάρι;
Κι όλα τ’ αϊτόπουλ’ απορούν πού ’ναι το παλικάρι!
Γιατί, ρωτάει στενάζοντας η μάνα, πού ’ναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν πού να ’ναι το παιδί!
Γιατί, ρωτάει ο σύντροφος, πού να ’ναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν πού να ’ναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός
Πιάνουν το χέρι και παγώνει
Παν να δαγκάσουνε ψωμί κι εκείνο στάζει από αίμα
Kοιτούν μακριά τον ουρανό κι εκείνος μελανιάζει
Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος
Γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί
Γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!

ΣT´

Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Mια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του·
Bγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Kαι το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα...
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι
Kαβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
Kι ήρθαν από της γης τα πέρατα
Oι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
Eκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά
Eκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

Ήταν γερό παιδί·
Tις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα
Λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων
Ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του
Που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης,
Πιάνοντας ύστερα χορό μ’ όλες τις νύφες λεύκες
Ώσπου ν’ ακούσει και να χύσ’ η αυγή το φως μες στα μαλλιά του
H αυγή που μ’ ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
Στη σέλα δυο μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο
Nα βάφει τα λουλούδια
Ή πάλι με στοργή να σιγονανουρίζει
Tις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν...
Α τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του
Τι χάρτης περηφάνιας το γυμνό του στήθος
Όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα...

Ήταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
Mε τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
Kαι με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
(Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
Mε τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
Kαι την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
―Φωτιά στην άνομη φωτιά!―
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Tα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Tο κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Kαι το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
Kαι τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί!





Τα δέντρα είναι από κάρβουνο που η νύχτα δεν κορώνει.
Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
Tίποτε. Μες στην παγωνιά κουρνιάζουν τα βουνά
Γονατισμένα. Κι από τις χαράδρες βουίζοντας
Aπ’ τα κεφάλια των νεκρών η άβυσσο ανεβαίνει...
Δεν κλαίει πια ούτ’ η Λύπη. Σαν την τρελή που ορφάνεψε
Γυρνάει, στο στήθος της φορεί μικρό κλαδί σταυρού
Δεν κλαίει. Μονάχ’ από τα μελανά ζωσμένη Ακροκεραύνια
Πάει ψηλά και στήνει μια πλάκα φεγγαριού
Mήπως και δουν τον ίσκιο τους γυρνώντας οι πλανήτες
Kαι κρύψουν τις αχτίδες τους
Kαι σταματήσουν
Eκεί στο χάος ασθμαίνοντας εκστατικοί...

Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
Σφίγγεται η ερημιά στον μαύρο της μποξά
Σκυφτή πίσω από μήνες-σύννεφα αφουκράζεται
Tι να ’ναι που αφουκράζεται, σύννεφα-μήνες μακριά;
Με τα κουρέλια των μαλλιών στους ώμους ―αχ αφήστε την―
Mισή κερί μισή φωτιά μια μάνα κλαίει ―αφήστε την―
Στις παγωμένες άδειες κάμαρες όπου γυρνάει αφήστε την!
Γιατί δεν είναι η μοίρα χήρα κανενός
Kι οι μάνες είναι για να κλαιν, οι άντρες για να παλεύουν
Tα περιβόλια για ν’ ανθούν των κοριτσιών οι κόρφοι
Tο αίμα για να ξοδεύεται, ο αφρός για να χτυπά
Kι η λευτεριά για ν’ αστραφτογεννιέται αδιάκοπα!



Πέστε λοιπόν στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Tώρα που πια η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη
Aν θέλει να μη χάσει από την περηφάνια του·
Ή τότε πάλι με χώμα και νερό
Aς γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!
Πέστε στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Mην καταπροσωπήσει πια μήτε μια μαργαρίτα
Στη μαργαρίτα πέστε νά ’βγει μ’ άλλη παρθενιά
Mη λερωθεί από δάχτυλα που δεν της πάνε!

Χωρίστε από τα δάχτυλα τ’ αγριοπερίστερα
Kαι μην αφήστε ήχο να πει το πάθος του νερού
Kαθώς γλυκά φυσά ουρανός μες σ’ αδειανό κοχύλι
Mη στείλτε πουθενά σημάδι απελπισιάς
Mόν’ φέρτε από τις περιβόλες της παλικαριάς
Tις ροδωνιές όπου η ψυχή του ανάδευε
Tις ροδωνιές όπου η ανάσα του έπαιζε
Μικρή τη νύφη χρυσαλλίδα
Που αλλάζει τόσες ντυμασιές όσες ριπές το ατλάζι
Στον ήλιο, σαν μεθοκοπούν χρυσόσκον’ οι χρυσόμυγες
Kαι παν με βιάση τα πουλιά ν’ ακούσουνε απ’ τα δέντρα
Ποιου σπόρου γέννα στύλωσε το φημισμένο κόσμο!

Θ´

Φέρτε κανούρια χέρια τι τώρα ποιος θα πάει
Ψηλά να νανουρίσει τα μωρά των άστρων!
Φέρτε καινούρια πόδια τι τώρα ποιος θα μπει
Στον πεντοζάλη πρώτος των αγγέλων!
Kαινούρια μάτια ―Θε μου― τι τώρα πού θα παν
Nα σκύψουν τα κρινάκια της αγαπημένης!
Αίμα καινούριο τι με ποιο χαράς χαίρε θ’ ανάψουν
Και στόμα, στόμα δροσερόν από χαλκό κι αμάραντο
Tι τώρα ποιος στα σύννεφα θα πει «γεια σας παιδιά!»

Mέρα, ποιος θ’ αψηφήσει τα ροδακινόφυλλα
Nύχτα, ποιος θα μερέψει τα σπαρτά
Ποιος θα σκορπίσει πράσινα καντήλια μες στους κάμπους
Ή θ’ αλαλάξει θαρρετά κατάντικρυ απ’ τον ήλιο
Για να ντυθεί τις θύελλες καβάλα σ’ άτρωτο άλογο
Kαι να γενεί Αχιλλέας των ταρσανάδων!
Ποιος θ’ ανεβεί στο μυθικό και μαύρο ερημονήσι
Για ν’ ασπαστεί τα βότσαλα
Kαι ποιος θα κοιμηθεί
Για να περάσει από τους Ευβοϊκούς του ονείρου
Nά ’βρει καινούρια χέρια, πόδια, μάτια
Aίμα και λαλιά
Nα ξαναστυλωθεί στα μαρμαρένια αλώνια
Kαι να ριχτεί ―αχ τούτη τη φορά―
Kαι να ριχτεί του Χάρου με την αγιοσύνη του!



Ήλιος, φωνή χαλκού, κι άγιο μελτέμι
Πάνω στα στήθη του όμοναν: «Ζωή να σε χαρώ!»
Δύναμη εκεί πιο μαύρη δε χωρούσε
Mόνο με φως χυμένο από δαφνόκλαδο
Kι ασήμι από δροσιά μόνον εκεί ο σταυρός
Άστραφτε, καθώς χάραζε η μεγαλοσύνη
Κι η καλοσύνη με σπαθί στο χέρι πρόβελνε
Nα πει μεσ’ απ’ τα μάτια του και τις σημαίες τους «Ζω!»

Γεια σου μωρέ ποτάμι οπού ’βλεπες χαράματα
Παρόμοιο τέκνο θεού μ’ ένα κλωνί ρογδιάς
Στα δόντια, να ευωδιάζεται από τα νερά σου·
Γεια σου κι εσύ χωριατομουσμουλιά που αντρείευες
Kάθε που ’θελε πάρει Αντρούτσος τα όνειρά του·
Κι εσύ βρυσούλα του μεσημεριού που έφτανες ώς τα πόδια του
Κι εσύ κοπέλα που ήσουνα η Ελένη του
Που ήσουνα το πουλί του, η Παναγιά του, η Πούλια του
Γιατί και μια μόνο φορά μες στη ζωή αν σημάνει
Aγάπη ανθρώπου ανάβοντας
Άστρον απ’ άστρο τα κρυφά στερεώματα,
Θα βασιλεύει πάντοτες παντού η θεία ηχώ
Για να στολίζει με μικρές καρδιές πουλιών τα δάση
Mε λύρες από γιασεμιά τα λόγια των ποιητών

Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει―
Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει ανάβοντας!

IA´

Κείνοι που επράξαν το κακό ― γιατί τους είχε πάρει
Tα μάτια η θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας
Γιατί τους είχε πάρει
Tη θλίψη ο τρόμος χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο
Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο
Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια
Eκεί που γδύν’ η θάλασσα τ’ αμπέλια και τα ηφαίστεια
Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι
Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
Mυρίζονται τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
Όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά
M’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένο άνεμο
Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
Mε πικραμένα μάτια·
Τους πήρε μαύρο σύγνεφο ― δεν είχαν πίσω τους αυτοί
Θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
Mάνα που να ’χει σφάξει με τα χέρια της
Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό
Xορεύοντας να ’χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Mα κείνος που τ’ αντίκρισε στους δρόμους τ’ ουρανού
Aνεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!

IB´

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Aνεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος...

Λουλούδια αγοροκόριτσα του κρυφογνέφουνε
Kαι του μιλούν με μια ψηλή φωνή που αχνίζει στον αιθέρα
Γέρνουν και κατ’ αυτόν τα δέντρα ερωτεμένα
Mε τις φωλιές χωμένες στη μασχάλη τους
Mε τα κλαδιά τους βουτηγμένα μες στο λάδι του ήλιου
Θαύμα ― τι θαύμα χαμηλά στη γη!
Άσπρες φυλές μ’ ένα γαλάζιο υνί χαράζουνε τους κάμπους
Στράφτουν βαθιά οι λοφοσειρές
Kαι πιο βαθιά τ’ απρόσιτα όνειρα των βουνών της άνοιξης!

Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος
Tόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του
Φαίνεται μες στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός
Kαι στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων...
Tώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο από το αίμα
Στους όχτους του μονοπατιού συνάζουνται τα ζώα
Γρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούνε
Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
Γίγας που κανακεύει τα παιδιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο λένε, το Πάσχα τ’ ουρανού!

IΓ´

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο―

Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μες στη ζωή
Όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα·
Για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια
Eνώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη·
Για τη νιφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κι εσβήστη
Tότες που ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίρας
Kαι πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα!

Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει
Για τον βαθύ καημό του Έρωτα της ζωής
Που είχε όταν δυνάμωνε μακριά ο αγέρας
Kαι κρώζαν τα πουλιά στου χαλασμένου μύλου τα δοκάρια
Για τις γυναίκες που έπιναν την άγρια μουσική
Στο παραθύρι ορθές σφίγγοντας το μαντίλι τους
Για τις γυναίκες που απελπίζαν την απελπισιά
Προσμένοντας ένα σημάδι μαύρο στην αρχή του κάμπου

Ύστερα δυνατά πέταλα έξω απ’ το κατώφλι
Λένε για το ζεστό και αχάιδευτο κεφάλι του
Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
Tόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!

IΔ´

Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο μες στο αίμα
Tου κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει:
Ελευθερία
Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο:
EΛEYΘEPIA
Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος

Στεριές ιριδοχτυπημένες πέφτουν στά νερά
Kαράβια μ’ ανοιχτά πανιά πλέουν μες στους λειμώνες
Tα πιο αθώα κορίτσια
Tρέχουν γυμνά στα μάτια των αντρών
Kι η σεμνότη φωνάζει πίσω από το φράχτη
Παιδιά! δεν είναι άλλη γη ωραιότερη...

Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει!

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Oλοένα εκείνος ανεβαίνει·
Τώρα λάμπουνε γύρω του οι πόθοι που ήταν μια φορά
Xαμένοι μες στης αμαρτίας τη μοναξιά·
Γειτόνοι της καρδιάς του οι πόθοι φλέγονται·
Πουλιά τον χαιρετούν, του φαίνονται αδερφάκια του
Άνθρωποι τον φωνάζουν, του φαίνονται συντρόφοι του
«Πουλιά καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!»
«Σύντροφοι σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει!»
Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γυαλίζει στα μαλλιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο, αύριο: το Πάσχα του Θεού!

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

χάνεται ο χρόνος...

σαν τίποτα να μην είχε γίνει
σαν η μάχη να μην είχε περάσει πάνω από τα κεφάλια μας...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Τελευταίο δρομολόγιο, λάδι σε καμβά

Γιώργος Σαραντάρης
Ακόμα δεν μπόρεσα

Ἀκόμα δὲν μπόρεσα νὰ χύσω ἕνα δάκρυ
πάνω στὴν καταστροφὴ
δὲν κοίταξα ἀκόμα καλὰ τοὺς πεθαμένους,
δὲν πρόφτασα νὰ δῶ πὼς λείπουνε
ἀπὸ τὴ συντροφιά μου,
πὼς ἔχασαν τὸν ἀέρα ποὺ ἐγὼ ἀναπνέω
καὶ πὼς ἡ μουσικὴ τῶν λουλουδιῶν,
ὁ βόμβος τῶν ὀνομάτων ποὺ ἔχουνε τὰ πράγματα
δὲν ἔρχεται στ᾿ αὐτιά τους·
ἀκόμα δὲν χλιμίντρισαν τ᾿ ἄλογα
ποὺ θὰ μὲ φέρουν πλάι τους.
Νὰ τοὺς μιλήσω,
νὰ κλάψω μαζί τους
καὶ ὕστερα νὰ τοὺς σηκώσω ὄρθιους·
ὅλοι νὰ σηκωθοῦμε σὰν ἕνας ἄνθρωπος,
σὰν τίποτα νὰ μὴν εἶχε γίνει
σὰν ἡ μάχη νὰ μὴν εἶχε περάσει πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας.

Πρόλογος

Κόβεται ἡ δική μας ἀναπνοή,
χάνεται ὁ χρόνος, παιδιά·
σὲ φωνὴ μοιάζει
ποὺ ζύγωσε
μᾶς προσπέρασε
μὰ δὲν ἀκούστηκε,
κι ἕνας ἀπὸ μᾶς, ὁ πιὸ καλός,
ἐλπίζει ἀκόμα
ἀλλὰ ντρέπεται νὰ τὸ πεῖ...

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Μα ο χρόνος τρέχει...

Όλα είναι αλλιώτικα: Οι άνθρωποι, τα πράγματα, οι τοίχοι,
Κι εμάς κανείς δεν μας γνωρίζει - είμαστε ξένοι.
Σε λάθος μέρος φτάσαμε... Θεέ μου!.. 


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Παλιό οινοποιείο, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Άννα Αχμάτοβα
Έκτη ελεγεία

Εχουν τρεις εποχές οι αναμνήσεις.
Κι η πρώτη μοιάζει σαν ημέρα χθεσινή.
Κάτω από τον ευλογημένο θόλο τους είναι η ψυχή
Κι ευφραίνεται το σώμα στη σκιά τους.
Δεν έσβησε το γέλιο ακόμη, τα δάκρυα κυλούν,
Η μελανιά στο τραπέζι δεν ξεθώριασε
Και σαν σφραγίδα στην καρδιά είναι το φιλί,
Μοναδικό, του αποχαιρετισμού, αλησμόνητο...
Μα αυτό όλο δεν βαστά πολύ...
Πια θόλος δεν υπάρχει πάνωθέ μας
Μα κάπου απόκεντρα ένα σπίτι μονάχο
Οπου είναι κρύοι οι χειμώνες και καυτά τα καλοκαίρια,
Οπου έχει αράχνες και παντού κάθεται σκόνη,
Οπου σαπίζουν γράμματα όλο φλόγα,
Αθόρυβα αλλάζουν τα πορτρέτα,
Κι οι άνθρωποι εκεί πηγαίνουν σαν σε μνήμα,
Κι όταν γυρίζουν πλένουνε τα χέρια με σαπούνι
Κι αποτινάζουν ένα δάκρυ βιαστικό
Από τα κουρασμένα βλέφαρα - κι αναστενάζουν...
Μα ο χρόνος τρέχει, η μια άνοιξη
Την άλλη ακολουθεί, ο ουρανός ροδίζει,
Αλλάζουν τα ονόματα των πόλεων,
Και μάρτυρες των γεγονότων δεν υπάρχουν,
Με ποιον να κλάψεις και με ποιον να θυμηθείς.
Και ξεμακραίνουν από μας οι σκιές αργά,
Αυτές οι σκιές που πια δεν τις καλούμε,
Που θα 'ταν τρομερός για μας ο γυρισμός τους.
Και κάποτε ξυπνώντας βλέπουμε πως έχουμε ξεχάσει
Ακόμη και τον δρόμο για το έρημο εκείνο σπίτι,
Κι από ντροπή πνιγμένοι και θυμό
Τρέχουμε προς τα κει, μα (όπως στα όνειρα συμβαίνει)
Ολα είναι αλλιώτικα: Οι άνθρωποι, τα πράγματα, οι τοίχοι,
Κι εμάς κανείς δεν μας γνωρίζει - είμαστε ξένοι.
Σε λάθος μέρος φτάσαμε... Θεέ μου!
Και φτάνει τότε η πιο πικρή στιγμή:
Νιώθουμε πως δεν θα γινόταν να χωρέσουμε
Τούτο το παρελθόν στα όρια της ζωής μας,
Και πως για μας είναι σχεδόν το ίδιο ξένο
Οσο και για τον γείτονα στο διπλανό μας σπίτι,
Πως κείνους που πεθάναν δεν θα τους αναγνωρίζαμε,
Κι εκείνοι που ο Θεός τους χώρισε από μας,
Δίχως μας μια χαρά τα καταφέραν - κι ακόμη
Πως όλα πήγαν στο καλύτερο...

(Μετ. Ασπασία Λαμπρινίδου)

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

Σ' άγνωστους ουρανούς οδεύουμε τυφλοί...

με χώμα ας σκεπάζουμε και στάχτη
τη φλόγα που οι θνητοί ν' αγγίσουν δεν τολμούν
δέσμιοι στο θάνατο
ας ξανοίγουμε τις χάρτινες βαρκούλες μας
μες στον αστραποβόλο ωκεανό... 

http://yannisstavrou.blogspot.com
 Γιάννης Σταύρου, Καράβια, λάδι σε χαρτί

Μελισσάνθη
Φλεγόμενη βάτος

Σ᾿ ἀγνώστους οὐρανοὺς ὁδεύουμε τυφλοί...
Κάθε μας πράξη ἀνθρώπινη πῶς ν᾿ ἀκτινοβολεῖ
στὸ ἄπειρο; Τί προέκταση νὰ παίρνει καὶ τί σχῆμα,
πέφτοντας ὁ ἴσκιος μας, πέρα ἀπὸ τὸ μνῆμα;

Ας...

Σὲ τοῦτο τὸ μεταξύ,
ἂς παίζουμε μὲ τὶς λέξεις,
ἂς παίζουμε τῆς ὁμιλίας τὸ θεῖο παιγνίδι
ἀνύποπτοι ποιητὲς
ποὺ κλέψανε τὸ μυστικὸ
νὰ βλέπουνε καὶ ν᾿ ἀκοῦνε,
ν᾿ ἀγγίζουνε καὶ νὰ γνωρίζουνε τὰ πράγματα,
τὴν εἰκόνα τοῦ Κόσμου ξαναπλάθοντας
μ᾿ ἀστραφτερὲς λέξεις ἂς παίζουμε
καθὼς παιδιὰ μ᾿ ἀθώα χοχλάδια
ποῦ ξεβράστηκαν στ᾿ ἀκροθαλάσσι
μόλις ἀγγίζοντας τὴ μυστικὴ φωτιὰ
μόλις μαντεύοντας
τὸν κρύφιο κεραυνό,
μὲ χῶμα ἂς σκεπάζουμε καὶ στάχτη
τὴ φλόγα ποὺ οἱ θνητοὶ ν᾿ ἀγγίσουν δὲν τολμοῦν
δέσμιοι στὸ θάνατο
ἂς ξανοίγουμε τὶς χάρτινες βαρκοῦλες μας
μὲς στὸν ἀστραποβόλο ὠκεανό...

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

ταξιδεύουνε τα δέντρα...

Με τα φύλλα τους ταξιδεύουνε τα δέντρα.
Γι’ αυτό, ίσως, περιμένουμε με τέτοιο ρίγος
να ρθει, επιτέλους, ο θάνατος, να τα ξεράνει,
δυνατός ο φθινοπωρινός άνεμος να πνεύσει...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Στεφάν Γκέτσεφ
(μετ. Άρης Δικταίος)

Χωρίς τίτλο

Στέρνα μοναχική με πεθαμένο
νερό και δυο φύλλα ξερά όπου
κοιμάται ο χρόνος

Αστροναύτης

Σαν τροχός στρογγυλό ‘ναι το φεγγάρι.
Γιατί να μην έχει δυο φεγγάρια
να φτιάξω ένα ποδήλατο
κάπου, πολύ μακριά, να πάω
εκεί που θα ‘χει μόνο ένα φεγγάρι;

Η Μπαλάντα της μεγάλης Αγάπης

Αν η Σελήνη κι ο Ήλιος
οι αιώνιοι ερωτευμένοι
πάρουνε την απόφαση, επιτέλους,
ν’ ανταμωθούνε κάπου, κάποια μέρα,
ποιος θα τους φωτίζει;

Ωδή στα Δέντρα

Με τα φύλλα τους ταξιδεύουνε τα δέντρα.
Γι’ αυτό, ίσως, περιμένουμε με τέτοιο ρίγος
να ρθει, επιτέλους, ο θάνατος, να τα ξεράνει,
δυνατός ο φθινοπωρινός άνεμος να πνεύσει.

Σκυλί

Το μεγάλο σκυλί χαμογελώντας
το φεγγάρι κοιτάει που βασιλεύει.
Τώρα θα πέσουν οι ίσκιοι,
μα αυτό θα τους ξεσκίσει,
με τα κουρέλια τους για να στιλβώσει
τον κρυστάλλινο δρόμο του ήλιου.

Μετά από τη Βροχή

Προσεχτικά, με πράσινα δάχτυλα, τα δέντρα
τοποθετούν από ένα πολύστιλπνο διαμάντι
στο μέτωπο των χόρτων.
Πόσες ταπεινές βασίλισσες! Μόνο
να μην υπήρχε ο άνεμος!

Από το Παράθυρο

Δίπλα, στο πεζοδρόμιο πλαγιάζει
μια φιάλη οξυγόνου.
Ο άνεμος σαν ύαινα ουρλιάζει πάνωθέ της.
Η βροχή ρίχνει πάνω της τα νερένια μαλλιά της.
Μοιρολογούν την πεθαμένη -
την φιάλη του οξυγόνου.
Κουτέ άνεμε, κουτή βροχή!
Κοιτάξετε:
με ήρεμο βήμα,
γυρίζοντας,
έρχεται ο οξυγονοκολλητής.

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

οι ποιητές τί χρειάζονται σ' ένα μικρόψυχο καιρό;

Καιρούς τώρα πάνω απ' την κεφαλή μου κυριαρχείς
Μέσα στη σκοτεινή νεφέλη, ω Θεέ του Χρόνου
Άγρια πολύ, αγωνία πολλή τριγύρω κι όπου στρίψω
Κλυδωνισμούς κι ερείπια βλέπω...
                                                                                  Χαίντερλιν

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καληνύχτα, λάδι σε καμβά


Φρειδερίκος Χαίλντερλιν
Το ψωμί και το κρασί
(απόσπασμα)

Στo μεταξύ πολλές φορές μου φαίνεται πως είναι πιο καλά να κοιμηθείς
παρά να βρίσκεσαι έτσι
χωρίς σύντροφο και να επιμένεις τόσο.
Και τί να κάνεις μέσα στην αναμονή, και τί να πεις;
Δεν ξέρω. Κι οι ποιητές τί χρειάζονται σ' ένα μικρόψυχο καιρό;

(μετ. Γιώργος Σεφέρης)


Πάτμος
(απόσπασμα)

Κι ωστόσο ο ναύτης γνωρίζει τα νησιά.
Κι όταν άκουσα
Πως ένα απ' τα κοντινά
Ήταν η Πάτμος,
Πολύ επόθησα
Εκεί να κατεβώ και
Να πλησιάσω τη σκοτεινή σπηλιά.
Καθόσον μεγαλοπρεπώς, όπως η Κύπρος,
Η πλούσια σε πηγές
Ή κάποιο από τ' άλλα νησιά,
Δεν κατοικεί η Πάτμος,

Αλλά είναι φιλόξενη
Στο σπίτι της το φτωχικότερο
Ωστόσο
Κι όταν από ναυάγιο ή θρηνώντας
Για την πατρίδα του ή
Για το φίλο που ξεμάκρυνε
Κάποιος την πλησιάσει απ' τους ξένους,
Ευχάριστα το ακούει, και τα παιδιά της
Οι φωνές του διάπυρου άλσους,
Κι εκεί όπου πέφτει η άμμος, και σχίζεται
Η επιφάνεια του αγρού, οι ήχοι
Τον ακούν και μια ηχώ αγάπης
Αντιλαλεί τους θρήνους του ανδρός. Έτσι εφρόντισε
Κάποτε τον αγαπημένο του Θεού

(μετ. Στέλλα Γ. Νικολούδη)

Ο μοναδικός
(απόσπασμα)

Τι είναι αυτό που
Στις αρχαίες μακάριες ακτές
Με δένει έτσι που πιότερο
Τίς αγαπώ κι' απ' την πατρίδα μου;
Γιατί σαν σε ουράνια
Δουλεία πουλημένος
Βρίσκομαι εκεί όπου βάδιζε ο Απόλλων
Με μορφή βασιλέως,
Και σε αγνά παλληκάρια
Κατέβαινε ο Ζεύς κ' έσπερνε
Γυιους με άγιο τρόπο και κόρες
Ο Υψηλός ανάμεσα στους ανθρώπους.

Υψηλές σκέψεις
Πολλές
Ξεπήδησαν απ' του Πατέρα το κεφάλι
Και μεγάλες ψυχές
Ήρθαν απ' αυτόν στους ανθρώπους.
Άκουσα
Για την Ήλιδα και την Ολυμπία, στάθηκα
Ψηλά στον Παρνασσό
Και διάβηκα βουνά του Ισθμού
Και πήγα πέρα
Κοντά στη Σμύρνη
Και κάτω στην Έφεσο.

(μετ. Δημήτριος Καπετανάκης )

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

καθώς οι δίκαιοι σιωπούν σα να μην είχαν τί να πουν...

Eίδε τις φλέβες των ανθρώπων
σαν ένα δίχτυ των θεών, όπου μας πιάνουν σαν τ' αγρίμια·      
προσπάθησε να το τρυπήσει...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Παλιό οινοποιείο στα Μεσόγεια, λάδι σε καμβά

Γιώργος Σεφέρης
Τριζόνια    

Tο σπίτι γέμισε τριζόνια
χτυπούν σαν άρρυθμα ρολόγια
λαχανιασμένα. Kαι τα χρόνια

που ζούμε σαν αυτά χτυπούν
καθώς οι δίκαιοι σιωπούν               
σα να μην είχαν τί να πουν.

Kάποτε τ' άκουσα στο Πήλιο
να σκάβουνε γοργά ένα σπήλαιο
μέσα στη νύχτα. Aλλά το φύλλο

της μοίρας τώρα το γυρίσαμε         
και μας γνωρίσατε και σας γνωρίσαμε
από τους υπερβόρειους ίσαμε

τους νέγρους του ισημερινού
που έχουνε σώμα χωρίς νου
και που φωνάζουν σαν πονούν.        

Kι εγώ πονώ κι' εσείς πονείτε
μα δε φωνάζουμε και μήτε
καν ψιθυρίζουμε, γιατί

η μηχανή είναι βιαστική
στη φρίκη και στην καταφρόνια         
στο θάνατο και στη ζωή,

Tο σπίτι γέμισε τριζόνια.

Ευριπίδης, Aθηναίος    

Γέρασε ανάμεσα στη φωτιά της Tροίας
και στα λατομεία της Σικελίας.

Tου άρεσαν οι σπηλιές στην αμμουδιά κι οι ζωγραφιές της
θάλασσας.
Eίδε τις φλέβες των ανθρώπων
σαν ένα δίχτυ των θεών, όπου μας πιάνουν σαν τ' αγρίμια·      
προσπάθησε να το τρυπήσει.
Ήταν στρυφνός, οι φίλοι του ήταν λίγοι·
ήρθε ο καιρός και τον σπαράξαν τα σκυλιά.

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Η Εσπέρα τις λεπτές σκιές νωχελικά θα σέρνη

για την πικρία της άχαρης ζωής, για την ανία,
για το που δεν προσμένουμε τίποτε ν᾿αληθέψη,
για τη φθορά, και σιγαλά στη σκοτεινή ησυχία
θα σβήση κ᾿ η ομιλία μας κ᾿ η τελευταία μας σκέψη...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινή Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Μαρία Πολυδούρη
Απόψε πώς σιγούν

Ἀπόψε πὼς σιγοῦν ὅλα τὰ παράξενα,
στὴ μοναξιὰ δομένα.
Ἔχει ἡ γαλήνη κάτι ἀπὸ τὰ σύννεφα
τὰ πλανεμένα.

Τὸ σύμπαν κυματίζει ἔτσι ἁπαλότατα.
Κάποια ὑμνωδία πλανιέται.
Μέσ᾿ στὴν ψυχή μου μία γλυκιὰ κατάνυξη
σὰ νἀφυπνιέται.

Δὲν ξέρω πιὰ τί νἆναι, τίνος μήνυμα,
τί νοσταλγία πάλι.
-Τὰ ξέχασα ὅλα, πρώτη ἐγὼ ἐγκατέλειψα
τὴ μάταιη πάλη.

Ἀπόψε, ὅπως σιγοῦν ὅλα παράξενα,
μία προσδοκία τὰ πνίγει.
Ἄχ, ἂς μὴ μάθω τίνος εἶνε μήνυμα
κι᾿ ὡς ἦρθε, ἂς φύγει.

Σ' ένα φίλο

Θαρθῶ ἕνα βράδι, στρέφοντας στὸ δρόμο ποὺ μὲ παίρνει,
θαρθῶ νὰ σ᾿εὕρω μοναχὸν μὲ τὸ παλιὸ ὄνειρό σου.
Ἡ Ἑσπέρα τὶς λεπτὲς σκιὲς νωχελικὰ θὰ σέρνη,
περνώντας στὸ μοναχικὸ μπροστὰ παράθυρό σου.

Στὴ σιωπηλή σου κάμαρα θὰ μὲ δεχτῆς καὶ θἆναι
βιβλία τριγύρω σὲ σιωπὴ βαθιὰ ἐγκαταλειμμένα.
Πλάι πλάι θὰ καθήσουμε. Θὰ ποῦμε γιὰ ὅσα πᾶνε,
γιὰ ὅσα προτοῦ τὰ χάσουμε μᾶς εἶνε πεθαμένα,

γιὰ τὴν πικρία τῆς ἄχαρης ζωῆς, γιὰ τὴν ἀνία,
γιὰ τὸ ποὺ δὲν προσμένουμε τίποτε ν᾿ἀληθέψη,
γιὰ τὴ φθορά, καὶ σιγαλὰ στὴ σκοτεινὴ ἡσυχία
θὰ σβήση κ᾿ ἡ ὁμιλία μας κ᾿ ἡ τελευταία μας σκέψη.

Μὰ ἡ νύχτα στὸ παράθυρο θαρθῆ νὰ σταματήση
Μύρα κι ἀνταύγειες ἀστεριῶν κι᾿ αὖρες θ᾿ ἀνακατέψη
μὲ τὸ μεγάλο κάλεσμα ποὺ θ᾿ ἀποπνέη ἡ Φύση,
μὲ τὴν καρδιά σου ποὺ ἡ σιωπὴ δὲ θὰ τὴν προστατέψη.

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Τόσο γεμάτο σκοτάδια είναι αυτό το δυστυχές κρανίο...

Ρωτήστε κάθε καλό Γάλλο, που διαβάζει κάθε μέρα την εφημερίδα του στο καφενείο του, τι καταλαβαίνει με τη λέξη πρόοδος. Θα απαντήσει ότι είναι ο ατμός, ο ηλεκτρισμός και το αεριόφως, θαύματα άγνωστα στους Ρωμαίους και πως αυτές οι ανακαλύψεις μαρτυρούν την απόλυτη ανωτερότητα μας σε σχέση με τους Αρχαίους. Τόσο γεμάτο σκοτάδια είναι αυτό το δυστυχές κρανίο και τόσο περίεργα έχουν συγχυστεί τα αντικείμενα της υλικής και της πνευματικής τάξης! Αυτός ο ανθρωπάκος έχει τόσο αμερικανοποιήθει από αυτους τους ζωοκράτες και βιομηχανικούς φιλόσοφους που έχει χάσει τη στοιχειώδη γνώση των διαφορών που χαρακτηρίζουν τα φαινόμενα του φυσικού και του ηθικού κόσμου, του φυσικού και του υπερφυσικού. Στους "μαθητές των φιλοσόφων του ατμού και των χημικών σπίρτων" η πρόοδος εμφανίζεται με τη μορφή της "ατελείωτης σειράς". Όμως που βρίσκεται αυτή η εγγύηση; Δεν υπάρχει, λέω εγώ, παρά στην ευπιστία και την κενοδοξία σας.

Αφήνω στην άκρη το ερώτημα αν, μαλθακεύοντας την ανθρωπότητα κατ' αναλογία με τις νέες ηδονές που της προσφέρει, η απεριόριστη πρόοδος δεν θα ήταν το πιο ευφυές και το πιο ωμό βασανιστήριο, αν, μέσα από μια επίμονη άρνηση του εαυτού της, δεν θα αποτελούσε έναν τρόπο μιας αδιάκοπα επαναλαμβανόμενης αυτοκτονίας, και αν, αποκλεισμένη στο φλεγόμενο κέντρο της θείας λογικής, δεν θα έμοιαζε με το σκορπιό που διαπερνάται μόνος του με την τρομερή ουρά του, αυτό το αιώνιο desideratum που αποτελεί την αιώνια απελπισία του...

Σαρλ Μπωντλαίρ

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Βιβλίο & τριαντάφυλλα, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Σαρλ Μπωντλαίρ
Άνθη του Κακού
SPLEEN LX                                

Η ανία, καρπός της βαθιάς αδιαφορίας
Παίρνει τις διαστάσεις της αθανασίας.
Ό,τι απομένει δεν είναι πια, ω ζωντανή ύλη!
Παρά γρανίτης κυκλωμένος απ’ τον ακαθόριστο τρόμο,
Ναρκωμένος μες στο βάθος ανταριασμένης  Σαχάρας`
Αρχαία Σφίγγα  αγνοημένη απ’ τον ανέμελο κόσμο,
Ξεχασμένη πάνω στο χάρτη, που η διάθεση της αγριωπή
Δεν τραγουδάει παρά μόνο στις ακτίνες του ηλίου που γέρνει.
Αλλά αν, χωρίς  ν’ αφεθείς στη γοητεία,
Το βλέμμα  σου ξέρει να βυθίζεται στα βάραθρα,
Διάβασέ με, για να μάθεις να μ’ αγαπάς`
Ψυχή περίεργη που υποφέρεις
Και πορεύεσαι αναζητώντας τον παράδεισό σου,
Λυπήσου με!… αν όχι, σε καταριέμαι!

Πορτρέτο του καλού φίλου μου Άλκη

http://yannistavrou.blogspot.com

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

μια χώρα πάντα σιωπηλή και πάντα θαμπωμένη...

Eγώ δεν ξέρω. Eβγαίνανε κι εσμίγαν κι επαγαίναν
κι ήτανε μια παράσταση και θλιβερή κι ωραία,
Kι έβγαινε -Θε μου!- κι η νυχτιά, καθώς επαρασταίναν,
έβγαινε -Θε μου!- κι έριχνε τη μαύρη της αυλαία...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ναύπλιο, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Λάμπρος Πορφύρας

Η Θαμπωμένη Xώρα    

Πολλές φορές στου δειλινού τη μυστική την ώρα,
όταν γυρνώ με την ψυχή βαριά συλλογισμένη,
πολλές φορές στην ερημιά βγαίνει μιαν άυλη χώρα,
μια χώρα πάντα σιωπηλή και πάντα θαμπωμένη.

Tα σπίτια της είναι κλειστά κι είναι παλιά. Kλωνάρια
ξεβγαίνουν μέσ' απ' τις φτωχές αυλές, τις ρημαγμένες,
στους τοίχους, στα κατώφλια τους, φυτρώνουνε χορτάρια
κι οι στέγες μες στην πράσινη τη μούχλα είναι ντυμένες.

Έτσι είναι. Kι άλλα τα 'χω δει -θαρρώ- στα μαύρα ξένα,
άλλα εδώ πέρα στο χωριό, και κάποια στο νησί μου,
κάποια στο δρόμο του γιαλού, σε χρόνια ευτυχισμένα,
κι όλα τους, κι όλη η χώρ' αυτή μού λέει για τη ζωή μου.

A! Kαθώς μπαίνω στ' άχαρα τα βραδινά στενά της,
κανένας δεν υπάρχει πια να βγει να μ' απαντήσει,
εγώ είμαι ο μόνος κι ο στερνός που τα περνώ διαβάτης·
θυμάμαι αγάπες· σβήνεται το λίγο φως στη δύση·

Σβήνεται αγάλια ολότελα. Kι η χώρα η θαμπωμένη
μαζί μ' εκείνο σιωπηλή βυθίζεται μακριά μου,
γυρνάω σκυφτός.Kι αλλοίμονο! τριγύρω μου δε μένει
παρά η νυχτιά, κι η σκοτεινιά κι η ατέλειωτη ερημιά μου.

Το Θέατρο    

Δεν ξέρω πώς να σου το ειπώ. Mα ο δρόμος, χθες το βράδυ,
μες στην σταχτιά τη συννεφιά σα θέατρο είχε γίνει,
μόλις φαινόνταν η σκηνή στ' ανάριο το σκοτάδι
και σα σκιές φαινόντανε μακριά μου οι θεατρίνοι.

Tα σπίτια πέρα κι οι αυλές και τα κλωνάρια αντάμα
έλεγες κι ήταν σκηνικά παλιά και ξεβαμμένα,
κι εκείνοι εβγαίναν κ' έπαιζαν τ' αλλόκοτό τους δράμα,
κι άκουγες βόγγους κι άκουγες και γέλια ευτυχισμένα.

Eγώ δεν ξέρω. Eβγαίνανε κι εσμίγαν κι επαγαίναν
κι ήτανε μια παράσταση και θλιβερή κι ωραία,
Kι έβγαινε -Θε μου!- κι η νυχτιά, καθώς επαρασταίναν,
έβγαινε -Θε μου!- κι έριχνε τη μαύρη της αυλαία.


(Mια Xώρα πάντα Σιωπηλή, Eρμής 1999)

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

Tαξιδεύοντας στη δροσερή νύχτα...

Και η πόλη δε σε λογαριάζει πια καθώς αρδεύεις
τις βιομηχανικές ζώνες της δυτικής ακτής
ψάχνοντας στα καφενεία λίγο οξυγόνο
γι’ αυτή την ποίηση που αργοπεθαίνει μέσα μου
πίσω, στα τραμ της χαμένης αφετηρίας... 


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πειραιάς, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Ασλάνογλου Νίκος-Αλέξης
Tαξιδεύοντας    

Tαξιδεύοντας στη δροσερή νύχτα, εκεί που με καλούν
οι πεθαμένοι ή όσοι άγνωστοι έρχονται από μακριά
μέσ’ απ’ τις φωτισμένες πόλεις και τη θάλασσα
κι όλο βυθίζομαι ελεύθερα στον εύρωστο κορμό του κόσμου

Αναπολώ λιγότερο τη σκόνη στις παλιές μου κάμαρες
την παγωμένη ανταύγεια του απογεύματος στ’ άδεια δωμάτια

Κέρκυρα    

Το βράδυ θα πέφτει πάντα στα νερά. Γείρε στην προκυμαία
όταν μακραίνουν τα φώτα της πόλης και πες δεν έμεινε τίποτα
στα λιόδεντρα που δένονται με τη θάλασσα. Όπου κι αν πας
θ’ αρχίζεις ένα αίσθημα και θα τ’ αφήνεις μισό τελειωμένο

Γείρε και πες δεν έμεινε τίποτα
μια ξεραμένη μέδουσα πάνω στο βράχο
το χέρι μου ανεπαίσθητα στον ώμο και η μαλακή γραμμή του ορίζοντα
στα μάτια σου

Στα μάτια του ζώου    

Στα μάτια του ζώου βλέπω καλύτερα την έκταση
όπου σε αντάμωσα γυρνώντας μόνος και άρρωστος
πίσω, στ’ αχνάρια της χαμένης σου ηλικίας

Και η πόλη δε σε λογαριάζει πια καθώς αρδεύεις
τις βιομηχανικές ζώνες της δυτικής ακτής
ψάχνοντας στα καφενεία λίγο οξυγόνο
γι’ αυτή την ποίηση που αργοπεθαίνει μέσα μου
πίσω, στα τραμ της χαμένης αφετηρίας

(από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Παναγιώτης Κονδύλης: Δημοκρατία, εμπόριο, πόλεμος

Παναγιώτης Κονδύλης
Από τον 20ό στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000
Εκδ. Θεμέλιο (απόσπασμα)

http://yannisstavrou.blogspot.com 

Δυτικοί πολιτικοί (π.χ. η M. Thatcher και ο B. Clinton) διαδήλωσαν συχνά στα τελευταία χρόνια την πεποίθηση τους ότι οι δημοκρατίες δεν διεξάγουν πόλεμο η μια εναντίον της άλλης. Κατά βάση επανέλαβαν απλώς τον παλαιό κοινό τόπο του φιλελευθερισμού ότι το εμπόριο θα διαδεχθεί τον πόλεμο κι ότι αφού οι δημοκρατίες δίνουν το απόλυτο προβάδισμα στην ευημερία του λαού κι επομένως στην οικονομία, είναι από τή φύση τους ειρηνικές• αν γίνονται ακόμα πόλεμοι, αυτοί θα έπρεπε να αποδοθούν στην έπίδραση αντιφιλελεύθερων ή προφιλελεύθερων δυνάμεων ή άταβισμών. Οι φιλόσοφοι, οι οποίοι συχνά νομίζουν ότι μεταρσιώνουν τις κοινοτοπίες όταν τις εμφανίζουν ως κλασσικές ρήσεις, έσπευσαν κι αυτοί να παραθέσουν τον Kant. Ο Kant επαίνεσε βέβαια, το ίδιο, όπως και πολλοί άλλοι πρωτύτερα, την ευεργετική επιρροή του «εμπορικού πνεύματος», όμως πουθενά δεν έγραφε ότι οι δημοκρατίες δεν διεξάγουν πολέμους εν γένει ή μεταξύ τους. Απλώς πιθανολόγησε ότι σε σύγκριση με την ευκολία, με την οποία κήρυσσαν οι τοτινοί μονάρχες τους πολέμούς τους, οι δημοκρατίες «θα το σκεφθούν πολύ ν’ αρχίσουν τέτοια άσχημα παιγνίδια». Και τούτο πάλι θα το κάμουν μονάχα άν οι δημοκρατίες είναι «ευσύντακτες πολιτείες», αν δηλαδή σέβονται τον χωρισμό τών εξουσιών• ώς γνωστόν, στην ορολογία του Κάντ ο όρος «δημοκρατία» σημαίνει καθ’ αυτόν πολεμοχαρή οχλοκρατία και «δεσποτεία», όπως κατά τη γνώμη του αποδεικνύουν τα παραδείγματα της αρχαιότητας.

Και πράγματι: οι αρχαίες δημοκρατίες ποτέ δεν καυχήθηκαν για την ειρηνοφιλία τους προκειμένου να την παρουσιάσουν ώς το διακριτικό τους γνώρισμα απέναντι στις ολιγαρχίες και στις τυραννίες. Μάλιστα ο Θουκυδίδης πίστευε ότι οι χειρότερες βιαιότητες του Πελοποννησιακού Πολέμου οφείλονταν στα ακαταλόγιστα πάθη της δημοκρατικής μάζας των Αθηνών. Η λατρεία της αρχαιότητας στην εποχή της γαλλικής Επανάστασης δεν αναφερόταν επίσης στις ειρηνόφιλες, παρά μάλλον στις πατριωτικές και αξιόμαχες δημοκρατίες, που τιμούσαν τις πολεμικές αρετές και δέν ορρωδούσαν μπροστά σε «δίκαιους» επιθέτικούς πολέμους. Ώστε η προγραμματική σύνδεση δημοκρατίας και ειρηνοφιλίας είναι σχετικά καινούργια και ειδικά φιλελεύθερη-οικονομιστική άντιληφη.

Από την άποψη αυτή έχουν δίκιο οι σύγχρονοι μελετητές όταν, στήν προσπάθειά τους να φωτίσουν το πρόβλημα με στατιστικές μεθόδους, συγκεντρώνουν την προσοχή τους στους τελευταίους δύο-τρείς αίώνες. Μερικοί απ’ αυτούς τεκμαίρουν τον ειρηνόφιλο χαρακτήρα των δημοκρατιών από τη διαπίστωση ότι συνολικά κήρυξαν ή έκαναν πόλεμο πολύ λιγότερες δημοκρατίες παρά διαφορετικά καθεστώτα. Άλλοι όμως σχετικοποιούν την αξία τούτης της διαπίστωσης υπογραμμίζοντας ότι η έννοια του δημοκρατικού καθεστώτος είναι ασαφής και ότι σ’ έναν κόσμο, όπου oι δημοκρατίες αποτελούσαν τη μειοψηφία οι περισσότεροι πόλεμοι αναγκαστικά διεξάγονταν από μη δημοκρατικά καθεστώτα• άρα, λένε, το πρόβλημα μπορεί να λυθεί οριστικά μονάχα μέσα σ’ έναν κόσμο εξ ολοκλήρου δημοκρατικό.

Ώστόσο μάταια θα περιμένει κανείς τόσο πολύ. Θά ήταν λοιπόν προτιμότερο ν’ αναζητήσουμε πειθαναγκαστικές ενδείξεις στην ίσαμε τώρα πολεμική πρακτική κρατών, τα όποία κατά την κρατούσα αντίληψη ήσαν ή είναι δημοκρατικά (ήτοι εφάρμοζαν ή εφαρμόζουν τον κοινοβουλευτισμό, τον χωρισμό τών εξουσιών, την ελεύθερη δημοσιότητα κ.τ.λ.). Μιά ένδειξη του ειρηνόφιλου χαρακτήρα των δημοκρατιών θα ήταν λ.χ. η διαπίστωση ότι οι δημοκρατίες έτσι κι αλλιώς δεν στάθηκαν ποτέ ικανές να διεξαγάγουν πόλεμο με την ίδια συγκέντρωση δυνάμεων και την ίδιαν εμμονή όπως οι δικτατορίες άρα ήδη η δομική τους ακαταλληλότητα πρός διεξαγωγή πολέμου θα έπρεπε να τις προδιαθέσει ειρηνόφιλα, αφού κάθε πολεμική δραστηριότητα θα συνεπαγόταν γι’ αυτές μια δυσάρεστη εσωτερική μεταβολή. Όμως κάτι τέτοιο δεν μαρτυρείται ιστορικά. Η Μεγάλη Βρεταννία π.χ. πέρασε από δύο παγκοσμίους πολέμους χωρίς ν’ αλλάξει στο παραμικρό το πολίτευμα της, και μάλιστα στον δεύτερο, όταν ακριβώς κορυφωνόταν κι από τις δύο πλευρές η πολεμική προσπάθεια, κατάφερε να πετύχει με την οικονομία της υψηλότερο βαθμό πολεμικής κινητοποίησης από την ναζιστική Γερμανία• κάτι ανάλογο μπορεί να λεχθεί γιά τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1914 απέδειξε επί πλέον ότι οι δημοκρατίες μπορούν να παρασυρθούν από τον πολεμικό ενθουσιασμό όχι λιγότερο από τις αυταρχίες (αν δεχθούμε ότι η Γερμανία της εποχής δεν αποτελούσε συνταγματικό κράτος με τη δυτική έννοια). Αντίστροφα, κανείς δεν μπορεί να αποδώσει την πολεμική απροθυμία των Γάλλων το 1940 στο δημοκρατικό πολίτευμα καθ’ εαυτό, όπως έκαμε τότε η ναζιστική προπαγάνδα. Συμπέρασμα: οι δημοκρατίες, ώς δημοκρατίες, είναι σε θέση να διεξαγάγουν πόλεμο με καθολική επιστράτευση των δυνάμεων τους.

Μιά δεύτερη ένδειξη γιά τον ειρηνόφιλο χαρακτήρα των δημοκρατιών, επειδή είναι δημοκρατίες, θά ήταν η διαπίστωση ότι στούς πολέμους τους συμμαχούσαν πάντοτε με άλλες δημοκρατίες, επειδή αυτές ήσαν δημοκρατίες, και πολεμούσαν πάντοτε εναντίον δεσποτειών,επειδή αυτές ήσαν δεσποτείες. Αλλά μιά τέτοια ερμηνεία είναι δυνατή μόνον αν πάρει κανείς στην ονομαστική της αξία την προπαγανδιστική ρητορική περί των αντικειμενικών σκοπών του εκάστοτε πολέμου. Μπορεί κανείς να ισχυρισθεί στα σοβαρά ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιτέθηκαν εναντίον του Μεξικού (με την προσάρτηση τού Τέξας) και κατόπιν εναντίον της Ισπανίας μόνο καί μόνο επειδή οι χώρες αυτές ήσαν «δεσποτικές»; Συμμάχησαν η Αγγλία και η Γαλλία το 1914 με τη Ρωσσία επειδή αυτή ήταν τότε δημοκρατικότερη από τη Γερμανία -ή μήπως είχαν περισσότερο δίκιο οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι εκλογίκευσαν τη συμμετοχή τους στον πόλεμο επικαλούμενοι τον αγώνα κατά της ρωσσικής «δεσποτείας»; Η ανανέωση της συμμαχίας των Δυτικών Δημοκρατιών με τη Ρωσσία στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οφειλόταν άραγε στο γεγονός ότι έν έτει 1941 τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως του Στάλιν ήσαν άνθρωπινότερα από εκείνα του Χίτλερ; Και ποιά μορφή θα έπαιρναν οι συμμαχίες, άν ο Στάλιν είχε π.χ. επικρατήσει στην Ισπανία και αν στή Δύση είχαν επικρατήσει οι κύκλοι που συνιστούσαν μιάν αντικομμουνιστική συμμαχία με τον Χίτλερ; Συμπέρασμα: τα γεωστρατηγικά και οικονομικά κριτήρια παραμένουν αποφασιστικά και όταν οι δημοκρατίες διεξάγουν πόλεμο.

Άν ευσταθεί το διπλό μας συμπέρασμα, τότε ο πόλεμος δέν αποκλείεται έκ των προτέρων σ’ έναν κόσμο αποτελούμενο από κυρίαρχες δημοκρατίες, αν κάποια ανάμεσα τους άσκεί πολιτική που μιά άλλη θα την αίσθανόταν ώς υπαρξιακή άπειλή• ώς πρός το γεγονός μιάς τέτοιας απειλής (όπως και γιά την έννοια του ζωτικού συμφέροντος) θα μπορούσε άλλωστε θαυμάσια να υπάρξει δημοκρατικότατη συναίνεση. Τέτοια συναίνεση υφισταται π.χ. μέσα στις σύμμαχες (εντός τού ΝΑΤΟ) και συνάμα εχθρικές δημοκρατίες Ελλάδα καί Τουρκία. Η αλιευτική διένεξη μεταξύ των επίσης συμμάχων δημοκρατιών Ισπανίας και Καναδά, όπου οι δύο πλευρές θυμήθηκαν πάραυτα τη χρησιμότητα των πολεμικών πλοίων, περιέχει σαφή διδάγματα γιά το μέλλον, εφόσον αυτό θα είχε να αντιμετωπίσει στενότητα πόρων. Η άποψη, πως κατ’ εξαίρεση οι δημοκρατίες δεν θα περιέλθουν ποτέ σε τέτοιες καταστάσεις, είναι απλούστατα παράλογη, πρό παντός αν αναλογισθούμε τη συνάφεια ανάμεσα σε σύγχρονη δημοκρατία και υψηλή κατανάλωση. Και η άποψη, ότι σε τέτοια περίπτωση οι δημοκρατίες θα αντιδράσουν στο εξωτερικό όπως και όταν ρυθμίζουν συναινετικά τις εσωτερικές υποθέσεις τους, προϋποθέτει το λεγόμενο «πρωτείο της εσωτερικής πολιτικής». Όμως αυτό δέν υφίσταται, όπως δεν υφίσταται και κάποιο πρωτείο της εξωτερικής πολιτικής. Υφίστανται μόνον καταστάσεις, στις οποίες θεωρούνται ως αποφασιστικοί τούτοι ή εκείνοι οι παράγοντες ανάλογα με την εκάστοτε δεσμευτική τους ερμηνεία.

Αν τέλος κάποιος άντιπαρατηρούσε ότι οι σύγχρονες δημοκρατίες θα τείνουν από μόνες τους πρός την παγκόσμια δημοκρατία, ήτοι πρός την έξάλειψη των ορίων μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού πολιτικού χώρου και τη διεθνοποίηση των εσωπολιτικών κανόνων – τότε θα μπορούσαμε να θυμηθούμε και πάλι το κείμενο του Kant για την αιώνια ειρήνη. Εννοώ βέβαια εδώ μιά περικοπή που για ευνόητους λόγους ελάχιστα αναφέρεται σήμερα. Όπως πίστεύε ο φιλόσοφος, ακριβώς η «ανάμιξη» και η «συγχώνευση» των λαών θέτει σε κίνδυνο την είρήνη. Αλλά ακόμα και αν οι δημοκρατικοί λαοί παραμείνουν χώρια, σαν καλοί γείτονες, όπως προτιμούσε ο Kant, και πάλι τα πολεμοχαρή επιχειρήματα δέν θα τους λείψουν, αν τυχόν τα χρειαστούν. Κανείς δεν θα αρνείται την αρχή ότι «οι δημοκρατίες δεν πολεμούν μεταξύ τους» – μόνο που θα προσθέτει ότι ο αντίπαλος δεν είναι «γνήσιος δημοκράτης».

[…]

Δύο μόνο χρόνια πριν από την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ένα βιβλίο, που μόλις είχε δημοσιευθεί, τράβηξε την προσοχή του ευρύτερου αναγνωστικού κοινού, έγινε θέμα συζητήσεων της ευρωπαϊκής και της αμερικανικής πολιτικής και οικονομικής ελίτ και μεταφράστηκε αμέσως σε πολλές γλώσσες. Συγγραφέας του ήταν ο βρετανός δημοσιολόγος Norman Angell και τίτλος του The Great Illusion, η μεγάλη ψευδαίσθηση. Θύματα της μεγάλης αυτής ψευδαίσθησης ήσαν, κατά τον Angell, όσοι από πολέμους και κατακτήσεις προσδοκούσαν την αύξηση της ισχύος και της ευημερίας του έθνους τους. Η σημερινή έκταση των διαπλοκών της παγκόσμιας οικονομίας, έλεγε, οι πυκνές και γρήγορες επικοινωνίες, και προπαντός ο διεθνής χαρακτήρας του χρηματοοικονομικού και του πιστωτικού συστήματος είχαν πλέον καταστήσει απαρχαιωμένη την παραδοσιακή πολιτική της ισχύος και μετατρέψει τα μικρά και οικονομικώς εύρωστα έθνη σε ισότιμους συναγωνιστές των μεγάλων.

Μολονότι ο Angell αμφισβητούσε ριζικά τη σημασία της στρατιωτικής ισχύος για την ανάπτυξη της εμπορικής δραστηριότητας και μολονότι κατηγορούσε με την ίδια δριμύτητα τόσο τους βρετανούς όσο και τους γερμανούς υποστηρικτές τέτοιων απόψεων, ωστόσο αποδεχόταν τη χρήση μη οικονομικών μέσων πίεσης με σκοπό την «αποκατάσταση και τήρηση της τάξης» και την προστασία του ελεύθερου εμπορίου. Οπου ήδη υφίσταται η δημόσια τάξη, έγραφε, όπως στις πολιτισμένες χώρες της Ευρώπης, εκεί οι κατακτήσεις περιττεύουν. Από την άλλη μεριά η Γερμανία, λ.χ., θα είχε το δικαίωμα να ακολουθήσει το βρετανικό παράδειγμα στις Ινδίες και να επιβάλει την τάξη στην οθωμανική επικράτεια. Ο Angell δεν εξέταζε τι θα γινόταν σε περίπτωση όπου μια πλευρά θα επεφύλασσε στον εαυτό της τον ρόλο του φύλακα της τάξης σε όλες τις νευραλγικές περιοχές.

Αλλωστε αυτό δεν αποτελούσε ούτε το μόνο κενό ούτε το μόνο σφάλμα της επιχειρηματολογίας του. Από οικονομική άποψη είχε βέβαια δίκιο όταν διαπίστωνε ότι η αποικιακή επέκταση, όπως ασκήθηκε από τον 16ο ως τον 19ο αι., είχε γίνει ασύμφορη λόγω των στρατιωτικών δαπανών και θα έπρεπε να αντικατασταθεί με τον λιγότερο ή περισσότερο άμεσο οικονομικό έλεγχο. Η διαπίστωση όμως τούτη δεν αρκούσε από μόνη της για να αποδείξει τη γενική θέση ότι, σε κοσμοϊστορικό επίπεδο, οι σχέσεις μεταξύ οικονομικής και πολιτικοστρατιωτικής ισχύος είχαν οριστικά αντιστραφεί. Ο Angell παραδεχόταν έμμεσα αυτό το λογικό άλμα όταν δήλωνε ότι δεν επιθυμούσε να ισχυρισθεί την απιθανότητα μεγάλων μελλοντικών πολέμων, αλλά απλώς να αποδείξει ότι ο πόλεμος έγινε άπαξ διά παντός οικονομικά άχρηστος, και μάλιστα επιζήμιος. Αλλά και εδώ η συλλογιστική του δεν ήταν συνεπής. Γιατί σε πολλές περικοπές του βιβλίου του εξέφραζε την πεποίθηση ότι η πρόοδος των παγκόσμιων οικονομικών διαπλοκών θα καθιστούσε αδύνατο τον πόλεμο και θα υποκαθιστούσε τη φυσική βία με τη συνεργασία. Η πρόγνωση αυτή προφανώς αποτελούσε, από λογική και ιστορική άποψη, κάτι διαφορετικό από τη διάγνωση της οικονομικής αχρηστίας των πολέμων. Για να συμπέσει η πρόγνωση με τη διάγνωση θα έπρεπε να αποδειχθεί επιπλέον ότι όλοι οι άνθρωποι σε όλες τις περιπτώσεις δίνουν το προβάδισμα στο οικονομικό όφελος και ταυτόχρονα πιστεύουν ότι η δική τους νίκη σε έναν πόλεμο θα βλάψει και μακροπρόθεσμα τα οικονομικά συμφέροντά τους. Ο πόλεμος, που ξέσπασε όσο ακόμη διαρκούσε η εκδοτική επιτυχία του βιβλίου του Angell, έδειξε ότι κάτι τέτοιο δεν είχε αποδειχθεί.

Παρ’ όλα αυτά το βιβλίο δεν έχασε ούτε την επικαιρότητα ούτε τους οπαδούς του. Οταν πριν από δύο χρόνια στο Βερολίνο ένας αμερικανός δημοσιογράφος διατύπωσε σε μιαν ομιλία παρόμοιες σκέψεις και του υπενθύμισα τον Norman Angell, ομολόγησε πρόθυμα την πηγή της έμπνευσής του. Στην πραγματικότητα οι θέσεις του Angell έγιναν εύκολα δημοφιλείς γιατί σε μιαν εποχή όπου οι διεθνείς οικονομικές διαπλοκές αυξήθηκαν κατά πολύ ως προς τον όγκο και την πυκνότητά τους, φαίνονταν να επιβεβαιώνουν εκ νέου έναν κοινό τόπο του πρώιμου φιλελευθερισμού, ότι δηλαδή το εμπόριο θα υποκαταστήσει τον πόλεμο· έπιαναν έτσι το νήμα μιας μακράς παράδοσης και έπεφταν σε γόνιμο έδαφος. Το ίδιο συμβαίνει και στις μέρες μας. Πάντως γύρω στο 1900 θέσεις σαν και αυτές φαίνονταν ακαταμάχητες, και μάλιστα όχι μόνο σε φιλελεύθερους πολιτικούς αλλά και στους πλείστους ευρωπαϊκούς στρατιωτικούς ή στρατηγικούς σχεδιαστές. Λίγοι γνωρίζουν σήμερα ­ και ακόμη λιγότεροι θέλουν να το γνωρίζουν ­ ότι η σχεδόν αναντίρρητη επικράτηση του επιθετικού στρατιωτικού δόγματος σε όλα τα ευρωπαϊκά Γενικά Επιτελεία προ του 1914 στηριζόταν στη γενική πεποίθηση ότι η οικονομική ζωή είχε γίνει τόσο περίπλοκη και ευαίσθητη, ώστε δεν σηκώνει μακρό πόλεμο, άρα ο πόλεμος πρέπει να διεξαχθεί επιθετικά και να έχει γρήγορη έκβαση. Στη Γερμανία αυτό το είχε πει ήδη ο Moltke, αλλά η έρευνα έχει δείξει ότι και ο στρατηγικός σχεδιασμός του Schlieffen ξεκινούσε από παρόμοιες ιδέες. Σήμερα βέβαια μας φαίνεται εντελώς παράδοξο ότι μπορεί να υπάρχει κάποια συνάφεια ανάμεσα στην παραβίαση της βελγικής ουδετερότητας και σε μιαν φιλελεύθερη ­ οικονομιστική τοποθέτηση, ωστόσο γι’ αυτό φταίνε οι επικρατούσες εύκολες σχηματοποιήσεις. Το αληθινά παράδοξο ­ που βέβαια εξηγείται εκ των υστέρων ­ έγκειται στο ότι οι προσπάθειες όλων των πλευρών να συντομέψουν τον πόλεμο κατέληξαν στην παράτασή του.

Ανάμεσα στο 1900 και στο 1914 το γαλλογερμανικό εμπόριο αυξήθηκε κατά 137% και το ρωσογερμανικό κατά 121%. Το εμπόριο μεταξύ Γερμανίας και Μεγάλης Βρετανίας διπλασιάσθηκε από 60 εκατ. λίρες σε 120 και αποτελούσε το 9% του συνολικού βρετανικού εμπορίου· περισσότερα από τα μισά τοτινά διεθνή καρτέλ παραγωγής ήσαν κοινή γερμανοβρετανική ιδιοκτησία, ένα από αυτά μάλιστα παρήγε εκρηκτικές ύλες (βλ. Β. R. Mitchell, International Historical Statistics. Europe 1750-1988, Ν. Υόρκη 1992). Αν λοιπόν οι οικονομικοί οιωνοί έδειχναν ειρήνη, τότε ο πόλεμος, που παρ’ όλα αυτά έγινε, θα πρέπει να ξεπήδησε από μια λογική διαφορετική από τη λογική της οικονομίας. Η διερεύνηση πολλών ιστορικών παραδειγμάτων δεν μας επιτρέπει τον ισχυρισμό ότι υπάρχει μια πάγια αιτιότητα, δηλαδή ένας νόμος, σε ό,τι αφορά τις σχέσεις εμπορίου και πολέμου. Η θεωρητική γενίκευση δεν μπορεί να προχωρήσει παραπέρα από την απόφανση ότι εδώ υφίστανται παράλληλα δύο διαφορετικές λογικές και δύο διαφορετικά κίνητρα, που μπορεί και να συμπίπτουν ­ όμως η σύμπτωσή τους διόλου δεν είναι υποχρεωτική. Αντίθετα, τόσο η φιλελεύθερη προσδοκία ότι το εμπόριο θα υποκαταστήσει τον πόλεμο όσο και η χυδαιομαρξιστική ερμηνεία του πολέμου με οικονομικές αιτίες προϋποθέτουν και οι δύο σιωπηρά την ύπαρξη εμπειρικά αναπόδεικτων νομοτελειών. Και στις δύο περιπτώσεις η αποδεικτική στηρίζεται σε έναν οικονομιστικό ντετερμινισμό, οπότε η φιλελεύθερη τοποθέτηση, αν εξετασθεί προσεκτικότερα, αποκαλύπτεται ως χυδαίος μαρξισμός με αντεστραμμένα πρόσημα. Γιατί μόνο όποιος πιστεύει ότι τους πολέμους τους προκαλούν αποκλειστικά οι οικονομικοί ανταγωνισμοί, έχει λογικά το δικαίωμα και να δέχεται ότι η οικονομική συνεργασία θα καταργήσει οπωσδήποτε τον πόλεμο. Αλλωστε η τέτοια συνεργασία θα μπορούσε να θεωρηθεί αντίδοτο εναντίον του πολέμου μονάχα αν εγκαινιαζόταν και καλλιεργούνταν με τη ρητή πρόθεση να λειτουργήσει ως εναλλακτική λύση προς τις αιματηρές συγκρούσεις.

Όμως δεν υπάρχουν χειροπιαστές ενδείξεις ότι συμβαίνει αυτό, υπάρχουν μόνο εκλογικεύσεις του πράγματος εκ των υστέρων. Τους ανθρώπους τους ωθούν στην οικονομική συνεργασία απλώς και μόνο οικονομικές βλέψεις και αναγκαιότητες, οι οποίες καθεαυτές δεν συνδέονται με ειρηνικές ή εχθρικές προθέσεις υπό την πολιτική έννοια. Μονάχα η θετική ή αρνητική τροπή της συνεργασίας κάνει πιθανή τη σύνδεση με παρόμοιες προθέσεις, χωρίς όμως και πάλι αυτό να είναι υποχρεωτικό. Στα τέλη του 20ού αι. ο βαθύτερος αντικειμενικός λόγος της αύξουσας παγκόσμιας οικονομικής διαπλοκής είναι ο ίδιος που κράτησε (και ίσως έθεσε) σε κίνηση τη βιομηχανική επανάσταση κατά τον 18ο και 19ο: μια άνευ προηγουμένου και συνεχώς επιτεινόμενη πληθυσμιακή πυκνότητα, αυτή τη φορά όχι σε περιορισμένη ευρωπαϊκή αλλά σε πλανητική κλίμακα. Και ακριβώς επειδή στον 21ο αι. οι παγκόσμιες οικονομικές διαπλοκές θα βρίσκονται κάτω από την πίεση του παραπάνω αντικειμενικού παράγοντα, μάλλον θα οξύνουν παρά θα αμβλύνουν το πρόβλημα της κατανομής.

Μετά το 1989 πολλαπλασιάσθηκαν οι φωνές που αποδίδουν τη σημερινή απιθανότητα μεγάλων πολέμων μεταξύ εθνών στην αύξουσα παγκόσμια διαπλοκή των οικονομιών. Οπως δείχνει το παράδειγμα της εποχής προ του 1914 η συνάφεια αυτή κάθε άλλο παρά υποχρεωτική είναι. Αντίθετα, είναι προφανής ο πολιτικός λόγος που καθιστά προς το παρόν απίθανους τέτοιους πολέμους. Ενα μεγάλο έθνος ανάμεσα στα υπόλοιπα, δηλαδή το αμερικανικό, διαθέτει τέτοια οικονομική και στρατιωτική υπεροχή απέναντι σε όλα τα άλλα, παρμένα χωριστά, ώστε ενάντια στη θέλησή του ούτε ετοιμοπόλεμες συμμαχίες μπορούν να συμπηχθούν ούτε ένα άλλο έθνος μπορεί να ασκήσει αποφασιστικά και ως τα άκρα πολιτική ισχύος. Ενώ η παγκόσμια κατάσταση γύρω στο 1900 χαρακτηριζόταν από την κατά προσέγγιση ισοδυναμία μεταξύ των τότε παγκόσμιων Δυνάμεων, γύρω στο 2000 καθορίζεται από την έμπρακτη ηγεμονία μιας και μόνο Δύναμης. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει πόσο θα διαρκέσει αυτή η συγκυρία και υπό ποιες συνθήκες θα τερματισθεί, εφόσον μάλιστα ο μεταψυχροπολεμικός κόσμος δεν έχει ακόμη σαφή περιγράμματα. Το βέβαιο είναι ότι σήμερα την ειρήνη δεν τη διασφαλίζει η οικονομική συνεργασία πολλών ισότιμων κρατών αλλά η ηγεμονία ενός υπέρτερου.

Οσον αφορά ιδιαίτερα την Ευρώπη, εδώ η στενότερη οικονομική και πολιτική συνεργασία μάλλον προέκυψε επειδή ήταν αδύνατος ένας νέος μεγάλος πόλεμος μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών εθνών παρά το αντίστροφο. Αφ’ ότου η Ευρώπη έχασε την παγκόσμια κυριαρχία, έχασαν και οι ενδοευρωπαϊκοί ανταγωνισμοί την κοσμοϊστορική σημασία τους (όποιος κυριαρχεί στην Ευρώπη δεν κυριαρχεί πια στον κόσμο ολόκληρο) και γι’ αυτό η έντασή τους έπεσε κάθετα, υπό την κηδεμονία μάλιστα των ΗΠΑ. Στην ιμπεριαλιστική εποχή οι ανταγωνισμοί αυτοί όχι μόνο δεν εμπόδιζαν τη γενική ευρωπαϊκή επέκταση αλλά και την επέτειναν, γιατί κάθε ευρωπαϊκή Δύναμη φρόντιζε να μη μείνει πίσω από τις άλλες. Την εποχή της παγκόσμιας κυριαρχίας της Ευρώπης ο πλανήτης συνομαδωνόταν γύρω από τον άξονα των ενδοευρωπαϊκών ανταγωνισμών, ενώ σήμερα τα ευρωπαϊκά έθνη υποχρεώνονται να συνομαδωθούν και να συνασπισθούν εν όψει των πλανητικών ανταγωνισμών. Με άλλα λόγια: ως το 1945 στην Ευρώπη ο πόλεμος ήταν ασθένεια της δύναμης, ενώ μετά το 1945 έγινε απίθανος γιατί την Ευρώπη την πρόσβαλε η ασθένεια της αδυναμίας. Αφού κανένα ευρωπαϊκό έθνος δεν κατέχει την ισχύ και τη βούληση να πραγματοποιήσει υπό τη δική του ηγεμονία μιαν ιστορικά βιώσιμη ευρωπαϊκή ένωση, η τελευταία πρέπει να οικοδομηθεί με ατμομηχανή τη σύμπνοια των δύο ή τριών μεγαλύτερων εθνών. Στον δρόμο προς την ένωση αυτή θα φανεί ακόμη μια φορά πόσο διαφέρει η υπόθεση του εμπορίου από εκείνη του πολέμου και της ειρήνης. Η οικονομική όσμωση δεν θα απολήξει υποχρεωτικά στην πολιτική, προπαντός αν η ιστορικά κουρασμένη Ευρώπη βολευτεί ψυχολογικά με τη σκέψη ότι μπορεί να ζήσει άνετα και υπό αμερικανική ηγεμονία. Και αντίστροφα: παλινδρομήσεις κατά την προσπάθεια στενότερης συνύφανσης των ευρωπαϊκών οικονομιών δεν θα οδηγήσουν οπωσδήποτε σε πόλεμο, με δεδομένη την ευρωπαϊκή ασθένεια της αδυναμίας.

Η διαζευκτική λύση: «ή νομισματική ένωση ή πόλεμος», όπως τη διατυπώνουν μερικοί, μπορεί να είναι παιδαγωγικά σκόπιμη, όμως η ιστορική της αξία είναι ελάχιστη. Οχι μόνο επειδή πρόσφατα ακόμη στην πρώην Γιουγκοσλαβία και στην πρώην Σοβιετική Ενωση αλληλοσπαράχθηκαν λαοί που επί δεκαετίες απόλαυσαν τις ευλογίες του κοινού νομίσματος, αλλά και επειδή δεν ευσταθεί το υπονοούμενο, ότι δηλαδή σήμερα υπάρχουν στην Ευρώπη έθνη με τη βούληση και τη δύναμη να διεξαγάγουν πόλεμο. Το σημερινό δίλημμα της ευρωπαϊκής ηπείρου δεν είναι: «ενότητα ή πόλεμος», όπως προ του 1945, αλλά «ενότητα ή παρακμή». Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα δύο αυτά πράγματα γίνεται βέβαια εμφανής μονάχα όταν δεν συγχέεται σε κανένα επίπεδο η λογική του εμπορίου και η λογική του πολέμου. Ακόμη γενικότερα, πρέπει να λεχθεί ότι οι ενδιαφερόμενοι καλά θα έκαναν να μην εμπιστεύονται την ειρήνη στους δήθεν αυτοματισμούς της οικονομίας, αλλά να αναζητήσουν τις προϋποθέσεις της στις πολιτικές ισορροπίες ισχύος μεταξύ των παγκόσμιων Δυνάμεων.

[…]

Κύκλοι με απτά υλικά συμφέροντα, αλλά και διάφοροι καλόπιστοι, οι οποίοι εξ ιδιοσυγκρασίας ενστερνίζονται τις ελπιδοφόρες προοπτικές, προπαγανδίζουν την άποψη ότι η προϊούσα παγκοσμιοποίηση θα επιφέρει όλο και μεγαλύτερη εξίσωση των συλλογικών συνθηκών ζωής και των συλλογικών σκοπών, δημιουργώντας έτσι κοινά σημεία μεταξύ των ανθρώπων και καθιστώντας περιττές τις αιματηρές συγκρούσεις· γιατί, όπως λέγεται, η παγκοσμιοποίηση θα εξασθενήσει ή ίσως και θα καταργήσει τις υποτιθέμενες αιτίες αυτών των συγκρούσεων, δηλαδή τα έθνη και τα κράτη. Η αντίληψη αυτή αναγορεύθηκε, προπαντός μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, σε αυταπόδεικτη αλήθεια και άρθρο πίστεως, έτσι ώστε δεν διερευνώνται επαρκώς οι προϋποθέσεις της και η λογική συνοχή της.

Ως φορέας της παγκοσμιοποίησης και της εξίσωσης των συνθηκών και των σκοπών (αξιών) δεν θεωρείται βέβαια οποιαδήποτε δραστηριότητα, π.χ. το κήρυγμα της αδελφοσύνης και της αγάπης, αλλά μια δραστηριότητα εντελώς συγκεκριμένη: η διευρυνόμενη και διαπλεκόμενη οικονομία. Μια πρώτη προϋπόθεση της παραπάνω αντίληψης είναι λοιπόν η πίστη στην πρωτοκαθεδρία της οικονομίας ­ και μάλιστα της οικονομίας στην αντίθεσή της προς την πολιτική, η οποία λίγο – πολύ ταυτίζεται με την «πολιτική της ισχύος» και αντιπαρατίθεται προς την υποτιθέμενη εγγενή ειρηνικότητα της οικονομίας. Αυτή όμως η διχοτομία μεταξύ πολιτικής και οικονομίας είναι δυνατή μόνο αν οι δύο αυτοί τομείς οριστούν τόσο στενά (αν δηλαδή η οικονομία περιοριστεί στην τεχνική διαδικασία της παραγωγής και η πολιτική περισταλεί στη διοίκηση και στη διαχείριση), ώστε χάνεται κάθε ουσιαστική σχέση με την κοινωνική πράξη και πραγματικότητα. Από ιστορική και κοινωνιολογική άποψη η διχοτομία είναι επίσης αβάσιμη· αποτελεί μια ιδεολογική κατασκευή και ένα ιδεολογικό όπλο που, καθώς είναι γνωστό, πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον ανερχόμενο αστικό φιλελευθερισμό εναντίον του απολυταρχικού κράτους, ενώ και σήμερα παραμένει προσφιλές επιχείρημα διαφόρων οικονομικών κύκλων, οι οποίοι βέβαια την ίδια στιγμή κάνουν ό,τι μπορούν προκειμένου να επιστρατεύσουν την πολιτική για δικούς τους σκοπούς και διόλου δεν περιφρονούν επικερδείς κρατικές παραγγελίες και πιστώσεις. Κατά τα λοιπά, η ιδεολογική αυτή κατασκευή συνδέθηκε ήδη από τον 17ο αιώνα με την κοσμοϊστορική πρόβλεψη ότι το εμπόριο θα υποκαταστήσει τον πόλεμο. Τι έγινε έκτοτε, το γνωρίζουμε καλά.

Ο γενικός λόγος για τον οποίο πολιτική και οικονομία ­ με την οποιαδήποτε κοινωνικά βαρύνουσα έννοια των όρων ­ παραμένουν αδιαχώριστες είναι προφανής. Η οικονομία και η πολιτική αφορούν εξίσου τις συγκεκριμένες σχέσεις συγκεκριμένων ανθρώπων και κάθε οικονομική αλλαγή προκαλεί μια μετατόπιση του συσχετισμού δυνάμεων προς όφελος ορισμένων ανθρώπων και εις βάρος άλλων. Οι οικονομικοί σκοποί ούτε επιδιώκονται ούτε επιτυγχάνονται μέσα σε ένα κοινωνικό κενό, παρά μετριούνται με κριτήριο την απόδοση των ανταγωνιστών, και ανάλογα αξιολογούνται. Ο,τι όλοι μπορούν να παραγάγουν και ό,τι όλοι μπορούν να απολαύσουν δεν έχει ούτε οικονομική ούτε πολιτική αξία ­ γιατί αξία σημαίνει πάντα: ιδιαίτερη αξία. Γι’ αυτό τα απόλυτα κέρδη, δηλαδή όσα σημαίνουν βελτίωση σε σχέση με την προγενέστερη δική μας κατάσταση, φαίνονται πολύ λιγότερο σημαντικά από τα σχετικά κέρδη, δηλαδή εκείνα που επιτυγχάνονται σε σύγκριση με την τωρινή κατάσταση των ανταγωνιστών μας.

Αν μια πλευρά πιστεύει ότι τα σχετικά της μειονεκτήματα είναι αδύνατο να υπερκαλυφθούν στο προβλεπτό μέλλον με οποιαδήποτε προσπάθεια, τότε είναι αναγκασμένη να επιλέξει ανάμεσα στη συνθηκολόγηση μπροστά στη δύναμη της «αόρατης χειρός» (Α. Smith) και στην πολιτικοποίηση της οικονομικής σύγκρουσης. Γιατί από καταβολής κόσμου υπάρχουν μόνο δύο δυνατότητες για να αποκτήσει κανείς αγαθά: να τα παραγάγει ο ίδιος ή να τα πάρει από όποιον τα παράγει, αδιάφορο αν αυτό το κάνει με το ξίφος ή μέσω εμπορικών ποσοστώσεων. Η έννοια του «ζωτικού συμφέροντος» υπάρχει εξίσου στην οικονομία και στην πολιτική, και μάλιστα θα μπορούσαμε να τη θεωρήσουμε ως τον μεγάλο κοινό τους παρονομαστή.

Η κατάσταση αυτή μπορεί να συγκεφαλαιωθεί ως εξής: η πολιτική διεισδύει στην οικονομία όχι τόσο μέσω των διαδικασιών της παραγωγής και της επικοινωνίας όσο μέσω του προβλήματος της κατανομής. Είναι άκρως χαρακτηριστικό ότι η συζήτηση για την παγκοσμιοποίηση στρέφεται γύρω από διαδικασίες και προτάσεις οι οποίες αφορούν τη διαπλοκή της παγκόσμιας βιομηχανίας και του παγκοσμίου εμπορίου καθώς και την πύκνωση των παγκοσμίων επικοινωνιακών δικτύων ­ το μυστικό μιας παγκόσμια αποδεκτής κατανομής των πόρων και του πλούτου δεν το έχει αποκαλύψει ως σήμερα κανείς. Η ειρήνη όμως μεταξύ πολιτικών μονάδων και ανθρώπων γενικά δεν μπαίνει τόσο σε κίνδυνο λόγω του τρόπου παραγωγής και επικοινωνίας όσο λόγω των όρων και των ανισοτήτων της κατανομής.

Η παγκοσμιοποίηση της παραγωγής και της οικονομίας θα οξύνει το πρόβλημα της κατανομής από δύο απόψεις. Στο εσωτερικό των ανερχομένων οικονομικών δυνάμεων θέτει σε κίνηση διαδικασίες οι οποίες γρηγορότερα μπορούν να πολλαπλασιάσουν παρά να ικανοποιήσουν τις προσδοκίες για σχετικά κέρδη ­ και ως γνωστόν ο μισοχορτασμένος είναι πιο επιθετικός παρά ο μισοπεθαμένος από την πείνα. Ακόμη και η περιορισμένη ικανοποίηση τέτοιων προσδοκιών δημιουργεί πάντως, καθώς πίσω της στέκουν τεράστιες ανθρώπινες μάζες, έναν πλούτο σημαντικό, οπότε το σχετικό μερίδιο των ανεπτυγμένων χωρών στον παγκόσμιο πλούτο μειώνεται συνεχώς. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο αγώνας κατανομής μεταφέρεται και στο εσωτερικό των πλουσίων χωρών, οι οποίες αναγκάζονται να σφίξουν το ζωνάρι (τουλάχιστον ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων) προκειμένου να παραμείνουν ανταγωνιστικές.

Οποιος φαντάζεται ότι αυτό αποτελεί απλώς μια βραχυπρόθεσμη ή μεσοπρόθεσμη αναπροσαρμογή, η οποία οπωσδήποτε θα πετύχει αρκεί να επιδείξουμε κάποια υπομονή και επιδεξιότητα ­ όποιος το φαντάζεται αυτό, ασφαλώς δεν έχει κατανοήσει την έκταση της μεταβολής που επιτελείται σήμερα σε πλανητική κλίμακα. Η βιομηχανικά ανεπτυγμένη «Δύση» συνεχίζει να βλέπει τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης από την άτρομη και παραπλανητική σκοπιά του τμήματος εκείνου του πλανήτη το οποίο ακόμη κατέχει πάνω από τα τρία τέταρτα του παγκοσμίου πλούτου και της παγκόσμιας ενέργειας. Και πρέπει να προσθέσουμε ότι καθοριστική εδώ είναι η αμερικανική θεώρηση των πραγμάτων, η οποία βέβαια, παρά τις ιδεολογικές ομολογίες πίστεως προς την αυτοματική της οικονομίας, στηρίζεται πρωταρχικά στο σημερινό στρατιωτικό και διπλωματικό προβάδισμα των Ηνωμένων Πολιτειών. Οποιος υπερέχει (προς το παρόν) τόσο πολύ έχει τη φυσική τάση να βλέπει την παγκοσμιοποίηση πρώτα – πρώτα ως διεύρυνση του δικού του πεδίου δράσεως και δεν μπορεί ή δεν θέλει να βάλει με τον νου του τις μακροπρόθεσμες συνέπειες της αναστροφής του ρεύματος. Ωστόσο, μέσα στην αυτοπεποίθηση της «Δύσης» έχει ήδη εμφιλοχωρήσει η πρώτη αμφιβολία, αλλά και το πρώτο ρίγος, προπαντός στην Ευρώπη, όπου συνειδητοποιείται όλο και εντονότερα ότι η βαθύτερη αιτία της μόνιμης κρίσης είναι η ένταση του παγκοσμίου ανταγωνισμού και η συνεχής πτώση του ειδικού ευρωπαϊκού βάρους μέσα στην παγκόσμια οικονομία. Οι αμφιβολίες και τα ρίγη θα επιταθούν κάτω από την πίεση εισαγομένων και ενδογενών δημογραφικών και οικολογικών παραγόντων. Τότε τα σύνορα, τα οποία έχει γκρεμίσει στο μεταξύ η παγκοσμιοποίηση, θα ανεγερθούν και πάλι εξαιτίας της όξυνσης των αγώνων κατανομής, μολονότι δεν γνωρίζουμε επακριβώς ποιος και πού θα τα χαράξει αυτή τη φορά.

Η όξυνση τούτη πρέπει να αναμένεται ακόμη περισσότερο επειδή η δεύτερη προϋπόθεση της αντίληψης που αναφέραμε στην αρχή, ότι δηλαδή η εξίσωση των συνθηκών και των σκοπών της ζωής θα αμβλύνει τις συγκρούσεις, απλούστατα είναι εσφαλμένη. Η κοινότητα των σκοπών γεννά φιλία μεταξύ δύο πλευρών όταν ο σκοπός πρόκειται να επιτευχθεί εναντίον ενός τρίτου· σπέρνει όμως την έχθρα όταν η επίτευξη του κοινού σκοπού από μέρους της μιας πλευράς είτε κάνει αδύνατη είτε καθιστά άνευ αξίας την επίτευξή του από μέρους της άλλης. Η φιλία λοιπόν δεν προκύπτει από τον κοινόν σκοπό καθ’ εαυτόν, αλλά από τη συμφωνία δύο πλευρών για το ποια σειρά θα κατέχει η καθεμιά τους κατά την επιδίωξη του κοινού σκοπού και ποια οφέλη θα αντλήσει από την επίτευξή του. Αν στο κρίσιμο αυτό σημείο δεν επιτευχθεί συμφωνία, τότε η σύγκρουση θα οξυνθεί ακριβώς επειδή ο σκοπός είναι κοινός ­ για τον ίδιο λόγο για τον οποίο ο χασάπης δεν εχθρεύεται τον μανάβη απέναντί του παρά τον χασάπη δίπλα του. Κοινότητα σκοπών σημαίνει αγώνα με τους ίδιους πόρους, τις ίδιες αγορές, τους ίδιους χώρους και τα ίδια έπαθλα. Και αν η κοινότητα των σκοπών επεκταθεί και στους σκοπούς της κατανάλωσης, τότε ο Ινδός και ο Κινέζος θα πρέπει να καταναλώσουν τόση ενέργεια και άλλες τόσες πρώτες ύλες όσες ο Βορειοαμερικανός. Ποιες θα είναι οι συνέπειες για τον πλανήτη;

Η εξίσωση συνθηκών και σκοπών ζωής εξαιτίας της παγκοσμιοποίησης θεωρείται και υπό μιαν άλλη έννοια ως πρόδρομος ειρηνικών εξελίξεων. Λέγεται ότι οι ψυχοπνευματικές συνέπειες θα συμβάλουν στην αποδυνάμωση των εθνικών πολιτισμών και επομένως των συγκρούσεων που οφείλονται σε εθνικές και πολιτισμικές αιτίες. Αν η οικουμενική εξίσωση του τρόπου ζωής των ανθρώπων θα διαμορφώσει αναγκαστικά έναν ενιαίο παγκόσμιο πολιτισμό, δεν χρειάζεται να το εξετάσουμε εδώ. Πάντως ο παγκόσμιος αυτός πολιτισμός θα αποτελούσε εγγύηση για την ειρήνη μονάχα αν στο παρελθόν οι αιματηρές συγκρούσεις είχαν γίνει αποκλειστικά μεταξύ εθνικά και πολιτισμικά διαφορετικών συλλογικών υποκειμένων.

Όμως η ιστορία γνώρισε και πάμπολλους εμφυλίους πολέμους, και αυτοί συχνά ήσαν και οι χειρότεροι. Ωστε το μόνο που μπορεί να εγγυηθεί η οικονομική και πολιτισμική παγκοσμιοποίηση είναι η μετατροπή όλων των πολέμων σε εμφυλίους πολέμους.

Οποιος προσδοκά την παγκόσμια ειρήνη από την εξασθένηση ή τη διάλυση των εθνικών κρατών καθ’ εαυτήν λησμονεί ότι οι πόλεμοι είναι φαινόμενο πολύ παλαιότερο από τα εθνικά κράτη. Λησμονεί ότι το εθνικό κράτος διόλου δεν συνιστά το μόνο δυνατό κυρίαρχο πολιτικό υποκείμενο, επομένως η κατάργηση του εθνικού κράτους δεν συνεπάγεται αυτόματα την κατάργηση της έννοιας του κυρίαρχου κράτους και των κυριαρχικών δικαιωμάτων. Και τέλος λησμονεί ότι πολύ χειρότερος από κάθε σύγκρουση μεταξύ οργανωμένων πολιτικών μονάδων μπορεί να είναι ο άμεσος αγώνας ανθρώπου προς άνθρωπο υπό συνθήκες παγκόσμιας ανομίας.

___________________________

Πηγή: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑ

παρατεταμένες καταβάσεις στον Άδη...

κάτι συμβαίνει τώρα στην Υφήλιο
μια αναζήτηση ταυτότητας
ενός τρόπου για να ξεκινήσει πάλι
κι εμείς σε ρυμουλκό, απομεινάρια
που τα ξεφορτώνονται
ή μόνο του πέφτει το καθένα...



http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Αραγμένο στο λιμάνι, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Εουτζένιο Μοντάλε

Φίλοι μου, μην πιστεύετε στα έτη φωτός

Φίλοι μου, μην πιστεύετε στα έτη φωτός
στον καμπύλο ή επίπεδο χωροχρόνο.
Η αλήθεια βρίσκεται μες στα χέρια μας
αλλά είναι άπιαστη και ξεγλιστρά σαν χέλι.
Ούτε και οι νεκροί θέλησαν ποτέ να την συλλάβουν
για να μην ξανά-ξεπέσουν ανάμεσα στους ζωντανούς, εκεί
όπου όλα είναι δύσκολα, όλα είναι ανώφελα.

Στη χαραυγή

Ο συγγραφέας εικάζει (και ούτε λόγος για
τον ποιητή)
ότι μετά θάνατον τα έργα του
τον καθιστούν αθάνατο.
Η προοπτική δεν είναι παράδοξη,
σας την παραθέτω για ό,τι αξίζει.
Δεν συλλογιέμαι κάτι ανάλογο για τον συκοφάγο
που τσιμπολογά το πρωινό του πέρα στους αγρούς.
Εκείνος είναι σίγουρος για τη ζωή· ο φιλόσοφος
του ισογείου αντιθέτως
έχει τις αμφιβολίες του. Το σύμπαν
πορεύεται χωρίς το καθετί, ακόμη και χωρίς τον εαυτό του.

Μονόλογος

Δεν ξεπροβάλλω πια
στο παραπέτο,
για να δω αν φθάνει η άμαξα με τ’ άλογα
που φέρνει τους μαθητές από τους Βαρναβίτες.
Εξάλλου μακρά διαστήματα ζωής
μοιάζουν να ακυρώθηκαν
ανόητος μου φαίνεται εκείνος που πιστεύει
ότι δεν πάσχει από παύσεις η ζωή
δεν πρόκειται για θάνατο και για νεκραναστάσεις
αλλά για παρατεταμένες καταβάσεις στον Άδη
όπου αναβράζει ό,τι δεν έφθασε ως το σημείο ρήξης
αυτό όμως θα σήμαινε το θάνατο που απεχθανόμαστε
κι έτσι ευαρεστούμαστε με μιαν αναμπουμπούλα
που μοιάζει με μακρινή βροντή,
κάτι συμβαίνει τώρα στην Υφήλιο
μια αναζήτηση ταυτότητας
ενός τρόπου για να ξεκινήσει πάλι
κι εμείς σε ρυμουλκό, απομεινάρια
που τα ξεφορτώνονται
ή μόνο του πέφτει το καθένα.


(Μετ. Ευαγγελία Πολύμου)

Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

το νερό των θαλασσών...

σαν σκοτεινό κορίτσι,
που τον άνεμο σπάει
πουλώντας το νερό των θαλασσών...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Λιμάνι, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα
Η μπαλάντα του νερού της θάλασσας       

Η θάλασσα χαμογελάει
με στόμα από αφρό
και χείλια απ’ ουρανό,
σαν σκοτεινό κορίτσι,
που τον άνεμο σπάει
πουλώντας το νερό των θαλασσών

Η θάλασσα χαμογελάει
έχει στόμα από αφρό
και μάτια ουρανό
σαν μητέρα που ένα δάκρυ σκορπάει
και πικραίνει το νερό των θαλασσών

Τι μας φέρνεις αγόρι..;
Τι κυλάει στο αίμα σου ..;
Σας φέρνω το νερό των θαλασσών...

Τι φταίει μητέρα για τα μεγάλα σου δάκρυα..;
Κλαίω το νερό των θαλασσών

Πως γεννιέται η μεγάλη σου πίκρα..;
Κύριε, πικραίνει το νερό των θαλασσών

Πουλάω το νερό των θαλασσών
Πουλάω το νερό των θαλασσών
Η θάλασσα χαμογελάει...
Πουλάω το νερό των θαλασσών

Το τραγούδι του δρόμου
Μετ. Νίκος Γκάτσος
       
Σε πεύκο ανέβηκα μεγάλο
να δω πού πήγε τ’ όνειρό μου
μα εγώ δεν είδα τίποτα άλλο
από τον κουρνιαχτό του δρόμου.

Σαν πας στη στράτα στράτα
τον πόλεμο παράτα
γιατί ο καιρός ανοίγει
κι αρχίζει το κυνήγι.

Στου κάστρου την παλιά τη βρύση
σκοτώσαν ένα περιστέρι
πες μου ποιο μάτι θα δακρύσει
και ποιο θα το ζεστάνει χέρι.

Σαν πας στη στράτα στράτα
τον πόλεμο παράτα
γιατί ο καιρός ανοίγει
κι αρχίζει το κυνήγι.

Φύγε απ’ το δρόμο περιστέρι
γιατί θα βγω κι εγώ κυνήγι
κι αν αστοχήσει μου το χέρι
θα 'ν' η ζωή σου τόσο λίγη.

Σαν πας στη στράτα στράτα
τον πόλεμο παράτα
γιατί ο καιρός ανοίγει
κι αρχίζει το κυνήγι.

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Ηλία Καζάν στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας

Θρίαμβος του Ηλία Καζάν στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας!
Τρεις μέρες παράταση πήρε το αφιέρωμα στις ταινίες του σκηνοθέτη...


http://yannisstavrou.blogspot.com

Είναι πολύ ευχάριστο το γεγονός ότι το αφιέρωμα στον κινηματογράφο του Ηλία Καζάν που πραγματοποιείται αυτές τις μέρες στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας, πήγε τόσο καλά που το Δ.Σ. της Ταινιοθήκης αποφάσισε παράτασή του με επαναληπτικές προβολές. Συγκεκριμένα, ενώ το αφιέρωμα «Αναφορά στον Ηλία Καζάν» που άρχισε την περασμένη Πέμπτη 9 Οκτωβρίου θα ολοκληρωνόταν την Κυριακή 19 του μηνός, επεκτάθηκε για τρεις ακόμα ημέρες, μέχρι την Τετάρτη 22 του μηνός.

Οι υπεύθυνοι της Ταινιοθήκης αναφέρονται σε sold out παραστάσεις, ενώ το περασμένο Σαββατοκύριακο η προσέλευση του κοινού ήταν τόσο μεγάλη που τελικά δεν χώρεσαν όλοι. Εξίσου σημαντικό δε είναι το γεγονός ότι το αφιέρωμα ελκύει κοινό όλων των ηλικιών όπως ανέφερε στο Βήμα θεατής που βρέθηκε στην Ταινιοθήκη το περασμένο Σαββατοκύριακο. «Ηταν σχεδόν αδύνατον να μπεις στην αίθουσα αν δεν είχες κλείσει από πριν θέση»

Οι ταινίες που θα προβληθούν στις τρεις μέρες που το αφιέρωμα επεκτείνεται είναι οι «Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν» (1945), «Μπούμερανγκ!» (1947), «Το λιμάνι της αγωνίας» (1954), «Συμφωνία Κυρίων» (1947), «Ανατολικά της Εδέμ» (1955) και «Πυρετός στο αίμα» (1961).

Αμέρικα, Αμέρικα - Ένα αριστούργημα..!



Ακολουθεί το πρόγραμμα των προβολών από την Πέμπτη 16 Οκτωβρίου, μέχρι την Τετάρτη 22 Οκτωβρίου:

Πέμπτη 16/10/14
20.00 Πανικός στους δρόμους / Panic in the Streets (1950, 96')
         Προλογίζει ο Γιώργος Κρασσακόπουλος, κριτικός κινημ/φου
22.00 Άνθρωπος σε τεντωμένο σκοινί / Man on a Tightrope (1953, 105')

Παρασκευή 17/10/14
19.30 Λεωφορείον ο Πόθος / A Street Car Named Desire (1951, 122')
22.00 Συμφωνία Κυρίων / Gentleman's Agreement (1947 , 118΄)
          Προλογίζει η Ελευθερία Δημητρομανωλάκη, συγγραφέας, θεωρητικός κινημ/φου-λογοτεχνίας

Σάββατο 18/10/14
18.30 Αμέρικα, Αμέρικα / America America (1963, 174')
22.00 Μια μορφή μέσα στο πλήθος / A Face in the Crowd (1957, 126' )
          Προλογίζει ο Άρης Χατζηστεφάνου, δημοσιογράφος

Κυριακή 19/10/14
19.45 Ο συμβιβασμός / The Arrangement (1969, 125')
          Προλογίζει o Επαμεινώνδας Θεοδωρίδης, ψυχίατρος-ψυχαναλυτής
22.00 Λάσπη στ' αστέρια / Wild River (1960, 109') (Ε)

Δευτέρα 20/10/14   [ΠΑΡΑΤΑΣΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ]
19.30 Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν / A Tree Grows To Brooklyn
             (1945 129')
22.00 Μπούμερανγκ! / Boomerang! (1947, 88')

Τρίτη 21/10/14    [ΠΑΡΑΤΑΣΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ]
19.30 Το λιμάνι της αγωνίας / On the Waterfront (1954, 108') 
21.30 Συμφωνία Κυρίων / Gentleman's Agreement (1947, 118΄)

Τετάρτη 22/10/14    [ΠΑΡΑΤΑΣΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ]
19.30 Ανατολικά της Εδέμ / East of Eden (1955, 115' )
21.30 Πυρετός στο αίμα / Splendor in the Grass (1961, 124')

Εισιτήρια / Κάρτες διαρκείας για το αφιέρωμα «Αναφορά στον Ηλία Καζάν»

Τιμή εισόδου 5 € ανά προβολή.

Κάρτα διαρκείας για όλο το αφιέρωμα: 35 €

Κάρτα διαρκείας μειωμένη* για όλο το αφιέρωμα: 15 €
_____________________________

Πηγή: ΒΗΜΑ 14-10-14

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Ο Π. Κονδύλης για την ελληνική κοινωνία

Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού όλων των κοινωνικών στρωμάτων έχει εν τω μεταξύ συνυφάνει, κατά τρόπους κλασσικά απλούς ή απείρως ευρηματικούς, την ύπαρξη και τις απασχολήσεις της με τη νοοτροπία και με την πρακτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και του κοινωνικού παρασιτισμού.

Οι πρωταρχικοί λόγοι, πού έθεσαν σε κίνηση τη διαδικασία της εθνικής εκποίησης και της συναφούς πολιτικής αποδυνάμωσης της Ελλάδας σε διεθνές επίπεδο, είναι ενδογενείς και ανάγονται στη λειτουργία του πολιτικού της συστήματος και στη συμπεριφορά όλων των υποκειμενικών του παραγόντων. Με άλλα λόγια: το ελληνικό κοινωνικό και πολιτικό σώμα στο σύνολο του επωφελήθηκε από τη μεταπολεμική πρωτοφανή ανάπτυξη της διεθνούς οικονομίας και άντλησε βραχυπρόθεσμα ωφελήματα απ’ αυτή με αντάλλαγμα τον μακροπρόθεσμο υποβιβασμό της Ελλάδας στην κλίμακα του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας και συνάμα τη γενική εθνική της υποβάθμιση. Αυτό έγινε με τη μορφή ενός σιωπηρού, αλλά διαρκούς και κατά μέγα μέρος συνειδητού και επαίσχυντου κοινωνικού συμβολαίου, στο πλαίσιο του οποίου η εκάστοτε πολιτική ηγεσία — «δεξιά», «φιλελεύθερη» ή «σοσιαλιστική», κοινοβουλευτική ή δικτατορική: στο κρίσιμο τούτο σημείο οι αποκλίσεις υπήρξαν ελάχιστες — ανέλαβε τη λειτουργία να ενισχύει γρήγορα και παρασιτικά τις καταναλωτικές δυνατότητες του «λαού» με αντίτιμο την πολιτική του εύνοια ή ανοχή.


Παναγιώτης Κονδύλης

τον μοναδικό, αυτόν τον πάντα μόνο...

Ο παράδεισος και η κόλαση μου φαίνονται δυσανάλογοι. Οι πράξεις των ανθρώπων δεν αξίζουν τόσο...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καφές και βιβλία, λάδι σε καμβά


Κάθε ζωή διαμορφώνεται από μια μοναδική στιγμή, τη στιγμή που ο άνθρωπος συνειδητοποιεί, μια για πάντα, ποιος είναι.

Στη Βίβλο υπάρχουν εικόνες, μύθοι, μια θρησκεία, μόνο πού δεν υπάρχει σκέψη, στοχασμός. Είναι οι Έλληνες πού πρώτοι άρχισαν πραγματικά να στοχάζονται, οι πρώτοι πού δημιούργησαν ένα εξελιγμένο αστικό πολιτισμό.

Ο παράδεισος και η κόλαση μου φαίνονται δυσανάλογοι. Οι πράξεις των ανθρώπων δεν αξίζουν τόσο.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Εσύ

Μονάχα ένας άνθρωπος γεννήθηκε, μονάχα ένας άνθρωπος πέθανε σ’ ολόκληρη τη γη.
Υποστηρίζοντας το αντίθετο, κάνεις απλώς στατιστική, μια ανέφικτη προέκταση.
Ανέφικτη, σα να εξισώνεις τη μυρουδιά της βροχής με το χτεσινοβραδινό σου όνειρο.
Ο άνθρωπος αυτός είναι ο Οδυσσέας, ο Άβελ., ο Κάιν, ο πρώτος άνθρωπος που ταξινόμησε τους αστερισμούς, κείνος που ύψωσε την πρώτη πυραμίδα, αυτός που έγραψε τα εξάστιχα του βιβλίου των Αλλαγών, ο σιδεράς που χάραξε τα ρουνικά στο σπαθί του Χένγκιστ, ο τοξότης Ειναρ Ταμπάρσκελβερ, ο Λουίς δε Λεόν, ο βιβλιοπώλης που γέννησε τον Σάμιουελ Τζόνσον, ο κηπουρός του Βολταίρου, ο Δαρβίνος στην πλώρη του Beagle, ένας Εβραίος στο θάλαμο αερίων και, με τον καιρό, εσύ και εγώ.
Μονάχα ένας άνθρωπος πέθανε στην Τροία, στον Μέταυρο , στο Χέηστινγκς, στο Άούστερλιτς, στο Τραφάλγκαρ, στο Γκέτττισμπεργκ.
Μονάχα ένας άνθρωπος πέθανε στα νοσοκομεία, στα καράβια, σ’ αβάσταχτη ερημιά ή στην κρεβατοκάμαρα της ρουτίνας και των ερώτων .
Μονάχα ένας άνθρωπος κοίταξε την απέραντη αυγή.
Μονάχα ένας άνθρωπος αισθάνθηκε στον ουρανίσκο του τη δροσεράδα του νερού, τη γεύση των καρπών και της σάρκας.
Μιλάω για τον έναν, τον μοναδικό, αυτόν τον πάντα μόνο.

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

70 χρόνια από την απελευθέρωση της Αθήνας

Tο τέλος της γερμανικής κατοχής που διήρκεσε 1.625 μέρες...

Οι Γερμανοί άρχισαν να αποχωρούν σταδιακά από την Αθήνα από το βράδυ της 11ης Οκτωβρίου. Το τέλος της γερμανικής κατοχής σήμανε και ουσιαστικά με την υποστολή της ναζιστικής σημαίας από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης από έναν γερμανό στρατιώτη στις 09:15 το πρωί...

Για να θυμόμαστε...

Το εξαίρετο σατιρικό και άκρως επίκαιρο φιλμ "Οι Γερμανοί ξανάρχονται"
Σενάριο - Σκηνοθεσία:  Αλέκος Σακελάριος
Οπερατέρ: ο σπουδαίος Ζοζέφ Χεπ
Χρονολογία: 1948
Απολαύστε το...

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014

ΕΜΙΛ ΣΙΟΡΑΝ: ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΤΡΩΓΛΟΔΥΤΕΣ

Η ιδέα της προόδου μας κάνει κούφους ανθρώπους στις κορυφές του χρόνου· αλλά αυτές οι κορυφές δεν υπάρχουν: ο τρωγλοδύτης που έτρεμε από φόβο μέσα στις σπηλιές, τρέμει ακόμα μέσα στον ουρανοξύστη.
Εμίλ Σιοράν

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Οι αξίες δεν συσσωρεύονται: κάθε γενιά κομίζει κάτι νέο ποδοπατώντας ό,τι μοναδικό είχε η προηγούμενη γενιά. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για τη διαδοχή των εποχών: η Αναγέννηση δεν κατάφερε να "σώσει" τη βαθύτητα, τις χίμαιρες, τον ιδιάζοντα πρωτογονισμό του Μεσαίωνα· ο Διαφωτισμός με τη σειρά του, κράτησε από την Αναγέννηση μόνο το νόημα της καθολικότητας, χωρίς την περιπάθεια που χαρακτήριζε την φυσιογωμία της. Η σύγχρονη αυταπάτη βύθισε τον άνθρωπο στις συγκοπές του γίγνεσθαι: μέσα σε αυτό έχασε τα βάθρα της αιωνιότητας, την "υπόστασή" του. Κάθε κατάκτηση - πνευματική ή πολιτική - συνεπάγεται μιαν απώλεια· κάθε κατάκτηση είναι μια κατάφαση...θανάσιμη. Στην περιοχή της τέχνης - τη μόνη όπου μπορούμε να μιλήσουμε για ζωή του πνεύματος - ένα "ιδεώδες" εγκαθιδρύεται μόνο στα ερείπια εκείνου που προηγήθηκε: κάθε αληθινός καλλιτέχνης προδίδει τους προκατόχους του...Δεν υπάρχει ανωτερότητα μέσα στην ιστορία: δημοκρατία - μοναρχία· ρομαντισμός - κλασικισμός· φιλελευθερισμός - παρεμβατισμός· φυσιοκρατία - αφηρημένη τέχνη· ανορθολογισμός - νοησιαρχία· οι θεσμοί καταξιώνονται όπως τα ρεύματα του πνεύματος και του συναισθήματος. Μια πνευματική μορφή δεν θα μπορούσε να επωμισθεί μιαν άλλη· είμαστε κάτι αποκλείοντας κάτι άλλο: κανείς δεν μπορεί να συμφιλιώσει την τάξη με την αταξία, την αφαίρεση με την αμεσότητα, τη ορμή με το μοιραίο. Οι εποχές σύνθεσης δεν είναι δημιουργικές: συμπυκνώνουν την θέρμη των άλλων, συμπύκνωση συγκεχυμένη, χαοτική - μια κάθε εκλεκτισμός είναι μια ένδειξη τέλος.

Κάθε βήμα προς τα μπρος το διαδέχεται ένα βήμα προς τα πίσω: είναι το άκαρπο σπαρτάρισμα της ιστορίας - στάσιμο...γίγνεσθαι...Το γεγονός ότι ο άνθρωπος αφήνεται στη βασκανία της Προόδου, - γελοιοποιεί τις αξιώσεις του για λεπτότητα. Πρόοδος; - ίσως τη βρίσκουμε στην υγιεινή...Αλλά αλλού; Στις επιστημονικές ανακαλύψεις; Είναι ένα σύνολο ολέθριων θριάμβων...Ποιός καλόπιστος άνθρωπος θα μπορούσε να διαλέξει ανάμεσα στη λίθινη εποχή και τη σημερινή εποχή των υπερσύγχρονων εργαλείων; όντας και στις δυο εποχές πολύ κοντά στον πίθηκο, ανεβαίνουμε στα σύννεφα με τα ίδια κίνητρα που σκαρφαλώνουμε στα δέντρα: τα μέσα της περιέργειας μας - άσχετα με το αν είναι αθώα ή εγκληματικά - είναι τα μόνα που άλλαξαν και με μασκαρεμένα αντανακλαστικά είμαστε πιο ποικιλότροπα άπληστοι. Το να δεχτούμε ή να απορρίψουμε μια περίοδο είναι απλή ιδιοτροπία: πρέπει να δεχτούμε ή να απορρίψοπυμε σύνολη την ιστορία. Η ιδέα της προόδου μας κάνει κούφους ανθρώπους στις κορυφές του χρόνου· αλλά αυτές οι κορυφές δεν υπάρχουν: ο τρωγλοδύτης που έτρεμε από φόβο μέσα στις σπηλιές, τρέμει ακόμα μέσα στον ουρανοξύστη. Η πρωτεύουσα της δυστυχίας μας διατηρείται άθιχτη στο πέρασμα των εποχών· εντούτοις έχουμε ένα προνόμιο απέναντι στους προγόνους μας: ότι έχουμε τοποθετήσει καλύτερα αυτή την πρωτεύουσα, αφού έχουμε οργανώσει καλύτερα τον όλεθρο μας.

Εμίλ Σιοράν
Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού
Μετ. Κωστής Παπαγιώργης, Εκδ. Εξάντας

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες...

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Είναι ο καπνός σου πλόκαμος της ειμαρμένης
Που ξετυλίγεται μέσ’ στην αιθρία κι ανεβαίνει...



http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καράβι, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Aνδρέας Εμπειρίκος
Στροφές στροφάλων    

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες
Διότι βαρέθηκες τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων
Εσύ που αγάπησες τις μακρινές σποράδες
Εσύ που σήκωσες τα πιο ψηλά μπαϊράκια
Εσύ που πλέχεις ξέθαρρα στις πιο επικίνδυνες σπηλιάδες
Χαίρε που αφέθηκες να γοητευθής απ’ τις σειρήνες
Χαίρε που δεν φοβήθηκες ποτέ τις συμπληγάδες.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Στο σέλας της θαλάσσης με τους γλάρους
Κ’ είμαι σε μια καμπίνα σου όπως εσύ μέσ’ στην καρδιά μου.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Οι αύρες μάς εγνώρισαν και λύνουν τα μαλλιά τους
Προστρέχουν κι αυτές και πλαταγίζουν οι πτυχές τους
Λευκές οι μεν και πορφυρές οι δε
Πτυχές κτυποκαρδιών πτυχές χαράς
Των μελλονύμφων και των παντρεμένων.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Φωνές εδώ και φάλαινες στο πέρασμά σου πάρα κάτω
Από τα ύφαλά σου αντλούνε τα παιδιά την μακαριότητα
Από το πρόσωπό σου την ομοιότητα με σένα
Και μοιάζεις με αυτούς που εσύ κ’ εγώ γνωρίζουμε
Αφού γνωρίζουμε τι θα πη φάλαινα
Και πώς ιχνηλατούν οι αλιείς τα ψάρια.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Φυγομαχούν όσοι κρυφά σε μυκτηρίζουν
Όσοι πουλούν τα δίχτυα σου και τρώνε λίπος
Ενώ διασχίζεις τις θαλάσσιες πραιρίες
Και φθάνεις στα λιμάνια με τα πούπουλα
Και τα κοσμήματα της όμορφης γοργόνας
Πούχει στο στήθος της ακόμη τα φιλιά σου.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Είναι ο καπνός σου πλόκαμος της ειμαρμένης
Που ξετυλίγεται μέσ’ στην αιθρία κι ανεβαίνει
Σαν μαύρη κόμη ηδυπαθούς παρθένας ουρανίας
Σαν λυρική κραυγή του μουεζίνη
Όταν αστράφτει η πλώρη σου στο κύμα
Όπως ο λόγος του Αλλάχ στα χείλη του Προφήτη
Κι όπως στο χέρι του η στιλπνή κι αλάνθαστή του σπάθα.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Στις τροχιές των βαθυπτύχων οργωμάτων
Που λάμπουν στο κατόπι σου σαν τροχιές θριάμβου
Αύλακες διακορεύσεως χνάρια ηδονής που ασπαίρουν
Μέσ’ στο λιοπύρι και στο φως ή κάτω από τ’ αστέρια
Όταν οι στρόφαλοι γυρνούν πιο γρήγορα και σπέρνεις
Αφρό δεξιά κι αφρό ζερβά στο ρίγος των υδάτων.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Θαρρώ πως τα ταξείδια μας συμπίπτουν
Νομίζω πως σου μοιάζω και μου μοιάζεις
Οι κύκλοι μας ανήκουνε στην οικουμένη
Πρόγονοι εμείς των γενεών που εκκολάπτονται ακόμη
Πλέχουμε προχωρούμε δίχως τύψεις
Κλωστήρια κ’ εργοστάσια εμείς
Πεδιάδες και πελάγη κ’ εντευκτήρια
Όπου συνέρχονται με τις νεάνιδες τα παλληκάρια
Κ’ έπειτα γράφουνε στον ουρανό τις λέξεις
Άρμαλα Πόρανα και Βέλμα.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Ανθούνε πάντα στην καρδιά μας οι μηλιές
Με τους γλυκείς χυμούς και την σκιά
Εις την οποίαν έρχονται το μεσημέρι τα κορίτσια
Για να γευθούν τον έρωτα μαζύ μας
Και για να δουν κατόπι τα λιμάνια
Με τα ψηλά καμπαναριά και με τους πύργους
Όπου ανεβαίνουν κάποτε για να στεγνώσουν
Οι στεριανές κοπέλλες τα μαλλιά τους.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Αχούν οι φόρμιγγες της άπλετης χαράς μας
Με τα σφυρίγματα του ανέμου πρύμα-πλώρα
Με τα πουλιά στα σύρματα των καταρτιών
Με την ηχώ των αναμνήσεων σαν κιανοκιάλια
Που τα κρατώ στα μάτια μου και βλέπω
Να πλησιάζουν τα νησιά και τα πελάγη
Να φεύγουν τα δελφίνια και τα ορτύκια
Κυνηγητές εμείς της γοητείας των ονείρων
Του προορισμού που πάει και πάει μα δεν στέκει
Όπως δεν στέκουν τα χαράματα
Όπως δεν στέκουν και τα ρίγη
Όπως δεν στέκουν και τα κύματα
Όπως δεν στέκουν κ’ οι αφροί των βαποριών
Μήτε και τα τραγούδια μας για τις γυναίκες που αγαπάμε.

(Ενδοχώρα, Εκδ. Ίκαρος )