Όσα μ' αγάπησαν μόνο θάρθουν να με χαιρετίσουν
και χλωμά θα με φιλάνε σαν αχτίδες φεγγαριού...
Γιάννης Σταύρου, Ανατολή Σελήνης, λάδι σε καμβά
Μαρία Πολυδούρη
Σαν πεθάνω
Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη,
όταν αντικρύ θανοίγη μέσ' στη γάστρα μου δειλά
ένα ρόδο – μια ζωούλα. Και θα μου κλειστούν τα χείλη
και θα μου κλειστούν τα μάτια μοναχά τους σιωπηλά.
Θα πεθάνω μιαν αυγούλα θλιβερή σαν την ζωή μου,
που η δροσιά της, κόμποι δάκρι θα κυλάη πονετικό
στο άγιο χώμα που με ρόδα θα στολίζη τη γιορτή μου,
στο άγιο χώμα που θα μου είνε κρεβατάκι νεκρικό.
Όσα αγάπησα στα χρόνια της ζωής μου θα σκορπίσουν
και θαφανιστούν μακριά μου, σύννεφα καλοκαιριού.
Όσα μ' αγάπησαν μόνο θάρθουν να με χαιρετίσουν
και χλωμά θα με φιλάνε σαν αχτίδες φεγγαριού.
Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη.
Η στερνή πνοή μου θάρθη να στο πη και τότε πια,
όση σου απομένει αγάπη, θάναι σα θαμπό καντύλι
- φτωχή θύμηση στου τάφου μου την απολησμονιά.
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...
Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολυδούρη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολυδούρη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 9 Αυγούστου 2017
Δευτέρα 3 Ιουλίου 2017
Ζωή πως με παράδωσες...
Τα φάσματα των πόθων μου λουλούδια να σας δρέψω
Και να δεχτώ σα μιαν αυγή την τελευταία βραδιά...
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα της νύχτας, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Μαρία Πολυδούρη
Προδοσία
Ζωή πως με παράδωσες μ' ένα φιλί στους δήμιους...
Οι δήμιοι σου, καλόγνωμοι, θάνατο δεν προστάζουν.
Είναι κι' αυτοί απ' τους τίμιους σου και τους ευγενικούς!
Χαμόγελο τα χείλη τους και γλυκό λόγο στάζουν
Κ' έχουν κι' αγάπη και σκοπούς ωραίους και ιπποτικούς...
Ω, εμένα το αίμα μου έλειψεν απ' τη φριχτή αγωνία
Στον ξέσαρκό μου τράχηλο να σέρνεται η θηλιά
Και να μη σφίγγει. Ω, ευγενική των δημίων μου μανία
Έχω μέσα στα στήθη μου σπασμένη την καρδιά...
Έχω σπασμένη την καρδιά. Μ' έχει η ζωή προδώσει
Και μου ζητάνε να γελάσω αθώα και τρυφερά
Και να 'ναι μες στα μάτια μου χαρά και λάμψη τόση
Που να γενεί στα ευγενικά σας όνειρα φτερά...
Εγώ πρέπει απ' τη λίγη μου σταγόνα να σας θρέψω
Του αίματος, που φαρμάκωσε κι' αυτή μες στην καρδιά
Τα φάσματα των πόθων μου λουλούδια να σας δρέψω
Και να δεχτώ σα μιαν αυγή την τελευταία βραδιά...
Κι' αν η σπασμένη μου καρδιά τρίξει στο σαρκασμό μου
Κι' αν αντί δάκρυ στάξουνε τα μάτια μου φωτιά
Θα μου ραβδίσετε το χυδαίο κι' άπρεπο στοχασμό μου
Ευγενικά στυλώνοντας την βλοσυρή ματιά...
Όμως η βαριά μοίρα μου δεν είναι ο θάνατός μου
Μες στην καρδιά βόσκουνε πληγές από φωτιά
Ποιος από σας, ανύποπτα, τίμιος θα γίνει εχθρός μου
Στον ξέσαρκό μου τράχηλο να σφίξη τη θηλιά!
Και να δεχτώ σα μιαν αυγή την τελευταία βραδιά...
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα της νύχτας, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Μαρία Πολυδούρη
Προδοσία
Ζωή πως με παράδωσες μ' ένα φιλί στους δήμιους...
Οι δήμιοι σου, καλόγνωμοι, θάνατο δεν προστάζουν.
Είναι κι' αυτοί απ' τους τίμιους σου και τους ευγενικούς!
Χαμόγελο τα χείλη τους και γλυκό λόγο στάζουν
Κ' έχουν κι' αγάπη και σκοπούς ωραίους και ιπποτικούς...
Ω, εμένα το αίμα μου έλειψεν απ' τη φριχτή αγωνία
Στον ξέσαρκό μου τράχηλο να σέρνεται η θηλιά
Και να μη σφίγγει. Ω, ευγενική των δημίων μου μανία
Έχω μέσα στα στήθη μου σπασμένη την καρδιά...
Έχω σπασμένη την καρδιά. Μ' έχει η ζωή προδώσει
Και μου ζητάνε να γελάσω αθώα και τρυφερά
Και να 'ναι μες στα μάτια μου χαρά και λάμψη τόση
Που να γενεί στα ευγενικά σας όνειρα φτερά...
Εγώ πρέπει απ' τη λίγη μου σταγόνα να σας θρέψω
Του αίματος, που φαρμάκωσε κι' αυτή μες στην καρδιά
Τα φάσματα των πόθων μου λουλούδια να σας δρέψω
Και να δεχτώ σα μιαν αυγή την τελευταία βραδιά...
Κι' αν η σπασμένη μου καρδιά τρίξει στο σαρκασμό μου
Κι' αν αντί δάκρυ στάξουνε τα μάτια μου φωτιά
Θα μου ραβδίσετε το χυδαίο κι' άπρεπο στοχασμό μου
Ευγενικά στυλώνοντας την βλοσυρή ματιά...
Όμως η βαριά μοίρα μου δεν είναι ο θάνατός μου
Μες στην καρδιά βόσκουνε πληγές από φωτιά
Ποιος από σας, ανύποπτα, τίμιος θα γίνει εχθρός μου
Στον ξέσαρκό μου τράχηλο να σφίξη τη θηλιά!
Κυριακή 23 Απριλίου 2017
σα φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι...
Ήταν ωραίος παράξενα, σαν κείνους
που ο θάνατος τους έχει ξεχωρίσει.
Δινόταν στους φριχτότερους κινδύνους
σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει...
Γιάννης Σταύρου, Βιβλίο και τριαντάφυλλα, λάδι σε καμβά
Πολυδούρη Mαρία
Σ’ έναν νέο που αυτοκτόνησε
Aυτόν τον κατεδίωκε ένα πνεύμα
στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωής του.
Oι ασχολίες του, οι χαρές, σ’ ένα νεύμα
προσχήματα γινόνταν της ορμής του.
Tα βιβλία, η σκέψη, ένα ορμητήριο
λίγες στιγμές. Bίαιος στον έρωτά του.
Ύστερα γέμιζε η όψη του μυστήριο
και τίποτε δεν ταίριαζε κοντά του.
Ένας περίεργος ξένος επλανιόταν
ανάμεσά μας, μ’ όψη αλλοιωμένη.
Tην υποψία μας δε μας την αρνιόταν
πως κάτι φοβερό τον περιμένει.
Ήταν ωραίος παράξενα, σαν κείνους
που ο θάνατος τους έχει ξεχωρίσει.
Δινόταν στους φριχτότερους κινδύνους
σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει.
Ένα πρωί, σε μια κάρυνη θήκη
τον βρήκαμε νεκρό μ’ ένα σημάδι
στον κρόταφο. Ήταν όλο σα μια νίκη,
σα φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι.
Eίχε μια τέτοια απλότη και γαλήνη,
μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη!
Όλος μια ευχαριστία σα νάχε γίνει.
Kι η αιτία του κακού σημαδεμένη.
που ο θάνατος τους έχει ξεχωρίσει.
Δινόταν στους φριχτότερους κινδύνους
σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει...
Γιάννης Σταύρου, Βιβλίο και τριαντάφυλλα, λάδι σε καμβά
Πολυδούρη Mαρία
Σ’ έναν νέο που αυτοκτόνησε
Aυτόν τον κατεδίωκε ένα πνεύμα
στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωής του.
Oι ασχολίες του, οι χαρές, σ’ ένα νεύμα
προσχήματα γινόνταν της ορμής του.
Tα βιβλία, η σκέψη, ένα ορμητήριο
λίγες στιγμές. Bίαιος στον έρωτά του.
Ύστερα γέμιζε η όψη του μυστήριο
και τίποτε δεν ταίριαζε κοντά του.
Ένας περίεργος ξένος επλανιόταν
ανάμεσά μας, μ’ όψη αλλοιωμένη.
Tην υποψία μας δε μας την αρνιόταν
πως κάτι φοβερό τον περιμένει.
Ήταν ωραίος παράξενα, σαν κείνους
που ο θάνατος τους έχει ξεχωρίσει.
Δινόταν στους φριχτότερους κινδύνους
σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει.
Ένα πρωί, σε μια κάρυνη θήκη
τον βρήκαμε νεκρό μ’ ένα σημάδι
στον κρόταφο. Ήταν όλο σα μια νίκη,
σα φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι.
Eίχε μια τέτοια απλότη και γαλήνη,
μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη!
Όλος μια ευχαριστία σα νάχε γίνει.
Kι η αιτία του κακού σημαδεμένη.
Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2016
Η θλίψη της Δύσης...
Κι' όπως απόψε ανάτειλαν του δειλινού τα ρόδα
χρυσόχρωμα, ροδένια, πορφυρά,
όπως κι' απόψε σβήνοντας φυλορροούσαν όλα
Μαρία Πολυδούρη
Η θλίψη της Δύσης
Ἔτσι κι᾿ ἀπόψε ἀνάτειλαν τοῦ δειλινοῦ τὰ ρόδα
χρυσόχρωμα, ροδένια, πορφυρά,
ἔστι κι᾿ ἀπόψε σβήνοντας ἐφυλορρόησαν ὅλα
καθὼς τὰ ξαγναντῶ κάθε φορά.
Καὶ κάθε μία φορὰ ρουφῶ ἀπὸ τὴν ἀνατολή τους
ὅλη τὴ ροδοστάλακτη χάρη τους καὶ μεθῶ
ἀκόμα κι᾿ ἀπ᾿ τὴ σιγανή, τὴν ὑστερνὴ πνοή τους.
(Ἔτσι, τὴ κάθε μιὰ χαρὰ τὴ χαίρομαι ὅλη ὡς πέρα).
Μὰ ἔτυχε ἀπόψε βλέποντας τὴ Δύση, νὰ σκεφτῶ
πὼς τάχατες ἡ ἀγάπη μας θἄσβηνε κάποια μέρα...
Κι᾿ ὅπως ἀπόψε ἀνάτειλαν τοῦ δειλινοῦ τὰ ρόδα
χρυσόχρωμα, ροδένια, πορφυρά,
ὅπως κι᾿ ἀπόψε σβήνοντας φυλορροοῦσαν ὅλα
εἶχα μιὰ θλίψη τούτη τὴ φορά...
Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2015
βαρύ το δειλινό...
Προσμένω που σημαίνουν τώρα
στριγγές φωνές τον χαλασμό,
προσμένω τη γαλήνιαν ώρα,
τον βραδινό χαιρετισμό...
Γιάννης Σταύρου, Λιμάνι Θεσσαλονίκης, δειλινό, λάδι σε καμβά
Μαρία Πολυδούρη
Χαμένα
Προσμένω είν' η ψυχή μου ελπίδα
στη νύχτα τη τρισκοτεινή
τον ήλιο τέτοιο που πρωτοείδα
εκεί αντικρύ μου να φανεί.
Προσμένω που σημαίνουν τώρα
στριγγές φωνές τον χαλασμό,
προσμένω τη γαλήνιαν ώρα,
τον βραδινό χαιρετισμό.
Στη ξερασιά τώρα το χιόνι
που 'χει σα σάβανο απλωθεί,
το μακρεμένο χελιδόνι
προσμένω πως θα ξαναρθεί.
Όλα προσμένω τα χαμένα
κι η ελπίδα μάγισσα μια γρια
που λέει πως έρχοντ' ολοένα
οι σκιες που χάνονται μακριά.
Δειλινά
Περνά εμπρός μου η μέρα
σημάδι φωτεινό.
Και πάντα έτσι με βρίσκει
απάντεχο από πέρα
βαρύ το δειλινό.
Το φως σου θα στερέψεις
ελπίδα μου χρυσή,
θα σε σιμώσουν οι ίσκιοι
κι έτσι μοιραία θα γνέψεις
στο δειλινό κι εσύ.
στριγγές φωνές τον χαλασμό,
προσμένω τη γαλήνιαν ώρα,
τον βραδινό χαιρετισμό...
Γιάννης Σταύρου, Λιμάνι Θεσσαλονίκης, δειλινό, λάδι σε καμβά
Μαρία Πολυδούρη
Χαμένα
Προσμένω είν' η ψυχή μου ελπίδα
στη νύχτα τη τρισκοτεινή
τον ήλιο τέτοιο που πρωτοείδα
εκεί αντικρύ μου να φανεί.
Προσμένω που σημαίνουν τώρα
στριγγές φωνές τον χαλασμό,
προσμένω τη γαλήνιαν ώρα,
τον βραδινό χαιρετισμό.
Στη ξερασιά τώρα το χιόνι
που 'χει σα σάβανο απλωθεί,
το μακρεμένο χελιδόνι
προσμένω πως θα ξαναρθεί.
Όλα προσμένω τα χαμένα
κι η ελπίδα μάγισσα μια γρια
που λέει πως έρχοντ' ολοένα
οι σκιες που χάνονται μακριά.
Δειλινά
Περνά εμπρός μου η μέρα
σημάδι φωτεινό.
Και πάντα έτσι με βρίσκει
απάντεχο από πέρα
βαρύ το δειλινό.
Το φως σου θα στερέψεις
ελπίδα μου χρυσή,
θα σε σιμώσουν οι ίσκιοι
κι έτσι μοιραία θα γνέψεις
στο δειλινό κι εσύ.
Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015
Τι ωραία βραδυά!...
Είμαι ολομόναχη μέσα σ’ όλον αυτό τον παράξενο κόσμο. Άλλοτε οι
γνωριμίες μού ήταν ένα ευχάριστο παιχνίδι, τώρα μού είνε κάτι πολύ
ενοχλητικό...
Γιάννης Σταύρου, Ύδρα με φεγγάρι, λάδι σε καμβά
Μαρία Πολυδούρη
Μυθιστόρημα
(Απόσπασμα από ημιτελές, άτιτλο μυθιστόρημα / προσχέδιο. Γράφτηκε το 1926 , όταν η Μαρία Πολυδούρη παραθέριζε στη Φτέρη Αιγίου.)
*
- Τι άλλα νέα σου γράφει;
- Πως ο πατέρας του Λεωνίδα είνε στην Αθήνα και τους περιμένει. Τους έχει ετοιμάσει ένα ωραίο σπίτι και θα μείνει κοντά τους. Η θεία του, λέει, τρελλάθηκε και την έβαλε ο πατέρας του στο φρενοκομείο... τι γελάς;
- Ξέρω γω, μού φαίνεται πως δεν μπορούσε αλλοιώς να γίνει. Ήταν κι’ όλας τρελλή από τότε που την είχα ιδή για τελευταία φορά. Να, που γελάς και συ. Είδες που πάντα γελούσαμε με τα γεροντάκια αυτά. Κι’ όμως ήταν τόσο δυστυχισμένοι ανθρώποι. Άλλα νέα;
- Θέλεις κι’ άλλα; Ο Κούλης θα εγκατασταθή στο Παρίσι. Πήρε εργασία ως μηχανικός στις φάμπρικες του γαμπρού του. Προσκάλεσε και τον Αλέξη να εργασθή εκεί;
- Ε, λοιπόν;
- Θα πάει;
Είχε ένα ύφος φοβερά θλιμένο.
- Λυπάσαι;
- Ρωτάς; Θα μείνω τόσο μοναχός μου στην Αθήνα.
Παρ’ ολίγο θα του έλεγα “κι ο Λεωνίδας;” αλλά κρατήθηκα, δεν του το είπα, δεν έπρεπε. Είχαν περάσει μέρες που σχεδόν δεν είχαμε αναφέρει αυτό το όνομα. Σε κάποια μονάχα ομιλία, δεν ξέρω, για τους έρωτες των καλλιτεχνών, είπε έξαφνα.
- Ο Λεωνίδας π.χ. δεν είνε ικανός να κάνει ευτυχισμένο κανένα άνθρωπο, ούτε τη γυναίκα που αγαπάει.
Η φωνή του είχε ένα τόνο θυμού. Την άλλη μέρα πολύ πρωί έφυγε.
Είμαι ολομόναχη μέσα σ’ όλον αυτό τον παράξενο κόσμο. Άλλοτε οι γνωριμίες μού ήταν ένα ευχάριστο παιχνίδι, τώρα μού είνε κάτι πολύ ενοχλητικό. Αιστάνομαι εχθρότητα για τους ανθρώπους που πρωτογνωρίζω. Αν χωνέψουν αυτή μου την εχθρότητα, ύστερα μπορούν τα πράμματα νάναι ομαλά, αν όχι... δε βαριέστε πάλι ομαλά θάναι! Αυτό έλειπε να τσακόνεται τώρα κανείς στα καλά καθούμενα με τον κόσμο. Το πολύ πολύ αν δε μου άρεσε μπορούσα να φύγω. Αυτά τα γαλλικά τους πάλι Θε μου! απάνω στο φαϊ. Και κείνη η άνοστη πολυλογία τους. Μα τι μανία ν’ ανταλλάζουν λόγια χωρίς νόημα με τόση επιμονή ώρες ολόκληρες. Σήμερα από το πρωί είμαι σαν απορροφημένη. Κάθομαι πάντα κάτω από το ίδιο ψηλό ελάτι και βλέπω μακρυά κάτω τη θάλασσα. Που και που περνά κανένα μεγάλο βαπόρι και το κυττάζω ως να χαθή στον ορίζοντα. Έκανα μια θαυμάσια ημέρα. Ο Αιμίλιος θάναι κιόλας στην Αθήνα. Ίσως νάχει έρθει κι’ ο Λεωνίδας από το Παρίσι. Η Αφρούλα λέει με τον Αλέξη εκάθησαν στο ίδιο σπίτι που καθόταν ο Λεωνίδας πριν παντρευτή· τους άφησε και τα έπιπλά του.
Ο ήλιος έχει γύρει πίσω από το δάσος, μόνο μια αδιόρατη ανταύγεια απόμεινε. Οι βάρκες πέρα στη θάλασσα φαίνονται σα μικρά σημάδια αφρό. Τα απέναντι βουνά έχουν το συνηθισμένο ροδογέλαστο χρώμα του δειλινού. Που και που φτάνει στ’ αυτιά μου το “γκουπ γκουπ” κανενός δέντρου που πέφτει. Το ξενοδοχείο είνε άδειο, ο κόσμος λείπει στον περίπατο. Βλέπω μονάχα στη βεράντα έναν άνθρωπο που περπατεί νευρικά πάνω κάτω.
Τι ωραία βραδυά!
Μαρία Πολυδούρη
Μυθιστόρημα
(Απόσπασμα από ημιτελές, άτιτλο μυθιστόρημα / προσχέδιο. Γράφτηκε το 1926 , όταν η Μαρία Πολυδούρη παραθέριζε στη Φτέρη Αιγίου.)
*
- Τι άλλα νέα σου γράφει;
- Πως ο πατέρας του Λεωνίδα είνε στην Αθήνα και τους περιμένει. Τους έχει ετοιμάσει ένα ωραίο σπίτι και θα μείνει κοντά τους. Η θεία του, λέει, τρελλάθηκε και την έβαλε ο πατέρας του στο φρενοκομείο... τι γελάς;
- Ξέρω γω, μού φαίνεται πως δεν μπορούσε αλλοιώς να γίνει. Ήταν κι’ όλας τρελλή από τότε που την είχα ιδή για τελευταία φορά. Να, που γελάς και συ. Είδες που πάντα γελούσαμε με τα γεροντάκια αυτά. Κι’ όμως ήταν τόσο δυστυχισμένοι ανθρώποι. Άλλα νέα;
- Θέλεις κι’ άλλα; Ο Κούλης θα εγκατασταθή στο Παρίσι. Πήρε εργασία ως μηχανικός στις φάμπρικες του γαμπρού του. Προσκάλεσε και τον Αλέξη να εργασθή εκεί;
- Ε, λοιπόν;
- Θα πάει;
Είχε ένα ύφος φοβερά θλιμένο.
- Λυπάσαι;
- Ρωτάς; Θα μείνω τόσο μοναχός μου στην Αθήνα.
Παρ’ ολίγο θα του έλεγα “κι ο Λεωνίδας;” αλλά κρατήθηκα, δεν του το είπα, δεν έπρεπε. Είχαν περάσει μέρες που σχεδόν δεν είχαμε αναφέρει αυτό το όνομα. Σε κάποια μονάχα ομιλία, δεν ξέρω, για τους έρωτες των καλλιτεχνών, είπε έξαφνα.
- Ο Λεωνίδας π.χ. δεν είνε ικανός να κάνει ευτυχισμένο κανένα άνθρωπο, ούτε τη γυναίκα που αγαπάει.
Η φωνή του είχε ένα τόνο θυμού. Την άλλη μέρα πολύ πρωί έφυγε.
Είμαι ολομόναχη μέσα σ’ όλον αυτό τον παράξενο κόσμο. Άλλοτε οι γνωριμίες μού ήταν ένα ευχάριστο παιχνίδι, τώρα μού είνε κάτι πολύ ενοχλητικό. Αιστάνομαι εχθρότητα για τους ανθρώπους που πρωτογνωρίζω. Αν χωνέψουν αυτή μου την εχθρότητα, ύστερα μπορούν τα πράμματα νάναι ομαλά, αν όχι... δε βαριέστε πάλι ομαλά θάναι! Αυτό έλειπε να τσακόνεται τώρα κανείς στα καλά καθούμενα με τον κόσμο. Το πολύ πολύ αν δε μου άρεσε μπορούσα να φύγω. Αυτά τα γαλλικά τους πάλι Θε μου! απάνω στο φαϊ. Και κείνη η άνοστη πολυλογία τους. Μα τι μανία ν’ ανταλλάζουν λόγια χωρίς νόημα με τόση επιμονή ώρες ολόκληρες. Σήμερα από το πρωί είμαι σαν απορροφημένη. Κάθομαι πάντα κάτω από το ίδιο ψηλό ελάτι και βλέπω μακρυά κάτω τη θάλασσα. Που και που περνά κανένα μεγάλο βαπόρι και το κυττάζω ως να χαθή στον ορίζοντα. Έκανα μια θαυμάσια ημέρα. Ο Αιμίλιος θάναι κιόλας στην Αθήνα. Ίσως νάχει έρθει κι’ ο Λεωνίδας από το Παρίσι. Η Αφρούλα λέει με τον Αλέξη εκάθησαν στο ίδιο σπίτι που καθόταν ο Λεωνίδας πριν παντρευτή· τους άφησε και τα έπιπλά του.
Ο ήλιος έχει γύρει πίσω από το δάσος, μόνο μια αδιόρατη ανταύγεια απόμεινε. Οι βάρκες πέρα στη θάλασσα φαίνονται σα μικρά σημάδια αφρό. Τα απέναντι βουνά έχουν το συνηθισμένο ροδογέλαστο χρώμα του δειλινού. Που και που φτάνει στ’ αυτιά μου το “γκουπ γκουπ” κανενός δέντρου που πέφτει. Το ξενοδοχείο είνε άδειο, ο κόσμος λείπει στον περίπατο. Βλέπω μονάχα στη βεράντα έναν άνθρωπο που περπατεί νευρικά πάνω κάτω.
Τι ωραία βραδυά!
Κυριακή 15 Μαρτίου 2015
Τίποτε δεν προσμένω...
Φεύγαν οι ορίζοντες μακριά
καπνός που ελιγοθύμα...
Γιάννης Σταύρου, Ένα πλοίο στον ορίζοντα, λάδι σε καμβά
Μαρία Πολυδούρη
Ξεκίνησα ένα πρωϊνό
Ξεκίνησα ἕνα πρωινὸ
κάτω ἀπὸ διάφανο οὐρανὸ
μὲ ρυθμικὸ τὸ βῆμα.
Μία δίψα ἡ ξάστερη ματιά.
Φεύγαν οἱ ὁρίζοντες μακριὰ
καπνὸς ποὺ ἐλιγοθύμα.
Κ᾿ ἐνῶ ἡ ψυχὴ κυματισμὸς
κ᾿ ἡ εὐτυχία σὰ χρησμὸς
εὐνοϊκὸς γυρνοῦσε,
στάθηκα κάπου ξαφνικὰ
κοιτάζοντας φρικιαστικὰ
ποὺ ὁ θάνατος περνοῦσε.
Ἄλλαξε χρῶμα ὁ οὐρανός.
Ὁ ὁρίζοντας πιὸ κοντινὸς
Τὸ βῆμα τί ὠφελοῦσε;
Ἔσκυψα πρὸς τὴ γῆ σεμνὰ
κ᾿ εἶδα ἕνα ἀνθάκι ταπεινὰ
ποὺ μοῦ χαμογελοῦσε.
Καὶ τόσο γλύκανε ἡ καρδιά,
ποὖχα ξεχάσει κιόλα πιὰ
τὸν ἀρχισμένο δρόμο.
Εὔκολη ἡ πίστη στὴ χαρὰ
μοὔδενε γαλανὰ φτερὰ
στὸν ἄσκυφτο τὸν ὦμο.
Μὰ δὲν ἐβράδυνε ἡ πικρὴ
Γνώση φιλίαν ἱερὴ
ναρθῆ νὰ μοῦ χαρίση
κι ἀνύποπτα, προδοτικὰ
ἀπὸ τῆς ζωῆς τὰ μυστικὰ
σκληρὰ νὰ μὲ χωρίση.
Τώρα δὲν ἔχω κάπου πιὰ
νὰ στρέψω τὴ θολὴ ματιά.
Τίποτε δὲν προσμένω.
Μόνο τὸ Θάνατο ξανὰ
εἶδα ἐδῶ κάπου νὰ γυρνᾶ
γιὰ κάτι ὑποσχεμένο.
καπνός που ελιγοθύμα...
Γιάννης Σταύρου, Ένα πλοίο στον ορίζοντα, λάδι σε καμβά
Μαρία Πολυδούρη
Ξεκίνησα ένα πρωϊνό
Ξεκίνησα ἕνα πρωινὸ
κάτω ἀπὸ διάφανο οὐρανὸ
μὲ ρυθμικὸ τὸ βῆμα.
Μία δίψα ἡ ξάστερη ματιά.
Φεύγαν οἱ ὁρίζοντες μακριὰ
καπνὸς ποὺ ἐλιγοθύμα.
Κ᾿ ἐνῶ ἡ ψυχὴ κυματισμὸς
κ᾿ ἡ εὐτυχία σὰ χρησμὸς
εὐνοϊκὸς γυρνοῦσε,
στάθηκα κάπου ξαφνικὰ
κοιτάζοντας φρικιαστικὰ
ποὺ ὁ θάνατος περνοῦσε.
Ἄλλαξε χρῶμα ὁ οὐρανός.
Ὁ ὁρίζοντας πιὸ κοντινὸς
Τὸ βῆμα τί ὠφελοῦσε;
Ἔσκυψα πρὸς τὴ γῆ σεμνὰ
κ᾿ εἶδα ἕνα ἀνθάκι ταπεινὰ
ποὺ μοῦ χαμογελοῦσε.
Καὶ τόσο γλύκανε ἡ καρδιά,
ποὖχα ξεχάσει κιόλα πιὰ
τὸν ἀρχισμένο δρόμο.
Εὔκολη ἡ πίστη στὴ χαρὰ
μοὔδενε γαλανὰ φτερὰ
στὸν ἄσκυφτο τὸν ὦμο.
Μὰ δὲν ἐβράδυνε ἡ πικρὴ
Γνώση φιλίαν ἱερὴ
ναρθῆ νὰ μοῦ χαρίση
κι ἀνύποπτα, προδοτικὰ
ἀπὸ τῆς ζωῆς τὰ μυστικὰ
σκληρὰ νὰ μὲ χωρίση.
Τώρα δὲν ἔχω κάπου πιὰ
νὰ στρέψω τὴ θολὴ ματιά.
Τίποτε δὲν προσμένω.
Μόνο τὸ Θάνατο ξανὰ
εἶδα ἐδῶ κάπου νὰ γυρνᾶ
γιὰ κάτι ὑποσχεμένο.
Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014
οι αιώνια απελπισμένοι...
Θα γύρουνε στο μυστικό σκοτάδι
τα δέντρα, οι θάμνοι, αργά την κεφαλή
κ' ευλαβικά θα ψάλλουν έτσι ομάδι
τη θλιβερή στερνή τους προσευχή!..
Γιάννης Σταύρου, Πλαγιά στον Υμηττό. λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Μαρία Πολυδούρη
Του Καρυωτάκη
«Οἱ νέοι ποὺ φτάσανε μαζὶ στὸ ἔρμο νησί» μὲ σένα
κάποια βραδιὰ μετρήθηκαν κ᾿ ηὖραν ἐσὺ νὰ λείπης.
Τὰ μάτια τους κοιτάχτηκαν τότε, χωρὶς κανένα
ρώτημα, μόνο ἐκίνησαν τὶς κεφαλὲς τῆς λύπης.
Νύχτες πολλές, θυμήθηκαν, ἀπὸ τὴ μόνωσή σου
ἕνα σημεῖο ἀπὸ φωτιὰ τοὺς ἔστελνες, γνωρίζαν
τὸ θλιβερὸ χαιρέτισμα ποὺ φώταε τῆς ἀβύσσου
τοὺς δρόμους κι᾿ ὅλοι ἀπόμεναν στὸν τόπο τους ποὺ ὁρίζαν.
Ἀπόμεναν στὴν ἴδια τους πικρία, κρεμασμένοι
ἔτσι μοιραῖα καὶ θλιβερὰ στὸ «βράχο» τοῦ κινδύνου.
Κι᾿ ὅταν πιὰ τοὺς χαιρέτισες, οἱ αἰώνια ἀπελπισμένοι
ψάλαν μαζὶ κάποια στροφὴ καθιερωμένου θρήνου.
Μὰ φτάνουν πάντα στὸ «νησί» τὰ νέα παιδιὰ ὁλοένα.
Στὴν ἄδεια θέση σου ζητοῦν τῆς ζωῆς τὸ ἐλεγεῖο.
Σοῦ φέρνουνε στὰ μάτια τους δυὸ δάκρυα παρθένα
καὶ τῆς καινούριας σου Ἐποχῆς τὸ πλαστικὸ ἐκμαγεῖο.
Φθινοπωρινή προσευχή
Ὅταν ἡ σιγαλιὰ πλατιὰ θ᾿ ἁπλώση
στὸν κῆπο μου τὴ νύχτα, βροχερὸ
τὸ σύννεφο τὸν οὐρανὸ θὰ στρώση
σὲ μαῦρο θόλο πάνω του ἱερό.
Θὰ γύρουνε στὸ μυστικὸ σκοτάδι
τὰ δέντρα, οἱ θάμνοι, ἀργὰ τὴν κεφαλὴ
κ᾿ εὐλαβικὰ θὰ ψάλλουν ἔτσι ὁμάδι
τὴ θλιβερὴ στερνή τους προσευχή!
Ἔλα καὶ μεῖς μαζὶ τὴν προσευχή μας
στερνὴ φορὰ νὰ ποῦμε. Θ᾿ ἀκουστῆ
στὴ σιγαλιὰ παθιάρικη ἡ φωνή μας,
θ᾿ ἀντιλαλήση ὁ θόλος θὰ σπαστῆ,
τὸ σύννεφο θὰ κλαίη, θὰ κλαῖμε ἀντάμα,
θ᾿ ἀκολουθάη τῶν δέντρων ὁ ψαλμὸς
λυπητερὸς τὸ σιγαλό μας κλάμα
καὶ θὰ πυκνώνη ἡ σκοτεινιὰ χαμός.
Οὔτε ἀπ᾿ ἀστέρι λάμψη δὲ θὰ πέση,
τῆς Μοίρας δὲ θὰ δοῦμε τὴ μορφὴ
κ᾿ ἐνῶ τὰ χέρια χώρια θὰ μᾶς δέση,
τὰ χείλη μας θὰ λὲν τὴν προσευχή.
τα δέντρα, οι θάμνοι, αργά την κεφαλή
κ' ευλαβικά θα ψάλλουν έτσι ομάδι
τη θλιβερή στερνή τους προσευχή!..
Γιάννης Σταύρου, Πλαγιά στον Υμηττό. λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Μαρία Πολυδούρη
Του Καρυωτάκη
«Οἱ νέοι ποὺ φτάσανε μαζὶ στὸ ἔρμο νησί» μὲ σένα
κάποια βραδιὰ μετρήθηκαν κ᾿ ηὖραν ἐσὺ νὰ λείπης.
Τὰ μάτια τους κοιτάχτηκαν τότε, χωρὶς κανένα
ρώτημα, μόνο ἐκίνησαν τὶς κεφαλὲς τῆς λύπης.
Νύχτες πολλές, θυμήθηκαν, ἀπὸ τὴ μόνωσή σου
ἕνα σημεῖο ἀπὸ φωτιὰ τοὺς ἔστελνες, γνωρίζαν
τὸ θλιβερὸ χαιρέτισμα ποὺ φώταε τῆς ἀβύσσου
τοὺς δρόμους κι᾿ ὅλοι ἀπόμεναν στὸν τόπο τους ποὺ ὁρίζαν.
Ἀπόμεναν στὴν ἴδια τους πικρία, κρεμασμένοι
ἔτσι μοιραῖα καὶ θλιβερὰ στὸ «βράχο» τοῦ κινδύνου.
Κι᾿ ὅταν πιὰ τοὺς χαιρέτισες, οἱ αἰώνια ἀπελπισμένοι
ψάλαν μαζὶ κάποια στροφὴ καθιερωμένου θρήνου.
Μὰ φτάνουν πάντα στὸ «νησί» τὰ νέα παιδιὰ ὁλοένα.
Στὴν ἄδεια θέση σου ζητοῦν τῆς ζωῆς τὸ ἐλεγεῖο.
Σοῦ φέρνουνε στὰ μάτια τους δυὸ δάκρυα παρθένα
καὶ τῆς καινούριας σου Ἐποχῆς τὸ πλαστικὸ ἐκμαγεῖο.
Φθινοπωρινή προσευχή
Ὅταν ἡ σιγαλιὰ πλατιὰ θ᾿ ἁπλώση
στὸν κῆπο μου τὴ νύχτα, βροχερὸ
τὸ σύννεφο τὸν οὐρανὸ θὰ στρώση
σὲ μαῦρο θόλο πάνω του ἱερό.
Θὰ γύρουνε στὸ μυστικὸ σκοτάδι
τὰ δέντρα, οἱ θάμνοι, ἀργὰ τὴν κεφαλὴ
κ᾿ εὐλαβικὰ θὰ ψάλλουν ἔτσι ὁμάδι
τὴ θλιβερὴ στερνή τους προσευχή!
Ἔλα καὶ μεῖς μαζὶ τὴν προσευχή μας
στερνὴ φορὰ νὰ ποῦμε. Θ᾿ ἀκουστῆ
στὴ σιγαλιὰ παθιάρικη ἡ φωνή μας,
θ᾿ ἀντιλαλήση ὁ θόλος θὰ σπαστῆ,
τὸ σύννεφο θὰ κλαίη, θὰ κλαῖμε ἀντάμα,
θ᾿ ἀκολουθάη τῶν δέντρων ὁ ψαλμὸς
λυπητερὸς τὸ σιγαλό μας κλάμα
καὶ θὰ πυκνώνη ἡ σκοτεινιὰ χαμός.
Οὔτε ἀπ᾿ ἀστέρι λάμψη δὲ θὰ πέση,
τῆς Μοίρας δὲ θὰ δοῦμε τὴ μορφὴ
κ᾿ ἐνῶ τὰ χέρια χώρια θὰ μᾶς δέση,
τὰ χείλη μας θὰ λὲν τὴν προσευχή.
Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014
Η Εσπέρα τις λεπτές σκιές νωχελικά θα σέρνη
για την πικρία της άχαρης ζωής, για την ανία,
για το που δεν προσμένουμε τίποτε ν᾿αληθέψη,
για τη φθορά, και σιγαλά στη σκοτεινή ησυχία
θα σβήση κ᾿ η ομιλία μας κ᾿ η τελευταία μας σκέψη...
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινή Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Μαρία Πολυδούρη
Απόψε πώς σιγούν
Ἀπόψε πὼς σιγοῦν ὅλα τὰ παράξενα,
στὴ μοναξιὰ δομένα.
Ἔχει ἡ γαλήνη κάτι ἀπὸ τὰ σύννεφα
τὰ πλανεμένα.
Τὸ σύμπαν κυματίζει ἔτσι ἁπαλότατα.
Κάποια ὑμνωδία πλανιέται.
Μέσ᾿ στὴν ψυχή μου μία γλυκιὰ κατάνυξη
σὰ νἀφυπνιέται.
Δὲν ξέρω πιὰ τί νἆναι, τίνος μήνυμα,
τί νοσταλγία πάλι.
-Τὰ ξέχασα ὅλα, πρώτη ἐγὼ ἐγκατέλειψα
τὴ μάταιη πάλη.
Ἀπόψε, ὅπως σιγοῦν ὅλα παράξενα,
μία προσδοκία τὰ πνίγει.
Ἄχ, ἂς μὴ μάθω τίνος εἶνε μήνυμα
κι᾿ ὡς ἦρθε, ἂς φύγει.
Σ' ένα φίλο
Θαρθῶ ἕνα βράδι, στρέφοντας στὸ δρόμο ποὺ μὲ παίρνει,
θαρθῶ νὰ σ᾿εὕρω μοναχὸν μὲ τὸ παλιὸ ὄνειρό σου.
Ἡ Ἑσπέρα τὶς λεπτὲς σκιὲς νωχελικὰ θὰ σέρνη,
περνώντας στὸ μοναχικὸ μπροστὰ παράθυρό σου.
Στὴ σιωπηλή σου κάμαρα θὰ μὲ δεχτῆς καὶ θἆναι
βιβλία τριγύρω σὲ σιωπὴ βαθιὰ ἐγκαταλειμμένα.
Πλάι πλάι θὰ καθήσουμε. Θὰ ποῦμε γιὰ ὅσα πᾶνε,
γιὰ ὅσα προτοῦ τὰ χάσουμε μᾶς εἶνε πεθαμένα,
γιὰ τὴν πικρία τῆς ἄχαρης ζωῆς, γιὰ τὴν ἀνία,
γιὰ τὸ ποὺ δὲν προσμένουμε τίποτε ν᾿ἀληθέψη,
γιὰ τὴ φθορά, καὶ σιγαλὰ στὴ σκοτεινὴ ἡσυχία
θὰ σβήση κ᾿ ἡ ὁμιλία μας κ᾿ ἡ τελευταία μας σκέψη.
Μὰ ἡ νύχτα στὸ παράθυρο θαρθῆ νὰ σταματήση
Μύρα κι ἀνταύγειες ἀστεριῶν κι᾿ αὖρες θ᾿ ἀνακατέψη
μὲ τὸ μεγάλο κάλεσμα ποὺ θ᾿ ἀποπνέη ἡ Φύση,
μὲ τὴν καρδιά σου ποὺ ἡ σιωπὴ δὲ θὰ τὴν προστατέψη.
για το που δεν προσμένουμε τίποτε ν᾿αληθέψη,
για τη φθορά, και σιγαλά στη σκοτεινή ησυχία
θα σβήση κ᾿ η ομιλία μας κ᾿ η τελευταία μας σκέψη...
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινή Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Μαρία Πολυδούρη
Απόψε πώς σιγούν
Ἀπόψε πὼς σιγοῦν ὅλα τὰ παράξενα,
στὴ μοναξιὰ δομένα.
Ἔχει ἡ γαλήνη κάτι ἀπὸ τὰ σύννεφα
τὰ πλανεμένα.
Τὸ σύμπαν κυματίζει ἔτσι ἁπαλότατα.
Κάποια ὑμνωδία πλανιέται.
Μέσ᾿ στὴν ψυχή μου μία γλυκιὰ κατάνυξη
σὰ νἀφυπνιέται.
Δὲν ξέρω πιὰ τί νἆναι, τίνος μήνυμα,
τί νοσταλγία πάλι.
-Τὰ ξέχασα ὅλα, πρώτη ἐγὼ ἐγκατέλειψα
τὴ μάταιη πάλη.
Ἀπόψε, ὅπως σιγοῦν ὅλα παράξενα,
μία προσδοκία τὰ πνίγει.
Ἄχ, ἂς μὴ μάθω τίνος εἶνε μήνυμα
κι᾿ ὡς ἦρθε, ἂς φύγει.
Σ' ένα φίλο
Θαρθῶ ἕνα βράδι, στρέφοντας στὸ δρόμο ποὺ μὲ παίρνει,
θαρθῶ νὰ σ᾿εὕρω μοναχὸν μὲ τὸ παλιὸ ὄνειρό σου.
Ἡ Ἑσπέρα τὶς λεπτὲς σκιὲς νωχελικὰ θὰ σέρνη,
περνώντας στὸ μοναχικὸ μπροστὰ παράθυρό σου.
Στὴ σιωπηλή σου κάμαρα θὰ μὲ δεχτῆς καὶ θἆναι
βιβλία τριγύρω σὲ σιωπὴ βαθιὰ ἐγκαταλειμμένα.
Πλάι πλάι θὰ καθήσουμε. Θὰ ποῦμε γιὰ ὅσα πᾶνε,
γιὰ ὅσα προτοῦ τὰ χάσουμε μᾶς εἶνε πεθαμένα,
γιὰ τὴν πικρία τῆς ἄχαρης ζωῆς, γιὰ τὴν ἀνία,
γιὰ τὸ ποὺ δὲν προσμένουμε τίποτε ν᾿ἀληθέψη,
γιὰ τὴ φθορά, καὶ σιγαλὰ στὴ σκοτεινὴ ἡσυχία
θὰ σβήση κ᾿ ἡ ὁμιλία μας κ᾿ ἡ τελευταία μας σκέψη.
Μὰ ἡ νύχτα στὸ παράθυρο θαρθῆ νὰ σταματήση
Μύρα κι ἀνταύγειες ἀστεριῶν κι᾿ αὖρες θ᾿ ἀνακατέψη
μὲ τὸ μεγάλο κάλεσμα ποὺ θ᾿ ἀποπνέη ἡ Φύση,
μὲ τὴν καρδιά σου ποὺ ἡ σιωπὴ δὲ θὰ τὴν προστατέψη.
Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014
ήρθε η Σελήνη να με πάρει...
Θα γίνη ατλάζινο το κύμα
και θα ρουφάμε τη δροσιά σου,
χλωμές κ' οι δυό μας νοσταλγίες...
Γιάννης Σταύρου, Γαλατάς, λάδι σε καμβά
Μαρία Πολυδούρη
Περίπατος με τη σελήνη στο περιγιάλι της πατρίδας μου
Ρεμβαστικὴ παλιά μου φίλη
ἦρθε ἡ Σελήνη νὰ μὲ πάρη.
Γιὰ τὸ λαμπρὸν ὁρίζοντά σου
ἡ νοσταλγία μας θ᾿ ἀπάρη.
Δυὸ πλανεμένες μέσ᾿ στὴ νύχτα
πάνω σου σκιὲς θ᾿ ἀργοπερνοῦνε.
Θ᾿ ἀναθυμοῦνται, θὰ σωπαίνουν,
καθὼς σωπαίνουν ποὺ ξεχνοῦνε.
Μὲ μαγικὰ πετράδια θἄχης
στρωμένη τὴν πλατιά σου ἀγκάλη,
ὡς τὴν αὐγὴ νὰ μᾶς πλανέψης
νὰ μείνουμε κοντά σου πάλι.
Θὰ γίνη ἀτλάζινο τὸ κύμα
καὶ θὰ ρουφᾶμε τὴ δροσιά σου,
χλωμὲς κ᾿ οἱ δυό μας νοσταλγίες,
ἐναντίωμα στὴν ἀρνησιά σου.
Ὧρες θὰ μείνουμε σὰν πρῶτα,
μάτια στὰ μάτια καρφωμένα,
νὰ πίνω θλίψη ἐγὼ ἀπὸ κείνη
καὶ κείνη τὴ σιωπὴ ἀπὸ μένα.
Καὶ θὰ μᾶς εὕρῃ ἡ αὐγὴ γερμένες
σ᾿ ἕνα ναυαγισμένο καΐκι,
στοὺς κόλπους σου ἀποτραβηγμένο
κι ἀπ᾿ τὸν ἀγώνα κι ἀπ᾿ τὴ νίκη,
σὰ ναυαγοὺς καὶ μᾶς κοντά σου
μὲ τὴ γαλήνη σου δεμένες
τὴ μία χλωμότερη ἀπ᾿ τὴν ἄλλη
νὰ σβήνουμε συλλογισμένες...
και θα ρουφάμε τη δροσιά σου,
χλωμές κ' οι δυό μας νοσταλγίες...
Γιάννης Σταύρου, Γαλατάς, λάδι σε καμβά
Μαρία Πολυδούρη
Περίπατος με τη σελήνη στο περιγιάλι της πατρίδας μου
Ρεμβαστικὴ παλιά μου φίλη
ἦρθε ἡ Σελήνη νὰ μὲ πάρη.
Γιὰ τὸ λαμπρὸν ὁρίζοντά σου
ἡ νοσταλγία μας θ᾿ ἀπάρη.
Δυὸ πλανεμένες μέσ᾿ στὴ νύχτα
πάνω σου σκιὲς θ᾿ ἀργοπερνοῦνε.
Θ᾿ ἀναθυμοῦνται, θὰ σωπαίνουν,
καθὼς σωπαίνουν ποὺ ξεχνοῦνε.
Μὲ μαγικὰ πετράδια θἄχης
στρωμένη τὴν πλατιά σου ἀγκάλη,
ὡς τὴν αὐγὴ νὰ μᾶς πλανέψης
νὰ μείνουμε κοντά σου πάλι.
Θὰ γίνη ἀτλάζινο τὸ κύμα
καὶ θὰ ρουφᾶμε τὴ δροσιά σου,
χλωμὲς κ᾿ οἱ δυό μας νοσταλγίες,
ἐναντίωμα στὴν ἀρνησιά σου.
Ὧρες θὰ μείνουμε σὰν πρῶτα,
μάτια στὰ μάτια καρφωμένα,
νὰ πίνω θλίψη ἐγὼ ἀπὸ κείνη
καὶ κείνη τὴ σιωπὴ ἀπὸ μένα.
Καὶ θὰ μᾶς εὕρῃ ἡ αὐγὴ γερμένες
σ᾿ ἕνα ναυαγισμένο καΐκι,
στοὺς κόλπους σου ἀποτραβηγμένο
κι ἀπ᾿ τὸν ἀγώνα κι ἀπ᾿ τὴ νίκη,
σὰ ναυαγοὺς καὶ μᾶς κοντά σου
μὲ τὴ γαλήνη σου δεμένες
τὴ μία χλωμότερη ἀπ᾿ τὴν ἄλλη
νὰ σβήνουμε συλλογισμένες...
Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014
Φίλε του φθινοπώρου...
Κ' ήρθε μοιραία του φθινοπώρου η Ώρα,
ανάμεσό μας στάθη σκυθρωπή...
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό δειλινό, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Μαρία Πολυδούρη
Αφιέρωση
Φίλε, τοῦ φθινοπώρου ἦρθεν ἡ Ὥρα
στὴν πόρτα μου ἔξω. Κίτρινο φορεῖ
στεφάνι ἀπὸ μυρτιά. Στὰ νικηφόρα
χέρια της μία κιθάρα θλιβερή,
Κιθάρα παλαιϊκὴ ποὺ κλεῖ πληθώρα
μέσα της ἤχους καὶ ἤχους. Ἱερὴ
κοιτίδα. Κάθε πόνος, κάθε γνώρα
ποὺ ἦταν γλυκιὰ καὶ γίνηκε πικρή,
Ἦχος μέσ᾿ στὴν καρδιά της ἀποστάζει.
Φίλε, τοῦ φθινοπώρου ἡ Ὥρα ἐκεῖ
στὴν πόρτα μου ἦρθε δίχως νὰ διστάζη
Καὶ τὸ κιθάρισμά της πότε πότε
σὰ νἄτανε ἡ φωνή σου ἡ μυστικὴ
τοὺς στίχους σου ποὺ μοῦ τραγούδαες τότε.
Κ' ήρθε μοιραία
Κ᾿ ἦρθε μοιραῖα τοῦ φθινοπώρου ἡ Ὥρα,
ἀνάμεσό μας στάθη σκυθρωπή,
μᾶς ἄφησε τ᾿ ἀνταλλαγμένα δῶρα
καὶ τὸ γιατί χωρὶς νὰ μᾶς τὸ πῆ
Μᾶς ἔρριξε στὸ δρόμο πρὸς τὴ χώρα
μὲ γρήγορο τὸ χέρι ὡς ἀστραπή.
Μαζὶ στὸν κόσμο μὰ μονάχοι τώρα,
μία μοναξιὰ σὰν τάφου σιωπή.
Μόνο ἔφτανε ὁ ἀχὸς τοῦ τραγουδιοῦ σου,
μία ἀνάστερη νυχτιὰ χωρὶς πνοή.
- Ἄχ, ποὖνε ἡ νύχτα ἐκείνη τοῦ παληοῦ σου
Τοῦ τραγουδιοῦ, μία προσμονὴ κρυμμένη;
Μ᾿ ἔφτανε ὁ ἀχός... Δὲ σώνεται ἡ ζωὴ
ὅταν τοῦ τάφου ἡ πόρτα εἶνε ἀνοιγμένη.
ανάμεσό μας στάθη σκυθρωπή...
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό δειλινό, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Μαρία Πολυδούρη
Αφιέρωση
Φίλε, τοῦ φθινοπώρου ἦρθεν ἡ Ὥρα
στὴν πόρτα μου ἔξω. Κίτρινο φορεῖ
στεφάνι ἀπὸ μυρτιά. Στὰ νικηφόρα
χέρια της μία κιθάρα θλιβερή,
Κιθάρα παλαιϊκὴ ποὺ κλεῖ πληθώρα
μέσα της ἤχους καὶ ἤχους. Ἱερὴ
κοιτίδα. Κάθε πόνος, κάθε γνώρα
ποὺ ἦταν γλυκιὰ καὶ γίνηκε πικρή,
Ἦχος μέσ᾿ στὴν καρδιά της ἀποστάζει.
Φίλε, τοῦ φθινοπώρου ἡ Ὥρα ἐκεῖ
στὴν πόρτα μου ἦρθε δίχως νὰ διστάζη
Καὶ τὸ κιθάρισμά της πότε πότε
σὰ νἄτανε ἡ φωνή σου ἡ μυστικὴ
τοὺς στίχους σου ποὺ μοῦ τραγούδαες τότε.
Κ' ήρθε μοιραία
Κ᾿ ἦρθε μοιραῖα τοῦ φθινοπώρου ἡ Ὥρα,
ἀνάμεσό μας στάθη σκυθρωπή,
μᾶς ἄφησε τ᾿ ἀνταλλαγμένα δῶρα
καὶ τὸ γιατί χωρὶς νὰ μᾶς τὸ πῆ
Μᾶς ἔρριξε στὸ δρόμο πρὸς τὴ χώρα
μὲ γρήγορο τὸ χέρι ὡς ἀστραπή.
Μαζὶ στὸν κόσμο μὰ μονάχοι τώρα,
μία μοναξιὰ σὰν τάφου σιωπή.
Μόνο ἔφτανε ὁ ἀχὸς τοῦ τραγουδιοῦ σου,
μία ἀνάστερη νυχτιὰ χωρὶς πνοή.
- Ἄχ, ποὖνε ἡ νύχτα ἐκείνη τοῦ παληοῦ σου
Τοῦ τραγουδιοῦ, μία προσμονὴ κρυμμένη;
Μ᾿ ἔφτανε ὁ ἀχός... Δὲ σώνεται ἡ ζωὴ
ὅταν τοῦ τάφου ἡ πόρτα εἶνε ἀνοιγμένη.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)












