t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τοπία Θεσσαλονίκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τοπία Θεσσαλονίκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Αυγούστου 2021

οι αδιάφοροι...

 Οι αδιάφοροι, που δεν παίρνουν θέση, χαρακτηρίσθηκαν "ιδιώτες" από τους αρχαίους έλληνες· ο Δάντης τους έστειλε κατευθείαν στην κόλαση...

"το μέγα πλήθος ήταν των αχρείων, που ‘ναι / στο Θεό μισητοί και στους εχθρούς του ακόμη. / Οι άθλιοι τούτοι που ποτέ τους δεν εζήσαν, / ολόγυμνοι ήταν και πολύ βασανισμένοι" 
 
 
Δάντης Αλιγκέρι
Θεία Κωμωδία, Κόλαση «Άσμα τρίτο»
(απόσπασμα)
 
Κι ως έβαλε το χέρι στο δικό μου χέρι,
μ’ όψη χαροποιά που εχάρισέ μου θάρρος
μ’ έμπασε στων νεκρών τους μυστικούς κρυψώνες.
Στεναγμοί μέσα εκεί και κλάματα και θρήνοι
ηχολογούσαν στον αέρα δίχως άστρα,
ώστ’ ευθύς στην αρχή μ’ εκάμαν να δακρύσω.
Πολυδιάφορες γλώσσες, φοβερές βλαστήμιες,
λόγια του πόνου, οργής κραυγές, αποσβησμένες
και μεγάλες φωνές, και χεριών χτύποι αντάμα,
μια χλαλοή σηκώναν π’ άκοπα γυρίζει
σ’ εκείνον τον αιώνια σκοτεινόν αέρα,
ωσάν τον άμμο ανεμοστρόφιλο αν φυσάει.
*
Κι εγώ που το κεφάλι μού ‘ζωνεν η φρίκη,
έκραξα˙ «Δάσκαλέ μου, τι ‘ναι αυτό που ακούω;
και τι κόσμος, που λες τον έσβησεν ο πόνος;»
Κι αυτός· «Στην άθλια αυτή κατάσταση διαμένουν
των αχρείων εκείνων οι ψυχές, που δίχως
ατιμία και δίχως έπαινον εζήσαν.
Σμιχτές στέκουν μ’ εκείνη την κακή χορεία
των αγγέλων που μήτε εχθροί του Υψίστου εβγήκαν
μήτε πιστοί, αλλά μόνον του εαυτού τους μείναν.
Τους διώχνουν οι Ουρανοί να μη τους ασχημίσουν,
ουδ’ ο τρίσβαθος Άδης στέργει να τους έχει
γιατί δόξα απ’ αυτούς οι ένοχοι δε θα ‘χαν».
*
Κι εγώ˙ «Ω Δάσκαλε, τι τόσο τους βαραίνει,
οπού τόσο τους κάνει δυνατά να κλαίγουν;»
«Θα στο εξηγήσω πολύ σύντομα», αποκρίθη.
Ελπίδα μέσα τους δεν σώζεται θανάτου,
και τόσο ποταπή είναι η σκοτεινή ζωή τους,
που κάθε άλλη τύχη όποια κι αν είν’ ζηλεύουν.
Φήμη ο κόσμος γι’ αυτούς δεν στέργει ν’ απομένει·
Έλεος, Δικαιοσύνη μ’ όμοια οργή τους διώχνουν.
Μη μιλούμε γι’ αυτούς, μόν’ κοίταξε και πέρνα».
*
Κι εγώ κοιτάζοντάς τους είδα μια σημαία
που γυρίζοντας τόσο ορμητικά κινούσε
που ‘λεγα στάση πως δεν έστεργε καμία.
Κι οπίσω της ερχόνταν ένα τέτοιο πλήθος
σε μάκρος που ποτέ δεν ήθελε πιστέψω
πώς να ‘χε τόσον κόσμο θάνατος ξεκάμει.
Μόλις εκεί κάποιον εγνώρισα, τον ίσκιο
είδα και απείκασα εκείνου που για δειλία
από τ’ αξίωμα το μέγα επαραιτήθη.
Ένιωσα ευθύς κι εβεβαιώθηκα πως τούτο
το μέγα πλήθος ήταν των αχρείων, που ‘ναι
στο Θεό μισητοί και στους εχθρούς του ακόμη.
Οι άθλιοι τούτοι που ποτέ τους δεν εζήσαν,
ολόγυμνοι ήταν και πολύ βασανισμένοι
από χοντρές μύγες που εκεί ήταν κι από σφήκες.
Χαρακώναν αυτές το πρόσωπό τους μ’ αίμα
που μέσ’ στα πόδια τους με δάκρυα συσμιγμένο
από σιχαμερά σκουλήκια εσυναζόνταν.
 
(μετ. Γεώργιος Καλοσγούρος)

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

το απώτατο και μακρυνό σύμπαν...

Με θλίψη ξαναφέρνω στο μυαλό μου αυτό το απώτατο και μακρυνό σύμπαν, το συμπυκνωμένο τώρα σ΄ένα πρόσωπο, μια μικρή πλατεία, ένα δρόμο...

https://yannisstavou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Διαγώνιος 1950, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Ερνέστο Σάμπατο
Πριν το Τέλος
(απόσπασμα)

Όσο πλησιάζουμε τον θάνατο, τόσο περισσότερο στρέφουμε το βλέμμα μας στη γη. Όχι γενικά στη γη, αλλά σε κείνο ακριβώς το ασήμαντο αλλά τόσο αγαπημένο, τόσο νοσταλγημένο κομμάτι γης όπου περάσαμε τα παιδικά μας χρόνια. Και που παραμένει προφυλαγμένο στη μνήμη, γιατί εκεί ξεκίνησε η σκληρή μαθητεία. Με θλίψη ξαναφέρνω στο μυαλό μου αυτό το απώτατο και μακρυνό σύμπαν, το συμπυκνωμένο τώρα σ΄ένα πρόσωπο, μια μικρή πλατεία, ένα δρόμο.

(μετ. Αγγελική Βασιλάκου)

Σάββατο 20 Αυγούστου 2016

κι εξακολούθησα τον περίπατό μου...

Όμως ξαφνικά ένας ήλιος έσκισε τα
σύννεφα.
η θάλασσα έγινε πάλι γαλάζια... 

https://yannisstavrou.blogspot.com

Μίλτος Σαχτούρης
Ο περίπατος

μνήμη Άρη Κωνσταντινίδη

Βάδιζα κατὰ μῆκος τῆς ἀκτῆς
μιὰ βαριὰ συννεφιὰ σκέπαζε τὸν οὐρανὸ
τὰ κύματα γκρίζα κι ἀνατριχιαστικὰ
κύματα γκρίζα σκάζαν στὴν παραλία
μιὰ δύναμη μ᾿ ἔσπρωχνε νὰ κάνω στροφὴ
ν᾿ ἀρχίσω νὰ περπατάω πάνω στὰ κύματα
μαῦρες γάτες περπατοῦσαν πάνω στὰ γκρίζα
κύματα
καὶ ἡ ψυχή μου ἦταν νεκρή.

Ὅμως ξαφνικὰ ἕνας ἥλιος ἔσκισε τὰ
σύννεφα.
ἡ θάλασσα ἔγινε πάλι γαλάζια
ζωντάνεψε πάλι ἡ ψυχή μου

κι ἐξακολούθησα τὸν περίπατό μου.

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2016

Σαν να ήταν ο καιρὸς όλος μπροστά μας...

Έχω δει τον ουρανό με τα μάτια μου
Με τα μάτια μου άνοιξα τα μάτια του
Με τη γλώσσα μου μίλησε
Γίναμε αδελφοι και κουβεντιάσαμε
Στρώσαμε τραπέζι και δειπνήσαμε...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Γιώργος Σαραντάρης
Άλλοτε η θάλασσα

Ἄλλοτε ἡ θάλασσα μᾶς εἶχε σηκώσει στὰ φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στὸν ὕπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τὰ πουλιὰ στὸν ἀγέρα
Τὶς ἡμέρες κολυμπούσαμε μέσα στὶς φωνὲς καὶ τὰ χρώματα
Τὰ βράδια ξαπλώναμε κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ τὰ σύννεφα
Τὶς νύχτες ξυπνούσαμε γιὰ νὰ τραγουδήσουμε
Ἦταν τότε ὁ καιρὸς τρικυμία χαλασμὸς κόσμου
Καὶ μονάχα ὕστερα ἡσυχία
Ἀλλὰ ἐμεῖς πηγαίναμε χωρὶς νὰ μᾶς ἐμποδίζει κανεὶς
Νὰ σκορπᾶμε καὶ νὰ παίρνουμε χαρὰ
Ἀπὸ τοὺς βράχους ὡς τὰ βουνὰ μᾶς ὁδηγοῦσε ὁ Γαλαξίας
Καὶ ὅταν ἔλειπε ἡ θάλασσα ἦταν κοντὰ ὁ Θεός

Έχω δει τον ουρανό

Ἔχω δεῖ τὸν οὐρανὸ μὲ τὰ μάτια μου
Μὲ τὰ μάτια μου ἄνοιξα τὰ μάτια του
Μὲ τὴ γλῶσσα μου μίλησε
Γίναμε ἀδελφοὶ καὶ κουβεντιάσαμε
Στρώσαμε τραπέζι καὶ δειπνήσαμε
Σὰν νὰ ἦταν ὁ καιρὸς ὅλος μπροστά μας

Καὶ θυμᾶμαι τὸν ἥλιο ποὺ γελοῦσε

Πού γελοῦσε καὶ δάκρυζε θυμᾶμαι

Σάββατο 14 Μαΐου 2016

φεγγάρι μόνο και τίποτε άλλο…

στριμώχνεται στη φρίκη μιας νύχτας
γεμάτης πανσέληνο,
φεγγάρι μόνο και τίποτε άλλο…


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη των χρωμάτων, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Ράινερ Μαρία Ρίλκε
Νύχτα της πόλης καλοκαιρινή

Το γκρίζο του βραδιού στη γη πυκνώνει,
κι είναι πια νύχτα ό,τι σαν πέπλος
κρύος τις Λατέρνες ζώνει.
Μ’ απροσδιόριστα ξάφνου, Λίγο ψηλότερα,
ο άδειος κι ανάλαφρος πύρινος τοίχος
οπίσθιου δώματος,
στριμώχνεται στη φρίκη μιας νύχτας
γεμάτης πανσέληνο,
φεγγάρι μόνο και τίποτε άλλο…

Ψηλά τότε μια απλωσιά
γλυστρά παραπέρα,
αλώβητη- καλά φυλαγμένη,
και τα παράθυρα παντού στα πλευρά
ακατοίκητα φαίνονται και λευκά.

Άνθρωποι μέσα στη νύχτα

Οι νύχτες δεν γίνηκαν για το πλήθος.
Από τον γείτονα σου η νύχτα σε χωρίζει,
να τον ζητάς γι’ αυτό δεν πρέπει.
Κι αν νύχτα φως στην κάμαρά σου ανάψεις,
ανθρώπους καταπρόσωπο για να κοιτάξεις,
έτσι και ποιον θα δεις, στοχάσου.

Παραμορφώθηκαν οι άνθρωποι τρομερά
από το φως που απ’ τα πρόσωπά τους στάζει,
κι αν νύχτα όλοι τους μαζί βρεθούνε,
έναν κόσμο κλονισμένο θα κοιτούσες
σ’ άτακτο πυκνό μπουλούκι.
Στα μέτωπά τους χλωμή λάμψη
έχει εκτοπίσει κάθε σκέψη,
στα βλέμματά τους το κρασί αχνοτρέμει,
κι από τα χέρια τους κρέμεται η βαριά
χειρονομία, που τους επιτρέπει
στις συνομιλίες να καταλαβαίνονται.

Και λεν ολοένα: Εγώ κι εγώ
Κι εννοούν: τον καθένα.

(μετ. Ανδρέας Πετρίδης)

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015

Η κεντρική οδός δεν είναι πια δική μας...

Έλα, θα γείρω σαν δεντρί δοκιμασμένο
και μυστικά και φανερά θα τραγουδήσω
με μαγικούς ήχους βροχής και θρήνους,
με τις φωνές των κεραυνών, των κεντρισμένων ζώων μ' οργή και κλάμα ωκεανών και ραγισμένων βράχων...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Κοραλία Ανδρειάδη-Θεοτοκά
Η κεντρική οδός

Αυτή η κεντρική οδός δεν είναι πια δική μας
Δεν έχει χελιδόνι, δεν έχει ουρανό.
Μεταλλικός ο ήχος της τους τοίχους της σταυρώνει
Κι οι κήποι λησμονήθηκαν μες στων νεκρών τα μάτια.

Αυτή η κεντρική οδός αδιαφορεί στις φλόγες και στο αίμα
Γελάς κι η υπεροψία της καπνίζει
Βουλιάζεις στη μονοτονία της ασφάλτου
Τα βιαστικά σου βήματα, λαβύρινθος θανάτου.

Δέστε σκοινιά να κρατηθώ μέσα στις μνήμες
Με τ’ άσπρα δέντρα και τις πορφυρές σκιές,
Πάνω στα στήθη των ωραίων αγαλμάτων
Στη χάλκινη ακινησία των αλόγων
Μες στα χαμόγελα γυμνών παιδιών
Που σαν κοράλλια απολιθώθηκαν στην αγκαλιά της.

Τι ωφελούν τα συντριβάνια
Μέσα στη δυναστεία των ανέμων;
Η φωνή μου χάνεται στις φωνές του πλήθους,
Στα πέτρινα σπίτια, στους κρότους των μηχανών.
Πίσω απ’ τα κάγκελα οι θησαυροί,
Σκόνη πυκνή κι αμείλικτη σαν τελευταία κρίση.

Μακριά, με δροσερό κρασί
Και το πουλίς της Άνοιξης στα ουράνια.
Μακριά! Η κεντρική οδός δεν είναι πια δική μας.
*
-Έλα, θα γείρω να σου τραγουδήσω
τις νύχτες με φωνές πουλιών,
τα μεσημέρια με φωνές ανέμων και αγγέλων.
Έλα, θα γείρω σαν δεντρί δοκιμασμένο
και μυστικά και φανερά θα τραγουδήσω
με μαγικούς ήχους βροχής και θρήνους,
με τις φωνές των κεραυνών, των κεντρισμένων ζώων μ' οργή και κλάμα ωκεανών και ραγισμένων βράχων.

Έλα, πλησίασε.
Δες, πως χτυπάει τον αέρα μοναχός.
Άκουσε η ζωή πως ρέει...ρέει...

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2015

στο ξεχείλισμα της χαράς της, η Σελήνη...

Και γι΄αυτό , καταραμένο αγαπητό χαϊδεμένο παιδί, βρίσκομαι τώρα ξαπλωμένος στα πόδια σου, αναζητώντας σ΄όλη την ύπαρξή σου την ανταύγεια της τρομερής Θεότητας, της μοιραίας αναδόχου, της φαρμακεύτρας τροφού όλων των σεληνιακών...
*
Et c'est pour cela, maudite chère enfant gâtée, que je suis maintenant couché à tes pieds, cherchant dans toute ta personne le reflet de la redoutable Divinité, de la fatidique marraine, de la nourrice empoisonneuse de tous les lunatiques... 

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Στο φως της Σελήνης, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Σαρλ Μπωντλαίρ
Τα δώρα της Σελήνης

Η Σελήνη, που είναι η ίδια η ιδιοτροπία, κοίταξε ανάμεσ' απ' το παράθυρο, ενώ κοιμόσουνα στο λίκνο σου, και είπε μέσα της: "Αυτό το παιδί μ' αρέσει". Και κατέβηκε μαλθακά τη σκάλα της απο σύννεφα, και πέρασε αθόρυβα μεσ΄απ΄τα τζάμια. Έπειτα ξαπλώθηκε πάνω σου με την ευλύγιστη τρυφερότητα μιας μητέρας, κι εναπόθεσε τα χρώματά της στο πρόσωπό σου. Έτσι οι κόρες των ματιών σου απόμειναν πράσινες και τα μάγουλά σου εξαιρετικά χλωμά. Απο την ενατένιση αυτής της επισκέπτριας τα μάτια σου μεγάλωσαν τόσο παράξενα• και σ΄έσφιξε τόσο τρυφερά στο λαιμό που διατήρησες έτσι για πάντα την επιθυμία να κλαις.
Ωστόσο, μες στο ξεχείλισμα της χαράς της, η Σελήνη πλημμύριζε ολόκληρο το δωμάτιο, σα μια ατμόσφαιρα φωσφορική, σαν ένα φεγγοβόλο δηλητήρια• και όλο το ζωντανό τούτο φως στοχάζονταν κι έλεγε: "θα υφίστασαι αιώνια την επήρεια του φιλιού μου• Θα ΄σαι όμορφη με τον τρόπο μου• Θ΄αγαπάς ότι αγαπώ κι ότι μ΄αγαπά• το νερό, τα σύννεφα, τη σιωπή και τη νύχτα• την απέραντη και πράσινη θάλασσα• το άμορφο και πολύμορφο νερό, το μέρος όπου δε θα βρίσκεσαι• τον εραστή που δε θα γνωρίσεις• τα τερατώδη άνθη• τ΄αρώματα που φέρνουν παραλήρημα• τις γάτες που λιγοθυμούν πάνω στα πιάνα και που θρηνούν σαν τις γυναίκες με μια φωνή βραχνή και γλυκιά!

"Και θα σ΄αγαπούν οι εραστές μου και θα ερωτοτροπούν μαζί σου οι φίλοι μου. Θα ΄σαι η βασίλισσα των ανθρώπων με τα πράσινα μάτια, που έχω σφίξει κι εγώ τον λαιμό της στα νυχτερινά μου χάδια• εκείνων που αγαπούν τη θάλασσα, την απέραντη θάλασσα, την πολυτάραχη και πράσινη , το άμορφο και πολύμορφο νερό, το μέρος όπου δεν βρίσκονται, τη γυναίκα που δεν γνωρίζουν, τ΄απαίσια άνθη που μοιάζουν με τα θυμιατήρια μιας άγνωστης θρησκείας, τ΄αρώματα που συγχύζουν τη θέληση και τ΄άγρια και φιλήδονα ζώα που είναι τα εμβλήματα της παραφροσύνης τους".

Και γι΄αυτό , καταραμένο αγαπητό χαϊδεμένο παιδί, βρίσκομαι τώρα ξαπλωμένος στα πόδια σου, αναζητώντας σ΄όλη την ύπαρξή σου την ανταύγεια της τρομερής Θεότητας, της μοιραίας αναδόχου, της φαρμακεύτρας τροφού όλων των σεληνιακών.

(Μετ. Τάκης Βαρβιτσιώτης)

Charles Baudelaire
Les Bienfaits de la Lune

La Lune, qui est le caprice même, regarda par la fenêtre pendant que tu dormais dans ton berceau, et se dit: "Cette enfant me plaît."

Et elle descendit moelleusement son escalier de nuages et passa sans bruit à travers les vitres. Puis elle s'étendit sur toi avec la tendresse souple d'une mère, et elle déposa ses couleurs sur ta face. Tes prunelles en sont restées vertes, et tes joues extraordinairement pâles. C'est en contemplant cette visiteuse que tes yeux se sont si bizarrement agrandis; et elle t'a si tendrement serrée à la gorge que tu en as gardé pour toujours l'envie de pleurer.

Cependant, dans l'expansion de sa joie, la Lune remplissait toute la chambre comme une atmosphère phosphorique, comme un poison lumineux; et toute cette lumière vivante pensait et disait: "Tu subiras éternellement l'influence de mon baiser. Tu seras belle à ma manière. Tu aimeras ce que j'aime et ce qui m'aime: l'eau, les nuages, le silence et la nuit; la mer immense et verte; l'eau uniforme et multiforme; le lieu où tu ne seras pas; l'amant que tu ne connaîtras pas; les fleurs monstrueuses; les parfums qui font délirer; les chats qui se pâment sur les pianos et qui gémissent comme les femmes, d'une voix rauque et douce!

"Et tu seras aimée de mes amants, courtisée par mes courtisans. Tu seras la reine des hommes aux yeux verts dont j'ai serré aussi la gorge dans mes caresses nocturnes; de ceux-là qui aiment la mer, la mer immense, tumultueuse et verte, l'eau informe et multiforme, le lieu où ils ne sont pas, la femme qu'ils ne connaissent pas, les fleurs sinistres qui ressemblent aux encensoirs d'une religion inconnue, les parfums qui troublent la volonté, et les animaux sauvages et voluptueux qui sont les emblèmes de leur folie."

Et c'est pour cela, maudite chère enfant gâtée, que je suis maintenant couché à tes pieds, cherchant dans toute ta personne le reflet de la redoutable Divinité, de la fatidique marraine, de la nourrice empoisonneuse de tous les lunatiques.

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015

στην οδό του τίποτα...

Μια μέρα ίσως θα καταλάβουν ότι επιτέλεσα όσο κανείς άλλος το εγγενές καθήκον μου να γίνω ο ερμηνευτής ενός μεγάλου μέρους του αιώνα μας. Κι όταν θα το καταλάβουν, θα πρέπει να γράψουν ότι στην εποχή μου δεν με κατάλαβαν, ότι, δυστυχώς, έζησα ανάμεσα στην αδιαφορία και την ψυχρότητα, και ότι ήταν πολύ κρίμα που μου έλαχε αυτό. Κι αυτός που θα το γράψει, θα είναι, την εποχή που θα το γράψει, αυτός που δεν θα καταλάβει, όπως αυτοί που με περιβάλλουν σήμερα, τον αντίστοιχό μου εκείνη τη μελλοντική εποχή. Γιατί οι άνθρωποι μαθαίνουν μόνο για να χρησιμεύσει η γνώση στους προπάππους τους που έχουν ήδη πεθάνει. Μόνο στους νεκρούς ξέρουμε να διδάσκουμε τους αληθινούς κανόνες της ζωής.
Φερνάντο Πεσσόα
 
http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Π. Μελά, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Φερνάντο Πεσσόα
Λισαβόνα

Πάλι σε ξαναβλέπω ,
πόλη των παιδικών μου χρόνων φοβερά χαμένη ...
πόλη θλιμμένη και εύθυμη , πάλι ονειρεύομαι εδώ ...
Εγώ; Είμαι άραγε ο ίδιος εγώ που εδώ έζησα, κι εδώ γύρισα,
κι εδώ ξαναγύρισα και ξαναγύρισα;
Κι εδώ πάλι ξαναγύρισα;
Ή είμαστε, όλα τα Εγώ που υπήρξα εδώ ή υπήρξαν,
μια σειρά από χάντρες - όντα δεμένα μ' ένα νήμα-μνήμη,
μια σειρά ονείρων του εαυτού μου που τα ονειρεύτηκε
κάποιος άλλος πέρα από μένα;

Κατάστημα ψιλικών

Δεν είμαι τίποτα.
Ποτέ δεν θα είμαι τίποτα.
Δεν μπορώ να θέλω να είμαι τίποτα .
Πέραν αυτού, έχω μέσα μου όλα τα όνειρα του κόσμου.
Παράθυρα της κάμαρής μου,
της κάμαρής μου, μιας από τις χιλιάδες του κόσμου που κανείς δεν γνωρίζει ποια είναι
(και να 'ξεραν ποια είναι , τι θα 'ξεραν;)
βλέπετε στο μυστήριο ενός δρόμου όπου περνούν ασταμάτητα άνθρωποι,
σ' ένα δρόμο απρόσιτο σ' όλες τις σκέψεις,
πραγματικό , συγκεκριμένο , αγνώστως συγκεκριμένο ,
με το μυστήριο των πραγμάτων κάτω από τις πέτρες και τα όντα ,
με το θάνατο να προσθέτει υγρασία στους τοίχους και άσπρα μαλλιά στους ανθρώπους,
με το πεπρωμένο να οδηγεί την άμαξα του παντός στην οδό του τίποτα.

Αλλά ο μαγαζάτορας φάνηκε στην πόρτα και στάθηκε στο κατώφλι .
Τον κοιτάζω με τη δυσφορία του κεφαλιού που δυσκολεύεται να γυρίσει
και τη δυσφορία της ψυχής που δυσκολεύεται να καταλάβει.
Θα πεθάνει και θα πεθάνω .
Θ' αφήσει πίσω την ταμπέλα του , κι εγώ τους στίχους μου.
Κάποτε θα πεθάνει κι η ταμπέλα , θα πεθάνουν κι οι στίχοι.
Μετά θα πεθάνει ο δρόμος όπου υπήρξε η ταμπέλα ,
και η γλώσσα όπου γράφτηκαν οι στίχοι.
Έπειτα θα πεθάνει ο περιστρεφόμενος πλανήτης όπου συνέβησαν όλα αυτά.
Σ' άλλους δορυφόρους άλλων ηλιακών συστημάτων κάτι
που θα μοιάζει με ανθρώπους
θα εξακολουθεί να κάνει πράγματα που μοιάζουν με στίχους
και να ζει κάτω από πράγματα που μοιάζουν με ταμπέλες,
πάντα ένα πράγμα απέναντι από ένα άλλο,
πάντα ένα πράγμα τόσο ανώφελο όσο και το άλλο,
πάντα το αδύνατο τόσο ανόητο όσο και το πραγματικό,
πάντα το μυστήριο του βάθους τόσο βέβαιο
όσο και ο ύπνος του μυστηρίου της επιφανείας,
πάντα αυτό ή πάντα κάτι άλλο ή μήτε το ένα μήτε το άλλο.

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2015

Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη...

Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα
κι ένα του Μαγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:
"Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!"
Κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Αρόδο, λάδι σε καμβά

Νίκος Καββαδίας
Ιδανικός κι ανάξιος εραστής 

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς τη Σιγκαπούρ τ' Αλγέρι και το Σφαξ
θ' αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ σκυφτός σ' ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ,
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα 'χω πια ξεχάσει,
κι η μάνα μου χαρούμενη θα λέει σ' όποιον ρωτά:
"Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει"

Μα ο εαυτός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει.

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθειά στις μακρινές Ινδίες,
θα 'χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.

Γράμμα ενός αρρώστου


Φίλε μου Αλέξη, το 'λαβα το γράμμα σου
και με ρωτάς τι γίνομαι, τι κάνω;
Μάθε, ο γιατρός πως είπε στη μητέρα μου
ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω...

Είναι καιρός όπου έπληξα, διαβάζοντας
όλο τα ίδια που έχω εδώ βιβλία,
κι όλο εποθούσα κάτι νέο να μάθαινα
που να μου φέρει λίγη ποικιλία.

Κι ήρθεν εχθές το νέο έτσι απροσδόκητα
- σιγά ο γιατρός στο διάδρομο εμιλούσε -
και τ' άκουσα. Στην κάμαρα εσκοτείνιαζε
κι ο θόρυβος του δρόμου εσταματούσε.

Έκλαψα βέβαια, κάτω απ' την κουβέρτα μου.
Λυπήθηκα. Για σκέψου, τόσο νέος!
Μα στον εαυτό μου αμέσως υποσχέθηκα
πως θα φανώ, σαν πάντοτε, γενναίος.

Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα
κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη
και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα
κι όλο η μητέρα μου 'λεγε: το Μάρτη...

Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα
κι ένα του Μαγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:
"Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!"
Κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει.

Να πεις στους φίλους χαιρετίσματα,
κι αν τύχει κι ανταμώσεις την Ελένη,
πως μ' ένα φορτηγό - πες της - μπαρκάρισα
και τώρα πια να μη με περιμένει...

Αλήθεια! Ο Χάρος ήθελα να 'ρχότανε.

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2015

αμέλησα τα κάλλη σου, Σελήνη!..

Μόνον εσύ ακόμη, φίλη παιδιακή,
μόνον εσύ δεν μ’ έχεις λησμονήσει.
Και σπλαχνικά το φως σου στέλλεις το γλυκύ,
ναρθεί να βρει, να με παρηγορήσει...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Στο φως της σελήνης, λάδι σε καμβά

Γεώργιος Μ. Βιζυηνός
Προς την Σελήνην

Η σοβαρή και χλωμιασμένη σου θωριά,
που αρμενίζει στ’ αψηλά, Σελήνη,
δεν ‘ξεύρεις τι αδελφική παρηγοριά,
τι παιδιακούς συλλογισμούς με δίνει!

Κανένα φίλον από σένα πιο παλιό,
και πιο πιστό, δεν έχω να ονομάσω.
Σ’ εγνώρισα πριν πρωτοέμβω στο σχολειό,
κι αν ‘μβω στον τάφο, δεν θα σε ξεχάσω.

Θυμάσ’ ακόμα το μικρό παιδί, εμέ,
με τον μεγάλο πόθο στην καρδιά μου;
Με την λαχτάρα, να μου ήρχεσαι χαμαί,
να σ’ έχω σαν παιχνίδι στην ποδιά μου;

Θυμάσαι πώς, εσύ στα ύψη, εγώ στη γη,
ετρέχαμε μαζί, ποιος να περάσει;
Συ έχεις μείνει πάντα νέα και γοργή,
και μόν’ εγώ, εγώ έχω γεράσει!

Θυμάσαι την Βιζώ μας, τ’ όμορφο χωριό;
Το σπίτι μας, τ’ ωραίο περιβόλι;
Και μέσα στ’ άνθη του, θυμάσαι το Μαριώ,
π’ αγάπησα με την καρδία μ’ όλη;

Αυτή τα φταίει, αν απ’ εκείνο τον καιρό
αμέλησα τα κάλλη σου, Σελήνη!
Γιατ’ απαιτούσε και καλά να μη θωρώ,
παρά τες ομορφιές, που είχ’ εκείνη.

Αυτή τα φταίει, αν τώρα πλέον δεν μπορεί
ν’ ανοίξει σαν και πρώτα η καρδιά μου,
να παίξει, φίλη μου, μαζί σου, να χαρεί,
καθώς την ξεύρεις απ’ τα παιδιακά μου!

Αυτή τα φταίει! Και γνωρίζεις διατί;
Διότι, γι’ άλλον, πρόδωκεν εμένα!
Και μ’ έκαμε να κλαίω απ’ την ώρ’ αυτή,
να καταλυώ την νιότη μου στα ξένα!

Δεν είδα πια από τότε πρόσχαρη χρονιά!
-’Εβαλε λες φαρμάκι στην ζωή μου!
Ως και τους φίλους μου τους ηύρεν απονιά,
και μ’ άφηκαν στην μέση της ερήμου!

Μόνον εσύ ακόμη, φίλη παιδιακή,
μόνον εσύ δεν μ’ έχεις λησμονήσει.
Και σπλαχνικά το φως σου στέλλεις το γλυκύ,
ναρθεί να βρει, να με παρηγορήσει.

Σ’ ευχαριστώ! Κι αυτήν απόψε την βραδιά
μ’ ελάφρυνες τα στήθη μου λιγάκι.
Γιατί μου άδειασ’ η γεμάτη μου καρδιά,
σαν σ’ έχω γράψ’ αυτό το τραγουδάκι!

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

η ώρα που η ζωή μου ολόκληρη κυλάει...

ακίνητα στην πράξη, όλα αυτά εν κινήσει
έχουν μιαν όψη ασάλευτη.
Είναι η ώρα μεγάλη, η ώρα που ταιριάζει
καλύτερα στα χρόνια των περισυλλογών μας...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Διαγώνιος Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Ουμπέρτο Σάμπα
Η δική μας ώρα

Γνωρίζεις κάποια ώρα της ημέρας που να 'ναι
πιο ωραία απ' εκείνες της νύχτας; Τόσο
ωραιότερη και λιγότερο αγαπημένη; Είναι εκείνη
που για λίγο την ιερή ραθυμία ξεπερνάει˙
η πιο εντατική ώρα είναι η εργασία, κάτι φανερό
πλημμυρίζοντας ο κόσμος στους δρόμους˙
στις τετραγωνισμένες μυλόπετρες των σπιτιών
μια σελήνη ξεθωριασμένη, που μόλις
διακρίνεται στον νυχτερινό άνεμο.

Είναι η ώρα που άφηνες την εξοχή
για να χαρείς την αγαπημένη σου πόλη,
τον φωτερό κόλπο πάνω στο βουνό
ειδωμένο πολλαπλά σ' όλο του το ωραίο εύρος˙
η ώρα που η ζωή μου ολόκληρη κυλάει
σαν τον ποταμό προς τη θάλασσά του˙
και η σκέψη μου, τα βιαστικά βήματα
του πλήθους, οι τεχνίτες στην κορυφή μιας ψηλής
σκάλας, το παιδί που τρέχοντας πηδάει
πάνω σε καρότσα με πάταγο, όλα φαίνονται
ακίνητα στην πράξη, όλα αυτά εν κινήσει
έχουν μιαν όψη ασάλευτη.

Είναι η ώρα μεγάλη, η ώρα που ταιριάζει
καλύτερα στα χρόνια των περισυλλογών μας.

(μετ Βασίλης Ρούβαλης)

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

κιόλας χειμώνας, χειμώνας...

Από την παραμορφωμένη φύση, το φύλλο
Συμμετρικό ξεφεύγει και η άγκυρα
Δεν το κρατάει: κιόλας χειμώνας, χειμώνας,
Λίγη φωτιά την καπνιά της στα κανάλια αφήνει...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Χειμωνιάτικο απόγευμα, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
  
Σαλβατόρε Κουαζίμοντο

Το τελευταίο τόξο

Άφάνησε με, Κύριε, να μην ακούω
Το γδύσιμο των στομωμένων χρόνων, δώσε
Στη δεδομένη της χειρονομία να τραπεί η οδύνη :
Το έσχατο μου απέμεινε
Τόξο του κύκλου απ’ τη ζωή μου.

Κάνε με αέρα που αλητεύει ευτυχισμένος,
Κριθάρι, σπάρτο, ίσως λέπρα
Που τη γνωρίζεις μόνο από το ξέσπασμα της.

Ας μου είναι εύκολο να σε αγαπήσω
Στο χορτάρι που αντρειεύει στο φως,
Στις πτυχές που μετρούνε τα χρόνια στη σάρκα

Επεχείρησα τη ζωή :
Καθένας, ξυπόλητος
Γονατίζει στην αναζήτηση.

Ακόμη με αφήνεις: Μόνο
Στον ήσκιο που τη νύχτα λιμνάζει,
Κι ούτε ένα πέρασμα δεν μου ανοίγεται

Από την παραμορφωμένη φύση

Από την παραμορφωμένη φύση, το φύλλο
Συμμετρικό ξεφεύγει και η άγκυρα
Δεν το κρατάει: κιόλας χειμώνας, χειμώνας,
Λίγη φωτιά την καπνιά της στα κανάλια αφήνει.

Κανείς, θα μπορούσε και να προδώσει
Στις φλόγες εκείνες τη νύχτα,
Ν’ αρνηθεί
τη γη, τρεις φορές.

Σπας
Που εδώ και χρόνια, τι χρόνια,
Τ’ αστέρια
Στα κανάλια να επιπλέουν,
Βρομισμένα
Κοιτάς
Δίχως απέχθεια όμως,
Αν κάποιον στη γη αγαπάς,
Αν το νωπό το ξύλο τερετίζει, και
Αποτεφρώνεται η γεωμετρία
Του φύλλου που, τσιρίζοντας, σε ζεσταίνει. 

(Μετ. Χρίστος Κρεμνιώτης)

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

το νερό των θαλασσών...

σαν σκοτεινό κορίτσι,
που τον άνεμο σπάει
πουλώντας το νερό των θαλασσών...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Λιμάνι, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα
Η μπαλάντα του νερού της θάλασσας       

Η θάλασσα χαμογελάει
με στόμα από αφρό
και χείλια απ’ ουρανό,
σαν σκοτεινό κορίτσι,
που τον άνεμο σπάει
πουλώντας το νερό των θαλασσών

Η θάλασσα χαμογελάει
έχει στόμα από αφρό
και μάτια ουρανό
σαν μητέρα που ένα δάκρυ σκορπάει
και πικραίνει το νερό των θαλασσών

Τι μας φέρνεις αγόρι..;
Τι κυλάει στο αίμα σου ..;
Σας φέρνω το νερό των θαλασσών...

Τι φταίει μητέρα για τα μεγάλα σου δάκρυα..;
Κλαίω το νερό των θαλασσών

Πως γεννιέται η μεγάλη σου πίκρα..;
Κύριε, πικραίνει το νερό των θαλασσών

Πουλάω το νερό των θαλασσών
Πουλάω το νερό των θαλασσών
Η θάλασσα χαμογελάει...
Πουλάω το νερό των θαλασσών

Το τραγούδι του δρόμου
Μετ. Νίκος Γκάτσος
       
Σε πεύκο ανέβηκα μεγάλο
να δω πού πήγε τ’ όνειρό μου
μα εγώ δεν είδα τίποτα άλλο
από τον κουρνιαχτό του δρόμου.

Σαν πας στη στράτα στράτα
τον πόλεμο παράτα
γιατί ο καιρός ανοίγει
κι αρχίζει το κυνήγι.

Στου κάστρου την παλιά τη βρύση
σκοτώσαν ένα περιστέρι
πες μου ποιο μάτι θα δακρύσει
και ποιο θα το ζεστάνει χέρι.

Σαν πας στη στράτα στράτα
τον πόλεμο παράτα
γιατί ο καιρός ανοίγει
κι αρχίζει το κυνήγι.

Φύγε απ’ το δρόμο περιστέρι
γιατί θα βγω κι εγώ κυνήγι
κι αν αστοχήσει μου το χέρι
θα 'ν' η ζωή σου τόσο λίγη.

Σαν πας στη στράτα στράτα
τον πόλεμο παράτα
γιατί ο καιρός ανοίγει
κι αρχίζει το κυνήγι.

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014

τίποτε πια δεν ωφελεί...

Αυτό το βράδυ έφυγε ακόμα ένας. Χάθηκε
εκεί που σβήνεις ένα ένα τα φώτα σου στον ουρανό
και τίποτα δεν είναι πια να ξαναρχίσει...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Nίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
Τελευταίος σταθμός

Αυτό το βράδυ στάθηκε το πιο γλυφό. Το ήπια
σταλαματιά σταλαματιά καθώς σκεφτόμουνα
πως ό,τι δόθηκε δεν παίζει με τ’ αποσιωπητικά
δε μιλά τη γλώσσα της επιστροφής θα ξανάρθω με τα πρωτοβρόχια

Αυτό το βράδυ έφυγε ακόμα ένας. Χάθηκε
εκεί που σβήνεις ένα ένα τα φώτα σου στον ουρανό
και τίποτα δεν είναι πια να ξαναρχίσει

Κι εγώ να σκέφτομαι το βράδυ αυτό, να μη μπορώ να μιλήσω
τα μάτια υγρά, το στόμα υγρό, τα μαλλιά μουσκεμένα
σαν τα παράθυρα σ’ ένα βαγόνι τρίτης θέσης
και βλέπεις αόριστα πως τίποτε πια δεν ωφελεί
μες στα χαλαρωμένα χέρια και στα πεσμένα μαλλιά σου

Από τη συλλογή Δύσκολος θάνατος (1954)

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014

Έβρεχε δίχως λόγο όλη τη νύχτα...

Μη φοβάσαι πια
την καλοκαιριάτικη βροχή
τις νύχτες που ξυπνάς
απ' τον βαθύ των φύλλων ψίθυρο...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Μετά τη βροχή, λάδι σε καμβά

Γιώργος Ιωάννου
Όταν αστράφτει

Έκλεισα το παράθυρο
κι αμέσως έπεσε η νύχτα.
Η μακρινή βροντή πάλι ξεχώρισε∙
λύθηκαν, κόπηκαν τα ήπατά μου.

Κρατάω με τα δόντια τον καιρό.
Βυθίζω μέσα στη μαυρίλα το μυαλό μου.

Ας άνοιγε η γη, ας με κατάπινε,
τουλάχιστο να μη γελούν, όταν αστράφτει.

Έβρεχε δίχως λόγο

Έβρεχε δίχως λόγο όλη τη νύχτα.
Έκλαψα - χόρτασε η ψυχή μου.
Σ' έφερα πιο κοντά.
Κράτησα επιτέλους τη μορφή σου.

Χαράζει τώρα στις μηλιές
κείνο σου το χαμόγελο.

Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963)

 Ίσως την αποπλύνει

Μη φοβάσαι πια
την καλοκαιριάτικη βροχή
τις νύχτες που ξυπνάς
απ' τον βαθύ των φύλλων ψίθυρο.

Κλείσε τα μάτια μόνο καλύτερα,
κι άνοιξε κείνη την καρδιά σου

Ίσως την αποπλύνει η καταιγίδα.

Από τη συλλογή Ηλιοτρόπια (1954)

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

Φίλε του φθινοπώρου...

Κ' ήρθε μοιραία του φθινοπώρου η Ώρα,
ανάμεσό μας στάθη σκυθρωπή...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό δειλινό, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Μαρία Πολυδούρη
Αφιέρωση

Φίλε, τοῦ φθινοπώρου ἦρθεν ἡ Ὥρα
στὴν πόρτα μου ἔξω. Κίτρινο φορεῖ
στεφάνι ἀπὸ μυρτιά. Στὰ νικηφόρα
χέρια της μία κιθάρα θλιβερή,
Κιθάρα παλαιϊκὴ ποὺ κλεῖ πληθώρα
μέσα της ἤχους καὶ ἤχους. Ἱερὴ
κοιτίδα. Κάθε πόνος, κάθε γνώρα
ποὺ ἦταν γλυκιὰ καὶ γίνηκε πικρή,
Ἦχος μέσ᾿ στὴν καρδιά της ἀποστάζει.
Φίλε, τοῦ φθινοπώρου ἡ Ὥρα ἐκεῖ
στὴν πόρτα μου ἦρθε δίχως νὰ διστάζη
Καὶ τὸ κιθάρισμά της πότε πότε
σὰ νἄτανε ἡ φωνή σου ἡ μυστικὴ
τοὺς στίχους σου ποὺ μοῦ τραγούδαες τότε.

Κ' ήρθε μοιραία

Κ᾿ ἦρθε μοιραῖα τοῦ φθινοπώρου ἡ Ὥρα,
ἀνάμεσό μας στάθη σκυθρωπή,
μᾶς ἄφησε τ᾿ ἀνταλλαγμένα δῶρα
καὶ τὸ γιατί χωρὶς νὰ μᾶς τὸ πῆ
Μᾶς ἔρριξε στὸ δρόμο πρὸς τὴ χώρα
μὲ γρήγορο τὸ χέρι ὡς ἀστραπή.
Μαζὶ στὸν κόσμο μὰ μονάχοι τώρα,
μία μοναξιὰ σὰν τάφου σιωπή.
Μόνο ἔφτανε ὁ ἀχὸς τοῦ τραγουδιοῦ σου,
μία ἀνάστερη νυχτιὰ χωρὶς πνοή.
- Ἄχ, ποὖνε ἡ νύχτα ἐκείνη τοῦ παληοῦ σου
Τοῦ τραγουδιοῦ, μία προσμονὴ κρυμμένη;
Μ᾿ ἔφτανε ὁ ἀχός... Δὲ σώνεται ἡ ζωὴ
ὅταν τοῦ τάφου ἡ πόρτα εἶνε ἀνοιγμένη.

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014

Πρέπει να βγεις από τούτο τον ύπνο...

Στην πολιτεία που έγινε πορνείο
μαστροποί και πολιτικιές
διαλαλούν σάπια θέλγητρα... 

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Γιώργος Σεφέρης, μικτή τεχνική

Γιώργος Σεφέρης
Θερινό Ηλιοστάσι

Α΄

Ο μεγαλύτερος ήλιος από τη μια μεριά
κι από την άλλη το νέο φεγγάρι
απόμακρα στη μνήμη σαν εκείνα τα στήθη.
Ανάμεσό τους χάσμα της αστερωμένης νύχτας
κατακλυσμός της ζωής.
Τ’ άλογα στ’ αλώνια
καλπάζουν και ιδρώνουν
πάνω σε σκόρπια κορμιά.
Όλα πηγαίνουν εκεί
και τούτη η γυναίκα
που την είδες όμορφη, μια στιγμή
λυγίζει δεν αντέχει πια γονάτισε.
Όλα τ’ αλέθουν οι μυλόπετρες
και γίνουνται άστρα.

Παραμονή της μακρύτερης μέρας.

Γ΄

Κι όμως σ’ αυτό τον ύπνο
τ’ όνειρο ξεπέφτει τόσο εύκολα
στο βραχνά.
Όπως το ψάρι που άστραψε κάτω απ’ το κύμα
και χώθηκε στο βούρκο του βυθού
ή χαμαιλέοντας όταν αλλάζει χρώμα.
Στην πολιτεία που έγινε πορνείο
μαστροποί και πολιτικιές
διαλαλούν σάπια θέλγητρα·
η κυματόφερτη κόρη
φορεί το πετσί της γελάδας
για να την ανεβεί το ταυρόπουλο·
ο ποιητής
χαμίνια του πετούν μαγαρισιές
καθώς βλέπει τ’ αγάλματα να στάζουν αίμα.
Πρέπει να βγεις από τούτο τον ύπνο·
τούτο το μαστιγωμένο δέρμα.

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

κανείς δεν σε προσμένει...

του 'λεγα να 'ρθεί μαζί μου να γελάσει
να χορέψει ή να κλάψει κάτω απ' τη θλιμμένη βροχή
μ' αυτός βρήκε βάναυσα τα λόγια μου...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Μάρκος Μέσκος

Ποιητής

Τελείωνε το ποίημα όταν πλησίασα.
(Ήταν αθάνατος ή όχι;)
Του μιλούσα κι αυτός έβλεπε πώς πίνουν νερό τα πουλιά
του μιλούσα κι αυτός έπαιρνε τη σάλπιγγα
             να τραγουδήσει νεκρούς...
Του 'δειχνα τ' άσπρα μου μαλλιά μ' αυτός δε φοβόταν
             τον θάνατο,
του 'λεγα να 'ρθεί μαζί μου να γελάσει
να χορέψει ή να κλάψει κάτω απ' τη θλιμμένη βροχή
μ' αυτός βρήκε βάναυσα τα λόγια μου
κι έφυγε κρύβοντας την παρουσία του στο πλήθος
όπως το λαβωμένο ζώο στο δάσος.

Ενδοχώρα

Γκρίζο πρωινό σκελετωμένα δέντρα ορίζοντες τυφλοί•
για ‘κει που πας κανείς δεν σε προσμένει• φώτα χλωμά
ο πεινασμένος κι άλαλος κοκκινολαίμης μόνο
βουβός ο δρόμος κρύο πολύ
πάχνη στο αναποδογυρισμένο χώμα•
–άξιος είμαι πάρε με!

Σήματα

Πεινασμένος ο λόγος που καρτερεί σιωπηλά
λέξεις που σημαίνουν λέξεις που δεν σπιθοβολούν
λέξεις που εγείρονται να μιλήσουν πάλι βιαστικά
μην τάχα δεν προλάβουν…

Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

Εικόνες της Θεσσαλονίκης...

Ο φωτογράφος της Θεσσαλονίκης, Γιάννης Κυριακίδης, η "Αρκούδα" της πόλης, βιογραφείται μέσα από τις εικόνες του...

http://yannisstavrou.blogspot.com

Οι εκδόσεις Μίλητος σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιογραφικού λευκώματος του φωτογράφου της Θεσσαλονίκης Γιάννη Κυριακίδη, σε έρευνα και επιμέλεια του φίλου Κώστα Μπλιάτκα (πρωην διευθυντή της ΕΤ3).

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ - ΖΩΗ ΓΕΜΑΤΗ ΕΙΚΟΝΕΣ
Τρίτη 20 Μαίου 2014, από 12 το μεσημέρι
BLACK DUCK Garden - Athens City Museum Bistrot
Παπαρηγοπούλου 5, Αθήνα

Θα μιλήσουν:
Τίτη Κυριακίδου, σκηνογράφος, Ζωή Λάσκαρη, ηθοποιός, Λευτέρης Παπαδόπουλος, στιχουργός, Κώστας Παπαϊωάννου, δημοσιογράφος, Άρης Σκιαδόπουλος, δημοσιογράφος, Σεραφείμ Φυντανίδης, δημοσιογράφος

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

Τοπίο...

Πουλιὰ μαῦρες σαΐτες τῆς δύσκολης πίκρας
δὲν εἶν᾿ εὔκολο πράμα ν᾿ ἀγαπήσετε τὸν οὐρανὸ
πολὺ μάθατε νὰ λέτε πὼς εἶναι γαλάζιος
ξέρετε τὶς σπηλιές του τὸ δάσος τοὺς βράχους του;

http://yannisstavrou.blogspot.com
Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά


Μίλτος Σαχτούρης
Ο ουρανός

Πουλιὰ μαῦρες σαΐτες τῆς δύσκολης πίκρας
δὲν εἶν᾿ εὔκολο πράμα ν᾿ ἀγαπήσετε τὸν οὐρανὸ
πολὺ μάθατε νὰ λέτε πὼς εἶναι γαλάζιος
ξέρετε τὶς σπηλιές του τὸ δάσος τοὺς βράχους του;
ἔτσι καθὼς περνᾶτε φτερωτὲς σφυρίχτρες
ξεσκίζετε τὴ σάρκα σας πάνω στὰ τζάμια του
κολλοῦν τὰ πούπουλά σας στὴν καρδιά του
Καὶ σὰν ἔρχεται ἡ νύχτα μὲ φόβο ἀπ᾿ τὰ δέντρα
κοιτᾶτε τ᾿ ἄσπρο μαντίλι τὸ φεγγάρι του
τὴ γυμνὴ παρθένα ποὺ οὐρλιάζει στὴν ἀγκαλιά του
τὸ στόμα τῆς γριᾶς μὲ τὰ σάπια τὰ δόντια του
τ᾿ ἄστρα μὲ τὰ σπαθιὰ καὶ μὲ τοὺς χρυσοὺς σπάγγους
τὴν ἀστραπὴ τὸν κεραυνὸ τὴ βροχή του
τὴ μακριὰ ἡδονὴ τοῦ γαλαξία του

Τοπίο

-Ἕνα κορίτσι πνίγεται μέσα στὸ μαῦρο
ἐγὼ ἀνεβαίνω σ᾿ ἕναν ἄσπρο οὐρανό
Μέσα στὸν ἔρημο χιονιὰ
ἕνας παπὰς κατάμαυρος μέσα στὴν παγωνιὰ
λίγα μαῦρα πουλιὰ σ᾿ ἕνα κλαδὶ
κι ἕνα μόνο λουλούδι
καὶ μιὰ φωνή:
-Ἐγὼ ἀνεβαίνω σ᾿ ἕναν ἄσπρο οὐρανὸ
μέσα στὸ μαῦρο πνίγεται ἕνα κορίτσι