Γιάννης Σταύρου, Υμηττός Παιανία, λάδι σε καμβά

t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

κιόλας χειμώνας, χειμώνας...

Από την παραμορφωμένη φύση, το φύλλο
Συμμετρικό ξεφεύγει και η άγκυρα
Δεν το κρατάει: κιόλας χειμώνας, χειμώνας,
Λίγη φωτιά την καπνιά της στα κανάλια αφήνει...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Χειμωνιάτικο απόγευμα, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
  
Σαλβατόρε Κουαζίμοντο

Το τελευταίο τόξο

Άφάνησε με, Κύριε, να μην ακούω
Το γδύσιμο των στομωμένων χρόνων, δώσε
Στη δεδομένη της χειρονομία να τραπεί η οδύνη :
Το έσχατο μου απέμεινε
Τόξο του κύκλου απ’ τη ζωή μου.

Κάνε με αέρα που αλητεύει ευτυχισμένος,
Κριθάρι, σπάρτο, ίσως λέπρα
Που τη γνωρίζεις μόνο από το ξέσπασμα της.

Ας μου είναι εύκολο να σε αγαπήσω
Στο χορτάρι που αντρειεύει στο φως,
Στις πτυχές που μετρούνε τα χρόνια στη σάρκα

Επεχείρησα τη ζωή :
Καθένας, ξυπόλητος
Γονατίζει στην αναζήτηση.

Ακόμη με αφήνεις: Μόνο
Στον ήσκιο που τη νύχτα λιμνάζει,
Κι ούτε ένα πέρασμα δεν μου ανοίγεται

Από την παραμορφωμένη φύση

Από την παραμορφωμένη φύση, το φύλλο
Συμμετρικό ξεφεύγει και η άγκυρα
Δεν το κρατάει: κιόλας χειμώνας, χειμώνας,
Λίγη φωτιά την καπνιά της στα κανάλια αφήνει.

Κανείς, θα μπορούσε και να προδώσει
Στις φλόγες εκείνες τη νύχτα,
Ν’ αρνηθεί
τη γη, τρεις φορές.

Σπας
Που εδώ και χρόνια, τι χρόνια,
Τ’ αστέρια
Στα κανάλια να επιπλέουν,
Βρομισμένα
Κοιτάς
Δίχως απέχθεια όμως,
Αν κάποιον στη γη αγαπάς,
Αν το νωπό το ξύλο τερετίζει, και
Αποτεφρώνεται η γεωμετρία
Του φύλλου που, τσιρίζοντας, σε ζεσταίνει. 

(Μετ. Χρίστος Κρεμνιώτης)

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

τόσο κοντά στον άνθρωπο η κόλαση είναι...

Απ’ τα πολλά δάκρυα τα μάτια μου μουλιάζουν και να συνεχίσω δύναμη δε μου μένει, γιατί το νιώθω πως έφτασε η στιγμή κοντά στους ανθρώπους με το κτηνώδικο πρόσωπο να γυρίσω; όμως…κουράγιο!..

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινή βάρδια, λάδι σε καμβά

Λωτρεαμόν
Από τα Άσματα του Μαλντορόρ

Γέρο-ωκεανέ, με τα κρυστάλλινα κύματα, με τις γαλάζιες γραμμές που βλέπει κανείς πάνω στις ροζιασμένες των μούτσων πλάτες αναλογικά μοιάζεις; ένα τεράστιο μπλε σημάδι πάνω στο σώμα της γης είσαι: αυτή η παρομοίωση μ’ αρέσει. Γι αυτό, στην πρώτη σου θέα, μια μακριά πνοή θλίψης, που θα την πέρναγε κανείς για μουρμουρητό της αύρας, περνάει, ανεξίτηλα χνάρια στις βαριά κλονισμένες ψυχές αφήνοντας, και συ ξαναφέρνεις στη θύμηση των εραστών σου, που δεν το αντιλαμβάνονται πάντα, το σκληρό αρχίνισμα τ’ ανθρώπου, τότε που πρωτογνωρίζει τον πόνο για να μην τον αποχωριστεί ποτέ πια.
Σε χαιρετώ, γέρο-ωκεανέ!

Γέρο-ωκεανέ, το σύμβολο της απαραλλαξίας είσαι: για πάντα ίδιος με τον εαυτό σου. Δεν αλλάζεις μ’ έναν τρόπο ουσιαστικό κι αν τα κύματά σου σε κάποιαν άκρη μανιάζουν, σε μιαν άλλη, λιγάκι πιο πέρα, την πιο τέλεια γαλήνη παρουσιάζουν. Δεν είσαι σαν τον άνθρωπο εσύ, που σταματάει στο δρόμο να χαζέψει δυο σκυλιά που απ’ το σβέρκο αρπαχτήκαν, μα δε σταματά όταν περνά μια κηδεία; που το πρωί στα κέφια του είναι και το βράδυ κατσούφης; που γελάει σήμερα κι αύριο κλαίει.
Σε χαιρετώ, γέρο-ωκεανέ!

Γέρο-ωκεανέ, τα νερά σου πικρά είναι. Έχουν την ίδια γεύση με τη χολή που διυλίζει η κριτική για τις καλές τέχνες, για τις επιστήμες, για όλα. Αν κάποιος έχει ταλέντο, ηλίθιο τον βγάζουν; αν κάποιος όμορφη κορμοστασιά έχει, φριχτός καμπούρης γίνεται. Σίγουρα, πολύ πάνω στον άνθρωπο οι ατέλειές του θα πρέπει να βαραίνουν για να τις κρίνει έτσι, κι ας φταίει ο ίδιος για τα τρία τέταρτα απ’ αυτές!
Σε χαιρετώ, γέρο-ωκεανέ!

…Πες μου, λοιπόν, αν είσαι συ το λημέρι του πρίγκιπα του σκότους. Πες το μου…πες το μου, ωκεανέ (μονάχα σε μένα, για να μη λυπήσεις αυτούς που μέχρι τώρα άλλο από αυταπάτες δε γνώρισαν), κι αν αυτό που ξεσηκώνει τις θύελλες και τ’ αλμυρά σου νερά ψηλά μέχρι τα σύννεφα εξακοντίζει η ανάσα του Σατανά είναι. Να μου το πεις πρέπει γιατί χαρά μεγάλη θα μου δώσει να μάθω πως τόσο κοντά στον άνθρωπο η κόλαση είναι. Αυτή τη στροφή με τούτη την παράκληση να τελειώσω θα ’θελα. Γι αυτό, για ακόμη μια φορά, να σε χαιρετήσω και ν’ αποχαιρετήσω θέλω! Γέρο-ωκεανέ, με τα κρυστάλλινα κύματα… Απ’ τα πολλά δάκρυα τα μάτια μου μουλιάζουν και να συνεχίσω δύναμη δε μου μένει, γιατί το νιώθω πως έφτασε η στιγμή κοντά στους ανθρώπους με το κτηνώδικο πρόσωπο να γυρίσω; όμως…κουράγιο! Μια μεγάλη προσπάθεια ας κάνουμε και, με συναίσθηση του καθήκοντος, στη μοίρα μας επάνω σε τούτη τη γη ας ανταποκριθούμε.
Σε χαιρετώ, γέρο-ωκεανέ.

(Μετ. Γιάννης Ευαγγελίδης)



Comte de Lautréamont
Les Chants de Maldoror - Chant I
Strophe 9


Je me propose, sans être ému, de déclamer à grande voix la strophe sérieuse et froide que vous allez entendre. vous, faites attention à ce qu’elle contient, et gardez-vous de l’impression pénible qu’elle ne manquera pas de laisser, comme une flétrissure, dans vos imaginations troublées. Ne croyez pas que Je sois sur le point de mourir, car Je ne suis pas encore un squelette, et la vieillesse n’est pas collée à mon front. Écartons en conséquence toute idée de comparaison avec le cygne, au moment où son existence s’envole, et ne voyez devant vous qu’un monstre, dont Je suis heureux que vous ne puissiez pas apercevoir la figure  ; mais, moins horrible est-elle que son âme. Cependant, Je ne suis pas un criminel... Assez sur ce sujet. Il n’y a pas longtemps que j’ai revu la mer et foulé le pont des vaisseaux, et mes souvenirs sont vivaces comme si Je l’avais quittée la veille. Soyez néanmoins, si vous le pouvez, aussi calmes que moi, dans cette lecture que Je me repens déjà de vous offrir, et ne rougissez pas à la pensée de ce qu’est le cœur humain. O poulpe, au regard de soie ! toi, dont l’âme est inséparable de la mienne ; toi, le plus beau des habitants du globe terrestre, et qui commandes à un sérail de quatre cents ventouses ; toi, en qui siégent noblement, comme dans leur résidence naturelle, par un commun accord, d’un lien indestructible, la douce vertu communicative et les grâces divines, pourquoi n’es-tu pas avec moi, ton ventre de mercure contre ma poitrine d’aluminium, assis tous les deux sur quelque rocher du rivage, pour contempler ce spectacle que j’adore 

Vieil océan, aux vagues de cristal, tu ressembles proportionnellement à ces marques azurées que l’on voit sur le dos meurtri des mousses  ; tu es un immense bleu, appliqué sur le corps de la terre : j’aime cette comparaison. Ainsi, à ton premier aspect, un souffle prolongé de tristesse, qu’on croirait être le murmure de ta brise suave, passe, en laissant des ineffaçables traces, sur l’âme profondément ébranlée, et tu rappelles au souvenir de tes amants, sans qu’on s’en rende toujours compte, les rudes commencements de l’homme, où Il fait connaissance avec la douleur, qui ne le quitte plus. Je te salue, Vieil océan

Vieil océan, ta forme harmonieusement sphérique, qui réjouit la face grave de la géométrie, ne me rappelle que trop les petits yeux de l’homme, pareils à ceux du sanglier pour la petitesse, et à ceux des oiseaux de nuit pour la perfection circulaire du contour. Cependant, l’homme s’est cru beau dans tous les siècles. moi, Je suppose plutôt que l’homme ne croit à sa beauté que par amour-propre ; mais, qu’Il n’est pas beau réellement et qu’Il s’en doute  ; car, pourquoi regarde-t-Il la figure de son semblable avec tant de mépris ? Je te salue, Vieil océan

Vieil océan, tu es le symbole de l’identité : toujours égal à toi-même. tu ne varies pas d’une manière essentielle, et, si tes vagues sont quelque part en furie, plus loin, dans quelque autre zone, elles sont dans le calme le plus complet. tu n’es pas comme l’homme, qui s’arrête dans la rue, pour voir deux boule-dogues s’empoigner au cou, mais, qui ne s’arrête pas, quand un enterrement passe ; qui est ce matin accessible et ce soir de mauvaise humeur ; qui rit aujourd'hui et pleure demain. Je te salue, Vieil océan

Vieil océan, Il n’y aurait rien d’impossible à ce que tu caches dans ton sein de futures utilités pour l’homme. tu lui as déjà donné la baleine. tu ne laisses pas facilement deviner aux yeux avides des sciences naturelles les mille secrets de ton intime organisation : tu es modeste. L’homme se vante sans cesse, et pour des minuties. Je te salue, Vieil océan

Vieil océan, les différentes espèces de poissons que tu nourris n’ont pas juré fraternité entre elles. Chaque espèce vit de son côté. Les tempéraments et les conformations qui varient dans chacune d’elles, expliquent, d’une manière satisfaisante, ce qui ne paraît d’abord qu’une anomalie. Il en est Ainsi de l’homme, qui n’a pas les mêmes motifs d’excuse. Un morceau de terre est-Il occupé par trente millions d’êtres humains, ceux-ci se croient obligés de ne pas se mêler de l’existence de leurs voisins, fixés comme des racines sur le morceau de terre qui suit. En descendant du grand au petit, Chaque homme vit comme un sauvage dans sa tanière, et en sort rarement pour visiter son semblable, accroupi pareillement dans une autre tanière. La grande famille universelle des humains est une utopie digne de la logique la plus médiocre. En outre, du spectacle de tes mamelles fécondes, se dégage la notion d’ingratitude ; car, on pense aussitôt à ces parents nombreux, Assez ingrats envers le Créateur, pour abandonner le fruit de leur misérable union. Je te salue, Vieil océan

Vieil océan, ta grandeur matérielle ne peut se comparer qu’à la mesure qu’on se fait de ce qu’Il a fallu de puissance active pour engendrer la totalité de ta masse. on ne peut pas t’embrasser d’un coup d’œil. Pour te contempler, Il faut que la vue tourne son télescope, par un mouvement continu, vers les quatre points de l’horizon, de même qu’un mathématicien, afin de résoudre une équation algébrique, est obligé d’examiner séparément les divers cas possibles, avant de trancher la difficulté. L’homme mange des substances nourrissantes, et fait d’autres efforts, dignes d’un meilleur sort, pour paraître gras. Qu’elle se gonfle tant qu’elle voudra, cette adorable grenouille. sois tranquille, elle ne t’égalera pas en grosseur ; Je le suppose, du moins. Je te salue, Vieil océan

Vieil océan, tes eaux sont amères. C’est exactement le même goût que le fiel que distille la critique sur les beaux-arts, sur les sciences, sur tout. si quelqu’un a du génie, on le fait passer pour un idiot ; si quelque autre est beau de corps, C’est un bossu affreux. Certes, Il faut que l’homme sente avec force son imperfection, dont les trois quarts d’ailleurs ne sont dus qu’à lui-même, pour la critiquer Ainsi  Je te salue, Vieil océan

Vieil océan, les hommes, malgré l’excellence de leurs méthodes, ne sont pas encore parvenus, aidés par les moyens d’investigation de la science, à mesurer la profondeur vertigineuse de tes abîmes ; tu en as que les sondes les plus longues, les plus pesantes, ont reconnu inaccessibles. Aux poissons... ça leur est permis : pas aux hommes. Souvent, Je me suis demandé quelle chose était le plus facile à reconnaître : la profondeur de l’océan ou la profondeur du cœur humain  Souvent, la main portée au front, debout sur les vaisseaux, tandis que la lune se balançait entre les mâts d’une façon irrégulière, Je me suis surpris, faisant abstraction de tout ce qui n’était pas le but que Je poursuivais, m’efforçant de résoudre ce difficile problème  Oui, quel est le plus profond, le plus impénétrable des deux : l’océan ou le cœur humain ? si trente ans d’expérience de la vie peuvent jusqu’à un certain point pencher la balance vers l’une ou l’autre de ces solutions, Il me sera permis de dire que, malgré la profondeur de l’océan, Il ne peut pas se mettre en ligne, quant à la comparaison sur cette propriété, avec la profondeur du cœur humain. j’ai été en relation avec des hommes qui ont été vertueux. Ils mouraient à soixante ans, et chacun ne manquait pas de s’écrier : "Ils ont fait le bien sur cette terre, C’est-à-dire qu’Ils ont pratiqué la charité : voilà tout, ce n’est pas malin, chacun peut en faire autant." Qui comprendra pourquoi deux amants qui s’idolâtraient la veille, pour un mot mal interprété, s’écartent, l’un vers l’orient, l’autre vers l’occident, avec les aiguillons de la haine, de la vengeance, de l’amour et du remords, et ne se revoient plus, chacun drapé dans sa fierté solitaire. C’est un miracle qui se renouvelle Chaque jour et qui n’en est pas moins miraculeux. Qui comprendra pourquoi l’on savoure non seulement les disgrâces générales de ses semblables, mais encore les particulières de ses amis les plus chers, tandis que l’on en est affligé en même temps ? Un exemple incontestable pour clore la série : l’homme dit hypocritement Oui et pense non. C’est pour cela que les marcassins de l’humanité ont tant de confiance les uns dans les autres et ne sont pas égoïstes. Il reste à la psychologie beaucoup de progrès à faire. Je te salue, Vieil océan

Vieil océan, tu es si puissant, que les hommes l’ont appris à leurs propres dépens. Ils ont beau employer toutes les ressources de leur génie... incapables de te dominer. Ils ont trouvé leur maître. Je dis qu’Ils ont trouvé quelque chose de plus fort qu’eux. Ce quelque chose a un nom. Ce nom est : l’océan ! La peur que tu leur inspires est telle, qu’Ils te respectent. malgré cela, tu fais valser leurs plus lourdes machines avec grâce, élégance et facilité. tu leur fais faire des sauts gymnastiques jusqu’au ciel, et des plongeons admirables jusqu’au fond de tes domaines : un saltimbanque en serait jaloux. Bienheureux sont-Ils, quand tu ne les enveloppes pas définitivement dans tes plis bouillonnants, pour aller voir, sans chemin de fer, dans tes entrailles aquatiques, comment se portent les poissons, et surtout comment Ils se portent eux-mêmes. L’homme dit : "Je suis plus intelligent que l’océan." C’est possible ; C’est même Assez vrai ; mais l’océan lui est plus redoutable que lui à l’océan : C’est ce qu’Il n’est pas nécessaire de prouver. Ce patriarche observateur, contemporain des premières époques de notre globe suspendu, sourit de pitié, quand Il assiste aux combats navals des nations. voilà une centaine de léviathans qui sont sortis des mains de l’humanité. Les ordres emphatiques des supérieurs, les cris des blessés, les coups de canon, C’est du bruit fait exprès pour anéantir quelques secondes. Il paraît que le drame est fini, et que l’océan a tout mis dans son ventre. La gueule est formidable. elle doit être grande vers le bas, dans la direction de l’inconnu  Pour couronner enfin la stupide comédie, qui n’est pas même intéressante, on voit, au milieu des airs, quelque cigogne, attardée par la fatigue, qui se met à crier, sans arrêter l’envergure de son vol : "Tiens ... Je la trouve mauvaise  Il y avait en bas des points noirs ; j’ai fermé les yeux : Ils ont disparu." Je te salue, Vieil océan

Vieil océan, ô grand célibataire, quand tu parcours la solitude solennelle de tes royaumes flegmatiques, tu t’enorgueillis à juste titre de ta magnificence native, et des éloges vrais que Je m’empresse de te donner. Balancé voluptueusement par les molles effluves de ta lenteur majestueuse, qui est le plus grandiose parmi les attributs dont le souverain pouvoir t’a gratifié, tu déroules, au milieu d’un sombre mystère, sur toute ta surface sublime, tes vagues incomparables, avec le sentiment calme de ta puissance éternelle. elles se suivent parallèlement, séparées par de courts intervalles. A peine l’une diminue, qu’une autre va à sa rencontre en grandissant, accompagnées du bruit mélancolique de l’écume qui se fond, pour nous avertir que tout est écume. (Ainsi, les êtres humains, ces vagues vivantes, meurent l’un après l’autre, d’une manière monotone ; mais, sans laisser de bruit écumeux). L’oiseau de passage se repose sur elles avec confiance, et se laisse abandonner à leurs mouvements, pleins d’une grâce fière, jusqu’à ce que les os de ses ailes aient recouvré leur vigueur accoutumée pour continuer le pèlerinage aérien. Je voudrais que la majesté humaine ne fût que l’incarnation du reflet de la tienne. Je demande beaucoup, et ce souhait sincère est glorieux pour toi. ta grandeur morale, image de l’infini, est immense comme la réflexion du philosophe, comme l’amour de la femme, comme la beauté divine de l’oiseau, comme les méditations du poète. tu es plus beau que la nuit. Réponds-moi, océan, veux-tu être mon frère ? Remue-toi avec impétuosité... plus... plus encore, si tu veux que Je te compare à la vengeance de Dieu  ; allonge tes griffes livides, en te frayant un chemin sur ton propre sein... C’est bien. Déroule tes vagues épouvantables, océan hideux, compris par moi seul, et devant lequel Je tombe, prosterné à tes genoux. La majesté de l’homme est empruntée ; Il ne m’imposera point : toi, Oui. Oh ! quand tu t’avances, la crête haute et terrible, entouré de tes replis tortueux comme d’une cour, magnétiseur et farouche, roulant tes ondes les unes sur les autres, avec la conscience de ce que tu es, pendant que tu pousses, des profondeurs de ta poitrine, comme accablé d’un remords intense que Je ne puis pas découvrir, ce sourd mugissement perpétuel que les hommes redoutent tant, même quand Ils te contemplent, en sûreté, tremblants sur le rivage, alors, Je vois qu’Il ne m’appartient pas, le droit insigne de me dire ton égal. C’est pourquoi, en présence de ta supériorité, Je te donnerais tout mon amour (et nul ne sait la quantité d’amour que contiennent mes aspirations vers le beau), si tu ne me faisais douloureusement penser à mes semblables, qui forment avec toi le plus ironique contraste, l’antithèse la plus bouffonne que l’on ait jamais vue dans la création : Je ne puis pas t’aimer, Je te déteste. pourquoi reviens-Je à toi, pour la millième fois, vers tes bras amis, qui s’entr'ouvrent, pour caresser mon front brûlant, qui voit disparaître la fièvre à leur contact  Je ne connais pas ta destinée cachée ; tout ce qui te concerne m’intéresse. dis-moi donc si tu es la demeure du prince des ténèbres. dis-le moi... dis-le moi, océan (à moi seul, pour ne pas attrister ceux qui n’ont encore connu que les illusions), et si le souffle de Satan crée les tempêtes qui soulèvent tes eaux salées jusqu’aux nuages. Il faut que tu me le dises, parce que Je me réjouirais de savoir l’enfer si près de l’homme. Je veux que celle-ci soit la dernière strophe de mon invocation. Par conséquent, une seule fois encore, Je veux te saluer et te faire mes adieux ! Vieil océan, aux vagues de cristal... mes yeux se mouillent de larmes abondantes, et Je n’ai pas la force de poursuivre ; car, Je sens que le moment venu de revenir parmi les hommes, à l’aspect brutal ; mais... courage !Faisons un grand effort, et accomplissons, avec le sentiment du devoir, notre destinée sur cette terre. Je te salue, Vieil océan

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

τα’ απαλό, το χρυσό φως σου...

Τέτοιο, Αθήνα μου, ένα δείλι ήτανε που ο σοφός σου
εχαιρέτησε για πάντα τα’ απαλό, το χρυσό φως σου.
Με τι θλίψη οι καλοί σου οι πολίτες τη στερνή του
την αχτίδα την κοιτούσαν που ’παιρνε και την πνοή του...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δειλινό στην Ακρόπολη, λάδι σε καμβά

Λόρδος Βύρων
Η κατάρα της Αθηνάς

Μεγαλόπρεπα κι αγάλια τώρα ο ήλιος κατεβαίνει
πάνω στου Μοριά τους λόφους με θωριά χαριτωμένη·
όχι όπως εις τις χώρες του βορρά, σκοτεινιασμένος,
αλλ’ αστραφτερός σαν φλόγα, ζωντανός, φωτολουσμένος.
Στα βαθιά νερά μια ρίχνει απαλή, χρυσή αχτίνα
και το πράσινο χρυσώνει, το ρυτιδωμένο κύμα.
Και στης Αίγινας το βράχο τον αρχαίο και στην Ύδρα
ο θεός του κάλλους βάζει του φιλιού του τη σφραγίδα.
Πάνω απ’ το βασίλειό του ρίχνει τη φωτοχυσία,
αν κι ο κόσμος έχει πάψει να του κάνει πια θυσία.
Των κοφτών βουνών οι ίσκιοι μες στον κόλπο σου ριγμένοι,
τον φιλούν και τον χαϊδεύουν, Σαλαμίνα δοξασμένη!
Οι γαλάζιες τους οι άκρες μες στην απεραντοσύνη
βάφονται σαν την πορφύρα που ο βασιλιάς τη ντύνει.
Απαλά τα χρώματά του πάνω στις κορφές τα ρίχνει
και στολίζει ό,τι αγγίζει με τα χρυσαφένια ίχνη.
Ώσπου ο ήλιος, χαιρετώντας την πανώρια τούτη πλάση,
πίσ’  απ’ των Δελφών τα βράχια κρύβεται για να πλαγιάσει.

Τέτοιο, Αθήνα μου, ένα δείλι ήτανε που ο σοφός σου
εχαιρέτησε για πάντα τα’ απαλό, το χρυσό φως σου.
Με τι θλίψη οι καλοί σου οι πολίτες τη στερνή του
την αχτίδα την κοιτούσαν που ’παιρνε και την πνοή του…
Όχι ακόμα, όχι ακόμα, στα βουνά ο ήλιος μένει,
ειν’ απρόθυμος να δύσει και ακόμα περιμένει.
Αλλά πριν στου Κιθαιρώνα την κορφή να γείρει, πίνει
το πικρό ποτήρι ο γέρος και το πνεύμα παραδίνει.
Κι έφυγε η ψυχή που τα ’χε όλα περιφρονημένα,
που ’χε ζήσει και πεθάνει έτσι σαν άλλου κανένα.

Αλλά και στον κάμπο η νύχτα η βασίλισσα προβαίνει
απ’  του Υμηττού τα ύψη, δίχως όμως να υγραίνει
το ωραίο πρόσωπό της και να προμηνάει μπόρα.
Στη μαρμάρινη κολόνα τα φιλιά του στέλνει τώρα
το φεγγάρι. Κι εκεί κάτω, στου τζαμιού τον πύργο, λάμπει
το σημάδι του και γύρω αστραποβολούν οι κάμποι.
Οι πυκνοί μαύροι ελαιώνες κάτω είναι απλωμένοι
και ο Κηφισός κυλώντας απαλά γοργοδιαβαίνει.
Στο τζαμί τριγύρω – γύρω στέκονται τα κυπαρίσσια
και ο τρούλος του γυαλίζει με λαμπρότητα περίσσια.
Κι ένας φοίνικας θλιμμένος, στη θρησκευτική γαλήνη,
εκεί δίπλα στο Θησείο, μόνος έχει απομείνει.
Τί μαγευτικό τοπίο που προσφέρει εδώ η φύση,
και αναίσθητος θα είναι όποιον δεν τον συγκινήσει.
Του Αιγαίου πάλι ο φλοίσβος, που ακούγεται πιο πέρα,
νανουρίζει το περγιάλι μες στον καθαρό αέρα
και το ζαφειρένιο κύμα στη χρυσή ακτή χτυπάει
και τη γλύκα των χρωμάτων αλαργότερα την πάει.
Των νησιών εκεί στο βάθος η σκιά τραχιά μαυρίζει,
όταν απαλού πελάγου το χαμόγελο ανθίζει.

Έτσι αγνάντευα της γης μας και της θάλασσας τα κάλλη,
σαν τα βήματα σε τούτον το ναό με φέραν πάλι,
μόνο, δίχως να υπάρχουν φίλοι ή ανθρώποι άλλοι
στο μαγευτικό ετούτο και πανώριο ακρογιάλι,
που η τέχνη κι η ανδρεία είναι σαν μια οπτασία
και που βρίσκονται μονάχα σε ποιητικά βιβλία.
Κι όπως έστρεψε η ψυχή μου το ναό για να θαυμάσει
της θεάς, που οι ανθρώποι τώρα έχουν ατιμάσει,
οι παλιοί καιροί γυρίσαν, το παρόν πια είχε σβήσει
και ο Δόξα στην Ελλάδα γύριζε να κατοικήσει!

Επερνούσανε οι ώρες. Της Αρτέμιδας τα’ αστέρι
είχε φτάσει πια στου θόλου τα ψηλότερα τα μέρη
κι εγώ γύριζα μονάχος δίχως να ’μαι κουρασμένος,
σε θεού ναό που ήταν εντελώς λησμονημένος.
Αλλά πιο πολύ σ’ εκείνον τον δικό σου, ω Παλλάδα,
ετριγύριζα, ’κει όπου της Εκάτης η λαμπράδα
στις ψυχρές κολόνες πέφτει απαλά μα και θλιμμένη
κι ήχος την καρδιά παγώνει σαν από νεκρό να βγαίνει.
Ονειροπολώντας είχα για πολύ ’κει απομείνει,
θεωρώντας τι απ’ τη δόξα την παλιά είχε απομείνει,
όταν, ξάφνου, εκεί μπροστά μου, μια γιγάντια θεότης,
η Παλλάδα, με σιμώνει πάνω εκεί, μες στο ναό της!

Η Αθηνά ήταν η ίδια, αλλά πόσο αλλαγμένη
από τότε που στα τείχη των Δαρδάνων οπλισμένη
έτρεχε μ’ ορμή.  Μα τώρα η μορφή της διαφέρει
από κείνη που ’χε πλάσει του Φειδία τα’ άξιο χέρι.
Του προσώπου της εκείνον δεν τον δείχνει πια τον τρόμο
κι η γοργόνα της ασπίδας είχε πάρει άλλο δρόμο.
Νά το κράνος της, κομμάτια. Τσακισμένο το κοντάρι,
κι ούτε τους νεκρούς δεν σκιάζει. Της ελιάς το νιο βλαστάρι
π’ ολοένα το κρατούσε, νά το, είναι μαραμένο
και ξερό καθώς το σφίγγει με το χέρι παγωμένο.

Αν κι από τους αθανάτους τα λαμπρότερα είχε νιάτα,
δακρυσμένη είναι τώρα η θεά η γαλανομάτα.
Και η γλαύκα της στο κράνος το σπασμένο καθισμένη
την κυρά μοιρολογάει με λαλιά απελπισμένη.
«Ω θνητέ, – έτσι μου είπε – της ντροπής σου αυτό το χρώμα
Βρετανός μου λέει να ’σαι, όνομα ανδρείου ακόμα
μέχρι χτες λαού, ελευθέρου, με ωραία πεπρωμένα,
τώρα περιφρονημένου, και ιδίως από μένα.
Η Παλλάδα πρώτος θα ’ναι της πατρίδας σου εχθρός·
την αιτία θες να μάθεις; Κοίτα γύρω σου κι εμπρός.
Έχω δει πολλούς πολέμους κι ερημώσεις να πληθαίνουν
κι άλλες τόσες τυραννίες να ανεβοκατεβαίνουν.
Απ’ του Τούρκου τη μανία γλίτωσα και του Βανδάλου,
μα η χώρα σου έναν κλέφτη μου ’χει στείλει πιο μεγάλο.
Κοίτα, άδειος ο ναός μου, κατοικία ρημαγμένη,
και στοχάσου τι μιζέρια είναι γύρω απλωμένη.
Τούτα ο Κέκροπας, κι εκείνα τα ’χε ο Περικλής στολίσει,
κι ο Αδριανός τις Μούσες για να τις παρηγορήσει,
και ευγνωμονώ και όσους το ναό μου έχουν χτίσει,
μα ο Αλάριχος κι ο Έλγιν μ’ έχουν άγρια συλήσει.
Και σαν να ’πρεπε ο κόσμος το κατόρθωμα να μάθει,
ο Ελγίνος στο ναό μου πάει και τα’ όνομά του γράφει,
σα να νοιάστηκε η Παλλάδα να δοξάσει τ’ όνομά του,
κάτω η υπογραφή του, πάνω το κατόρθωμά του.

Κι ο απόγονος των Πίκτων είναι φημισμένος όσο
ειν’ ο αρχηγός των Γότθων, πιθανόν και άλλο τόσο.
Αλλ’ ο Αλάριχος τα πάντα είχε αγρίως καταστρέψει
με το δίκιο του πολέμου, μα ο ‘Ελγιν για να κλέψει
όσα οι βάρβαροι αφήσαν, που ’τανε απ’ ό,τι εκείνος
είναι βάρβαρος πιο λίγο, γιατί το ’κανε ο Ελγίνος;
Το ’κανε όπως τη λεία παρατάει το λιοντάρι
και ακολουθεί ο λύκος ή ο τσάκαλος να πάρει
και να γλείψει κάποια σάρκα που απόμεινε ακόμα
απ’ του λιονταριού ή του λύκου το αχόρταγο το στόμα.
Αλλά των θεών το κρίμα τους κακούργους θα τους πιάσει.
Κοίτα τι ο Έλγιν πήρε, κοίτα και τι έχει χάσει.
Τ’ όνομά του μ’ άλλο ένα το ναό μου τον λερώνει
και το φως της να το ρίξει η Αρτέμιδα θυμώνει.
Αν και έχει η Αφροδίτη τη μισή ντροπή ξεπλύνει,
η Παλλάδα όμως δεν πρέπει χωρίς γδικιωμό να μείνει».

Κι όταν σώπασε για λίγο, έτσι είχα αποτολμήσει,
απαντώντας ν’ απαλύνω της οργής της το μεθύσι:
Κόρη του Διός, της λέω, γι’ όνομα της Αλβιόνος,
και σαν γνήσιος Εγγλέζος, διαμαρτύρομαι εντόνως.
Μην κακίζεις την Αγγλία. Ξέρεις από ποιο ’ταν μέρος
ο ληστής και συλητής σου; Μάθε, Σκώτος ήταν βέρος.
Τη διαφορά να μάθεις αν το θες και την αιτία,
από της Φυλής το ύψος κοίταξε τη Βοιωτία.
Του νησιού μας Βοιωτία, μάθε, είναι η Σκωτία,
και καλά το ξέρω ότι απ’ αυτή τη νόθα χώρα
της σοφίας η θεά μας δεν τιμήθηκε ως τώρα.
Χώρα άγονη, που η φύση απλοχέρα δεν εστάθη,
και που έμβλημά της έχει το ψηλό γαϊδουραγκάθι,
που το μόνο προϊόν της είναι τα πηχτά σκοτάδια
κι οι τσιγκούνηδες κι αχρείοι που γυρίζουν σα ρημάδια.
Των βουνών και των ελών της το υγρό εκείνο αγέρι
στα κεφάλια τα κουτά τους σκοτισμό και άγνοια φέρει.
Τα μυαλά τα νερουλά τους άγονα ’ναι σαν το χώμα
και ψυχρά, όπως το χιόνι που δεν έλιωσε ακόμα.
Για τον πλούτο χίλιους τρόπους μηχανώνται τα παιδιά της
και το κέρδος τα τραβάει και τα πάει μακριά της.
Στην ανατολή, στη δύση, μόνο προς βορράν δεν πάνε:
κέρδη να βρουν δίχως κόπο, γη και θάλασσες περνάνε.
Ά, καταραμένη ώρα και καταραμένη μέρα,
που τον Πίκτο για ληστεία είχε στείλει κι εδώ πέρα!
Κι όμως, άξια βλαστάρια γέννησε και η Σκωτία,
σαν τον Πίνδαρο που έχει κι η νωθρή η Βοιωτία
και μακάρι οι σοφοί τους να νικήσουνε το κλίμα
κι οι γενναίοι ν’ αψηφίσουν και του θάνατου το μνήμα,
και τη σκόνη αυτής της χώρας ξετινάζοντας και πάλι,
σαν παιδάκια να αστράψουν σε χαρούμενο ακρογιάλι,
γιατί, όπως σ’ άλλα χρόνια, όταν σε μια ψεύτρα χώρα
δέκα ανδρείοι αν υπήρχαν, αποφεύγονταν η μπόρα».

«Ω θνητέ, μου είπε τότε η γαλανομάτα η κόρη,
τούτο το μαντάτο φέρε στης πατρίδας σου τα όρη:
Αν και έχω παρακμάσει, να εκδικηθώ μου μένει
και ν’ αποστραφώ μια χώρα σκοτεινή κι ατιμασμένη.
Άκουσε, λοιπόν, τις ρήσεις της θεάς Παλλάδας μόνο:
άκουσε και σώπα: τα’ άλλα θα ειπωθούν από το χρόνο.

Πρώτα στο κεφάλι εκείνου που ’κανε αυτή την πράξη
η κατάρα μου θ’ αστράψει, ίδιον και γενιά να κάψει.
Ούτε μία σπίθα πνεύμα να μην έχουν τα παιδιά του
και αναίσθητα να είναι, όπως και η αφεντιά του.
Κι αν βρεθεί απόγονός του να ’χει λίγο πνεύμα ή φάτσα,
τότε σίγουρα θα είναι νόθος κι από άλλη ράτσα.
Να γυρίζει μ’ απογόνους διανοητικά βλαμμένους
και αντί για της σοφίας, της βλακείας να ’χει επαίνους.
Κι οι κουτοί να επαινούνε την πολλή καλαισθησία
που θα τον χαρακτηρίζει στην αγοραπωλησία,
να πουλά κι έτσι να κάνει –τί ντροπή και τί απάτη!–
της κλεψιάς και αρπαγής του ένα έθνος συνεργάτη.
Κι ο Ουέστ, που της Ευρώπης είναι ο ρυπαρογράφος,
μα της δύστυχης Αγγλίας κόλαξ και τρανός ζωγράφος,
με τα χέρια σαν αγγίξει έργα τέχνης των αιώνων,
μπρος τους θα θαρρεί πως είναι μαθητής ογδόντα χρόνων.
Και τριγύρω οι αγροίκοι παλαιστές θα μαζευτούνε
με της τέχνης τα μνημεία και αυτοί να συγκριθούνε
και το “μαρμαράδικό” του βλέποντας, θα το θαυμάσουν
κοκορόμυαλοι στην πύλη βιαστικοί σαν καταφθάσουν.
Και, τεμπέλικα, τ’ αρχαία σαν χαζοί θα σχολιάζουν,
ενώ οι γεροντοκόρες από πόθο θα στενάζουν
και θα κατατρώγουν όλες ψηλαφώντας με τα μάτια
των υπέροχων γιγάντων τα μαρμάρινα κομμάτια,
και θλιμμένες θα φωνάζουν, όταν δουν τους ανδριάντες:
“Ω, οι Έλληνες οι αρχαίοι ήτανε στ’ αλήθεια άντρες!”
Και συγκρίνοντάς τους τώρα με εκείνους τους γενναίους,
θα ζηλέψουν τη Λαΐδα για τους φίλους Αθηναίους.
Πότε σύγχρονη γυναίκα θα ’χει τέτοιον εραστή;
Άχ, αλίμονο, ο σερ Χάρρυ δεν του μοιάζει του Ηρακλή…
Και στο τέλος, μες στο τόσο το ανώνυμο το πλήθος,
θα βρεθεί κάποιος διαβάτης που θα έχει λίγο ήθος·
λυπημένος, βλέποντάς τα, άφωνος θ’ αγανακτήσει,
θα θαυμάσει τα κλεμμένα, μα τον κλέφτη θα μισήσει.
Ώ, καταραμένη να ’ναι η ζωή του και ο τάφος
και οργή να συνοδεύει το ιερόσυλό του πάθος.
Τ’ όνομά του η Ιστορία δίπλα σ’ εκεινού θα γράψει
του τρελού, που της Εφέσου το ναό ’χε κατακάψει.
Κι η κατάρα μου πιο πέρα απ’ τον τάφο να τον πάει
και το μίσος αιωνίως και τους δυο να κυνηγάει.
Ο Ηρόστρατος και ο Έλγιν, και οι δυο ατιμασμένοι,
μα ο δεύτερος πιο μαύρος απ’ τον πρώτο θ’ απομένει.

George Gordon Lord Byron
The Curse Of Minerva

Slow sinks, more lovely ere his race be run,
Along Morea’s hills the setting Sun;
Not, as in northern climes, obscurely bright,
But one unclouded blaze of living light;
O’er the hushed deep the yellow beam he throws,
Gilds the green wave that trembles as it glows;
On old ægina’s rock and Hydra’s isle
The God of gladness sheds his parting smile;
O’er his own regions lingering loves to shine,
Though there his altars are no more divine.
Descending fast, the mountain-shadows kiss
Thy glorious Gulf, unconquered Salamis!
Their azure arches through the long expanse,
More deeply purpled, meet his mellowing glance,
And tenderest tints, along their summits driven,
Mark his gay course, and own the hues of Heaven;
Till, darkly shaded from the land and deep,
Behind his Delphian rock he sinks to sleep.

  On such an eve his palest beam he cast
When, Athens! here thy Wisest looked his last.
How watched thy better sons his farewell ray,
That closed their murdered Sage’s latest day!
Not yet—not yet—Sol pauses on the hill,
The precious hour of parting lingers still;
But sad his light to agonizing eyes,
And dark the mountain’s once delightful dyes;
Gloom o’er the lovely land he seemed to pour,
The land where Phoebus never frowned before;
But ere he sunk below Cithaeron’s head,
The cup of Woe was quaffed—the Spirit fled;
The soul of Him that scorned to fear or fly,
Who lived and died as none can live or die.

  But lo! from high Hymettus to the plain
The Queen of Night asserts her silent reign;
No murky vapour, herald of the storm,
Hides her fair face, or girds her glowing form;
With cornice glimmering as the moonbeams play,
There the white column greets her grateful ray,
And bright around, with quivering beams beset,
Her emblem sparkles o’er the Minaret;
The groves of olive scattered dark and wide,
Where meek Cephisus sheds his scanty tide,
The cypress saddening by the sacred mosque,
The gleaming turret of the gay kiosk,
And sad and sombre ’mid the holy calm,
Near Theseus’ fane, yon solitary palm;
All, tinged with varied hues, arrest the eye;
And dull were his that passed them heedless by.
Again the ægean, heard no more afar,
Lulls his chafed breast from elemental war:
Again his waves in milder tints unfold
Their long expanse of sapphire and of gold,
Mixed with the shades of many a distant isle
That frown, where gentler Ocean deigns to smile.

  As thus, within the walls of Pallas’ fane,
I marked the beauties of the land and main,
Alone, and friendless, on the magic shore,
Whose arts and arms but live in poets’ lore;
Oft as the matchless dome I turned to scan,
Sacred to Gods, but not secure from Man,
The Past returned, the Present seemed to cease,
And Glory knew no clime beyond her Greece!

  Hour rolled along, and Dian’s orb on high
Had gained the centre of her softest sky;
And yet unwearied still my footsteps trod
O’er the vain shrine of many a vanished God:
But chiefly, Pallas! thine, when Hecate’s glare
Checked by thy columns, fell more sadly fair
O’er the chill marble, where the startling tread
Thrills the lone heart like echoes from the dead.
Long had I mused, and treasured every trace
The wreck of Greece recorded of her race,
When, lo! a giant-form before me strode,
And Pallas hailed me in her own Abode!

  Yes,’twas Minerva’s self; but, ah! how changed,
Since o’er the Dardan field in arms she ranged!
Not such as erst, by her divine command,
Her form appeared from Phidias’ plastic hand:
Gone were the terrors of her awful brow,
Her idle ægis bore no Gorgon now;
Her helm was dinted, and the broken lance
Seemed weak and shaftless e’en to mortal glance;
The Olive Branch, which still she deigned to clasp,
Shrunk from her touch, and withered in her grasp;
And, ah! though still the brightest of the sky,
Celestial tears bedimmed her large blue eye;
Round the rent casque her owlet circled slow,
And mourned his mistress with a shriek of woe!

  “Mortal!”—’twas thus she spake—”that blush of shame
Proclaims thee Briton, once a noble name;
First of the mighty, foremost of the free,
Now honoured ‘less’ by all, and ‘least’ by me:
Chief of thy foes shall Pallas still be found.
Seek’st thou the cause of loathing!—look around.
Lo! here, despite of war and wasting fire,
I saw successive Tyrannies expire;
‘Scaped from the ravage of the Turk and Goth,
Thy country sends a spoiler worse than both.
Survey this vacant, violated fane;
Recount the relics torn that yet remain:
‘These’ Cecrops placed, ‘this’ Pericles adorned,
‘That’ Adrian reared when drooping Science mourned.
What more I owe let Gratitude attest—
Know, Alaric and Elgin did the rest.
That all may learn from whence the plunderer came,
The insulted wall sustains his hated name:
For Elgin’s fame thus grateful Pallas pleads,
Below, his name—above, behold his deeds!
Be ever hailed with equal honour here
The Gothic monarch and the Pictish peer:
Arms gave the first his right, the last had none,
But basely stole what less barbarians won.
So when the Lion quits his fell repast,
Next prowls the Wolf, the filthy Jackal last:
Flesh, limbs, and blood the former make their own,
The last poor brute securely gnaws the bone.
Yet still the Gods are just, and crimes are crossed:
See here what Elgin won, and what he lost!
Another name with his pollutes my shrine:
Behold where Dian’s beams disdain to shine!
Some retribution still might Pallas claim,
When Venus half avenged Minerva’s shame.”

  She ceased awhile, and thus I dared reply,
To soothe the vengeance kindling in her eye:
“Daughter of Jove! in Britain’s injured name,
A true-born Briton may the deed disclaim.
Frown not on England; England owns him not:
Athena, no! thy plunderer was a Scot.
Ask’st thou the difference? From fair Phyles’ towers
Survey Boeotia;—Caledonia’s ours.
And well I know within that bastard land
Hath Wisdom’s goddess never held command;
A barren soil, where Nature’s germs, confined
To stern sterility, can stint the mind;
Whose thistle well betrays the niggard earth,
Emblem of all to whom the Land gives birth;
Each genial influence nurtured to resist;
A land of meanness, sophistry, and mist.
Each breeze from foggy mount and marshy plain
Dilutes with drivel every drizzly brain,
Till, burst at length, each wat’ry head o’erflows,
Foul as their soil, and frigid as their snows:
Then thousand schemes of petulance and pride
Despatch her scheming children far and wide;
Some East, some West, some—everywhere but North!
In quest of lawless gain, they issue forth.
And thus—accursed be the day and year!
She sent a Pict to play the felon here.
Yet Caledonia claims some native worth,
As dull Boeotia gave a Pindar birth;
So may her few, the lettered and the brave,
Bound to no clime, and victors of the grave,
Shake off the sordid dust of such a land,
And shine like children of a happier strand;
As once, of yore, in some obnoxious place,
Ten names (if found) had saved a wretched race.”

  “Mortal!” the blue-eyed maid resumed, “once more
Bear back my mandate to thy native shore.
Though fallen, alas! this vengeance yet is mine,
To turn my counsels far from lands like thine.
Hear then in silence Pallas’ stern behest;
Hear and believe, for Time will tell the rest.

  “First on the head of him who did this deed
My curse shall light,—on him and all his seed:
Without one spark of intellectual fire,
Be all the sons as senseless as the sire:
If one with wit the parent brood disgrace,
Believe him bastard of a brighter race:
Still with his hireling artists let him prate,
And Folly’s praise repay for Wisdom’s hate;
Long of their Patron’s gusto let them tell,
Whose noblest, native gusto is—to sell:
To sell, and make—may shame record the day!—
The State—Receiver of his pilfered prey.
Meantime, the flattering, feeble dotard, West,
Europe’s worst dauber, and poor Britain’s best,
With palsied hand shall turn each model o’er,
And own himself an infant of fourscore.
Be all the Bruisers culled from all St. Giles’,
That Art and Nature may compare their styles;
While brawny brutes in stupid wonder stare,
And marvel at his Lordship’s ’stone shop’ there.
Round the thronged gate shall sauntering coxcombs creep
To lounge and lucubrate, to prate and peep;
While many a languid maid, with longing sigh,
On giant statues casts the curious eye;
The room with transient glance appears to skim,
Yet marks the mighty back and length of limb;
Mourns o’er the difference of now and then;
Exclaims, ‘These Greeks indeed were proper men!’
Draws slight comparisons of ‘these’ with ‘those’,
And envies Laïs all her Attic beaux.
When shall a modern maid have swains like these?
Alas! Sir Harry is no Hercules!
And last of all, amidst the gaping crew,
Some calm spectator, as he takes his view,
In silent indignation mixed with grief,
Admires the plunder, but abhors the thief.
Oh, loathed in life, nor pardoned in the dust,
May Hate pursue his sacrilegious lust!
Linked with the fool that fired the Ephesian dome,
Shall vengeance follow far beyond the tomb,
And Eratostratus and Elgin shine
In many a branding page and burning line;
Alike reserved for aye to stand accursed,
Perchance the second blacker than the first.

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

στ' αφανισμένο τούτο παρόν...

κι' όλα στεγνώσαν μονομιάς στην πλατωσιά του κάμπου                 
στης πέτρας την απόγνωση στη δύναμη τη φαγωμένη
στον άδειο τόπο με το λιγοστό χορτάρι και τ' αγκάθια
όπου γλιστρούσε ξέγνοιαστο ένα φίδι,
όπου ξοδεύουνε πολύ καιρό για να πεθάνουν...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πλαγιά στον Υμηττό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Γιώργος Σεφέρης 
Θερινό Ηλιοστάσι, Θ΄    

Mιλούσες για πράγματα που δεν τά 'βλεπαν
κι αυτοί γελούσαν.

Όμως να λάμνεις στο σκοτεινό ποταμό
πάνω νερά·
να πηγαίνεις στον αγνοημένο δρόμο
στα τυφλά, πεισματάρης
και να γυρεύεις λόγια ριζωμένα
σαν το πολύροζο λιόδεντρο -
άφησε κι ας γελούν.
Kαι να ποθείς να κατοικήσει κι ο άλλος κόσμος
στη σημερινή πνιγερή μοναξιά
στ' αφανισμένο τούτο παρόν -
άφησέ τους.

O θαλασσινός άνεμος κι η δροσιά της αυγής
υπάρχουν χωρίς να το ζητήσει κανένας.

Έγκωμη

Ήταν πλατύς ο κάμπος και στρωτός· από μακριά φαι-
νόνταν
το γύρισμα χεριών που σκάβαν.
Στον ουρανό τα σύννεφα πολλές καμπύλες, κάπου-κάπου
μια σάλπιγγα χρυσή και ρόδινη· το δείλι.
Στο λιγοστό χορτάρι και στ' αγκάθια τριγυρίζαν                    
ψιλές αποβροχάρισσες ανάσες· θά 'χε βρέξει
πέρα στις άκρες τα βουνά που έπαιρναν χρώμα.

Kι εγώ προχώρεσα προς τους ανθρώπους που δουλεύαν,
γυναίκες κι άντρες με τ' αξίνια σε χαντάκια.
Ήταν μια πολιτεία παλιά· τειχιά δρόμοι και σπίτια                       
ξεχώριζαν σαν πετρωμένοι μυώνες κυκλώπων,
η ανατομία μιας ξοδεμένης δύναμης κάτω απ' το μάτι
του αρχαιολόγου του ναρκοδότη ή του χειρούργου.
Φαντάσματα και υφάσματα, χλιδή και χείλια, χωνεμένα
και τα παραπετάσματα του πόνου διάπλατα ανοιχτά                
αφήνοντας να φαίνεται γυμνός κι αδιάφορος ο τάφος.

Kι ανάβλεψα προς τους ανθρώπους που δουλεύαν
τους τεντωμένους ώμους και τα μπράτσα που χτυπούσαν
μ' ένα ρυθμό βαρύ και γρήγορο τούτη τη νέκρα
σα να περνούσε στα χαλάσματα ο τροχός της μοίρας.                

Άξαφνα περπατούσα και δεν περπατούσα
κοίταζα τα πετούμενα πουλιά, κι είταν μαρμαρωμένα
κοίταζα τον αιθέρα τ' ουρανού, κι είτανε θαμπωμένος
κοίταζα τα κορμιά που πολεμούσαν, κι είχαν μείνει
κι' ανάμεσό τους ένα πρόσωπο το φως ν' ανηφορίζει.                 
Tα μαλλιά μαύρα χύνουνταν στην τραχηλιά, τα φρύδια
είχανε το φτερούγισμα της χελιδόνας, τα ρουθούνια
καμαρωτά πάνω απ' τα χείλια, και το σώμα
έβγαινε από το χεροπάλεμα ξεγυμνωμένο
με τ' άγουρα βυζιά της οδηγήτρας,                                   
χορός ακίνητος.

Kι εγώ χαμήλωσα τα μάτια μου τριγύρω:
κορίτσια ζύμωναν, και ζύμη δεν αγγίζαν
γυναίκες γνέθανε, τ' αδράχτια δε γυρίζαν
αρνιά ποτίζουνταν, κι η γλώσσα τους στεκόταν                      
πάνω από πράσινα νερά που έμοιαζαν κοιμισμένα
κι ο ζευγάς έμενε μ' ανάερη τη βουκέντρα.
Kαι ξανακοίταξα το σώμα εκείνο ν' ανεβαίνει·
είχανε μαζευτεί πολλοί, μερμήγκια,
και τη χτυπούσαν με κοντάρια και δεν τη λαβώναν.                
Tώρα η κοιλιά της έλαμπε σαν το φεγγάρι
και πίστευα πως ο ουρανός ήταν η μήτρα
που την εγέννησε και την ξανάπαιρνε, μάνα και βρέφος.
Tα πόδια της μείναν ακόμη μαρμαρένια
και χάθηκαν· μια ανάληψη.

O κόσμος                             
ξαναγινόταν όπως ήταν, ο δικός μας
με τον καιρό και με το χώμα.

Aρώματα από σκίνο
πήραν να ξεκινήσουν στις παλιές πλαγιές της μνήμης
κόρφοι μέσα στα φύλλα, χείλια υγρά·
κι' όλα στεγνώσαν μονομιάς στην πλατωσιά του κάμπου                 
στης πέτρας την απόγνωση στη δύναμη τη φαγωμένη
στον άδειο τόπο με το λιγοστό χορτάρι και τ' αγκάθια
όπου γλιστρούσε ξέγνοιαστο ένα φίδι,
όπου ξοδεύουνε πολύ καιρό για να πεθάνουν.

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

μία μελωδία σιγανή αφιερωμένη στη διάθεσή μου...

Το χρώμα της ελιάς,
μουντό κι ολιγόλογο,
βλεφαρίζει στα φύλλα...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ελαιώνας στην Αττική, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Κική Δημουλά
Απόγευμα

Ἕνα κομμάτι ἄνεμος ποὺ ἔπεσε στὸ δρόμο
κάθισε κι ἔπαιξε
στὰ σύρματα τοῦ ἠλεκτρικοῦ
μία μελωδία σιγανὴ
ἀφιερωμένη στὴ διάθεσή μου.
Αὐτὴ γιὰ μία στιγμὴ μονάχα ἀνασηκώθηκε καὶ κοίταξε
ὕστερα ἀμετάπειστη καὶ ἀδιάφορη
ξαναβυθίστηκε ἐντός μου.

Δεν βαριέσαι

Γιὰ νὰ ξημερώσει σ᾿ ἕνα δάσος
πρέπει πρῶτα νὰ βγεῖ στὸν ἄμβωνα τοῦ κόσμου
ἕνα πουλὶ
καὶ νὰ ζητήσει τὸν ἄρτον τὸν ἐπιούσιον,
δῆθεν πὼς κελαϊδάει.

Νὰ τρέξει ἕνα ἀμὴν ἀπὸ δέντρο σὲ δέντρο,
ψίθυρος ἀνιδιοτελείας δῆθεν.
Ἀπ᾿ τὶς μεγάλες πέτρες
θ᾿ ἀνέβει ἕνα λιβάνι ἥμαρτον.
Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ξεμυτίζει ἡ λεπτομέρεια
κι ἡ βεβαιότης πὼς ἀφήσαμε πίσω τὴ νύχτα.

Λίγο σὰν περισκόπια ὑψώνονται
οἱ ἄκρες τῶν τηλεγραφόξυλων
μήπως πλέει μακριὰ καμιὰ εἴδηση,
βγάζει ἀπ᾿ τὴ θήκη του τὸ ἀγκάθι ὁ πυράκανθος,
κι ἕνα καμπουριασμένο μονοπάτι
παραπατάει καὶ γράφεται.
Ἀπὸ τοὺς γύρω ὄγκους πέφτει ἡ μάσκα
καὶ ἡσυχάζεις: ξεκαθαρίζει
τί εἶναι Πεντέλη, τί Ὑμηττὸς
καὶ τί ἀπομένει μύτη φόβου.

Τὸ χρῶμα τῆς ἐλιᾶς,
μουντὸ κι ὀλιγόλογο,
βλεφαρίζει στὰ φύλλα
κι εἶναι εὐκαιρία μ᾿ αὐτὸ νὰ προσδιορίσεις
μάτια ἀκαθορίστου χρώματος ποὺ λέμε.
Ἐπουσιώδης βέβαια ἐκκρεμότης
μά, ποὺ ὅσο νά ῾ναι, βασανίζει.
Ἔτσι καὶ τὰ προσδιορίσεις,
μᾶς ἔρχεται ὁλόκληρο τὸ φῶς
κι ἀστενοχώρητο
σὰν ἕνα δὲν βαριέσαι.

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Σκόνη στη σκόνη εγέμισεν ο τόπος...

να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου, καράβι,
δίχως να ξέρω που με πας και δίχως να γυρίσω!..

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δειλινό στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά

Κώστας Καρυωτάκης
Τελευταίο ταξίδι

Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου
και στης νυχτος την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!
Νά 'μουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω γύρου
σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα.

Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύει,
μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω,
να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου, καράβι,
δίχως να ξέρω που με πας και δίχως να γυρίσω!

Όλα τα πράγματά μου

Ὅλα τὰ πράγματά μου ἔμειναν ὅπως
νά ῾χω πεθάνει πρὶν ἀπὸ καιρούς.
Σκόνη στὴ σκόνη ἐγέμισεν ὁ τόπος,
καὶ γράφω μὲ τὸ δάκτυλο σταυρούς.

Ὅλα τὰ πράγματά μου ἀναθυμοῦνται
μίαν ὥρα ποὺ περάσαμε μαζί,
σ᾿ ἐκείνη τὰ βιβλία μου λησμονοῦνται,
σ᾿ ἐκείνη τὸ ρολόι ἀκόμα ζεῖ.

Ἦταν εὐτυχισμένη τότε ἡ ὥρα,
ἦταν ἕνα δείλι ζωγραφιστό.
Ἔχω πεθάνει τόσα χρόνια τώρα,
κι ἔμεινε τὸ παράθυρο κλειστό.

Κανένας, οὔτε ὁ ἥλιος, πιὰ δὲ μπαίνει.
Τὸ ἐρημικό μου σπίτι ἀντιβοεῖ
στὴν ὥρα κείνη ἀκόμα, ποὺ σημαίνει,
αὐτὴ μονάχα, βράδυ καὶ πρωί.

Δὲν ξέρω δῶ ποιὸς εἶναι τώρα ὁ τόπος,
δὲ ξέρω ποιὸς χαράζει τοὺς σταυρούς,
κι ὅλα τὰ πράγματά μου ἔμειναν ὅπως
νά ῾χω πεθάνει πρὶν ἀπὸ καιρούς.