Γιάννης Σταύρου, Υμηττός Παιανία, λάδι σε καμβά

t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

Νύχτα γεμάτη τρικυμιά και ταραχές και αντάρες...

Δέρνει η λαχτάρα την ψυχή του δύστυχου διαβάτη,
που μάταια μέσ’ στη σκοτεινιά ζητάει το μονοπάτι·
βάλτος δω, γκρεμνός εκεί, αντίκρυ βράχοι αράδα,
τρέμει τες πέτρες, τες σπηλιές, της νύχτας τη μαυράδα...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καράβι σε τρικυμία, Λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Όσσιαν
Νύχτα
(εκδοχή του James Macpherson 1760)

Μαύρη είναι η νύχτα ολόμαυρη, κατάχνια κατεβαίνει
μέσ’ στο σκοτάδι τ’ ουρανού έν’ άστρο δεν προβαίνει·
είναι στη λίμνη ταραχή, θολούρα και φοβέρα,
να βόγγει ακούω μέσ’ στα κλαδιά του λόγγου τον αέρα.

Μακριά μακριά σαν θλιβερό παράπονο γρικιέται
ο χείμαρρος, που απ’ του βουνού την κορυφή πετιέται·
από το δένδρο που έρημο, μνήμα έρημο φυλάει
της νύχτας τ’ άχαρο πουλί, βαριά μοιρολογάει.

Για ιδές το τι σηκώνεται πέρα απ’ το περιγιάλι·
είναι στοιχειό, σειέται, πετά, ξαναγυρίζει πάλι.
Μέσα στη νύχτα θα διαβεί απόψε πεθαμένος,
ακούς το σκύλο που αλυχτά στο λόγγο τρομαγμένος;

Τρέμει τ’ αλάφι στο βουνό και το κεφάλι γέρνει,
που κρύος αέρας και βροχή ακόπιαστα το δέρνει.
Στου βράχου τη χαραματιά η αγριόγιδα φωλιάζει,
το κεφαλάκι το πουλί, με τα φτερά σκεπάζει
και το θεριό τ’ αημέρωτο μέσ’ στη σπηλιά τραβιέται
πάλι της νύχτας το πουλί, το άχαρο γρικιέται,
να σκούζει αργά, λυπητερά, εις την ετιά αποκάτου
και ο λύκος ν’ αποκρένεται, με βογγητό θανάτου.

Δέρνει η λαχτάρα την ψυχή του δύστυχου διαβάτη,
που μάταια μέσ’ στη σκοτεινιά ζητάει το μονοπάτι·
βάλτος δω, γκρεμνός εκεί, αντίκρυ βράχοι αράδα,
τρέμει τες πέτρες, τες σπηλιές, της νύχτας τη μαυράδα.

Αγανακτώντας, τρέμοντας δεξιά ζερβιά κινάει,
βλέπει ένα αυλάκι, προς αυτό σπουδαχτικά τραβάει.
Τα δένδρα ξεριζώνονται και ροβολούν οι βράχοι,
ο αέρας παίρνει τα κλαδιά απ’ του βουνού τη ράχη·
έν’ άγριο φάντασμα θεριού, που αντίκρυ μεγαλώνει
και μέσ’ στο στήθος μου η καρδιά ακίνητη παγώνει.

Νύχτα γεμάτη τρικυμιά και ταραχές και αντάρες,
κρυφές κραυγές γυρίζουνε και ανήκουστες τρομάρες.
Πετούν οι ίσκιοι των νεκρών στο λόγγο όπου περάσω,
την κατοικιά σου, αδέλφι μου, άνοιξε να ησυχάσω.

(μετ. Ιούλιος Τυπάλδος)

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

το μέγα πλήθος ήταν των αχρείων...

Ελπίδα μέσα τους δεν σώζεται θανάτου,
και τόσο ποταπή είναι η σκοτεινή ζωή τους,
που κάθε άλλη τύχη όποια κι αν είν’ ζηλεύουν...


Francisco Goya, Δύο γυναίκες κι ένας άντρας (1821)

Ντάντε Αλιγκιέρι
Θεία Κωμωδία
Κόλαση

Άσμα τρίτο


«Από εμένα περνούν στην πονεμένη χώρα,
από εμένα περνούν στη θλίψη την αιώνια,
από εμένα περνούν μέσ’ στον χαμένον κόσμο.
   
Δικαιοσύνη έχει τον Άφθαστο κινήσει
που μ’ εποίησε· η Δύναμη έστησέ με η θεία,
η ασύγκριτη Σοφία και η Αγάπη η πρώτη.
   
Πλάσμα πριν απ’ εμέ κανένα δεν εστάθη,
παρά μόνον αιώνια, κι εγώ αιώνια μένω.
Αφήστε κάθ’ ελπίδα σεις που μέσα πάτε!»
   
Τα λόγια ταύτα σκοτεινά χρωματισμένα  
είδα εγώ χαραγμένα στην κορφή μιας πύλης,
και «Δάσκαλ’», είπα ευθύς, «το νόημα με βαραίνει».

Κι αυτός με λογισμούς ανθρώπου βαθυγνώμου·        
«Να παραιτήσεις εδώ πρέπει κάθε φόβο,
κάθε δείλιασμα πρέπει εδώ να ’ναι σβησμένο.
   
Στον τόπο εφθάσαμε που εγώ σου ’χω προείπει,         
όπου τα πλήθη θέλει ιδείς τα πονεμένα,
που το καλό του Λογισμού έχουν χαμένο».
   
Κι ως έβαλε το χέρι στο δικό μου χέρι,    
μ’ όψη χαροποιά που εχάρισέ μου θάρρος
μ’ έμπασε στων νεκρών τους μυστικούς κρυψώνες.
   
Στεναγμοί μέσα εκεί και κλάματα και θρήνοι     
ηχολογούσαν στον αέρα δίχως άστρα,
ώστ’ ευθύς στην αρχή μ’ εκάμαν να δακρύσω.
   
Πολυδιάφορες γλώσσες, φοβερές βλαστήμιες, 
λόγια του πόνου, οργής κραυγές, αποσβησμένες
και μεγάλες φωνές, και χεριών χτύποι αντάμα,
μια χλαλοή σηκώναν π’ άκοπα γυρίζει    
σ’ εκείνον τον αιώνια σκοτεινόν αέρα,
ωσάν τον άμμο ανεμοστρόφιλο αν φυσάει.
   
Κι εγώ που το κεφάλι μού ’ζωνεν η φρίκη,
έκραξα· «Δάσκαλέ μου, τι ’ναι αυτό που ακούω;
και τι κόσμος, που λες τον έσβησεν ο πόνος;»
   
Κι αυτός· «Στην άθλια αυτή κατάσταση διαμένουν
των αχρείων εκείνων οι ψυχές, που δίχως
ατιμία και δίχως έπαινον εζήσαν.    

Σμιχτές στέκουν μ’ εκείνη την κακή χορεία         
των αγγέλων που μήτε εχθροί του Υψίστου εβγήκαν
μήτε πιστοί, αλλά μόνον του εαυτού τους μείναν.    

Τους διώχνουν οι Ουρανοί να μη τους ασχημίσουν,
ουδ’ ο τρίσβαθος Άδης στέργει να τους έχει
γιατί δόξα απ’ αυτούς οι ένοχοι δε θα ’χαν».

Κι εγώ· «Ω Δάσκαλε, τι τόσο τους βαραίνει,       
οπού τόσο τους κάνει δυνατά να κλαίγουν;»
«Θα στο εξηγήσω πολύ σύντομα», αποκρίθη.    

Ελπίδα μέσα τους δεν σώζεται θανάτου,
και τόσο ποταπή είναι η σκοτεινή ζωή τους,
που κάθε άλλη τύχη όποια κι αν είν’ ζηλεύουν.

Φήμη ο κόσμος γι’ αυτούς δεν στέργει ν’ απομένει·
Έλεος, Δικαιοσύνη μ’ όμοια οργή τους διώχνουν.
Μη μιλούμε γι’ αυτούς, μόν’ κοίταξε και πέρνα».    

Κι εγώ κοιτάζοντάς τους είδα μια σημαία
που γυρίζοντας τόσο ορμητικά κινούσε
που ’λεγα στάση πως δεν έστεργε καμία.

Κι οπίσω της ερχόνταν ένα τέτοιο πλήθος         
σε μάκρος που ποτέ δεν ήθελε πιστέψω
πώς να ’χε τόσον κόσμο θάνατος ξεκάμει.    

Μόλις εκεί κάποιον εγνώρισα, τον ίσκιο 
είδα και απείκασα εκεινού που για δειλία
από τ’ αξίωμα το μέγα επαραιτήθη.    

Ένιωσα ευθύς κι εβεβαιώθηκα πως τούτο          
το μέγα πλήθος ήταν των αχρείων, που ’ναι
στο Θεό μισητοί και στους εχθρούς του ακόμη.    

Οι άθλιοι τούτοι που ποτέ τους δεν εζήσαν.       
ολόγυμνοι ήταν και πολύ βασανισμένοι
από χοντρές μύγες που εκεί ήταν κι από σφήκες.    

Χαρακώναν αυτές το πρόσωπο τους μ’ αίμα     
που μέσ’ στα πόδια τους με δάκρυα συσμιγμένο
από σιχαμερά σκουλήκια εσυναζόνταν.    

Κι ως άρχιζα να ρίχνω παρεμπρός το βλέμμα.  
είδα σ’ ενός μεγάλου ποταμίου την άκρη
πλήθος πολύ και είπα· «Δάσκαλε, συ στέρξε    
ποιοι είν’ αυτοί να μάθω, και ποιος νόμος κάνει
πρόθυμοι τόσο για το πέρασμα να δείχνουν,
ως με το φως εδώ τ’ αδύνατο ξανοίγω».

Κι αυτός, «θα το γνωρίσεις, όταν», μ’ αποκρίθη,
«θα ’χουμε σταματήσει τα πατήματά μας
στου Αχέροντα μπροστά το θλιβερό ποτάμι».    

Τότε μ’ εντροπαλά και χαμηλά τα μάτια   
από φόβο μην ίσως τον βαρύνει ο λόγος,
έμεινα σιωπηλός ώσπου ’ρθα στο ποτάμι.    

Και ιδού βλέπω σ’ εμάς να ’ρχεται με καράβι     
ένας γέροντας μ’ άσπρες τις παμπάλαιες τρίχες,
φωνάζοντας «Αλιά σ’ εσάς, ψυχές αχρείες!    

Μην ελπίσετε ποτέ τον ουρανό να ιδείτε.
Έρχομαι εγώ στην άλλην όχθη να σας πάρω
στα σκοτάδια τα αιώνια, σε φωτιά και πάγο.    
Κι εσύ που ζωντανή ψυχή δω μέσα εφάνης,      
ξεμάκρυνε από τούτους που ’ναι πεθαμένοι».

Αλλ’ ως είδε που εγώ δεν έφευγα από κείθε,    
είπεν· «Απ’ άλλο δρόμο, από λιμένες άλλους    
σε γιαλό θά ’ρθεις, όχι εδώ, για να περάσεις·
αλαφρύτερο ξύλο πρέπει να σε πάρει».    

Κι ο αρχηγός μου σ’ αυτόν· «Μην αγριεύεις, Χάρε·
αποφασίσαν έτσι εκεί, που αυτό που θέλουν
ημπορούν, και παρέκει μη γυρεύεις άλλο».    

Τότε ησυχάσαν τα πολύμαλλα σαγόνια  
του Πλωρίτη της μαύρης μολυβένιας λίμνης
που ’χε γύρω στα μάτια κύκλους από φλόγες.    

Οι ψυχές όμως, που γυμνές και κουρασμένες   
ήταν, άλλαξαν χρώμα και τα δόντια ετρίξαν
ευθύς μόλις ακούσαν τα σκληρά του λόγια.    

Εβλασφημούσαν το Θεό και τους γονείς τους,  
των ανθρώπων το γένος, τον καιρό, τον τόπο,
του σπέρματός τους και της γέννας τους το σπόρο.    

Έπειτα ετραβηχτήκαν όλες όλες άμα,      
δυνατά κλαίοντας, στην όχθη την αχρεία,
που περιμένει όποιον Θεού δεν έχει φόβο.    

Ο Χάρος δαίμονας με μάτια σαν αθράκια
με νόημα κράζοντάς τες όλες τες συνάζει,
πλήττει με το κουπί κάθε ψυχή που οκνάει.    

Όπως ξεπέφτουν το φθινόπωρο τα φύλλα         
ένα κατόπι στ’ άλλο, ώσπου το κλωνάρι
βλέπει στη γη στρωτό όλο του τ’ αποφόρι,    
με όμοιον τρόπο και του Αδάμ ο κακός σπόρος
ρίχνονταν απ’ τ’ ακρογιάλι εκείνο μία μία
στο νόημα του Χάρου, σαν πουλί στον κράχτη.    

Έτσι στο μαύρο κύμα πλέοντας ξεμακραίνουν,  
και πριν στην όχθην την αντίπερα κατέβουν
συμμαζώνεται εδώθε νέο πλήθος πάλι.    

«Παιδί μου», είπε κατόπι ο δάσκαλος με χάρη, 
«εκείνοι που πεθαίνουν στην οργή του Υψίστου,
κατασταλάζουν όλοι εδώ από κάθε τόπο,    
και πρόθυμοι είναι να περάσουν το ποτάμι,       
γιατί η δικαιοσύνη η θεία τούς κεντρίζει
τόσο που ο φόβος κατανταίνει επιθυμία.    

Καλή ψυχή ποτέ δεν πέρασε από δώθε,
και λοιπόν αν για σε παραπονιέται ο Χάρος,
τι ο λόγος του νοεί μπορεί να ξέρεις τώρα».    

Μόλις έσωσε τούτο, η σκοτεινή πεδιάδα
εσείσθη τόσο δυνατά, που από το φόβο
η ενθύμησή μου ακόμα μ’ ίδρωτα με βρέχει.    

Η δακρυσμένη γης ανέδωσεν αέρα,
που εξάστραψε ένα φως με τέτοια κοκκινάδα,
ώστε κάθε αίσθησή μου μέσα μου ενικήθη,    
κι έπεσα σαν αυτόν που βαρύς ύπνος πιάνει.       
     
(μετ. Γεώργιος Καλοσγούρος)

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

Δεν είναι το τραγούδι μου απλοϊκό και ευχάριστο...

Δεν είναι το τραγούδι μου μονόφωνη αρτηρία, ούτε μια πολυφωνική και λαϊκή υστερία. Είναι μια μυστική πηγή, μια στάση πρέπουσα και ηθική απέναντι στα ψεύδη του καιρού μας, ένα παιχνίδι ευφάνταστο μ' απρόβλεπτους κανόνες, μια μελωδία απρόσμενη που γίνεται δική σας, δεμένη αδιάσπαστα με άφθαρτες λέξεις ποιητικές και ξαναγεννημένες...

http://yannisstavrou.blogspot.com 

Μάνος Χατζιδάκις
Ο καθρέφτης και το μαχαίρι
(απόσπασμα)
Δεν είναι το τραγούδι μου απλοϊκό και ευχάριστο σαν το τενεκεδένιο σήμα μιας πολιτικής παράταξης ή ενός αθλητικού συλλόγου. Δεν κολακεύει τις συνήθειές σας ούτε και διασκεδάζει την αμηχανία σας, την οικογενειακή σας πλήξη ή την ερωτική σας ανεπάρκεια.
Δεν είναι το τραγούδι μου μονόφωνη αρτηρία, ούτε μια πολυφωνική και λαϊκή υστερία. Είναι μια μυστική πηγή, μια στάση πρέπουσα και ηθική απέναντι στα ψεύδη του καιρού μας, ένα παιχνίδι ευφάνταστο μ' απρόβλεπτους κανόνες, μια μελωδία απρόσμενη που γίνεται δική σας, δεμένη αδιάσπαστα με άφθαρτες λέξεις ποιητικές και ξαναγεννημένες. Και μην ξεχάσετε. Σαν φύγετε από δω, δε σας ανήκει παρά μονάχα το αίσθημα, η σκέψη και τα ερωτήματα, που ολόκληρο το βράδυ σας μετέδωσα μεσ' απ' τη μουσική μου. Σε μένα απομένει το τραγούδι, η μαγική στιγμή μου, που είναι μια εξαίσια απάντηση αρκεί να με ρωτήσετε. Κι ύστερα σας παρακαλώ σωπάστε! Γιατί θα τραγουδήσω!»


Ερωτικό
Στον Σείριο υπάρχουνε παιδιά
Lorca


Κι αν γεννηθείς κάποια στιγμή
Μιαν άλλη που δε θα υπάρχω
Μη φοβηθείς
Και θα με βρεις είτε σαν άστρο
Όταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα
Είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει
Είτε στη φλόγα ενός κεριού που θα κρατάς
Διαβαίνοντας το σκοτεινό το δάσος

Γιατί ψηλά στον ουρανό που κατοικούνε τ΄ άστρα
Μαζεύοντ΄ όλοι οι ποιητές
Και οι εραστές καπνίζουν σιωπηλοί πράσινα φύλλα
Μασάν χρυσόσκονη πηδάνε τα ποτάμια
Και περιμένουν
Να λιγωθούν οι αστερισμοί και να λιγοθυμήσουν
Να πέσουν μέσ΄ στον ύπνο σου
Να γίνουν αναστεναγμός στην άκρη των χειλιών σου
Να σε ξυπνήσουν και να δεις απ΄ το παράθυρο σου
Το πρόσωπό μου φωτεινό
Να σχηματίζει αστερισμό
Να σου χαμογελάει
Και να σου ψιθυρίζει
Καλή νύχτα

Από την ποιητική συλλογή του Μάνου Χατζιδάκι: «Μυθολογία»

"Τώρα που ζω με τον εαυτό μου βαθειά κι απόλυτα, θέλω να μάθω ο ίδιος ποιός υπήρξα, τί σκέφθηκα, πώς έζησα και τί είναι αυτό που συνθέτει την μελλοντική μου απουσία."

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

μια ακατάλυτη σιωπή...

Άνθρωποι μιλούν κι άνθρωποι δεν φαίνονται. Γέλια
παντού, φωνές, πατήματα κι όμως τριγύρω σου μια
ακατάλυτη σιωπή, σαν όταν πέφτει πυκνό χιόνι...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα στο φως της σελήνης, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Τάκης Καρβέλης
Δεν είναι ο περσινός καιρός

1

Ήρθε και πάλι σήμερα — θα 'ταν καλύτερα να
πω την έφερα — την ώρα που 'πινα καφέ και κάπνιζα
τσιγάρο. Τώρα καπνίζεις, μου 'πε, και πήγε
να καθίσει στη συνηθισμένη θέση. Μητέρα, θέλησα
να πω, δεν είναι ο περσινός καιρός. Κάθε φορά που
πάω να τραγουδήσω κουρδίζω κι από λίγο νυσταγμένο χρόνο.
Κουβάρι οι λέξεις και μες στα τεντωμένα νεύρα
άφηναν οι αισθήσεις τα παράσιτα.

2

Κάθομαι εδώ και περιμένω τι περιμένω δεν
ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι πως ένα ακόμη γλυκό
απόγευμα σουρώνει μες στο σούρουπο. Τα ξύλα
τρίζουν κι η φωτιά με τα τραυλίσματά της συνεχίζει
τι συνεχίζει. Ώρα να ξαναμπώ στην παιδική μου
σήραγγα ενώ ένα φέγγος μεσημεριάτικου μαΐστρου
θροΐζει στα μαλλιά. Ώρα ν' ακούσω τη φωνή της
θείας Όλγας «τραγούδα, μαρέ Τάκη, τραγούδα».
Θεία Όλγα πώς να τραγουδήσω που όλοι κοιμούνται
και τα παράθυρα κλειστά, διπλομανταλωμένα.
Άνθρωποι μιλούν κι άνθρωποι δεν φαίνονται. Γέλια
παντού, φωνές, πατήματα κι όμως τριγύρω σου μια
ακατάλυτη σιωπή, σαν όταν πέφτει πυκνό χιόνι.

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

ΕΜΙΛ ΣΙΟΡΑΝ: Η ΠΟΜΠΗ ΤΩΝ ΥΠΑΝΘΡΩΠΩΝ

Η οξυδέρκειά μας, τσακίζοντας τον σκελετό μας, μας οδήγησε σε μια χαύνη ύπαρξη, - ασπόνδυλο σκύβαλο που σέρνεται πάνω στην ύλη για να την βρωμήσει με σάλια...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καφές & βιβλία, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Εμίλ Σιοράν
Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού
(Μετ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Εξάντας)

Ακολουθώντας ξένους δρόμους, εξω από τα ένστικτά του, ο άνθρωπος κατέληξε σε αδιέξοδο. Αντιπαρήλθε τα πάντα για να προλάβει το τέλος του· ζώο χωρίς μέλλον, ολίσθησε στο ιδεώδες του, χάθηκε μέσα στο παιχνίδι του. Επειδή θέλησε να αυτουπερβαίνεται ακατάπαυστα, απολιθώθηκε· και το μόνο που του μένει είναι να ανακεφαλαίωνει τις τρέλες του, να τις εξιλεώνει και να κάνει ακόμα μερικές άλλες...

Εντούτοις υπάρχουν κάποιοι που δεν έχουν αυτό το δικαίωμα: "Έχοντας ξεσυνηθίσει να είμαστε άνθρωποι, λένε, άραγε ανήκουμε ακόμα σε μια φυλή, σε μια όποια γενεά; Ενόσω είχαμε την προκατάληψη της ζωής, υιοθετούσαμε ένα λάθος που μας έβαζε δίπλα - δίπλα με τους άλλους...Αλλά δραπετεύσαμε από το είδος...Η οξυδέρκειά μας, τσακίζοντας τον σκελετό μας, μας οδήγησε σε μια χαύνη ύπαρξη, - ασπόνδυλο σκύβαλο που σέρνεται πάνω στην ύλη για να την βρωμήσει με σάλια. Να που είμαστε ανάμεσα στους γυμνοσάλιαγκες, να που φτάσαμε στο γελοίο τέρμα που μας κάνει να πληρώνουμε επειδή χρησιμοποιήσαμε άσχημα τις ικανότητες και τα όνειρά μας...Η ζωή δεν υπήρξε ο κλήρος μας: ακόμα και τις στιγμές που είμαστε μεθυσμένοι από ζωή, όλες μας οι χαρές οφείλονταν στις εξάρσεις που μας σήκωναν πάνω από αυτή· εκδικούμενη μας παρασύρει στο βυθό της: Πομπή υπανθρώπων προς μια υποζωή..."

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

Το τέρας το κίτρινον, το θηρίον το κόκκινον...

- Ο Στεφανής ο Καραντάνης, μη βρίσκοντας κανέναν απ' το άλλο κόμμα, το δικό μας, να μαχαιρώση, εμαχαίρωσε τον αχώριστον φίλον του και οπαδόν του κόμματός του, τον Σταύρον τον Τσόρναν. Ποιος ξέρει; Για ένα απρόσεκτον λόγον, επάνω στο πιοτό…
Εφύγαμεν. Είχαν περάσει ήδη τα μεσάνυκτα. Ανέτελλεν η ημέρα των εκλογών, βαμμένη εις το αίμα. 
-Το τέρας το κίτρινον είχε καλέσει εις επικουρίαν το θηρίον το κόκκινον...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ύδρα, λάδι σε καμβά

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Τα δύο τέρατα

Αὐτὴν τὴν φορὰν μοῦ ἔλαχεν ὁ κλῆρος νὰ συνοδεύσω τὸν Ἀριστείδην τοῦ καπετὰν Ρούσσου εἰς νυκτερινὴν μυστηριώδη ἀποστολήν. Ὅλα τὰ ἐκλογικὰ ἀκάθαρτα δαιμόνια εἶχον ἐξαπολυθῆ εἰς τὸν δρόμον, τὴν χρονιὰν ἐκείνην. Ἡ πλουτοκρατία εἶχε συμμαχήσει μὲ τὴν ὀχλοκρατίαν· τὸ τέρας τὸ κίτρινον εἶχε καλέσει εἰς βοήθειαν τὸ ἄλλο τέρας, τὸ κόκκινον. Περὶ τὰ διακόσια πρόσωπα, ἄνθρωποι ὁποὺ ἦσαν ὅλοι τοῦ τόπου, καὶ δὲν ἦσαν οἱ ἴδιοι ὁποῖοι εἶχαν ἀπέλθει πρὸ πέντε ἢ ἓξ ἐτῶν, εἶχαν κατέλθει ἀποτόμως καὶ συγχρόνως ἀπὸ τὸ Σουέζ, ὅπου εἶχαν παύσει ἀρτίως αἱ ἐργασίαι τῆς σκαφείσης διώρυγος. Εἶχον φέρει μαζί των ὀλίγα ἢ πολλὰ ναπολεόνια, ἀλλὰ πολὺ περισσοτέρας νέας ἕξεις, βλασφημίας, ἔριδας, θράσος, μέθην καὶ πρόκλησιν.
Ὁ γερο-Μαρὴς ὁ Βαβδινός, σεβάσμιος τοκογλύφος, εἶχε κατέλθει εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα καὶ τὸ εἶχεν ἀμὲτ Μωαμέτ*, νὰ γίνῃ δήμαρχος. Ἐλέγετο ὅτι εἶχεν ἀποφασίσει τέλος ν᾿ ἀνοίξῃ τὴν κάσσαν, τὴν περίφημον, τὴν ἔχουσαν βάθος δυσθεώρητον. Εἰς τὸν πυθμένα ἐκείνης τῆς κάσσας ὑπῆρχον, ὡς ἐλέγετο, ὄχι μόνον σπίτια καὶ χωράφια καὶ ἐλαιῶνες, ἀλλὰ καὶ καράβια πλέοντα καὶ καράβια ναυαγοῦντα, τὰ ὁποῖα ἡ γρια-Γκότσαινα, ἡ μάγισσα, σ᾿ ἔκαμνε νὰ τὰ ἰδῇς μέσα εἰς μαγικὸν καθρέπτην, καὶ ν᾿ ἀκούσῃς ὡς καὶ τὰς κραυγὰς τῆς ἀγωνίας τῶν ναυαγῶν, ὡς καὶ τοὺς ἐπιθανατίους ρόγχους τῶν πνιγομένων. Πιθανὸν ὅμως νὰ ἠκούοντο ἐκεῖ μέσα καὶ μάταια λόγια καὶ παράπονα ἀμελῶν καὶ ὀκνηρῶν χρεωφειλετῶν, τὰ ὁποῖα ἐπνίγοντο ἀνάμεσα εἰς τὸν πολὺν θόρυβον τῶν οἰμωγῶν καὶ τῶν θρήνων. Τὰ θαλασσοδάνεια, βλέπετε, εἶχαν τριανταὲξ τοῖς ἑκατόν· καὶ «τὸ διάφορο, κεφάλι».

Ὁ γερο-Μαρής, εἶχεν ἀποτύχει πρὸ τετραετίας, τὴν πρώτην φορὰν ὁποὺ ἐπείσθη νὰ βάλῃ κάλπην, ἡττηθεὶς ἀπὸ ἄνθρωπον πολὺ πτωχότερόν του, καὶ ὅλοι οἱ ὀπαδοὶ καὶ οἱ οἰκεῖοί του τὸ εἶχαν «ἀγκάθι», καὶ εἶχαν φοβερίσει τοὺς ἀντιπάλους «νὰ τὸ κρεμάσουν σκουλαρίκι στ᾿ αὐτί». Ὅλοι οἱ ἐντόπιοι, ὅσοι εἶχαν παλιννοστήσει ἀπὸ τὸ Σουέζ, ἢ σχεδὸν ὅλοι, εἶχαν ἑλκυσθῆ μὲ τὸ κόμμα του. Διότι, ὅσοι ἔπιασαν ὀλίγα λεπτὰ ἐξ αὐτῶν, εἶχαν «μεγαλοπιασθῆ» ἐξαίφνης, καὶ ἤθελαν νὰ ὑπάγουν «μὲ τοὺς ἀρχόντους». Ἄλλοι πάλιν, ὅσοι εἶχαν φέρει μόνον πέντ᾿ ἕξ, ἢ ὀκτώ, ἢ δέκα, ἢ δώδεκα λίρας, καὶ τὰς εἶχαν φάγει, ἢ τὰς εἶχαν πίει ἐν τῷ μεταξύ, ἐμισθώθησαν ἀπὸ τὸ κόμμα, ὁπλοφοροῦντες, φρουροὶ τάχα τῆς τάξεως εἰς τὰς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν. Ὅλα τὰ σκυλιὰ ἦσαν ἀδέσποτα· κανὲν δὲν ἐγνώριζε πλέον τὸν ἀφέντην του. Μέγας «θυσιασμὸς»* εἶχεν ἀνάψει εἰς ὅλας τὰς κεφαλάς. Ὅλοι ἦσαν «θανατικοί»*, ἀπὸ τοῦ γεροντοτέρου μέχρι τοῦ νεωτέρου. Καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἄνθρωπος ἀδιάφορος διὰ τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, «ἀπὸ ξυλοκόπου αὐτῶν ἕως ὑδροφόρου αὐτῶν».
Ὁ Κωσταντὴς τοῦ Τάσου, τρεῖς σπιθαμὰς τὸ κίτρινον ζωνάρι περὶ τὴν κοιλίαν, μὲ τρία κουμπούρια εἰς τὴν μέσην, καὶ μὲ βαρεῖαν μαγκούραν πολύκομπον, ἔτρεχεν ἄνω καὶ κάτω εἰς τοὺς δρόμους ἀπὸ τοῦ δειλινοῦ μέχρι τοῦ ὄρθρου, ὥστε νὰ φαίνεται πὼς ἦτο πάντοτε ἀπησχολημένος, καὶ πὼς εἶχε σπουδαίας ἀποστολάς. Ὁ Στεφανὴς ὁ Καραντάνης, μὲ τὸν ἀχώριστόν του φίλον, τὸν Σταῦρον τὸν Τσόρναν, καθήμενος ἔξω παντὸς καπηλείου, ἐπροκάλει ὅλους τοὺς διαβάτας καὶ τοὺς ἐβίαζε νὰ φωνάξουν «ζήτω ὁ μπαρμπα-Μαρής», ἂν ἤθελαν νὰ περάσουν ἐλεύθερα. Ὁ Ἀλέξης ὁ Κρητικός (οὕτω καλούμενος διότι εἶχεν ὑπάγει τῷ 1866 ἐθελοντὴς εἰς τὴν Κρήτην) ἐκυριάρχει εἰς ὅλας τὰς συνοικίας τὴν νύκτα, καὶ δὲν ἐπέτρεπεν εἰς καμμίαν ἐναντίαν παρέαν νὰ ψάλῃ ᾆσμα, ἐκλογικὸν ἢ ἄλλο.

Δὲν ἠκούετο πλέον οὔτε «χορεύ᾿ ὁ Τάσος κι ὁ Νταντός, καὶ τς Ἀρμαμένταινας ὁ γυιός»· οὔτε «Κοῦνος καὶ Μπουέλλος» (δύο ἐκλογικὰ παρεγκώμια προσώπων)· οὔτε «Σταματίτσα κὶ Μαλλίνα βγάλανε τὴ δημαρχίνα» (διότι ὑπῆρχον πάντοτε καὶ γυναῖκες κομματαρχίνες εἰς τὰς ἐκλογάς), οὔτε τίποτε. Τὰ ᾄσματα τῶν ἀντιπάλων εἶχαν σιγήσει. Ἠκούετο μόνον πολὺ συχνά: «Ὁ Γιάννης τοῦ Νικόλα δὲν ἔχει ἐπιρροή· τὸν φάγανε οἱ ψύλλοι, τὸν φάγαν κ᾿ οἱ κοριοί».
Καὶ ἡ τρέλα δὲν ἐμαίνετο μόνον τὴ νύκτα, ἀλλὰ καὶ τὴν ἡμέραν. Ἕνα παπαδόσπιτο εἶχεν ἐμπετασθῆ μὲ κοκκίνας σημαίας, ὡς νὰ μὴν ἐδέχετο ὁ παπὰς προσφορὰς ἀπὸ τὰ δύο κόμματα, ἀλλὰ μόνον ἀπὸ τὸ ἕν. Ὅλη ἡ παραθαλάσσιος ἀγορὰ καὶ οἱ παράλληλοι δρόμοι ἐκοκκινοβολοῦσαν ἀπὸ τὰ ἐρυθρὰ ράκη τ᾿ ἀνεμίζοντα εἰς τὸν ἀέρα. Εἷς ἄλλος παπὰς εἶχεν εἰπεῖ τῆς παπαδιᾶς του, μὴ θέλων φανερὰ νὰ ἐκτεθῇ, ν᾿ ἁπλώσῃ ὅλα τὰ ὡραῖα κόκκινα κιλίμια, τάχα διὰ ν᾿ ἀερισθοῦν, εἰς τὰ παράθυρα καὶ εἰς τὸ μπαλκόνι. Δίπλα εἰς τὸ ἴδιον σπίτι ὑψοῦτο μέγας πάσσαλος ἢ στῦλος, εἰς τὸ χεῖλος τοῦ κρημνοῦ, ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ ὁποίου ἦτο κτισμένη ἡ οἰκία· ἐπ᾿ αὐτοῦ εἶχαν κρεμασθῆ πλῆθος κόκκινα μπαϊράκια, λωρίδες καὶ φλάμπουρα· βεβαίως κατ᾿ ἀνοχὴν ἢ κατ᾿ εἰσήγησιν τοῦ παπᾶ. Ὁ μπαρμπα-Γιάννης ὁ Μπούας, ὅστις ἀφοῦ ἐγήρασεν εἶχε καταφύγει ἐν μετανοίᾳ εἰς τὸ Μοναστήρι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, εἶχεν ἀναβάλει ἀπὸ ἐκλογῆς εἰς ἐκλογὴν τὴν κουράν του, κ᾿ ἐξηκολούθει νὰ μένῃ ὡς δόκιμος, ὑποσχόμενος ἑκάστοτε νὰ περάσῃ ἡ παροῦσα ἐκλογή, καὶ εἶτα νὰ καλογηρεύσῃ, ἐπειδὴ οἱ ὑποψήφιοι ἐφίλευαν τοὺς ἐκλογεῖς καὶ καπνὸν καὶ ρακὶ καὶ γιουβέτσι, ἀλλὰ καὶ φυσέκια* μὲ δεκάρες. Τώρα πάλιν ὑπεσχέθη ἀνυπερθέτως, μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ μπαρμπα-Μαρῆ εἰς δήμαρχον, νὰ δεχθῇ πλέον τὴν κουράν, καὶ νὰ κοιτάξῃ τοῦ λοιποῦ διὰ τὴν ψυχήν του. Δύο διδάσκαλοι τοῦ χωριοῦ, τὸ ὁποῖον ἐκηρύχθη ὡς πρωτοφανὲς πρᾶγμα, ἔλαβον ἀναφανδὸν μέρος εἰς διαδήλωσιν ὑπὲρ τοῦ Βαβδινοῦ κόμματος.
*
Τὴν νύκτα ἐκείνην ἐστάλημεν ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ γερο-Ἀποστολίδη, ἐγὼ καὶ ὁ καπετὰν Ἀριστείδης τοῦ Ρούσσου, ὅπως διαλεχθῶμεν μὲ τὸν γερο-Σταμάτην τὸν Κορδᾶν, ἴσως κατορθώσωμεν καὶ τὸν πείσωμεν, ὡς πρόεδρος τῆς ἐκλογικῆς ἐπιτροπῆς ὁποὺ θὰ ἦτο, νὰ δεχθῇ τὰς εἰσηγήσεις μας. Ἦτο μὲν συγγενὴς καὶ μὲ τὸ κόμμα μας, ἀλλ᾿ ἐφοβεῖτο τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας, καὶ ἤθελε νὰ εἶναι πάντοτε «μὲ τὸν Βασιλιά», συνηθισμένος οὕτω ἀπὸ τῶν ἡμερῶν τοῦ Ὄθωνος, καθ᾿ ὃν χρόνον οἱ ὑποψήφιοι ἦσαν πάντοτε χρισμένοι. Ἡ κάλπη παρεγεμίζετο μὲ εἰκονικὰ ψηφοδέλτια, καὶ τὸ ἐναντίον κόμμα δὲν εἶχε τύχην, ἐκτὸς ἐὰν κατώρθωνε νὰ κλέψῃ τὴν κάλπην διὰ ρήξεως καὶ ἐφόδου ἐκ τῶν παραθύρων τῆς ἐκκλησίας, ὅπου ἐγίνοντο ἀνελλιπῶς αἱ ἐκλογαί, βεβαίως διὰ ν᾿ ἁγιάσουν καλύτερα καὶ ἐκλογεῖς καὶ ἐκλεγόμενοι. Συνέβαινεν ὅμως πολλάκις καὶ νὰ ξεπαγιάσουν αἱ ἐπιτροπαὶ κ᾿ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως, διανυκτερεύοντες ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἐν καιρῷ χειμῶνος. Ποῦ ἐκεῖνα τὰ χρόνια! Ὄχι μόνον αἱ κάλπαι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐκλέκτορες, λ.χ. εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς «οἱ μᾶλλον φορολογούμενοι», ἐγίνοντο ἀνάρπαστοι τὴν παραμονὴν τῆς ἐκλογῆς, κ᾿ ἐκρύπτοντο ἄδηλον ποῦ κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς ψηφοφορίας.

Ὁ γερο-Σταμάτης ὁ Κορδᾶς δὲν ἦτο ἐκ τῶν μᾶλλον πεπειραμένων εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα. Τὸν περισσότερον καιρόν του εἶχε ζήσει ἀρμενίζων μὲ τὴν σκούναν του ἀνὰ τὸ Αἰγαῖον. Τώρα ἐπὶ Γεωργίου εἶχε παραχωρήσει τὴν γολέταν εἰς τοὺς υἱούς του καὶ αὐτός, συνταξιοῦχος τοῦ Ν. Ἀπομαχικοῦ, μένων κατ᾿ οἶκον, εἶχε κληρωθῆ διὰ τὴν παροῦσαν ἐκλογήν, ἔχων τὰ προσόντα, ὡς πρῴην δημοτικὸς σύμβουλος κτλ., πρόεδρος τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἦτον θεῖός μου ἐξ ἀγχιστείας ε´ βαθμοῦ, ἤτοι σύζυγος τῆς πρωτεξαδέλφης τοῦ πατρός μου· ἀλλ᾿ ἦτο καὶ μέγας θεῖός μου Ϛ´ βαθμοῦ ἐξ αἵματος, πρωτεξάδελφος τῆς πρὸς μητρὸς μάμμης μου. Ἀλλ᾿ ὁ καπετὰν Ἀριστείδης τὸν ἐγνώριζε πολὺ καλά! Ἐγώ, νεώτατος, μόλις 19 ἐτῶν, εἶχον ὑποδειχθῆ τάχα ὡς ρητορικὴ γλῶσσα διὰ νὰ συνοδεύσω τὸν Ἀριστείδην· πλὴν ὁ κρυφὸς λόγος δι᾿ ὃν ἐδέχθην τὴν ἀποστολήν, ἦτο διὰ νὰ γνωρίσω τὸν μπαρμπα-Σταμάτην, καὶ τὸν μελετήσω.
― Τώρα νὰ ἰδῇς, μοῦ εἶπεν ὁ καπετὰν Ροῦσσος, ἅμα ἐξήλθομεν νύκτα ἐκ τῆς οἰκίας τοῦ γερο-Ἀποστολίδη τοῦ πενθεροῦ του· τώρα νὰ ἰδῇς τί θὰ πῇ καπετὰν Σταμάτης Κορδᾶς· ἂς τὸν ἔχῃς καὶ μπάρμπα, δὲν τὸν ξέρεις· ἡμεῖς οἱ θαλασσινοὶ γνωριζόμεθα, βλέπεις, καλά. Μὲ μανέλα* τὸ κεφάλι του δὲν γυρίζει· μὲ ἐργάτη, μὲ βίντσι, μὲ μάγγανο, μὲ ὅ,τι θέλεις.
― Τότε, τί πᾶμε; εἶπα ἐγώ.
― Πᾶμε, γιατὶ μᾶς ἔστειλαν, καὶ γιὰ νὰ ἰδοῦμε τὸν μπαρμπα-Σταμάτη στὸ σπίτι του, στὴν χειμωνιάτικη τὴν κάμαρα ποὺ ἔχει σχεδιασμένην μ᾿ ἕνα καραβόπανο. Θὰ ἰδῇς τὴ σερβέτα*, τὸ σαρίκι ποὺ φορεῖ στὸ κεφάλι του, σὰν Τοῦρκος· θὰ ἰδῇς τὰ μουστάκια του, ποὺ εἶναι σὰν δύο χονδρὰ ἀγκίστρια, ἀπὸ κεῖνα ποὺ πιάνουν τοὺς ὀρφούς· τὸν τράχηλόν του, τὰ μπράτσα του, τὰ ποδάρια του, ὅλα γυμνά· καὶ θ᾿ ἀκούσῃς πῶς σκέπτεται καὶ πῶς μιλεῖ ὁ μπαρμπα-Σταμάτης. Ὅταν ἦτον νέος, ἐπῆρε σύντροφον στὸ καΐκι ἕναν Ποριώτην ἢ Κρανιδιώτην, ἐπίτηδες διὰ νὰ ἐξαλβανισθῇ πλησίον του· καὶ τώρα ἡ γλῶσσά του, ὁ τρόπος του, ἡ συμπεριφορά του, ὅλα εἶναι ἀρβανίτικα.
Καθὼς ἐπροχωρήσαμεν ὀλίγα βήματα καὶ εἰσήλθομεν εἰς τὴν παραθαλάσσιον ἀγοράν, ἄλλα καπηλεῖα ἢ καφενεῖα ἦσαν ἀνοικτά, ἄλλα μισοκλεισμένα. Ὅλα εἶχαν φῶς ἔνδοθεν. Ἠκούομεν φωνάς, διαλόγους, ᾄσματα. Πρὶν φθάσωμεν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ γερο-Κορδᾶ, ὄπισθεν τῆς ἐκκλησίας, πρὸς τὸ δυτικόν, παρήλθομεν ἔξωθεν τῆς ταβέρνας τοῦ Δημήτρη τοῦ Σμυρνιοῦ. Μέσα ἦτον μία παρέα, θορυβοῦσα καὶ φωνάζουσα, προεξάρχοντος ἑνὸς μεγαλοσώμου νέου, μὲ ξανθοὺς στριμμένους μύστακας, πλησίον τοῦ ὁποίου ἐκάθητο εἷς μελαψὸς ὁμήλικός του, ταπεινοτέρου ἐξωτερικοῦ, καὶ ὅστις ἐφαίνετο μᾶλλον μειλίχιος. Καὶ οἱ δύο εἶχον κατέλθει ἐσχάτως ἀπὸ τὸ Πὸρτ-Σαΐδ.
― Εἶναι ὁ Στεφανὴς ὁ Καραντάνης, μοῦ εἶπεν ὁ συνοδός μου, μαζὶ μὲ τὸν ἀχώριστον φίλον του, τὸν Σταῦρον τὸν Τσόρναν. Αὐτὸς ὁ Καραντάνης εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴν κάμῃ καυγάν, καὶ νὰ μὴ μαχαιρώσῃ κανέναν. Εἶναι πολὺ μουρλός, πίνει πολὺ καὶ τὸ ἔχει παρμένο παραπολὺ ἐπάνω του.
*
Ἀνέβημεν τὴν μεγάλην ἐξωτερικὴν σκάλαν, κ᾿ ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἁπλωταριάν, ἢ τὸ μεγάλο χαγιάτι τῆς ἀφελοῦς ἀρχοντικῆς οἰκίας. Ὁ Ἀριστείδης ἔκραξε:
― Ξυπνητὸς εἶσαι, καπετὰν Σταμάτη;
― Ὂς γκελντί· χαῒρ ὀλά*, ἔκραξε φωνὴ ἔσωθεν.
Ὁ γέρων δὲν εἶχε κοιμηθῆ ἀκόμη. Ἦτο περὶ τὴν δεκάτην ὥραν, ἐν καιρῷ τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας· τετάρτη ὥρα τῆς νυκτός.
Πάραυτα ἠνοίχθη ἡ θύρα κ᾿ ἐπαρουσιάσθη ὁ μπαρμπα-Σταμάτης, μὲ κόκκινον σκοῦφον καὶ σαρίκι περὶ τὴν κεφαλήν, μὲ γυμνὰς κνήμας, καὶ γυμνοὺς βραχίονας.
― Πῶς μᾶς θυμηθήκατε;… Ποῦ σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἀνεψιέ; μοῦ λέγει.
Καὶ στραφεὶς πρὸς τὴν γωνίαν τὴν νοτιοδυτικὴν τῆς οἰκίας, ὅπου εἶχε κατασκευασθῆ προχείρως, μὲ δύο μεγάλα καραβόπανα, ἐπιτηδείως τεντωμένα, εἶδος σκηνῆς ἢ χειμερινοῦ θαλάμου, ἐπειδὴ ἡ οἰκία ἄλλως, νεωστὶ κατεσκευασμένη, δὲν εἶχε χωρισθῆ εἰς δωμάτια, ἔκραξε:
― Κοιμήθηκες, θειά; Σήκω νὰ τρατάρῃς τὸν ἀνεψιό σου.
― Θὰ σᾶς δώσουμε βάρος, καπετὰν Σταμάτη, εἶπε μετ᾿ εὐγενείας ὁ Ἀριστείδης.
― Δὲν ἔχει βάρος· ἡ μάννα* τώρα ἐζάρωσε δίπλα στὸ ντζάκι· τώρα μπουζουργιάσαμε* ἀκόμα· δὲν ἔχουμε ψόφο* εὔκολα. Τώρα σηκωθήκαμε ἀπ᾿ τὸ σουφρά… κ᾿ ἔτσι λαγοκοιμήθηκε στὸν ὀντὰ ἡ μάννα… Κοπιάστε, μπουϊούρουμ ὄρε μίρε*.
Ἐκαθίσαμεν ἐπὶ σκαμνίων, πλησίον τῆς θυρίδος τὴν ὁποίαν ἐσχημάτιζε πρὸς τὸν τοῖχον τὸ καραβόπανον. Ὁ Ἀριστείδης εἰσῆλθεν ἀμέσως εἰς τὸ θέμα.
―Ἤρθαμε, καπετὰν Σταμάτη, ἀπεσταλμένοι. Ἔμαθαν στὸ σπίτι πὼς θὰ πάρῃς τὸν γερο-Κατσουλὴ γραμματικὸ τῆς Ἐπιτροπῆς… Ὁ δικός μας ὁ Παπούλιας δὲν θὰ ἦτον καταλληλότερος;

Ἓν τῶν κυριωτέρων αἰτημάτων, τὰ ὁποῖα εἴχομεν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὸν μπαρμπα-Σταμάτην, ἦτο τὸ περὶ τῆς γραμματείας τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἐκλογῶν. Ὁ Παπούλιας, πρῴην δημογραμματεύς, πρῴην γραμματεὺς Εἰρηνοδικείου, ὑποτελώνης κλπ., εἶχεν ἔλθει ἐσχάτως μὲ τὸ κόμμα μας, ἦτο δὲ ἄνθρωπος μὲ ἱκανότητα, ἂν καὶ δὲν εἶχε χαμοθεόν*· ὁ γερο-Κατσουλής, συνταξιοῦχος, πρῴην εἰρηνοδίκης, διετέλει νῦν γραμματεὺς τῆς Δημαρχίας. Ἦτο δὲ ἀνίκανος, σκολιός, καὶ τὰ «ἔκαμνε θάλασσα». Πλὴν ὁ μπαρμπα-Σταμάτης, ἐθεώρει τὸν ἑαυτόν του ὑπόχρεων νὰ τὸν προσλάβῃ ὡς γραμματέα κατὰ τὸ τετραήμερον τῆς ἐκλογῆς, ἐπειδὴ ὁ νῦν δήμαρχος ἐβοήθει τὸν γερο-Μαρήν, τὸν Βαβδιναῖον, εἰς τὴν ὑποψηφιότητα, ὁ δὲ καπετὰν Σταμάτης ἐπεθύμει πάντοτε νὰ εἶναι μὲ τὸ «δοβλέτι»*, κ᾿ ἐφοβεῖτο τὴν σκιὰν τῆς ἀρχῆς.
Δὲν ἔσπευσε ν᾿ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρώτην εἰσήγησιν τοῦ καπετὰν Ἀριστείδη.
―Ὁ γερο-Κατσουλής, ἐπέφερεν οὗτος, θὰ χασομερᾷ ὅλους τοὺς ψηφοφόρους μας, θὰ κάμνῃ μίαν ὥραν νὰ βρίσκῃ τὰ ὀνόματα στὸν κατάλογον· δὲν θὰ λαμβάνῃ ὑπ᾿ ὄψιν τοὺς αὔξοντας ἀριθμοὺς ποὺ θὰ τοῦ δίνουν, καὶ θ᾿ ἀργοπορῇ ἐπίτηδες· ἐνῷ διὰ τὸ ἐναντίον κόμμα, οὔτε θὰ κοιτάζῃ διόλου τὸν κατάλογον, θὰ λέγῃ: «Μάλιστα, μάλιστα», καὶ θὰ περνᾷ ἀμέσως τὰ ὀνόματα στὸν κατάλογον τῆς ψηφοφορίας… Καὶ ξέρεις πὼς μπορεῖ ἔτσι νὰ μᾶς κόψῃ, μὲ τρόπον, δέκα ψήφους… Καὶ «τί εἶν᾿ ὁ κάβουρας, τί εἶν᾿ τὸ ζουμί του;»
Ὁ μπαρμπα-Σταμάτης ἔσεισεν ἐμφαντικῶς τὴν χονδρὴν τετράγωνον κεφαλήν του.
―Ἐγὼ γέρασα, ὠρὲ καρδάσ᾿*, Ἀριστείδη, εἶπε. Τί νὰ σᾶς κάμω; Κατὰ τὸ κεφάλι ποὺ ἔχω σᾶς προσκυνῶ.
― Καὶ τί ὑποχρέωσιν ἔχει ἡ Ἐπιτροπή, εἶπεν ὁ Ἀριστείδης, νὰ πάρῃ ὡς γραμματικὸν τὸν ὑπάλληλον τῆς Δημαρχίας;… Ἴσα-ἴσα οἱ ὑπάλληλοι πρέπει νὰ μένουν ἀμερόληπτοι, αὐτὸ ἀπαιτεῖ κι ὁ νόμος.
― Τί νῶμος καὶ πλάτη, καρδάσ᾿ Ἀριστείδη! Ταΐτε* καὶ μ᾿ αὐτουνοὺς καὶ μὲ τὶς δημαρχίες, καὶ μὲ τὶς ἐκλογές τους! Βρίσκει τὸν μπελά του ἕνας ἁπλός, ἀγράμματος ἄνθρωπος. Τίνος τὸ χατίρι νὰ χαλάσῃς;
― Λοιπὸν δὲν εἶναι καλὸς ὁ γερο-Παπούλιας γιὰ νὰ τὸν πάρετε γραμματικόν;
― Καλὸς κι ἄξιος εἶναι, καρδάσ᾿, μὰ δὲν τὸν παίρνουμε.
― Γιατί;
― Γιὰ τς γάτας τ᾿ αὐτί.
Ἠθέλησα κ᾿ ἐγὼ νὰ ψελλίσω ὀλίγα λόγια, διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ἐκεῖ παρουσίαν μου καὶ ν᾿ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν ἀποστολήν μου.
― Σὲ παρακαλῶ, μπάρμπα· ξέρεις πῶς τὰ κατάφερε ὁ γερο-Κατσουλὴς στὴν Δημαρχία; Μπᾶτε χίλι᾿ ἀλέσετε… Οὔτε τάξιν, οὔτε ἀρχεῖον, οὔτε θυρίδα· κανὲν ἔγγραφον δὲν ἐνεργεῖται. Οὔτε τὸν ἀριθμὸν τοῦ πρωτοκόλλου δὲν μπορεῖ νὰ φυλάξῃ καλὰ-καλά.
Τοῦ μπαρμπα-Σταμάτη ἐσείσθησαν βιαίως τὰ μουστάκια του.
― Τί λὲς καὶ σύ, ἀνεψιέ;… Σ᾿ ἔστειλαν καὶ σὲ νὰ σπουδάσῃς, καὶ χαλάστηκες… Καλὰ τὸ εἶπα ἐγὼ τῆς ἀνεψιᾶς μου, τῆς μητέρας σου: «Θὰ χάσῃς, ἀνεψιά, τὸ παιδί σου». Τί νὰ κάμω, ποὺ δὲν μὲ ἄκουσε.
Ὁ Ἀριστείδης ἐγέλασε, κ᾿ ἐσηκώθη ν᾿ ἀπέλθωμεν.
― Καληνύχτα, καπετὰν Σταμάτη.
― Καληνύχτα, θειά, εἶπα ἐγώ.
― Στὸ καλό· καλῶς ἤρθατε.
Καθὼς ἐξήλθομεν, καὶ μᾶς ἔφεγγεν ἡ γραῖα Μαγδαληνὴ νὰ καταβῶμεν:
― Δὲν σοῦ τὸ ἔλεγα ἐγώ; μοῦ εἶπεν ὁ Ἀριστείδης. Μὲ μανέλα δὲν γυρίζει τὸ κεφάλι του.
― Οὔτε μὲ ἀδράχτι.
*
Κατέβημεν, καὶ ἠκούσαμεν φωνάς· εἴδομεν κίνησιν εἰς τὸ καπηλεῖον τοῦ Σμυρνιοῦ. Ἄνθρωποι μὲ τὰ νυχτικά τους κατέβαιναν ἐν σπουδῇ ἀπὸ τὰς οἰκίας των, διὰ νὰ μάθουν τί εἶχε συμβῆ.
Ἐστάθημεν μίαν στιγμήν, δεξιόθεν τῆς ἐκκλησίας, ἀντικρὺ εἰς τὴν θύραν τοῦ καπηλείου, παρεμπρὸς ὁ Ἀριστείδης, παραπίσω ἐγώ. Τὸ βλέμμα μου ἀντίκρυσε μίαν τράπεζαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔπιπτε σχεδὸν καθέτως τὸ φῶς τῆς κρεμαστῆς λυχνίας. Εἶδα κάτι τι, ἓν ὡς ρευστὸν ἐρυθρὸν ἐπὶ τῆς τραπέζης, κ᾿ ἐπὶ τῶν πλακῶν τοῦ δαπέδου, νὰ κοκκινοβολῇ καὶ ν᾿ ἀχνίζῃ. Σωρὸς ἀνθρώπινος ἔκειτο πρηνὴς κάτω ἐκεῖ, ἀσθμαίνων ὀδυνηρῶς, καὶ γογγύζων.
Ὁ Ἀριστείδης ἐπροχώρησεν ὀλίγα βήματα πρὸς τὸ καπηλεῖον. Ἐγὼ ἔμεινα ἀκίνητος.
Μετὰ πέντε λεπτὰ ἐπανῆλθεν ὁ συνοδός μου.
― Σὰν προφήτης τὸ εἶπα, μοῦ λέγει· καλύτερα νὰ εἶχα δαγκώσει τὴ γλῶσσά μου.
― Τί τρέχει;
― Ὁ Στεφανὴς ὁ Καραντάνης, μὴ βρίσκοντας κανέναν ἀπ᾿ τὸ ἄλλο κόμμα, τὸ δικό μας, νὰ μαχαιρώσῃ, ἐμαχαίρωσε τὸν ἀχώριστον φίλον του καὶ ὀπαδὸν τοῦ κόμματός του, τὸν Σταῦρον τὸν Τσόρναν. Ποιὸς ξέρει; Γιὰ ἕνα ἀπρόσεκτον λόγον, ἐπάνω στὸ πιοτό…
Ἐφύγαμεν. Εἶχαν περάσει ἤδη τὰ μεσάνυκτα. Ἀνέτελλεν ἡ ἡμέρα τῶν ἐκλογῶν, βαμμένη εἰς τὸ αἷμα.
― Τὸ τέρας τὸ κίτρινον εἶχε καλέσει εἰς ἐπικουρίαν τὸ θηρίον τὸ κόκκινον.