Γιάννης Σταύρου, Υμηττός Παιανία, λάδι σε καμβά

t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

Ω Ελλάς ηρώων χώρα τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα...

Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Φρανσίσκο Γκόγια, Έτσι ήταν κι ο παππούς του,  χαρακτικό

Γεώργιος Σουρής

Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ' όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά 'χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;

Νά 'χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;
*
Όλα σ' αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.
*
Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

Θέλει ακόμα  -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που 'χει
στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι.
*
Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.
Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.
*
Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.

Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυο φορώντας τα πόδια πού'χει
στό'να λουστρίνι, στ'άλλο τσαρούχι.
*
Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,
τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

Τρίτη, 26 Μαΐου 2015

Ο θόρυβος του κόσμου...

Ο χρόνος διαφθείρει αόρατος
την θέα του κόσμου·
ο άνθρωπος αφαιρείται
και δεν κυττάζει
δε βλέπει·
μέχρι τον θάνατο...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινή Δύση, λιμάνι Θεσσαλονίκης, λάδι σε καμβά

Γιώργος Σαραντάρης
Στο Συμπόσιον

Στη διδα Ι.Μ.

Η παιδική ηλικία
απαρατήρητη
με σιγά βήματα
έφυγε·
κι όμως, στο συμπόσιον
αχνίζουν απ’
την δύση της
τα όνειρα,
και σαν το αγνό σουρούπωμα
εισέλθη στο δωμάτιον
να, κρυφολέγουνε
το μυστικό της...

Αύριον

Και αίσθημα και αίσθηση αφίσανε
οι ανεπαίσθητοι ουρανοί
χαϊδεύοντας τις επιφάνειες.

Ουσιαστικώτερο

Σαν ταιριάσει στο εγώ μου η σιωπή
ίσως η γαλήνη της φύσης ν’ απλωθεί
πάνω στη γνώση,
και εις δημιουργία τ’ όνειρο να βγη
ουσιαστικώτερο να με θερμαίνει
να μου μακραίνει την ζωή...

Ανυπαρξία

Η θάλασσα (πάνε θλιμμένα χρόνια)
επέθανε· γύρω της κλαίγουνε στεριές
και ορίζοντες.

Τοπείον


Οι ορίζοντες ρεμβάζουνε στα πέρατα της γης
όταν οι άνθρωποι αποκοιμήθηκαν
ή πέθαναν.

Την θέα του κόσμου

Ο χρόνος διαφθείρει αόρατος
την θέα του κόσμου·
ο άνθρωπος αφαιρείται
και δεν κυττάζει
δε βλέπει·
μέχρι τον θάνατο
τρώγεται από αόριστο πόθο
ενώ τον
διαφθείρει
κάποια δύναμη
πιο αόρατη από τον χρόνο.

Ψυχή

Συνείδηση φανέρωμα συγκίνησης
περιπαίζεις την ύπαρξη

Οι αγάπες του χρόνου
συχνάζουν τα τοπεία σου
τρέμεις στα φύλλα τού είναι
γεμίζεις το σύμπαν
δεν ξέρεις φυγή
ποθείς ταξείδια
Στις πλάτες σου φτερουγίζει ο κόσμος
φως σε λούζει ο ήλιος

Ο θόρυβος του κόσμου

Ο θόρυβος του κόσμου πλήττει το εγώ
που ορέγεται μια ζωή προσεκτική
γύρω απ’τα θαύματα του χρόνου
και την ύπαρξη θέλει ακέραια
μέχρι το θάνατο

που ήδη η πιθανότης του τον θλίβει
τον ανησυχεί
του ενοχλεί τον βίο
κάτω απ' την ήρεμη σκέψη
που ρέει...

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

Παλιά τραγούδια μακρινά χαμένα από καιρό

μάταια φαντάσματα, τυφλά, που το σκοτάδι σπέρνει
που η νύχτα φέρνει μια στιγμή, κι η νύχτα, πάλι, παίρνει,
χαμένοι, δίχως γυρισμό μες στον αιώνιο σάλο,
μισούμε και εχθρευόμαστε – και κρίνει ο ένας τον άλλο…

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καράβια στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά

Ναπολέων Λαπαθιώτης
Ερινύες

Παλιά τραγούδια μακρινά χαμένα από καιρό
Μες σε στιγμές αγγελικές ή μέσα στ’ όνειρό μου,
Τώρα που, εντός μου, τίποτα δεν μένει πια γερό
Το βράδυ που σας θυμηθώ μοιάζει με βράδυ τρόμου^

Κι εσάς που πάντα φύλαγα, για μια παρηγοριά
- Σα μια στερνή και μαγική παρηγοριά δική μου
Σας βλέπω τώρα, ξαφνικά ν’ αλλάζετε θωριά
Και να στε απ’ όλες τις πληγές, η πιο μαρτυρική μου!

Για αυτό, σφαλώντας τη ματιά πηγαίνω να χαθώ.
Μες στους πικρούς σας εμπαιγμούς και μες στις ειρωνείες,
Τώρα που τίποτα γερό δεν έμεινε κι ορθό
- τραγούδια μου Ερινύες!..

Τα ποιήματα της σκιάς 1939-1943

1939

τώρα , που γυρίζει πάλι,
προς την άνοιξη ο καιρός,
κι ο ήλιος , σαν καρδιά μεγάλη,
μας αγγίζει φλογερός

που όλα γύρω απ’ του χειμώνα
λυτρωμένα να ζούνε μόνα,
λαχταρούνε για στοργή,

κι όλα βρίσκουν τα ‘να τα’ άλλ
Σα χαμένο θησαυρό
Με το νού μου είπα να βάλω
Κι εγώ κάτι πως θα βρω…

Και κινώντας ένα γιόμα,
Σαν αλήτης που πεινά
(και απ’ αυτόν ίσως ακόμα
πιο βουβά και ταπεινά)

και με κάποιον κρυφό τρόμο,
στην ψυχή την ορφανή,
γύρεψα διλά στο δρόμο
κάτι, θε μου να φανεί!

Μα δεν πρόκανες ελπίδα
Μια στιγμή να μου φανείς
Και για μένα , αμέσως, είδα,
Πως Δε βρίσκετε κανείς,

Και χωρίς να ρίχνω πίσω
Μάτια πόθου φλογερά.
Πρέπει ν’ αποχαιρετήσω
Κάθε σκέψη και χαρά…

Τι κι αν όλα λένε, γύρα,
Πως δεν ήταν ως εκεί,
Κι αρχινάν, της γης τα μύρα,
Την παλιά τους μουσική;

Τι και φέγγε, απάνωθέ μου,
Πλούσιος ο ήλιος ο παλιός;
Ολ’ αυτά, για μένα, Θε μου,
Πόσο, τότε, ήταν αλλιώς…

Κι έτσι, ανοίγοντας τη θύρα,
Που οδηγεί προς τα Παλιά,
Να σκορπίσουν όλα, γύρα
Σαν ανώφελα πουλιά,

Θα βαδίσω προς το Πέρα,
Δίχως τίποτα να πω,
Χωρισμένος κάθε μέρα
Κι από κάτι π’ αγαπώ

Καρτερώντας ως την ώρα,
Πάλι, Θε μου, που θενά
Σμίξουμε, για πάντα τώρα
Μες στο Μέγα Πουθενά…

ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Το Άγνώστο γύρω και παντού, - κι ο Νόμος ο Τρανός του!
Κι ενώ σε είμαστε παρά μορφές αυτού του Αγνώστου,
Φαντάσματα, όλοι, και καπνοί, στην δίνη της Αβύσσου
(με τα’ όνειρο, φτωχή ψυχή, για μόνη απολαβή σου),

μάταια φαντάσματα, τυφλά, που το σκοτάδι σπέρνει
που η νύχτα φέρνει μια στιγμή, κι η νύχτα, πάλι, παίρνει,
χαμένοι, δίχως γυρισμό μες στον αιώνιο σάλο,
μισούμε και εχθρευόμαστε – και κρίνει ο ένας τον άλλο…

Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Π. Κονδύλης: Ο σημερινός ελληνικός "πολιτικός κόσμος"

Ότι ο σημερινός ελληνικός «πολιτικός κόσμος», κοινοβουλευτικός και εξωκοινοβουλευτικός, αποτελείται ως επί το πολύ από πρόσωπα ελαφρά έως φαιδρά, δεν αποτελεί καν κοινό μυστικό˙ αποτελεί πηγή δημόσιας θυμηδίας, συχνά με τη σύμπραξη των ίδιων των διακωμωδούμενων...

Παναγιώτης Κονδύλης

 

Παναγιώτης Κονδύλης
Ο σημερινός ελληνικός "πολιτικός κόσμος"

Η σημερινή κατάσταση του «πολιτικού κόσμου» δεν απέχει ουσιαστικά από τη γενική κατάσταση του περιούσιου λαού και αποτελεί επίσης ισχυρότατο εμπόδιο για την εκλογίκευση της εθνικής πολιτικής.

Αν ο «πολιτικός κόσμος» κάποτε εμφανίζεται χειρότερος από τον «λαό», ενώ είναι απλώς ίδιος, ο λόγος είναι ότι ο «λαός» ή όσοι μιλούν εκάστοτε στο όνομά του έχουν ένα τακτικό πλεονέκτημα απέναντι στον «πολιτικό κόσμο»: μπορούν να τον αποκαλούν ανίκανο η διεφθαρμένο χωρίς να φοβούνται δυσάρεστες συνέπειες — απεναντίας μάλιστα, αποκτούν πολύτιμους και εξαργυρώσιμους τίτλους δημοσίων κηνσόρων.

Αλίμονο όμως σ’ έναν κοινοβουλευτικό πολιτικό αν τολμήσει να αποκαλέσει τον δήμο ηλίθιο ή ιδιοτελή κι αδιάφορο για το εθνικό μέλλον ˙ η σταδιοδρομία του σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από την ικανότητά του να εγκωμιάζει τις μεγάλες ψυχικές αρετές και την ευθυκρισία ή τουλάχιστον το αλάνθαστο ένστικτο «του λαού μας».

Ωστόσο δεν έχουμε ενδείξεις για να υποθέσουμε ότι πολλοί Έλληνες πολιτικοί στις ημέρες μας αντιμετωπίζουν το δίλημμα της επιλογής μεταξύ παρρησίας και σταδιοδρομίας. Είναι οι ίδιοι, στη μέγιστη πλειοψηφία τους, τόσο ζυμωμένοι με τις διάφορες (όχι αναγκαία τις ίδιες πάντοτε) εκφάνσεις εκείνου πού συνιστά τη σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού, ώστε δεν χρειάζεται καν να κρύψουν μία περιφρόνηση, την οποία δεν έχουν αρκετό επίπεδο για να αισθανθούν ˙ μάλλον θαυμάζοντας τον λαό θαυμάζουν τον εαυτό τους ως ηγέτη του και μάλλον δείχνοντας κατανόηση προς τους άλλους επαιτούν επιείκεια γι’ αυτούς τους ίδιους.

Μεταξύ τους έχει άλλωστε εμπεδωθεί, αν όχι η ξεκάθαρη συνείδηση, πάντως η πρακτική του ότι αποτελούν κι αυτοί, όπως και όλες οι άλλες κοινωνικές ομάδες, κλάδο με ειδικά συμφέροντα, με μόνη τη διαφορά ότι ο κλάδος αυτός εξυπηρετεί τα ειδικά του συμφέροντα διαχειριζόμενος ή εκποιώντας τα γενικά συμφέροντα προς όφελος πολυπληθέστατων τρίτων.

Η ακραία και oλεθριότερη περίπτωση αυτής της πρακτικής ήταν η ένταξη της χώρας στον δρόμο του παρασιτικού καταναλωτισμού και η εκσυγχρονισμένη εμπέδωση του κοινωνικού παρασιτισμού με αντάλλαγμα την εύνοια «του λαού», ήτοι τη νομή της εξουσίας.

Ένας τέτοιος «πολιτικός κόσμος» δεν θα είναι ποτέ ικανός ως σύνολο να θέσει και να λύσει το πρόβλημα της εθνικής πολιτικής και της εθνικής επιβίωσης παρά μόνον ευκαιριακά και φραστικά ˙ είναι ο ίδιος όχι μόνο προαγωγός, αλλά και προϊόν του κοινωνικού παρασιτισμού, ανήμπορος ως εκ της φύσεώς του να αντιταχθεί στον «λαό», όταν ο «λαός» απαιτεί την εκποίηση του έθνους για να καταναλώσει περισσότερα και να εργασθεί λιγότερο.

Πέρα απ’ αυτό, είναι ανίκανος να κάνει κάτι τι διαφορετικό απ’ ό,τι κάνει λόγω του επιπέδου και του ποιού του. Ότι ο σημερινός ελληνικός «πολιτικός κόσμος», κοινοβουλευτικός και εξωκοινοβουλευτικός, αποτελείται ως επί το πολύ από πρόσωπα ελαφρά έως φαιδρά, δεν αποτελεί καν κοινό μυστικό ˙ αποτελεί πηγή δημόσιας θυμηδίας, συχνά με τη σύμπραξη των ίδιων των διακωμωδούμενων. Οι λίγοι, πού έχουν γνώση και συνείδηση, πού κάτι είχαν και κάτι διατηρούν μέσα στους ρηχούς, καριερίστες ή απλώς ψευτόμαγκες συναδέλφους τους, καταπίνουν κι αυτοί τη γλώσσα τους ή μιλούν με πρόσθετες περιστροφές όταν τα θέματα γίνονται οριακά για την πολιτική τους επιβίωση.

Η κομματικοποίηση των μεγάλων θεμάτων της εθνικής πολιτικής και η άγρια εσωτερική τους εκμετάλλευση είναι πασίγνωστη ήδη από το γεγονός ότι οι πάντες την επιρρίπτουν στους πάντες — διαιωνίζοντας την.

Στο σημείο αυτό γίνεται εμφανέστατη η εθνική ανεπάρκεια τού ελληνικού «πολιτικού κόσμου» και συνάμα ο οργανικός του συγχρωτισμός με τη σημερινή κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας, ο οποίος τον καθιστά ανίκανο να της αντιπαραταχθεί για να την καθοδηγήσει.

Ο κατακερματισμός των αντιλήψεων για την ελληνική εθνική πολιτική, ο μικροπολιτικός της χειρισμός και η σύνδεση της με ζητήματα προσωπικού γοήτρου αντανακλούν τον κατακερματισμό του κοινωνικού σώματος, τον αποπροσανατολισμό του συνόλου λόγω του ιδιοτελούς και παρασιτικού προσανατολισμού των ατόμων και των ομάδων.


ΠΗΓΗ: ΛΟΓΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ

Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

Χοχλά θανάτου θειάφι κι άγρια διαρπαγή...

« Το σπίτι μας εμάυρισε, δεν ξέραμε από πού
ερχόμαστε, πού πάμε, τριγυρίζαμε
σαν τα φαντάσματα, μια λέξη δεν σταυρώναμε,
τα μάτια δεν θωρούσε ο ένας τα’ αλλουνού...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Παλιό οινοποιείο, λάδι σε καμβά

Κυριάκος Χαραλαμπίδης
Αιγιαλούσα

Στον Γιώργο Χριστοδούλου από την Αιγιαλούσα Ι

Πλήθος θαλάσσης• θάλασσα πλημμύρισε
τον ουρανό με κέντημα χρυσό.
Γλωσσολαλία• ρινισμένα τα κουδούνια,
καθένα στο δικό του πλάγιο ήχο.
Νομίσματα θαμμένα βασιλέων
που γνώρισαν τον αίνο σκιαμαχούν
με τα βελάσματα του χόρτου. Πέτρα ήμερη
κατέχει τους γήλοφους και κατέρχεται
προς το αγίασμα τ’ Αγίου Θερίσου.
Μα του πελάου ο κάμπος –άγνωστο διατί-
Χοχλά θανάτου θειάφι κι άγρια διαρπαγή.

2

« Το σπίτι μας εμάυρισε, δεν ξέραμε από πού
ερχόμαστε, πού πάμε, τριγυρίζαμε
σαν τα φαντάσματα, μια λέξη δεν σταυρώναμε,
τα μάτια δεν θωρούσε ο ένας τα’ αλλουνού.
Κι η κόρη μου είπεν μου: «Μάνα, εν κρίμαν
να κλαίεις τους ζωντανούς, γιατί –ακούεις;-
εν ζωντανοί, δεν γίνεται να ν΄πεθαμένοι,
ειδάλλως πρέπει να χαθεί τέλεια τούτος ο κόσμος » .
Εγέλουν την εγώ ( κρυφά της έκλαια ),
την τύχην της εσκέφτουμουν και τούτης.
Ύστερα έπεψε ο Θεός και τους δυό γιούς μου
μαζί με τον γαμπρόν μου απολύσαν τους.
Όμως τον αδερφότχνον μου τον καθηγητήν
-έναν τον είχαν οι γονιοί του- και τους άλλους
που πιάσαν μες στον καφενέν, ‘κόμα κρατούν τους.
Δεν είδα, η αλήθεια, τα παιδιά μου
αλλ’ άκουσα στο ράδιον τη φωνή τους.
Γλυκότερο δεν άκουσα μες στη ζωή μου ήχο,
που ο κάλλιος θα τον ζήλευε βιολάρης.

Από τα τείχη της Λευκωσίας (2)

Αυτή ‘ναι η μοίρα των αγνοουμένων
τέκνων της δυστυχούς πατρίδας, να τους βλέπεις
ωσάν σε πανελλήνιους αγώνες πίσω
από τ’ άρματα μέρες εννιά και χρόνια εννιά
μες στο Δημόσιο Κήπο, στα κομμένα
δέντρα του Απόλλωνα, στα αίματα λουσμένους
και να κατατροπώνουν την ψυχή τους
σκοτάδια, η ψυχή τους στραγγισμένη
απ’ τ’ ανελέητο μίσος των αλόγων
κι η μαύρη ράχη του βουνού θλίψη ζωσμένη
κι οι ολόδικοί τους ν’ απελευθερώνουν
εικόνες απ’ το Σύμπαν — ο νεκρός του είναι
ο Κόσμος όλος, το κλειδί και το θεμέλιο,
το πιο αγαπητερό περπάτημα και διώμα,
το πρόσωπο κι η λάμψη του μες στα λουλούδια,
θέλουν να του φωνάξουν ν’ ανεβεί
μαζί τους πάνω στων τειχών τη ντάπια—
πλην δεν ακούει κανείς, όλα είναι μαύρα
ωσάν την πρώτη μέρα της δημιουργίας,
τα σύγνεφα τα γέρικα βαραίνουν
στον ανελέητο χτύπο της καρδιάς.

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

Αυτό το αίμα είναι που βοά, αυτό είναι που ρυπαίνει...

Τι ανόητοι σταθήκαμε την εποχήν εκείνη
της αναποφάσιστης δειλίας των ανθρώπων
να κρεμνούμε σε σύμβολα
τις ακρότατές μας επιθυμίες...

http://yannistavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Φέτες καρπούζι με μαχαίρι, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Τάκης Παπατσώνης
Να συλλογιστεί κανείς

Να συλλογιστεί κανείς, που κλαίνε στις κηδείες οι ακροατές!
Από την ψωραλέα συνήθεια βέβαια και από το θέαμα το πομπώδες.
Γιατί στο βάθος δεν έχει τίποτα λυπητερό, να κλαίει κανείς.
Γιατί στο βάθος αυτής της ιστορίας είναι όλη η ανάβλυση του φρέατος της ζωής.
Είναι η μύχια συνάντηση της καρδιάς των άστρων.
Είναι ταξίδι για την ένωση με την ουσία της ρίζας των δέντρων.
Είναι η απόθεση στη γης. Γη της δροσιάς, και της ευμάρειας.
Του σίτου και του ελαίου, των πουλιών και των θερίων.

«Εν ώρα θερινή», συλλογή

*
Δίχως διάκριση εχτός, αχ, μιας, Θεέ μου. Της βαριάς,
της οξείας εκείνης Πέτρας, που έταξες μερικών ανθρώπων
να τους βαραίνει το στήθος τις νύχτες τόσο πολύ και ασφυχτικά,
τόσο απελπιστικά και ωραία. Που, αν πρόκειται να αποσειστεί ποτέ,
θα ’ναι για να την διαδεχτεί η διαρκής του τάφου.
Τόσο κυριαρχικά, τόσο έμμονα έχει στηθεί για πάντα.

«Η Πέτρα», συλλογή

*
Απλώνει η επιθυμία και καταλυέται η υπομονή:
να σμίξουμε, ας είναι κι από μια κλωστή,
με ό,τι δικό μας τάχθηκε να μένει στα ξένα.

«Καινούργιο φεγγάρι», συλλογή

*
Εφθάσαμε έτσι λίγο λίγο στην γυμνότητα,
ένα ένα αποδυθήκαμε τα περίφημα προβλήματα,
τα πολύχρωμα, τα βύσσινα, τα πορφυρά των γοητειών,
και μόνον τώρα, μολονότι κάποιος φόβος κι από πριν,
κάποιο προμήνυμα, μας έλεγαν τι μας προσμένει,
όμως, μονάχα τώρα, οι γυμνωμένοι
είδαμεν, ότι χους εσμέν. Άθλιας επίγνωση
σοφίας. Ένδεια σημερινή. Βραδύνοια της χθες.
Δουλειά μας τώρα να την αναγάγομε σε θρίαμβο.  
«Σοφία», συλλογή 

*
Αυτό το αίμα είναι που βοά, αυτό είναι που ρυπαίνει.

«Ρεμβασμός Δεκαπενταύγουστου», συλλογή

*
Τι ανόητοι σταθήκαμε την εποχήν εκείνη
της αναποφάσιστης δειλίας των ανθρώπων
να κρεμνούμε σε σύμβολα
τις ακρότατές μας επιθυμίες
καθώς τις διαμορφώναμε
στις απομονώσεις των ύπνων μας
καθώς τις πλάθαμε στις δεήσεις μας
λιτανευτές στους κάμπους
και στα θαλασσινά μέρη

όσο μπορούσαμε δε λέω τα ωραΐζαμε
τα δέναμε μάλιστα με εικόνες
ζωντανές της εμπειρίας μας
και από άψυχα έτσι και από άυλα
τα ντύναμε με κάποια ουσία
χεροπιαστή αλλά έμεναν ωστόσο
παραβολές και ό,τι συμβόλιζαν ήταν ξερές
πολύ ξερές επιθυμίες

που τις τοποθετούσαμε πολύ μακριά
και κυνηγώντας τες σε άγονα κυνηγέσια
περνούσαμε τη ζωή.

«Το θήραμα», συλλογή