Γιάννης Σταύρου, Υμηττός Παιανία, λάδι σε καμβά

t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Αναζήτηση της αλήθειας...

οι άνθρωποι αποδέχονται εξ ίσου αβασανίστως όσα εξ ακοής μανθάνουν περί των παρελθόντων πραγμάτων, και όταν ακόμη αναφέρωνται εις την ιδικήν των χώραν...
Θουκυδίδης
http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δειλινό στην Ακρόπολη, λάδι σε καμβά

Θουκυδίδης
97. – Iστορίαι 1, 20-22

[1.20.1] τὰ μὲν οὖν παλαιὰ τοιαῦτα ηὗρον, χαλεπὰ ὄντα παντὶ ἑξῆς τεκμηρίῳ πιστεῦσαι. οἱ γὰρ ἄνθρωποι τὰς ἀκοὰς τῶν προγεγενημένων, καὶ ἢν ἐπιχώρια σφίσιν ᾖ, ὁμοίως ἀβασανίστως παρ᾽ ἀλλήλων δέχονται.
……………………………………………………
[1.20.3] οὕτως ἀταλαίπωρος τοῖς πολλοῖς ἡ ζήτησις τῆς ἀληθείας, καὶ ἐπὶ τὰ ἑτοῖμα μᾶλλον τρέπονται. [1.21.1] ἐκ δὲ τῶν εἰρημένων τεκμηρίων ὅμως τοιαῦτα ἄν τις νομίζων μάλιστα ἃ διῆλθον οὐχ ἁμαρτάνοι, καὶ οὔτε ὡς ποιηταὶ ὑμνήκασι περὶ αὐτῶν ἐπὶ τὸ μεῖζον κοσμοῦντες μᾶλλον πιστεύων, οὔτε ὡς λογογράφοι ξυνέθεσαν ἐπὶ τὸ προσαγωγότερον τῇ ἀκροάσει ἢ ἀληθέστερον, ὄντα ἀνεξέλεγκτα καὶ τὰ πολλὰ ὑπὸ χρόνου αὐτῶν ἀπίστως ἐπὶ τὸ μυθῶδες ἐκνενικηκότα, ηὑρῆσθαι δὲ ἡγησάμενος ἐκ τῶν ἐπιφανεστάτων σημείων ὡς παλαιὰ εἶναι ἀποχρώντως. [1.21.2] καὶ ὁ πόλεμος οὗτος, καίπερ τῶν ἀνθρώπων ἐν ᾧ μὲν ἂν πολεμῶσι τὸν παρόντα αἰεὶ μέγιστον κρινόντων, παυσαμένων δὲ τὰ ἀρχαῖα μᾶλλον θαυμαζόντων, ἀπ᾽ αὐτῶν τῶν ἔργων σκοποῦσι δηλώσει ὅμως μείζων γεγενημένος αὐτῶν.
[1.22.1] καὶ ὅσα μὲν λόγῳ εἶπον ἕκαστοι ἢ μέλλοντες πολεμήσειν ἢ ἐν αὐτῷ ἤδη ὄντες, χαλεπὸν τὴν ἀκρίβειαν αὐτὴν τῶν λεχθέντων διαμνημονεῦσαι ἦν ἐμοί τε ὧν αὐτὸς ἤκουσα καὶ τοῖς ἄλλοθέν ποθεν ἐμοὶ ἀπαγγέλλουσιν· ὡς δ᾽ ἂν ἐδόκουν ἐμοὶ ἕκαστοι περὶ τῶν αἰεὶ παρόντων τὰ δέοντα μάλιστ᾽ εἰπεῖν, ἐχομένῳ ὅτι ἐγγύτατα τῆς ξυμπάσης γνώμης τῶν ἀληθῶς λεχθέντων, οὕτως εἴρηται. [1.22.2] τὰ δ᾽ ἔργα τῶν πραχθέντων ἐν τῷ πολέμῳ οὐκ ἐκ τοῦ παρατυχόντος πυνθανόμενος ἠξίωσα γράφειν, οὐδ᾽ ὡς ἐμοὶ ἐδόκει, ἀλλ᾽ οἷς τε αὐτὸς παρῆν καὶ παρὰ τῶν ἄλλων ὅσον δυνατὸν ἀκριβείᾳ περὶ ἑκάστου ἐπεξελθών. [1.22.3] ἐπιπόνως δὲ ηὑρίσκετο, διότι οἱ παρόντες τοῖς ἔργοις ἑκάστοις οὐ ταὐτὰ περὶ τῶν αὐτῶν ἔλεγον, ἀλλ᾽ ὡς ἑκατέρων τις εὐνοίας ἢ μνήμης ἔχοι. [1.22.4] καὶ ἐς μὲν ἀκρόασιν ἴσως τὸ μὴ μυθῶδες αὐτῶν ἀτερπέστερον φανεῖται· ὅσοι δὲ βουλήσονται τῶν τε γενομένων τὸ σαφὲς σκοπεῖν καὶ τῶν μελλόντων ποτὲ αὖθις κατὰ τὸ ἀνθρώπινον τοιούτων καὶ παραπλησίων ἔσεσθαι, ὠφέλιμα κρίνειν αὐτὰ ἀρκούντως ἕξει. κτῆμά τε ἐς αἰεὶ μᾶλλον ἢ ἀγώνισμα ἐς τὸ παραχρῆμα ἀκούειν ξύγκειται.

Μετάφραση

Θουκυδίδης
97. – Iστορίαι 1, 20-22


[20] Εις τοιαύτα λοιπόν κατέληξε συμπεράσματα η έρευνά μου περί των παλαιών, ως προς τα οποία δεν ημπορεί κανείς να δώση πίστιν εις όλας τας υπαρχούσας παραδόσεις. Διότι οι άνθρωποι αποδέχονται εξ ίσου αβασανίστως όσα εξ ακοής μανθάνουν περί των παρελθόντων πραγμάτων, και όταν ακόμη αναφέρωνται εις την ιδικήν των χώραν.

..............................................................................

(3) Τόσον απρόθυμοι είναι οι περισσότεροι άνθρωποι να υποβάλλωνται εις κόπον προς αναζήτησιν της αληθείας και τρέπονται μάλλον προς ό,τι ευρίσκουν έτοιμον.

[21] Εν τούτοις, δεν θα επλανάτο κανείς, εάν επί τη βάσει των ανωτέρω τεκμηρίων έκρινεν ότι τα του παλαιού καιρού ήσαν κατά μεγάλην προσέγγισιν τοιαύτα, όπως τα εξέθεσα. Ούτε πρέπει να δώση μεγαλυτέραν πίστιν εις τας υπερβολάς της φαντασίας των ποιητών, ούτε εις τας διηγήσεις των χρονογράφων,1 τας οποίας ούτοι εσύνθεσαν μάλλον διά να ευχαριστήσουν τους ακροατάς των παρά διά να είπουν την αλήθειαν. Αι διηγήσεις αυταί είναι ανεξέλεγκτοι και κατά το πλείστον περιήλθαν ένεκα της πολυκαιρίας εις την χώραν των μύθων, ώστε να καταστούν απίστευτοι. Προκειμένου εν τούτοις περί πραγμάτων τόσον παλαιών, πρέπει να θεωρήση κανείς ότι ταύτα εξηκριβώθησαν αποχρώντως, επί τη βάσει των πλέον αναμφισβητήτων τεκμηρίων. [2] Και μολονότι οι άνθρωποι, εφόσον μεν διεξάγουν ένα πόλεμον, τον θεωρούν ως τον μέγιστον, ενώ όταν τελειώση θαυμάζουν περισσότερον τους παλαιούς, ο Πελοποννησιακός πόλεμος, διά τον κρίνοντα επί τη βάσει αυτών των γεγονότων, θέλει αποδειχθή ότι υπήρξε μεγαλύτερος από όλους τους προηγουμένους.

[22] Και ως προς μεν τους λόγους, τους απαγγελθέντας από διαφόρους, είτε κατά τας παραμονάς του πολέμου, είτε κατά την διάρκειαν αυτού, η ακριβής απομνημόνευσις των λεχθέντων ήτο δύσκολος, ή μάλλον αδύνατος, και εις εμέ, δι᾽ όσους ο ίδιος ήκουσα, και εις τους άλλους, όσοι μου ανεκοίνωσαν αυτούς από τα διάφορα μέρη όπου τους ήκουσαν. Διά τούτο τους έγραψα όπως ενόμισα ότι έκαστος των ρητόρων ηδύνατο να ομιλήση προσφορώτερον προς την εκάστοτε περίστασιν, προσηλούμενος συγχρόνως όσον το δυνατόν περισσότερον εις την γενικήν έννοιαν των πραγματικώς λεχθέντων. [2] Τα γεγονότα, εξ άλλου, του πολέμου έκρινα καθήκον μου να γράψω, όχι λαμβάνων τας πληροφορίας μου από τον πρώτον τυχόντα, ούτε όπως τα εφανταζόμην, αλλ᾽ αφού υπέβαλα εις ακριβέστατον έλεγχον και εκείνα των οποίων υπήρξα αυτόπτης μάρτυς και όσα έμαθα από άλλους. [3] Αλλ᾽ η εξακρίβωσίς των ήτον έργον δύσκολον, διότι οι αυτόπται μάρτυρες των διαφόρων γεγονότων δεν εξέθεταν τα ίδια πράγματα κατά τον ίδιον τρόπον, αλλ᾽ έκαστος αναλόγως της μνήμης του ή της ευνοίας, την οποίαν είχε προς τον ένα ή τον άλλον αντίπαλον. [4] Ο αποκλεισμός του μυθώδους από την ιστορίαν μου ίσως την καταστήση ολιγώτερον τερπνήν ως ακρόαμα. Θα μου είναι όμως αρκετόν, εάν το έργον μου κρίνουν ωφέλιμον όσοι θελήσουν να έχουν ακριβή αντίληψιν των γεγονότων, όσα έχουν ήδη λάβει χώραν, και εκείνων τα οποία κατά την ανθρωπίνην φύσιν μέλλουν να συμβούν περίπου όμοια. Διότι την ιστορίαν μου έγραψα ως θησαυρόν παντοτεινόν και όχι ως έργον προωρισμένον να υποβληθή εις διαγωνισμόν και ν᾽ αναγνωσθή εις επήκοον των πολλών, διά να λησμονηθή μετ᾽ ολίγον.

Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

κι όλα τα λόγια μας εδώ...

Μια θύρα, θύρα η γκρέμιση
το σάλιο του χελιδονιού που φτιάχνει με τα φρύγανα
στα δέντρα ουράνιες φωλιές.
Και χωρίζουμε σε φως και σκοτάδι το Ένα.
Χωρίζουμε τον Οδυρμό σε τύφλωση και θυσία...


http://yannistavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Στο φως του φεγγαριού, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Νίκος Καρούζος
Είσοδος

Εἶναι μία θύρα στὰ μάτια κάθε νεκροῦ
μὲ καίει τρόμος ἀπ᾿ τὴν ἡλικία
τῶν λουλουδιῶν ἔτσι γρήγορα ποὺ φεύγουν
ἔτσι γρήγορα εἶναι μιὰ θύρα βαμμένη μὲ τὴ σιωπὴ
κι ὁ θάνατος μονόλιθος.
Κράζει τ᾿ ἀηδόνι μαῦρος κόρακας καὶ θέλει τὴ φωνή του
μὰ δὲν ἔχει γλῶσσα ἡ δεύτερη ζωή μας. Καλὴ νύχτα,
ποὺ λέει ὁ θεατρίνος ἢ ὁ ψευδοσκότεινος, δὲν ὑπάρχει
κι οὔτε νύχτα κακὴ κι ἀκόμη οὔτε νύχτα
εἶναι μονάχα τὸ Δὲν τὸ Μὴ καὶ τ᾿ Ὄχι σὰν καρπὸς
τοῦ δέντρου μὲ τ᾿ ὄνομα Ἐγὼ καὶ τ᾿ ἄλλο τ᾿ ὄνομα Ταξιδεύω
κι ὅλα τὰ λόγια μας ἐδῶ
φενάκη κ᾿ ἐσωτερικὰ τηλέφωνα
εἶναι μιὰ θύρα φοβερὴ
γι᾿ αὐτὸ κρατοῦμε τουφέκι τὸ τραγούδι:
Μιὰ θύρα, θύρα ἡ γκρέμιση
τὸ σάλιο τοῦ χελιδονιοῦ ποὺ φτιάχνει μὲ τὰ φρύγανα
στὰ δέντρα οὐράνιες φωλιές.
Καὶ χωρίζουμε σὲ φῶς καὶ σκοτάδι τὸ Ἕνα.
Χωρίζουμε τὸν Ὀδυρμὸ σὲ τύφλωση καὶ θυσία.

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

τραγούδια θλίψης...

Αυτή η πνοή γινόταν τραγούδι, όπως και το φύλλωμα του δέντρου που με φιλοξενούσε, όπως τα άστρα που έλαμπαν ψηλά...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Λέυκες στον Λαγκαδά, λάδι σε καμβά 

Διονύσιος Σολωμός
Το αηδόνι και το γεράκι

«Ἄκουσε, γεράκι, τὸ καημένο τ' ἀηδόνι. Ἡ ζωή μου εἶναι στὴν ἐξουσία σου, ὅπως καὶ τὸ πέταγμά μας αὐτὸ μέσα στὰ σύννεφα, ὅπου δὲν εἶχα φτάσει ποτέ. Ἀλλὰ ἄκουσέ με: Ἀπὸ τὶς μυστικὲς πηγὲς τῆς φύσης ἐρχόταν μιὰ ἤπια πνοὴ καὶ συναντοῦσε μιὰν ἄλλη, ἐξίσου ἤπια, μέσα στὸ στῆθος μου. Αὐτὴ ἡ πνοὴ γινόταν τραγούδι, ὅπως καὶ τὸ φύλλωμα τοῦ δέντρου ποὺ μὲ φιλοξενοῦσε, ὅπως τὰ ἄστρα ποὺ ἔλαμπαν ψηλά. Ἡ ὀμορφιὰ τῶν πραγμάτων ποὺ ἦταν γύρω μου μὲ συγκινοῦσε καὶ μεταβαλλόταν σὲ μουσική. Εἶδα κι ἐσένα νὰ ἔρχεσαι καταπάνω μου, καὶ ὁ φόβος μου νικήθηκε ἀπὸ τὸ θαῦμα τῆς γρήγορης καὶ μεγαλόπρεπης πτήσης σου, ποὺ τὴ θαύμαζα σὰν δῶρο τῶν θεῶν. Ἀλλὰ τὴ στιγμὴ ἐκείνη, ἀπὸ ἀπροσμέτρητο βάθος, ἑτοιμάζονταν ν' ἀναβρύσουν ἀπὸ μένα τραγούδια θλίψης γιὰ ἕνα ρόδο ποὺ τὸ μάδησε ὁ ἀέρας. Τὰ ἄρχιζα, τὰ τραγούδια αὐτά, ἐγὼ πού, ὅταν ξεσποῦσε ὁ κεραυνός, ἔνιωθα νὰ μοῦ τρέμει τὸ στῆθος, καθὼς ἤμουν μαζεμένο μέσα στὸ νέο φύλλωμα. Ἄφησέ με νὰ ζήσω μιὰ στιγμὴ μόνο, ὅσο γιὰ νὰ βγάλω στὸν αἰθέρα καὶ γιὰ τὸ αὐτί σου τὸ θησαυρὸ ποὺ αἰσθάνομαι μέσα μου. Μὴ σκοτώσεις αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ γεννηθεῖ!».

Καθὼς τὸ ἀηδόνι μιλοῦσε, τὸ γεράκι χαλάρωνε τὸ ἁρπακτικὸ νύχι του, καὶ μὲ τὸ ἄλλο ἔκανε φιλικὸ νεΰμα στὸ ἀηδόνι, ποὺ ὅμως τὴ στιγμὴ ἐκείνη ξεψύχησε. 


 «Ποιήματα και Πεζά».
Επιμέλεια-Εισαγωγές Στυλιανός Αλεξίου. Εκδ. Στιγμή, Αθήνα 1994.

Παρακμή των πολιτισμών...

Η Ιστορία διδάσκει ότι τη στιγμή που οι ηθικές δυνάμεις και ο πολιτισμός μιας κοινωνίας έχασαν τη δύναμη τους, η τελική διάλυση επιτελέστηκε από τους ασυνείδητους και κτηνώδεις όχλους, που δικαίως χαρακτηρίστηκαν βάρβαροι...

Γουσταύος Λε Μπόν



Γουσταύος Λε Μπόν
Στοχασμοί

Ευτελίστε το χαρακτήρα των στρατιωτών και δεν θα έχετε παρά τους όχλους του Ξέρξη. Εξυψώστε το χαρακτήρα, και θα έχετε τους πολεμιστές του Αλεξάνδρου.

Η ικανότητα χωρίς την εξουσία είναι εξίσου ανίσχυρη με την εξουσία χωρίς ικανότητα.

Υπάρχει ένα αλάνθαστο ένστικτο που δίδασκε στους αρχαίους το φόβο των ξένων. Γνώριζαν καλά ότι η αξία μιας χώρας δεν μετριέται με βάση τον αριθμό των κατοίκων της, αλλά με βάση τον αριθμό των πολιτών της.

Η αίσθηση της υπευθυνότητας, που ελέγχει πάντα τα άτομα, χάνεται μέσα σ’ έναν όχλο.

Επειδή η ηδονή είναι εφήμερη ενώ η επιθυμία έχει διάρκεια, οι άνθρωποι πιο συχνά παρακινούνται από την επιθυμία παρά από την ηδονή.

Ανάμεσα σε πολιτικούς διαφορετικών κομμάτων, η φιλία είναι δυνατή. Μεταξύ αυτών που ανήκουν στο ίδιο κόμμα, η ζήλια είναι γενικά πολύ ισχυρή για να επιτρέπει φιλίες.

Στις ομαδικές προσπάθειες υπάρχει μια απερίσκεπτη τάση για συναίνεση και συλλογική παρανόηση σοβαρών θεμάτων, μέσα σε ένα κλίμα εύθυμης συντροφικότητας.

Όσο πιο αδύναμη είναι η κυβέρνηση, τόσο πιο δυνατή η γραφειοκρατία.

Λίγο ενδιαφέρουν οι απώλειες. Η επιτυχία πηγαίνει με το μέρος εκείνου που γνωρίζει να τις αντιμετωπίζει με το μεγαλύτερο σθένος.

Όταν μελετήσει κανείς τα αίτια που αλληλοδιαδόχως οδήγησαν στην καταστροφή διαφόρους λαούς, όπως οι Πέρσες και οι Ρωμαίοι, για τους οποίους μας διηγείται η Ιστορία, ανακαλύπτει ότι ο θεμελιώδης παράγων που οδήγησε στην πτώση τους, ήταν πάντοτε κάποια μεταβολή της ψυχικής τους ιδιοσυνθέσεως, η όποια προήλθε από την ταπείνωση του χαρακτήρα τους. Κανένας από τους λαούς αυτούς δεν εξαφανίστηκε, λόγω ελαττώσεως της ιδιοφυίας του. Ο μηχανισμός της αποσυνθέσεως όλων των πολιτισμών του παρελθόντος υπήρξε πανομοιότυπος και μάλιστα τόσο πανομοιότυπος, ώστε να μας εξαναγκάσει να διερωτηθούμε, όπως ο ποιητής, που αναρωτιόταν αν η ιστορία, που αποτελείται από τόσα βιβλία, δεν αποτελείται παρά μόνον από μια σελίδα.

Ένας λαός, όταν φθάνει σ' έναν ορισμένο βαθμό πολιτισμού και δυνάμεως, πείθεται πλέον, ότι δεν θα προσβληθεί από τους γείτονές του και αρχίζει να απολαμβάνει τα ευεργετήματα της ειρήνης και της ευημερίας, τα οποία παρέχει ο πλούτος. Οι στρατιωτικές του αρετές όμως εξαφανίζονται, εξ αιτίας της υπερβολικής αναπτύξεως του πολιτισμού, ο οποίος δημιουργεί καινούριες ανάγκες και αναπτύσσει την φιλαυτία. Οι δε πολίτες, μη έχοντας άλλο ιδανικό εκτός από την πρώιμη απόλαυση των γρήγορα αποκτηθέντων αγαθών, εγκαταλείπουν την διοίκηση των δημοσίων υποθέσεων στο κράτος και έτσι όχι πολύ μετά χάνουν τις πρώην ιδιότητες, με τις όποιες δημιούργησαν το μεγαλείο τους.
Τότε γειτονικά βαρβαρικά φύλα, πού έχουν ελάχιστες ανάγκες, αλλά ισχυρότατα ιδανικά, εισβάλλουν στην χώρα του αρκετά πολιτισμένου λαού και διαμορφώνουν νέο πολιτισμό, από τα απομεινάρια εκείνου που κατέστρεψαν. Έτσι, παρ’ όλη την ισχυρή οργάνωση των Ρωμαίων και των Περσών, οι μεν βάρβαροι κατέστρεψαν την αυτοκρατορία των πρώτων, οι δε Άραβες την των δευτέρων. Και δεν ήταν βέβαια η ευφυΐα που έλλειπε στους ηττηθέντες λαούς. Από την άποψη αυτή δεν είναι δυνατή καμιά σύγκριση ανάμεσα στους κατακτηθέντες και στους κατακτητές.

Οι Ρωμαίοι των παλαιών χρόνων είχαν ασθενέστατες ανάγκες και ισχυρότατο ιδανικό. Το ιδανικό - το μεγαλείο της Ρώμης - δέσποζε απολύτως στις ψυχές τους και κάθε πολίτης ήταν έτοιμος να θυσιάσει σ’ αυτό την οικογένεια, την περιουσία και την ζωή του. Όταν η Ρώμη έγινε το κέντρο του κόσμου, κατελήφθη από ξένους που έφθασαν από παντού και στους οποίους έδωσε επιπλέον τα δικαιώματα του Ρωμαίου πολίτη. Αναζητώντας μόνον απολαύσεις και πολυτέλειες, οι ξένοι ελάχιστα ενδιαφέρονταν για την δόξα της. Η μεγάλη πόλις έγινε τότε ένας απέραντος ξενώνας, αλλά δεν ήταν πια η Ρώμη. Η πόλις φαινόταν ζωηρότατη ακόμη, αλλά η ψυχή της ήταν από πολλά χρόνια πεθαμένη.

Οφείλομε να αναγνωρίσουμε ότι τα μεγαλύτερα Ευρωπαϊκά έθνη απειλούνται, όσον αφορά την ζωτικότητά τους, από μια καταφανέστατη και σημαντική παρακμή.

Κάθε μέρα χάνουν την πρωτοβουλία τους, την ενεργητικότητα και την θέλησή τους, καθώς και την ικανότητα προς δράση. Η ικανοποίηση των υλικών τους αναγκών, που αυξάνονται καθημερινώς, τείνει να γίνει το μοναδικό τους ιδανικό. Η οικογένεια διαλύεται, τα κοινωνικά υποστηρίγματα τρίζουν επικίνδυνα. Η δυσαρέσκεια και η καχεξία εξαπλώνονται και φωλιάζουν σ’ όλες τις τάξεις, από τις πιο πλούσιες μέχρι και τις πιο φτωχές. Κι’ όπως το πλοίο που έχασε την πυξίδα του χτυπιέται και σύρεται από τους ανέμους εδώ και εκεί, έτσι και ο άνθρωπος της σημερινής εποχής πλανάται στο διάστημα, έτσι στην τύχη, εκεί πού κάποτε κατοικούσαν οι θεοί και που σήμερα είναι έρημα, εξ αιτίας της επιστήμης. Αυτός που έχασε την πίστη, έχασε και την ελπίδα. Και ο όχλος έγινε ευερέθιστος και ξεσηκώνεται πολύ εύκολα, κανένα εμπόδιο δεν μπορεί να τον σταματήσει και φαίνεται καταδικασμένος να ταλαντεύεται, ανάμεσα στην μανιασμένη αναρχία και στον βαρύτατο δεσποτισμό….Τον ξεσηκώνουν με λέξεις δίχως νόημα…πείθονται τυφλά στους πιο άσημους πολιτικάντηδες και στους πιο ηλίθιους δεσπότες…. Η νεολαία παραιτείται όλο και πιο πολύ, από τα επαγγέλματα τα όποια απαιτούν κρίση, πρωτοβουλία, ενεργητικότητα, προσωπικές προσπάθειες και προπάντων θέληση. Οι ελάχιστες ευθύνες την κατατρομάζουν. Ο σκοτεινός ορίζοντας των έμμισθων λειτουργών του Κράτους της φθάνει.

Η ενεργητικότητα και η δραστηριότητα αντικαταστάθηκαν στο μεν κράτος με συζητήσεις κενές περιεχομένου μεταξύ των πολιτικών ανδρών, στην δε μάζα με καθημερινές διαφωνίες και ενθουσιασμούς και, τέλος στην τάξη των διανοουμένων, με κάποιο είδος κλαψιάρικης αισθηματικότητας, τελείως αδύναμης και αμφίβολης και με ωχρές διαλέξεις για τις ταλαιπωρίες και τα βάσανα τής ζωής. Παντού καλλιεργείται ένας απεριόριστος φιλοτομαρισμός. Οι συνειδήσεις συνθηκολογούν, η δε ηθικότητα σιγά-σιγά πέφτει και χάνεται. Ο άνθρωπος έχασε την εξουσία που έχει πάνω στον ίδιο τον εαυτό του. Δεν ξέρει πια να διαφεντεύει την ψυχή του. Κι’ αυτός που δεν ξέρει να αυτοεξουσιάζεται, είναι καταδικασμένος να διαφεντεύεται από άλλους.

Πηγές:
ΛΟΓΙΟΣ ΕΡΜΗΣ, ΓΝΩΜΙΚΟΛΟΓΙΚΟΝ, ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

ΕΜΙΛ ΣΙΟΡΑΝ: Η ΑΘΛΙΟΤΗΤΑ ΔΙΕΓΕΡΤΙΚΟ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

http://yannistavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καταιγίδα, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Για να κρατά κανείς ξυπνητό το πνεύμα δεν υπάρχει μόνο ο καφές, η αρρώστεια, η αϋπνία ή η ψύχωση του θανάτου· η αθλιότητα βοηθάει εξίσου αν όχι πιο αποτελεσματικά: ο τρόμος της επαύριον και κείνος της αιωνιότητας, οι σκοτούρες για το χρήμα όπως και οι μεταφυσικές φοβίες, αναιρούν την ησυχία και τον εφησυχασμό. - Όλες μας οι ταπεινώσειςοφείλονται στο ότι δεν μπορούμε να αποφασίσουμε να πεθάνουμε της πείνας. Αυτή τη δειλία την πληρώνουμε ακριβά. Ζούμε μαζί με τους ανθρώπους, χωρίς να έχουμε κλήση στην επαιτεία! Ταπεινωνόμαστε μπροστά σε αυτά τα ντυμένα, επισφαλή, προκατειλημμένα πιθηκάκια! Βρισκόμαστε στη διάκριση αυτών των γελοίων που είναι ανάξιοι για περιφρόνηση! Η ντροπή που νιώθει κανείς όταν σκεπτεται να ξεκινήσει το οτιδήποτε, γεννάει τη λαχτάρα εκμηδένισης αυτού του πλάνήτη, με τις ιεραρχίες και τους υποβιβασμούς που αυτές συνεπάγονται. Η κοινωνία δεν είναι ένα κακό, είναι μια καταστροφή: Τί βλακώδες θαύμα που μπορούμε να ζούμε στους κόλπους της! Όταν την ατενίζουμε, μεταξύ μανίας και αδιαφορίας, είναι ανεξήγητο το πως κανείς δεν μπόρεσε να γκρεμίσει το οικοδόμημά της, το ότι μέχρι σήμερα δεν βρέθηκαν αγαθά πνεύματα, απελπισμένα και ευπρεπή, για να την σαρώσουν και να εξαλείψουν τα ίχνη της.

Υπάρχουν πολλές ομοιότητες ανάμεσα στην αναζήτηση του χρήματος μέσα στην πόλη και στην αναμονή μιας απάντησης από την σιωπή του σύμπαντος. Η απληστεία πρωτοστατεί στις καρδιές και στην ύλη. Στα κομμάτια αυτή η άθλια ύπαρξη! Θησαυρίζει τα νομίσματα και τα μυστήρια: οι τράπεζες είναι τόσο δυσπρόσιτες όσο και τα βάθη του Αγνώστου. Αλλά ποιός ξέρει; Πιθανώς κάποια μέρα αυτό το Άγνωστο θα φανερωθεί και θα δείξει τους θησαυρούς του· όσο το αίμα τρέχει στις φλέβες του, ο πλούσιος δεν θα ξεθάψει τα άσπρα του...Θα σας ομολογήσει τις ντροπές του, τα ελαττώματά του, τα εγκλήματά του: θα πει όμως ψέματα για την περιουσία του· θα κάνει κάθε λογής εκμυστήρευση, θα σας αποκαλύψει τη ζωή του: δεν θα οικειοποιηθείτε όμως το τελευταίο μυστικό του, το χρηματικό του μυστικό...

Η αθλιότητα δεν είναι μια διαβατική κατάσταση: συμπίπτει με τη βεβαιότητα ότι, όπως και να έχουν τα πράγματα δεν θα έχετε ποτέ τίποτα, ότι έχετε γεννηθεί μακριά από την κυκλοφορία των αγαθών, ότι πρέπει να παλέψετα για να αναπνεύσετε, ότι πρέπει να κερδίσετε ακόμα και τον αέρα που αναπνέετε και ότι, ακόμη και όταν θα εξαφανιστεί η κοινωνία, η φύση δεν θα είναι λιγότερο ανεπιεικής ούτε λιγότερο διεστραμμένη. Καμιά πατρική αρχή δεν παρέστει στη Δημιουργία: παντού χαμένοι θησαυροί: ιδού ο Αρπαγκόν δημιουργός, ο Ύψιστος φιλάργυρος και φιλοκρύφιος. Αυτός έβαλε μέσα σας τον τρόμο της επαύριον: διόλου δεν πρέπει να μας εκλήσσει το ότι η θρησκεία είναι μια μορφή αυτού του τρόμου. Για τους ανέκαθεν ενδεείς, η αθλιότητα είναι κάτι σαν διεγερτικό που θα είχαν λάβει άπαξ δια παντός, χωρίς περιθώριο να εξουδετερώσουν την επενέργειά του· ή σαν έμφυτη επιστήμη που, πριν από την όποια γνώση της ζωής, θα μπορούσε να περιγράψει την κόλασή της...

Εμίλ Σιοράν
"Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού"
Μετ. Κωστής Παπαγιώργης, Εκδ. Εξάντας

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

η ζωή υπεχώρει βραδέως...

Ενόμιζες, ότι η ζωή, η άλλοτε τόσον σφριγωδώς επί της χώρας ταύτης επανθήσασα, υπεχώρει τώρα βραδέως, αλλά σταθερώς προς τους ενδοτάτους μυχούς της φύσεως...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Φθινόπωρο στον Υμηττό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)


Γεώργιος Βιζυηνός
Το μόνον της ζωής του ταξείδιον
(απόσπασμα)

...Περί τα κράσπεδα της ακροπόλεως, αμέσως υπό τα βλέμματά μας, έκειντο κατά συγκεχυμένας ομάδας αι οικίαι της πολίχνης, εν ταις αυλαίς των οποίων έβλεπέ τις άνδρας, γυναίκας, παιδία, ενασχολουμένους να εισαγάγωσι τα φθινοπωρινά αυτών προϊόντα εις τας αποθήκας. Αμέσως περί την πόλιν εφαίνοντο οι λαχανόκηποι με τα γηραλέα, τα φυλλορροούντα δένδρα περί τους λελυμένους φραγμούς των· και τους τελευταίους τρυγητάς, φορτώνοντας τα όψιμα λαχανικά επί των αμαξών των· αυτού πλησίον εκάπνιζον καιόμενα τα άχρηστα απομεινάρια των ερήμων πλέον αλωνίων. Παρέκει ήρχοντο εκτεινόμενοι ημικυκλικώς εις μεγίστην ακτίνα οι καρποφορώτατοι της χώρας αγροί, εν οις όμως δεν εσείοντο πλέον βαρείς των δημητριακών οι στάχυς, ως επιφάνεια ξανθής κυμαινομένης θαλάσσης, αλλ’ έβοσκον ελευθέρως, δαπανώντα και την τελευταίαν χλωράν βοτάνην τα βραδέως προς την πόλιν επιστρέφοντα ποίμνια και αι αγέλαι. Εις το απώτατον του ορίζοντος βάθος έκλειον, ως υψηλόν περιθώριον, την αχανή ταύτην εικόνα οι αμπελώνες του τόπου, έρημοι και ούτοι μετά τον τρυγητόν κ’ εγκαταλελειμμένοι. Η λαμπρά ποικιλία των τελευταίων φθινοπωρινών χρωμάτων, οι κατά συχνά διαστήματα διαυλακούντες την χώραν ποταμίσκοι, τα παρά τας όχθας αυτών γραφικώς εγειρόμενα συμπλέγματα δένδρων και οικοδομών, οι κατά τόπους ως μέγιστα κωνοειδή χώματα υψούμενοι των Οδρυσών τύμβοι όχι μόνον διέκοπτον την συνήθη των επιπέδων χωριογραφιών μονοτονίαν, αλλά και παρείχον εις την απέραντον εκείνην εικόνα έκτακτον, θαυμασίαν ενότητα και ποικιλίαν.
Και όμως προ του τερπνοτάτου τούτου θεάματος ―το ενθυμούμαι ακόμη― μυστική τις ανησυχία, θλιβερόν τι προαίσθημα συνείχε την καρδίαν μου. Ενόμιζες, ότι η ζωή, η άλλοτε τόσον σφριγωδώς επί της χώρας ταύτης επανθήσασα, υπεχώρει τώρα βραδέως, αλλά σταθερώς προς τους ενδοτάτους μυχούς της φύσεως· η δ’ επί της όψεως αυτής εναπομένουσα λαμπρότης δεν ήτον ει μη το τελευταίον, το ύστατον μειδίαμα επί των χειλέων του θανατιώντος.
Ο παππούς, αφ’ ού εφ’ ικανήν ώραν ενησχολήθη με το θέαμα τούτο σιωπηλός και αφηρημένος, εστήριξε το βλέμμα επί ενός των απωτέρων κωνοειδών χωμάτων εις το βάθος του ορίζοντος και δείξας δια του δακτύλου:
― Την βλέπεις, ψυχή μου, είπεν, εκείνην την “τούμβα”;
― Ποιάν, παππού;
― Νά εκείνην την αψηλότερη από όλαις ταις άλλαις, που φαίνεται, εκεί που τελειώνει της γης το πρόσωπο.
― Την βλέπω· εγγίζει τον ουρανό με την κορφή της, παππού.
― Άι χακ! Είπεν ο παππούς, ευχαριστημένος εκ της απαντήσεως. Ο ουρανός ακουμβά πάνου της. Δεν ακουμβά;
― Ναι, παππού! Η γης τελειώνει αυτού πέρα και αρχίζει ο ουρανός.
― “Άι χακ”! ανεφώνησεν ο γέρων έτι μάλλον ευχαριστημένος. Είτα προσηλώσας επ’ εμού υπερήφανον βλέμμα· ― Ώς εκεί πέρα, είπε, μ’ εβάσταξε να ταξειδέψω!
Και επρόφερε τας λέξεις με ύφος τόσον εναβρυντικόν, ώστε δεν ηννόησα ευθύς εάν του παππού τού εβάσταξε να ταξειδεύση μέχρι του ουρανού, ή μέχρι της “τούμβας”, εφ’ ης εφαίνετο ο ουρανός στηριζόμενος.
Ο παππούς εξηκολούθησεν.
― Η “τούμβα” φαίνεται από το παράθυρό μας· από μικρό παιδί την έβλεπα και το είχα ένα “μεράκι” ―μια μεγάλη επιθυμία― να ήτανε βολετό να πήγαινα εκεί κάτω, ν’ αναίβω στην κορφή της “τούμβας”, να μβώ εις τα ουράνια. Μα έλα που ήμουνα κορίτσι! Πώς να βγώ μέσα στους δρόμους;
Σαν μ’ έκοψεν ο κύρης μου τα μαλλιά και μ’ έβαλε καβάδι, και μ’ έκαμεν, έτσι δια μιας αγόρι ―εκείνοι εψαλίδιζαν χαρτιά και έπλεκαν του γάμου τα στεφάνια, εγώ, μια κλωθογυρνώ την άκρην άκρη, και βγαίνω στην αυλή. Το ταξείδι είχα στον νου μου, και μόνο το ταξείδι.
Μετά τινα σιωπήν, καθ’ ην ο παππούς εφαίνετο συγκεντρών τας αναμνήσεις του:
― Έξω από τ’ ορνιθαριό, είπεν, ήτον ένα ξύλο στημένο, με κάτι ξυλάκια σταυρωτά πάνω σ’ αυτό καρφωμένα, για να πατούν οι όρνιθες ν’ αναιβαίνουν σταις φωλιαίς των. Το είχα από μιας αρχής στο μάτι. Θα τ’ ακουμβήσω στο γυαλί του ουρανού, έλεγα με τον νου μου, σαν σκάλα, θ’ αναίβω, θα τρυπήσω μια τρύπα ―θαμβώ μέσα. Έτσι, ψυχή μου, σου παίρνω το ξύλο στον ώμο, και, σαν με διουν, ας με γράψουν!
― Βγαίνω από την αυλή, στρίβω δεξιά και ―δρόμο! Ο κόσμος που μ’ έβλεπε, πού να με γνωρίση πως ήμουν η Γεωργιά η θυγατέρα του Σύρμα! Ήταν σαν να ήρθα πρώτη φορά στον κόσμο.
Ώς και η Χρουσή, η γιαγιά σου, που με είδεν έτσι με το καβάδι, μ’ έβαλε μπροστά με ταις πέτραις. Όχι τάχα πως μ’ εγνώρισεν· μα έτσι τα κατάτρεχεν από μιας αρχής τ’ αγόρια. Εγώ ― δρόμο. Από τέτοιο ταξείδι, ποιός μπορεί να μ’ εμποδίση; Βγαίνω στους κήπους· μβαίνω στα χωράφια· περνώ τον ποταμό· τα μάτια καρφωμένα στην “τούμβα”, και ―δρόμο. Πάγω ένα μίλι, πάγω δύο. Μα ―τί θαρρείς, ψυχή μου; Η “τούμβα”, όσο προχωρώ, τραβιέται μακρότερα! Ο ουρανός, όσο κοντεύω, σηκώνετ’ αψηλότερα! Α! αυτό, ψυχή μου, μ’ έκοψε τα γόνατα! Κουρασμένος ήμουν από πολύ προτήτερα, μα δεν μ’ αποφάνηκε, παρά σαν είδα πως η άκρα του ουρανού επήγαινεν όλον έν μακρύτερ’ από την “τούμβαν”, που ελογάριαζα να τον εύρω. Τότε μου εκόπηκε το “χαβέσι”, και έννοιωσα, πως είμαι κουρασμένος, πως πεινώ, πως το ξύλο που σηκόνω βαραίνει σαν μολύβι, πως άρχησε να βραδυάζη και ―τί τα θέλεις, ψυχή μου; ―τότες εγύρισα πίσω κι’ αφήκα το ταξείδι ατελείωτο!
Γιατί, διες, επρόσθεσεν είτ’ αμέσως ο γέρων, εσυλλογίσθηκα κοντά εις τ’ άλλα και τον κύρη μου. Αυτός ―Θεός σχωρέσ’ τονε― δεν έμοιαζε την γιαγιά σου, την Χατζίδενα.
― Πώς, παππού;
― Χμ! είπεν εκείνος, εκφραστικώς μειδιάσας. Η γιαγιά σου, ψυχή μου, μπουμπουνίζει, μα δεν βρέχει. Ο κύρης μου έβρεχε, μα δεν εμπουμπούνιζε! Γι’ αυτό, ψυχή μου, εγύρισα πίσω. ― Ήταν “το μόνο ταξείδι της ζωής μου”, επρόσθεσεν είτα σύννους ο γέρων, μα ― έμειν’ ατελείωτο.
― Και τα πράγματα, που είδες παππού, και ξεύρεις; ― ηρώτησα εγώ τότε εν μεγίστη απορία. ― Στην χώρα που ψήν’ ο ήλιος το ψωμί εκεί κοντά που ζουν οι Σκυλοκέφαλοι, πότε επήγες, παππού;
― Ω! είπεν εκείνος τότε. Αυτού, ψυχή μου, δεν επήγα· με τ’ αφηγήθηκε η γιαγιά μου, όταν μ’ εμάθαινε να πλέκω.
― Και στης θάλασσας τον αφαλό, παππού, που βγαίνει η Φώκια και πιάνει τα καράβια, και τα ρωτά για τον Αλέξανδρο τον βασιλέα; Κ’ εκεί δεν επήγες;
― Όχι, ψυχή μου! Κι αυτό με τ’ αφηγήθηκ’ η γιαγιά μου.
― Και στο σπήλαιο, παππού, που είν’ η Μάγισσα, που μαρμαρώνει τους ανθρώπους, κ’ εκεί δεν επήγες;
― Όχι, ψυχή μου! Η γιαγιά μου, με τ’ αφηγήθηκε, η γιαγιά μου.
Απερίγραπτος είναι η αύξουσα έντασις της απογοητεύσεώς μου ανά πάσαν αυτού απόκρισιν. Όλη λοιπόν η μεγάλη εκείνη ιδέα μου περί των ταξειδίων του παππού, όλη μου η προς αυτόν υπόληψις κ’ εμπιστοσύνη δια την κοσμογνωσίαν και πολυπειρίαν του περιωρίζετο έξαφνα εις τας διηγήσεις, δηλαδή τα παραμύθια, τα οποία ήκουσεν από την μάμμην του, καθ’ ον χρόνον είχε την αφέλειαν να πιστεύη ο πτωχός και το ότι ήτο θηλυκού και ουχί αρσενικού γένους! Απελπισία και αγανάκτησις κατείχε την καρδίαν μου.
― Και ταις βασιλοπούλαις, παππού, και αυταίς λοιπόν δεν ταις είδες με τα μάτια σου; και δεν έφαγες και δεν εκουβέντιασες μαζί των;
― Ποιαίς βασιλοπούλαις, ψυχή μου;
― Νά! αυταίς που ερωτεύονται με τα ραφτόπουλα, και αρρωστούν από την αγάπη, και στέλνουν τον πατέρα τους, τον βασιλέα με την κορώνα, να πάγη να παρακαλέση τον γαμβρό; Δεν θυμάσαι, που με τώλεγες; Δεν θυμάσαι την Χρυσόμαλλη Νεράιδα και τα λευκονδυμένα νεραϊδόπουλα, που τραγουδούν, παππού, και γελούν και χορατεύουν, και ράφτουν τα νυφιάτικα, χωρίς ραφή και ράμμα;
― Αχ! ψυχή μου! Είπεν ο γέρων τότε λυπημένος. Αυτό το άκουσα από την γιαγιά μου, όταν μ’ εμάθαινε να κεντώ και να ράφτω! Μα θαρρώ, ψυχή μου, πως μήτ’ εκείνη δεν το είδε με τα μάτια της!
Τούτο διέλυσε και την ελαχίστην μου πλάνην!… Εις το χαρέμιον της Βαλιδέ-Σουλτάνας, όπισθεν του στρογγύλου ερμαρίου εν τω τοίχω, δεν μ’ επερίμενε λοιπόν η βασιλοπούλα! Και δεν ήτον αυτή που μ’ έδιδε τα μοσχομυρισμένα εκείνα γλυκίσματα, αλλά τίς οίδε τί πιναρός, ρικνοπρόσωπος, πλατύστομος γέρο-Αράπης! Είχον δίκαιον οι συμμαθηταί μου!
Αλλά λοιπόν αι κακουχίαι και τα βάσανα, όσα υπέστην, και όσα έμελλον να υποστώ, με την γλυκείαν ελπίδα, να επιστρέψω ποτέ εις το χωρίον με μίαν βασιλοπούλαν εις το πλευρόν μου, επήγαινεν εις τα χαμένα; επήγαν δια τίποτε; Καλά, παππού! Αν με διης και σύ ποτε να ξαναπιάσω βελόνι, πες πως είμαι θηλυκός και δεν το ξεύρω!
Και τον ενδιάθετον τούτον λόγον ητοιμαζόμην να προφέρω, ελέγχων συγχρόνως τον παππούν, διότι έγεινεν αιτία να υπάγω εις την Πόλιν να κακουχηθώ επί ματαίω. Αλλ’ ότε, υψώσας τους οφθαλμούς, είδον τον παππούν με το ονειροπολούν αυτού βλέμμα διαρκώς προσηλωμένον μακράν επί της κορυφής του κωνοειδούς εκείνου χώματος, από του οποίου ήλπισέ ποτε να εισέλθη εις τα ουράνια, δεν ηξεύρω ποία μυστηριώδης δύναμις εδέσμευσε την φωνήν επί της γλώσσης μου.
Ο ήλιος είχε κατέλθει πολύ χαμηλότερα προς την δύσιν. Πάσα ύπαρξις, πάσα εκδήλωσις ζωής απεσύρετο σιγαλά και βραδέως προς τα ενδοτέρω της πόλεως.
Η έκφρασις της χωριογραφίας μοι εφάνη τώρα μελαγχολικωτέρα, θλιβερωτέρα. Η καρδία μου εταράχθη εκ νέου. Μεταξύ της φυσιογνωμίας της σκηνής και της εκφράσεως του ωχρού και μαραμένου του παππού προσώπου, όπως εφωτίζετο υπό των τελευταίων του ηλίου ακτίνων, υπήρχε τόση ομοιότης, τόση στενή συγγένεια!…
Ο καϋμένος ο παππούς! εσκέφθην προς εμαυτόν, επάλευσε κ’ ενίκησε τον άγγελον χωρίς της βοηθείας μου, αλλά εξαντλήθη και αδυνάτησε τόσο πολύ, που, αν ξανακυλήση έτσι καθώς είναι κανείς δεν τον γλυτώνει.
― Άρχισε να κάμνη κρύο, ψυχή μου ― Είπεν ο γέρων έξαφνα ― Έλα να πάμε.
Τω έτεινα σιωπηλώς την χείρα και υποστηρίζων αυτόν όσον ηδυνάμην, τον συνώδευσα εις την οικίαν του.
Την νύκτα εκείνην έκαμε τω όντι πολύ ψύχος. Τη δε πρωία της επιούσης παχεία πάχνη έκειτο λευκάζουσα επί των μεμαραμένων φύλλων των καλυπτόντων το έδαφος του κήπου μας. Μόλις αφυπνίσθην και έδραμον εις την οικίαν του αγαπητού μου παππού. Αλλ’ οποία διαφορά από της χθες μέχρι σήμερον! Πλήθος συγγενών και οικείων συνωστίζοντο σοβαροί και άφωνοι εις την αυλήν, εις το κατώγειον εις την “σάλαν” της γιαγιάς, εν τω μέσω της οποίας έκειτο μακρύς μακρύς ο παππούς ― Εφαίνετο πως δεν εξύπνησεν ακόμη.
Βαθεία ειρήνη εβασίλευεν επί της μορφής του. Μία υπερκόσμιος αίγλη, εν είδει μειδιάματος βαθμηδόν αποσβεννυμένου έπαιζε με τα χαρακτηριστικά του προσώπου του.
Η γιαγιά με τας χείρας θηλυκωμένας περί τα γόνατά της, με το απελπισμένον της βλέμμα απλανές, επί της όψεως του παππού, εκάθητο ωχρά, βωβή, ακίνητος ως απολιθωμένη παρά το πλευρόν του. Η ταλαίπωρος! Τί δεν θα έδιδεν όπως τον εμποδίση από τούτο το ταξείδιον! Διότι το μειδίαμα του παππού ήτον η λάμψις, ην έσυρεν οπίσω της η προς ουρανόν αποδημούσα ψυχή του.
Διότι ο καϋμένος ο παππούς συνεπλήρωνε αληθώς τώρα “το μόνον της ζωής του ταξείδιον”!