Γιάννης Σταύρου, Καληνύχτα Ελλάδα...

t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2016

την ύστατη στιγμή...

μες στο αθώο
σκοτάδι, και το ένοχο σκοτάδι, και τον καλό
θάνατο, και τον κακό θάνατο, και μετά
την ύστατη στιγμή
Πετούν σαν το αίμα των άστρων...
*
Into the innocent
Dark, and the guilty dark, and good
Death, and bad death, and then
In the last element
Fly like the stars' blood...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινο, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Ντύλαν Τόμας
Η όψη της αλήθειας

(Για τον Llewelyn)

Τούτη την όψη της αλήθειας,
ίσως δεν βλέπεις, γιε μου,
βασιλιά των γαλανών ματιών σου
στην εκτυφλωτική πατρίδα της νιότης,
πως όλα χαλάσματα είναι,
κάτω από τους αδιάφορους ουρανούς,
από αθωότητα κι ενοχή
πριν σκιρτήσεις 
για ένα νεύμα της καρδιάς ή της κεφαλής,
όλα συναγμένα και σκορπισμένα είναι
μέσα στη σαβανώτρα σκοτεινιά
σαν την τέφρα των νεκρών.

Το καλό και το κακό, δυο δρόμοι
για να ζυγώσεις τον θάνατό σου
Πλάι στην αλέστρα θάλασσα,
βασιλιά της καρδιάς σου σε μέρες τυφλές,
ξεφυσούν σαν αναπνοή,
οδύρονται μέσα από σένα κι από μένα
και τις ψυχές όλων των ανθρώπων
μες στο αθώο
σκοτάδι, και το ένοχο σκοτάδι, και τον καλό
θάνατο, και τον κακό θάνατο, και μετά
την ύστατη στιγμή
Πετούν σαν το αίμα των άστρων

Σαν τα δάκρυα του ήλιου,
σαν το σπέρμα της σελήνης, απομαζώματα
και φωτιά, η ιπτάμενη μεγαληγορία
του ουρανού, βασιλιά των έξι σου ετών.
Κι η βασκανία,
από την απαρχή των φυτών
και των ζώων και των πουλιών,
Ύδωρ και Φως, γη κι ουρανός,
ασκείται πάνω σου πριν κινηθείς,
και όλες σου οι πράξεις κι οι λέξεις,
κάθε αλήθεια, κάθε ψέμα,
πεθαίνουν στην αδογμάτιστη αγάπη.

(μετ. Νέλλη Μπουραντάνη)

Dylan Thomas
This Side Of The Truth

(For Llewelyn)

This side of the truth,
You may not see, my son,
King of your blue eyes
In the blinding country of youth,
That all is undone,
Under the unminding skies,
Of innocence and guilt
Before you move to make
One gesture of the heart or head,
Is gathered and spilt
Into the winding dark
Like the dust of the dead.

Good and bad, two ways
Of moving about your death
By the grinding sea,
King of your heart in the blind days,
Blow away like breath,
Go crying through you and me
And the souls of all men
Into the innocent
Dark, and the guilty dark, and good
Death, and bad death, and then
In the last element
Fly like the stars' blood

Like the sun's tears,
Like the moon's seed, rubbish
And fire, the flying rant
Of the sky, king of your six years.
And the wicked wish,
Down the beginning of plants
And animals and birds,
Water and Light, the earth and sky,
Is cast before you move,
And all your deeds and words,
Each truth, each lie,
Die in unjudging love.

Κυριακή, 1 Μαΐου 2016

Μοσχοβολούσε ο τόπος από θυμάρια...

Ήτον μία σπηλιά ωραία, στο βράχο τον θεόρατο, με χρώμα σταχτερό, που έσταζε δροσιές ολόγυρα. Μοσχοβολούσε ο τόπος από θυμάρια, από σκοίνους κι αγριοδυόσμο. Κόσμος ένα πλήθος, γυναίκες ένα σωρό, άνδρες πολλοί και παιδιά ένα μελίσσι, άλλοι ορθοί, άλλοι καθισμένοι, μερικοί άρρωστοι, από διάφορες ασθένειες, μισεροί και σακατεμένοι, βρίσκονταν εκεί, κ' έκαναν το σταυρό τους. Ένας παπάς με το πετραχήλι έστεκε στη μέση· είχε κάμει Παράκληση, και τώρα ήτον στο τέλος. Έψελναν «Την πάσα ολπίδα μου»...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Εκκλησάκι στην Αττική, λάδι σε καμβά

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Το θαύμα της Καισαριανής

Τὴν διήγησιν ταύτην ἤκουσα ἐκ στόματος τῆς κυρα-Ρήνης Ἐλευθέραινας, τοῦ ποτὲ Ροδίτη, σεβασμίας γερόντισσας Ἀθηναίας.
Εἴχαμε ἕνα χρόνο στεφανωμένοι μὲ τὸν μπαρμπα-Λευθέρη, αὐτὸν ποὺ βλέπεις, καὶ ὅλον τὸν χρόνον δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι ἄρρωστος. Σοῦ ἔχω εἰπεῖ πῶς μὲ εἶχεν ἑλκύσει μὲ τὰ χάδια του, ἐνῷ ἦτον αὐτὸς τριαντάρης, κ᾽ ἐγὼ ἤμουν δώδεκα χρονῶν τρελοκόριτσο, ποὺ νὰ μὴν πήγαινα παραπάνω.
Σὰν ἦτον ἄρρωστος, ἕνα χρόνο καὶ παραπάνω δὲν τοῦ ἔλειπεν ὁ πυρετός, ὅλη ἡ γειτονιά, κ᾽ οἱ συγγένισσές μου, κ᾽ οἱ κουμπάρες μου, ἔλεγαν πὼς εἶχε καταντήσει νὰ γένῃ φτισικός. Εἶχε χτικιάσει, μοῦ εἶπαν. Ὤ, συφορά μου! Γιατροί, γιάτρισσες, γιατρικά, μαντζούνια, τίποτε δὲν ὠφέλησαν. Ἡ φτώχεια μᾶς ἔδερνε. Νὰ δουλέψῃ ὁ ἴδιος, δὲν μποροῦσε. Ὁ Θεὸς ξέρει πῶς τά ᾽φερνα βόλτα, μὲ ψέματα, μὲ ἀλήθεια.
Μοῦ εἶπε ἡ κουμπάρα μας μιὰ γνώμη, νὰ τάξω στὴν Καισαριανή, μεγάλ᾽ ἡ χάρη της, νὰ σηκωθῶ νὰ τὸν πάω, ἴσως λυπηθῇ ἡ Παναγία καὶ τὸν κάμῃ καλά. Χάρες μεγάλες ἀκούονταν πὼς γίνονταν τὸν καιρὸ ἐκεῖνο. Ἐγὼ σὰν τ᾽ ἄκουσα, νά τί εἶπα μέσα μου, σοῦ ξομολογοῦμαι· «Καλά, ἀνίσως δὲν τὸν κάμῃ καλὰ ἡ χάρη της, μπορεῖ, τὸ ἐλάχιστο, νὰ πεθάνῃ κειδά, νὰ τὸν θάψω, στὸ βουνό, γιὰ νὰ γλυτώσω ἀπὸ ἔξοδα ποὺ δὲν ἔχω, κι ἀπὸ ἄλλα βάσανα καὶ μπελάδες». Τὸ χειρότερο, ἐφοβούμουν, ἂν πέθαινε στὸ σπίτι, μὴν κολλήσῃ τίποτε στὰ ροῦχα, καὶ κολλήσω κ᾽ ἐγώ. Ὅλοι μοῦ λέγανε πὼς τὸ χτικιὸ κολλάει.
Λεφτὸ δὲν εἶχα, οὔτε πολύτιμο κανένα μὲς στὴν κασσέλα μου, ἔξω ἀπ᾽ τὸ δαχτυλίδι τοῦ ἀρραβώνα ποὺ φοροῦσα. Εἶχα μερικὰ χαλκώματα. Ἐπῆρα ἕνα ταψὶ ποὺ εἶχα, καινούριο, κατακόκκινο, νά το, ἐκεῖ βρίσκεται ―ἔδειξε πρὸς ἕνα ράφι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἦσαν ὀλίγα χάλκινα σκεύη― κ᾽ ἐπῆγα στὴν γειτόνισσά μας, τὴν Παναγίνα.
― Κυρα-Παναγίνα, πάρε αὐτὸ τὸ ταψί, ἀμανάτι, νὰ μὲ δανείσῃς τέσσερα σβάντζικα*· θέλω νὰ πάω τὸν ἄνδρα μου, ποὺ τὸν ἔχω ἄρρωστο, στὴ χάρη της, στὴν Καισαριανή, καὶ λεφτὰ δὲν ἔχω.
― Νά, πάρε δυὸ σβάντζικα, εἶπεν ἡ Παναγίνα, αὐτὰ μοῦ βρίσκονται. Ἄφσε τὸ ταψί σου ἐδῶ, καί, σὰν εὐκολυθῇς, φέρε τὰ δυὸ σβάντζικα νὰ τὸ πάρῃς.
Ἐπῆρα τὰ δυὸ σβάντζικα, ἂν καὶ λίγα μοῦ ἔπεφταν γιὰ τὸ ταξίδι ποὺ ἤθελα νὰ κάμω, ἄφησα τὸ ταψί μου, κ᾽ εἶπα κ᾽ εὐχαριστῶ. Ἐκινήσαμε μὲ τὸν ἄνδρα μου, παραμονὴ τῆς Ἀναλήψεως, βράδυ-βράδυ. Στὸ δρόμο ηὕραμ᾽ ἕναν καροτσέρη, κουμπάρο μιανῆς συγγένισσάς μου. Τὸν ἐπερικάλεσα κ᾽ ἐπῆρε τὸ Λευθέρη στὸ κάρο του, τὸν πλιότερο δρόμο. Ἐγὼ ἐπῆγα μὲ τὰ πόδια.
Ἐνύχτωνε ὅταν φτάσαμε στὴν Καισαριανή. Πρὶν φτάσουμε στὴν ἐκκλησιά, μὲς στὸ ρέμα, ηὕραμ᾽ ἕνα τσέλιγκα μ᾽ ἕνα κοπάδι πρόβατα. Καθίσαμ᾽ ἐκεῖ κοντά, νὰ ξαποστάσουμε καὶ νὰ συγυρισθοῦμε, πρὶν πᾶμε στὴν ἐκκλησιά. Ἡ γυναίκα τοῦ τσέλιγκα μᾶς εἶδε ποὺ καθίσαμε, κ᾽ ἦρθε κοντά μας.
Ὁ Λευθέρης, ποὺ ἀπὸ βδομάδες μπροστὰ ἦτον κομμένη ἡ ὄρεξή του καὶ δὲν ἔτρωγε τίποτε, σὰν ἐκαθίσαμε, μοῦ λέει:
― Πείνασα, καημένη γυναίκα. Κόψε μου λίγο ψωμί.
Τοῦ ἔκοψα ψωμί, κι ἄρχισε νὰ τρώῃ μὲ τόσην ὄρεξη ποὺ ἀπόρησα κ᾽ ἐγώ. Τοῦ εἶχα κόψει μικρὴ φέτα, ξεύροντας πὼς δὲν μποροῦσε νὰ φάῃ. Στὴ στιγμὴ τὴν ἔφαε, καὶ μοῦ γύρεψε νὰ τοῦ κόψω κι ἄλλο.
Ἡ τσοπάνισσα ποὺ ἦρθε κοντά μας, μοῦ λέει:
― Ἄνδρας σου εἶναι, τσούπα; Σὰν ζαμπούνη* τὸν γλιέπω… Πίνει γάλα, νὰ σᾶς φέρω;
― Πίνει, εἶπα ἐγώ, γιατὶ εἶναι ἄρρωστος.
Ἐννοοῦσα ποὺ ἦτον Τετράδη. Μᾶς ἔφερ᾽ ἕνα μεγάλο μπρίκι γεμᾶτο γάλα. Ὁ Λευθέρης ἐβουτοῦσε τὸ ψωμί του μέσα, ἐμάσαε τὶς μπουκιές, κ᾽ ἐρροφοῦσε τὸ γάλα. Ἐγὼ ἔτρωγα ψωμὶ κ᾽ ἐλιές.
Ἡ τσοπάνισσα τότε, σὰν εἶδε ποὺ τὸ ψωμί μας ἦτον μπαγιάτικο, δυὸ-τριῶν ἡμερῶν, μᾶς ἔφερε μιὰ μεγάλη πλακόπιττα ἀνεβατή, φρέσκη, τῆς ἡμέρας, καὶ μοῦ τὴν ἔδωκε.
― Τί πειράζεσαι; εἶπα.
Κ᾽ ἔβαλα τὴν πίττα μὲς στὸ ταγαράκι μου.
Ὁ ἄνδρας της ἦρθε καὶ μᾶς ἔφερε δυὸ μεγάλα κομμάτια χλωρὸ τυρί, ἁλατισμένο.
― Νά, πάρε, τσούπα, γιὰ νὰ φᾶτε αὔριο, μοῦ λέει. Τὸ πουρνό, ποὺ θά ᾽χουμε σφαχτὰ στὴ σούβλα, περνᾶτ᾽ ἀπ᾽ αὐτοῦ καὶ σᾶς φιλιεύω καμμιὰ πλάτη.
Ἐγὼ ἔβγαλα κάτι πεντάρες ποὺ εἶχα, τὰ ρέστα ἀπ᾽ τὸ ἕνα σβάντζικο, ποὺ τὸ εἶχα χαλάσει, καὶ τοῦ εἶπα νὰ κρατήσῃ ὅ,τι θέλει γιὰ τὸ τυρί. Ἐκεῖνος τὰ ἔσπρωξε πίσω, μὲ τὴ ράχη τοῦ χεριοῦ του, κ᾽ εἶπε:
― Δὲ χρειάζονται λιεφτά… Κράτα τα νὰ κολλήσῃς καμμιὰ λιαμπάδα στὴ χάρ᾽ τς, γιὰ τὸν μορφονιό σ᾽, πού ᾽ναι ζαμπούνης.
Σὰν παράξενα σοῦ φαίνονται αὐτά; ―ἀπέστρεψεν αἴφνης τὸν λόγον πρὸς ἐμὲ ἡ ἀφηγήτρια.― Τότε ἦτον ἄλλος κόσμος. Οἱ ἄνθρωποι εἶχαν πόνο, εἶχαν ἀγάπη ἀναμεταξύ τους. Εὕρισκες πολλοὺς καλοὺς ἀνθρώπους, κ᾽ ἐδῶ μέσα, καὶ στὰ βουνὰ ἔξω. Τὸ εἶχαν σὲ καλό τους νὰ δίνουνε. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Θεὸς τοὺς εὐλογοῦσε, κ᾽ εἶχαν μπερικέτια… Ἄλλος κόσμος τότε! Ποῦ κεῖνα τὰ χρόνια;
Πήγαμε στὴν ἐκκλησιά, προσκυνήσαμε, κολλήσαμε μιὰ λαμπαδίτσα. Ὕστερα ὁ Λευθέρης ἐκάθισε κοντὰ στὴν ἁγίαν εἰκόνα, μέσα στὴν ἐκκλησιά, καὶ σὰν νὰ ἐνύσταζε. Ἐγὼ ἐβγῆκα νὰ πιῶ νερό, στὴν περίφημη, τὴν ἀθάνατη βρύση…
Ἦτον ὣς τρεῖς ὧρες νύχτα. Δροσιά, ἀστροφεγγιά, χαρὰ Θεοῦ. Ἐκεῖ ἀντίκρυ πέρ᾽ ἀπ᾽ τὰ πλατάνια, στὸ ξέφαντο, εἶχαν ἀρχίσει νὰ παίζουν λαλούμενα, φλογέρες, νταούλια, ζουρνάδες, καὶ μερικοὶ εἶχαν στήσει χορό. Ἐγώ, σὰν τρελοκόριτσο ποὺ ἤμουν ἀκόμα, εἶχα πανδρευθῆ πολὺ μικρή, καθὼς σοῦ εἶπα, καὶ τώρα δὲν θὰ ἤμουν παραπάνω ἀπὸ δεκαφτὰ χρονῶν ― ξέχασα καὶ ἄνδρα ἄρρωστον, καὶ τάξιμο, κ᾽ ἐκκλησιά, κ᾽ ἐπῆγα ἴσα πρὸς τὸ μέρος ποὺ ἔπαιζαν τὰ λαλούμενα, κ᾽ ἐγινόταν ὁ χορός, γιὰ νὰ κάμω χάζι.
Ἐστάθηκα ἐκεῖ ὀλίγην ὥρα, ὕστερ᾽ ἀπόστασα νὰ στέκωμαι, κ᾽ ἐκάθισα στὰ χορταράκια. Εὕρισκα μεγάλη διασκέδαση. Ἐκεῖ, ἀκούω ἀπὸ μερικὲς γυναῖκες κάτι φωνές, ποὺ ἔλεγαν ἡ μία μὲ τὴν ἄλλη:
― Στὴν Εὕρεση!… εἶναι ὥρα… πᾶνε στὴν Εὕρεση!
―Ἡ Περιστέρα… στὴν Εὕρεση… στὴν σπηλιά.
Ἐκεῖνες ποὺ τὸ ἔλεγαν αὐτό, ἡ μία μὲ τὴν ἄλλη, εἶχαν ἔρθει τώρα κοντά, ἐκεῖ, στὸ μέρος ποὺ ἦτον τὸ γλέντι τὸ νυχτερινό, κ᾽ ἐφώναζαν ἄλλες νὰ τὶς ἀκολουθήσουν… Κ᾽ ἔφευγαν ὅλες μαζί, ἡ μία κατόπι τῆς ἄλλης, κ᾽ ἄδειασε πολὺς τόπος. Γυναῖκες παραπολλές, καὶ καμπόσοι ἄνδρες καὶ παιδιά, μονοκοπανιὰ ἔφυγαν ἀποκεῖ ποὺ ἤμουν, κι ἄρχισαν νὰ τρέχουν τὸν ἀνήφορο.
Ἐγὼ δὲν ἤξευρα καλὰ καλὰ τί ἦτον ἡ Εὕρεση, καὶ σχεδὸν δὲν εἶχ᾽ ἀκούσει ποτέ μου γιὰ Περιστέρα. Αὐτὴ τὴ στιγμὴ θυμήθηκα ποὺ ἡ κουμπάρα μας, ἐκείνη ποὺ πρώτη μοῦ εἶχε βάλει στὸ νοῦ γιὰ νὰ τάξω στὴν Καισαριανή, μοῦ εἶχε πεῖ ὅτι ἡ χάρη 〈της〉 περισσότερο ἐνεργάει στὴν Εὕρεση, ποὺ εἶναι στὴ σπηλιά, κι ὅτι ἐκεῖ κατεβαίνει, τινάζοντας τὰ φτερά της, μία περιστέρα…
Τότε μία ποὺ μὲ μισογνώριζε, καὶ μᾶς εἶχε ἰδεῖ ἀρχύτερα μὲ τὸν ἄνδρα μου στὸ δρόμο, κ᾽ εἶχε καταλάβει πὼς ὁ ἄνδρας μου ἦτον ἄρρωστος, καθὼς ἐσηκώθηκε νὰ φύγῃ, γυρίζει καὶ μοῦ λέει:
― Δὲν ἔρχεσαι κ᾽ ἐλόγου σου στὴν Εὕρεση;… Πάρε τὸν ἄνδρα σου κ᾽ ἐλᾶτε.
Ἐσηκώθηκα ἐγώ, ἔτρεξα κατὰ τὴ βρύση, ξαναήπια νερό, ὕστερα ᾽μβαίνω στὴν ἐκκλησιά, καὶ βρίσκω τὸ Λευθέρη, ποὺ τὸν εἶχε πάρει καλὰ ὁ ὕπνος, δίπλα στὸ Προσκυνητάρι ποὺ καθότανε. Ἐπῆγα κοντά, τὸν ἔσεισα, κι ἄνοιξε τὰ μάτια.
― Δὲν ξεκολλᾷς ἀπὸ κοντά μου; μοῦ λέει. Τώρα ἐγὼ λιανονυστάζω. Σῦρε ἔξω στὴ βρύση, νὰ πάρῃς τὸν ἀέρα σου.
― Πᾶμε στὴν Εὕρεση! τοῦ λέω.
― Στὴν Εὕρεση;… τί Εὕρεση;
Τὸν ἔσεισα πάλι, τὸν ἐτράβηξα βιαστικὰ μὲ τὸ χέρι μου, καὶ τὸν ἐσήκωσα. Τότε μοῦ εἶχε ἔρθει ἡ στόχαση πὼς ἔπρεπε νὰ κάμω γλήγορα, γιὰ νὰ προφτάσω τ᾽ ἀσκέρι ποὺ ἔτρεχε τὸν ἀνήφορο, γιατὶ δὲν ἤξευρα ἂν ἦτον πολὺ κοντὰ ἢ μακριά, καὶ τὸν δρόμο ἐγὼ δὲν τὸν ἤξευρα. Ἔπειτα ἔπρεπε νὰ προφτάσω νὰ ἰδῶ τὴν Περιστέρα, καθὼς μισοθυμούμουν ποὺ μοῦ εἶχε πεῖ ἡ κουμπάρα πὼς τίναζε τὰ φτερά.
Ἔσυρα τὸν Λευθέρη κ᾽ ἐβγήκαμε ἀπ᾽ τὸ μοναστήρι.
―Ἡ χάρη της, τοῦ εἶπα, θὰ σὲ κάμῃ καλά!
Ἐκινήσαμε, καταπόδι σ᾽ ἄλλους, ποὺ τοὺς βλέπαμε νὰ τρέχουν μπροστά. Ἦτον μεσάνυχτα. Περπατήσαμε κάμποσο ἀνήφορο, καὶ σὲ λίγην ὥρα φτάσαμε στὴ σπηλιά.
Ἦτον μία σπηλιὰ ὡραία, στὸ βράχο τὸν θεόρατο, μὲ χρῶμα σταχτερό, ποὺ ἔσταζε δροσιὲς ὁλόγυρα. Μοσχοβολοῦσε ὁ τόπος ἀπὸ θυμάρια, ἀπὸ σκοίνους κι ἀγριοδυόσμο. Κόσμος ἕνα πλῆθος, γυναῖκες ἕνα σωρό, ἄνδρες πολλοὶ καὶ παιδιὰ ἕνα μελίσσι, ἄλλοι ὀρθοί, ἄλλοι καθισμένοι, μερικοὶ ἄρρωστοι, ἀπὸ διάφορες ἀσθένειες, μισεροὶ καὶ σακατεμένοι, βρίσκονταν ἐκεῖ, κ᾽ ἔκαναν τὸ σταυρό τους. Ἕνας παπὰς μὲ τὸ πετραχήλι ἔστεκε στὴ μέση· εἶχε κάμει Παράκληση, καὶ τώρα ἦτον στὸ τέλος. Ἔψελναν «Τὴν πᾶσα ὀλπίδα μου», κ᾽ ἔκαναν μετάνοιες. Σὰν εἶπε τὸ «Δι᾽ αὐκῶν» ὁ παπὰς πάλι ἄρχισε νὰ ψέλνῃ Ἁγιασμό, μέσα σὲ μιὰ λεκάνη μεγάλη σὰν κολυμβήθρα, φυσικὰ φτιασμένη στὸ βράχο, θεόχτιστη, ὡς φαίνεται.
Σὰν ἄρχισε ὁ Ἁγιασμός, οἱ γυναῖκες ἐψιθύριζαν ἡ μιὰ μὲ τὴν ἄλλη:
―Ἡ Περιστέρα… τώρα θὰ φανῇ!
― Τώρα θὰ κατεβῇ ἡ Περιστέρα!
― Νά, τώρα… τώρα θὰ βγῇ ἡ Περιστέρα.
Σὲ λίγην ὥρα, κοντὰ στὸ τέλος τοῦ Ἁγιασμοῦ, τὴν στιγμὴ ποὺ ἤθελε νὰ βαφτίσῃ ὁ παπὰς τὸ Σταυρὸ στὴν λεκάνη, ἀκούστηκ᾽ ἔξαφνα ἕνα φροὺ-φρού, κ᾽ ἐβόϊξ᾽ ἡ σπηλιά, κ᾽ ἐπαρουσιάστηκε γιὰ μιὰ στιγμή, γιὰ ὅσην ὥρα σᾶς τὸ λέγω, ἕνα ὡραῖο πουλί, μιὰ περιστέρα, μὲ ἄσπρα καὶ σταχτιὰ καὶ χρυσᾶ φτερά, κ᾽ ἐφτερούγιασε, φρστ!… φρστ!… κ᾽ ἐτίναξε τὰ φτερά της, κ᾽ ἐχτύπησε μὲ τὰ φτερά της τὸ νερό, ποὺ ἦτον μέσα στὴ λεκάνη τοῦ Ἁγιασμοῦ, κι ἀμέσως ἔγινε ἄφαντη… Γιὰ δυὸ-τρεῖς στιγμὲς ἐξακολουθοῦσε, ἀπ᾽ τὸ θόλο τῆς σπηλιᾶς, νὰ πέφτῃ νερὸ μὲς στὴ λεκάνη, ὕστερα ἔπαψε. Ὁ κόσμος ἐκοίταζε χωρὶς φωνή, χωρὶς πνοή… Ὕστερα μονομιᾶς ἀπὸ πολλῶν τὰ στήθια ἐβγῆκ᾽ ἕνα «Μέγας εἶ Κύριε!» καὶ δύο-τρεῖς χωριάτισσες εἶπαν «Χριστὸς δὲ σὲρ-Μαρία*! Χριστὸς δὲ σὲρ-Μαρία».
Τὴν ἴδια στιγμὴ ἐβούτηξ᾽ ὁ παπὰς τὸ Σταυρό, κ᾽ ἔψαλε «Σῶσον, Κύριε, τὸν λαόν σου», κ᾽ ὕστερα ὅλος ὁ λαός, παιδιά, ἄνδρες, γυναῖκες, ἔπεσαν μὲ τὰ μοῦτρα στὴν ἁγιαστούρα τοῦ παπᾶ καὶ μέσα στὴ λεκάνη, κ᾽ ἔπαιρναν ἁγίασμα μὲ τὰ φλασκιά τους, μὲ τὰ τασάκια τους, κ᾽ ἔπιναν, κ᾽ ἐξεφωνοῦσαν: «Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι!»
Μὲ πολὺν κόπο, ἐπῆρα κ᾽ ἐγὼ ἀράδα, κ᾽ ἔσυρα σπρώχνοντας μὲ ὅλη τὴν δύναμή μου τὸ Λευθέρη ἀπ᾽ τὸ μπράτσο κι ἀπ᾽ τὶς πλάτες, καὶ μπορέσαμε μὲ πολλὰ βάσανα νὰ πλησιάσουμε τὸν παπά, καὶ μᾶς φώτισε μὲ τὴν ἁγιαστούρα του· ὕστερα ἔσκυψα μὲ τὸ στόμα κ᾽ ἤπια ἁγίασμα· ὕστερα ἐγέμισα τὶς δυὸ φοῦχτες καὶ τὶς ἔφερα στὸ στόμα τοῦ ἀνδρός μου νὰ πιῇ. Ἦτον δροσερό, γλυκὸ νερό, ἁγίασμα· εἶχε μιὰ δροσούλα καὶ μιὰ μοσκοβολιὰ ποὺ δὲν ξανάγινε.
Κατόπι γυρίσαμε πάλι, μὲ ὅλο τὸ μελίσσι μαζί, κ᾽ ἐφτάσαμε στὴν ἐκκλησιά.
Τὸ πουρνό, ἀφοῦ ἐλειτουργηθήκαμε, δὲν ξεχάσαμε νὰ περάσουμε ἀπ᾽ τὸ μέρος ὅπου εἶχε τὴ στάνη του προσωρινὰ ὁ ψεβραδινὸς ὁ τσέλιγκας.
Μᾶς ἔδωκε γάλα, γιαούρτι, χλωρὸ τυρί· ὕστερα, σὰν ἐψήθηκαν τ᾽ ἀρνιά, μᾶς ἐφίλεψ᾽ ἕνα μεγάλο κομμάτι ἀπὸ παγίδια κι ἀπὸ πλάτη, κ᾽ ἐξεφαντώσαμε. Μία φαμίλια ἀπ᾽ τὴν Πλάκα, ποὺ κάθισαν ἐκεῖ κοντὰ νὰ ξεφαντώσουν, μᾶς ἐγνώριζαν· μᾶς ἔστειλαν ἕνα φλασκὶ γεμᾶτο κρασί, κ᾽ ἤπιαμε στὴν ὑγειά τους.
Περάσαμε πολὺ καλὰ ὁλημέρα. Τὸ βράδυ γυρίσαμε στὸ σπίτι μας. Στὴ στράτα ποὺ γυρίζαμε, δὲν εἶχε νυχτώσει ἀκόμα πολύ, καὶ βλέπω ἕνα μικρὸ κομπόδεμα χάμου. Σκύφτω, τὸ μαζεύω, τ᾽ ἀνοίγω, καὶ βλέπω ποὺ εἶχε μέσα τρία σβάντζικα.
Ἡ φαμίλια ἡ Πλακιώτικη, ποὺ μᾶς εἶχε φιλέψει τὸ κρασί, μία γυναίκα μὲ τὸν ἄνδρα της καὶ μὲ δυὸ παιδιά, εἶχαν ξεκινήσει κ᾽ ἐκεῖνοι πεζοὶ ὀλίγο μπροστὰ ἀπὸ μᾶς, κ᾽ εἶχαν προπεράσει ὣς μιὰ τουφεκιὰ τόπο. Κατ᾽ ἀρχὰς ἔκαμα νὰ βάλω τὸ κομπόδεμα στὴν τσέπη μου, ὕστερα εἶπα: «κι αὐτοὶ φτωχοὶ σὰν ἐμᾶς εἶναι, μὴν τοὺς ἔπεσε, κ᾽ εἶναι κρῖμα νὰ τὸ κρατήσω». Τοὺς φωνάζω:
― Μὴ σᾶς ἔπεσε κανένα κομπόδεμα!; Τί λογῆς ἦτον, καὶ πόσα λεφτὰ εἶχε μέσα;
Ἐψάχτηκαν.
―Ὄχι, μοῦ εἶπαν· δὲν μᾶς ἔπεσε τίποτε.
Τότε εἶπα κ᾽ ἐγώ, μπορεῖ νά ᾽πεσε καμμιανῆς ποὺ νά ᾽χῃ τὸν τρόπο της· κισμέτι* ἦταν· ἂς τὸ κρατήσω.
Ὁ Λευθέρης ἦτον πολὺ καλύτερα. Ἐγύρισε ὅλο τὸ δρόμο μὲ τὰ πόδια. Ἡ ὄψη του ἐκαλυτέρεψε πολύ. Εἶχε γυρίσει ἡ ὄρεξή του, κ᾽ ἔφαε κ᾽ ἤπιε καλὰ στὸ πανηγύρι. Σὲ λίγον καιρὸ ἔγινε καλά, ἐδυνάμωσε, κ᾽ ἔζησε, κ᾽ εἶναι τώρα ὀγδοντάρης, ὅπως τὸν βλέπεις.
Τὸ πρωὶ τῆς ἄλλης ἡμέρας πηγαίνω στὴν Παναγίνα τὴν γειτόνισσα.
― Νά, πάρε κυρα-Παναγίνα, τὰ δυὸ σβάντζικά σου, καὶ δῶσέ μου τ᾽ ἀμανάτι μου.
Εἶχα χαλάσει τὸ ἕνα σβάντζικο ἀπ᾽ τὰ δυὸ ποὺ μὲ εἶχε αὐτὴ δανείσει, ἔκαμα ὅλα τὰ ἔξοδα τοῦ ταξιδιοῦ, ἔφαγα καὶ ἤπια καλά, ἔφερα καὶ δυὸ μεγάλα κομμάτια τυρὶ στὸ σπίτι, καθὼς καὶ μισὸ καρβέλι ἀπὸ μαῦρο ψωμὶ χωριάτικο, ἔδωσα τὰ δυὸ σβάντζικα τὰ δανεικά, καὶ μοῦ περίσσεψαν καὶ δυὸ ἀκόμα σβάντζικα.
― Νά, πάρ᾽ το, κυρα-Λευθέραινα, τὸ ταψί σου, μοῦ λέει ἡ Παναγίνα, ἀφοῦ ἐπῆρε τὰ δυὸ σβάντζικα.
Ἐπῆρα τὸ ταψί μου, καὶ νά το, αὐτὸ εἶναι! Βρίσκετ᾽ ἀκόμα, ὕστερ᾽ ἀπὸ σαρανταοχτὼ χρόνια.
Ἐσηκώθη, ὕψωσε τὴν χεῖρα εἰς τὸ ράφι καὶ μοῦ ἐπαρουσίασε χάλκινον ἀγγεῖον παλαιόν, ὀλίγον τρύπιον εἰς τὴν μίαν ἄκρην.

Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

Καλή Ανάσταση!

Την υψηλήν ταύτην μέθην συναισθάνεται εν τη καρδία αυτού ο ελληνικός λαός, ως ουδείς άλλος λαός. Ουδεμία άλλη χριστιανική εορτή κατέχει παρ' αυτώ την θέσιν της εορτής του Πάσχα. Οι Δυτικοί έχουσι τα Χριστούγεννα. Ημεις έχομεν την Ανάστασιν. Αύτη είναι η βασίλισσα των εορτών, η πανήγυρις των πανηγύρεων ημών.

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Εκκλησάκι στην Αττική, λάδι σε καμβά

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Το Πάσχα

«Ἀναστάσεως ἡμέρα, καὶ λαμπρυνθῶμεν. . . Πάσχα τὸ τερπνόν, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα. Πάσχα πανσεβάσμιον ἡμῖν ἀνέτειλε. Πάσχα, ἐν χαρᾷ ἀλλήλους περιπτυξώμεθα. . . Ὦ Πάσχα, λύτρον λύπης. Πάσχα ἄμωμον, Πάσχα μέγα, Πάσχα τὸ πύλας ἡμῖν τοῦ παραδείσου ἀνοῖξαν. Πάσχα πάντας ἁγιάζον πιστούς. . .»
Διὰ τοιούτων στιχηρῶν, ἐξ ὧν ἀναπέμπεται εὐφροσύνη καὶ ἀγαλλίασις ἀνεκλάλητος, ἡ Ἐκκλησία ὑμνεῖ καὶ πανηγυρίζει τὴν Ἀνάστασιν τοῦ Σωτῆρος. Ἡ λέξις Πάσχα ἐπενεργεῖ μαγικώτατα ἐπὶ τῶν ὁσίων ὑμνογράφων καὶ λησμονοῦσιν ἐπὶ βραχὺ τὸ αὐστηρὸν καὶ μελαγχολικὸν κάλλος, ὅπερ χαρακτηρίζει τὰς ἐμπνεύσεις των πρὸ τῆς ἁπαλῆς καὶ Λυδικῆς, ὡς εἰπεῖν, ἁρμονίας, ἥτις αὐτόματος διαχέεται ἀπὸ τῶν ἱερῶν αὐτῶν φορμίγγων ἐπὶ τῷ τρισμεγίστῳ ἀγγέλματι. Ἡ Ἐκκλησία, ἀποβάλλουσα τὴν πένθιμον περιβολήν, ἐνδύεται λευκὴν καὶ φεγγοβόλον στολήν, ὡς ἂν ἀντανακλᾷ ἐπ᾿ αὐτῆς ἡ λευκότης καὶ ἡ λάμψις τοῦ ἀγγέλου, τοῦ ἀποκυλίσαντος τὸν λίθον τοῦ μνημείου. Τὰ ἀνήλια βάθη, οἱ ζοφεροὶ θόλοι τῶν χριστιανικῶν ναῶν διαυγάζονται ὡς ἐν ἡμέρᾳ ἀνεσπέρου φωτός, καὶ τὰ ἄνθη τὰ εὔοσμα καὶ δροσόεντα, ἅτινα ἀπὸ τῶν λειμώνων καὶ τῶν κήπων μετηνέχθησαν, ὅπως στολίσωσι τὴν ἐπιτάφιον σινδόνα τοῦ Σωτῆρος, τηροῦσιν ἔτι τῆς ραδινῆς των χάριτος, τῶν κοσμικῶν των θελγήτρων τὰ ἴχνη ἐν τῇ τεθολωμένῃ ὑπὸ τοῦ λιβάνου ἀτμοσφαίρᾳ τῶν ναῶν. Καὶ ἡ Ἐκκλησία καταπέμπει τὴν εὐχὴν αὐτῆς τὴν ἀναστάσιμον κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην ἐν γλώσσῃ ἀλλοίᾳ ἢ ἡ συνήθης· ἐν γλώσσῃ πλήρει παιδικῶν, θὰ ἐλέγομεν, σκιρτημάτων καὶ παιδικῆς συγκαταβάσεως. Εἰς τὴν μεγάλην εὐωχίαν τῆς Ἀναστάσεως προσκαλεῖ πάντας, παρόντας καὶ ἀπόντας, νηστεύσαντας καὶ μὴ νηστεύσαντας, πιστοὺς καὶ ἀπίστους, καὶ τοὺς φέροντας ἔνδυμα γάμου καὶ τοὺς ἀγοραῖον περιβαλλομένους ἱμάτιον. Ὢ μέθη τῆς Νύμφης ἐπὶ τῇ ἀνακτήσει τοῦ Νυμφίου, ὢ μέθη τρισαγία καὶ ἀνερμήνευτος!
Τὴν ὑψηλὴν ταύτην μέθην συναισθάνεται ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ὁ ἑλληνικὸς λαός, ὡς οὐδεὶς ἄλλος λαός. Οὐδεμία ἄλλη χριστιανικὴ ἑορτὴ κατέχει παρ᾿ αὐτῷ τὴν θέσιν τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα. Οἱ Δυτικοὶ ἔχουσι τὰ Χριστούγεννα. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν Ἀνάστασιν. Αὕτη εἶναι ἡ βασίλισσα τῶν ἑορτῶν, ἡ πανήγυρις τῶν πανηγύρεων ἡμῶν. Οἱ Δυτικοὶ ἑορτάζουσι τὴν Γέννησιν τοῦ Χριστοῦ ἐν πλούτῳ τρυφερῶν καὶ ὡραίων ἐθίμων, ἐν οἰκογενειακῇ συνενώσει καὶ τέρψεσιν ἀνθρώπων ἀπὸ καιροῦ συνῳκειωμένων πρὸς τὸν πολιτισμόν. Ἀλλὰ τοῦ ἑλληνικοῦ Γένους ἡ Λαμπρὴ ἀνατέλλει καὶ δύει ἐν θορυβώδει διαχύσει καὶ ὑπερτάτῃ ἀγαλλιάσει ἀνθρώπων, οἵτινες εἰς τὰς φλέβας των τηροῦσιν ἔτι ρανίδας τινὰς τοῦ αἵματος τῶν ἀγρίων καὶ ἀτιθάσων καὶ ὑπὸ τοῦ ἔρωτος τῆς ἐλευθερίας βαυκαλωμένων πατέρων μας. Ἀρματωλικαὶ συνήθειαι, ἀγρία ποίησις πληροῦσιν ἐκείνην. Βαρὺς χειμὼν ἐπικάθηται τῆς φύσεως, γογγύζει ὁ βορρᾶς καὶ πίπτουσιν αἱ χιόνες, καὶ τὰ καλὰ Χριστούγεννα συσπειροῦνται πέριξ τῆς σπινθηροβολούσης ἑστίας. Ἀλλὰ πόσον διάφορον εἰκόνα παριστᾷ ἡ φύσις παρ᾿ ἡμῖν, ὅταν οἱ κώδωνες τῶν ἐκκλησιῶν ἐξαγγέλλωσι χαρμοσύνως τὴν Ἀνάστασιν! Τὸ ἔαρ συνεορτάζει μετὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ φύσις συναγάλλεται μετὰ τῆς πίστεως. Οἱ θύμοι τῶν ὀρέων μοσχοβολοῦσιν, ὁ σμαράγδινος μανδύας τῶν πεδιάδων ἀνακινεῖται ἠρέμα ὑπὸ τῆς ζεφυρίτιδος αὔρας καὶ στίλβει διακέντητος ἐκ λευκανθέμων, αἱ εὐωδίαι τῶν ἑσπεριδοειδῶν βυθίζουσι τὰς ψυχὰς εἰς μυστικὰς ἐκστάσεις, τὰ ρόδα τὰ ἐφήμερα, τὰ αἰώνια ρόδα, ξανθά, λευκά, ὠχρά, πορφυρᾶ, διηγοῦνται τὴν δόξαν τοῦ Κυρίου. Ἡ Ἄνοιξις, ὡς ἄλλη μυροφόρος, ὡς τῆς Μαγδαληνῆς Μαρίας ἀδελφή, κηρύσσει διὰ μυρίων στομάτων ὅτι «ἑώρακε τὸν Κύριον». Δεῦτε, ἐξέλθωμεν τῶν σκοτεινῶν θόλων τῶν ναῶν, οἵτινες δὲν ἀφήνουσι τὴν χαράν μας νὰ ἐκραγῇ ἀκράτητος. Δεῦτε, ὑμνήσωμεν τὸν Κύριον ὑπὸ τὸν σαπφείρινον καὶ ἀστερόεντα θόλον τοῦ οὐρανοῦ καὶ λάβωμεν τὸ φῶς τὸ ἀνέσπερον καὶ ἀναμείνωμεν τὰ πρῶτα μειδιάματα τῆς κροκοπέπλου Ἠοῦς. Τοιαύτην ὥραν ὁ Κύριος ἀνέστη, «ζωὴν τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι χαρισάμενος». Εἰς ἡμᾶς τοὺς ἐν τῷ βίῳ, ἂς χαρίσῃ ζωὴν ζωῆς! Χριστὸς ἀνέστη! Συναθροισθῶμεν πέριξ τοῦ ὀβελισθέντος ἀμνοῦ καὶ συνοδεύσωμεν τὴν ὄπτησιν αὐτοῦ, ἐντέχνως στρεφομένου ἐπὶ τῆς ἀνθρακιᾶς, διὰ τοῦ κρότου τῶν πυροβόλων. Ἡ πυρῖτις ἔστω τὸ σύμβολον τῆς Ἀναστάσεως, καὶ τὸ φίλημα ἔστω τὸ σύμβολον τῆς Ἀγάπης. Δὲν ἐννοοῦμεν τὴν λάμψιν τῆς Ἀναστάσεως ἄνευ τῆς γλώσσης τοῦ τρομπονίου· καὶ ἡ ἀγάπη χωρὶς φιλήματος εἶναι τὸ ἄνθος ἄνευ τοῦ ἀρώματος.
Οὕτως ὑποδέχεται καὶ οὕτως ἀντιλαμβάνεται τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ὁ ἑλληνικὸς λαός. Αὐτὰ τὰ ὀνόματα δι᾿ ὧν ὑποδηλοῦται τὸ Πάσχα χρησιμεύουσιν, ὅπως ἐμπνέωσιν εἰς αὐτὸν ἐνθουσιασμὸν καὶ ἐξαίρωσιν εἰς κόσμους ὀνείρων, ὡς ἐν οὐδεμιᾷ ἄλλῃ ἑορτῇ. Ὅταν λέγῃ Ἀνάστασις ὁ ἑλληνικὸς λαός, κρυφία τις χορδὴ ἀναπαλλομένη εἰς τὰ μυχιαίτατα τῆς καρδίας του, ὑπενθυμίζει εἰς αὐτὸν καὶ τοῦ Γένους τὴν ἀνάστασιν, καὶ ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Πατρὶς συναντῶνται ἐν αὐτῷ ἰσοπαθεῖς καὶ ἰσόθεοι. Καὶ ὅταν λέγῃ Ἀγάπη ὁ ἑλληνικὸς λαός, ἐκφωνεῖ τὴν γλυκυτάτην τῶν λέξεων, ἥτις κατ᾿ ἐξοχὴν τονιζομένη ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ, καὶ ἀνακηρυσσομένη ἐν τῇ διδασκαλίᾳ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, παρέμεινεν ἐν τῇ γλώσσῃ του τὸ κατ᾿ ἐξοχὴν περιπαθὲς καὶ ἐγκάρδιον ρῆμα, δι᾿ οὗ ἐκφράζει πᾶσαν στοργὴν καὶ πάντα ἔρωτα καὶ πᾶσαν ἀφοσίωσιν. Καὶ νομίζει τις, ὅτι ὁ ἡμέτερος λαὸς κατ᾿ ἐξοχὴν ᾐσθάνθη καὶ ἀπεδέχθη καὶ ἐπραγματοποίησε τὸ κήρυγμα τῆς Ἀγάπης, ὡς φέρεται ἐν τῇ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῇ τοῦ Ἀποστόλου. «Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται· ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ· ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα ἐλπίζει, πάντα πιστεύει, πάντα ὑπομένει».
Εὐνόητον δὲ ὅτι, ὅπως λάβῃ τις ἁγνὴν ἰδέαν περὶ τοῦ τρόπου καθ᾿ ὃν προσδεχόμεθα, κατανοοῦμεν καὶ ἑορτάζομεν τὴν Ἀνάστασιν, δέον νὰ εὑρεθῇ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς σήμερον μακρὰν τῆς πρωτευούσης, ἔνθα, φυσικῷ τῷ λόγῳ, ὁ βίος δὲν δύναται νὰ παράσχῃ τοιαύτας ἀπολαύσεις. Ἀληθὴς καὶ ἀνόθευτος Λαμπρὴ ἀνατέλλει διὰ τοὺς κατοίκους τῶν ἐπαρχιῶν, τῶν πόλεων, τῶν κωμοπόλεων, τῶν χωρίων, ὅπου διασώζονται καθαρώτερον καὶ ἐκδηλοῦνται ἐμφανέστερον τοῦ ἐθνικοῦ βίου τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα. Ἐκεῖ αἱ γλυκύταται παραδόσεις, ἐκεῖ αἱ ἑλληνικώταται συνήθειαι, ἡ χριστιανικωτέρα πίστις καὶ ἡ εὐαγγελικωτέρα χαρὰ συνενοῦνται καὶ ἀναφαίνονται ἐπὶ πάντων καὶ ὑπὸ πάντων ἀκολουθοῦνται ἀπροσποιήτως καὶ ἀπερίττως· ἐκεῖ καὶ ἄκων τις καθίσταται χριστιανὸς καὶ ἑορτάζει τὴν Ἀνάστασιν καὶ τὴν Ἀγάπην.

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

η μηχανή είναι βιαστική...

καθώς οι δίκαιοι σιωπούν                
σα να μην είχαν τί να πουν...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Παλιό οινοποιείο στα Μεσόγεια, λάδι σε καμβά

Γιώργος Σεφέρης
Τριζόνια  

Tο σπίτι γέμισε τριζόνια
χτυπούν σαν άρρυθμα ρολόγια
λαχανιασμένα. Kαι τα χρόνια

που ζούμε σαν αυτά χτυπούν
καθώς οι δίκαιοι σιωπούν                
σα να μην είχαν τί να πουν.

Kάποτε τ' άκουσα στο Πήλιο
να σκάβουνε γοργά ένα σπήλαιο
μέσα στη νύχτα. Aλλά το φύλλο

της μοίρας τώρα το γυρίσαμε         
και μας γνωρίσατε και σας γνωρίσαμε
από τους υπερβόρειους ίσαμε

τους νέγρους του ισημερινού
που έχουνε σώμα χωρίς νου
και που φωνάζουν σαν πονούν.         

Kι εγώ πονώ κι' εσείς πονείτε
μα δε φωνάζουμε και μήτε
καν ψιθυρίζουμε, γιατί

η μηχανή είναι βιαστική
στη φρίκη και στην καταφρόνια           
στο θάνατο και στη ζωή,

Tο σπίτι γέμισε τριζόνια.

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

όλα μαζί τα πράγματα σου λένε: Χανόμαστε!

Πρωί - πρωί τα ξεφτίσματα του κόσμου.
Στέκω σε φοβερά δευτερόλεπτα...


http://yannisstavrou.blospot.com
Γιάννης Σταύρου, Ξημερώνει στο λιμάνι, λάδι σε καμβά

Νίκος Καρούζος
Στους αγρούς

Όταν έρχονται κείνες οι πρωινές ώρες
οπού νομίζεις κ' έχουν απέραντη φρεσκέδα
στο θερινό παιχνίδι του θηλυκότερου
ήλιου και της νικήτριας σκιάς
όλα μαζί τα πράγματα σου λένε: Χανόμαστε!
Ώρες, αλήθεια, για να νιώσεις μονάχος σου
το μεγαλείο της μύγας που ξαναρχίζει
τους πειναλέους κύκλους
αμέτρητους
ολότελα σα να λείπει ο κόπος
ή να νιώσεις τις φωνές των ανθρώπων από γύρω
σαν αβέβαιες ειδήσεις
ακαθόριστες
από κάποια βρύση λαλητική τρεχούμενες.
Πρωί - πρωί τα ξεφτίσματα του κόσμου.
Στέκω σε φοβερά δευτερόλεπτα.
Κι όταν ανθίσει ο αμνός ολούθε στο κορμί του
μαχαίρι φανερώνομαι.

Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

Ο φλοίσβος επιτάττει σιωπήν...

Ο κρότος της κώπης εις το κύμα δεν ακούεται. Νύκτα χωρίς σελήνην. Σκιά απλώνεται κάτω της ακτής, της ανταυγείας των αστέρων επί των μαρμάρων και των επιτυμβίων πλακών. Μελανώτερον κάτω το σκότος, εις την ρίζαν του λόφου, εις τον αφρόν του κύματος. Ο φλοίσβος επιτάττει σιωπήν...
 
http://yannisstavrou.blogspot.com 

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Τα ρόδιν' ακρογιάλια
Πρόλογος 

ναί, πήλαυσα… Τί λλο θ νειροπολοσα τάχα ες τν κόσμον; Τί λλο, παρ μίαν στιγμν ν τν δω;… Κα τώρα τν βλεπα π πολλ λεπτά, τ ποα φαίνοντο ν σαν σταγόνες πεσοσαι π τ κέρασμα τς θείας μβροσίας ες τν τρυφν το παραδείσου.
Ναί,
νθυμομαι καλά. Τ παραπετάσματα σαν νεβασμένα, κα τ γυαλ το παραθύρου κατελάμπετο π τν λυχνίαν τν πλησίον, τις πρέπει ν στατο π τραπέζης κειμένης σύρριζα δίπλα ες τ παράθυρον.
Ε
χεν λθει κ᾿ κάθισε σιμ στ παράθυρον, βλέπουσα πρς τν τράπεζαν. φόρει λευκά· μόνον α πλατεαι χειρδες το ποκαμίσου της εχον ρυθρν κέντημα. φερε τ ργόχειρον κρεμαστν περ τν θεον λαιμόν της, κ᾿ κυπτεν ατ π τς θεσπεσίας τραχηλις της, τς κολπουμένης μ πτυχς κα σχμα νέφικτον ες τν πλέον δεώδη πλαστικήν. κυπτε, κα τί καμνεν; σως ρίθμει τς θηλεις το πλεξίματός της. παλλε γοργ τς μακρς βελόνας της. , μ ατς μο εχε περονήσει τν καρδίαν· λλ᾿ εναι λίαν προσφιλς καίουσα πληγή…
δού, στρέφει τ γλαν πρόσωπον πρς τ ξω. Βλέπει πρς τ μέρος μου. Κα τί βλέπει; Θάλασσαν, σκότος, βυσσον. , ν το δυνατν ν ποπτεύσ τι πάρχει ν μαρον σημάδι δ· μία βαρκούλα, κα στν βαρκούλα μέσα, τί; ν σπάραγμα το πόνου, ράκος νθρώπινον.
δού, μειδι· κάλλος, μορφή, πτασία!… Εδα τ δοντάκια της ν λάμπουν, τ χείλη της ν λουλουδίζουν, τ μάγουλά της ν μηλολονθον… Κα τώρα, γελ, μόνη της· μέλος, νθος, στρον πίγειον!…

Τ σμ᾿ ατ τ αθέριο στ γ ν μ λυγίσ
Κα
τ χαμόγελο ποτ στ χείλη ν μ σβήσ.
Ν
μ φαν τ κάλλος σου πς εν᾿ π τ χμα.
, χαρε, το θανάτου, πο μ᾿ πότισες τ πόμα.
*
[λόγυρα εχαν νοίξει τ λαιοτριβεα. π το γίου Εσταθίου γκαινιάζονται α ργασίαι δι᾿ γιασμο, κα τώρα κόντευε ν λθ ις-Δημήτρης. Χρόνος νύκτα. ν λαιοτριβεον το πλησίον ες τν οκίαν μας, λλα δύο νθεν κ᾿ κεθεν το δρόμου ντικρύ, λλο ν πέραν το μικρο χειμάρρου, κα κτ δέκα λλα τριγύρω ες τς δυτικς κα βορεινς κρας το χωρίου. Πολλο χουν ξυπνήσει κα κυκλοφορον δ κ᾿ κε, που κούονται φαιδρα μιλίαι κόμη κα σματα, μλλον κελεύσματα πρς τν βαρεαν γγαρείαν το ργάτου, το λαιοτρίπτου κα το δρακτίου μ τν τεραστίαν μανέλαν*. κόμη κ᾿ νας σαλεπτζής, νεωτερισμς κι ατό.]
*
δο γώ, κωμάζω π τ παράθυρά της. Οτε φωνή, οτε κιθάρα, οτε στεναγμός. βαλα τς κώπας ες νάπαυσιν, κ᾿ στάθην. Παρακαλ τ ρεύματα ν μ μ παρασύρουν. δ ντικρύζει κριβς. Βλέπω ―φε, εναι ραον ν χ τις μματα δι ν βλέπ τοτο― βλέπω τ παράθυρον φωτισμένον. καρδία πάλλει, τ πν ρεμε. Μ φυσς, αρα, μ μ σύρετε, ρεύματα. Περιμένω τν τρισολβίαν στιγμήν… , ς λθ στιγμ κείνη· εναι νταξία τν αώνων· κα ετα ς λθ τ μηδέν, πλν ταν κείνη π στιγμν νατείλ, ες τ μηδν θ μείν ν μόριον πάρξεως, κα ες τ χάος μία κτς ναμνήσεως. πλευσα, κι πέκαμα, κ᾿ νυκτώθην… δο τώρα, φο διέσχισα π γωνίας ες γωνίαν, π τν κάβον τς μεσημβρινς κτς, ως τ ντα το χωρίου, λον τ μκος το δυτικο κολπίσκου, φθασα κ᾿ στεγάσθην ποκάτω ες τ Μνημούρια· ες τ κοιμητήριον τς πολίχνης τ κτισμένον π το δυτικο παραθαλασσίου λόφου, ες τν σχατιν τς προεξοχς, φ᾿ ς κεται τ χωρίον. κρότος τς κώπης ες τ κμα δν κούεται. Νύκτα χωρς σελήνην. Σκι πλώνεται κάτω τς κτς, τς νταυγείας τν στέρων π τν μαρμάρων κα τν πιτυμβίων πλακν. Μελανώτερον κάτω τ σκότος, ες τν ρίζαν το λόφου, ες τν φρν το κύματος. φλοσβος πιτάττει σιωπήν.