Γιάννης Σταύρου, Υμηττός Παιανία, λάδι σε καμβά

t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Αυτή η πόλη μού αρέσει πολύ...

Κάθε μέρα νυχτώνει σ'αυτή την πόλη
Κι εγώ ψάχνω να βρω τα σπίτια
Με τις γκρεμισμένες πόρτες
Με τα σβησμένα νούμερα...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη λιμάνι, λάδι σε καμβά

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου
Τα τοπία που είδα
IX


Αν και έχω δει άσπρα λουλούδια
Σε θαλασσινές πέτρες
Λουλούδια φυτρωμένα
Σε πέτρινα σπίτια
Που δεν κατοικούνται
Αν και έχω δει
Εξαίσιες μεταμορφώσεις
Της πέτρας που κυλάει το νερό
Όλες τις ώρες της ημέρας
Και της νύχτας
Μονάχη είναι η πέτρα
Μονάχο το λουλούδι
Το νερό άδειο
Η νύχτα μαύρη

Μεγεθύνσεις
XIII


Κάθε μέρα νυχτώνει σ” αυτή την πόλη
Κι εγώ ψάχνω να βρω τα σπίτια
Με τις γκρεμισμένες πόρτες
Με τα σβησμένα νούμερα
Στους τοίχους
Από πίστη βαθιά σε όσα έζησα
Και σε όσα δεν είπα
Από πίστη βαθιά
Σε όσα είδαν τα μάτια μου

Ανθρώπινη πολιτεία

Αυτή η πόλη μού αρέσει πολύ
Με τη διάφανη ομίχλη στα μαλλιά σου
Τη γυαλιστερή υγρασία στα μάτια σου

Απλώνω τα χέρια δε σκοντάφτω
Σα να φοβάμαι σα να διασκεδάζω

Πού είσαι πού κρύβεσαι;

Εγώ δε γνώρισα σ' άλλες πολιτείες το θαύμα
Εδώ μέσα είναι το δικό μου φως
Μου ταιριάζει σαν ένα δικό μου πορτρέτο

Δε μας χρειάζονται πολλά παράθυρα
Από ένα άνοιγμα κοιταζόμαστε
Βυθίζουμε τα χείλη στην πιο βαθιά αναμέτρηση

Κοιμήσου με το χέρι μου στο χέρι σου
Είμαι εγώ

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Κι έλπιζα να τελειώσει ο κόσμος...

Η νύχτα πέφτει ηχηρή καθώς σημαίνει η μέρα
οι μέρες περνούν κι επιστροφή δεν έχουν...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινή Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Γκιγιώμ Απολλιναίρ

Οίκτο δεν έχω πια

Οίκτο δεν έχω πια για μένα
Τη σιωπηλή μου οδύνη δεν μπορώ να εκφράσω
Τα λόγια που λογάριασα να ειπώ μεταβλήθηκαν σε άστρα
Ένας Ίκαρος προσπαθεί ν' ανυψωθεί ως τα μάτια μου
Κομιστής ήλιων φλέγομαι στο κέντρο δυό αστερισμών
Τι έκαμα στα θεολογικά θηρία της γνώσης
Σ' αλλοτινούς καιρούς έρχονταν οι νεκροί να με λατρέψουν
Κι έλπιζα να τελειώσει ο κόσμος
Μα το δικό μου τέλος σαν τη θύελλα καταφθάνει.

(Μετ.. Τάκης Σινόπουλος)

Πάντα

Θα πάμε πιο μακριά χωρίς να προχωρούμε

Κι απο πλανήτη σε πλανήτη
Απο αστερισμό σ' αστερισμό
Ο Δον Ζουάν των χίλιων και τριών κομητών
Χωρίς να σαλέψει απο τη γη
Γυρεύει νέες δυνάμεις
Και σοβαρεύεται με τα φαντάσματα

Τόσοι κόσμοι ξεχνιούνται
Ποιοί να 'ναι οι μεγάλοι λησμονητές
Ποιός λοιπόν θα μας κάνει να ξεχάσουμε τούτο ή εκείνο

το κομμάτι του κόσμου
Πού είναι ο Χριστόφορος Κολόμβος που του οφείλουμε

τη λησμονιά μιας ηπείρου

Να χάσω
Όμως να χάσω αληθινά
Για να 'ρθει ξάφνου το εύρημα
Να χάσω
Τη ζωή για να βρω τη Νίκη

(Μετ. Τάκης Σινόπουλος)

Η γέφυρα του Μιραμπώ

Σε συμφωνία με την γέφυρα του Mirabeau ρέει ο Σηκουάνας
Μαζί και η αγάπη μας
Ανακαλώντας στην μνήμη την χαρά
θυμάμαι πως ακολουθεί παντοτινά τον πόνο
Αφήστε τη νύχτα να ηχεί καθώς σημαίνει η μέρα
Περνούν οι μέρες κι επιστροφή δεν έχουν
Τα χέρια προσκολλούνται σε χέρια
τα πρόσωπα ενώνουν πρόσωπα
ενώ κάτω απ' την γέφυρα
περνά κουρασμένο το αιώνιο κύμα
με την Αγάπη οπλισμένη ορμητικό νερό
Αφήστε τη νύχτα να ηχεί καθώς σημαίνει η μέρα
Περνούν οι μέρες κι επιστροφή δεν έχουν
Ο έρωτας περνάει σαν βιαστικό νερό
Η αγάπη διαβαίνει
αργά όπως διαβαίνει η ζωή
σκληρή σαν την ελπίδα
Αφήστε τη νύχτα να ηχεί καθώς σημαίνει η μέρα
Περνούν οι μέρες κι επιστροφή δεν έχουν
Αναπολώ τις ήμερες που περνούν
και τις βδομάδες που χάνονται
Μήτε ο χαμένος χρόνος
μήτε ο έρωτας που πέρασε επιστροφή έχουν
Σε συμφωνία με την γέφυρα του Mirabeau ρέει ο Σηκουάνας
Η νύχτα πέφτει ηχηρή καθώς σημαίνει η μέρα
οι μέρες περνούν κι επιστροφή δεν έχουν

(Μετ. Ματθαίος Ματθαιάδης)

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

τις ατέλειωτες πλούσιες φυλλωσιές του δάσους...

Η καμπάνα σήμανε μακριά. Με πήραν απ' το χέρι κι αρχίσαμε να κατεβαίνουμε αμίλητοι τη χωματένια σκάλα. Ψηλά από πάνω μας φαινότανε ο ουρανός σκούρος γαλάζιος, στολισμένος με τα πρώτα αστέρια...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δάσος, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Έ. Χ. Γονατάς
To δάσος

Ανεβαίνοντας το λόφο αντίκρισα στον ορίζοντα τις ατέλειωτες πλούσιες φυλλωσιές του δάσους, που τις λίκνιζε ο άνεμος. Δεν ένιωσα όμως καμιά δροσιά στην ψυχή μου. Φτάνοντας στην κορφή παρατήρησα πως ο λόφος κι από την άλλη μεριά ήταν ολότελα γυμνός. Σ' όλη την έκταση γύρω ούτε ένας κορμός δέντρου. Μόνο στον ουρανό πλέανε αθόρυβα τα φύλλα, τα αμέτρητα πράσινα φύλλα πού είχα δει από μακριά, σα δίχτυα κρεμασμένα πάνω απ' τα κεφάλια μας. Τρέμανε όλα μαζί στον αέρα, μα δε σκόρπιζαν, όπως τ' αστέρια, μ' όλο πού κανένα κλαδί, κανένα κοτσάνι δεν τα βαστούσε.

Δεν κρατήθηκα. "Και πώς ξεκουράζονται εκεί τα πουλιά;", είπα.

"Σ' αυτά τα δέντρα έρχονται μόνο οι σκιές των πουλιών να καθίσουν", μου εξήγησαν ήσυχα με μια φωνή οι δύο άγνωστοι που με συντροφεύαν.

"Ναί. Βλέπω", φώναξα. "Κοπάδια πουλιά κουρνιάζουν στα φυλλώματα χωρίς τα κορμιά τους".

Οι σύντροφοι μου κοιτάχτηκαν μ' απορία.

"Εσύ ποιός είσαι που μπορείς και τα βλέπεις;", γυρίζει και μου λέει ανήσυχος ο ένας. Πριν προλάβω ν' απαντήσω, σκύβει στον διπλανό του και τους ακούω που ψιθυρίζουν:

"Πώς βρέθηκε αυτός μαζί μας; Για δώσ' μου τον κατάλογο να ρίξω μιά ματιά".

"Δεν τον έχω απάνω μου. Μα τί τον ρωτάς; Αφού είδε, δικός μας θα 'ναι κι αυτός. Σ' τό 'χω ξαναπεί, να κλείνεις καλά όταν βγαίνεις".

Για πρώτη φορά τους πρόσεξα καλύτερα, τυλιγμένους στο λεπτό μενεξεδί φως του δειλινού. Φορούσαν τα ίδια ρούχα, τα ίδια πουκάμισα, τις ίδιες άσπρες γραβάτες και τα χλωμά τους πρόσωπα με το μικρό μαύρο μουστάκι ήταν ολόιδια.

"Είσαστε δίδυμοι;", τους ρώτησα.

Δε μ' απάντησαν. Έστησαν μπρος μου έναν μεγάλο καθρέφτη. Κοιτάχτηκα κι είδα πως φορούσα κι εγώ τα ίδια ρούχα, την ίδια γραβάτα και πως το πρόσωπο μου, αγνώριστο, κατακίτρινο, ήταν ίδιο κι απαράλλαχτο με το δικό τους.

Η καμπάνα σήμανε μακριά. Με πήραν απ' το χέρι κι αρχίσαμε να κατεβαίνουμε αμίλητοι τη χωματένια σκάλα. Ψηλά από πάνω μας φαινότανε ο ουρανός σκούρος γαλάζιος, στολισμένος με τα πρώτα αστέρια. Άνοιξαν τη φαρδιά καγκελόπορτα και μ' έσπρωξαν σ' έναν απέραντο κήπο, γεμάτον άσπρους στρογγυλούς βράχους. Πουθενά δε φαίνονταν λουλούδια. Μονάχα πρασινάδες. Όμως μιά γνώριμη άχνα ανέβαινε μέσα απ' τη γη, μεθυστική σα λιβάνι.

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Η ενάρετη και ο Πετρώνιος...

Η ανθρώπινη φύση κατά τον εξαίρετο Πετρώνιο...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πεπρωμένο, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Πετρώνιος
Η ενάρετη και ο εσταυρωμένος
από το «Σατυρικόν»

Γνώρισα που λέτε στην Εφεσο μια δέσποινα τόσο ενάρετη και πιστή στον σύζυγο της, που η φήμη της απλώθηκε παντού και οι γυναίκες των γειτονικών χωρών ερχόντουσαν να δουν αυτό το θαύμα. Όταν έχασε τον άντρα της, η δέσποινα εκείνη δεν περιορίστηκε να ακολουθήσει τη νεκρική πομπή με λυμένα τα μαλλιά της, όπως είναι το συνήθειο, ή να σκίσει με τα νύχια της τα γυμνά της στήθη κάτω από τα βλέμματα των παρισταμένων. Όχι, η δέσποινα εκείνη ακολούθησε τον νεκρό ως την τελευταία του κατοικία κι όταν τον εναποθέσανε, σύμφωνα με τα έθιμα των Ελλήνων, μέσα στη σπηλιά του, μπήκε και κείνη μέσα κι άρχισε να τον κλαίει, μοιρολογώντας μέρα-νύχτα. Το 'χε πάρει απόφαση να πεθάνει κι εκείνη από πείνα κι όσα κι αν της είπανε ο πατέρας της, η μάνα της και οι συγγενείς της, που παραστέκονταν μάρτυρες ανήμποροι, της άφατης θλίψης της, πήγαν του κάκου. Έλεγε και ξανάλεγε πως θα μείνει εκεί, μες στον τάφο. Ακόμα και οι δημοτικοί άρχοντες αναγκάσθηκαν να παραδεχτούν την αποτυχία τους. Όλη η Εφεσος συγκινήθηκε κι έκλαιγε, βλέποντας τη δέσποινα που λέμε να μείνει δίπλα στο νεκρό, χωρίς να βάζει μπουκιά στο στόμα της. Μαζί με την βαρυπενθούσα χήρα, είχε μείνει και η πιστή της θεραπαινίδα, που της παραστεκόταν στη μεγάλη συμφορά, κλαίγοντας κι εκείνη κι ανάβοντας τη νεκρική λυχνία, όταν τέλειωνε το λάδι της. Έτσι, όλη η πολιτεία δε μιλούσε πια για τίποτ' άλλο έξω από το πρωτοφανές παράδειγμα της πιστής συζύγου. Όλοι οι άντρες, μέχρι τον τελευταίο, παραδεχόντουσαν πως τέτοα αρετή δεν είχε ξαναλάμψει σε κανένα μέρος του κόσμου.

Κείνες τις ίδιες μέρες, ο έπαρχος είχε πει και σταυρώσανε μερικούς ληστές, λίγο παρακάτω από τη σπηλιά, όπου η δέσποινα μοιρολογούσε τον νεκρό του πεφιλημένου της συζύγου. Την πρώτη νύχτα μετά την εκτέλεση, ο στρατιώτης που φύλαγε τους σταυρούς, για να μην έρθουν οι συγγενείς των ληστών και αποκαθηλώσουν τους νεκρούς για να τους κηδέψουν με τις πρέπουσες τιμές, είδε ένα φως που έλαμπε αρκετά ζωηρά ανάμεσα στους τάφους. Άκουσε θρήνους και κοπετούς και σπρωγμένος από την περιέργεια, που είναι μια κοινή ανθρώπινη αδυναμία, πήγε να δει ποιος ήταν εκεί και τι έκανε. Κατεβαίνει λοιπόν στον τάφο. Μόλις είδε κείνη την υπέροχη γυναίκα, έμεινε στην αρχή καρφωμένος και ασάλευτος, λες και βρέθηκε μπροστά σε φάντασμα ή σε ένα πνεύμα του κάτω κόσμου. Μα σε λίγο σαν είδε το πτώμα, σαν είδε τα δάκρυα να τρέχουν, σαν είδε το πρόσωπο που είχε ματώσει η δέσποινα με τα νύχια της, πείστηκε -πράγμα άλλωστε που ήταν και η μόνη αλήθεια- πως βρίσκεται μπροστά σε μια απαρηγόρητη χήρα, που θρηνεί και οδύρεται. Φέρνει λοιπόν στη σπηλιά το φτωχικό του συσσίτιο κι αρχίζει να εξορκίζει την απελπισμένη γυναίκα να ξεχάσει τη θλίψη της και τον πόνο της, να πάψει να σπαράζει την καρδιά της με μάταιους θρήνους. Με δυο λόγια, βάζει μπροστά όλα τα επιχειρήματα, που μπορούν να θεραπεύσουν μια πονεμένη καρδιά. Μα όσο εκείνος πασχίζει να την παρηγορήσει, τόσο η δέσποινα δε θέλει να τον ακούσει και τόσο τα λόγια του παροξύνουν απεναντίας την απόγνωση της. Καταξεσκίζει με ακόμα μεγαλύτερη μανία τα στήθια της και ξεριζώνει τούφες-τούφες τα μαλλιά της για να τα αποθέσει πάνω στο νεκρό. Παρ' όλα αυτά, ο στρατιώτης δε σκέφτηκε ούτε για μια στιγμή την υποχώρηση, μα βάλθηκε με διπλάσιο ζήλο να πείσει τη δύστυχη γυναίκα να φάει μια μπουκιά ψωμί. Τόσο που τελικά, η θεραπαινίδα, που τη χτύπησε σίγουρα στα ρουθούνια η ωραία μυρωδιά του κρασιού, υπέκυψε πρώτη στον πειρασμό και άπλωσε από μόνη της το χέρι στη φιλάνθρωπη προσφορά. Ύστερα, καρδαμωμένη απ' το πιοτό και το φαΐ, ξεσπάθωσε φανερά και τα 'βαλε με το πείσμα της κυράς της:

«Τι διάφορο θα 'χεις», της είπε, «αν πεθάνεις εδώ απ' την πείνα και θαφτείς ζωντανή, παραδίνοντας έτσι το αθώο σου πνεύμα, πριν της ώρας του, πριν την ώρα που όρισαν οι μοίρες; Μη θα το μάθουν τάχα οι στάχτες κι οι μεγάλοι μας προγονοί; Αχ ξαναγυρνά στη ζωή! Παράτα τες αυτές τις γυναικείες προλήψεις και κοίτα να χαρείς το φως, όσον καιρό οι θεοί σου το επιτρέπουν! Ακόμα και τούτο εδώ το κουφάρι, αν μπόρειε να μιλήσει, θα σου 'λεγε. να γλεντήσεις τα νιάτα σου!» Κανείς δε βουλώνει τ' αυτιά του, όταν κάποια φωνή τον καλεί να φάει, να ζήσει. Έτσι λοιπόν και η δέσποινα εκείνη, ξεθεωμένη απ' την πολυήμερη νηστεία, άφησε κατά μέρος το πείσμα της και τίμησε το γεύμα, βρίσκοντας το τόσο νόστιμο, όσο το είχε βρει και η θεραπαινίδα που υπέκυψε πρώτη.

Ξέρετε όμως πολύ καλά τι λογής πειρασμούς ξυπνάει μέσα μας ένα χορτάτο στομάχι. Καταφεύγοντας στα ίδια καλοπιάσματα, που έπεισαν τη δέσποινα να συνεχίσει τη ζωή της, ο στρατιώτης μας αρχίζει να πολιορκεί την αρετή της. Η σεμνή μας κυρία είδε σε λίγο πως ο νέος ήταν προικισμένος με λογιών-λογιών χάρες και τα λόγια του της χάιδευαν τ' αυτιά. Η θεραπαινίδα πήρε το μέρος του κι έβαζε και κείνη κάθε τόσο το λογάκι της, καταλήγοντας με την ίδια επωδό:

«Και σ' έρωτα που αρέσει σε, θα στήσεις τώρα μάχη;»

Για να μην τα πολυλογώ, ούτε και τούτο το μέρος του σώματος της ωραίας μας κατόρθωσε τελικά να επιμείνει στην αποχή και ο τρισόλβιος πολεμιστής μας την έπεισε και σ' αυτό το σημείο, όπως και στο προηγούμενο. Κοιμήθηκαν λοιπόν αγκαλιά, όχι μόνο τη νύχτα που γιόρτασαν τον υμέναιό τους μα και την άλλη και την παράλλη, έχοντας κλείσει φυσικά όλες τις πόρτες της σπηλιάς. Έτσι που αν ένας φίλος ή άγνωστος πέρναγε από τον τάφο θα νόμιζε πως η αδιάφθορη σύζυγος είχε παράδωσει το πνεύμα, πάνω στον νεκρό του ανδρός της.

Όπου ο στρατιώτης, μαγεμένος απ' την ομορφιά της κατάκτησης του κι από τη μυστικότητα των ερώτων τους, αγόραζε όλα τα ωραία πράγματα που του επέτρεπε ο μισθός του και, μόλις έπεφτε η νύχτα, τα πήγαινε στον τάφο. Έτσι, οι συγγενείς ενός εσταυρωμένου, βλέποντας πως η φρούρηση είχε χαλαρωθεί, λύσανε τη νύχτα τον κρεμασμένο και εκπληρώσανε απέναντί του το τελευταίο τους καθήκον, ενώ ο φύλακας μας, μην έχοντας μάτια παρά μόνον για τον ερωτά του, είχε ξεχάσει τις διαταγές που έλαβε. Μα σαν είδε την άλλη μέρα ένα σταυρό δίχως το πτώμα του, τον έπιασε φόβος και τρόμος, γιατί ήξερε πως θα υποστεί φριχτά μαρτύρια. Έτρεξε λοιπόν και εξήγησε στη χήρα τη μεγάλη συμφορά που τον βρήκε. Δε θα περίμενε, της είπε, την απόφαση του δικαστή, μα θα τιμωρούσε ο ίδιος με το σπαθί του την αμέλεια του. Η μόνη του παράκληση ήταν να του επιτρέψει να πεθάνει εκεί μέσα, έτσι που ο ίδιος τάφος να δεχτεί κι εραστή και σύζυγο. Μα η δέσποινα δεν ήταν μόνο ενάρετη ήταν και προσωποποίηση της συμπόνιας.

«Κανείς θεός δεν το θέλει», είπε, «να χάσω ταυτόχρονα δυο πλάσματα, που αγάπησα πιο πολύ από το κάθε τι σ' αυτόν τον κόσμο. Προτιμώ να χάσω τον νεκρό, παρά να προκαλέσω το θάνατο του ζωντανού».

Αμ έπος, αμ έργον, του δίνει διαταγή να σήκωσει το πτώμα του ανδρός της απ' το φέρετρο και να το καρφώσει στον άδειο σταυρό. Ο στρατιώτης ακολούθησε τη συμβουλή της φρόνιμης γυναίκας και την άλλη μέρα οι περαστικοί αναρωτιόντουσαν έκπληκτοι πώς έγινε το θαύμα και πήγε ο νεκρός να σταυρωθεί μοναχός του.

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

δεν ξέρουν τί χρώμα έχει ο ουρανός...

Από αίμα πουλιών πλημμυρισμένο
κρυμμένο μένει το φεγγάρι
πότε πίσω από δέντρα
πότε πίσω από θηρία
πότε πίσω από σύννεφα... 

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη των χρωμάτων, λάδι σε καμβά

Μίλτος Σαχτούρης
Ο ποιητής

Σα θα με βρούνε πάνω στο ξύλο του θανάτου μου
γύρω θά 'χει κοκκινίσει πέρα για πέρα ο ουρανός
μιά υποψία θάλασσας θα υπάρχει
κι έν' άσπρο πουλί, από πάνω, θ' απαγγέλλει μέσα
σ' ένα τρομακτικό τώρα σκοτάδι, τα τραγούδια μου.

Η φεγγαράδα

Από αίμα πουλιών πλημμυρισμένο
κρυμμένο μένει το φεγγάρι
πότε πίσω από δέντρα
πότε πίσω από θηρία
πότε πίσω από σύννεφα
με θόρυβο που ξεκουφαίνει τα φτερά αγγέλων
κάτι θέλουν να πουν κάτι σημαίνει
είναι ακόμα καλοκαίρι
όμως μιά μυρωδιά από θειάφι φράζει το χειμώνα
δεν έχει ούτε καρέκλα να καθίσεις
και οι καρέκλες έφυγαν στον ουρανό

Οι απομείναντες

Όμως υπάρχουν ακόμα
λίγοι άνθρωποι
που δεν είναι κόλαση
η ζωή τους

υπάρχει το μικρό πουλί ο κιτρινολαίμης
η Fraülein Ramser
και πάντοτε του ήλιου οι απομείναντες
οι ερωτευμένοι με ήλιο ή με φεγγάρι

ψάξε καλά
βρες τους, Ποιητή!
κατάγραψέ τους προσεχτικά
γιατί όσο παν και λιγοστεύουν

λιγοστεύουν

Αστεροσκοπείο

Διαρρήχτες του ήλιου
δεν είδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δεν άγγιξαν φλογισμένο στόμα
δεν ξέρουν τί χρώμα έχει ο ουρανός

Σε σκοτεινά δωμάτια κλεισμένοι
δεν ξέρουν αν θα πεθάνουν
παραμονεύουν
με μαύρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια
με τ' άστρα στην τσέπη τους βρωμισμένα με ψίχουλα
με τις πέτρες τών δειλών στα χέρια
παραμονεύουν σ' άλλους πλανήτες το φως

Να πεθάνουν

Να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της
από το χρώμα του το κάθε λουλούδι
από το χάδι του το κάθε χέρι
απ' τ' ανατρίχιασμα του το κάθε φιλί

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

κιόλας χειμώνας, χειμώνας...

Από την παραμορφωμένη φύση, το φύλλο
Συμμετρικό ξεφεύγει και η άγκυρα
Δεν το κρατάει: κιόλας χειμώνας, χειμώνας,
Λίγη φωτιά την καπνιά της στα κανάλια αφήνει...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Χειμωνιάτικο απόγευμα, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
  
Σαλβατόρε Κουαζίμοντο

Το τελευταίο τόξο

Άφάνησε με, Κύριε, να μην ακούω
Το γδύσιμο των στομωμένων χρόνων, δώσε
Στη δεδομένη της χειρονομία να τραπεί η οδύνη :
Το έσχατο μου απέμεινε
Τόξο του κύκλου απ’ τη ζωή μου.

Κάνε με αέρα που αλητεύει ευτυχισμένος,
Κριθάρι, σπάρτο, ίσως λέπρα
Που τη γνωρίζεις μόνο από το ξέσπασμα της.

Ας μου είναι εύκολο να σε αγαπήσω
Στο χορτάρι που αντρειεύει στο φως,
Στις πτυχές που μετρούνε τα χρόνια στη σάρκα

Επεχείρησα τη ζωή :
Καθένας, ξυπόλητος
Γονατίζει στην αναζήτηση.

Ακόμη με αφήνεις: Μόνο
Στον ήσκιο που τη νύχτα λιμνάζει,
Κι ούτε ένα πέρασμα δεν μου ανοίγεται

Από την παραμορφωμένη φύση

Από την παραμορφωμένη φύση, το φύλλο
Συμμετρικό ξεφεύγει και η άγκυρα
Δεν το κρατάει: κιόλας χειμώνας, χειμώνας,
Λίγη φωτιά την καπνιά της στα κανάλια αφήνει.

Κανείς, θα μπορούσε και να προδώσει
Στις φλόγες εκείνες τη νύχτα,
Ν’ αρνηθεί
τη γη, τρεις φορές.

Σπας
Που εδώ και χρόνια, τι χρόνια,
Τ’ αστέρια
Στα κανάλια να επιπλέουν,
Βρομισμένα
Κοιτάς
Δίχως απέχθεια όμως,
Αν κάποιον στη γη αγαπάς,
Αν το νωπό το ξύλο τερετίζει, και
Αποτεφρώνεται η γεωμετρία
Του φύλλου που, τσιρίζοντας, σε ζεσταίνει. 

(Μετ. Χρίστος Κρεμνιώτης)