Γιάννης Σταύρου, Υμηττός Παιανία, λάδι σε καμβά

t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

οι συνετοί δεν έχουν έτσι ωραία σαν τους τρελούς...

Κι από εκείνο τον καιρό αγαπώ τόσο τρυφερά, καθώς οι προφήτες, την έρημο και τη θάλασσα, γελώ στα πένθη κλαίω στις γιορτές, βρίσκω μία γεύση γλυκιά στο πικρό κρασί, νομίζω πολλές φορές για ψέματα τις αλήθειες, καί, με τα μάτια στον ουρανό, πέφτω σε γκρεμούς...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δύση στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά

Σαρλ Μπωντλαίρ
(Πρόλογος στη συλλογή "ΝΗΠΕΝΘΗ", του Κ. Καρυωτάκη)

Ἡ κούνια μου ἀκουμποῦσε στὴ βιβλιοθήκη, Βαβὴλ σκοτεινόν, ὅπου μυθιστόρημα, ἐπιστήμη, μυθολογία, τὰ πάντα, ἡ λατινικὴ τέφρα καὶ ἡ ἑλληνικὴ σκόνη, ἀνακατευόσαντε. Δὲν ἤμουν μεγαλύτερος ἀπὸ ἕνα βιβλίο.

Δυὸ φωνὲς μοῦ μιλοῦσαν. Ἡ πρώτη, ὕπουλη καὶ σταθερή, ἔλεγε: «Ἡ Γῆ εἶναι ἕνα γλύκισμα ὡραῖο· μπορῶ (καὶ ἡ εὐχαρίστησή σου θά ῾ναι τότε χωρὶς τέλος!) νὰ σοῦ δώσω μίαν ὄρεξη παρόμοια μεγάλη». Καὶ ἡ δεύτερη: «Ἔλα! ὤ, ἔλα στὸ ταξίδι τῶν ὀνείρων, πέρα ἀπὸ τὸ δυνατό, πέρα ἀπὸ τὸ γνωρισμένο!».Καὶ ἡ φωνὴ αὐτὴ ἐτραγουδοῦσε ὅπως ὁ ἄνεμος στὶς ἀκρογιαλιές, φάντασμα ποὺ κλαυθμυρίζει καὶ κανεὶς δὲν ξέρει πούθε ἦρθε, ποὺ χαϊδεύει τὸ αὐτὶ κι ὅμως τρομάζει. Σοῦ ἀπάντησα: «Ναί! γλυκιὰ φωνή!».

Ἀπὸ τότε κρατάει αὐτὸ ποὺ μπορεῖ, ἀλίμονο! νὰ εἰπωθεῖ πληγή μου καὶ πεπρωμένο μου. Πίσω ἀπὸ τὶς σκηνοθεσίες τῆς ἀπεράντου ὑπάρξεως, στὸ μελανότερο τῆς ἀβύσσου, βλέπω καθαρὰ κόσμους παράξενους, καί, θῦμα ἐκστατικὸ τῆς ὀξυδέρκειάς μου, σέρνω φίδια ποὺ μοῦ δαγκάνουν τὰ πόδια. Κι ἀπὸ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἀγαπῶ τόσο τρυφερά, καθὼς οἱ προφῆτες, τὴν ἔρημο καὶ τὴ θάλασσα, γελῶ στὰ πένθη κλαίω στὶς γιορτές, βρίσκω μία γεύση γλυκιὰ στὸ πικρὸ κρασί, νομίζω πολλὲς φορὲς γιὰ ψέματα τὶς ἀλήθειες, καί, μὲ τὰ μάτια στὸν οὐρανό, πέφτω σὲ γκρεμούς.
Ἀλλὰ ἡ Φωνὴ μὲ παρηγορεῖ καὶ λέει: «Κράτησε τὰ ὄνειρά σου· οἱ συνετοὶ δὲν ἔχουν ἔτσι ὡραῖα σὰν τοὺς τρελούς!»

(Μετ. Κώστας Καρυωτάκης)

Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014

στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας...

Και το φεγγάρι
θα κατέβει στα πόδια μας λαμπάδα
την ώρα που στερνά θα κοιμηθούμε
στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Γαλατάς, λάδι σε καμβά

Κώστας Καρυωτάκης

Ύπνος

Θα μας δοθεί το χάρισμα και η μοίρα
να πάμε να πεθάνουμε μια νύχτα
στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας;
Γλυκά θα κοιμηθούμε σαν παιδάκια
γλυκά. Κι απάνωθέ μας θε να φεύγουν,
στον ουρανό, τ' αστέρια και τα εγκόσμια.
Θα μας χαϊδεύει ως όνειρο το κύμα.
Και γαλανό σαν κύμα τ' όνειρό μας
θα μας τραβάει σε χώρες που δεν είναι.
Αγάπες θα' ναι στα μαλλιά μας οι αύρες,
η ανάσα των φυκιών θα μας μυρώνει,
και κάτου απ' τα μεγάλα βλέφαρά μας,
χωρίς ναν το γρικούμε θα γελάμε.
Τα ρόδα θα κινήσουν απ' τους φράχτες,
και θα 'ρθουν να μας γίνουν προσκεφάλι.
Για να μας κάνουν αρμονία τον ύπνο,
θα αφήσουνε τον ύπνο τους αηδόνια.
Γλυκά θα κοιμηθούμε σαν παιδάκια
γλυκά. Και τα κορίτσια του χωριού μας,
αγριαπιδιές, θα στέκουνε τριγύρω
και, σκύβοντας, κρυφά θα μας μιλούνε
για τα χρυσά καλύβια, για τον ήλιο
της Κυριακής, για τις ολάσπρες γάστρες,
για τα καλά τα χρόνια μας που πάνε.
Το χέρι μας κρατώντας η κυρούλα,
κι όπως αργά θα κλείνουμε τα μάτια,
θα μας διηγιέται -- ωχρή -- σαν παραμύθι
την πίκρα της ζωής. Και το φεγγάρι
θα κατέβει στα πόδια μας λαμπάδα
την ώρα που στερνά θα κοιμηθούμε
στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας.
Γλυκά θα κοιμηθούμε σαν παιδάκια
που όλη τη μέρα έκλαψαν κι απόστασαν

Τὸ φεγγαράκι ἀπόψε 

Τὸ φεγγαράκι ἀπόψε στὸ γιαλὸ
θὰ πέσει, ἕνα βαρὺ μαργαριτάρι.
Κι ἀπάνω μου θὰ παίζει τὸ τρελὸ
τρελὸ φεγγάρι.
Ὅλο θὰ σπάει τὸ κῦμα ρουμπινὶ
στὰ πόδια μου σκορπίζοντας ἀστέρια.
Οἱ παλάμες μου θά ῾χουνε γενεῖ
δυὸ περιστέρια·
Θ᾿ ἀνέβουν -- ἀσημένια δυὸ πουλιὰ --
μὲ φεγγάρι -- δυὸ κοῦπες -- θὰ γεμίσουν,
μὲ φεγγάρι τοὺς ὤμους, τὰ μαλλιὰ
θὰ μοῦ ραντίζουν.
Τὸ πέλαγο χρυσάφι ἀναλυτό.
Θὰ βάλω τ᾿ ὄνειρό μου σὲ καΐκι
ν᾿ ἀρμενίσει. Διαμάντι θὰ πατῶ
λαμπρὸ χαλίκι.
Τὸ γύρω φῶς ὡς θᾶν τὴ διαπερνᾷ,
ἡ καρδιά μου βαρὺ μαργαριτάρι.
Καὶ θὰ γελῶ. Καὶ θὲ νὰ κλαίω... Καὶ νά,
νὰ τὸ φεγγάρι!

Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014

σαν έρημη εκκλησιά...

σκοτάδι όπου και φως
φωνή παράπονου της κούνιας ασχημάτιστα λόγια
(κατοπινή ζωή στρίγκλα ζωή ποια να 'σαι)
από το χόρτο της αλήθειας έφαγε και τρελάθηκε
σαν έρημη εκκλησιά που ακόμα ψαλμουδίζει...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Εκκλησάκι στην Αττική, λάδι σε καμβά

Μάρκος Μέσκος
Ελευθερία...

XIV

Μάρτης στον χρόνο, εποχή αμυγδαλιάς.
Τα φύτρα στους λόφους πράσινα
και οι ανθοί στα δένδρα όνειρο της μέρας
(και της νύχτας). Κι εσύ το ξέρεις;
αητοί στα βράχια, φίδια στο μαύρο της πέτρας
κι ασάλευτη στην απλωσιά
η φωνή απ' το μικρό κατσίκι.

Σύννεφα του Νοτιά σύννεφα σ' άλλες γωνιές τ' ουρανού
κι ο Έγριππος στα μάτια σου με τα νερά
τα υπερήφανα ή τα χαμηλωμένα στον πυθμένα.

(Μέσα μου λιμνάζει ο λόγος και με σκοτώνει.
Με σκοτώνει).

(Από τη συλλογή Τα ανώνυμα)

Χώματα

XIII

Κρεμασμένη η σκιά του πανύψηλου δέντρου στο δειλινό χωράφι
κοντά στην κατάξερη αφάνα σπουργίτια μαζί της πετούν
στο πέρα βλέμμα και στη θάλασσα των οριζόντων γλάροι
του μαύρου κόντρα

γλώσσα που τραυλίζει παίρνοντας τα βουνά
κι ο γέροντας πικροδαφνίζοντας
να θυμάσαι θα κρυώνω εκεί κάτω είπε κι έσβησε στο σκοτάδι

σκοτάδι όπου και φως
φωνή παράπονου της κούνιας ασχημάτιστα λόγια
(κατοπινή ζωή στρίγκλα ζωή ποια να 'σαι)
από το χόρτο της αλήθειας έφαγε και τρελάθηκε
σαν έρημη εκκλησιά που ακόμα ψαλμουδίζει
τάχα μακριά από το καλό και το κακό του κόσμου

ω τέλος αφάνταστο
στα πετεινά τ' ουρανού ανήκει τώρα
χωρίς κλαρί χωρίς φωλιά χωρίς αέρα
μαύρος ήλιος και χαμένος από παντού.

(Από τη συλλογή Στον ίσκιο της γης)

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά...

έμαθ’ επάνω, κάτω σαν τους Έλληνας να φέρεται•
κ’ έτρεμεν η ψυχή του μη τυχόν
χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι
μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καφές & βιβλία, λάδι σε καμβα (λεπτομέρεια)

Κωνσταντίνος Καβάφης
Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης

Άρεσε γενικώς στην Aλεξάνδρεια,
τες δέκα μέρες που διέμεινεν αυτού,
ο ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης
Aριστομένης, υιός του Μενελάου.
Ως τ’ όνομά του, κ’ η περιβολή, κοσμίως, ελληνική.
Δέχονταν ευχαρίστως τες τιμές, αλλά
δεν τες επιζητούσεν• ήταν μετριόφρων.
Aγόραζε βιβλία ελληνικά,
ιδίως ιστορικά και φιλοσοφικά.
Προ πάντων δε άνθρωπος λιγομίλητος.
Θάταν βαθύς στες σκέψεις, διεδίδετο,
κ’ οι τέτοιοι τόχουν φυσικό να μη μιλούν πολλά.

Μήτε βαθύς στες σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε.
Ένας τυχαίος, αστείος άνθρωπος.
Πήρε όνομα ελληνικό, ντύθηκε σαν τους Έλληνας,
έμαθ’ επάνω, κάτω σαν τους Έλληνας να φέρεται•
κ’ έτρεμεν η ψυχή του μη τυχόν
χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι
μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά,
κ’ οι Aλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό,
ως είναι το συνήθειο τους, οι απαίσιοι.

Γι’ αυτό και περιορίζονταν σε λίγες λέξεις,
προσέχοντας με δέος τες κλίσεις και την προφορά•
κ’ έπληττεν ουκ ολίγον έχοντας
κουβέντες στοιβαγμένες μέσα του.

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

Αισχύλος: Σαν μια πολιτεία χαθή, πάν κι οι θεοί της

Σαν τώρα εσείς μ' αυτά τα ξώφρενα τρεχιά σας δεξά ζερβά δειλία κακόψυχη σκορπάτε μες στο στρατό μας, κ' έτσ' οι εχθροί, πόχομ' απόξω, βρίσκουνε μια χαρά το πιο μεγάλο κέρδος, ενώ εμείς μέσα φτείρομε τους εαυτούς μας.

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ακρόπολις, λάδι σε καμβά
 
Αισχύλος
Επτά επί Θήβας
(μετ. Γιάννης Γρυπάρης, α΄ επεισόδιο) 

Ετεοκλής
Εσάς ρωτώ, ανυπόφερτα πλάσματα, - μα είναι καλά πράματ' αυτά για να σωθή μια πόλη καί δώσουν θάρρος σε λαό πολιορκημένο, να πέφτετε μπρος στων θεών τ' αγάλματα έτσι με τ' άγρια αυτά ξεφωνητά και τις στριγγιές σας, πού κάνουνε σε γνωστικούς ανθρώπους φρίκη;
Ά! και στις συμφορές καί στη γλυκειά ευτυχία νάδιν' ο Θεός καί νάλειπε από με η γυναίκα! γιατί αν της έρθουνε δεξιά, καί ποιός την πιάνει στην έπαρση της! μ' αν την κυριεύση ο φόβος, τότε είναι πού είναι μιά πληγή για τους δικούς της.
Σαν τώρα εσείς μ' αυτά τα ξώφρενα τρεχιά σας δεξά ζερβά δειλία κακόψυχη σκορπάτε μες στο στρατό μας, κ' έτσ' οί εχθροί, πόχομ' απόξω, βρίσκουνε μια χαρά το πιο μεγάλο κέρδος, ενώ εμείς μέσα φτείρομε τους εαυτούς μας.
Να τί κερδίζει όταν κανείς ζή με γυναίκες. Μα όποιος την προσταγή μου, τώρα, δεν ακούση, άντρας, γυναίκα, ή ό,τι κι άλλο πάει νάναι, απόφαση θανατική τον περιμένει, κι από τίς πέτρες του λαού δε θα ξεφύγη. Έχει έγνοια ο άντρας, η γυναίκα ας μη φροντίζη για τα όξω• μέσ' ας κάθεται, χωρίς να βλάφτη. Άκουσες, ή δεν άκουσες, ή σε κουφή τα λέω;

Χορός
Ώ καλογυιέ του Οιδίποδα, επήρα φόβο π' άκουσα το βρόντημα, το βρόντημ' απ' τ' αμάξια τα βαρύχτυπα και πόκριξαν ταξόνια τροχοκίνητα κι άκουσα στων αλόγων ν' αναδεύουν γύρω το στόμα, της φωτιάς γεννήματα, τα γκέμια, πού τά τιμονεύουν.

Ετεοκλής
Καί τί; μην τάχα ο ναύτης, αν από την πρύμνα στην πλώρη τρέξη, θαβρή τρόπο να γλυτώση, σάν πάρη πια το κύμα δίπλα το καράβι;

Χορός
Μα ήρθα μ' ασπούδα τρέχοντας προς των θεών μας τα παλιά τ' αγάλματα πόχω σ' αυτούς μονάχα όλα τα θάρρη μου, όταν πάνω στίς πύλες μας μανίζοντας  τ' άγριο τουφάνι της χιονιάς βροντούσε• τότ' απ' το φόβο να προσπέσω πέταξα στη θεότη, νάθε με βοηθούσε.

Ετεοκλής
Εύχεστε να βαστά στού εχθρού το δόρυ ο πύργος, κι αυτό συμφέρει τους θεούς• γιατί δε λένε πως σαν μια πολιτεία χαθή, πάν κι οι θεοί της; 

Αρχαίο κείμενο

Αισχύλος
Επτά επί Θήβας

τεοκλς
μς ρωτ, θρμματ οκ νασχετ, τατ ριστα κα πλει σωτρια, στρατ τε θρσος τδε πυργηρουμν, βρτη πεσοσας πρς πολισσοχων θεν αειν, λακζειν, σωφρνων μισματα; μτ ν κακοσι μτ ν εεστο φλ ξνοικος εην τ γυναικείῳ γνει. Κρατοσα μν γρ οχ μιλητν θρσος, δεσασα δ οκ κα πλει πλον κακν. Κα νν πολταις τσδε διαδρμους φυγς θεσαι διερροθσατ ψυχον κκην· τ τν θραθεν δ ς ριστ φλλεται, ατο δ π ατν νδοθεν πορθομεθα.
Τοιατ τν γυναιξ συνναων χοις. Κε μ τις ρχς τς μς κοσεται, νρ γυν τε χ τι τν μεταχμιον, ψφος κατ ατν λεθρα βουλεσεται, λευστρα δμου δ ο τι μ φγ μρον. Μλει γρ νδρ, μ γυν βουλευτω, τξωθεν· νδον δ οσα μ βλβην τθει· κουσας οκ κουσας, κωφ λγω;
Χορς
φλον Οδπου τκος, δεισ κοσασα τν ρματκτυπον τοβον τοβον, τε τε σριγγες κλαγξαν λτροχοι, ππικν τ παν πηδαλων δι στμα πυριγενετν χαλινν.
τεοκλς
Τ
ον; νατης ρα μ ς πρραν φυγν πρμνηθεν ηρε μηχανν σωτηρας, νες καμοσης ποντίῳ πρς κματι;
Χορς
λλ π δαιμνων πρδρομος λθον ρχαα βρτη, θεοσι πσυνος, νιφδος τ λος νειφομνας βρμος ν πλαις· δ ττ ρθην φβ πρς μακρων λιτς, πλεως  ν περχοιεν λκν.
τεοκλς
Π
ργον στγειν εχεσθε πολμιον δρυ. Οκον τδ σται πρς θεν· λλ ον θεος
το
ς τς λοσης πλεος κλεπειν λγος.