t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σταλινισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σταλινισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Ιουλίου 2015

οι άνθρωποι, η ελευθερία, τοπία μακρυνά...

Έπεσα να κοιμηθώ σαν κουρασμένο ζώο
οι άνθρωποι, η ελευθερία, τοπία μακρυνά.
Πίσω μου ακούω το κυνηγητό
και δεν υπάρχει σωτηρία...

(1958, το σοβιετικό καθεστώς αναγκάζει τον Μπόρις Πάστερνακ να αρνηθεί το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.)

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Αλλαγή βάρδιας, λάδι σε καμβά

Μπορίς Πάστερνακ
Χωρισμός

Εκείνος από το κατώφλι του θωρεί
Δίχως το σπίτι ν’ αναγνωρίζει.
Η αναχώρησή της ήταν σα φυγή
Παντού είναι της καταστροφής τα ίχνη.

Το χάος στα δωμάτια βασιλεύει.
Του χαμού  την έκταση
Από τα δάκρυα δεν βλέπει
Και της ημικρανίας τη κρίση.
Βουίζουν τ’ αυτιά από το πρωί.
Είναι καλά ή μήπως όνειρα βλέπει πάλι;
Της θάλασσας γιατί
Τη σκέψη στο νου συνέχεια έχει;

Όταν από το παραθύρι έξω η πάχνη
Του Θεού το φως δεν αφήνει να φανεί
Της θλίψης μοιάζει η απελπισιά
Με του πελάγους την ερημιά.

Οικεία του ήτανε πολύ
Λάτρευε την κάθε της γραμμή
Όπως η θάλασσα λατρεύει την ακτή
Εκεί που το κύμα σκάει.

Στα βάθη ‘φύγαν της ψυχής
Τα ίχνη της και η μορφή
Σαν τα βραχάκια της ακτής
Που η θύελλα σκεπάζει.

Στους χρόνους των δοκιμασιών,
Στους χρόνους των βασάνων
Της μοίρας το κύμα απ’ τον βυθό
Την έφερε κοντά του.

Μπροστά σ’ εμπόδια άπειρα,
Τον κίνδυνο αγνοώντας
Το κύμα την παρέσυρε,
Την έφερε σιμά.

Μα τώρα το φευγιό της,
Βίαιο να ‘ναι δε μπορεί!
Τα σωθικά θα φάει ο χωρισμός,
Τα κόκαλα θα τσακίσει.

Κοιτάζει εκείνος γύρω του:
Την ώρα π’ έφευγε εκείνη,
Τα πάντα αναποδογύρισε
Στου κομοδίνου τα συρτάρια.

Περιδιαβαίνει εδώ κι εκεί
Μέχρι να σκοτεινιάσει
Και στο συρτάρι τακτοποιεί
Κεντήματα και ράκη.

Σκυμμένος πάνω απ’ το πανί
Με το βελόνι δίχως κλωστή
Άξαφνα βλέπει εκείνη
Κι ένας λυγμός τον πνίγει.

(Μετ. Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης)

Το Βραβείο Νόμπελ

Έπεσα να κοιμηθώ σαν κουρασμένο ζώο
οι άνθρωποι, η ελευθερία, τοπία μακρυνά.
Πίσω μου ακούω το κυνηγητό
και δεν υπάρχει σωτηρία.

Είμαι αποκλεισμένος από παντού
ότι είναι να γίνει ας γίνει
όλα μοιάζουν να είναι ίδια μεταξύ τους.

Έκανα κάποιο κακό;
μήπως είμαι ένας μισερός δολοφόνος;
Έπραξα ένα μεγάλο έγκλημα
έκανα την υφήλιο να κλάψει
για την ομορφιά της ρωσικής γης.

Αλλα ακόμα και από τον τάφο μου,
σιγουριά θα με ζεσταίνει ότι θα έρθει το πλήρωμα του χρόνου,
που το άδικο και το μίσος θα παραμεριστούν
και η δικαιοσύνη και το καλό θα πάρουν την εκδίκηση τους.

(1958, το σοβιετικό καθεστώς αναγκάζει τον Μπόρις Πάστερνακ να αρνηθεί το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.)

Άμλετ

Αφού όλα ηρέμησαν, βγήκα στη σκηνή.
Στην παραστάδα της πόρτας, με τα νώτα
ακουμπώντας, αρπάζω, από τη μακρινήν
ηχώ, του αιώνα μου τα γεγονότα.

Τις χιλιάδες τα κιάλια της, πάνωθέ μου,
ρίχνει η μαύρη νυχτιά, που μ' έχει βάλει
στόχο της. Το ποτήρι αυτό, Θεέ μου,
πάρε μακρυά μου αν λύση υπάρχει κι άλλη.

Το γιομάτο πείσμα σχέδιο σου μ' αρέσει.
Σύμφωνοι. Θα τον παίξω αυτόν τον ρόλο. Αλλά
τώρα κάποιο άλλο δράμα είναι στη μέση.
Λυπήσου με, Θεέ μου, τούτη τη φορά.

Πλην η σειρά των πράξεων έχει πια οριστεί.
Μη και δεν είναι ανέκκλητο το τέλος τάχα;
Μοναχός μου, κ' οι Φαρισαίοι τριγύρω μου. Η ζωή
δεν είναι του κάμπου το πέρασμα μονάχα!

(μετ. Άρη Δικταίου)

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2015

Κουλτούρα είναι αυτό που σου μένει όταν τα έχεις όλα ξεχάσει...

...Ο φυγάς στέκεται σε μια σκαλωσιά κάτω από τη δεξαμενή, φωτισμένος από τη φλόγα. Ένας φρουρός αρχίζει να ανεβαίνει με ζήλο τη σκαλωσιά. Όταν τον πλησιάζει, ο φυγάς πηδά στην καυτή, υγρή μάζα και οι φρουροί τον βλέπουν να εξαφανίζεται μπροστά στα μάτια τους λυγίζοντας σαν καπνός, αψηφώντας την εντολή, ανυπότακτος, ελεύθερος από τα λυκόσκυλα, από το κρύο, τη ζέστη, την ποινή και τη μετάνοια...
(Πηγή:  ΝΑΥΤΙΛΟΣ )

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Γιασεμί, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Ντανίλο Κις
Ένας τάφος για τον Μπόρις Νταβίντοβιτς 
(Εκδ. Κέδρος, μετ. Μ. Κεσίνη)

"Όποιος είδε το παρόν, τα είδε όλα, αυτό που έγινε στο μακρινό παρελθόν και αυτό που θα γίνει στο μέλλον"
Μάρκος Αυρήλιος

Ο Ντανίλο Κις σ' αυτό το αριστουργηματικό έργο συνθέτει επτά παραλλαγές πάνω σε ένα κοινό θέμα: Πώς μια ιδεολογία και μάλιστα "ανθρωπιστική" καταντά να εξοντώσει με απάνθρωπο τρόπο αυτούς που την υπηρέτησαν.
"Επτά κεφάλαια μιας κοινής ιστορίας" είναι ο υπότιτλος του έργου. Διαφέρουν ίσως οι τόποι και τα πρόσωπα αλλά όλα , πλην ενός, μιλάνε για τα βασανιστήρια, τις δίκες, τους εκτοπισμούς στα γκούλαγκ της Σιβηρίας και τις δολοφονίες που συνέβαιναν στην Αν. Ευρώπη κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 30. Όλοι αυτοί οι ήρωες που υπηρέτησαν , κάποιες φορές και με αυταπάρνηση, την ιδεολογία τους, έπεσαν θύματα της σταλινικής τρομοκρατίας.

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι να μιλήσεις για τον Τρόμο της Ιστορίας:
α) Οι μαρτυρίες αυτών που τον βίωσαν, που όσο ειλικρινείς και συγκινητικές κι αν είναι, λόγω της φορτισμένης υποκειμενικότητάς τους σε απομακρύνουν από την ουσία της πραγματικότητας.
β) Τα στατιστικά στοιχεία, που μετατρέπουν τη μοναδικότητα του κάθε ατόμου σε ψυχρά νούμερα.
γ) Οι μελέτες, τα ντοκουμέντα, που πνιγμένα πολλές φορές κάτω από το βάρος του όγκου τους δεν επικεντρώνονται στo κάθε άτομο ξεχωριστά, όπως θα συνέβαινε με ένα διήγημα ή μυθιστόρημα.
Ποια η σημασία 6 εκατομμυρίων νεκρών εάν δεν μπορείς να δεις ούτε έναν απ' αυτούς με το πρόσωπό του, το σώμα του και να γνωρίσεις τη δική του ιστορία; Σύμφωνα με τον Κις η λογοτεχνία πρέπει να συμπληρώσει την Ιστορία, γιατί η Ιστορία γενικεύει ενώ η λογοτεχνία εξατομικεύει.

Ο Γιουγκοσλάβος συγγραφέας έχει στόχο να αποδώσει στο κάθε θύμα της Ιστορίας το πρόσωπό του και την ατομική του ιστορία. Για να το καταφέρει χρησιμοποιεί στις αφηγήσεις του ως φόντο πραγματικά γεγονότα , ιστορικά πρόσωπα και μαρτυρίες παρμένες από ντοκουμέντα της εποχής. Πετυχαίνει έτσι να δημιουργήσει μια πειστική ανασύσταση της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου.

"Η ιστορία που ακολουθεί, η ιστορία που γεννιέται μέσα στην αμφιβολία και στην υποψία , έχει ένα και μοναδικό πλεονέκτημα (μερικοί το ονομάζουν τύχη αγαθή), είναι αληθινή: είναι γραμμένη από το χέρι τίμιων ανθρώπων και αξιόπιστων μαρτύρων. Αλλά για να είναι αληθινή με τον τρόπο που ονειρεύεται ο συγγραφέας, θα έπρεπε να ειπωθεί στα ρουμάνικα, στα ουγγρικά, στα ουκρανικά ή στα γίντις."

Ο Κις δε θα τα κατάφερνε να αφηγηθεί τόσο θαυμάσια αυτή τη σύγχρονη ιστορία της Αδικίας αν δε χρησιμοποιούσε ως αντίβαρο στο ζόφο, την ειρωνεία φροντίζοντας ωστόσο να μη γίνεται κυνικός.

Σε ένα από τα 7 κεφάλαια (Μηχανικά λιοντάρια) αφηγείται την πραγματική ιστορία μιας εξαπάτησης, της οποίας θύμα υπήρξε ο Γάλλος Εντουάρ Εριό (αυτός που είπε το περίφημο: Κουλτούρα είναι αυτό που σου μένει όταν τα έχεις όλα ξεχάσει), όταν επισκέφτηκε την Σοβιετική Ένωση τη δεκαετία του 30, για να διαπιστώσει, ιδίοις όμμασιν, την ελευθερία της θρησκευτικής λατρείας. Τα κομματικά στελέχη έπρεπε μέσα σε λίγες ώρες να μετατρέψουν την Αγ. Σοφία του Κιέβου, που λειτουργούσε ως ζυθοποιείο, πάλι σε ναό και να σκηνοθετήσουν μια λειτουργία, στην οποία θα παρευρισκόταν ο Εριό.

Αυτή η ιστορική επίσκεψη δεν χρησιμοποιείται παρά ως φόντο για την ανάπτυξη μιας άλλης φανταστικής (;) ιστορίας, αυτής του κομματικού στελέχους, του Τσελιούστνικοφ,που σκηνοθέτησε αυτή την παρωδία λειτουργίας. Ουσιαστικά ο Κις ξαναγράφει την Ιστορία εξαπατώντας με τη μέθοδό του τον αναγνώστη. Του στήνει παγίδες και του σερβίρει το ψέμα γι' αλήθεια. Κοντολογής χρησιμοποιεί τις προπαγανδιστικές μεθόδους του Σταλινισμού για να τον χτυπήσει με τα ίδια του τα όπλα .

Διαβάζοντας το βιβλίο αναρωτιόμουνα συνεχώς πού σταματάει η μυθοπλασία και πού αρχίζει η αλήθεια. Τελικά μήπως η μυθοπλασία του είναι μια εξαπάτηση; Ή πιο σωστά: μια αφήγηση, που μέσα από τεχνάσματα θέλει να αποκαταστήσει την "αλήθεια". Αυτή όμως δεν είναι μία από τις μεθόδους του Ολοκληρωτισμού;
Ωστόσο ο Κις, έχοντας πλήρη επίγνωση της τεχνικής του, κατορθώνει με τον τρόπο του να υψώσει έναν τύμβο για όλους αυτούς τους "άγνωστους", που δεν είχαν την τύχη να έχουν το μνήμα, που τους άξιζε. Άλλωστε αυτό υποδηλώνει κι ο τίτλος: Ένας τάφος για τον Μπόρις Νταβίντοβιτς, που όπως διαβάζουμε στην ομώνυμη ιστορία, μόνο τάφο δεν αξιώθηκε να έχει.

"Την τέταρτη μέρα από την απόδρασή του ένας φρουρός τον ανακαλύπτει κοντά σ' ένα καζάνι, με μακριά γένια σα φάντασμα, να ζεσταίνεται δίπλα σε μια μεγάλη δεξαμενή μέσα στην οποία τοποθετείται η σκουριά.Οι άντρες τον περικυκλώνουν και ελευθερώνουν τα λυκόσκυλα. Παρακινημένοι από τα ουρλιαχτά των λυκόσκυλων , μπαίνουν στο σιδηρουργείο: Ο φυγάς στέκεται σε μια σκαλωσιά κάτω από τη δεξαμενή, φωτισμένος από τη φλόγα. Ένας φρουρός αρχίζει να ανεβαίνει με ζήλο τη σκαλωσιά. Όταν τον πλησιάζει, ο φυγάς πηδά στην καυτή, υγρή μάζα και οι φρουροί τον βλέπουν να εξαφανίζεται μπροστά στα μάτια τους λυγίζοντας σαν καπνός, αψηφώντας την εντολή, ανυπότακτος, ελεύθερος από τα λυκόσκυλα, από το κρύο, τη ζέστη, την ποινή και τη μετάνοια."

ΠΗΓΗ: ΝΑΥΤΙΛΟΣ
http://alexis-chryssanthie.blogspot.gr/2008/09/3.html

Σάββατο 17 Μαΐου 2014

Κι έμαθα πώς συρρικνώνονται τα πρόσωπα...

«Στα φοβερά χρόνια του τρόμου της Γιεζόφ, δεκαεπτά μήνες πέρασα στις ουρές των φυλακών του Λένινγκραντ. Μια μέρα, κάποιος με “αναγνώρισε'. Μια γυναίκα με μελανιασμένα χείλη που έστεκε πίσω μου, η οποία ποτέ δεν είχε ακούσει το όνομά μου, ξύπνησε από τον λήθαργο, τυπικός για όλους εμάς εκεί, και με ρώτησε, ψιθυρίζοντας στο αυτί μου (καθένας μιλούσε ψιθυριστά εκεί): “Κι εσείς μπορείτε να περιγράφετε αυτό; 'Κι εγώ απάντησα: “Ναι, μπορώ.'

Έπειτα κάτι που θύμιζε χαμόγελο γλίστρησε πάνω σε αυτό που κάποτε ήταν το πρόσωπό της.
Άννα Αχμάτοβα, 1η Απριλίου 1957, Λένινγκραντ

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Τελευταίο δρομολόγιο, λάδι σε καμβά

Άννα Αχμάτοβα

Επίλογος

Ι

Κι έμαθα πώς συρρικνώνονται τα πρόσωπα
Πώς ο τρόμος ελλοχεύει κάτω από τις βλεφαρίδες
Και πώς η οδύνη γράφει με σφηνοειδείς χαρακτήρες
Τραχιές γραμμές τα μάγουλα,

Πώς κατάμαυρα ή ξανθά δαχτυλίδια τα μαλλιά
Μονομιάς καλύπτονται απ’ ασημένια σκόνη,
Και σβήνει το χαμόγελό μου στα πειθήνιά μου χείλη
Κι ο φόβος, είναι νεκρικός, θροΐζει στο σβησμένο μου γελάκι.

Και για μένα δεν προσεύχομαι μοναχά,
Αλλά για όλους, αυτούς που στάθηκαν μαζί μου στη σειρά
Στη ζέστα του Ιούλη, στο ψύχος του χειμώνα
Κάτω από τον τόσο κόκκινο, τον τοίχο, κι αθώρητο ακόμα.

ΙΙ

Και πάλι, σίμωσε της θύμησης η ώρα
Σας βλέπω, σας αισθάνομαι και σας ακούω τώρα:

Κι εκείνη που σχεδόν στο τέλος είχαν σύρει,
Κι εκείνη που ποτέ ξανά τη γη της θα πατήσει,

Κι εκείνη που είπε σείοντας τ’ ωραίο της κεφάλι:
«Το να επιστρέφω πάλι εδώ, σπίτι επιστρέφω πάλι».

Να τις φωνάξω ήθελα με τα ονόματά τους
Μα οι λίστες έχουνε χαθεί με τ’ αναφορικά τους.

Και έχω υφάνει για όλες τους μαντήλι που είν’ φαρδύ
Απ’ τις φτωχές τις λέξεις τους, που άκουσα εκεί.

Πάντα και οπουδήποτε θα τις αναθυμούμαι
Δεν πρόκειται απ’ τη μνήμη μου αυτές να ξεχαστούνε

Και αν το εξαντλημένο μου μού το φιμώσουν στόμα
Μ’ αυτό που ξεφωνίζουν εκατό λαού εκατομμύρια ακόμα

Τότε στη μνήμη τους εμέ
Παραμονή επετείου μου ίσως με θυμηθούνε

Κι αν κάποιοι αποφασίσουνε για εμένα να στήσουν
Στη χώρα αυτή μια προτομή τιμή για να μου δείξουν

Σε τέτοιο πανηγύρι συναινώ
Μα βάζω όρο αυτόν εδώ - να στέκει

Οχι στη Μαύρη Θάλασσα π’ αντίκρισα το φως-
Γι’ αυτή κάθε συναίσθημα χαμένο εντελώς,

Ούτε στους κήπους του τσάρου, στην απόμακρη γωνιά
Εκεί που με γυρεύει μια πένθιμη σκιά,

Αλλά εδώ, εδώ που στάθηκα τριακόσιες ώρες
Μα δεν ξεκλείδωσαν για μένα ποτέ οι βαριές οι πόρτες.

Γιατί ακόμα και στον μακάριο θάνατο θέλω για πάντα να μείνει
Ο ορυμαγδός από τις κλούβες της αστυνομίας μες στη μνήμη

Απ’ το σφράγισμα της πόρτας, ο κρότος, το μπουμπουνητό
Και το σαν πληγωμένου ζώου της γριάς γυναίκας, το ουρλιαχτό.

Κι από τ’ ασάλευτα, τα χάλκινα, τα τσίνορα μου,
Ας κυλούν σαν χιόνι που λιώνει τα δάκρυα μου

Κι ας γουργουρίζει ένα περιστέρι της φυλακής πέρα μακριά,
Και ας ταξιδεύουν τα πλοία στον Νέβα βουβά.

Μάρτιος 1940

(Άννα Αχμάτοβα, Ποιήματα, απόδοση: Γιάννης Αντιόχου, εκδ. Μικρή Άρκτος)