t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αστικά τοπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αστικά τοπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017

Κι η πόλη σού είναι ξένη...

Προς τις εξόδους των μεγάλων δρόμων έρπεις
Παγώνεις με την άνοιξη, το φως της σε ταλαιπωρεί
Κι η πόλη σού είναι ξένη


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Εργοστάσιο ΦΙΞ - Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
Καρπάθια Όρη
"Ποιήματα της τελευταίας Άνοιξης"

Τι γίνεται όταν με τα χρόνια σε νεκρώνουν όλοι
Των άλλων τα λακτίσματα, τάχα μια λάμψη μες στο νου
Κι ένας λυγμός στ’ άδεια δωμάτια σε αποπαίρνει

Χιόνι λεπτό, φαρμακεροί εναγκαλισμοί
Προς τις εξόδους των μεγάλων δρόμων έρπεις
Παγώνεις με την άνοιξη, το φως της σε ταλαιπωρεί
Κι η πόλη σού είναι ξένη

Με ρίζες, σκέψη και καρδιά παλιά
Ανήκοντας σ’ όλη τη γη, φτωχός κι αδέσποτος
Στα παγωμένα δάση του ουρανού πεθαίνεις

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

28η Οκτωβρίου 1940

Από τις αναμνήσεις του Γιώργου Θεοτοκά και του Ιωάννη Γεωργάκη...

Σιγά-σιγά η Αθήνα παίρνει το ύφος των μεγάλων εθνικών εορτών, κάτι που θυμίζει λ.χ. τα Εκατόχρονα της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά πιο αυθόρμητα, πιο νεανικά. Καιρός θαυμάσιος, καταγάλανος ουρανός. Πλήθη νέων έχουν χυθεί στους κεντρικούς δρόμους με λάβαρα, σημαίες, δάφνες, μουσικές. Ο κόσμος συμμετέχει σ’ αυτές τις εκδηλώσεις, χειροκροτεί, ζητωκραυγάζει. Είχα πολλά, πάρα πολλά χρόνια να δω τέτοιον ενθουσιασμό στην Αθήνα. Αισθάνεται κανείς ένα πάθος μες τον αέρα, ένα φανατισμό, μια λεβεντιά. Ξύπνησε το ελληνικό φιλότιμο, είναι κάτι ωραίο. Και μια τέλεια εθνική ενότητα. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου, που αισθάνομαι τέτοια ομόνοια να βασιλεύει στον τόπο...

http://yannisstavrou.blogspot.com 

Γιώργος Θεοτοκάς
Τετράδια ημερολογίου (1939-1945)
(απόσπασμα)

Κηφισιά, Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940.

Ξυπνώ με τις καμπάνες, που σημαίνουν την κήρυξη του πολέμου και τον πρώτο συναγερμό. Ο ωραιότατος καιρός, οι καμπανοκρουσίες, κάποια κίνηση ιδιαίτερη, κάποια έξαψη, που αισθάνομαι αμέσως τριγύρω μου, στο σπίτι, στον δρόμο, στα άλλα σπίτια και στους κήπους, όλα αυτά προσδίδουν από την πρώτη στιγμή στην ημέρα, που αρχίζει μια όψη εορτάσιμη, πανηγυρική. Η πρώτη μου σκέψη είναι: “Το μεσημέρι, το αργότερο, θα έρθουν τα αεροπλάνα να μας βομβαρδίσουν”.

Ξεκινώ για την Αθήνα νωρίτερα από τη συνηθισμένη μου ώρα. Στο δρόμο, ενώ πηγαίνω προς τον Πλάτανο να πάρω το λεωφορείο, με συνοδεύει μια γριά προσφυγίνα, μαγείρισσα σε κάποιο σπίτι, που τρέχει να πάει στον Πειραιά να δει τι γίνονται τα παιδιά της. Είναι πανικόβλητη, μου μιλά για την καταστροφή της Σμύρνης, για τα πτώματα στους δρόμους.

Στο λεωφορείο διαβάζω την εφημερίδα και ξεχνιέμαι. Οι επιβάτες μιλούν για τον πόλεμο με πολλή ψυχραιμία και κάποτε με ευθυμία.

Μετά τους Αμπελόκηπους, μπαίνοντας στην Αθήνα, αντικρίζω την πρώτη πολεμική εικόνα και αισθάνομαι την πρώτη συγκίνηση της ημέρας. Μια στρατιωτική μονάδα φεύγει από τα Παραπήγματα. Οι στρατιώτες είναι άοπλοι. Είναι πολύ νέοι και καλά ντυμένοι. Γελούν, τραγουδούν, κάνουν σαν παιδιά, που ξεκινούν και πορεύονται σε μια ευχάριστη εκδρομή. Μες το λεωφορείο μια γυναίκα ξαφνικά αρχίζει να κλαίει με λυγμούς, μια άλλη κλαίει κρυφά, στρέφει το πρόσωπό της προς τα έξω, για να μην τη δουν.

Φτάνω στο γραφείο και ύστερα βγαίνω στην οδό Βουκουρεστίου. Παντού υπάρχει μια κίνηση ασυνήθιστη, αλλά τίποτε που να μοιάζει με φόβο. Ο κόσμος είναι γενναίος και εύθυμος, πηγαινοέρχεται στους δρόμους, συζητεί με θέρμη, αλλά χωρίς υπερβολική νευρικότητα.

Ξαναβρίσκω όλη την απάθειά μου, που είχε θαρρείς κλονιστεί για μια στιγμή στο λεωφορείο. Αισθάνομαι ότι ανήκω σ’ ένα σύνολο, που δεν έχασε την αυτοπειθαρχία του. Το αίσθημα αυτό μου γεννά κάποια υπερηφάνεια.

Στη γωνία Βουκουρεστίου και Σταδίου μια αρκετά μεγάλη διαδήλωση νέων έχει επιτεθεί στα γραφεία της ιταλικής αεροπορικής εταιρείας Ala Litoria. Σπάζουν τις πόρτες, μπαίνουν μέσα και τα σπάζουν όλα, γεμίζουν το δρόμο με συντρίμμια και χαρτιά. Το νεανικό πλήθος φωνάζει και γελά. Αισθάνομαι ότι μου μεταδίδει τον ενθουσιασμό του, φωνάζω και εγώ και γελώ.

Σιγά-σιγά η Αθήνα παίρνει το ύφος των μεγάλων εθνικών εορτών, κάτι που θυμίζει λ.χ. τα Εκατόχρονα της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά πιο αυθόρμητα, πιο νεανικά. Καιρός θαυμάσιος, καταγάλανος ουρανός. Πλήθη νέων έχουν χυθεί στους κεντρικούς δρόμους με λάβαρα, σημαίες, δάφνες, μουσικές. Ο κόσμος συμμετέχει σ’ αυτές τις εκδηλώσεις, χειροκροτεί, ζητωκραυγάζει. Είχα πολλά, πάρα πολλά χρόνια να δω τέτοιον ενθουσιασμό στην Αθήνα. Αισθάνεται κανείς ένα πάθος μες τον αέρα, ένα φανατισμό, μια λεβεντιά. Ξύπνησε το ελληνικό φιλότιμο, είναι κάτι ωραίο. Και μια τέλεια εθνική ενότητα. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου, που αισθάνομαι τέτοια ομόνοια να βασιλεύει στον τόπο.

Κανείς δεν σκέπτεται αυτή τη στιγμή ότι ο εχθρός είναι δέκα φορές ισχυρότερος, ότι ο θάνατος κρέμεται από πάνω μας μέσα σ’ αυτόν τον λαμπρό ουρανό. Αισθάνομαι μια μεγάλη αγάπη για τον ελληνικό λαό, μια αγάπη γεμάτη αλληλεγγύη, στοργή και αντρική εκτίμηση. Είναι ένας όμορφος, λεβέντικος, ευγενικός και έξυπνος λαός, είναι ένας λαός που αξίζει περισσότερο από ορισμένους μεγάλους λαούς του κόσμου και ασφαλώς πολύ περισσότερο απ’ αυτούς τους ξιπασμένους, που ξεκίνησαν σήμερα να μας κατακτήσουν.

Μου κάνει εντύπωση πως όλες οι εκδηλώσεις της Αθήνας σήμερα, ακόμα και οι εκδηλώσεις που έχουν ένα τόνο μίσους και βίας, γίνονται με κάποιο ύφος αυθόρμητης ευγένειας, με κάποια αξιοπρέπεια, με κάποιον ορμέφυτο πολιτισμό, που απεχθάνεται τη χυδαιότητα. Στις κρίσιμες ώρες οι Ελληνες βρίσκουν τον πιο αληθινό εαυτό τους, ενώ στις ομαλές περιπτώσεις συμβαίνει τόσο συχνά να τον ξεχνούν!

Επιστρέφω στο γραφείο ύστερα από αρκετή ώρα, αφού συναντώ στην οδό Σταδίου ένα σωρό φίλους, τον Κατσίμπαλη, τον Δημαρά, τον Σεφέρη, τον Ελύτη και άλλους.

Στον δρόμο με βρίσκει συναγερμός. Δεν κάνει αίσθηση σε κανέναν, ο κόσμος περιδιαβάζει σαν να μη συνέβαινε τίποτα, ψάχνει να δει τα αεροπλάνα στον ουρανό. Οταν φτάνω στο γραφείο, αντηχούν τα πρώτα αντιαεροπορικά πυρά, που μοιάζουν πολύ κοντινά. Κατεβαίνει όλη η πολυκατοικία στο καταφύγιο.

 

Ξαναβγαίνω σε λίγο και συναντώ τον Σαραντίδη και τον Βακαλόπουλο. Ο τελευταίος συγκρίνει την εορτάσιμη όψη της Αθήνας με την όψη που είχε το Παρίσι τη μέρα που η Γαλλία κήρυξε τον πόλεμο και μιλά για την κατήφεια και τη μελαγχολία των Γάλλων. Υστερα συναντώ τον διπλωμάτη Νικολαρεΐζη, που μόλις έφτασε από το Αργυρόκαστρο, όπου ήταν υποπρόξενος. Μου κάνει λόγο για τη στρατιωτική κατάσταση στην Ηπειρο, για το χαμηλό ηθικό των Ιταλών, για το εξαίρετο ηθικό των δικών μας. Στον δρόμο ξανά συναγερμός, αντιαεροπορικά πυρά κλπ. Πηγαίνω στο σπίτι, προσπαθώ να διαβάσω Σολωμό, ενώ αντηχεί ξανά συναγερμός. Κλείνω το βιβλίο, αλλά μένω στο δωμάτιό μου και δε συλλογίζομαι να βγω έξω και να προφυλαχτώ.

Αργότερα περιδιαβάζω στην Αθήνα, παρακολουθώ την κίνηση των επιστράτων, που πηγαίνουν συνεχώς να καταταγούν. Γελούν, φλυαρούν, χειρονομούν ζωηρά. Ως τις 5μ.μ. περίπου που φεύγω για την Κηφισιά, η Αθήνα διατηρεί την εορτάσιμη όψη της.

Το βράδυ επικράτησε μαυρίλα και ησυχία βαριά. Παράξενη ησυχία. Περίμενα ότι θα είχαν συμβεί περισσότερα γεγονότα. Στην Πάτρα σκότωσαν τα αεροπλάνα αρκετό κόσμο και εξάλλου έχομε και τη νύχτα μπροστά μας. Αν ζήσομε, θα έχομε να διηγούμαστε ενδιαφέρουσες ιστορίες...
*
Μέρες του '40 
Μνήμες του καθηγητή Ιωάννη Γεωργάκη 
(Εκπομπή ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ)


ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ '40 - ΜΝΗΜΕΣ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΙΩΑΝ.ΓΕΩΡΓΑΚΗ 

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2015

κι εσείς, των προλετάριων οι λαμπάδες - των «όλα αλλάζουν» οι διαλαλητάδες...

υπέρθεα ξωτικά φεγγοβολάνε
μακριά από μας Ιδέα και Επιστήμη...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Βιομηχανικό τοπίο, Πειραιάς, λάδι σε καμβα

Κωστής Παλαμάς
Σατιρικά

Ιδεολόγοι και νιτερεσολόγοι,
κι όσους μεθάνε της ζωής οι χάρες,
κι εσείς με του ασκητή το κομπολόγι,

κι εσείς, τραγουδιστές με τις κιθάρες,
κι εσείς που τη ζωή κατάρα κλαίτε,
κι εσείς με των παθών τις λιγωμάρες,

κι εσείς που σε νερά γαλήνης πλέτε,
των «όλα αλλάζουν» οι διαλαλητάδες,
κι όσοι στο γυρισμό των ίδιων καίτε

λιβάνι, κι όσοι καταφρονητάδες
των όχλων, κι εσείς οι άθεοι κι όσοι θρήσκοι,
κι εσείς, των προλετάριων οι λαμπάδες,

κι όλοι, υπεράνθρωποι, άνθρωποι, ανθρωπίσκοι!
*
Οι βωμοί συντριμμένοι, και σβησμένα
τα πολυκάντηλα όλα της λατρείας.
Ούτ’ η Αθηνά, πολεμική παρθένα,

και μήτε η ευλογία της Παναγιάς.
Σ’ αρχαία και νέα, παλάτια και ρημάδια
τ’ άδειο παντού· το κρύο της αθεΐας.

Σαν αγριμιών και σαν αρνιών κοπάδια,
ζουν οι ζωές, τρων, τρώγονται και πάνε.
Κι απάνου απ’ όλα των θεών τα βράδια

υπέρθεα ξωτικά φεγγοβολάνε
μακριά από μας Ιδέα και Επιστήμη.
Βάρβαροι σε ναούς τις προσκυνάνε.

Τ' άτι σου ακόμα μας πατά, Μπραΐμη!

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014

μια χώρα πάντα σιωπηλή και πάντα θαμπωμένη...

Eγώ δεν ξέρω. Eβγαίνανε κι εσμίγαν κι επαγαίναν
κι ήτανε μια παράσταση και θλιβερή κι ωραία,
Kι έβγαινε -Θε μου!- κι η νυχτιά, καθώς επαρασταίναν,
έβγαινε -Θε μου!- κι έριχνε τη μαύρη της αυλαία...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ναύπλιο, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Λάμπρος Πορφύρας

Η Θαμπωμένη Xώρα    

Πολλές φορές στου δειλινού τη μυστική την ώρα,
όταν γυρνώ με την ψυχή βαριά συλλογισμένη,
πολλές φορές στην ερημιά βγαίνει μιαν άυλη χώρα,
μια χώρα πάντα σιωπηλή και πάντα θαμπωμένη.

Tα σπίτια της είναι κλειστά κι είναι παλιά. Kλωνάρια
ξεβγαίνουν μέσ' απ' τις φτωχές αυλές, τις ρημαγμένες,
στους τοίχους, στα κατώφλια τους, φυτρώνουνε χορτάρια
κι οι στέγες μες στην πράσινη τη μούχλα είναι ντυμένες.

Έτσι είναι. Kι άλλα τα 'χω δει -θαρρώ- στα μαύρα ξένα,
άλλα εδώ πέρα στο χωριό, και κάποια στο νησί μου,
κάποια στο δρόμο του γιαλού, σε χρόνια ευτυχισμένα,
κι όλα τους, κι όλη η χώρ' αυτή μού λέει για τη ζωή μου.

A! Kαθώς μπαίνω στ' άχαρα τα βραδινά στενά της,
κανένας δεν υπάρχει πια να βγει να μ' απαντήσει,
εγώ είμαι ο μόνος κι ο στερνός που τα περνώ διαβάτης·
θυμάμαι αγάπες· σβήνεται το λίγο φως στη δύση·

Σβήνεται αγάλια ολότελα. Kι η χώρα η θαμπωμένη
μαζί μ' εκείνο σιωπηλή βυθίζεται μακριά μου,
γυρνάω σκυφτός.Kι αλλοίμονο! τριγύρω μου δε μένει
παρά η νυχτιά, κι η σκοτεινιά κι η ατέλειωτη ερημιά μου.

Το Θέατρο    

Δεν ξέρω πώς να σου το ειπώ. Mα ο δρόμος, χθες το βράδυ,
μες στην σταχτιά τη συννεφιά σα θέατρο είχε γίνει,
μόλις φαινόνταν η σκηνή στ' ανάριο το σκοτάδι
και σα σκιές φαινόντανε μακριά μου οι θεατρίνοι.

Tα σπίτια πέρα κι οι αυλές και τα κλωνάρια αντάμα
έλεγες κι ήταν σκηνικά παλιά και ξεβαμμένα,
κι εκείνοι εβγαίναν κ' έπαιζαν τ' αλλόκοτό τους δράμα,
κι άκουγες βόγγους κι άκουγες και γέλια ευτυχισμένα.

Eγώ δεν ξέρω. Eβγαίνανε κι εσμίγαν κι επαγαίναν
κι ήτανε μια παράσταση και θλιβερή κι ωραία,
Kι έβγαινε -Θε μου!- κι η νυχτιά, καθώς επαρασταίναν,
έβγαινε -Θε μου!- κι έριχνε τη μαύρη της αυλαία.


(Mια Xώρα πάντα Σιωπηλή, Eρμής 1999)

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

Tαξιδεύοντας στη δροσερή νύχτα...

Και η πόλη δε σε λογαριάζει πια καθώς αρδεύεις
τις βιομηχανικές ζώνες της δυτικής ακτής
ψάχνοντας στα καφενεία λίγο οξυγόνο
γι’ αυτή την ποίηση που αργοπεθαίνει μέσα μου
πίσω, στα τραμ της χαμένης αφετηρίας... 


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πειραιάς, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Ασλάνογλου Νίκος-Αλέξης
Tαξιδεύοντας    

Tαξιδεύοντας στη δροσερή νύχτα, εκεί που με καλούν
οι πεθαμένοι ή όσοι άγνωστοι έρχονται από μακριά
μέσ’ απ’ τις φωτισμένες πόλεις και τη θάλασσα
κι όλο βυθίζομαι ελεύθερα στον εύρωστο κορμό του κόσμου

Αναπολώ λιγότερο τη σκόνη στις παλιές μου κάμαρες
την παγωμένη ανταύγεια του απογεύματος στ’ άδεια δωμάτια

Κέρκυρα    

Το βράδυ θα πέφτει πάντα στα νερά. Γείρε στην προκυμαία
όταν μακραίνουν τα φώτα της πόλης και πες δεν έμεινε τίποτα
στα λιόδεντρα που δένονται με τη θάλασσα. Όπου κι αν πας
θ’ αρχίζεις ένα αίσθημα και θα τ’ αφήνεις μισό τελειωμένο

Γείρε και πες δεν έμεινε τίποτα
μια ξεραμένη μέδουσα πάνω στο βράχο
το χέρι μου ανεπαίσθητα στον ώμο και η μαλακή γραμμή του ορίζοντα
στα μάτια σου

Στα μάτια του ζώου    

Στα μάτια του ζώου βλέπω καλύτερα την έκταση
όπου σε αντάμωσα γυρνώντας μόνος και άρρωστος
πίσω, στ’ αχνάρια της χαμένης σου ηλικίας

Και η πόλη δε σε λογαριάζει πια καθώς αρδεύεις
τις βιομηχανικές ζώνες της δυτικής ακτής
ψάχνοντας στα καφενεία λίγο οξυγόνο
γι’ αυτή την ποίηση που αργοπεθαίνει μέσα μου
πίσω, στα τραμ της χαμένης αφετηρίας

(από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2014

να ζητώ μιαν ησυχία χαμένη...

Κι όταν το γιόμα χάνεται, κι η νύχτα κατεβαίνει,
και σιωπηλά, σαν τα βιβλία, το φως της μέρας κλείνει,
να ‘ρχομαι, πάλι, να ζητώ μιαν ησυχία χαμένη,
σαν μιαν ελεημοσύνη!..


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Λαδάδικα, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Ναπολέων Λαπαθιώτης
Φθινόπωρο σ’ αγάπησα

Φθινόπωρο σ’ αγάπησα, την ώρα που τα φύλλα
πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαριά γυμνά για το χειμώνα,
που βιάζονται τα δειλινά, κι είναι τα ρόδα μήλα,
- κι είναι τα βράδια μόνα…

Και τώρα στέκω και ρωτώ: Ποια μοίρα, και ποια μπόρα,
καθώς τραβούσα, μοναχός, το δρόμο της αβύσσου,
παράξενα κι ανέλπιστα, να μ’ έχει φέρει, τώρα,
ζητιάνο στην αυλή σου;…

Κι όταν το γιόμα χάνεται, κι η νύχτα κατεβαίνει,
και σιωπηλά, σαν τα βιβλία, το φως της μέρας κλείνει,
να ‘ρχομαι, πάλι, να ζητώ μιαν ησυχία χαμένη,
σαν μιαν ελεημοσύνη!

Σ’ αγάπησα φθινόπωρο, την ώρα που τα φύλλα
πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαριά, κι είναι τα βράδια μόνα…
Μ’ αλήθεια να σ’ αγάπησα – ή μην είν’ η ανατριχίλα
του ερχόμενου χειμώνα;

Κυριακή 13 Ιουλίου 2014

μέσ’ στην οχλαγωγία της ερημιάς...

Τα λόγια που μιλώ μου κόβουνε τη γλώσσα
κάθε χειρονομία μου με σταυρώνει.
Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν.
Σ’ αυτή την εποχή της υπαρκτής ποίησης
ποιητής μιας ποίησης που δε μπορεί να υπάρξει
μόνο με τους νεκρούς μιλώ και γι’ αυτούς γράφω.
Μόνο αυτοί μπορούν να με διαβάσουν...


http://yannisstavrou.blogspot.com 

Βύρων Λεοντάρης
Εν γη αλμυρά

Έτσι που τραύλισα…

I

Τις λέξεις κουρταλώ και δε μου ανοίγουν
γιατί πια δεν τις κατοικούν τα βάσανά μας
Τις εγκατέλειψαν σάμπως να επίκειται σεισμός ή έκρηξη
Ανάσα και χειρονομία καμμιά μέσ’ στα αδειανά φωνήεντα
κι ούτε ένα τρίξιμο απ’ τα σύμφωνα
και μήτε τρέμισμα κορμιού ή κεριού
και μήτε σάλεμα σκιών στους τοίχους

Ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο
βολεύτηκε σ’ αυτή την προσφυγιά
πήρε μαζί του για εικονίσματα φωτογραφίες δημίων
όργανα βασανιστηρίων για φυλαχτά
μιλάει μόνο με σήματα
μέσ’ στην οχλαγωγία της ερημιάς
στις φαντασμαγορίες του τίποτε

Έτσι κι εμείς αδειάσαμε
και μας ψέκασαν με αναισθητικό
έτσι που αποξενωθήκαμε απ’ τον πόνο
– αυτό δα είναι κι αν είναι αποξένωση... –
κι η ποίηση έγινε κραυγή έξω απ’ τον πόνο

Σμιλεύουμε σμιλεύουμε πληγές
σκαρώνοντας μνημεία και μπιμπελό
Αλλά το τρομερό καραδοκεί

Ό, τι δεν είναι τέχνη μέσ’ στην τέχνη
αυτό
το ανθρώπινο
αυτό
κι εμάς κι αυτήν θα μας ξεκάνει

II

Τώρα που δεν μπορώ παρά να με θυμάμαι μόνο
ξέρω, δεν ήταν έτσι, τίποτε δεν ήταν
αλλιώς έγιναν όλα

Η μαρτυρία μου ασαφής. Τι υπεκφυγές, τι συγκαλύψεις
σε λόγια, σε γραφτά και σε φερσίματα…
Αλλά πώς να τα πω και φαντασίας καμώματα όλα αυτά
Και τα σημάδια; και τα ερείπια; της φαντασίας κι αυτά;
Δε γίνεται.

Πώς να αναιρέσω μια κατάθεση
πώς να διευκρινίσω μια ζωή;
Το ειπωμένο με εκδικείται
κι ανεξιχνίαστο μένει πάντα το υπαρκτό

Σίγουρα κάτι μου διαφεύγει
κάτι που λάθος το έζησα και λάθος με έζησε
κι όλο και σκοτεινιάζει γύρω μου
κι όλο και σκοτεινιάζει

Πού βρίσκομαι
Τι ώρα να ’ναι.

V

Λοιπόν, μπροστά μας έχουμε θανάτους
πέσαμε σε κακούς καιρούς και μέρες οργισμένες
χάνουμε τους δικούς μας και μας χάνουν
τρικυμισμένο μας αρπάει το χωματένιο πέλαγος

Αλλιώς θαρρούσαμε το τέλος∙
σκοπός που εκπληρώνεται ή (το ίδιο) ματαιώνεται
σκορπιός που μπήγει το κεντρί του στο κεφάλι του
Δεν είχαμε υποψιαστεί τη φρίκη μιας συνέχειας
(πως γίνεται να ’χει συνέχεια το τέλος;)
Αλλιώς, καταπώς φαίνεται, το τέλος έχει μόνο αρχή
και πώς να το περάσουμε μη φτάνοντας ποτέ και πουθενά

Ήξεραν οι παληοί και προνοούσαν
να ’ναι ελαφρό το χώμα τους
φύλαγαν πάντα ένα λευκό σεντόνι στο σεντούκι
συγύριζαν το μέσα τους , στόλιζαν τις ψυχές τους
ήξεραν να μοιρολογούν
εξοικειώνονταν με τους νεκρούς τα ’λεγαν μεταξύ τους
στ’ όνειρό τους
κι έπαιρναν απ’ το χέρι τους το αντίδωρο του αγνώστου
κάθε που τους ξεπροβοδίζανε στου ξύπνου το κατώφλι

Κι εμείς τώρα δεν ξέρουμε ούτε πού ’ναι πεταμένα τα κόκκαλα
της μάνας μας...
Έχουμε αποκοπεί από τους πεθαμένους
δεν ακούγεται πια η φωνή τους μέσα στη φωνή μας
δεν ξέρουμε να κλάψουμε
πώς να φερθούμε μπρος στο θάνατο και τι να πούμε

Στα ουράνια βάραθρα γκρεμοτσακίζονται τα λόγια μας
άδεια χελωνοκαύκαλα

IX

«Δεν είμαστε ποιητές» σημαίνει φεύγουμε
σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα
παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους…

Παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους…
Ε, ναι λοιπόν, αυτό σημαίνει

Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

λόγια βαθιά κι αξέχαστα, κι ωστόσο ξεχασμένα...

 Όταν βραδιάζει, μέσα μου, ξυπνούν τα περασμένα·
ξυπνούν αργά, σα μουσικές νεκρές από καιρό,
– σα μουσικές που χάθηκαν, και που τις λαχταρώ,
κι έρχονται πάλι, μαγικά κι ανέλπιδα, σε μένα...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη στο φως της σελήνης, λάδι σε καμβά

Ναπολέων Λαπαθιώτης

Όταν βραδιάζει

Όταν βραδιάζει, μέσα μου, ξυπνούν τα περασμένα·
ξυπνούν αργά, σα μουσικές νεκρές από καιρό,
– σα μουσικές που χάθηκαν, και που τις λαχταρώ,
κι έρχονται πάλι, μαγικά κι ανέλπιδα, σε μένα·

πόθοι, παράπονα παλιά, νοσταλγικές φωνές,
λόγια βαθιά κι αξέχαστα, κι ωστόσο ξεχασμένα,
παράξενα, χιμαιρικές αγάπες μακρινές,
όπως η φλόγα μιας αυγής, υψώνονται σε μένα!

Μια βρύση, τότε, μαγική, μου λύνεται ξανά,
και το τραγούδι ρυθμικό στα χείλη μου ανεβαίνει,
– ένα τραγούδι καθαρό, καθώς τα δειλινά
που μέσα του λυτρώνονται, και ζουν οι πεθαμένοι.

Πέμπτη 24 Απριλίου 2014

Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!...

Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα
κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη
και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα
κι όλο η μητέρα μου 'λεγε: το Μάρτη...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Αποθήκες, λάδι σε καμβά

Νίκος Καββαδίας

Γράμμα ενός αρρώστου

Φίλε μου Αλέξη, το 'λαβα το γράμμα σου
και με ρωτάς τι γίνομαι, τι κάνω;
Μάθε, ο γιατρός πως είπε στη μητέρα μου
ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω...

Είναι καιρός όπου έπληξα, διαβάζοντας
όλο τα ίδια που έχω εδώ βιβλία,
κι όλο εποθούσα κάτι νέο να μάθαινα
που να μου φέρει λίγη ποικιλία.

Κι ήρθεν εχθές το νέο έτσι απροσδόκητα
- σιγά ο γιατρός στο διάδρομο εμιλούσε -
και τ' άκουσα. Στην κάμαρα εσκοτείνιαζε
κι ο θόρυβος του δρόμου εσταματούσε.

Έκλαψα βέβαια, κάτω απ' την κουβέρτα μου.
Λυπήθηκα. Για σκέψου, τόσο νέος!
Μα στον εαυτό μου αμέσως υποσχέθηκα
πως θα φανώ, σαν πάντοτε, γενναίος.

Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα
κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη
και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα
κι όλο η μητέρα μου 'λεγε: το Μάρτη...

Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα
κι ένα του Μαγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:
"Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!"
Κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει.

Να πεις στους φίλους χαιρετίσματα,
κι αν τύχει κι ανταμώσεις την Ελένη,
πως μ' ένα φορτηγό - πες της - μπαρκάρισα
και τώρα πια να μη με περιμένει...

Αλήθεια! Ο Χάρος ήθελα να 'ρχότανε.

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

Ακόμα κι η νύχτα σου μοιάζει,
η μακρινή νύχτα που κλαίει
βουβά, βαθιά στην καρδιά,
και τ΄ άστρα περνούν κουρασμένα...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Σε σκέψεις, λάδι σε καμβά 

Τσέζαρε Παβέζε

Το πρωί γυρίζεις πάντα

Η πρώτη αχτίδα της αυγής

ανασαίνει με το στόμα σου
στο βάθος των έρημων δρόμων.
Γκρίζο φως τα μάτια σου
γλυκές σταγόνες της αυγής
πάνω στους σκοτεινούς λόφους.
Το βήμα σου κι η αναπνοή σου
πλημμυρίζουν τα σπίτια
σαν τον άνεμο της αυγής.
Η πόλη ριγεί,
ευωδιάζουν οι πέτρες -
είσαι η ζωή, το ξύπνημα.

Άστρο χαμένο
στο φως της αυγής
ψίθυρος αύρας ,
θαλπωρή, ανάσα -
τελείωσε η νύχτα.

Είσαι το φως και το πρωί.


Στην C απο τον C..

Εσύ,
κατάστικτο χαμόγελο
στο παγωμένο χιόνι -
του Μάρτη άνεμε,
μπαλέτο κλαδιών
που χορεύουν στο χιόνι,
στενάζεις κι αστράφτουν
τα μικρά σου " όχι  "  -
λευκόποδη ελαφίνα
χαριτωμένη,
θα μπορούσα να μάθω
ακόμα
τη διαβατική χάρη
όλων των ημερών σου
την αιθέρια δαντέλα
όλων των δρόμων σου -
το αύριο είναι παγωμένο
κάτω στον κάμπο -
εσύ, κατάστικτο χαμόγελο,
εσύ, γέλιο αστραφτερό.


Τη νύχτα που κοιμήθηκες

Ακόμα κι η νύχτα σου μοιάζει,
η μακρινή νύχτα που κλαίει
βουβά, βαθιά στην καρδιά,
και τ΄ άστρα περνούν κουρασμένα.
Κάποιο μάγουλο αγγίζει άλλο μάγουλο -
είναι ένα παγωμένο ρίγος, κάποιος
παλεύει, σ' ικετεύει, μόνος,
χαμένος μέσα σου, μέσα στον πυρετό σου.

Η νύχτα υποφέρει, λαχταρά την αυγή,
φτωχή καρδιά που τρέμεις.
Ω , κλειστό πρόσωπο, σκοτεινή αγωνία,
πυρετέ που πικραίνεις τ' αστέρια,
υπάρχει κάποιος που σαν κι εσένα
   λαχταρά την αυγή
γυρεύοντας το πρόσωπο σου στη σιωπή.
Απλώθηκες κάτω απ' τη νύχτα
σαν ένας κλειστός, πεθαμένος ορίζοντας
Φτωχή καρδιά που τρέμεις,
κάποτε ήσουν η αυγή.

Τελευταίο μπλουζ,
για να διαβαστεί κάποια μέρα 

Ήταν μόνο ένα φλέρτ,
το 'ξερες αυτό -
κάποιος πληγώθηκε
εδώ και καιρό.

Όλα είναι ίδια
κι ο χρόνος διαβαίνει -
Μια μέρα γεννιέσαι,
μια μέρα πεθαίνεις.

Eδώ και καιρό
κάποιος πέθανε -
κάποιος προσπάθησε,
μα δεν έμαθε.


Μετάφραση, Σωτήρης Τριβιζάς

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

Σαν φωτισμένο τραμ...

το ξωτικό της Εγνατίας που χάθηκε
καμιά φορά το σούρουπο ξαναγυρίζει
στις γειτονιές που δεν υπάρχουν πια
κι από το Χαριλάου ως το Βαρδάρι
χτυπάει το καμπανάκι του
σαν φωτισμένο τραμ και σαν κορίτσι
που υπόσχεται τον ουρανό...


Γιάννης Σταύρου,Διαγώνιος Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Τόλης Χριστοφόρου

Κίτρινο ξωτικό, κόκκινος χρόνος

το ξωτικό της Εγνατίας που χάθηκε
καμιά φορά το σούρουπο ξαναγυρίζει
λουσμένο στα θολά νερά του χρόνου

στο κίτρινό του πέρασμα μες στην ομίχλη
στο χώμα στρώνονται και πάλι οι ράγες
αρχίζει από το χτες ένα ταξίδι ατέλειωτο
ακούγεται μια μουσική
και ξεπροβάλλουν σπίτια σιωπηλά
μια ελευθερία παράνομη
στην κόκκινη καρδιά του χρόνου

στο κίτρινο του πέρασμα μες στην ομίχλη
δακρύζει κείνο το τίποτα της νιότης μας
που ήταν τα πάντα

το ξωτικό της Εγνατίας που χάθηκε
καμιά φορά το σούρουπο ξαναγυρίζει
στις γειτονιές που δεν υπάρχουν πια
κι από το Χαριλάου ως το Βαρδάρι
χτυπάει το καμπανάκι του
σαν φωτισμένο τραμ και σαν κορίτσι
που υπόσχεται τον ουρανό

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

Οι προθεσμίες έχουν συντελεσθεί...

Ανάμεσα σ' ένα λαό μαρμαρωμένο
Μιας εποχής που σβήνει
Σαν απαλή μουσική ξεχασμένη
Σαν όνειρο
Που βυθίζεται στη θάλασσα της λησμονιάς

Γιάννης Σταύρου, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά


Μηνάς Δημάκης

Οι προθεσμίες

Οι προθεσμίες έχουν συντελεσθεί
(Αλλά για ποιο σκοπό δόθηκαν;
Από ποιο χέρι χαράχθηκαν,)
Αύριο και πάλι θα ξημερώσει
Στους δρόμους που βρέθηκες χρόνια οδοιπόρος
Προσμένοντας το θαύμα
Μέσα σε αγωνίες και σε προβλήματα
Μιας ζωής που πιο πολύ είταν
Πόλεμος όχι ειρήνη
Ανησυχία όχι γαλήνη
Ψάχνοντας ψηλαφώντας μαντεύοντας
Γνώρισες τον εαυτό σου και τους άλλους
Δε βρήκες και δεν υπήρχε Παράδεισος
Να τον ζήσεις με αναμάρτητους
Όλοι σε κάποια Κόλαση δαντική βυθισμένοι
Να μοιράζονται το μερίδιο της αγρύπνιας τους
(Είταν κέρδος; Είταν ζημιά;)
Και οι άγγελοι από τα σύννεφα της φαντασίας σου
Να ελέγχουν να παρακολουθούν
Δείχνοντας (προς τι;) το ανέφικτο
Που ποτέ δεν μπορούσες να φτάσεις
Μπερδεμένος στις παγίδες της βίωσης
Ως που να! τελειώνουν οι προθεσμίες
Τελειώνει η φλογερή δίψα της ύπαρξης
Η φλογερή δίψα του πεπρωμένου
Όλα συντελεσμένα
Και τούτο και τ' άλλο
Που καθημερινά βασανίζουν

Οι προθεσμίες έχουν συντελεσθεί...
Αλλά όχι μόνο για σένα
Κοίταξε τώρα
Λαός σ' ακολουθεί βαδίζοντας κουρασμένος
Καθένας με τη σειρά του
Εξαίρεση δεν υπάρχει
Τα πάντα μαζί σου σιγοβυθίζονται
Στη βαθειά νύχτα
Όπου ανονείρευτος ύπνος
Ησυχασμός.

(συλλoγή, Μακρύ ταξίδι μέσα στη νύχτα)

Θηρία

Eικόνες
Στοιβάζονται στα κατατόπια της μνήμης
Aναμνήσεις
Συνωστίζονται αλληλοκυνηγιούνται
Kαι είναι ανάγκη να τις τιθασέψεις
Nα κυριαρχήσεις σ' αυτές
Kαι γίνεσαι θηριοδαμαστής
Όταν εκείνες το θέλουν να σε κατασπαράξουν
Όταν ακάθεκτες ορμούν την ψυχή να ξεσκίσουν

Nα! η τίγρης η ύαινα το λιοντάρι
Σε κυνηγούν ζωντανό-πεθαμένο
Πληγές που γιατρεύτηκαν ξανανοίγουν
Kαι τι μάχη
Tι άσκηση να μερώσεις
Nα δαμάσεις τόσα θηρία
Nα φτιάσεις τόσα κλουβιά
Για τις ώρες της άγριας επίθεσης

 (Πορεία μέσα στη Nύχτα, Eρμής 1999)

Ζωή

Τα χρόνια που διάβηκαν ήσκιοι
Στιγμές της απεραντωσύνης του Τίποτα
Προσπαθείς να θυμηθείς
Θυμάσαι με κόπο
Όλα χαμένα...

Γεγονότα συνομιλίες
Ψίθυροι της χαράς και της πίκρας
Φωνές μακρυνές
Αγάπες λευκά περιστέρια
Ή μαύρα της ερήμου κοράκια
Μια θέση υψωμένη στους πόθους σου
Και μόνον η αίσθηση να θυμάται μπορεί
Καθώς σιγοψιχαλίζει με αναμνήσεις
Στην πόλη την αρχαία με τα φαντάσματα
Στους δρόμους να συνωστίζονται
Ζωγραφιές αχνές που μορφάζουν
Υψώνοντας για λίγες στιγμές κάστρα και πύργους
Ανάμεσα σ' ένα λαό μαρμαρωμένο
Μιας εποχής που σβήνει
Σαν απαλή μουσική ξεχασμένη
Σαν όνειρο
Που βυθίζεται στη θάλασσα της λησμονιάς

(συλλoγή, Μακρύ ταξίδι μέσα στη νύχτα)

Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: Εδώ η αρετή συκοφαντείται, εδώ η αθωότητα πουλιέται...

Η ανθρώπινη φύση, ή η "ανθρώπινη κωμωδία", όπως θα την αποκαλούσε ο Μπαλζακ, παραμένει ίδια σε όλες τις εποχές, σε όλους τους τόπους...

Λες και η ανάλυση αφορά επακριβώς την κοινωνία της εποχής μας - κι όμως πρόκειται για την απράμιλλη περιγραφή της ζωής στο Παρίσι του 19ου αιώνα από τον μέγιστο κλασικό Ονορέ ντε Μπαλζάκ...

Ονορέ ντε Μπαλζάκ
από την Ανθρώπινη Κωμωδία

[Στο Παρίσι] τα γνήσια αισθήματα αποτελούν εξαίρεση - συντρίβονται από το παιγνίδι των συμφερόντων, συνθλίβονται κάτω από τους τροχούς αυτού του μηχανικού κόσμου. Εδώ η αρετή συκοφαντείται, εδώ η αθωότητα πουλιέται. Τα πάθη παραδίδονται σε ολέθρια γούστα και διαστροφές. Το κάθε τι εξαϋλώνεται, αναλύεται, πουλιέτα κι αγοράζεται. Είναι ένα παζάρι όπου όλα έχουν την τιμή τους, και οι λογαριασμοί γίνονται στο άπλετο φως της μέρας χωρίς ντροπή.

Ο άνθρωπος έχει δύο και μόνο μορφές, του απατεώνα και του απατημένου...Ο θάνατος των προπατόρων εμπνέει ελπίδες. Ο τίμιος άνθρωπος είναι ανόητος. Οι ευγενείς ιδέες αποτελούν μέσα για κάποιο σκοπό. Η θρησκεία εμφανίζεται μονάχα ως αναγκαιότητα της διακυβέρνησης. Η εντιμότητα μεταστρέφεται σε πόζα. Το κάθε τι γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης και εμπόρευμα. Ο εμπαιγμός είναι μέσον αυτοδιαφήμισης και τρόπος για να ξεπεραστούν τα εμπόδια. Οι νεαροί γίνανε κιόλας παντογνώστες και προσβάλλουν τους γέροντες.

Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Πόλεις στη λογοτεχνία & στη ζωγραφική...

Είναι μάταιο να καθορίσεις αν η Ζηνοβία μπορεί να ταξινομηθεί στις ευτυχισμένες ή τις δυστυχισμένες πόλεις. Δεν έχει νόημα να χωρίζεις τις πόλεις σ' αυτές τις δύο κατηγορίες, αλλά μάλλον σε δύο άλλες: αυτές που συνεχίζουν μέσα από χρόνια και αλλαγές να δίνουν τη μορφή τους στις επιθυμίες κι εκείνες όπου οι επιθυμίες ή καταφέρνουν να σβήσουν την πόλη ή σβήνουν απ' αυτήν...

Ίταλο Καλβίνο

Αόρατες πόλεις

Οι λεπτόπλοκες πόλεις 2

Τώρα θα πω για τη πόλη Ζηνοβία που έχει τούτο το θαυμαστό: αν και χτισμένη σε άνυδρη περιοχή υψώνεται πάνω σε πανύψηλους πασσάλους και τα σπίτια είναι από μπαμπού και τσίγκο -με πολλές στοές και μπαλόνια- τοποθετημένα σε διαφορετικά επίπεδα, πάνω σε υποστυλώματα που το ένα ξεπερνάει τα άλλο, συνδεδεμένα μεταξύ τους με ανεμόσκαλες και κρεμαστά πεζοδρόμια, ενώ υπερυψώνονται εξώστες σκεπασμένοι με κωνικές στέγες, βαρέλια για αποθήκευση νερού, ανεμοδείχτες, προεξοχές από τροχαλίες, ορμιές και γερανοί.

Κανείς δε θυμάται ποια ανάγκη ή προσταγή ή επιθυμία έσπρωξε τους ιδρυτές της Ζηνοβίας να δώσουν αυτήν τη μορφή στην πόλη τους, γι' αυτό δεν μπορείς να πεις αν η πόλη όπως τη βλέπουμε σήμερα και που ίσως αναπτύχθηκε μέσα από μεταγενέστερες προθήκες πάνω στο αρχικό κι ανεξιχνίαστο τώρα πια σχέδιο, εκπλήρωσε το σκοπό της. Όμως το βέβαιο είναι πως αν ζητήσεις από οποιονδήποτε κάτοικο της Ζηνοβίας να σου περιγράψει πώς φαντάζεται την ευτυχία στη ζωή, αυτός πάντα θα οραματίζεται μια πόλη σαν τη Ζηνοβία, με τους πασσάλους της και τις κρεμαστές της σκάλες, μια Ζηνοβία ίσως εντελώς διαφορετική, γεμάτη από λάβαρα και κορδέλες ν' ανεμίζουν, αλλά που πάντα αναπαράγεται από συνδυασμό των στοιχείων εκείνου του πρώτου μοντέλου.

Μετά απ' όλα αυτά, είναι μάταιο να καθορίσεις αν η Ζηνοβία μπορεί να ταξινομηθεί στις ευτυχισμένες ή τις δυστυχισμένες πόλεις. Δεν έχει νόημα να χωρίζεις τις πόλεις σ' αυτές τις δύο κατηγορίες, αλλά μάλλον σε δύο άλλες: αυτές που συνεχίζουν μέσα από χρόνια και αλλαγές να δίνουν τη μορφή τους στις επιθυμίες κι εκείνες όπου οι επιθυμίες ή καταφέρνουν να σβήσουν την πόλη ή σβήνουν απ' αυτήν.

Οι πόλεις κι η επιθυμία 5

Από κει, μετά έξι μέρες κι εφτά νύχτες, ο άνθρωπος φτάνει στη Ζωβαϊδα, πόλη λευκή, εκτεθειμένη στο φεγγάρι, με δρόμους που τυλίγονται μεταξύ τους όπως σ' ένα κουβάρι. Διηγούνται αυτήν την ιστορία για την ίδρυσή της: άνθρωποι από διαφορετικά έθνη είδαν το ίδιο όνειρο, μια γυναίκα να τρέχει νύχτα μέσα σε μιαν άγνωστη πόλη, την είδαν από πίσω, είχε μακριά μαλλιά κι ήταν γυμνή. Ονειρεύτηκαν πως την ακολούθησαν. Γυρίζοντας από εδώ κι από κει την έχασαν όλοι. Μετά το όνειρο ξεκίνησαν ψάχνοντας για κείνη τη πόλη, δεν τη βρήκαν αλλά βρέθηκαν μεταξύ τους, αποφάσισαν να χτίσουν μια πόλη όπως στ' όνειρο. Για τη χάραξη των δρόμων ακολουθήθηκε η διαδρομή της καταδίωξης του καθενός. Στο σημείο που ο καθένας τους είχε χάσει τα ίχνη της φυγάδας διαμόρφωσε χώρους και τείχη αλλιώτικα απ' ό,τι στο όνειρο, ώστε η γυναίκα να μην μπορεί πια να ξεφύγει.

Αυτή ήταν η πόλη Ζωβαϊδα όπου εγκαταστάθηκαν, περιμένοντας πως κάποια νύχτα θα επαναλαμβανόταν η ίδια σκηνή. Κανείς τους, ούτε στον ύπνο ούτε στον ξύπνο του, δεν ξαναείδε τη γυναίκα. Οι δρόμοι της πόλης ήταν οι δρόμοι όπου πήγαιναν κάθε μέρα να δουλέψουν, χωρίς πια καμία σχέση με την καταδίωξη που είχαν ονειρευτεί. Πράγμα που από καιρό είχε ξεχαστεί.

Καινούργιοι άνθρωποι από άλλα μέρη έφτασαν, έχοντας δει το ίδιο όνειρο. Αναγνώρισαν στη πόλη Ζωβαϊδα κάτι από τους δρόμους του ονείρου και άλλαξαν τη θέση που είχαν οι στοές και οι σκάλες για να μοιάζουν περισσότερο με τη διαδρομή της κυνηγημένης γυναίκας και για να μην απομείνει κανένας δρόμος διαφυγής στο σημείο που είχε ξεφύγει.

Οι πρώτοι που έφτασαν δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι ήταν εκείνο που τράβηξε αυτό τον κόσμο στη Ζωβαϊδα, σ' αυτή την άσκημη πόλη, σ' αυτή τη παγίδα.

Πέμπτη 7 Οκτωβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: οι πολιτείες θα περάσουν και θα σβήσουν...

οι πολιτείες θα περάσουν και θα σβήσουν
οι κάμποι θα περάσουν και τα βουνά
και θα περάσουν οι θάλασσες με τ' ακρογιάλια
και θα περάσουν νύχτες και μέρες...

Μηνάς Δημάκης


Noli me Tangere

Κάποτε θα με συναντήσεις
δεν θα κάμω τίποτα
δε θα κινηθώ ούτε μια πήχυ απ' αυτό το χώμα
οι πολιτείες θα περάσουν και θα σβήσουν
οι κάμποι θα περάσουν και τα βουνά
και θα περάσουν οι θάλασσες με τ' ακρογιάλια
και θα περάσουν νύχτες και μέρες
ήλιος στο σκοτάδι σκοτάδι στον ήλιο
και θα με βρεις στην καρδιά σου
όταν θα ψάχνεις στην έρημο των καιρών
όταν θα μετράς στην άμμο της αιωνιότητας.

Έχω νεκρούς φαντάσματα μες στην καρδιά μου
καράβια βουλιαγμένα στα βάθη των ωκεανών
ιστία λευκά και φτερά διπλωμένα
χέρια δεμένα που καρτερούν του χρόνου το πλήρωμα-
εχω νεκρούς φαντάσματα στην καρδιά μου
που περιμένουν τη σάλπιγγα του τρόμου να ξυπνήσουν
και θ ανεβούν τα καράβι και θ' απλωθούν τα φτερά
και θα λυθούν τα χέρια στον αέρα
και θ' ακουστεί ο λόγος της σιωπής
κ' η έρημος θ' ανθίσει άγρια κρίνα.

Έχω νεκρούς αγαπημένους στην καρδιά μου
τα δειλινά τ' αχνά πονεί και ψάχνει
μι' αράχνη στην καρδιά μου υγρή σαν πάχνη
μνήμη φωτιά στη δειλινή γαλήνη
αιμάζει σαν πληγή που πια δεν κλείνει
ζει η ανάμνηση χιόνι κι αγιάζι ρίχνει
ήσκιους συνάζει γύρω κ' ήσκιων ίχνη
ζει τ' όνειρο και καρτερεί κ' εκείνο
ν' ανθίσει μες στην έρημο άγριο κρίνο
-έχω νεκρούς που περιμένουν στην καρδιά μου.

Με τους ανέμους μιλώ
με τους ανέμους φεύγω
μη μ' αγγίζεις είναι άνεμος τα φτερά μου
έζησα πριν από τη στιγμή τούτη της ζωής
κι όταν έλειπα ήμουν πάντα παρών
κι ας μην ήξερες να με διακρίνεις.

Έζησα μέσα στ' αδέρφια μου τα νερά
και τα δέντρα και τις πέτρες και τη φωτιά
και στον αδερφό μου τον άνεμο
κ' έχω ταξιδέψει λευκό σύννεφο στον αιθέρα.

Πόσο θα βραδύνεις να μ' αναγνωρίσεις
να δεις τις πληγές μου δικές σου πληγές
και τη χαρά μου καμωμένη μόνο για σένα
πόσο θα καθυστερήσεις στις μικρές σου φροντίδες
για να πάρεις το δρόμο που θα με ζητήσεις.

Αλλά στη μάταιη πορεία σου τη σκοτεινή
μι' άγρυπνη κραυγή σα σήμα κινδύνου θα σε προσκαλεί
μια φωνή που δεν ήξερες να την ακούσεις
- οι αδερφοί μου θα μαρτυρήσουν για μένα
οι νεκροί μου θα ξυπνήσουν για μένα
και θ' ακούσεις τη φωνή στην καρδιά σου
και θα με γνωρίσεις.

Κάποτε θα μ' ανακαλύψεις
όχι με τις πέντε αισθήσεις σου που μου είναι ξένες
τις φτωχές τις ανίδεες που σε ξεγελάνε
και κοιτάζεις με τα μάτια και δε βλέπεις
κι ούτε τον ήσκιο μου μπορούν να ψαύσουν τα χέρια σου
και στην ακοή σου δε φτάνει η φωνή μου
αλλά με την καρδιά σου θα με διακρίνεις
και θα μ' αγγίσεις με τα φτερά της ψυχής σου.

Κι ας πεθάνω θα μ' ανακαλύψεις
γιατί θα ζει η παρουσία μου
σε μια σταγόνα δρόσου που λάμπει στον όρθρο
στο χώμα που θα βαραίνει το πέλμα σου
στον άνεμο που αγκαλιάζεις
—όταν θα ξαναγυρίζω στους αιώνιους αδερφούς μου
όνειρο όνειρο ονείρου σκιά.


Μηνάς Δημάκης (1913-1980)

Απελπισία

Η απελπισία
Δεν είναι συναίσθημα διαρκείας
Ή
Εμμονής
Κανείς δεν εμμένει σε τέτοια φτώχεια
Που δεν είναι μόνο φτώχεια ή ερήμωση
Είναι αφανισμός
Μπορεί να γδυθείς βέβαια στο παγωμένο δάσος
Και συχνά βρέθηκες γυμνός
Και τα ρούχα χάθηκαν
Κι άλλα δεν είχες
Αλλ' εάν δε ζητήσεις
Κάποια κουρέλια να σε προφυλάξουν
Το δάσος δεν υπάρχει πια για σένα
Μήτ' εσύ για το δάσος

Όμως εδώ βρίσκεσαι
Προσμένοντας τα δέντρα να ξανανθίσουν
Δε σε διακρίνω καλά
Μες στο χιόνι που πέφτει
Αλλά θα βρήκες και πάλι
Κουρέλια για να φορέσεις
Και θα ονειρεύεσαι πάλι
Μια καινούργια στολή

Η απελπισία δεν είναι συναίσθημα διαρκείας
Αφού υπάρχω
Και υπάρχεις
Η απελπισία τελειώνει σύντομα
Έτσι
Ή
Αλλιώς

Κυριακή 25 Ιουλίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: ας αποχαιρετήσουμε την Αλεξάνδρεια...

Αστικά τοπία & ζωγραφική, ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Π. Μελά Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Θεσσαλονίκη μιας άλλης εποχής - εικόνες απο το 1956...
Ας αποχαιρετήσουμε την Αλεξάνδρεια του ποιητή - κι ας μη μας αξιζε τελικά...

Εκδηλώσεις της μαζικής δημοκρατίας...

Εκδηλώσεις των μαζανθρώπων κατά τη διάρκεια μουσικού φεστιβάλ...

Υποτίθεται το γεγονός ήταν πολιτιστικό...

Φανταστείτε την βαρβαρότητα που θα επακολουθήσει όταν συμβεί κάτι σοβαρότερο - στην περίπτωση φυσικής καταστροφής για παράδειγμα, ή έλλειψης βασικών αγαθών...

Και οι καιροί των δραματικών ελλείψεων πλησιάζουν και ο υπερπληθυσμός καλά κρατεί...

Το τραγικότερο, διανύουμε ως είδος την χειρότερη παρακμή των νεότερων χρόνων...

"Ποιά συγκεκριμένα γεγονότα θα συγκροτήσουν τις μεγάλες ροπές κατά τον 21ο αιώνα, που θα είναι ο συγκλονιστικότερος και τραγικότερος της ανθρώπινης Ιστορίας, δεν μπορούμε να ξέρουμε"( Παναγιώτης Κονδύλης)

Διαβάστε την είδηση που δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 25-7-2010:

Δεκαεννέα νεκροί και τουλάχιστον 340 τραυματίες από την τραγωδία στο μουσικό φεστιβάλ.

Δεκαεννέα νεκροί και τουλάχιστον 340 τραυματίες είναι ο νεότερος απολογισμός από τη χθεσινή τραγωδία στο μουσικό φεστιβάλ Love Parade στην πόλη Ντούισμπουργκ της δυτικής Γερμανίας, σύμφωνα με ανακοίνωση της αστυνομίας.

Οι αρχές δεν έχουν διευκρινίσει ακόμη εάν στα θύματα συγκαταλέγονται και μη Γερμανοί πολίτες, καθώς το φεστιβάλ αυτό προσελκύει νέους από όλη την Ευρώπη.

Η τραγωδία συνέβη το απόγευμα του Σαββάτου, κατά τις 17:00 τοπική ώρα (18:00 ώρα Ελλάδας), μέσα στη σήραγγα που οδηγεί στις εγκαταστάσεις ενός πρώην εμπορευματικού σταθμού όπου διεξαγόταν το φεστιβάλ, στο οποίο σύμφωνα με τους διοργανωτές συμμετείχαν περίπου 1,4 εκατομμύριο άνθρωποι.

Σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες, αιτία της τραγωδίας ήταν ο πανικός που προκλήθηκε όταν χιλιάδες άνθρωποι εγκλωβίστηκαν συγχρόνως μέσα στη σήραγγα, μήκους 200 μέτρων και πλάτους 30 μ., η οποία αποτελούσε τη βασική οδό πρόσβασης στους χώρους της συναυλίας.