t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2015

η σκιά δε θα φύγει ποτε πια...

Κι η ματιά του, όπως κοιτάζει,
με ματιά δαιμόνου μοιάζει
κι η νυχτιά που το σκεπάζει,
του στοιχειώνει τη σκιά.
Α! η ψυχή μου δε θα φύγει απ' αυτήνε τη σκιά.
Δε θα φύγει ποτέ πια!...
*
And his eyes have all the seeming of a demon’s that is dreaming,
And the lamp-light o’er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted—nevermore!...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Μαύρο καράβι, λάδι σε καμβά

Έντγκαρ Άλαν Πόε
Το Κοράκι

Δώδεκα έδειχνεν η ώρα,
μεσονύχτι όπως και τώρα
κι ήμουν βυθισμένος ώρα
σε βιβλία αλλοτινά,
όταν μες από 'να θάμπος
ύπνου να μου 'φανη σάμπως,
έξω από τη πόρτα κάποιος
να χτυπούσε σιγανά.
"Επισκέπτης", είπα, "θα 'ναι και χτυπάει σιγανά,
                                   τούτο θα 'ναι μοναχά".

Α! θυμάμαι 'πεφτε χιόνι
και του κρυού Δεκέμβρη τόνοι
σκούζαν μες στο παραγώνι
και στοιχειώναν τη φωτιά.
Η νυχτιά με στεναχώρα
κι άδικα έψαχνα τόση ώρα
να 'βρω τη γλυκειά Λενώρα
μες στ' αρχαία μου χαρτιά.
Τη Λενώρα που οι αγγέλοι της κρατούνε συντροφιά
                                          και δικιά μας ποτέ πιά.

Κάθε θρόισμα στο μετάξι
της κουρτίνας είχ' αλλάξει
κι έρχονταν να με ταράξει
άγριος φόβος που τρυπά
κι έλεγα, να πάρω θάρρος
και να διώξω αυτό το βάρος:
"Επισκέπτης, δίχως άλλο,
θα 'ναι τούτος που χτυπά.
Κάποιος νυχτοπαρωρίτης, που για να 'μπει μου χτυπά,
                                             τούτο θα 'ναι μοναχά".

Ξάφνου άντρειωσ' η ψυχή μου
και παρά τη ταραχή μου:
-"Κύριε", φώναξα, "ή κυρία
συχωρέστε μ' έστω αργά.
Στα χαρτιά ήμουν σκυμμένος
κι ίσως μισοκοιμισμένος,
δε σας άκουσα ωρισμένως
να χτυπάτε έτσι αργά".
Με τα λόγια τούτα 'νοίγω τα πορτόφυλλα γοργά.
                                         Έξω νύχτα μοναχά.

Το σκοτάδι αυτό τρυπώντας
έμεινα κειδά απορώντας,
κάθε τόσο ανασκιρτώντας
μέσα σ' όνειρα αλγεινά.
Κράτησε σιγή για ώρα
κι άξαφνα απ' τα βάθη τώρα,
μια φωνή να λέει: "Λενώρα"
σα ν' ακούστηκε βραχνά.
"Εγώ φώναξα: Λενώρα! και τη φέρνει ηχώ ξανά.
                                      Έτσι θα 'ναι μοναχά".

Μπήκα στο δωμάτιο πάλι
μ' άνω-κάτω το κεφάλι,
μα μες απ' αυτή τη ζάλη,
δυνατήν ακουώ χτυπιά.
"Α! Στο παραθύρι θα 'ναι",
λέω ευθύς, "και με ζητάνε.
Ας ιδώ τώρα ποιός να 'ναι,
φτάνει το μυστήριο πια.
Η καρδιά μου δεν αντέχει, φτάνει το μυστήριο πια.
                                        θα 'ν' αγέρας μοναχά".

Τότε τα παντζούρια ανοίγω,
όμως μια κραυγή μου πνίγω,
καθώς βλέπω 'να κοράκι
μες στο δώμα να περνά.
Η ευγένεια δε το νοιάζει
κι ούτε που με λογαριάζει,
μα γαντζώνει στο περβάζι
της εσώπορτας, στερνά.
Και γαντζώνει και κουρνιάζει στη μαρμάρινη Αθηνά
                                            και κοιτάζει μοναχά.

Πώς ανάπνευσα στ' αλήθεια!
και γελώντας απ' τα στήθεια,
λέω από παλιά συνήθεια,
στ' όρνιο με τη κρυά ματιά:
-"Κι αν σου κόψαν το λοφίο
κι αν σ' αφήκαν έτσι αστείο,
μαυροπούλι, άλλως θείο,
που πλανιέσαι στη νυχτιά,
ποιό 'ναι τάχα τ' όνομά σου μες στην άραχνη νυχτιά";
                                        Και μου λέει: -"Ποτέ πια"!

Τρόμαξα στ' αλήθεια μου όντας
μου δευτέρωσε μιλώντας.
"Δίχως άλλο", είπα σκιρτώντας,
"τούτο ξέρει μοναχά.
Κάποιος πρώην κύριός του,
θα 'κλαψε πολύ. Ο καημός του
ίσως να 'γινε δικός του
και για τούτο αγκομαχά.
Του απόμεινε στη σκέψη κι είναι σα να ξεψυχά,
                               λέγοντάς μου: Ποτέ πιά"!

Και τη θλίψη μου ξεχνώντας,
έστρεψα σ' αυτό γελώντας,
τη καρέκλα μου τραβώντας
στο κοράκι αντικρυνά.
Μα στο κάθισμά μου πάνω,
χίλιες τόσες σκέψεις κάνω
και στο νου μου τώρα βάνω,
για ποιό λόγο αληθινά,
σα μιαν επωδό μακάβρια, να μου λέει όλο ξανά,
                                  το κοράκι; -"Ποτέ πια"!

Γρίφος θα 'ν' ή αίνιγμά του
κι ίσως μήνυμα θανάτου
και κοιτώντας τη ματιά του,
που τρυπούσε τη καρδιά,
γέρνω ωραία το κεφάλι,
στο δικό της προσκεφάλι,
όπου αντιφεγγούσε πάλι
σα και τότε μια βραδιά,
με το βιολετί βελούδο, σα και τότε μια βραδιά
                               και που δε θ' αγγίξει πια!

Ξάφνου να 'νιωσα μου 'φάνη
γύρω μου άκρατο λιβάνι
και πλημμύρα να μου φτάνει
νέφι η θεία του καπνιά.
-"'Αθλιε!" φώναξα, "στοχάσου,
που Θεός στέλνει κοντά σου
άγγελους να σου σταλάσσου'
νηπενθές για λησμονιά.
Πιές το, ω! πιές το, τη Λενώρα, να ξεχάσεις μ' απονιά".
                                          Και μου λέει: -"Ποτέ πια"!

-"Α! Προφήτη", κράζω, "ωιμένα!
κι αν του Δαίμονα 'σαι γέννα
κι αν ο Πειρασμός σε μένα,
σ' έστειλ' απ' τη γης βαθιά.
Κι αν σε τόπο ρημαγμένο
σ' έχει ρίξει απελπισμένο,
σ' ένα σπίτι στοιχειωμένο,
με σκιές και με ξωθιά,
θα 'βρω στη Γαλαάδ, ω! πέσμου, θα 'βρω κει παρηγοριά";
                                             Και μου λέει: -"Ποτέ πια"!

-"Α! Προφήτη, ανήλιαγο όρνιο
κι αν πουλί 'σαι κι αν τελώνιο,
απ' το σκότος σου το αιώνιο
κι απ' τη κρύα σου νεφιά,
πέσμου, στης Εδέμ τα δάση,
θα 'βρει ο νους μου ν' αγκαλιάσει,
μια παρθένα που 'χει αγιάσει
κι έχει αγγέλους συντροφιά;
Μιαν ολόλαμπρη παρθένα, που 'χει αγγέλους συντροφιά";
                                             Και μου λέει: -"Ποτέ πια"!

-"Φύγε στ' άγρια σου τα μέρη,
όρνιο ή φάντασμα! Ποιός ξέρει
αν αυτό που σ' έχει φέρει,
δε σε καταπιεί ξανά
κι ούτ' ένα μικρό φτερό σου
να μη μείνει 'δω δικό σου!"
φώναξα, "και το φευγιό σου
να χαθεί στα σκοτεινά.
Πάρε και το κρώξιμό σου, πέρ' από την Αθηνά"!
                               Και μου λέει: -"Ποτέ πια"!

Κι από τότε 'κει δεμένο,
το κοράκι καθισμένο.
Μένει πάντα κουρνιασμένο,
στη μαρμάρινη Θεά.
Κι η ματιά του, όπως κοιτάζει,
με ματιά δαιμόνου μοιάζει
κι η νυχτιά που το σκεπάζει,
του στοιχειώνει τη σκιά.
Α! η ψυχή μου δε θα φύγει απ' αυτήνε τη σκιά.
                                   Δε θα φύγει ποτέ πια!
                                                                          
(μετ. Γιάννης Β. Ιωαννίδης)

Edgar Allan Poe
The Raven

Once upon a midnight dreary, while I pondered, weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore—
    While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
“’Tis some visitor,” I muttered, “tapping at my chamber door—
            Only this and nothing more.”

    Ah, distinctly I remember it was in the bleak December;
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
    Eagerly I wished the morrow;—vainly I had sought to borrow
    From my books surcease of sorrow—sorrow for the lost Lenore—
For the rare and radiant maiden whom the angels name Lenore—
            Nameless here for evermore.

    And the silken, sad, uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me—filled me with fantastic terrors never felt before;
    So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
    “’Tis some visitor entreating entrance at my chamber door—
Some late visitor entreating entrance at my chamber door;—
            This it is and nothing more.”

    Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
“Sir,” said I, “or Madam, truly your forgiveness I implore;
    But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
    And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you”—here I opened wide the door;—
            Darkness there and nothing more.

    Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before;
    But the silence was unbroken, and the stillness gave no token,
    And the only word there spoken was the whispered word, “Lenore?”
This I whispered, and an echo murmured back the word, “Lenore!”—
            Merely this and nothing more.

    Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
    “Surely,” said I, “surely that is something at my window lattice;
      Let me see, then, what thereat is, and this mystery explore—
Let my heart be still a moment and this mystery explore;—
            ’Tis the wind and nothing more!”

    Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately Raven of the saintly days of yore;
    Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
    But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door—
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door—
            Perched, and sat, and nothing more.

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
“Though thy crest be shorn and shaven, thou,” I said, “art sure no craven,
Ghastly grim and ancient Raven wandering from the Nightly shore—
Tell me what thy lordly name is on the Night’s Plutonian shore!”
            Quoth the Raven “Nevermore.”

    Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning—little relevancy bore;
    For we cannot help agreeing that no living human being
    Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door—
Bird or beast upon the sculptured bust above his chamber door,
            With such name as “Nevermore.”

    But the Raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
    Nothing farther then he uttered—not a feather then he fluttered—
    Till I scarcely more than muttered “Other friends have flown before—
On the morrow he will leave me, as my Hopes have flown before.”
            Then the bird said “Nevermore.”

    Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
“Doubtless,” said I, “what it utters is its only stock and store
    Caught from some unhappy master whom unmerciful Disaster
    Followed fast and followed faster till his songs one burden bore—
Till the dirges of his Hope that melancholy burden bore
            Of ‘Never—nevermore’.”

    But the Raven still beguiling all my fancy into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird, and bust and door;
    Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
    Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore—
What this grim, ungainly, ghastly, gaunt, and ominous bird of yore
            Meant in croaking “Nevermore.”

    This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom’s core;
    This and more I sat divining, with my head at ease reclining
    On the cushion’s velvet lining that the lamp-light gloated o’er,
But whose velvet-violet lining with the lamp-light gloating o’er,
            She shall press, ah, nevermore!

    Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
    “Wretch,” I cried, “thy God hath lent thee—by these angels he hath sent thee
    Respite—respite and nepenthe from thy memories of Lenore;
Quaff, oh quaff this kind nepenthe and forget this lost Lenore!”
            Quoth the Raven “Nevermore.”

    “Prophet!” said I, “thing of evil!—prophet still, if bird or devil!—
Whether Tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
    Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted—
    On this home by Horror haunted—tell me truly, I implore—
Is there—is there balm in Gilead?—tell me—tell me, I implore!”
            Quoth the Raven “Nevermore.”

    “Prophet!” said I, “thing of evil!—prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us—by that God we both adore—
    Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
    It shall clasp a sainted maiden whom the angels name Lenore—
Clasp a rare and radiant maiden whom the angels name Lenore.”
            Quoth the Raven “Nevermore.”

    “Be that word our sign of parting, bird or fiend!” I shrieked, upstarting—
“Get thee back into the tempest and the Night’s Plutonian shore!
    Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
    Leave my loneliness unbroken!—quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!”
            Quoth the Raven “Nevermore.”

    And the Raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
    And his eyes have all the seeming of a demon’s that is dreaming,
    And the lamp-light o’er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
            Shall be lifted—nevermore!

Δεν υπάρχουν σχόλια: