t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

Κύμα το κύμα απ’ τον αγέρα ορμάει και πάλι...

Της πέτρας και της θάλασσας, παιδί της αφρισμένης
τον νου μαγεύεις των παιδιών, κοχύλι του πελάγου...



https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά

η ποίηση του Αλκαίου
Κοχύλια του πελάγου 
Παρουσίαση του Απόστολου Σπυράκη
Πηγή: ΣΤΙΓΜΑ ΛΟΓΟΥ

Τα’ χω χαμένα με τη λύσσα των ανέμων
σωστή ανταρσία, κύμα από δω κυλιέται,
κύμα από κει, κι εμείς στη μέση
του μαύρου καραβιού πάμε κι ερχόμαστε,

σε τρικυμία μεγάλη παραδέρνοντας ·
ως τους αρμούς των καταρτιών η πλήμμυρα,
κουρελιασμένα τα πανιά, κι απάνω τους
οι σχισματιές θεόρατες, λασκάρανε
και τα σκοινιά…

Κύμα το κύμα απ’ τον αγέρα ορμάει και πάλι,
πολύ θα μας παιδέψει να τ’ αδειάσομε
κουβά- κουβά, που στο καράβι μέσα μπούκαρε…

Γρηγοράτε να πα ν’ ασφαλιστούμε
σ’ ένα λιμιώνα απανεμιάς ας δράμομε…

Σ’ αυτό τα απόσπασμα από ποίημα του Αλκαίου απεικονίζεται τη μάχη του αρχαίου ανθρώπου με τη φύση όπως συμβαίνει και στο παρακάτω όπου περιγράφονται σκηνές που θυμίζουν την πάλη του Οδυσσέα με τα κύματα:

Φουντάραν όλο το φορτίο, γιατί δεν άντεξε
το σκάφος τέτοιο σάλο στ’ ανοιχτά που πλέανε ·

κύμα βουερό χίμηξε απάνω και το χτύπησε
και με την άγρια τρικυμία και το δρολάπι
δεν μπορεί τώρα να τα βάλει, πάρα σ’ άφαντες
ξέρες έπεσε απάνω κι έγινε κομμάτια…

Η αγάπη του ποιητή για το θαλασσινό στοιχείο φαίνεται και στο παρακάτω κομμάτι που σώθηκε μέσα στη φθορά των αιώνων:

Της πέτρας και της θάλασσας, παιδί της αφρισμένης
τον νου μαγεύεις των παιδιών, κοχύλι του πελάγου.

Όμως δεν ήταν μόνο η θάλασσα που συγκινούσε τον Αλκαίο, στο "Τραγούδι του Έβρου" περιγράφει με απαράμιλλη ζωντάνια το ποτάμι που κατά τους μελετητές θα πρέπει να είχε δει από κοντά σε κάποιο από τα ταξίδι του:

Έβρο, είσαι το ομορφότερο ποτάμι,
όπως χύνεσαι περνώντας τον Αίμο στην πορφυρένια θάλασσα,
μες στη θρακιώτικη κατεβασιά σου με λαμπρούς
κρουνούς αφρίζοντας,

πάρα πολλές παρθένες και σε σένα τρέχουνε,
το δέρμα των χυτών μηριών τους με απαλότατα
δάχτυλα να δροσίσουν τα δικά σου απάνω τους
σαν λάδι μαλακά
νερά σου χύνοντας.
Σ’ αυτό εδώ το σπάραγμα μιλά για κάποια άγνωστα πουλιά που αντίκρισε και του προκάλεσαν εντύπωση φοβερή:

Τι πουλιά είναι αυτά που από του ωκεανού φτάσαν τα πέρατα,
με παρδαλές τις τραχηλιές κοκκινοπούλια ανοιχτοφτέρουγα;

Από τα λίγα στοιχεία που μας έχουν σωθεί γνωρίζουμε ότι ο ποιητής έζησε στη Λέσβο σε μια εποχή κατά την οποία το νησί διένυε περίοδο ακμής, γεγονόςπου εξηγεί και την εμφάνιση ποιητών όπως ο Τέρπανδρος και ο Αρίων και κατόπιν ο Αλκαίος και η Σαπφώ που φαίνεται ότι έζησαν το ίδιο χρονικό διάστημα, μάλιστα σώζεται κι ένα ποίημα με έναν διάλογο ανάμεσά τους. Οι κάτοικοι των νησιών του Αιγαίου, ειδικά αυτών που είναι πολύ κοντά στη Μικρά Ασία, είχαν από πάντα στενές επαφές με τους πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν στην Ανατολή και αποτέλεσαν την κοιτίδα του παγκόσμιου πολιτισμού. Η περίοδος δημιουργίας του Αλκαίου σφραγίστηκε από τους κοινωνικούς αγώνες που έλαβαν χώρα στο νησί της Λέσβου και ο ποιητής εξαιτίας της αριστοκρατικής καταγωγής του βρέθηκε στο επίκεντρο της διαπάλης του εξελίχθηκε. Αναγκάστηκε να ζήσει για χρόνια στην εξορία υπηρετώντας όπως και ο Αρχίλοχος ως μισθοφόρος και το πολεμικό στοιχείο είναι έντονο στα λεγόμενα "στασιωτικά" του ποιήματα όπως "Η αίθουσα των όπλων" που φέρνει στο νου ομηρικές περιγραφές:

Το μέγα δώμα αστράφτει από το χάλκωμα
κι είν΄ όλη καταστόλιστη ως απάνω η στέγη,
έτοιμη για τη μάχη, με τα κράνη ολόλαμπρα
απ’ τα λοφία στην κορφή ολόλευκες
τις αλογίσιες φούντες νεύοντας,
της κεφαλής τ’ αντρός αγλάισμα, κι ολόγυρα
ριγμένα στους πασσάλους να τους κρύβουν χάλκινα
γυαλιστερά αντικνήμια, της πικρής σαγίτας η άμυνα.
Ντυμένοι με λινάρι της χρονιάς οι θώρακες
κι οι κουφωτές ασπίδες καταγής σωρεύονται
εκεί χαλκιδικά σπαθιά, εκεί πάμπολλα
κοντά αναζώσματα, αλαφροί χιτώνες.
Να τ’ αντιβλέψεις δε μπορείς, αφού όλοι είμαστε
Ξεσηκωμένοι τώρα επί ποδός πολέμου.

Καλωσορίζοντας τον αδερφό του Αντιμενίδα,  που επέστρεφε από ταξίδι μακρινό όπου είχε πάει να ενισχύσει τον θρυλικό βασιλιά της Βαβυλώνας Ναβουχοδονόσορα στις εκστρατείες που κατέληξαν στην αιχμαλωσία της Ιερουσαλήμ τον Μάρτιο του 597 π.Χ., ο ποιητής έγραψε:

Από της γης τα πέρατα ήρθες, φιλντισένια
λαβή χρυσόδετη είχε το ξίφος σου…
Πολεμώντας με τους Βαβυλωνίους που ΄ναι τα σπίτια τους
με τετραπίθαμα λιθάρια στεγασμένα·
μεγάλη αντραγαθία εκεί αντραγάθησες,
πολεμιστή θεόρατον σκοτώνοντας
που μια παλάμη τού ΄λειπε για να ΄χει
πέντε βασιλικούς πήχες παράστημα.

Για τον Αλκαίο που πήρε μέρος σε μάχες φονικές και ήξερε από πόλεμο αυτό που προστατεύει μια πόλη δεν είναι τα τείχη της:

Ούτε κάστρα καλόχτιστα, ούτε κάστρων
αγκωνάρια καλά αρμολογημένα,
στενά για τα καρτέρια ή τα καρνάγια
της πολιτείας, μον’ άντρες της χρειάζονται
παραστάτες της να ΄ναι χεροδύναμοι.

Ήξερε όμως ο ποιητής πώς ν’ αντιμετωπίζει τις κακοτυχίες της ζωής, για παράδειγμα τον χειμώνα που έπεφτε δριμύς εκείνα τα χρόνια :

Ο Δίας βρέχει, βαρυχειμωνιά στα ουράνια,
κρούσταλλα των νερών τα κατεβάσματα
… εδώ κι εκεί

Βάλε τον κάτω το χειμώνα, σώριασε
ξύλα στη φωτιά, κι άσε να τρέξει αλόγιστα
μελί κρασί στις κούπες, κι έτσι ανάλαφρα
στα μαξιλάρια το κεφάλι ανάγειρε.

Κι όσο για το καλοκαίρι που βασάνιζε από την αρχαιότητα τους ανθρώπους αυτού εδώ του τόπου,  ειδικά την εποχή των κυνικών καυμάτων, ο Αλκαίος έχει τη λύση:

Μούσκεψε τα πνευμόνια σου με κρασί,
τώρα που πήγε ψηλά το αστέρι,
και η εποχή είναι σκληρή, κι όλα διψούν μες τη κάψα…
όταν απλώνεται το φλογερό καλοκαίρι και ξεραίνει ένα γύρο τα πάντα…
ο χρυσός θάμνος ανθεί ·
τώρα οι γυναίκες είναι χειρότερα παρά ποτέ,
και οι άντρες αδύναμοι,
γιατί ο Σείριος τους στραγγίζει κεφάλια και γόνατα…
Ας πίνομε, γιατί κι ο Σείριος τώρα μεσουράνησε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: