t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Παρασκευή 9 Ιουλίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι: Μερικές παρατηρήσεις πάνω στη ψυχή του Παρισιού...

Λογοτεχνία & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Γυναίκα με καπέλο, λάδι σε καμβά

Συχνά αξίζει να χάνεσαι στις σελίδες ενός ιδιοφυούς συγγραφέα...

Αν μάλιστα αυτός έχει το ταλέντο του Μπαλζάκ, η απόλαυση και η λαγνεία της ψευδαίσθησης είναι τεράστια...

Ειδικά στις άσχημες και συγχρόνως γελοίες μέρες μας, μάλλον είναι η καλύτερη απόδραση...

Ονορέ ντε Μπαλζάκ
Το κορίτσι με τα χρυσά μάτια
(απόσπασμα)

Εν' από τα θεάματα που προκαλούνε το μεγαλύτερο τρόμο είναι σίγουρα η γενική όψη του παριζιάνικου πληθυσμού, ενός πληθυσμού απωθητικού, κάτισχνου, κιτρινάρη, στεγνού. Μήπως εξάλλου το Παρίσι δεν είναι ένας απέραντος κάμπος που σειέται διαρκώς από θύελλα συμφερόντων και παραδέρνει κει πλήθος ανθρώπων, που ο θάνατος τους θερίζει με μεγαλύτερη συχνότητα απ' οπουδήποτε αλλού, -που ξαναγεννιούνται, πάντα εξίσου άφθονοι, με πρόσωπα διαστρεβλωμένα, παραμορφωμένα, που αποπνέουν από κάθε πόρο τις σκέψεις, τις λαχτάρες, τα φαρμάκια που εγκυμονεί ο εγκέφαλός τους ή μάλλον, δεν είναι πρόσωπα, είναι προσωπεία, προσωπεία αδυναμίας, δύναμης, αθλιότητας, προσωπεία χαράς, προσωπεία υποκρισίας, όλα εξουθενωμένα, όλα χαραγμένα από ανεξίτηλα ίχνη ξέπνοης απληστίας. Τι γυρεύουν οι άνθρωποι αυτοί; Χρυσάφι ή την ηδονή;

Μερικές παρατηρήσεις πάνω στη ψυχή του Παρισιού, ίσως να δώσουν μιαν εξήγηση για τη νεκρική όψη του πληθυσμού του, που μονάχα δυο ηλικίες έχει: τα νιάτα ή τα έσχατα γερατειά, -νιάτα χλωμά κι άχρωμα, γερατειά φτιασιδωμένα, σε μια προσπάθεια να παραστήσουνε τα νιάτα. Βλέποντας αυτό το λαό που μοιάζει ν' αποτελείται από εκταφιασμένα πτώματα, οι ξένοι που δεν έχουνε καμιάν υποχρέωση να εμβαθύνουνε στα πράματα, νιώθουνε στην αρχή μιαν αίσθηση αηδίας για τη πρωτεύουσα, απέραντον εργαστήρι κατασκευής απολαύσεων, όπου, όμως, δεν αργούν να παγιδευτούν, μ' αποτέλεσμα να μένουνε και να εκφυλίζονται οικειοθελώς κι οι ίδιοι.

Λίγα λόγια αρκούνε για να δώσουν μιαν ιατρικήν εξήγηση στο σχεδόν κολασμένο χρώμα των παριζιάνικων φυσιογνωμιών. Γιατί το Παρίσι δε το βαφτίσανε κόλαση μόνο γι' αστείο, -να 'στε σίγουροι πως η λέξη αυτή εκφράζει την αλήθεια. Εκεί τα πάντα καπνίζουνε, καίγονται, τα πάντα λάμπουνε, βράζουνε, τα πάντα κορώνουν, εξατμίζονται, σβήνουνε, ξανανάβουν, αστράφτουνε, σπινθηρίζουνε και καταστρέφονται. Ποτέ, σε καμιά χώρα, η ζωή δεν υπήρξε πιο έντονη, αλλά ούτε και πιο οδυνηρή. Η κοινωνία αυτή, που βρίσκεται συνεχώς σε κατάσταση τήξης μετά την ολοκλήρωση του κάθε έργου, μοιάζει να σκέφτεται: "Ας περάσουμε στο επόμενο!", -όπως η φύση. Κι ακριβώς όπως η φύση, ασχολείται μ' έντομα, με λουλούδια εφήμερα, με πράγματα ευτελή και πρόσκαιρα και πετά φωτιές και φλόγες από τον αστείρευτο κρατήρα της. Ίσως πριν αναλύσουμε τις αιτίες που κάνουν τη κάθε κατηγορία του ξύπνιου και δραστήριου αυτού έθνους να ξεχωρίζει, πρέπει να επισημάνουμε τη γενικήν αιτία π' αποχρωματίζει τ' άτομα, τα κάνει λίγο ή πολύ, ωχρά, μπλάβα ή καφετιά.

Επειδή ενδιαφέρεται για τα πάντα ο Παριζιάνος, καταλήγει να μην ενδιαφέρεται για τίποτε. Κανέν αίσθημα δε δεσπόζει στο φθαρμένο από τη τριβή, πρόσωπό του, που γίνεται γκρίζο σα τον γύψο των σπιτιών όπου κατακάθεται η σκόνη κι η καπνιά. Πραγματικά, αδιαφορώντας τη προηγούμενη, γι' αυτό που θα τον μεθύσει την επόμενη, ο Παριζιάνος ζει σα παιδί, όποια κι αν είν' η ηλικία του. Γκρινιάζει ή αδιαφορεί για τα πάντα, ανέχεται, ξεχνά ή θέλει τα πάντα, τα δοκιμάζει όλα και τ' αντιμετωπίζει με πάθος ή τα παρατά δίχως δεύτερη σκέψη, -τους βασιλιάδες του, τις κατακτήσεις, τη δόξα του, τα είδωλά του, χάλκινα ή γυάλινα- όπως πετά τις κάλτσες του, τα καπέλα και τη περιουσία του. Στο Παρίσι, κανέν αίσθημα δεν αντιστέκεται στον χείμαρρο των γεγονότων, η ορμή τους παρασύρει τους ανθρώπους σ' έναν αγώνα που χαλαρώνει τα πάθη: ο έρωτας εδώ είναι μονάχα πόθος και το μίσος ιδιοτροπία- δεν υπάρχει αληθινός συγγενής πέρ' από το χαρτονόμισμα των χιλίων φράγκων, άλλος φίλος από τον ενεχυροδανειστή. Αυτή η γενική αδιαφορία έχει τους καρπούς της. Και στο σαλόνι και στο δρόμο, κανείς δε περισσεύει, κανείς δεν είν' απόλυτα χρήσιμος, αλλ' ούτε κι απόλυτα βλαβερός, -τόσον οι ανόητοι ή οι απατεώνες, όσο κι οι έξυπνοι ή οι τίμιοι άνθρωποι. Στο Παρίσι υπάρχει ανοχή για όλα, για τη κυβέρνηση και τη γκιλοτίνα, για τη θρησκεία και τη χολέρα. Πάντα θα 'στε ευπρόσδεκτοι εδώ, άν όμως λείψετε, κανείς δε θα σας αναζητήσει. Είναι μια χώρα δίχως ήθη, δίχως αρχές, δίχως κανέν αίσθημα κι ωστόσο, απ' αυτή ξεκινούνε και σ' αυτή καταλήγουν όλα τα αισθήματα, όλες οι αρχές κι όλα τα ήθη. Ποιες είναι λοιπόν οι δυνάμεις που την εξουσιάζουν; Το χρυσάφι κι η ηδονή!

Δεν υπάρχουν σχόλια: