t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Κυριακή, 11 Ιουλίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: περί μαζικής δημοκρατίας...

Σύγχρονη σκέψη & σύγχρονοι ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι,


Γιάννης Σταύρου, Δύο καράβια, λάδι σε καμβά

...Λαϊκισμός είναι λοιπόν ο τρόπος, με τον οποίο γεφυρώ­νεται (προσωρινά) η αντίφαση ανάμεσα στην αρχή της γενικής ισότητας και στην (προσωρινή) έμπρακτη εξουσία μιας ελίτ μέσα στις συνθήκες της μαζικοδημοκρατικής πολιτικής. Συνίσταται στο ότι οι πολιτικές ελίτ, παρά την επιδίωξη τους να κρατήσουν για τον εαυτό τους το μονοπώλιο των αποφάσεων, υποχρεώνονται να αποτίσουν φόρο τιμής σε ορισμένες διαδεδομένες ιδέες ή προκαταλήψεις που κολακεύουν τις μάζες...
Παναγιώτης Κονδύλης

Η ανάλυση του θεωρητικού υπόβαθρου της σαρωτικής παρακμής της εποχής μας εξυπηρετεί πρώτα και κύρια εμάς τους ίδιους...

Όταν μάλιστα η απουσία της σκέψης έχει πάρει χαρακτήρα πανδημίας, η ενασχόληση με τη θεωρία καταντάει περιθωριακή συμπεριφορά και θέμα γούστου...

Για όσους επιμένουν περιθωριακά κι αισθητικά, συστήνουμε τη μελέτη του βιβλίου του Παναγιώτη Κονδύλη, ¨Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού"...

Από αυτό και τα δύο απόσπασματα περί "μαζικής δημοκρατίας"...

Παναγιώτη Κονδύλη


1. Το μέλλον της μαζικής δημοκρατίας

Αν θέλουμε να κάμουμε λόγο για το μέλλον της μαζικής δημοκρατίας, τότε πρέπει πρώτα-πρώτα να ορίσουμε με ποιές μορφές θα ενεργοποιηθεί εντός της η επιδίωξη της ισχύος και ιδιαίτερα τι είδους πολιτική θα γεννήσει. Η πολιτική, όπως ασκήθηκε ίσαμε σήμερα μέσα στη μαζική δημοκρατία, συνδεόταν με ιδεολογίες, οι οποίες βέβαια δεν ήσαν όλες τους φιλελεύθερες, όμως είχαν διαμορφωθεί στην αστική-φιλελεύθερη εποχή και σε αντιπαρά­θεση με τον φιλελευθερισμό.

Ανάμεσα στη σημερινή αστικοδημοκρατική πραγματικότητα και στην πολιτική πού ασκείται ίσαμε σήμερα εντός της υπάρχει επομένως μια ασυμμετρία, η οποία καταφαίνεται στο γεγονός ότι το περιεχόμενο των θεμελιωδών εννοιών του συντη­ρητισμού, του φιλελευθερισμού και της δημοκρατίας αντιστοιχεί όλο και λιγότερο σε συγκεκριμένες πραγματικότητες.

Μονάχα γύρω στο 1848 υπήρξαν παράλληλα —και αλληλοπολεμήθηκαν— και τα τρία αυτά ρεύματα ως λίγο-πολύ απτές και σαφείς εναλλακτικές λύσεις με συγκεκριμένους κοινωνικούς φορείς. Αλλά ο συντηρητισμός ήταν ήδη αγιάτρευτα εξασθενημένος και απορροφήθηκε βαθμιαία από τον αστικό (ολιγαρχικό) φιλελευθερισμό, ενώ συνάμα άρχισε η δημοκρατική μεθερμηνεία των φιλελεύθερων άρχων, η οποία συνόδευσε τη στροφή από τη φιλελεύθερη μαζική κοινωνία στη μαζική δημοκρατία.

Μετά τον κοινωνικό θάνατο της κληρονομικής αριστοκρατίας η έννοια του συντηρητισμού επιβίωσε βέβαια, όμως στο έξης υπηρετούσε απλώς πολεμικούς σκοπούς: η αριστερά τη χρειαζόταν για να εξομοιώνει τον αστικό φιλελευθερισμό με την «αντίδραση», ενώ οι φιλελεύθεροι την ιδιοποιήθηκαν για να θέσουν διαχωριστικά όρια ανάμεσα στην αστική τοποθέτηση και στη δημοκρατική μεθερμηνεία του φιλελευθερισμού. Τούτος εδώ έχασε πάλι την εννοιολογική του διαύγεια στον βαθμό που, λόγω της ανάπτυξης της μαζικής δημοκρατίας και της παράλ­ληλης παρακμής της αστικής τάξης και της ολιγαρχικής πολιτικής, η μεθερμήνευα του κέρδισε έδαφος και μάλιστα αποδεδείχθηκε και πλεονεκτική στο κομματικό παιγνίδι μετά την καθιέρωση του γενικού ε­κλογικού δικαιώματος. Τέλος, η επικράτηση κομμουνιστικών καθε­στώτων κάθε άλλο παρά συνεπέφερε την αποσαφήνιση της έννοιας του σοσιαλισμού, γιατί τώρα, εξ αιτίας της διάσπασης των σοσιαλιστών σε μια μεταρρυθμιστική και σε μιαν επαναστατική πτέρυγα, δόθηκε η δυνατότητα της χρήσης της κατά βούληση, έτσι ώστε μπορούσε να σημαίνει πράγματα εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους, από τις τάσεις προς το κοινωνικό κράτος στις χώρες της Δύσης ίσαμε τις εθνικιστικές δικτατορίες στον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο.

Με δεδομένη αυτήν την αποσύνθεση των πολιτικών ιδεολογιών, oι οποίες αποτελούσαν κλη­ρονομιά του 19ου αι., πρέπει να αναμένεται ότι η μελλοντική πολιτική της μαζικής δημοκρατίας θα διαμορφωθεί σε νέα βάση, και μάλιστα σε στενή συνάφεια με τις ανάγκες της πλανητικής πολιτικής, η φυσιο­γνωμία της οποίας επίσης μόλις τώρα αρχίζει να διαγράφεται καθαρότερα. Η κατάρρευση όσων πολιτικών κινημάτων επικαλούνταν τον μαρξισμό-λενινισμό θα επιταχύνει αυτήν τη διαδικασία, γιατί τώρα θα εκλείψει ένας σοβαρός λόγος που προκαλούσε την πολεμική χρήση του λεξιλογίου του 19ου αι. και επομένως την παραμονή στον αντίστοιχο κύκλο ιδεών. Από την άποψη αυτήν αποτελεί βέβαια οπτική απάτη να ερμηνεύουμε την κατάρρευση του μαρξισμού ως νίκη του φιλελευ­θερισμού.

Μάλλον πρέπει να πούμε ότι μαζί με τον μαρξισμό εξαφανίστηκαν και τα τελευταία κατάλοιπα της αστικής κοσμοθεωρίας. Άλλωστε ο μαρξισμός ήταν η τελευταία μεγάλη κοσμοθεωρητική σύν­θεση πού διαμορφώθηκε σε στενή επαφή με την αστική σκέψη και συμμεριζόταν τις ουσιαστικές της προϋποθέσεις: οικονομισμός και ανθρωπισμός συμπορεύονταν και στο δικό του πλαίσιο, και μάλιστα συνάπτονταν με μιαν αίσθηση του κόσμου προσανατολισμένη κατά πρώτο λόγο στον χρόνο και στην ιστορία· εδώ ο ανθρωποκεντρισμός απηχούνταν στην αντίληψη ότι ο άνθρωπος είναι ο δημιουργός του ιστορικού σύμπαντος. Στον βαθμό που ο μαρξισμός ενστερνίσθηκε τους μύθους των Νέων Χρόνων, παρέμεινε εξ ίσου με την αστική κοσμοθεώρηση προσκολλημένος στην ουσιοκρατική σκέψη· γι’ αυτό και η ήττα του σημαίνει ότι το αναλυτικό-συνδυαστικό σχήμα σκέψης παραμέρισε τον τελευταίο του μεγάλο αντίπαλο. Αυτό είναι το αληθινό νόημα της μεταμοντέρνας έκφρασης για «το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων».

Παναγιώτη Κονδύλη, Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού

(Εκδ. Θεμέλιο)

2. Η Ανάπτυξη της Μαζικής Δημοκρατίας

Βεβαίως δεν είναι δυνατόν να λεχθεί ότι στη μαζική δημοκρατία, όπως τη γνωρίζουμε, έχει ήδη πραγματοποιηθεί η ισότητα με την υλική έννοια του όρου. Όμως η πραγματικότητα της ισότητας είναι για τη λειτουργία της μαζικής δημοκρατίας πολύ λιγότερο σημαντική από τη δυνατότητα της ισότητας. Η Ισότητα αναγνωρίζεται από όλους ως απτή δυνατότητα (ακόμη και όσοι δέχονται την ισότητα μόνον ως τυπική Ισότητα των ευκαιριών, ομολογούν ότι οι ευκαιρίες αυτές μπορούν ν’ αξιοποιηθούν από τον καθένα, ότι δηλαδή καθένας μπορεί ν’ ανέβει την κοινωνική κλίμακα ως την κορυφή της, αρκεί να το μπορεί) και η καθημερινή ομολογία πίστεως της μαζικής δημοκρα­τίας στην αρχή της ισότητας ανοίγει ipso facto έναν ορίζοντα προσ­δοκιών, ο οποίος θέτει σε κίνηση αντίστοιχες συμπεριφορές. Με άλλα λόγια: η κατ’ αρχήν κατάφαση της ισότητας και το γεγονός της κοινωνικής κινητικότητας δημιουργούν συνθήκες, υπό τις όποιες τις δρά­σεις και τις αντιδράσεις των ανθρώπων συχνά τις καθορίζουν ψυχολογικοί παράγοντες και ένα υποκειμενικό αίσθημα γοήτρου. Το αίσθημα της ισότητας είναι εντονότερο από την πραγματικότητα της ισότητας. Γι’ αυτό η συναναστροφή των ανθρώπων γίνεται όλο και πιο εξισωτική, ήτοι ο τόνος της συναναστροφής τούτης δεν ανταποκρίνεται αναγκαστικά, και ανταποκρίνεται συνεχώς λιγότερο, στις πραγματικά υφιστάμενες διαφορές κοινωνικής θέσης και γοήτρου ανάμεσα στα ά­τομα και στις ομάδες.

Η κατ’ αρχήν δεδομένη δυνατότητα να εμφα­νισθεί ο καθένας ως ίσος προς ίσον απέναντι σε οποιονδήποτε επηρεά­ζει την κοινωνική συμπεριφορά, κατά τρόπο ώστε τελικά οι εντολές δεν εκφέρονται ως εντολές, αλλά ως οδηγίες, τις οποίες πρέπει να ακολουθήσει κανείς γιατί αυτό υπαγορεύουν τα πράγματα.

Στο βαθμό που ο υφιστάμενος γίνεται «συνεργάτης», οι εργασιακές σχέσεις γίνονται πραγματιστικότερες και η ιδέα του ρόλου παραμερίζει την ιδέα της ιεραρχίας. Περιοριστικές και αυστηρά ιεραρχημένες μορφές εργασίας δεν φαίνονται πια παραγωγικές, εφ’ όσον μάλιστα οι νέες εργασιακές διαδικασίες με την περίπλοκη τεχνική τους απαιτούν ύψηλοτερα προσόντα, ενισχυμένη ευθύνη και περισσότερη συμμετοχή.

Η αντίληψη, ότι ο προϊστάμενος βρίσκεται ψηλότερα μόνο και μόνο επειδή έχει να παίξει διαφορετικό ρόλο κι όχι επειδή έχει τίποτε μυ­στηριώδη χαρίσματα, καθησυχάζει την εξισωτική συνείδηση και τη συμφιλιώνει με τις πραγματικότητες του καταμερισμού της εργασίας. “Άλλωστε η εκτόπιση της ιδέας της ιεραρχίας από την ιδέα του ρόλου συντείνει από μόνη της στην επίταση της εναλλαξιμότητας και της προσωρινότητας των θέσεων των ατόμων μέσα στη διαδικασία της κοινωνικής εργασίας. Η εξουσία ή η αυθεντία με την παραδοσιακή της έννοια ξεφτίζει, και στη θέση της μπαίνει ως ενοποιητικό στοιχείο η σταθερότητα των δομών και των μηχανισμών, εντός και στο όνομα των οποίων μοιράζονται οι ρόλοι.

Παρ’ όλα αυτά η μαζική δημοκρατία πραγματοποίησε την ισότητα στην άσκηση εξουσίας τόσο λίγο όσο και την ισότητα στην κατανάλωση. Η αντίφαση ανάμεσα στην αναγκαιότητα εξουσίας και στη γενική ομολογία πίστεως προς την αρχή της ισότητας λύθηκε με την υποταγή της εξουσίας στους ίδιους κανόνες του παιγνιδιού, που ι­σχύουν και στους άλλους τομείς της κοινωνικής ζωής της μαζικής δημοκρατίας. Έτσι, η άσκηση εξουσίας είναι κατ’ αρχήν ανοιχτή στον καθένα, εφ’ όσον αποδειχθεί ικανός να εκμεταλλευθεί τις προσφερόμενες ευκαιρίες καλύτερα από τους ανταγωνιστές του. Τούτο σημαίνει αντικατάσταση της ταξικής κυριαρχίας από την κυριαρχία ελίτ, οι οποίες αδιάκοπα συγκροτούνται, διαλύονται ή μεταβάλλουν τη σύνθε­ση τους, αφού τα μέλη τους δεν πρέπει να κατέχουν εξ υπαρχής ορισμένες κοινωνικές προϋποθέσεις.

Η συμμετοχή στις ελίτ δεν είναι ούτε κληρονομική ούτε αναγνωρίζεται με βάση οποιαδήποτε προσωπική ιδιότητα, εκτός από την ικανότητα να αντιμετωπίζονται με ε­πιτυχία οι εκάστοτε αντίπαλοι εντός και εκτός της ελίτ· επομένως οι ελίτ μπορούν να γίνουν μόνιμα όργανα άσκησης εξουσίας μονάχα μετά την κατάτμηση της κοινωνίας σε άτομα και την επιβολή των εξισωτικών άρχων και στάσεων. Διαμορφώνονται μέσα στην πολιτική, στην οικονομία και στην κοινωνική ζωή, ανταγωνίζονται η μία την άλλη ή κλείνουν μεταξύ τους συμμαχίες και πορίζονται τη νομιμοποίηση τους από το γεγονός ότι είναι ανοιχτές για τον καθένα, ήτοι δεν παραβιά­ζουν την υπέρτερη αρχή της ισότητας (των ευκαιριών).

Ανταγωνιστι­κές πολιτικές ελίτ, οι οποίες πολεμούν η μία την άλλη για την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας, πρέπει να νομιμοποιηθούν επιπρόσθετα με την ετυμηγορία του εκλογικού σώματος. Κάθε ελίτ, εφ’ όσον εγείρει αξιώσεις πάνω στην εξουσία αυτήν, υποχρεώνεται να αγωνιστεί για να κερδίσει την εύνοια των εκλογέων, οπότε πρέπει να επηρεάσει τη βούληση τους και συνάμα να επηρεασθεί και η ίδια από τη βούληση τούτην.Η διέξοδος από τη διελκυστίνδα της αντικειμενικής διπλής ανάγκης να ασκηθεί εξουσία και ταυτόχρονα να ληφθούν υπόψιν οι ποικίλες επιθυμίες των εκλογέων είναι ο λαϊκισμός, ο οποίος σε διάφορες παραλλαγές και σε διάφορους βαθμούς αποτελεί φαινόμενο αναπόσπαστο από την πολιτική και κοινωνική ζωή της μαζικής δημοκρατίας.

Λαϊκισμός είναι λοιπόν ο τρόπος, με τον οποίο γεφυρώ­νεται (προσωρινά) η αντίφαση ανάμεσα στην αρχή της γενικής ισότητας και στην (προσωρινή) έμπρακτη εξουσία μιας ελίτ μέσα στις συνθήκες της μαζικοδημοκρατικής πολιτικής. Συνίσταται στο ότι οι πολιτικές ελίτ, παρά την επιδίωξη τους να κρατήσουν για τον εαυτό τους το μονοπώλιο των αποφάσεων, υποχρεώνονται να αποτίσουν φόρο τιμής σε ορισμένες διαδεδομένες ιδέες ή προκαταλήψεις που κολακεύουν τις μάζες.

Έτσι π.χ. κάθε ελίτ αποκρούει την υποψία ότι η εξουσία της μέσα στο κράτος ή η συναφής της αξίωση θα ήταν ποτέ δυνατόν να επηρεάσει δυσμενώς ή και να άρει την ισότητα ανάμεσα σε όλα τα μέλη της κοινωνίας· απεναντίας, αυτοπαρουσιάζεται ως η πιο αξιόπιστη εγγύηση για τη διαφύλαξη ή την επέκταση τούτης της ισότητας. ‘Ισχυρίζεται ότι είναι σαρξ εκ της σαρκός του λαού, άριστος γνώστης και ερμηνευτής των ενδόμυχων ευχών και ονείρων του, κοντολογίς πιστός εκτελεστής της λαϊκής βούλησης.

---------------------------------

Πηγή: ΕΡΑΝΙΣΤΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: