
Γιάννης Σταύρου, Αρόδο, λάδι σε καμβά
Απολλώνιος & Διονυσιακός...
Ωραίος...
Μας παραπέμπει στην Ελλάδα του ονείρου και των οραμάτων...
Στην Ελλάδα που χάσαμε για πάντα - χωρίς επιστροφή...
Άγγελος Σικελιανός
Αναδυομένη
Στο ρόδινα μάκαριο φως, να με, ανεβαίνω της αυγής,
με σηκωμένα χέρια,
η θεία γαλήνη με καλεί του πέλαου, έτσι για να βγω
προς τα γαλάζια αιθέρια,
μα ω άξαφνες πνοές της γης που μες στα στήθια μου χυμάν
κι ακέρια με κλονίζουν!
Ω Δία, το πέλαγο είν' βαρύ και τα λυτά μου τα μαλλιά
σα πέτρες με βυθίζουν!
Αύρες τρεχάτε -ω Κυμοθόη, ω Γλαύκη,- ελάτε πιάστε μου
τα χέρια απ' τη μασκάλη.
Δε πρόσμενα έτσι μονομιάς παραδομένη να βρεθώ
μες στου ήλιου την αγκάλη...

Γιάννης Σταύρου, Άγγελος Σικελιανός
(μικτή τεχνική)
Από Τις "Ραψωδίες Του Ιονίου"
Το διπλοπόδι ο γέροντας, μπροστά μας ετραγούδα
τα λυγερά και τα πλατιά τραγούδια της Ηπείρου.
Τα εκατό χρόνια δείχνονταν σοφά στο σάλεμά του,
αργό σα το ξεκούρασμα του αϊτού σε δυο φτερούγες.
Πλάκα το χέρι το ζερβί και χάραζε με τ' άλλο,
στορώντας πως εξόμπλιασεν η κόρη το μαντίλι,
αργόν-αργό, τον άγραφον αλαφρωμένο νόμο,
κατά πως γράφει η θάλασσα με το φτερό τ' ανέμου
απάνω σ' απλωτό γιαλό που 'χει ψιλό τον άμμο...
Τρεχαντήρα
Καταμεσίς ανέμου η τρεχαντήρα,
με τα πανιά της τόξα τεντωμένα,
του διακιού τη στερνήν επήρε γύρα
στα γαλανά βουνά τα γυμνωμένα...
Κι ο αιθεροδρόμος βόγγος που 'πλημμύρα
στα ξάρτια, στα πρυμνήσια, στην αντένα
-δελφίνια παρατρέχαν ολοένα-
την έκρουε μες στο κύμα, ολόρτη λύρα!
Δίκοπη σπάθα ξέσκιζε η καρίνα...
Κι ο αφρός στη πρύμνα, χώριος σε δυο κρίνα,
των σταλιών ανατίναζε το σείστρο...
Σαν μ' ένα "λάσκα!" -ο ήλιος μεσουράνει-
στων Σαλώνων εμπήκε το λιμάνι
με τον καταμεσήμερον μαΐστρο!
Ύμνος Στον Εωσφόρο Το 'Αστρο
Ήρτε γυναίκα απ' τα βουνά, σκιρτώντας
σαν αλαφίνα, σειώντας τα μαλλιά της
σα νέο λιοντάρι και στην αγκαλιά της,
σα με ψηλό κρατώντας τη ζωνάρι,
σε μυστικό κανίσκι, τη καρδιά της,
ήρτε γυναίκα που 'χε στη ποδιά της,
σα το μαυροαίματο λαγό που τρέμει
κι από 'να φύλλο, την αποθυμιά της
κι ήρτε σ' εμέ ολόϊσα, σαν οι ανέμοι
στο μοναχό το δέντρο, που βιγλίζει
τεράστιο σε κορφή και συνορίζει
τα σύμπαντα και ξάφνου βοή να γέμει
προφητική τον ουρανόν αρχίζει
κι ήρτε και μ' ηύρε κι όταν πλημμυρίζει
ποτάμι, στην οχτιά του, το πλατάνι
το δυνατό και γύρα του, αφρισμένο,
μετράει τη δύναμή του και το κάνει
να σαλεύει απ' τη ρίζα, ευτυχισμένο,
ήρτε η γυναίκα που προσδόκαα τώρα
-κι ανήξερα- καιρό, κρυφά, μονάχος,
στη κορυφή του πόθου μου σα βράχος
κι ήρτε για πάντα κι ήρτε σαν η μπόρα...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου