t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015

στου λόφου την ψυχρή πλαγιά...

Γι’ αυτό πάω κι έρχομαι, κι όλο γυρίζω,
εδώ μονάχος, μ’ όψη αχνή,
της λίμνης κι αν ξεράθηκαν τα βρύα,
κι αν πια δεν κελαηδεί πουλί...

*
And this is why I sojourn here,           
Alone and palely loitering,   
Though the sedge is wither’d from the lake,   
And no birds sing... 


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πλαγιά στον Υμηττό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Τζων Κητς
Η αδάκρυτη καλοκυρά

Δυστυχισμένε, τι έχεις και γυρίζεις
εδώ μονάχος, μ’ όψη αχνή;
Της λίμνης εξεράθηκαν τα βρύα,
και πια δεν κελαηδεί πουλί.

Δυστυχισμένε, τι έχεις κι είσαι τόσο
αλαλιασμένος και χλωμός;
Γέμισε η βερβερίτσα τη φωλιά της,
κι έχει τελειώσει ο θερισμός.

Κρίνο νωπό στο μέτωπό σου βλέπω,
της αγωνίας τη δροσιά.
Στο μάγουλό σου ρόδο μαραμένο,
που αποξηραίνεται γοργά.

Είδα μια ωραία κυρά μες στα λιβάδια,
νεραϊδοπούλα γαλανή,
κι είχε μακριά μαλλιά κι αλαφρό πόδι,
κι άγρια τα μάτια της πολύ.

Την ανεβάζω στο ήμερο άλογό μου,
κι άλλο δεν έβλεπ’ απ’ αυτή,
γιατί στο πλάι μου γέρνει και τραγούδι
νεράιδας σιγοτραγουδεί.

Πλέκω για το κεφάλι της στεφάνι,
βραχιόλια, ζώνη, όλο ευωδιά,
και σα να μ’ αγαπούσε με κοιτάζει
κι αναστενάζει σιγανά.

Γλυκόρριζες μού βρήκε, κι άγριο μέλι,
βρήκε του μάννα τη δροσιά,
και μου ’πε με τη ξωτικιά της γλώσσα
‘‘Ναι! σ’ αγαπώ στ’ αληθινά’’.

Στη νεραϊδοσπηλιά της σα με πήγε,
μ’ είδε και στέναξε βαθιά.
Της φιλώ τ’ άγρια και θλιμμένα μάτια,
ώσπου τα κοίμησα γλυκά.

Και κοιμηθήκαμε πάνω στα βρύα,
κι όνειρον είδα, ω δυστυχιά,
τ’ όνειρο, που στερνό μου όνειρο εστάθη,
στου λόφου την ψυχρή πλαγιά!

Σαν το θάνατο αχνοί ήταν βασιλιάδες,
και πλήθη μαχητών χλωμά,
που κράζανε ‘‘Στα δίχτυα σ’ έχει πιάσει
η αδάκρυτη Καλοκυρά’’.

Κι είδα στα σκότη τ’ άσαρκά τους χείλη,
σα φριχτό μήνυμ’ ανοιχτά,
και βρέθηκα, ξυπνώντας, εδώ πάνω
στου λόφου την ψυχρή πλαγιά.

Γι’ αυτό πάω κι έρχομαι, κι όλο γυρίζω,
εδώ μονάχος, μ’ όψη αχνή,
της λίμνης κι αν ξεράθηκαν τα βρύα,
κι αν πια δεν κελαηδεί πουλί.

(Μετ. Μάρκος Τσιριμώκος)

John Keats
La Belle Dame Sans Merci

O WHAT can ail thee, knight-at-arms,   
  Alone and palely loitering?   
The sedge has wither’d from the lake,   
  And no birds sing.   

O what can ail thee, knight-at-arms!          
  So haggard and so woe-begone?   
The squirrel’s granary is full,   
  And the harvest’s done.   

I see a lily on thy brow   
  With anguish moist and fever dew,          
And on thy cheeks a fading rose   
  Fast withereth too.   

I met a lady in the meads,   
  Full beautiful—a faery’s child,   
Her hair was long, her foot was light,         
  And her eyes were wild.   

I made a garland for her head,   
  And bracelets too, and fragrant zone;   
She look’d at me as she did love,   
  And made sweet moan.           

I set her on my pacing steed,   
  And nothing else saw all day long,   
For sidelong would she bend, and sing   
  A faery’s song.   

She found me roots of relish sweet,         
  And honey wild, and manna dew,   
And sure in language strange she said—   
  “I love thee true.”   

She took me to her elfin grot,   
  And there she wept, and sigh’d fill sore,           
And there I shut her wild wild eyes   
  With kisses four.   

And there she lulled me asleep,   
  And there I dream’d—Ah! woe betide!   
The latest dream I ever dream’d          
  On the cold hill’s side.   

I saw pale kings and princes too,   
  Pale warriors, death-pale were they all;   
They cried—“La Belle Dame sans Merci   
  Hath thee in thrall!”           

I saw their starved lips in the gloam,   
  With horrid warning gaped wide,   
And I awoke and found me here,   
  On the cold hill’s side.   

And this is why I sojourn here,           
  Alone and palely loitering,   
Though the sedge is wither’d from the lake,   
  And no birds sing.

Δεν υπάρχουν σχόλια: