t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

η ζωή υπεχώρει βραδέως...

Ενόμιζες, ότι η ζωή, η άλλοτε τόσον σφριγωδώς επί της χώρας ταύτης επανθήσασα, υπεχώρει τώρα βραδέως, αλλά σταθερώς προς τους ενδοτάτους μυχούς της φύσεως...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Φθινόπωρο στον Υμηττό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)


Γεώργιος Βιζυηνός
Το μόνον της ζωής του ταξείδιον
(απόσπασμα)

...Περί τα κράσπεδα της ακροπόλεως, αμέσως υπό τα βλέμματά μας, έκειντο κατά συγκεχυμένας ομάδας αι οικίαι της πολίχνης, εν ταις αυλαίς των οποίων έβλεπέ τις άνδρας, γυναίκας, παιδία, ενασχολουμένους να εισαγάγωσι τα φθινοπωρινά αυτών προϊόντα εις τας αποθήκας. Αμέσως περί την πόλιν εφαίνοντο οι λαχανόκηποι με τα γηραλέα, τα φυλλορροούντα δένδρα περί τους λελυμένους φραγμούς των· και τους τελευταίους τρυγητάς, φορτώνοντας τα όψιμα λαχανικά επί των αμαξών των· αυτού πλησίον εκάπνιζον καιόμενα τα άχρηστα απομεινάρια των ερήμων πλέον αλωνίων. Παρέκει ήρχοντο εκτεινόμενοι ημικυκλικώς εις μεγίστην ακτίνα οι καρποφορώτατοι της χώρας αγροί, εν οις όμως δεν εσείοντο πλέον βαρείς των δημητριακών οι στάχυς, ως επιφάνεια ξανθής κυμαινομένης θαλάσσης, αλλ’ έβοσκον ελευθέρως, δαπανώντα και την τελευταίαν χλωράν βοτάνην τα βραδέως προς την πόλιν επιστρέφοντα ποίμνια και αι αγέλαι. Εις το απώτατον του ορίζοντος βάθος έκλειον, ως υψηλόν περιθώριον, την αχανή ταύτην εικόνα οι αμπελώνες του τόπου, έρημοι και ούτοι μετά τον τρυγητόν κ’ εγκαταλελειμμένοι. Η λαμπρά ποικιλία των τελευταίων φθινοπωρινών χρωμάτων, οι κατά συχνά διαστήματα διαυλακούντες την χώραν ποταμίσκοι, τα παρά τας όχθας αυτών γραφικώς εγειρόμενα συμπλέγματα δένδρων και οικοδομών, οι κατά τόπους ως μέγιστα κωνοειδή χώματα υψούμενοι των Οδρυσών τύμβοι όχι μόνον διέκοπτον την συνήθη των επιπέδων χωριογραφιών μονοτονίαν, αλλά και παρείχον εις την απέραντον εκείνην εικόνα έκτακτον, θαυμασίαν ενότητα και ποικιλίαν.
Και όμως προ του τερπνοτάτου τούτου θεάματος ―το ενθυμούμαι ακόμη― μυστική τις ανησυχία, θλιβερόν τι προαίσθημα συνείχε την καρδίαν μου. Ενόμιζες, ότι η ζωή, η άλλοτε τόσον σφριγωδώς επί της χώρας ταύτης επανθήσασα, υπεχώρει τώρα βραδέως, αλλά σταθερώς προς τους ενδοτάτους μυχούς της φύσεως· η δ’ επί της όψεως αυτής εναπομένουσα λαμπρότης δεν ήτον ει μη το τελευταίον, το ύστατον μειδίαμα επί των χειλέων του θανατιώντος.
Ο παππούς, αφ’ ού εφ’ ικανήν ώραν ενησχολήθη με το θέαμα τούτο σιωπηλός και αφηρημένος, εστήριξε το βλέμμα επί ενός των απωτέρων κωνοειδών χωμάτων εις το βάθος του ορίζοντος και δείξας δια του δακτύλου:
― Την βλέπεις, ψυχή μου, είπεν, εκείνην την “τούμβα”;
― Ποιάν, παππού;
― Νά εκείνην την αψηλότερη από όλαις ταις άλλαις, που φαίνεται, εκεί που τελειώνει της γης το πρόσωπο.
― Την βλέπω· εγγίζει τον ουρανό με την κορφή της, παππού.
― Άι χακ! Είπεν ο παππούς, ευχαριστημένος εκ της απαντήσεως. Ο ουρανός ακουμβά πάνου της. Δεν ακουμβά;
― Ναι, παππού! Η γης τελειώνει αυτού πέρα και αρχίζει ο ουρανός.
― “Άι χακ”! ανεφώνησεν ο γέρων έτι μάλλον ευχαριστημένος. Είτα προσηλώσας επ’ εμού υπερήφανον βλέμμα· ― Ώς εκεί πέρα, είπε, μ’ εβάσταξε να ταξειδέψω!
Και επρόφερε τας λέξεις με ύφος τόσον εναβρυντικόν, ώστε δεν ηννόησα ευθύς εάν του παππού τού εβάσταξε να ταξειδεύση μέχρι του ουρανού, ή μέχρι της “τούμβας”, εφ’ ης εφαίνετο ο ουρανός στηριζόμενος.
Ο παππούς εξηκολούθησεν.
― Η “τούμβα” φαίνεται από το παράθυρό μας· από μικρό παιδί την έβλεπα και το είχα ένα “μεράκι” ―μια μεγάλη επιθυμία― να ήτανε βολετό να πήγαινα εκεί κάτω, ν’ αναίβω στην κορφή της “τούμβας”, να μβώ εις τα ουράνια. Μα έλα που ήμουνα κορίτσι! Πώς να βγώ μέσα στους δρόμους;
Σαν μ’ έκοψεν ο κύρης μου τα μαλλιά και μ’ έβαλε καβάδι, και μ’ έκαμεν, έτσι δια μιας αγόρι ―εκείνοι εψαλίδιζαν χαρτιά και έπλεκαν του γάμου τα στεφάνια, εγώ, μια κλωθογυρνώ την άκρην άκρη, και βγαίνω στην αυλή. Το ταξείδι είχα στον νου μου, και μόνο το ταξείδι.
Μετά τινα σιωπήν, καθ’ ην ο παππούς εφαίνετο συγκεντρών τας αναμνήσεις του:
― Έξω από τ’ ορνιθαριό, είπεν, ήτον ένα ξύλο στημένο, με κάτι ξυλάκια σταυρωτά πάνω σ’ αυτό καρφωμένα, για να πατούν οι όρνιθες ν’ αναιβαίνουν σταις φωλιαίς των. Το είχα από μιας αρχής στο μάτι. Θα τ’ ακουμβήσω στο γυαλί του ουρανού, έλεγα με τον νου μου, σαν σκάλα, θ’ αναίβω, θα τρυπήσω μια τρύπα ―θαμβώ μέσα. Έτσι, ψυχή μου, σου παίρνω το ξύλο στον ώμο, και, σαν με διουν, ας με γράψουν!
― Βγαίνω από την αυλή, στρίβω δεξιά και ―δρόμο! Ο κόσμος που μ’ έβλεπε, πού να με γνωρίση πως ήμουν η Γεωργιά η θυγατέρα του Σύρμα! Ήταν σαν να ήρθα πρώτη φορά στον κόσμο.
Ώς και η Χρουσή, η γιαγιά σου, που με είδεν έτσι με το καβάδι, μ’ έβαλε μπροστά με ταις πέτραις. Όχι τάχα πως μ’ εγνώρισεν· μα έτσι τα κατάτρεχεν από μιας αρχής τ’ αγόρια. Εγώ ― δρόμο. Από τέτοιο ταξείδι, ποιός μπορεί να μ’ εμποδίση; Βγαίνω στους κήπους· μβαίνω στα χωράφια· περνώ τον ποταμό· τα μάτια καρφωμένα στην “τούμβα”, και ―δρόμο. Πάγω ένα μίλι, πάγω δύο. Μα ―τί θαρρείς, ψυχή μου; Η “τούμβα”, όσο προχωρώ, τραβιέται μακρότερα! Ο ουρανός, όσο κοντεύω, σηκώνετ’ αψηλότερα! Α! αυτό, ψυχή μου, μ’ έκοψε τα γόνατα! Κουρασμένος ήμουν από πολύ προτήτερα, μα δεν μ’ αποφάνηκε, παρά σαν είδα πως η άκρα του ουρανού επήγαινεν όλον έν μακρύτερ’ από την “τούμβαν”, που ελογάριαζα να τον εύρω. Τότε μου εκόπηκε το “χαβέσι”, και έννοιωσα, πως είμαι κουρασμένος, πως πεινώ, πως το ξύλο που σηκόνω βαραίνει σαν μολύβι, πως άρχησε να βραδυάζη και ―τί τα θέλεις, ψυχή μου; ―τότες εγύρισα πίσω κι’ αφήκα το ταξείδι ατελείωτο!
Γιατί, διες, επρόσθεσεν είτ’ αμέσως ο γέρων, εσυλλογίσθηκα κοντά εις τ’ άλλα και τον κύρη μου. Αυτός ―Θεός σχωρέσ’ τονε― δεν έμοιαζε την γιαγιά σου, την Χατζίδενα.
― Πώς, παππού;
― Χμ! είπεν εκείνος, εκφραστικώς μειδιάσας. Η γιαγιά σου, ψυχή μου, μπουμπουνίζει, μα δεν βρέχει. Ο κύρης μου έβρεχε, μα δεν εμπουμπούνιζε! Γι’ αυτό, ψυχή μου, εγύρισα πίσω. ― Ήταν “το μόνο ταξείδι της ζωής μου”, επρόσθεσεν είτα σύννους ο γέρων, μα ― έμειν’ ατελείωτο.
― Και τα πράγματα, που είδες παππού, και ξεύρεις; ― ηρώτησα εγώ τότε εν μεγίστη απορία. ― Στην χώρα που ψήν’ ο ήλιος το ψωμί εκεί κοντά που ζουν οι Σκυλοκέφαλοι, πότε επήγες, παππού;
― Ω! είπεν εκείνος τότε. Αυτού, ψυχή μου, δεν επήγα· με τ’ αφηγήθηκε η γιαγιά μου, όταν μ’ εμάθαινε να πλέκω.
― Και στης θάλασσας τον αφαλό, παππού, που βγαίνει η Φώκια και πιάνει τα καράβια, και τα ρωτά για τον Αλέξανδρο τον βασιλέα; Κ’ εκεί δεν επήγες;
― Όχι, ψυχή μου! Κι αυτό με τ’ αφηγήθηκ’ η γιαγιά μου.
― Και στο σπήλαιο, παππού, που είν’ η Μάγισσα, που μαρμαρώνει τους ανθρώπους, κ’ εκεί δεν επήγες;
― Όχι, ψυχή μου! Η γιαγιά μου, με τ’ αφηγήθηκε, η γιαγιά μου.
Απερίγραπτος είναι η αύξουσα έντασις της απογοητεύσεώς μου ανά πάσαν αυτού απόκρισιν. Όλη λοιπόν η μεγάλη εκείνη ιδέα μου περί των ταξειδίων του παππού, όλη μου η προς αυτόν υπόληψις κ’ εμπιστοσύνη δια την κοσμογνωσίαν και πολυπειρίαν του περιωρίζετο έξαφνα εις τας διηγήσεις, δηλαδή τα παραμύθια, τα οποία ήκουσεν από την μάμμην του, καθ’ ον χρόνον είχε την αφέλειαν να πιστεύη ο πτωχός και το ότι ήτο θηλυκού και ουχί αρσενικού γένους! Απελπισία και αγανάκτησις κατείχε την καρδίαν μου.
― Και ταις βασιλοπούλαις, παππού, και αυταίς λοιπόν δεν ταις είδες με τα μάτια σου; και δεν έφαγες και δεν εκουβέντιασες μαζί των;
― Ποιαίς βασιλοπούλαις, ψυχή μου;
― Νά! αυταίς που ερωτεύονται με τα ραφτόπουλα, και αρρωστούν από την αγάπη, και στέλνουν τον πατέρα τους, τον βασιλέα με την κορώνα, να πάγη να παρακαλέση τον γαμβρό; Δεν θυμάσαι, που με τώλεγες; Δεν θυμάσαι την Χρυσόμαλλη Νεράιδα και τα λευκονδυμένα νεραϊδόπουλα, που τραγουδούν, παππού, και γελούν και χορατεύουν, και ράφτουν τα νυφιάτικα, χωρίς ραφή και ράμμα;
― Αχ! ψυχή μου! Είπεν ο γέρων τότε λυπημένος. Αυτό το άκουσα από την γιαγιά μου, όταν μ’ εμάθαινε να κεντώ και να ράφτω! Μα θαρρώ, ψυχή μου, πως μήτ’ εκείνη δεν το είδε με τα μάτια της!
Τούτο διέλυσε και την ελαχίστην μου πλάνην!… Εις το χαρέμιον της Βαλιδέ-Σουλτάνας, όπισθεν του στρογγύλου ερμαρίου εν τω τοίχω, δεν μ’ επερίμενε λοιπόν η βασιλοπούλα! Και δεν ήτον αυτή που μ’ έδιδε τα μοσχομυρισμένα εκείνα γλυκίσματα, αλλά τίς οίδε τί πιναρός, ρικνοπρόσωπος, πλατύστομος γέρο-Αράπης! Είχον δίκαιον οι συμμαθηταί μου!
Αλλά λοιπόν αι κακουχίαι και τα βάσανα, όσα υπέστην, και όσα έμελλον να υποστώ, με την γλυκείαν ελπίδα, να επιστρέψω ποτέ εις το χωρίον με μίαν βασιλοπούλαν εις το πλευρόν μου, επήγαινεν εις τα χαμένα; επήγαν δια τίποτε; Καλά, παππού! Αν με διης και σύ ποτε να ξαναπιάσω βελόνι, πες πως είμαι θηλυκός και δεν το ξεύρω!
Και τον ενδιάθετον τούτον λόγον ητοιμαζόμην να προφέρω, ελέγχων συγχρόνως τον παππούν, διότι έγεινεν αιτία να υπάγω εις την Πόλιν να κακουχηθώ επί ματαίω. Αλλ’ ότε, υψώσας τους οφθαλμούς, είδον τον παππούν με το ονειροπολούν αυτού βλέμμα διαρκώς προσηλωμένον μακράν επί της κορυφής του κωνοειδούς εκείνου χώματος, από του οποίου ήλπισέ ποτε να εισέλθη εις τα ουράνια, δεν ηξεύρω ποία μυστηριώδης δύναμις εδέσμευσε την φωνήν επί της γλώσσης μου.
Ο ήλιος είχε κατέλθει πολύ χαμηλότερα προς την δύσιν. Πάσα ύπαρξις, πάσα εκδήλωσις ζωής απεσύρετο σιγαλά και βραδέως προς τα ενδοτέρω της πόλεως.
Η έκφρασις της χωριογραφίας μοι εφάνη τώρα μελαγχολικωτέρα, θλιβερωτέρα. Η καρδία μου εταράχθη εκ νέου. Μεταξύ της φυσιογνωμίας της σκηνής και της εκφράσεως του ωχρού και μαραμένου του παππού προσώπου, όπως εφωτίζετο υπό των τελευταίων του ηλίου ακτίνων, υπήρχε τόση ομοιότης, τόση στενή συγγένεια!…
Ο καϋμένος ο παππούς! εσκέφθην προς εμαυτόν, επάλευσε κ’ ενίκησε τον άγγελον χωρίς της βοηθείας μου, αλλά εξαντλήθη και αδυνάτησε τόσο πολύ, που, αν ξανακυλήση έτσι καθώς είναι κανείς δεν τον γλυτώνει.
― Άρχισε να κάμνη κρύο, ψυχή μου ― Είπεν ο γέρων έξαφνα ― Έλα να πάμε.
Τω έτεινα σιωπηλώς την χείρα και υποστηρίζων αυτόν όσον ηδυνάμην, τον συνώδευσα εις την οικίαν του.
Την νύκτα εκείνην έκαμε τω όντι πολύ ψύχος. Τη δε πρωία της επιούσης παχεία πάχνη έκειτο λευκάζουσα επί των μεμαραμένων φύλλων των καλυπτόντων το έδαφος του κήπου μας. Μόλις αφυπνίσθην και έδραμον εις την οικίαν του αγαπητού μου παππού. Αλλ’ οποία διαφορά από της χθες μέχρι σήμερον! Πλήθος συγγενών και οικείων συνωστίζοντο σοβαροί και άφωνοι εις την αυλήν, εις το κατώγειον εις την “σάλαν” της γιαγιάς, εν τω μέσω της οποίας έκειτο μακρύς μακρύς ο παππούς ― Εφαίνετο πως δεν εξύπνησεν ακόμη.
Βαθεία ειρήνη εβασίλευεν επί της μορφής του. Μία υπερκόσμιος αίγλη, εν είδει μειδιάματος βαθμηδόν αποσβεννυμένου έπαιζε με τα χαρακτηριστικά του προσώπου του.
Η γιαγιά με τας χείρας θηλυκωμένας περί τα γόνατά της, με το απελπισμένον της βλέμμα απλανές, επί της όψεως του παππού, εκάθητο ωχρά, βωβή, ακίνητος ως απολιθωμένη παρά το πλευρόν του. Η ταλαίπωρος! Τί δεν θα έδιδεν όπως τον εμποδίση από τούτο το ταξείδιον! Διότι το μειδίαμα του παππού ήτον η λάμψις, ην έσυρεν οπίσω της η προς ουρανόν αποδημούσα ψυχή του.
Διότι ο καϋμένος ο παππούς συνεπλήρωνε αληθώς τώρα “το μόνον της ζωής του ταξείδιον”!

Δεν υπάρχουν σχόλια: