Ταξιδιώτη, ταξιδιώτη δέξου την επιστροφή,
Δεν έχει θέση πια σε σένα για τα καινούργια πρόσωπα,
Τ’ όνειρό σου σχεδιασμένο με τα πολλά τοπία,
Ας το να ξεκουραστεί μες στο καινούργιο σου περίγραμμα...
*
Voyageur, voyageur, accepte le retour,
Il n’est plus place en toi pour de nouveaux visages,
Ton rêve modelé par trop de paysages
Laisse-le reposer en son nouveau contour...
Γιάννης Σταύρου, Δύση στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, λάδι σε καμβά
Ζυλ Συπερβιέλ
Ταξιδιώτη, ταξιδιώτη...
Ταξιδιώτη, ταξιδιώτη δέξου την επιστροφή,
Δεν έχει θέση πια σε σένα για τα καινούργια πρόσωπα,
Τ’ όνειρό σου σχεδιασμένο με τα πολλά τοπία,
Ας το να ξεκουραστεί μες στο καινούργιο σου περίγραμμα.
Γλίτωσε από τον ορίζοντα που όλο με θόρυβο σε διεκδικεί
Για να ακούσεις επιτέλους τη ζωντανή σου οχλοβοή
Που τώρα την φυλά με τις αψίδες της τις καταπράσινες
η φοινικιά που υποκλίνεται στις πηγές της ψυχής σου.
Μεταθανάτιο
Θα 'πρεπε να δώσουμε στους νεκρούς φράσεις καθημερινές
Λέξεις που με ευκολία πηγαίνουν απ’ τα χείλια μας στα αυτιά τους,
Λέξεις για να βαστούν συντροφιά
Όταν δεν είμαστε πια στη ζωή.
Βοηθείστε με, φίλοι μου, άνθρωποι,
Δεν είναι δουλειά μοναχά για έναν. Από τις μεταχειρισμένες φράσεις τριμμένες από τα χρόνια
Φράσεις δικές σας και δικές μου μα και των πατεράδων μας
Προπάντων για τους νεκρούς του πολέμου
Με τη μοίρα τους που εξερράγη Φράσεις διαλεγμένες προσεχτικά
Για να τους έχουν εμπιστοσύνη.
Τίποτε δεν είναι τόσο δειλό όσο ένας νεκρός
Αισθάνεται λιγάκι τον έξω αέρα
Και να που δυσπιστεί,
Φράσεις που πρέπει να τις βαστούμε έτοιμες
Για να τις τρίβουν λιγάκι στα χείλια τους
Και βρίσκοντας τες τόσο όμορφες από την μεγάλη τους χρήση
Αισθάνονται το μικρό πυρετό
Που μαζί του έχασε μια όμορφη μέρα την ανάμνηση των σκοταδιών
Και κοίταξε πίσω του.
(Μετ. Κώστας Ριτσώνης)
Jules Supervielle
Voyageur, Voyageur...
Voyageur, voyageur, accepte le retour,
Il n’est plus place en toi pour de nouveaux visages,
Ton rêve modelé par trop de paysages
Laisse-le reposer en son nouveau contour.
Fuis l’horizon bruyant qui toujours te réclame
Pour écouter enfin ta vivante rumeur
Que garde maintenant de ses arcs de vendeur
Le palmier qui s’incline aux sources de ton âme.
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...
Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Δευτέρα 18 Ιουλίου 2016
Κυριακή 17 Ιουλίου 2016
Αόρατοι κατοικούμε σε μια μουσική...
Αόρατοι κοιμόμαστε στη χλόη
Και κελαηδάμε...
Γιάννης Σταύρου, Ελαιώνας στην Αττική, λάδι σε καμβά
Γιώργος Σαραντάρης
Αόρατοι κατοικούμε σε μια μουσική
Αόρατοι κατοικούμε σε μια μουσική
Σε μια μεγάλη κάμαρα
Σε μια μουσική
Που έχει όργανο την ησυχία
Τραπέζι τη γη
Δάχτυλα τον αγέρα και τη βροχή
Κι έμπνευση τον άνεμο
Αόρατοι κοιμόμαστε στη χλόη
Και κελαηδάμε
Όταν ξαπλώνουμε
Με τα πόδια στον ορίζοντα
Και τους πόθους στον ουρανό
Το φως της αυγής
Είναι η βρύση που μας ξυπνά
Όπως είναι και η κούνια στα παιδιά μας
Και κελαηδάμε...
Γιάννης Σταύρου, Ελαιώνας στην Αττική, λάδι σε καμβά
Γιώργος Σαραντάρης
Αόρατοι κατοικούμε σε μια μουσική
Αόρατοι κατοικούμε σε μια μουσική
Σε μια μεγάλη κάμαρα
Σε μια μουσική
Που έχει όργανο την ησυχία
Τραπέζι τη γη
Δάχτυλα τον αγέρα και τη βροχή
Κι έμπνευση τον άνεμο
Αόρατοι κοιμόμαστε στη χλόη
Και κελαηδάμε
Όταν ξαπλώνουμε
Με τα πόδια στον ορίζοντα
Και τους πόθους στον ουρανό
Το φως της αυγής
Είναι η βρύση που μας ξυπνά
Όπως είναι και η κούνια στα παιδιά μας
Σάββατο 16 Ιουλίου 2016
Ανάμεσα στη βέβαιη και την περιπλανώμενη...
Και ζούμε κατά τρόπο
Που η ζωή που κάποιος έχει
Είναι εκείνη που έχει να σκέπτεται...
Γιάννης Σταύρου, Αναγνώστρια, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Φερνάντο Πεσσόα
Η περιπλανώμενη το όνομα αρμόζει
Έχω τόσα αισθήματα
Που συχνά πείθω τον εαυτό μου
Ότι είμαι αισθηματίας,
Αλλά αναγνωρίζω, μετρώντας τον
Ότι όλο αυτό είναι σκέψη
Πού εγώ δεν ένιωσα τελικά.
Έχουμε, όσοι ζούμε,
Μια ζωή πού είναι ζωντανή
Και μιαν άλλη πού σκεπτόμαστε,
Και η μόνη οπού ζούμε
Είναι εκείνη που είναι μοιρασμένη
Ανάμεσα στη βέβαιη και την περιπλανώμενη.
Στην οποία περισσότερο από πραγματική
Η περιπλανώμενη το όνομα αρμόζει
Κανείς δε θα το ξέρει να το εξηγήσει,
Και ζούμε κατά τρόπο
Που η ζωή που κάποιος έχει
Είναι εκείνη που έχει να σκέπτεται.
Που η ζωή που κάποιος έχει
Είναι εκείνη που έχει να σκέπτεται...
Γιάννης Σταύρου, Αναγνώστρια, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Φερνάντο Πεσσόα
Η περιπλανώμενη το όνομα αρμόζει
Έχω τόσα αισθήματα
Που συχνά πείθω τον εαυτό μου
Ότι είμαι αισθηματίας,
Αλλά αναγνωρίζω, μετρώντας τον
Ότι όλο αυτό είναι σκέψη
Πού εγώ δεν ένιωσα τελικά.
Έχουμε, όσοι ζούμε,
Μια ζωή πού είναι ζωντανή
Και μιαν άλλη πού σκεπτόμαστε,
Και η μόνη οπού ζούμε
Είναι εκείνη που είναι μοιρασμένη
Ανάμεσα στη βέβαιη και την περιπλανώμενη.
Στην οποία περισσότερο από πραγματική
Η περιπλανώμενη το όνομα αρμόζει
Κανείς δε θα το ξέρει να το εξηγήσει,
Και ζούμε κατά τρόπο
Που η ζωή που κάποιος έχει
Είναι εκείνη που έχει να σκέπτεται.
Παρασκευή 15 Ιουλίου 2016
Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016
Ας ήτανε το τρυφερό κλωνάρι μόνο να 'χα...
Να ακούω χρώματα λαμπρά ήχους μαλαματένιους
Πάνω στα πέλαα να πατώ χωρίς να τα σουφρώνω
Σε βράχια πάνω να πετώ χωρίς να τα ματώνω...
Γιάννης Σταύρου, Αποθήκες στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά
Γιάννης Πατίλης
Η τελευταία φορά. Απολογία Διονυσίου Σολωμού ενώπιον εισαγγελέως
Μόνο το στήθος ζούσε ακόμη κάτω από τη στάχτη
Ένα κρυφό μυστήριο που αρνιόταν να πεθάνει κι οδηγούσε
Εδώ που τώρα λάμπαν άλλοι ουρανοί
Με το φιλάκι μοναχά τη φλόγα μου να σβήνω
Όταν δεν έχω τίποτα για να 'χω και να δίνω
Σε μέρες που 'χαν σαν παρθενικό τριαντάφυλλο το στόμα
Και μου ανάβαν την ψυχή και μού 'σβηναν το χώμα
Τον ύπνο μου ευωδιάζοντας μες στο ξερό χορτάρι
Που με τον άσπρο του καπνό νιο ουρανό σε κάνει
Κι ανοίγει μου στα αυτιά αυτιά και μέσ' στα μάτια μάτια
Να ακούω χρώματα λαμπρά ήχους μαλαματένιους
Πάνω στα πέλαα να πατώ χωρίς να τα σουφρώνω
Σε βράχια πάνω να πετώ χωρίς να τα ματώνω
Ας ήτανε το τρυφερό κλωνάρι μόνο να 'χα
Κι ούτε έχω γράψει άλλους στίχους ούτε πια
Θα ξαναγράψω
Ζεστό μεσημέρι
Υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία.
Από κει κουβαλάω με κόπο
Υπέροχα ποιήματα.
Είναι διάφανα, φωτεινά κι ανέκφραστα.
Αλλά στο δρόμο μου πέφτουνε, σπάνε.
Τα μπαλώνω, τα κολλάω με λέξεις.
Με λέξεις που οι άνθρωποι λένε.
Μ’ αυτά που ξέρω, που βλέπω κι ακούω.
Και τα χαλάω μ’ αυτό που υπάρχει.
Πάνω στα πέλαα να πατώ χωρίς να τα σουφρώνω
Σε βράχια πάνω να πετώ χωρίς να τα ματώνω...
Γιάννης Σταύρου, Αποθήκες στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά
Γιάννης Πατίλης
Η τελευταία φορά. Απολογία Διονυσίου Σολωμού ενώπιον εισαγγελέως
Μόνο το στήθος ζούσε ακόμη κάτω από τη στάχτη
Ένα κρυφό μυστήριο που αρνιόταν να πεθάνει κι οδηγούσε
Εδώ που τώρα λάμπαν άλλοι ουρανοί
Με το φιλάκι μοναχά τη φλόγα μου να σβήνω
Όταν δεν έχω τίποτα για να 'χω και να δίνω
Σε μέρες που 'χαν σαν παρθενικό τριαντάφυλλο το στόμα
Και μου ανάβαν την ψυχή και μού 'σβηναν το χώμα
Τον ύπνο μου ευωδιάζοντας μες στο ξερό χορτάρι
Που με τον άσπρο του καπνό νιο ουρανό σε κάνει
Κι ανοίγει μου στα αυτιά αυτιά και μέσ' στα μάτια μάτια
Να ακούω χρώματα λαμπρά ήχους μαλαματένιους
Πάνω στα πέλαα να πατώ χωρίς να τα σουφρώνω
Σε βράχια πάνω να πετώ χωρίς να τα ματώνω
Ας ήτανε το τρυφερό κλωνάρι μόνο να 'χα
Κι ούτε έχω γράψει άλλους στίχους ούτε πια
Θα ξαναγράψω
Ζεστό μεσημέρι
Υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία.
Από κει κουβαλάω με κόπο
Υπέροχα ποιήματα.
Είναι διάφανα, φωτεινά κι ανέκφραστα.
Αλλά στο δρόμο μου πέφτουνε, σπάνε.
Τα μπαλώνω, τα κολλάω με λέξεις.
Με λέξεις που οι άνθρωποι λένε.
Μ’ αυτά που ξέρω, που βλέπω κι ακούω.
Και τα χαλάω μ’ αυτό που υπάρχει.
Τετάρτη 13 Ιουλίου 2016
το παιχνίδι που τελειώνει...
νερά σε φέρνουν σ’ ένα απόμακρο σκοπό,
ψηλά το φως λούζει τα δέντρα, άχροο μύρο,
και παιχνιδίζει μες στων ίσκιων τον ιστό,
στάχυ τ’ ακρόκλωνα, καρπός δεν στεφανώνει,
για τη σοδειά η μέρα πια αδιαφορεί...

Γιάννης Σταύρου, Πλαγιά στον Υμηττό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Γκόττφρηντ Μπεν
Αποχαιρετισμός
Όπως τη νέα πληγή το αίμα με σκεπάζεις
και σπέρνεις το ίχνος του βαθιά το σκοτεινό,
όπως η νύχτα εσύ την ώρα μ’ αγκαλιάζεις
που βάφουν οι ίσκιοι το χαλί ρούχο χλωμό,
όπως το ρόδο ανθείς, ποτέ σε κήπο ξένο,
εσύ του γήρατος, του ολέθρου μοναξιά,
εσύ επιβίωση, όνειρο εσύ πεσμένο –
ω πόσα υπέφερες και πόσα είδες πολλά!
Φυγάς νωρίς από την άνοια των πραγμάτων,
μα πάντα υπόλογος στον κόσμο τον δοτό,
απ’ την απάτη κουρασμένος των σχημάτων
π’ ούτε καν ψαύουν το βαθύ, το μύχιο εγώ·
τώρα απ’ τα βάθη αυτά, που ’ναι η απάθεια πλήρης
κι όπου ποτέ μια λέξη δεν τα εξιστορεί,
ώρα να πάρεις τη σιωπή σου και να γείρεις
στα ρόδα τα όψιμα, στη νύχτα τη γυμνή.
Αναλογίζεσαι φορές –θρύλοι δικοί σου…– :
Ήσουν αυτό λοιπόν; πώς έχεις ξεχαστεί!
Τέτοια η εικόνα σου; δεν ήταν κατοχή σου
η λέξη, το ουράνιο φως πού ’χες εκεί;
Η λέξη, το ουράνιο φως που είχα πρώτα,
η λέξη, το ουράνιο φως, τρίμμα, σωρός –
αν κάποιος τά ’ζησε ποτέ, στρέφει τα νώτα,
κείνες τις ώρες δεν τις ξαναγγίζει αυτός.
Ύστερη μέρα: ύστερο θάλπος, άπλα γύρω,
νερά σε φέρνουν σ’ ένα απόμακρο σκοπό,
ψηλά το φως λούζει τα δέντρα, άχροο μύρο,
και παιχνιδίζει μες στων ίσκιων τον ιστό,
στάχυ τ’ ακρόκλωνα, καρπός δεν στεφανώνει,
για τη σοδειά η μέρα πια αδιαφορεί –
ρουφάει το φως της, το παιχνίδι που τελειώνει,
δεν έχει μνήμη εκείνη – όλα έχουν λεχθεί.
(μετ. Κώστας Κουτσουρέλης)
Τρίτη 12 Ιουλίου 2016
με τις πέτρες των δειλών στα χέρια...
με μαύρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια
με τ' άστρα στην τσέπη τους βρωμισμένα με ψίχουλα
με τις πέτρες των δειλών στα χέρια
παραμονεύουν σ' άλλους πλανήτες το φως
Γιάννης Σταύρου, Πράσινα μήλα με μαχαίρι. λάδι σε καμβά
Μίλτος Σαχτούρης
Αστεροσκοπείο
Διαρρῆχτες τοῦ ἥλιου
δὲν εἶδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δὲν ἄγγιξαν φλογισμένο στόμα
δὲν ξέρουν τί χρῶμα ἔχει ὁ οὐρανὸς
Σὲ σκοτεινὰ δωμάτια κλεισμένοι
δὲν ξέρουν ἂν θὰ πεθάνουν
παραμονεύουν
μὲ μαῦρες μάσκες καὶ βαριὰ τηλεσκόπια
μὲ τ᾿ ἄστρα στὴν τσέπη τους βρωμισμένα μὲ ψίχουλα
μὲ τὶς πέτρες τῶν δειλῶν στὰ χέρια
παραμονεύουν σ᾿ ἄλλους πλανῆτες τὸ φῶς
Νὰ πεθάνουν
Νὰ κριθεῖ κάθε Ἄνοιξη ἀπὸ τὴ χαρά της
ἀπὸ τὸ χρῶμα του τὸ κάθε λουλούδι
ἀπὸ τὸ χάδι του τὸ κάθε χέρι
ἀπ᾿ τ᾿ ἀνατρίχιασμά του τὸ κάθε φιλὶ
με τ' άστρα στην τσέπη τους βρωμισμένα με ψίχουλα
με τις πέτρες των δειλών στα χέρια
παραμονεύουν σ' άλλους πλανήτες το φως
Γιάννης Σταύρου, Πράσινα μήλα με μαχαίρι. λάδι σε καμβά
Μίλτος Σαχτούρης
Αστεροσκοπείο
Διαρρῆχτες τοῦ ἥλιου
δὲν εἶδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δὲν ἄγγιξαν φλογισμένο στόμα
δὲν ξέρουν τί χρῶμα ἔχει ὁ οὐρανὸς
Σὲ σκοτεινὰ δωμάτια κλεισμένοι
δὲν ξέρουν ἂν θὰ πεθάνουν
παραμονεύουν
μὲ μαῦρες μάσκες καὶ βαριὰ τηλεσκόπια
μὲ τ᾿ ἄστρα στὴν τσέπη τους βρωμισμένα μὲ ψίχουλα
μὲ τὶς πέτρες τῶν δειλῶν στὰ χέρια
παραμονεύουν σ᾿ ἄλλους πλανῆτες τὸ φῶς
Νὰ πεθάνουν
Νὰ κριθεῖ κάθε Ἄνοιξη ἀπὸ τὴ χαρά της
ἀπὸ τὸ χρῶμα του τὸ κάθε λουλούδι
ἀπὸ τὸ χάδι του τὸ κάθε χέρι
ἀπ᾿ τ᾿ ἀνατρίχιασμά του τὸ κάθε φιλὶ
Δευτέρα 11 Ιουλίου 2016
το αγιασματοδόχο σκεύος γίνεται πτυελοδοχείο...
Κανείς δεν ευθύνεται που υπάρχει, και ακόμα λιγότερο που υπάρχει όπως
υπάρχει. Έχοντας πληγεί από την ύπαρξη, καθένας υφίσταται σαν ζώο τις
συνέπειες. Έτσι, μέσα σε έναν κόσμο όπου τα πάντα είναι αξιομίσητα, τό
μίσος γίνεται πιο πλατύ κι απ' τον κόσμο, και επειδή έχει ξεπεράσει το
αντικέιμενό του, εκμηδενίζεται...
Εμίλ Σιοράν
Γιάννης Σταύρου, Σταφύλια σε μπολ, λάδι σε καμβά
... Όποιος προτείναι μια νέα πίστη διώκεται περιμένοντας να γίνει διώκτης: οι αλήθειες ξεκινουν συγκρουόμενες με την αστυνομία για να καταλήξουν να την κάνουν στήριγμά τους· κάθε παραλογισμός για τον οποίο έχουμε υποφέρει εκφυλίζεται σε νομιμότητα, όπως κάθε μάρτυρας καταλήγει στις παραγράφους του κώδικα, στις ανοστιές του ημερολογίουή στην ονοματολογία των οδών. Μέσα σε αυτό τον κόσμο, ακόμα και ο ουρανός αποβαίνει αυθεντία - και είδαμε περιόδους που έζησαν μόνο με αυτόν. Μεσαίωνες περισσότερο κι απ' τις πιο διαλυμένές εποχές δαψιλείς σε πολέμους και κτηνώδεις σταυροφορίες, ψευδοκαλυμμένες με ιδεώδη, απέναντι στις οποίες οι εισβολές των Ούνων φαίνονται προπέτειες παρηκμασμένων οδών.
Οι άμωμοι άθλοι υποβιβάζονται σε δημόσια επιχείρηση· η καθιέρωση σκοτεινιάζει ακόμα και το πιο αέρινο φωτοστέφανο. Ένας άγγελος που προστατεύεται από έναν χωροφύλακα, - έτσι πεθαίνουν οι αλήθειες και εκπνέουν οι ενθουσιασμοί. Αρκεί μια εξέγερση να έχει δίκιο και να προκαλέι έξαψη, μια προκάλυψη να διαδίδεται και ένας θεσμός να την ιδιοποιείται, ώστε οι αλλοτινές μοναχικές φρικιάσεις - που λαχαίνουν νεοφώτιστους ονειροπόλους - να μολύνοντια μέσα σε μιαν εκπορνευμένη ύπαρξη.
Ας μου δείξουν σε αυτό τον κόσμο ένα και μόνο πράγμα που να ξεκίνησε καλά και να μην τέλειωσε άσχημα. ΟΙ πιο περήφανες συγκινήσεις βουλιάζουν μέσα σε έναν οχετό, ή παύουν να υπάρχουν, σάμπως να έφτασαν στπο φυσικό τους τέρμα: αυτή η έκπτωση συνιστά το δράμα της καρδιάς και το αρνητικό νόημα της ιστορίας. Κάθε "ιδεώδες" τρέφεται, στις αρχές του, από το αίμα των αιρετικών του, όταν όμως υιοθετείται από το πλήθος φθείρεται και αφανίζεται. Ιδού πως το αγιασματοδόχο σκεύος γίνεται πτυελοδοχείο: είναι ο αναπόδραστος ρυθμός της "προόδου"...
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ποιον να μισήσεις; Κανείς δεν ευθύνεται που υπάρχει, και ακόμα λιγότερο που υπάρχει όπως υπάρχει. Έχοντας πληγεί από την ύπαρξη, καθένας υφίσταται σαν ζώο τις συνέπειες. Έτσι, μέσα σε έναν κόσμο όπου τα πάντα είναι αξιομίσητα, τό μίσος γίνεται πιο πλατύ κι απ' τον κόσμο, και επειδή έχει ξεπεράσει το αντικέιμενό του, εκμηδενίζεται.
Εμίλ Σιοράν
... Όποιος προτείναι μια νέα πίστη διώκεται περιμένοντας να γίνει διώκτης: οι αλήθειες ξεκινουν συγκρουόμενες με την αστυνομία για να καταλήξουν να την κάνουν στήριγμά τους· κάθε παραλογισμός για τον οποίο έχουμε υποφέρει εκφυλίζεται σε νομιμότητα, όπως κάθε μάρτυρας καταλήγει στις παραγράφους του κώδικα, στις ανοστιές του ημερολογίουή στην ονοματολογία των οδών. Μέσα σε αυτό τον κόσμο, ακόμα και ο ουρανός αποβαίνει αυθεντία - και είδαμε περιόδους που έζησαν μόνο με αυτόν. Μεσαίωνες περισσότερο κι απ' τις πιο διαλυμένές εποχές δαψιλείς σε πολέμους και κτηνώδεις σταυροφορίες, ψευδοκαλυμμένες με ιδεώδη, απέναντι στις οποίες οι εισβολές των Ούνων φαίνονται προπέτειες παρηκμασμένων οδών.
Οι άμωμοι άθλοι υποβιβάζονται σε δημόσια επιχείρηση· η καθιέρωση σκοτεινιάζει ακόμα και το πιο αέρινο φωτοστέφανο. Ένας άγγελος που προστατεύεται από έναν χωροφύλακα, - έτσι πεθαίνουν οι αλήθειες και εκπνέουν οι ενθουσιασμοί. Αρκεί μια εξέγερση να έχει δίκιο και να προκαλέι έξαψη, μια προκάλυψη να διαδίδεται και ένας θεσμός να την ιδιοποιείται, ώστε οι αλλοτινές μοναχικές φρικιάσεις - που λαχαίνουν νεοφώτιστους ονειροπόλους - να μολύνοντια μέσα σε μιαν εκπορνευμένη ύπαρξη.
Ας μου δείξουν σε αυτό τον κόσμο ένα και μόνο πράγμα που να ξεκίνησε καλά και να μην τέλειωσε άσχημα. ΟΙ πιο περήφανες συγκινήσεις βουλιάζουν μέσα σε έναν οχετό, ή παύουν να υπάρχουν, σάμπως να έφτασαν στπο φυσικό τους τέρμα: αυτή η έκπτωση συνιστά το δράμα της καρδιάς και το αρνητικό νόημα της ιστορίας. Κάθε "ιδεώδες" τρέφεται, στις αρχές του, από το αίμα των αιρετικών του, όταν όμως υιοθετείται από το πλήθος φθείρεται και αφανίζεται. Ιδού πως το αγιασματοδόχο σκεύος γίνεται πτυελοδοχείο: είναι ο αναπόδραστος ρυθμός της "προόδου"...
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ποιον να μισήσεις; Κανείς δεν ευθύνεται που υπάρχει, και ακόμα λιγότερο που υπάρχει όπως υπάρχει. Έχοντας πληγεί από την ύπαρξη, καθένας υφίσταται σαν ζώο τις συνέπειες. Έτσι, μέσα σε έναν κόσμο όπου τα πάντα είναι αξιομίσητα, τό μίσος γίνεται πιο πλατύ κι απ' τον κόσμο, και επειδή έχει ξεπεράσει το αντικέιμενό του, εκμηδενίζεται.
Εμίλ Σιοράν
Οδοιπορικό του μίσους
Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού (σελ. 156-157), Εκδόσεις Εξάντας
Κυριακή 10 Ιουλίου 2016
Εμίλ Σιοράν, ο μεγάλος μοναχικός
Το ον που πραγματικά είναι μόνο δεν είναι εκείνο που έχει εγκαταλειφθεί
από τους ανθρώπους, αλλά εκείνο που υποφέρει ανάμεσά τους, που σέρνει
την ερημιά του στα πανηγύρια και ξεδιπλώνει τα ταλέντα του ως μειδιών
λεπρός, κωμωδός του ανεπανόρθωτου...
Εμίλ Σιοράν
Η σάρκα αφυπνίζεται από το κέντρισμα του πόνου· διαυγής και λυρική ύλη, άδει τη διάλυσή της. Όσο ήταν αξεχώριστη από τη φύση, αδρανούσε μέσα στη λήθη των στοιχείων: το εγώ δεν την είχε ακόμη κταταλάβει. Η ύλη που υποφέρει χειραφετείται από τη βαρύτητα, δεν είναι πια αλληλέγγυα με το υπόλοιπο σύμπαν, απομονώνεται από το ναρκωμένο σύνολο· γιατί ο πόνος, αίτιος του διαχωρισμού, δρώσα αρχή εξατομίκευσης, αρνείται τις τέρψεις ενος στατιστικού πεπρωμένου.
Το ον που πραγματικά είναι μόνο δεν είναι εκείνο που έχει εγκαταλειφθεί από τους ανθρώπους, αλλά εκείνο που υποφέρει ανάμεσά τους, που σέρνει την ερημιά του στα πανηγύρια και ξεδιπλώνει τα ταλέντα του ως μειδιών λεπρός, κωμωδός του ανεπανόρθωτου. Οι μεγάλο αλλοτινοί μοναχικοί ήταν ευτυχείς, δεν γνώριζαν τη διπροσωπία, δεν είχαν τίποτα να κρύψουν: συνομιλούσαν μόνο με την ίδια τους τη μοναξιά...
Εμίλ Σιοράν
Η σάρκα αφυπνίζεται από το κέντρισμα του πόνου· διαυγής και λυρική ύλη, άδει τη διάλυσή της. Όσο ήταν αξεχώριστη από τη φύση, αδρανούσε μέσα στη λήθη των στοιχείων: το εγώ δεν την είχε ακόμη κταταλάβει. Η ύλη που υποφέρει χειραφετείται από τη βαρύτητα, δεν είναι πια αλληλέγγυα με το υπόλοιπο σύμπαν, απομονώνεται από το ναρκωμένο σύνολο· γιατί ο πόνος, αίτιος του διαχωρισμού, δρώσα αρχή εξατομίκευσης, αρνείται τις τέρψεις ενος στατιστικού πεπρωμένου.
Το ον που πραγματικά είναι μόνο δεν είναι εκείνο που έχει εγκαταλειφθεί από τους ανθρώπους, αλλά εκείνο που υποφέρει ανάμεσά τους, που σέρνει την ερημιά του στα πανηγύρια και ξεδιπλώνει τα ταλέντα του ως μειδιών λεπρός, κωμωδός του ανεπανόρθωτου. Οι μεγάλο αλλοτινοί μοναχικοί ήταν ευτυχείς, δεν γνώριζαν τη διπροσωπία, δεν είχαν τίποτα να κρύψουν: συνομιλούσαν μόνο με την ίδια τους τη μοναξιά...
Εμίλ Σιοράν
Η μέριμνα για την ευσχημοσύνη, Εγκόλπιο ανασκολοπισμού, Στοχασμοί (σελ. 62)
Μετ. Κωστής Παπαγιώργης, Εκδ. Εξάντας
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









