t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: Πάνω στη γη πιο σταθερή η θλίψη...

Ποίηση & ζωγραφική, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη ΙΙ, λάδι σε καμβά

Σκουριάζει το χρυσό και το ατσάλι παίρνει σήψη,
η πέτρα θρυμματίζεται, ο θάνατος παντού.
Πάνω στη γη πιο σταθερή η θλίψη
και πιο μακρόβιος ο λόγος του σοφού.
Άννα Αχμάτοβα

Μία από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της λυρικής ποίησης η Άννα Αχμάτοβα ήταν ολότελα συγκεντρωμένη στην επίμονη έρευνα της πολύπλοκης και αντιφατικής φύσης του ανθρώπου, στη μελέτη των ενδόμυχων της ψυχής του.

Βλαντίμιρ Όγκνεφ



Άννα Αχμάτοβα (1889-1966)

Άννα Αχμάτοβα


Αφιέρωση


Με τέτοια θλίψη λυγίζουν τα βουνά
Και το ποτάμι ορμητικό πια δεν κυλά
Της φυλακής τα σίδερα κλειστά
Πίσω απ' αυτά, των «αιχμαλώτων τρύπες τα κελιά»
Θανατερή απλώνεται η συμφορά.
Για άλλον φυσάει αέρας δροσερός,
Για άλλον ο ήλιος που δύει είναι τερπνός-
Δεν ξέρουμε, οι ίδιοι είμαστε πάντα εδώ
Μόνο ακούμε τον ήχο του κλειδιού τραχύ
Και των φρουρών το βήμα το βαρύ.
Σάμπως και σηκωνόμασταν για Θεία Λειτουργία
Την άγρια πόλη σχίζαμε, μακριά πεζοπορία
Και συναντιόμασταν εκεί, ξεψυχισμένοι σα νεκροί.
Ο ήλιος είναι χαμηλά και ο Νέβας φαίνεται θαμπά
Μα η ελπίδα τραγουδά, ακούγεται από μακριά.
Δάκρυα χύνει στη στιγμή... Καταδικασμένη
Κι ήδη απ' όλους πια, ξεχωρισμένη
Σαν την καρδιά της να ρημάξουν, ύστερα να την πετάξουν
Σαν κτήνη να τη σπρώξουν, φαρδιά πλατιά να την ξαπλώσουν,
Μα εκείνη όμως συνεχίζει... μόνη... τρεκλίζοντας βαδίζει...
Πού να' ναι οι φίλες μου άραγε οι τυχαίες
Από τα διαβολικά, τα χρόνια εκεί τα δυο;
Στης Σιβηρίας τις θύελλες άραγε τι βλέπουν
Τι να τους φανερώνεται στον δίσκο της σελήνης τον λευκό;
Τον ύστατο, σε όλες τους, στέλνω χαιρετισμό.

Επίλογος Ι

Κι έμαθα πώς συρρικνώνονται τα πρόσωπα
Πώς ο τρόμος ελλοχεύει κάτω από τις βλεφαρίδες
Και πώς η οδύνη γράφει με σφηνοειδείς χαρακτήρες
Τραχιές γραμμές τα μάγουλα,

Πώς κατάμαυρα ή ξανθά δαχτυλίδια τα μαλλιά
Μονομιάς καλύπτονται απ' ασημένια σκόνη,
Και σβήνει το χαμόγελό μου στα πειθήνιά μου χείλη
Κι ο φόβος, είναι νεκρικός, θροΐζει στο σβησμένο μου γελάκι.

Και για μένα δεν προσεύχομαι μοναχά,
Αλλά για όλους, αυτούς που στάθηκαν μαζί μου στη σειρά
Στη ζέστα του Ιούλη, στο ψύχος του χειμώνα
Κάτω από τον τόσο κόκκινο, τον τοίχο, κι αθώρητο ακόμα.

ΙΙ


Και πάλι, σίμωσε της θύμησης η ώρα
Σας βλέπω, σας αισθάνομαι και σας ακούω τώρα:

Κι εκείνη που σχεδόν στο τέλος είχαν σύρει,
Κι εκείνη που ποτέ ξανά τη γη της θα πατήσει,

Κι εκείνη που είπε σείοντας τ' ωραίο της κεφάλι:
«Το να επιστρέφω πάλι εδώ, σπίτι επιστρέφω πάλι».

Να τις φωνάξω ήθελα με τα ονόματά τους
Μα οι λίστες έχουνε χαθεί με τ' αναφορικά τους.

Και έχω υφάνει για όλες τους μαντήλι που είν' φαρδύ
Απ' τις φτωχές τις λέξεις τους, που άκουσα εκεί.

Πάντα και οπουδήποτε θα τις αναθυμούμαι
Δεν πρόκειται απ' τη μνήμη μου αυτές να ξεχαστούνε

Και αν το εξαντλημένο μου μού το φιμώσουν στόμα
Μ' αυτό που ξεφωνίζουν εκατό λαού εκατομμύρια ακόμα

Τότε στη μνήμη τους εμέ
Παραμονή επετείου μου ίσως με θυμηθούνε

Κι αν κάποιοι αποφασίσουνε για εμένα να στήσουν
Στη χώρα αυτή μια προτομή τιμή για να μου δείξουν

Σε τέτοιο πανηγύρι συναινώ
Μα βάζω όρο αυτόν εδώ - να στέκει

Οχι στη Μαύρη Θάλασσα π' αντίκρισα το φως-
Γι' αυτή κάθε συναίσθημα χαμένο εντελώς,

Ούτε στους κήπους του τσάρου, στην απόμακρη γωνιά
Εκεί που με γυρεύει μια πένθιμη σκιά,

Αλλά εδώ, εδώ που στάθηκα τριακόσιες ώρες
Μα δεν ξεκλείδωσαν για μένα ποτέ οι βαριές οι πόρτες.

Γιατί ακόμα και στον μακάριο θάνατο θέλω για πάντα να μείνει
Ο ορυμαγδός από τις κλούβες της αστυνομίας μες στη μνήμη

Απ' το σφράγισμα της πόρτας, ο κρότος, το μπουμπουνητό
Και το σαν πληγωμένου ζώου της γριάς γυναίκας, το ουρλιαχτό.

Κι από τ' ασάλευτα, τα χάλκινα, τα τσίνορα μου,
Ας κυλούν σαν χιόνι που λιώνει τα δάκρυα μου

Κι ας γουργουρίζει ένα περιστέρι της φυλακής πέρα μακριά,
Και ας ταξιδεύουν τα πλοία στον Νέβα βουβά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: