t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγράφική: ληστεύουν το φεγγάρι μας...

Ποίηση & ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι,


Γιάννης Σταύρου, Ανατολή σελήνης, λάδι σε καμβά

Ώσπου μια μέρα
-τη πιο διάφανη απ' όλες-
μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας
ληστεύουν το φεγγάρι μας...

Bλαντιμίρ Μαγιακόφσκι


Ποίημα

-« Σύντροφε διαβάτη!

Αυτή εδώ είν’ η οδός Ζουκόβσκι;»

Με κοιτάζει,

σαν ένα παιδί που βλέπει έναν βρικόλακα,

τα μάτια ορθάνοιχτα,

ζητά να με αποφύγει:

-«Όχι σύντροφε, αυτή είναι η οδός Μαγιακόφσκι

χιλιάδες χρόνια τώρα.

Δεν είν’ εδώ, στο κατώφλι της αγαπημένης,

που αυτοχειριάστηκε;»

Τι έκανε λέει;

Πώς;... Εγώ!... Αυτοκτόνησα;...


Vladimir Mayakovski (1893-1930)

Ελευθερία Έκφρασης

Τη πρώτη νύχτα πλησιάζουνε
και κλέβουν ένα λουλούδι
από τον κήπο μας
και δε λέμε τίποτα.

Τη δεύτερη νύχτα δε κρύβονται πλέον
περπατούνε στα λουλούδια,
σκοτώνουν το σκυλί μας
και δε λέμε τίποτα.

Ώσπου μια μέρα
-τη πιο διάφανη απ' όλες-
μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας
ληστεύουν το φεγγάρι μας
γιατί ξέρουνε το φόβο μας
που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας.

Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα
πλέον δε μπορούμε να πούμε τίποτα

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010

Σχόλια & σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική: Στα μονοπάτια της ποίησης, του τοπίου, της ζωγραφικής...

Τοπία & ζωγραφική, ζωγράφοι, σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Ελαιώνας στην Αττική, λάδι σε καμβά

Ο κάμπος με τα λιόδεντρα
ανοίγεται και κλείει
όπως ένα ριπίδι.
Πάνω απ' τον ελιώνα
ουρανός γκρεμισμένος
και σκοτεινή βροχή...

Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα

Μικρή Μπαλάντα Των Τριών Ποταμών

Ο ποταμός Γουαδαλκιβίρ
πορτοκαλιές και λιόδεντρα διασχίζει.
Τα δυο ποτάμια της Γρανάδας
απ' το χιόνι στα στάρια κατεβαίνουν.

Ο ποταμός Γουαδαλκιβίρ
γένια έχει χρώμα του ροδιού.
Τα δυο ποτάμια της Γρανάδας
το 'να θρηνεί, τ' άλλο ματώνει.

'Αι αγάπη
που 'φυγε μες στον αγέρα!

Για τις βαρκούλες με πανιά
έχει η Σεβίλλια δρόμο,
μα στης Γρανάδας το νερό
λάμνουν μονάχα οι στεναγμοί.

'Αι αγάπη,
που 'φυγε και δεν έρχεται!

Γουαδαλκιβίρ, πύργος ψηλός
κι άνεμος στις πορτοκαλιές.
Πυργίσκοι, ο Ντάουρο κι ο Χενίλ,
νεκροί πάνω στα τέλματα.

'Αι αγάπη,
που 'φυγε μες στον αγέρα!

Ποιος θα πει το νερό πως σηκώνει
φωσφορίζουσαν ατμίδα από κραυγές!

'Αι αγάπη,
που 'φυγε και δεν έρχεται!

Φέρε πορτοκαλάνθι, ελιά
Ανδαλουσία, στις θάλασσές σου.

'Αι αγάπη,
πού 'φυγε μες στον αγέρα!


Τοπίο


Ο κάμπος με τα λιόδεντρα
ανοίγεται και κλείει
όπως ένα ριπίδι.
Πάνω απ' τον ελιώνα
ουρανός γκρεμισμένος
και σκοτεινή βροχή
από παγερά αστέρια.
Σκίνος κι ημίφως τρέμουνε
στου ποταμού τον όχτο.
Ζαρώνει ο γκρίζος άνεμος.
Τα λιόδεντρα βαριά 'ναι
από κραυγές.
Ένα σμήνος πουλιά
αιχμαλωτισμένα
κινούν τις μακρουλές
ουρές τους στο σκοτάδι.

Paisaje

El campo
de olivos
se abre y se cierra
como un abanico.
Sobre el olivar
hay un cielo hundido
y una lluvia oscura
de luceros fríos.
Tiembla junco y penumbra
a la orilla del río.
Se riza el aire gris.
Los olivos,
están cargados
de gritos.
Una bandada
de pájaros cautivos,
que mueven sus larguísimas
colas en lo sombrío.

Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010

Σχόλια & σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική: ποίηση & ζωγραφική φθινοπωρινή...

Φθινόπωρο & ζωγράφοι, ζωγραφική, σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Άνθρωπος & δέντρο, λάδι σε καμβά

Εικόνες μοναχικών ανθρώπων...

Αισθητικής θλίψης...

Εικόνες φθινοπωρινές...

Καλό φθινόπωρο..!


Τάκης Βαρβιτσιώτης

Μυστική γραφή

Μόνος
Ανακάλυψα μια νέα
Μυστική γραφή
Iδια σκιά που ξετυλίγεται
Δαντελλωτή
Μες στη ραγισματιά της μέρας
Ιδεόγραμμα χαραγμένο
Με το δάχτυλο της Περσεφόνης
Υπόγεια φλέβα
Που όμως αχτινοβολεί
Σκιά πλατύφυλλη
Σωρευτική
Θεσκότεινο άνθος
Σφραγισμένο
Με τη σιωπή Μόνος
Σαν τον ναύτη που ανυψώνει το σινιάλο στο κατάρτι
Μόνος
Σαν μια σημαδούρα στο πέλαγος
Μόνος
Σαν ένα κουρέλι μέσα στη θύελλα
Μόνος
Σαν τον ανεμοδείχτη πάνω στο λόφο
Μόνος
Σαν ένα μάτι ανοιγμένο μέσα στα σύννεφα
Μόνος
Σαν ένα πουλί στην ερειπωμένη στέγη
Μόνος
Σαν τη βροχή στους έρημους δρόμους το φθινόπωρο

Ερείπια

Το κλειστό βιβλίο
Το λυπημένο βιολί
Ο ραγισμένος άγγελος που αγρυπνεί

Πού είστε παιδικά μου χέρια
Με λησμονήσατε
Μα δεν μπορώ
Δεν έχω πια τα μάτια μου να κλάψω

Η βροχή αποκλείστηκε στον κήπο
Απ' τα κλαδιά των δέντρων κρέμονται
Καρδιές
Μικρά φώτα
Ο ήχος μιας καμπάνας
Η προσευχή

Ακόμα καπνίζουν
Των ημερών τα ερείπια

Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Πέρα απ' τα βάθη ερεβικών ξεκίνησε οριζόντων...

Καράβια & ζωγραφική, θαλασσογραφίες, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Μαύρο καράβι, λάδι σε καμβά

Ω! νάτο πάλι αυτό το ισχνό, φασματικό καράβι!
Βουβό, όπως πάντα, στα νεκρά νερά κυλάει απόψε...


Καίσαρ Εμμανουήλ
Νυχτερινή Φαντασίωση

Ω! νάτο πάλι αυτό το ισχνό, φασματικό καράβι!
Βουβό, όπως πάντα, στα νεκρά νερά κυλάει απόψε,
ίσκιος θολός που εγέννησε μια νύχτα εβένινη, όταν
πίσσα και θειάφι η Τρικυμία μέσα στα χάη ξερνούσε.

Πέρα απ' τα βάθη ερεβικών ξεκίνησε οριζόντων.
Στην πρύμη του, όπου ορθώνεται, όρνεο πανάρχαιο,
ο Χάρος,
μια μαύρη κι ανεμόδαρτη παντιέρα είναι στημένη
από τα νέφη της Νοτιάς τα θυελλικά υφασμένη.
Οι φύλακες, που εξόριστοι σ' έρημους φάρους ζούνε,
βουβοί το βλέπουν, μες στο δέος των παγωμένων πόλων,
να πλέει, τεράστιο φάντασμα, ενώ ένα φως γαλάζιο
πένθιμα αυγάζει ως σπαραγμένη ελπίδα στον ιστό του.

Το άρμενο αυτό δε λίκνισαν του αρχιπελάγους οι αύρες
κι ούτε οι φαιδροί των αλμπατρός κρωγμοί σ' αυτό
εμηνύσαν
πως κάτω απ' τα σαπφείρινα των παραλλήλων τόξα,
καθώς αργά πέφτει η ζεστή, βαλσαμική αμφιλύκη,

σα μια γυναίκα ερωτική δίνεται αβρά το κύμα
μες στην αγκάλη ειρηνικών κι ευωδιασμένων κόλπων:
πάνω από θάλασσες στυγνές τα μαύρα ιστία του ορθρίζαν,
καθώς πικρές κι ανήμερες μελλοθανάτων σκέψεις.

Μες στους ατμούς της γαλανής κι απατηλής ομίχλης
οι πόλοι αλλάζαν κι έπαιρναν μια νέα τεράτινη όψη:

εκεί ήλιοι ωχροί, στις παναρχαίες τροχιές τους παγωμένοι,
λάμπαν στους άδειους ουρανούς σαν κρύα, φασμάτινα
άνθη.

Είδε νησιά μυστηριακά από σκοτεινό βασάλτη
κάτω απ' την πύρινη βροχή να θάβονται ηφαιστείων,
και μ' ένα βούισμα, σα ν' αχούν σήμαντρα υπόγεια πλήθος,
στ' άναστρα βάθη να κυλούν των ωκεανείων αβύσσων!

Στο πέρασμά του εκήδευε τους αυλωδούς ανέμους:
Αν κάτι εστέναζε πικρά στις αχερούσιες νύχτες,
δεν ήταν ο άνεμος: οι ωχρές ψυχές των ναυαγών του
στην πένθιμη άρπα ολόλυζαν των σκοτεινών ιστών του.

Το άρμενο αυτό δεν άραξε σε ειρηνικό λιμάνι
(η Ειρήνη απάνω του έφευγε σαν τρομαγμένη αλκυόνα!)
Προαιώνιο φάσμα αλητικό, οιωνός στυγνών θανάτων,
αδιάφορο είδε να γερνούν ήλιοι, ουρανοί και πόντοι.

Και πλέει, και πλέει αυτό το ισχνό κι εφιαλτικό καράβι.
Μόνοι του σύντροφοι, ουραγοί πιστοί των ταξιδιών του,
κάτι πουλιά φασματικά το ακολουθάνε πάντα-
μια συνοδεία από φέρετρα μετέωρα δίχως στάση!

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι: Συ δε θα δεις να πέφτει η τελευταία σταγόνα...

Ποίηση & ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Άνοιξη στην Αττική, λάδι σε καμβά

η άνοιξη διαβαίνει
σκορπίζοντας στα μυρωδάτα χόρτα
τις ντελικάτες άσπρες μαργαρίτες...

Αντόνιο Ματσάδο


Χτυπούσε το ρολόι

Χτυπούσε το ρολόι τις δώδεκα...και ήταν δώδεκα

χτυπήματα της τσάπας στη γη.

Η ώρα μου φώναξα... Η σιωπή

μου απάντησε: - Μη φοβάσαι.

Συ δε θα δεις να πέφτει η τελευταία σταγόνα

που τρέμει στην κλεψύδρα.

Θα κοιμηθείς πολλές ώρες ακόμα

πάνω στη γέρικη όχθη

κι ένα καθαρό πρωί θα βρεις

δεμένη τη βάρκα σου στην άλλη ακτή.

(Μετάφραση, Μόσχος Λαγκουβάρδος)


Antonio Machado (1875-1939)

Κάμποι της Καστίλλης

Ι

Είναι της Σόρια η γης ξερή και κρύα.
Μέσ' απ' τους λόφους και τα πετροβούνια,
σταχτιές κορφούλες, πράσινα λιβάδια,
η άνοιξη διαβαίνει
σκορπίζοντας στα μυρωδάτα χόρτα
τις ντελικάτες άσπρες μαργαρίτες.

Δε ζωντανεύει η γης, νείρεται ο κάμπος.
'Εμπα τ' Απρίλη κι είναι χιονισμένες
οι ράχες του Μονκάγιο.
Ο διαβατάρης έχει τυλιγμένο
λαιμό και στόμα, κι οι τσοπάνηδες
περνάν χωμένοι στις μακριές τους κάπες.

ΙΙ

Ήρθα ξανά στις χρυσαφένιες λεύκες,
Λεύκες της δημοσιάς πλάι στον Ντουέρο,
ανάμεσα Σατούριο και Σαν Πάμπλο,
πίσω απ' τ' αρχαία τειχιά
της Σόρια -πυργοκάστρι
προς Αραγόνα, σε γης καστιλιάνα.

Ετούτα τα δέντρα που συνοδεύουν
με το σούσουρο των ξερών τους φύλλων
τον ήχο του νερού, ως φυσάει τ' αγέρι,
έχουν πάνω στη φλούδα
ονόματα εραστών και νούμερα
-τόσες του μήνα- πλήθος χαραγμένα.

Του έρωτα λεύκες, ως τα χτες γεμάτες
με χιλιάδες αηδόνια στα κλαριά σας,
λεύκες που θα γενείτε λύρες αύριο
του ευωδιαστού της άνοιξης αγέρα,
του έρωτα λεύκες δίπλα απ' το νερό
που τρέχει και περνάει και νείρεται,
λεύκες του Ντουέρο, οδεύετε με μένα,
η καρδιά μου σας κουβαλάει μαζί της.

(Μετάφραση, Ηλίας Ματθαίου)

Κυριακή 29 Αυγούστου 2010

Σχόλια & σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική: η μαζική κοινωνία της οικειότητας...

Ευτυχώς που ο Παναγιώτης Κονδύλης δημιούργησε κάποιες μικρές οάσεις στο έρημο κι ασφυκτικό ελληνικό τοπίο για να μπορούμε που και που να παίρνουμε μερικές αναπνοές...

"Στην Ελλάδα, με το σύστημα της φυλλάδας, όταν διαβάζει ο φοιτητής τη φυλλάδα του καθηγητή, ποτέ δεν θα ανθήσει η εκδοτική ζωή, ούτε και ποτέ θα μάθουμε τίποτε. Συμμαχούν η ιδιοτέλεια με την τεμπελιά, οι μεγαλύτερες δυνάμεις στον κόσμο", έλεγε ο Παναγιώτης Κονδύλης...

Κι ευτυχώς που ο ίδιος, εκτός από το δικό του πρωτότυπο έργο, φρόντισε αφενός να μεταφράσει και να προλογίσει ανεπανάληπτα ο ίδιος πολλούς μεγάλους στοχαστές του δυτικού πολιτισμού και αφετέρου να δημιουργήσει αντίστοιχες, μοναδικές φιλοσοφικές σειρές σε εκδοτικούς οίκους. Η συνεισφορά του τεράστια για μας...

"Η Τυραννία της Οικειότητας" του Ρίτσαρντ Σένετ ανήκει στην εξαίρετη σειρά Ο Νεώτερος Ευρωπαϊκός Πολιτισμός που δημιούργησε ο Παναγιώτης Κονδύλης στις εκδόσεις Νεφέλη...

Παραθέτουμε το αξιόλογο, διαφωτιστικό άρθρο του Αναστάση Βιστωνίτη που δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ (19-3-2000):

Για την "Τυραννία της Οικειότητας"

Ο Ρίτσαρντ Σένετ (γενν. το 1943) ανήκει στους γνωστότερους αμερικανούς κοινωνιολόγους της Νέας Αριστεράς, που διαμορφώθηκε μέσα στο πολιτικό και κοινωνικό κλίμα της δεκαετίας του 1960. Οι συγγραφείς και διανοούμενοι της γενιάς του ήταν εκείνοι οι οποίοι ως φοιτητές πρωτοστάτησαν στις ριζοσπαστικές αλλαγές που ακολούθησαν και διαμόρφωσαν τη νεότερη κριτική σκέψη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ως καθηγητές αργότερα άνοιξαν τα πανεπιστήμια δημιουργώντας νέα αντικείμενα σπουδών και παρεμβαίνοντας στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας. Τις ρίζες αυτού που αποκαλούμε ύστερο καπιταλισμό ή μεταβιομηχανική κοινωνία άλλωστε θα πρέπει να τις αναζητήσουμε σε τούτη τη δεκαετία της εξέγερσης, των ανατροπών και του κοινωνικοπολιτικού αντικομφορμισμού.

Η ένταξη του ογκώδους βιβλίου του Σένετ Η τυραννία της οικειότητας στην εξαίρετη σειρά Ο νεώτερος ευρωπαϊκός πολιτισμός, που δημιούργησε ο αείμνηστος Παναγιώτης Κονδύλης στις εκδόσεις Νεφέλη, προσφέρει και στον μέσο αναγνώστη και στον ειδικό μελετητή τη δυνατότητα να δει πώς αντιμετωπίζεται ο ευρωπαϊκός πολιτισμός των τριών τελευταίων αιώνων στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και ως έναν βαθμό να κατανοήσει γιατί ο βορειοαμερικανικός πολιτισμός θεωρείται ­ και κατά βάση είναι ­ προβολή και επέκταση της αγγλοσαξονικής Ευρώπης. Ισως, ζώντας κανείς σε κοινωνίες μεταφύτευσης, όπου τα υβριδικά φαινόμενα διαδέχονται αλλεπάλληλα το ένα το άλλο, να μπορεί κάποτε ευκολότερα να κατανοεί τη δυναμική και την εξέλιξη των αλλαγών.

Ο ελληνικός τίτλος δεν ακριβολογεί όπως ο τίτλος του αγγλικού πρωτότυπου (The fall of Public Man), ίσως επειδή είναι πολύ γενικευτικός. Το θέμα του βιβλίου όμως ορίζεται σαφώς στον υπότιτλο: Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος στον δυτικό πολιτισμό. Η αντιδιαστολή του δημόσιου προς το ιδιωτικό εκφράζει και την αντίθεση φύσης - πολιτισμού και ατόμου - κοινωνίας. Στο λειτουργικό και ερμηνευτικό πεδίο επομένως η έννοια της οικειότητας εδώ έχει τη σημασία του ιδιωτικού ή καλύτερα της αρχαιοελληνικής ιδιωτείας, που αποβαίνει ωστόσο κριτήριο της πραγματικότητας.


Εξετάζοντας τον πολιτισμό και τις κοινωνικές εκφάνσεις των τριών τελευταίων αιώνων, ο Σένετ από την αρχή σχεδόν της ανάλυσής του συμπεραίνει πως τις βάσεις των σημερινών μας προβλημάτων είναι αναγκαίο να τις αναζητήσουμε στον 19ο αιώνα, ο οποίος κατά συνέπεια θα πρέπει να θεωρηθεί αιώνας αιχμής, αλλά ταυτοχρόνως και καμπής. Τότε είναι που η ατομικότητα, όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα, δηλαδή το πρόσωπο, θεληματικά ή κατ' επιταγήν αντιδιαστέλλει τη συμπεριφορά του ή τη σύστασή του από τον δημόσιο χώρο προετοιμάζοντας την πολυδιασπασμένη κοινωνία της οικειότητας. Αλλά η νέα αυτή σχέση αποκτά και ένα διαφορετικό κοινωνικό περιεχόμενο: οι σχέσεις αμοιβαιότητας που γεννιούνται σε μια κοινωνία πείθουν τους ανθρώπους ότι πρωταρχικός τους σκοπός είναι να αποκαλύψουν την προσωπικότητά τους. Για τούτο και ένα από τα μείζονα χαρακτηριστικά της εποχής είναι ότι οι άνθρωποι επιχειρούν, τόσο στο επίπεδο της δημιουργίας όσο και της καθημερινής ζωής, να προβούν σε διακρίσεις ανάμεσα στις διάφορες σφαίρες της εμπειρίας.

Η διάκριση λοιπόν θα πρέπει να θεωρηθεί συστατικό του σύγχρονου δυτικού εμπειρισμού. Στο πολιτικό επίπεδο φυσικά η διάκριση οδηγεί στον κατακερματισμό της έννοιας της δημόσιας ζωής, κατακερματισμό που ορίζει τον ύστερο καπιταλισμό οδηγώντας στις ακραίες ψυχολογικές καταστάσεις της αποξένωσης και της αλλοτρίωσης. Με άλλα λόγια γινόμαστε άλλοι, σύμφωνα με τον φοβερό λόγο του Ρεμπό (το) εγώ είναι ένας άλλος, επειδή δεν υπάρχει, έχει συκοφαντηθεί ή έχει εκπέσει ό,τι οι κοινωνιολόγοι αποκαλούν κοινωνικό πρόταγμα.

Τα συμπεράσματα αυτά, που προκύπτουν από την ανάγνωση του βιβλίου του Σένετ, στηρίζονται σε πολύ συγκεκριμένα παραδείγματα, τα οποία όχι μόνον ενισχύουν την αποδεικτικότητα των θέσεων του συγγραφέα, αλλά καθιστούν τη μελέτη του και ένα πολύ ευχάριστο ανάγνωσμα. Ο Σένετ προβαίνει σε εύστοχους χαρακτηρισμούς και διακρίσεις ανάμεσα στην κοινωνία και στην κοινότητα, στο άτομο και στην κοινωνία, στην κοινότητα και στο άτομο. Αν η κοινωνία του 18ου αιώνα οικοδομήθηκε πάνω στη διαχωριστική ζώνη του δημόσιου και του ιδιωτικού, ο 19ος αιώνας, που «δεν τελείωσε ακόμη», σηματοδοτεί την απαρχή της παρακμής της δημόσιας ζωής, που τελευταία της αναλαμπή ­ αλλά με την κρίση ήδη να περιέχεται στην αναλαμπή αυτή ­ είναι η υπόθεση Ντρέιφους.

Ο 19ος αιώνας σύμφωνα με τον συγγραφέα εμφανίζεται ευπρεπής ως προς τα ήθη και ενδοτικός στους ενθουσιασμούς. Στα όρια των ενθουσιασμών άνθησε η οικειότητα, με αποτέλεσμα η έκφραση της προσωπικότητας να αποτελεί το κύριο ζητούμενο της κοινωνικής ζωής. Η σεξουαλικότητα, λ.χ., συνδέθηκε ευθέως με την ενδυμασία με έναν τρόπο που δεν είχε ως τότε το προηγούμενό του. Ο φετιχισμός ανήγαγε το ύφος ή στυλ σε μείζονα αξία ζωής. Το να είσαι σήμαινε πριν απ' όλα να παριστάνεις. Το στυλιζάρισμα άνοιξε τον δρόμο στον εκτελεστή, ο οποίος, φθάνοντας σήμερα σε επίπεδα αποθέωσης, υπερέβη κατά πολύ τον δημιουργό, όπως βεβαίως και το ακροατήριό του. Ξεπερνώντας όμως το ακροατήριο, ο εκτελεστής υπερέβη και το κείμενό του, δηλαδή την αιτία που δημιούργησε και τον ίδιο. Με τους όρους της δημιουργίας, κάθε μορφή παρόμοιας υπέρβασης είναι μοιραία μια βουτιά προς τα κάτω. Η παράσταση για την παράσταση καταργεί τη συνείδηση.

Το πολιτικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι πώς φτάνουμε συχνά στο σημείο να αποτιμούμε μια κοινωνία με ψυχολογικούς όρους, πράγμα βέβαια που συνιστά μια μορφή τυραννίας, «κάτι πολύ ανεπαίσθητο», όπως παρατηρεί ο συγγραφέας. Αρνούμενη μέσω της παράστασης και του θεάματος η κοινωνία την πολιτική, αρνείται την πόλιν και τον εαυτό της και οδηγείται στην κοινότητα και κατόπιν στον ιδιωτικό χώρο.

Και εδώ φτάνουμε σε ένα από τα κομβικά σημεία της προβληματικής του Σένετ, όπου ερευνάται η σχέση της πολιτικής με τον πολιτισμό, όχι βέβαια στο πεδίο της διαπλοκής, αλλά των κοινών προϋποθέσεων και των κοινών πηγών. Επίκεντρο της δημόσιας ζωής είναι η πρωτεύουσα. Τον 19ο αιώνα οι πρωτεύουσες είναι θεατρικές, ειρωνικές και δύσθυμες (όπως ήταν και οι πόλεις της Αναγέννησης). Είναι όμως ταυτοχρόνως και «γέρικες», σύμφωνα με τον Μποντλέρ, από τον οποίο ξεκινά και αναπτύσσει τις απόψεις του για τη μητροπολιτική ζωή ο μεγαλύτερος ίσως ευρωπαίος δοκιμιογράφος του αιώνα μας, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν. Αν όμως οι πρωτεύουσες είναι θεατρικές, τότε η επιλογή του ρόλου ταυτίζεται με το στυλ και ο καθένας δεν γίνεται «όμοιος με τον εαυτό του», όπως έγραφε ο Μαλαρμέ για τον Πόου όταν πέθανε, αλλά επιλεγμένο ομοίωμα του εαυτού του και άρα φενάκη μιας κοινωνίας που ορίζεται ως ταυτοσημία ρόλου και ύφους. Η ταυτοσημία αυτή όμως σημαίνει πως η ανθρώπινη φύση αποσπάται από την κοινωνική δράση και τότε η πίστη και η ψευδαίσθηση συνδέονται στη συνείδηση των ανθρώπων με την εικόνα της κοινωνίας. Ας μην ξεχνούμε ωστόσο ότι μιλούμε πάντα για τον νεότερο αστικό πολιτισμό.

Η θεατρικότητα του 19ου αιώνα, όπως προκύπτει μέσα από την τέχνη και τη λογοτεχνία του, αποτελεί γενικευμένο φαινόμενο. Μπορεί μεν ο Σαβοναρόλα τον 15ο αιώνα να μετέφερε τη σκηνή του θεάτρου από την εκκλησία στην πόλη, αλλά, ενώ ως τον 18ο αιώνα οι θεατές ταυτίζονταν με τα δρώμενα επί σκηνής, από τον 19ο και μετά η συγκινησιακή εμπλοκή εξαφανίζεται και ό,τι χωρίζει τη σκηνή από την πλατεία είναι η σιωπή. Πρόκειται για κοινωνική σιωπή, χαρακτηριστικό κατ' εξοχήν της δικής μας τηλεοπτικής εποχής.

Η θεατρικότητα ως γενικευμένο φαινόμενο του 19ου αιώνα αποτυπώνεται στο μείζον λογοτεχνικό του είδος: το μυθιστόρημα. Χώροι έκφρασής του: τα θέατρα, τα καφενεία και οι λέσχες. Από τη στιγμή που επιλέγει κανείς να παίξει έναν ρόλο, εισέρχεται στο στάδιο της παρακμής της δημόσιας ζωής. Κατά τον Σένετ, η διανομή των ρόλων, όχι μόνο στη σκηνή, αλλά και στην πλατεία, κατέστησε το ακροατήριο μια συνάθροιση ξένων. Αναγνωρίζοντας τον εαυτό του μέσω του ρόλου του και τον κόσμο μέσω του εαυτού του, ο άνθρωπος αποκόπηκε από τους άλλους. Η αποκοπή οδήγησε στη διαμάχη ανάμεσα στην κοινωνική αλληλεγγύη και στην προσωπική εμπειρία με ποικίλα παρεπόμενα:

Η κοινότητα αποτέλεσε κατ' αρχήν ένα είδος συρρίκνωσης της κοινωνίας και έπειτα μέσο για να αποσυρθεί κανείς από την κοινωνία ­ συχνά όχι κατ' επιλογήν, αλλά ιδιαίτερα στα κατώτερα ή μη προνομιούχα στρώματα του πληθυσμού εξ ανάγκης. Επομένως τα φαινόμενα γκετοποίησης στις δυτικές μητροπόλεις δεν έχουν μόνο οικονομικό, αλλά και βαθύτατα ιδεολογικό χαρακτήρα. Ο ατομισμός δηλαδή όπως τον ορίζει ο συγγραφέας, η πεποίθηση με άλλα λόγια ότι καταλαβαίνουμε τα πάντα γνωρίζοντας μόνο τον εαυτό μας σε ό,τι τον αφορά (η λογική τού «τι σε νοιάζει»), είναι ο σύγχρονος ναρκισσισμός, ο οποίος εμφανίζεται ασκητικός, γι' αυτό και στον πυρήνα του παραμένει προτεσταντικός.

Ο προτεσταντισμός δεν είναι μόνο ηθικολογικός, αλλά οι αρχές του όσον αφορά τη διαχείριση του λόγου, της περιουσίας και της καθημερινής ζωής επηρέασαν βαθιά και τον θεωρητικό λόγο που αναπτύχθηκε στη Δύση από τη μεταρρύθμιση κι έπειτα. Εχουμε τον λόγο του άμβωνα, που γίνεται λόγος της κοινότητας και στη συνέχεια γλώσσα της οικειότητας. «Η απορρόφηση σε οικείες διαθέσεις είναι σημάδι μιας απολίτιστης κοινωνίας» λέει ο Σένετ. Θα λέγαμε επομένως πως όχι μόνο καθιερώνει μια γλώσσα καταπραϋντική και κατασταλτική, αλλά καθιστά σολιψιστικό ολόκληρο τον κόσμο του επιστητού. Και η καλύτερη απόδειξη γι' αυτό είναι το κατ' εξοχήν σολιψιστικό προϊόν: η τηλεόραση.

Η τηλεόραση και τα παρεπόμενά της αυξάνουν στην εποχή μας απείρως τη γνώση μας για τα όσα διαδραματίζονται στην κοινότητα, αλλά αναχαιτίζουν, το ίδιο, και τη δυνατότητά μας να μετατρέψουμε τούτη τη γνώση σε πολιτική δράση. Φαίνεται αντιφατικό, αλλά δυστυχώς δεν είναι. Κανείς, λέει ο Σένετ, δεν αντιμιλά στην τηλεόρασή του. Απλώς την κλείνει, απαντώντας με σιωπή στη σιωπή που επιβάλλει το μέσο. Ετσι όμως ο θεατής δεν σώζει την ακεραιότητα ή την προσωπικότητά του γιατί με τη συναίνεσή του καταργείται η δύναμη της αγόρευσης, που είναι πράγματι πολιτική. Αν μιλήσουμε στην τηλεόραση, στον εαυτό μας ή σε κάποιον άλλον την ώρα που «μιλά» η τηλεόραση, δεν ακούμε τι λέγεται. Ως θεατές μεταβαλλόμαστε σε παθητικούς μάρτυρες, η κοινωνία γίνεται μανιχαϊκή και αναγόμαστε συλλήβδην στη γενική και άνευ χαρακτηριστικών κατηγορία του πολίτη, ο οποίος ζει στο σπιτάκι του της οικειότητας. Το μωσαϊκό της ταξικής ποικιλίας, δηλαδή το ίδιο το υπόστρωμα από το οποίο ξεπηδά η κοινωνική δυναμική, καταργείται.

Η σιωπή, κοινωνική και καλλιτεχνική, είναι η μαύρη τρύπα του επόμενου αιώνα. Μέσα της έπεσε ηρωικά ο μοντερνισμός, με τελευταίο μεγάλο του εκπρόσωπο τον Μπέκετ. Η σιωπή, το περίβλημα της οικειότητας, είναι χωρίς αμφιβολία αυτοαναφορική. Ο απολιτικός μεταμοντερνιστικός βόμβος των ημερών δεν στάθηκε ικανός να αναιρέσει αυτή τη σκληρή αλήθεια. Είναι το πηγάδι της ταυτολογίας που χάθηκε, το νεκρό σύνορο της εμπειρίας στη μεταβιομηχανική κοινωνία. Στα αστικά καφενεία ­ σε αντίθεση με τα προλεταριακά ­ οι άνθρωποι πήγαιναν ακριβώς για να μη μιλήσουν, αλλά για να φανούν. Το γεγονός ότι η αναγωγή της σιωπής σε δημόσιο δικαίωμα αναδείχθηκε σε μείζον χαρακτηριστικό του αστικού πολιτισμού δείχνει και τον ειδικό χαρακτήρα της παρακμής του: ο δημόσιος χώρος κατέστη σημαντικός τόπος προσωπικών εμπειριών σε μια εποχή που του είχε αφαιρέσει το περιεχόμενό του. Τον 18ο αιώνα ο Ρουσό ήλπιζε πως στον κοσμοπολιτικό περίγυρο θα συνυπήρχαν και θα διαλέγονταν όλοι, επιλέγοντας έναν ρόλο. Μέσα από τον ρόλο θα αναδεικνυόταν η κοινωνία. Ο Σένετ όμως υποστηρίζει πως ο 19ος αιώνας που ακολούθησε δεν χαρακτηρίζεται από τον διάλογο, αλλά από τον μονόλογο.

Ετσι φθάσαμε στο τέλος της δημόσιας κουλτούρας, στην κοινωνία της οικειότητας. Σήμερα δεν μας ενδιαφέρει τι πράττουμε, αλλά πώς αισθανόμαστε σε σχέση με όσα πράττουμε. Αν κατά την περίοδο της υπόθεσης Ντρέιφους η κοινότητα είχε αναχθεί στο εθνικό επίπεδο, σήμερα ταυτίζεται με τον τοπικισμό. Επί του προκειμένου έχουμε να κάνουμε με τις δομές μιας κουλτούρας που οικοδομείται πάνω στις κρίσεις του παρελθόντος, λέει δυσοίωνα ο Σένετ. «Οι δομές αυτές οργανώνουν την οικογένεια, το σχολείο, τη γειτονιά· αποδιοργανώνουν την πόλη και το κράτος».

Στο μικρό μας οικείο περιβάλλον μπορούμε να μιλούμε για σφαγές που έγιναν κάπου αλλού, για φρικαλεότητες των άλλων, για καταστροφές που συμβαίνουν κάπου αλλού. Στα οικεία αισθήματά μας ωστόσο ενεδρεύει ό,τι ο συγγραφέας αποκαλεί «φόβο της απρόσωπης ζωής». Η πόλη σήμερα δεν είναι ο τόπος της αγοράς, δηλαδή του αγορεύειν, της δράσης και της επιθετικής διεκδίκησης, όπου οι αξίες και η πραγματικότητα αποτελούν τις κύριες προϋποθέσεις της κοινωνικής συμβίωσης. Το «απρόσωπο» βεβαίως που αναφέρει ο Σένετ είναι το συλλογικό, το πρωταρχικό και το κρίσιμο. Ο φόβος για ό,τι δεν είναι οικείο αποτελεί χαρακτηριστικό φυλετικής συμπεριφοράς και προσδιορίζει την ψυχολογία του σύγχρονου αστού, που γίνεται νομάδας χωρίς απαραιτήτως να μετακινείται. Η πόλη όπου ζει δεν είναι δημόσιος χώρος, αλλά ένα κουκούλι γύρω από τον εαυτό του και τα αισθήματά του.

Ο συγγραφέας πιστεύει πως ο κοινωνικός κατακερματισμός του σήμερα μπορεί να σταματήσει ­ χωρίς ωστόσο να λέει πώς. Λόγω του κατακερματισμού στις σημερινές μαζικές δημοκρατίες η δημόσια σφαίρα τείνει να καταργηθεί. Η πορεία αυτή, που ξεκινά τον 19ο αιώνα, συνεχίζεται. Το γεγονός όμως ότι περιγράφεται και κριτικάρεται ανελέητα σημαίνει πως είναι και αναστρέψιμη. Εδώ όμως ο Σένετ δεν μας κλείνει το μάτι. Απλώς μας προειδοποιεί.

Η τυραννία της οικειότητας είναι ένα καλογραμμένο ­ και καλομεταφρασμένο ­ βιβλίο. Με εποπτική ματιά, με σαφή διάκριση των περιόδων, αλλά και συναρπαστικό συγκριτικό πλαίσιο. Αποδεικτικό, συγκεκριμένο, χωρίς κοινοτοπίες, αλλά και δίχως αφαιρέσεις και ιδεολογήματα, χωρίς εκείνο τον ενοχλητικό θεωρητικό μετεωρισμό που συναντά κανείς σε κάποια νεότερα θεωρητικά βιβλία. Αξίζει να το διαβάσουν όσοι ζητούν κάτι περισσότερο από φτηνά ρομάντζα με προδοσίες και διαζύγια.

Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010

Σχόλια & σύγχρονοι ζωγράφοι, ζωγραφική: αφιερωμένο στους εστέτ του καπνού...

Σκέψεις & ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Γυναίκα με καπέλο, λάδι σε καμβά

Αφιερωμένο στους παντοτινούς καπνιστές - πρώην και νυν...

Στους εστέτ της απόλαυσης του καπνού...

Στους ρεμβασμούς, στις σκέψεις, στις συζητήσεις με τσιγάρο...

(Ενόψει της φασιστικής απαγόρευσης που οι ανεγκέφαλοι μαζάνθρωποι θα μας επιβάλουν από 1 Σεπτεμβρίου)

Τσέζαρε Παβέζε

Δύο Τσιγάρα

Κάθε βράδυ είναι ελευθερία. Κοιτάς τις αντανακλάσεις
της ασφάλτου πάνω στους δρόμους που ανοίγουν διάπλατα, λάμποντας στον άνεμο.
Κάθε περαστικός έχει ένα πρόσωπο και μια ιστορία.
Αλλά αυτή την ώρα δεν υπάρχει πλέον κούραση: τα χιλιάδες λαμπιόνια
είναι όλα για όποιον δεν μπορεί να ανάψει ένα σπίρτο.
Η φλογίτσα σβήνεται, στο πρόσωπο της γυναίκας
που μου ζήτησε το σπίρτο. Ο αέρας σβήνει την φλόγα.
Απογοητευμένη η γυναίκα μού ζητάει ένα άλλο
που σβήνεται κι αυτό: η γυναίκα γελάει σιγανά.
Εδώ μπορούμε να μιλάμε φωναχτά και να φωνάζουμε,
αφού κανείς δεν μας ακούει. Σηκώνουμε τα μάτια
στα πολλά παράθυρα- μάτια σβηστά που κοιμούνται-
και περιμένουμε. Η γυναίκα σφίγγει τις πλάτες και
παραπονιέται ότι έχασε τη χρωματιστή της εσάρπα
που τη ζέσταινε τη νύχτα. Αλλά αρκεί να γείρουμε
στη γωνία και ο αέρας δεν είναι πλέον παρά ένα φύσημα.
Πάνω στην κατεστραμμένη άσφαλτο υπάρχει ήδη ένα αποτσίγαρο.
Αυτή η εσάρπα ήρθε από το Ρίο, αλλά η γυναίκα λέει
ότι είναι χαρούμενη που την έχασε, γιατί συνάντησε εμένα.
Εάν η εσάρπα ήρθε από το Ρίο, πέρασε τη νύχτα
πάνω από τον φωτισμένο ωκεανό με το μεγάλο υπερωκεάνιο.
Βέβαια , νύχτες με αέρα σαν κι αυτή . Είναι το δώρο ενός ναύτη του.
Ο ναύτης δεν υπάρχει πλέον. Η γυναίκα μού λέει σιγανά
ότι, εάν ανέβω μαζί της, θα μου δείξει το πορτραίτο του
με τα σγουρά μαλλιά και μαυρισμένο από τον ήλιο. Ταξίδευε πάνω σε βρώμικα βαπόρια
και καθάριζε τις μηχανές: εγώ είμαι πιο ωραίος.
Πάνω στην άσφαλτο υπάρχουν δυο αποτσίγαρα. Κοιτάμε στον ουρανό:
Το παράθυρο εκεί ψηλά- μου δείχνει με το δάχτυλο η γυναίκα- είναι το δικό μας.
Αλλά εκεί πάνω δεν υπάρχει θερμάστρα. Τη νύχτα, πίσω από τα βαπόρια που περνάνε
λάμπουν λίγα φώτα ή μονάχα τ’ αστέρια .
Πιασμένοι αλαμπρατσέτα διασχίζουμε την άσφαλτο, παίζοντας για να ζεσταθούμε.

(μετάφραση: Γιάννης Η. Παππάς)


Cesare Pavese (1908-1950)

Πέμπτη 26 Αυγούστου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: Ποιό θα είναι το μέλλον μας, όταν ο πληθυσμός του πλανήτη καλπάζει;

Σύγχρονη σκέψη & σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Εικόνες ηρεμίας και αστικού τοπίου. Εικόνες από τη Θεσσαλονίκη του '50 - όταν ο πληθυσμός της γης ήταν γύρω στα 3 δισεκατομμύρια...

Μόλις πληροφορηθήκαμε ότι νέες έρευνες καταδεικνύουν λάθη στη θεωρία του Δαρβίνου. Ανατρέπονται τα περί επιβίωσης του ισχυροτέρου και εισάγεται η θεωρία του ζωτικού χώρου ως σημαντικότερη αιτία της εξέλιξης...

Και γεννάται το ερώτημα: Ποιό θα είναι το μέλλον μας, όταν ο πληθυσμός του πλανήτη καλπάζει - διαπλασιαστήκαμε μέσα στα τελευταία πενήντα χρόνια - και ο ζωτικός χώρος του ανθρώπινου είδους τείνει να εξαφανιστεί με πολύ γρήγορους ρυθμούς και άμεσα;

Η απάντηση εύκολη και προδιαγεγραμμένη: Επίκειται τέλος...

Ποιός θα μας αντικαταστήσει; Ίσως κάποια δυνατά έντομα όπως οι κατσαρίδες ή τα βακτήρια...

Καθώς και τα υπόλοιπα ζώα, θηλαστικά κλπ, δεν τα πάνε και πολύ καλά. Τα έχουμε ήδη ξεκάνει...

Ακολουθεί σχετικό άρθρο στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (25-8-2010)

Ανατρέπονται βασικές αρχές του Δαρβίνου...

Ο Δαρβίνος μπορεί να έκανε λάθος θεωρώντας ότι ο ανταγωνισμός ήταν η κινητήρια δύναμη της εξέλιξης, περιγράφοντας ένα κόσμο στον οποίο οι οργανισμοί μάχονται για την κυριαρχία και μόνο ο ισχυρότερος επιβιώνει.

Νέα έρευνα έρχεται να προσθέσει νέα στοιχεία, εισάγοντας την έννοια του «ζωτικού χώρου», αντί του ανταγωνισμού, ως σημαντικότερη αιτία της εξέλιξης. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από ομάδα ερευνητών στο πανεπιστήμιο του Μπρίστολ της Βρετανίας, με τη χρήση απολιθωμάτων για τη μελέτη των εξελικτικών τάσεων των ειδών για περισσότερα από 400 εκατομμύρια χρόνια.

Εστιάζοντας στα ζώα της στεριάς – αμφίβια, ερπετά, θηλαστικά και πουλιά – οι επιστήμονες έδειξαν ότι ο βαθμός βιοποικιλότητας συνέπιπτε με τη διαθεσιμότητα «ζωτικού χώρου» στο πέρασμα του χρόνου. Ο «ζωτικός χώρος» αναφέρεται στις ειδικές συνθήκες που απαιτούνται για την ανάπτυξη ενός οργανισμού, και περιλαμβάνουν παράγοντες όπως η διαθεσιμότητα τροφής και το ευνοϊκό κλιματολογικό περιβάλλον.

Η νέα μελέτη διατείνεται ότι οι μεγάλες εξελικτικές αλλαγές συμβαίνουν όταν τα ζώα μετακινούνται σε μεγάλες, άδειες περιοχές ζωτικού χώρου, που δεν καταλαμβάνονται από άλλα ζώα. Για παράδειγμα, όταν τα πουλιά ανέπτυξαν την ικανότητα να πετούν, άνοιξαν πολλές νέες δυνατότητες που δεν υπήρχαν για τα υπόλοιπα ζώα, δίνοντας στα πουλιά νέο ζωτικό χώρο και ξεκινώντας μια νέα εξελικτική πορεία.

Παρόμοια, η εξαφάνιση των δεινοσαύρων άφησε πίσω της μεγάλες περιοχές ζωτικού χώρου που εκμεταλλεύτηκαν τα θηλαστικά για τη δική τους εξέλιξη. Το σκεπτικό αυτό έρχεται σε αντίθεση με την ιδέα ότι ο έντονος ανταγωνισμός για φυσικές πηγές σε πυκνοκατοικημένες περιοχές είναι η κινητήρια δύναμη της εξέλιξης. «Για παράδειγμα, παρά το γεγονός ότι τα θηλαστικά ζούσαν μαζί με τους δεινοσαύρους για 60 εκατομμύρια χρόνια, δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν τα κυρίαρχα ερπετά. Όταν όμως οι δεινόσαυροι εξαφανίστηκαν, τα θηλαστικά κατέλαβαν γρήγορα τους άδειους πλέον χώρους με αποτέλεσμα σήμερα να κυριαρχούν στον κόσμο», σημείωσε ο Μάικ Μπέντον, μέλος της επιστημονικής ομάδας που διατύπωσε τη νέα θεωρία.

Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι: σύννεφα που αναδεικνύουν χρώματα & ζωγραφική...

Τοπίο της Θεσσαλονίκης & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη μετά τη βροχή, λάδι σε καμβά

Με ευχές και ξόρκια...

Γιά δροσιές...

Για λίγο φθινόπωρο...

Για σύννεφα και σκιές που αναδεικνύουν χρώματα & ζωγραφική...

Ζωή Καρέλη


Μουσικότητα

Έμορφη μουσικότητα των φθινοπωρινών
ημερών στη Θεσσαλονίκη,
όταν η βροχή πέφτει πότε πυκνή,
αραιώνει κι ύστερα πάλι
πυκνώνει η ασημένια βροχή,
των πρώτων φθινοπωρινών ημερών,
διάφανη και τόσο λεπτή, σαν

σιγανή μουσική ομιλία γυναικών
στο φθινόπωρο της ζωής των.
Εκείνων των γυναικών που μένουν
στο φθινόπωρο της ζωής των.
Εκείνων των γυναικών που μένουν
ήσυχες και σιωπηλές, μοιάζουν,
λιγάκι περήφανες ή μελαγχολικές
και κάποτε, όταν μιλήσουν,
βιάζονται να πουν εκείνο
που ζητούν ίσως να λησμονήσουν.

Σκιές στο Χρόνο Ι

Μόλις άνοιξα το βιβλίο με τις σειρές,
άρχισαν οι σκιές να γλιστρούν.
Γι' αυτό δεν μπορώ ποτέ να ησυχάσω
σε κανένα καιρό, όσο υπάρχουν
τόσα φαντάσματα, ακατάλυτα
σε παρελθόν και μέλλον.
Πώς οι άνθρωποι συζούν,
ζώντας σε χρόνους διάφορους;
Ποιος τους συνδέει καιρός,
πώς λησμονούν;

Σκιές σειρές που προσέρχονται
και παρέρχονται,
σηκώνομαι
να κινηθώ και δεν είμαι
μαζί μου. Σκιώδεις κινήσεις,
θα έπρεπε κάποτε να βρεθώ
ευτυχείς να βρεθούμε σε αρμονίες,
στις εποχές βέβαιοι,
πως υπάρχουμε στην επιθυμία
του χρόνου. Άλλα, άλλοτε, αλλού,
πού ψυχή μου;
Μια πάνω στην άλλη
χαλάν αυτές, γίνονται σκιές
οι επιθυμίες,
ξαναρχίζουν πάλι
καταστάσεις παλιές να ξανάρχονται,
στιγμές αχάλαστες, οι σκιές
υπάρχοντας άτρωτες φαντασίες
δεν καταστρέφονται.