t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: λυτρωτική απόδραση...

Περιπλάνηση στην ποίηση με ζωγραφική - σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Πλοία στο λιμάνι, λάδι σε καμβά

Συνεχίζουμε το οδοιπορικό στους κλασικούς ποιητές...

Ο λυτρωτικός ρόλος της τέχνης...

Έντγκαρ Άλαν Πόε

Άναμπελ Λη

Χρόνια πολλά περάσαν από τότε,
σ' ένα βασίλειο δίπλα στο γιαλό,
που κάποια κόρη ζούσε, τ' όνομά της
'Αναμπελ Λη, θα το 'χετ' ακουστό.
Κι η κόρη αυτή μονάχην είχε σκέψη
να μ' αγαπά και να την αγαπώ.

Ήμαστ' ακόμα δυο μικρά παιδάκια,
σ' ένα βασίλειο δίπλα στο γιαλό:
Μα ήταν τρανή η αγάπη που αγαπιόμαστε-
η 'Αναμπελ Λη κι εγώ. Στον ουρανό
τα φτερωμένα Σεραφείμ, που μας ζηλεύανε,
μας κοίταζαν με μάτι φθονερό.

Κι ήταν γι' αυτό -περάσανε πια χρόνια-
που στο βασίλειο δίπλα στο γιαλό,
κατέβηκε απ' τα νέφη στην ωραία μου
'Αναμπελ Λη, ψυχρό, θανατερό
τ' αγέρι κι οι μεγάλοι συγγενήδες της
τη πήραν και μ' αφήσαν μοναχό,
σ' ένα μνημούρι μέσα να τη κλείσουνε
στη χώρα τούτη δίπλα στο γιαλό.

Οι άγγελοι που δεν είχαν τη δική μας
την ευτυχία, ζηλέψαν και γι' αυτό-
Ναι! Και γι' αυτό (καθώς το ξέρουν όλοι
μες στο βασίλειο δίπλα στο γιαλό),
Τ' αγέρι από τα νέφη κάποια νύχτα
κατέβηκε ψυχρό, θανατερό
και μ' άρπαξε τον ώριο θησαυρό.

Κι από των πιο σοφών και πιο μεγάλων
η αγάπη μας τρανότερη πολύ-
κι ούτ' οι αγγέλοι πάνω στα ουράνια
κι ουτ' οι δαιμόνοι κάτω απ' το βαθύ
Ωκεανό μπορούνε τη ψυχή μου
να τη χωρίσουν διόλου απ' τη ψυχή
της ωραίας μου 'Αναμπελ Λη.

Γιατί ποτέ δε βγαίνει το φεγγάρι
χωρίς ονείρατα γλυκά να μου κρατεί
της ωραίας μου 'Αναμπελ Λη.
Και πάντα, όταν προβάλλουνε τ' αστέρια,
νιώθω και πάλι τη ματιά τη λαμπερή
της ωραίας μου 'Αναμπελ Λη.
Κι όλη τη νύχτα δίπλα μου τη νιώθω,
συντρόφισσα μου, αγάπη μου ακριβή
μέσα στον τάφο δίπλα στην ακτή
που του πελάου το κύμα αντιλαλεί.

(μετάφραση Κ. Παπαδάκης)

[poe.jpg]
Edgar Allan Poe (1809-1849)

Το κοράκι


Κάποια φορά, μεσάνυχτα, ενώ εμελετούσα
κατάκοπος κι αδύναμος ένα παλιό βιβλίο
μιας επιστήμης άγνωστης, άκουσα ένα κρότο
σα να χτυπούσε σιγανά κανείς στη ξώπορτά μου.
"Κανένας ξένος", σκέφτηκα "οπού χτυπά τη πόρτα,
τούτο θα είναι μοναχά και όχι τίποτ' άλλο
".

Θυμάμαι ήταν στον ψυχρό και παγερό Δεκέμβρη
και κάθε λάμψη της φωτιάς σα φάντασμα φαινόταν.
Ποθούσα το ξημέρωμα, μάταια προσπαθούσα
να δώσει με παρηγορία στη λύπη το βιβλίο,
για τη γλυκιά Ελεονόρα μου, την όμορφη τη κόρη
όπως οι αγγέλοι τη καλούν, ενώ εδώ δεν έχει
για πάντα ούτε όνομα.

Και τ' αλαφρό μουρμουρητό που κάναν οι κουρτίνες
με άγγιζε, με γέμιζε με τρόμους φανταχτούς,
και για να πάψει τ' άγριο το χτύπημα η καρδιά μου
σηκώθηκα φωνάζοντας: "Θα είναι κάποιος ξένος
όπου ζητά να κοιμηθεί έδω στη κάμαρά μου
αυτό θα είναι μοναχά και περισσότερο όχι
".

Τώρα μου φάνηκε η ψυχή πιο δυνατή για τούτο,
"Κύριε" είπα, "ή Κυρά, ζητώ να συγχωρείστε,
γιατί εγώ ενύσταζα κι ο κρότος ήταν λίγος,
ήσυχος, που δεν άκουσα εάν χτυπά η πόρτα
"
κι άνοιξα στους αγέρηδες ορθάνοιχτη τη πόρτα
σκοτάδι ήταν γύρω μου και όχι τίποτ' άλλο.

Μες στο σκοτάδι στάθηκα ώρα πολλή μονάχος,
γεμάτος τρόμους κι όνειρα που πρώτη φορά τότε
η λυπημένη μου ψυχή στα βάθη της επήρε,
μα η σιγή ήταν άσωστη και το σκοτάδι μαύρο
κι "Ελεονόρα" μοναχά ακούγονταν η ηχώ
από τη λέξη που 'βγαινε απ' τα ανοιχτά μου χείλη.
Αυτό μονάχα ήτανε και όχι τίποτ' άλλο.

Γυρίζοντας στη κάμαρα με μια καρδιά όλο φλόγα,
άκουσα πάλι να χτυπούν πιο δυνατά από πρώτα.
"Σίγουρα κάποιος θα χτυπά από το παραθύρι,
ας πάω να δω κι ας λύσω πια ετούτο το μυστήριο,
ας ησυχάσει η μαύρη μου καρδιά και θα το λύσω,
θα είναι οι αγέρηδες και όχι τίποτ' άλλο.

'Ανοιξα το παράθυρο κι ένα κοράκι μαύρο
με σχήμα μεγαλόπρεπο στη κάμαρα μου μπήκε
και χωρίς διόλου να σταθεί ή ν' αμφιβάλλει λίγο,
επήγε και εκάθισε στη πέτρινη Παλλάδα
απάνω από τη πόρτα μου, γιομάτο σοβαρότη.
Κουνήθηκεν, εκάθισε και όχι τίποτ' άλλο.

Το εβενόχρωμο πουλί που σοβαρό καθόταν
τη λυπημένη μου ψυχή έκανε να γελάσει.
"Χωρίς λοφίο", ρώτησα, "κι αν είν' η κεφαλή σου
δεν είσαι κάνας άνανδρος, αρχαϊκό κοράκι,
που κατοικείς στις πένθιμες ακρογιαλιές της Νύχτας;
Στ' όνομα της Πλουτωνικής της Νύχτας, τ' όνομά σου
!"
Και το κοράκι απάντησε: "Ποτέ από 'δω και πια".

Ξεπλάγηκα σαν άκουσα το άχαρο πουλί
ν' ακούει τόσον εύκολα τα όσα το ρωτούσα
αν κι η μικρή απάντηση που μου 'δωσε δεν ήταν
καθόλου ικανοποιητική στα όσα του πρωτόπα,
γιατί ποτέ δεν έτυχε να δεις μες στη ζωή σου
ένα πουλί να κάθεται σε προτομή γλυμμένη
απάνω από τη πόρτα σου να λέει:
"Ποτέ πια".

Μα το Κοράκι από κει που ήταν καθισμένο
δεν είπε άλλη λέξη πια σα να 'ταν η ψυχή του
από τις λέξεις: "Ποτέ πια", γεμάτη από καιρό.
Ακίνητο καθότανε, χωρίς ένα φτερό του
να κινηθεί σαν άρχιζα να ψιθυρίζω αυτά:
"Τόσοι μου φίλοι φύγανε ως και αυτές οι Ελπίδες
κι όταν θε να 'ρθει το πρωΐ κι εσύ θε να μου φύγεις".
Μα το πουλί απάντησε: "Ποτέ από δω και πια".

Ετρόμαξα στη γρήγορη απάντηση που μου 'πε
πάντα εκεί ακίνητο στη προτομήν απάνω.
"Σίγουρα" σκέφτηκα, "αυτό που λέει και ξαναλέει
θα είναι ό,τι έμαθε από τον κύριό του
που αμείλικτη η καταστροφή θα του κοψ' το τραγούδι
που θα 'λεγεν ολημερίς και του 'καμε να λέει
λυπητερά το
"Ποτέ πια" για τη χαμένη ελπίδα".

Μα η θέα του ξωτικού πουλιού μ' έφερε γέλιο
κι αρπάζοντας το κάθισμα εκάθισα μπροστά του
και βυθισμένος σ' όνειρα προσπάθησα να έβρω
τι λέει με τη φράση αυτή, το μαύρο το Κοράκι,
το άχαρο, τ' απαίσιο, ο τρόμος των ανθρώπων,
σαν έλεγε τις θλιβερές τις λέξεις:
"Ποτέ Πια!".

Κι έτσι ακίνητος βαθιά σε μαύρες σκέψεις μπήκα
χωρίς μια λέξη μοναχά να πω εις το Κοράκι
που τα όλο φλόγα μάτια του μες στη καρδιά με καίγαν.
Έτσι σκεφτόμουν έχοντας στο βελουδένιο μέρος
του παλαιού καθίσματος γερμένο το κεφάλι,
στο μέρος που το χάϊδευαν η λάμψη της καντήλας,
εκεί όπου η αγάπη μου δε θ' ακουμπήσει
πια!

Τότε ο αγέρας φάνηκε σα να 'ταν μυρωμένος
από 'να θυμιατήριο αόρατο που αγγέλοι
και Σεραφείμ το κούναγαν και τ' αλαφρά τους πόδια
ακούγονταν στο μαλακό χαλί της κάμαράς μου.
"Ναυαγισμένε" φώναξα, "αναβολή σου στέλνει
με τους αγγέλους, ο Θεός και μαύρη λησμοσύνη
για τη χαμένη αγάπη σου την όμορφη Λεονόρα.
Πιες απ' το μαύρο το πιοτό της Λήθης και λησμόνα
εκείνην όπου χάθηκε
". Και το Κοράκι είπε:
"Ποτέ από δω και πια!".

Είπα: "Προφήτη των κακών, είτε πουλί είτε δαίμων
είτε του μαύρου πειρασμού αποσταλμένε συ
είτε στης άγριας θύελλας το μάνιασμα χαμένε,
αλλ' άφοβε, στον κόσμο αυτόπου κατοικεί ο Τρόμος,
πες μου με ειλικρίνεια, υπάρχει δω στον κόσμο
της λύπης κανά βάλσαμο που δίνει η Ιουδαία;
Πες μου!
", μα κείνο απάντησε:
"Ποτέ από δω και πια!".

"Προφήτη", είπα, "δαίμονα, της Συφοράς πουλί,
Προφήτης όμως πάντοτε, στον Ουρανό σ' ορκίζω,
που απλώνεται από πάνω μας παρηγορήτρα αψίδα,
εις του Θεού το όνομα που οι δυο μας τον λατρεύουν,
πες μου αν στον Παράδεισο θε ν' αγκαλιάσω κείνη,
εκείνη που οι άγγελοι τη λεν Ελεονόρα
";
Και το κοράκι απάντησε:
"Ποτέ από δω και πια!".

"Ας γίν' η μαύρη φράση σου το σύνθημα να φύγεις",
εφώναξα αγριωπός πηδώντας κει μπροστά του.
"Πήγαινε πάλι να χαθείς στην άγρια καταιγίδα
ή γύρνα στις ακρογιαλιές της Πλουτωνείου Νύχτας
ούτ' ένα μαύρο σου φτερό δε θέλω δω ν' αφήσεις
ενθύμηση της φράσης σου της ψεύτικης και πλάνας
βγάλ' απ' τη δόλια μου καρδιά το ράμφος που 'χεις μπήξει
και σύρε τη φανταστική μορφή σου στα σκοτάδια
!"
Και το Κοράκι απάντησε:
"Ποτέ από δω και πια!".

Και το Κοράκι ακίνητο στη προτομή όλο μένει,
στης Αθηνάς τη προτομή απάνω από τη πόρτα
και τ' αγριωπά τα μάτια του σα του Διαβόλου μοιάζουν
όταν μονάχος σκέφτεται. Και το θαμπό λυχνάρι
ρίχνει σκια στο πάτωμα σαν πέφτει στο Κοράκι.
Και η ψυχή μου ανήμπορη δε θα μπορέσει πια
να βγει απ' τον αμφίβολο τον κύκλο της Σκιάς
που φαίνεται στο πάτωμα.
Ποτέ από δω και πια!

(μετάφραση Κώστας Ουράνης)

Τετάρτη 9 Ιουνίου 2010

Σχόλια & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική: λυτρωτική ποίηση...

Ποιητές & ζωγράφοι, ζωγραφική, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Τιρκουάζ, λάδι σε καμβά

Σε καιρούς σκοτεινούς...

Όταν η ασχήμια του χάους κυριεύει το τοπίο και τους εαυτούς μας...

Μοναδικό ξόρκι και λύτρωση η μεγάλη ποίηση...

Ανατρέχουμε στους κλασικούς...


Σαρλ Μπωντλαίρ

Άλμπατρος

Συχνά για να περάσουνε την ώρα οι ναυτικοί
άλμπατρος πιάνουνε, πουλιά μεγάλα της θαλάσσης,
που ακολουθούνε σύντροφοι, το πλοίο, νωχελικοί
καθώς γλιστράει στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις.

Και μόλις στο κατάστρωμα του καραβιού βρεθούν
αυτοί οι ρηγάδες τ' ουρανού, αδέξιοι, ντροπιασμένοι,
τ' αποσταμένα τους φτερά στα πλάγια παρατούν
να σέρνονται σαν τα κουπιά που η βάρκα τα πηγαίνει.

Πώς κείτεται έτσι ο φτερωτός ταξιδευτής δειλός!
Τ' ωραίο πουλί τι κωμικό κι αδέξιο που απομένει!
Ένας τους με την πίπα του το ράμφος του χτυπά
κι άλλος, χωλαίνοντας, το πώς πετούσε παρασταίνει.

Ίδιος με τούτο ο Ποιητής τ' αγέρωχο πουλί
που ζει στη μπόρα κι αψηφά το βέλος του θανάτου,
σαν έρθει εξόριστος στη γη και στην οχλοβοή
μέσ' στα γιγάντια του φτερά χάνει τα βήματά του.

μτφρ. Αλέξανδρος Μπάρας

Charles Baudelaire (1821-1867)

Στον Αναγνώστη

Ἡ ἀνοησία, τ᾿ ἁμάρτημα, ἡ ἀπληστία κι ἡ πλάνη
κυριεύουνε τὴ σκέψη μας καὶ φθείρουν τὸ κορμί μας,
κι εὐχάριστα τὶς τύψεις μας θρέφουμε στὴν ψυχή μας,
καθὼς ποὺ θρέφουν πάνω τους τὶς ψεῖρες οἱ ζητιάνοι.

Στὰ μετανιώματα ἄναντροι κι ἁμαρτωλοὶ ὡς τὴν ἄκρια,
ζητᾶμε πληρωμὴ ἀκριβὴ γιὰ κάθε μυστικό μας
καὶ ξαναμπαίνουμε εὔκολα στὸ βοῦρκο τὸν παλιό μας,
θαρρώντας πὼς ξεπλένεται μὲ τὰ δειλά μας δάκρυα.

Πάνω ἀπ᾿ τὸ προσκεφάλι μας ὁ Σατανᾶς γερμένος
πάντα στὰ μάγια τοῦ κακοῦ τὸ νοῦ μας νανουρίζει,
τὴ πιὸ ἀτσαλένια θέληση μεμιᾶς τὴν ἐξατμίζει,
αὐτὸς ὁ Μέγας χημικός, ὁ Τετραπερασμένος.

Ὁ Διάολος, τὸ νῆμα αὐτὸς κρατᾶ ποὺ μᾶς κουνᾶ!
Τὰ πράματα τὰ βρωμερὰ πιότερο τ᾿ ἀγαπᾶμε,
κι ὅλο καὶ πρὸς τὴ Κόλαση κάθε στιγμὴ τραβᾶμε,
μὲ δίχως φρίκη, ἀνάμεσα στὸ σκότος ποὺ βρωμᾶ.

Σὰν τὸ φτωχὸ ξεφαντωτὴ ποὺ πιπιλᾶ μὲ ζάλη
μιᾶς παλιᾶς πόρνης ἀγκαλιὰ πολιομαρτυρισμένη,
κλεφτάτα ἁρπάζουμε κι ἐμεῖς καμιὰ ἡδονὴ θλιμμένη,
ποὺ τήνε ξεζουμίζουμε σὰ σάπιο πορτοκάλι.

Σὰν ἕνα ἑκατομμύριο σκουλήκια, μυρμηγκώντας,
μὲς στὸ μυαλό μας κραιπαλοῦν τοῦ Δαίμονα τὰ πλήθη,
κι ὅταν ἀνάσα παίρνουμε, ὁ Θάνατος στὰ στήθη
σὰν ἄϋλος ποταμὸς κυλᾶ, σιωπηλὰ θρηνώντας.

Ἂν τὸ φαρμάκι κι ἡ φωτιὰ κι ἡ βιὰ καὶ τὸ μαχαίρι
δὲν ἔχουνε τὰ φανταχτὰ κεντίδια ἀκόμα κάνει
στὸ πρόστυχο τῆς μοίρας μας ἄθλιο καραβοπάνι,
εἶναι ποὺ λείπει ἀπ᾿ τὴ ψυχὴ τὸ θάρρος κι ἀπ᾿ τὸ χέρι.

Μὰ μὲς στὶς σκύλες, τοὺς σκορπιούς, τὰ φίδια, τὰ τσακάλια,
τοὺς πάνθηρες, τοὺς πίθηκους, τοὺς γύπες, τὰ θηρία
ποὺ γρούζουν, σέρνουνται, ἀλυχτοῦν κι οὐρλιάζουν μὲ μανία
μέσ᾿ στῶν παθῶν μας τὸ κλουβί, προβαίνει ἀγάλια,
θεριὸ πιὸ βρώμικο, κακό, τὴν ἀσκημιὰ νὰ δείξει!

Κι ἂ δὲ σαλεύει κι οὔτε ἀκούει κανένας τὸ οὐρλιαχτό του,
ὅλη γῆς θὰ ρήμαζε, καὶ στὸ χασμουρητό του
θὰ ῾θελε νὰ κατάπινε τὸν κόσμο -αὐτὸ ῾ναι ἡ πλήξη!-
πού, μ᾿ ἕνα δάκρυ ἀθέλητο στὰ μάτια τῆς κοιτάζεις,
καθὼς καπνίζει τὸν οὐκᾶ, κρεμάλες νὰ στυλώνει.

Καὶ ξέρεις, ἀναγνώστη, αὐτὸ τὸ τέρας πῶς δαγκώνει!
Ὦ ἀναγνώστη ὑποκριτή, ἀδέρφι ποὺ μοῦ μοιάζεις!

Ο Θάνατος των Εραστών

Κρεβάτια θὰ ῾χουμε ἄνθινα γεμάτα αἰθέρια μύρα·
ντιβάνια ὁλοβελούδινα σὰ μνήματα βαθιά·
στὶς ἐταζέρες λούλουδα παράξενα τριγύρα,
ποὺ ἀνοίξανε μόνο γιὰ μᾶς σὲ μέρη μαγικά.

Καὶ ποιὰ τὴν ἄλλη νὰ ὑπερβεῖ στὴν ὕστατη φωτιά τους,
οἱ δυὸ καρδιές μας -σὰ τρανὲς λαμπάδες δυό- μαζί
θὰ διπλοκαθρεφτίσουνε τὸ διπλοφώτισμά τους
στὰ πνεύματά μας ποὺ ῾ναι δυὸ καθρέπτες ἀδερφοί.

Καὶ μία βραδιὰ ὁλογάλανη, ρόδινη, μυστικὴ
θὲ ν᾿ ἀνταλάξουμε ἄξαφνα τὴν ἴδια ἀναλαμπή,
σὰν ἕνα μακροθρήνημα ποὺ φέρνει ὁ χωρισμός·

κι ἀργότερα ἔνας Ἄγγελος θὰ ῾ρθει φῶς νὰ χύσει,
-τὶς πόρτες μισανοίγοντας πιστὸς καὶ χαρωπός-,
στοὺς δυὸ καθρέπτες τοὺς θαμπούς,
στὶς φλόγες ποὺ ῾χαν σβήσει.

Βραδυνή Αρμονία

Νάτοι, ξανάρθαν οἱ καιροὶ ποὺ στὸ κλαδὶ ἀνοιγμένο,
τ᾿ ἄνθος τρεμίζει, ἀχνοβολᾷ σὰ θυμιατήρι·
τὰ μύρα κι οἱ ἦχοι, ποὺ ἡ πνοὴ τοῦ ἀπόβραδου ἔχει σπείρει,
κυλᾶν σὲ βὰλς μελάγχολο, τρελὸ καὶ λαγγεμμένο!

Τ᾿ ἄνθος τρεμίζει, ἀχνοβολᾷ σὰ θυμιατήρι·
καὶ τὸ βιολί, σὰ μιὰ καρδιὰ ποὺ θλίβουν, δονησμένο,
ξεσπᾶ σὲ βὰλς μελάγχολο, τρελὸ καὶ λαγγεμμένο!
κι ὥρια ἔχει θλίψη ὁ οὐρανὸς σὰ μέγα θυσιαστήρι.

Ξεσπάει τὸ βιολὶ ὡς καρδιὰ ποὺ θλίβουν, δονισμένα
καρδιὰ ὅλο ἀγάπη ποὺ μισεῖ τὸ μαῦρο κοιμητήρι!
ὥρια ἔχει θλίψη ὁ οὐρανὸς σὰ μέγα θυσιαστήρι
κι ὁ ἥλιος μὲς τὸ αἷμα του, πνίγηκε, τὸ πηγμένο...

Καρδιὰ ὅλο ἀγάπη ποὺ μισεῖ τὸ μαῦρο κοιμητήρι,
ζεῖ μόνο ἀπ᾿ τὸ παρελθόν, ρημάδι φωτισμένο·
ὁ ἥλιος μὲς τὸ αἷμα του, πνίγηκε, τὸ πηγμένο ...
Μέσα μου ὡς ἅγιο, ἡ μνήμη σου, λάμπει δισκοποτήρι!

Τρίτη 8 Ιουνίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, σύγχρονοι ζωγράφοι: όταν ακόμη υπήρχε ποίηση...

Ποιητές & ζωγράφοι, ζωγραφική, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό, λάδι σε καμβά

Από τους τελευταίους μεγάλους ποιητές...

Όταν ακόμη η ποίηση σήμαινε χρώμα, τέχνη, ρυθμό και ήχο...

Όταν ήταν ακόμη ποίηση...

The first poems I knew were nursery rhymes, and before I could read them for myself I had come to love just the words of them, the words alone. What the words stood for, symbolised, or meant was of very secondary importance -- what mattered was the very sound of them as I heard them for the first time on the lips of the remote and quite incomprehensible grown-ups who seemed, for some reason, to be living in my world. And those words were, to me, as the notes of bells, the sounds of musical instruments, the noises of wind, sea, and rain, the rattle of milkcarts, the clapping of hooves on cobbles, the fingering of branches on a window pane, might be to someone deaf from birth, who has miraculously found his hearing.

Τα πρώτα ποιήματα που γνώρισα ήταν στιχάκια του νηπιαγωγείου, και πριν καν μάθω να τα διαβάζω είχα ερωτευτεί τις λέξεις τους, τις λέξεις τους μόνο. Τί ήταν οι αυτές οι λέξεις, τί συμβόλιζαν, τί σήμαιναν ήταν δευτερεύουσας σημασίας - σημασία είχε ο ίδιος τους ο ήχος όπως τις άκουγα για πρώτη φορά στα χείλη των απόμακρων και αρκετά ακατανόητων ενηλίκων που φαίνεται για κάποιο λόγο ζούσαν στον κόσμο μου. Και αυτές οι λέξεις ήταν, για μένα, σαν τα σήματα από καμπάνες, τους ήχους από μουσικά όργανα, τους θορύβους του ανέμου, της θάλασσας, και της βροχής, τα κουδουνίσματα του γαλατά, το άγγιγμα των κλαδιών στο τζάμι, σαν να ήμουν κάποιος εκ γενετής κουφός που βρήκε την ακοή του από θαύμα.

(εν αρχή, το ταλέντο: απόσπασμα από επιστολή του Dylan Thomas - πρόχειρη μετάφραση δική μας)

Dylan     Thomas Lights a Cigarette

Dylan Thomas (1914-1953)

Ο μεγάλος Ουαλός ποιητής Dylan Thomas

Light breaks where no sun shines

Light breaks where no sun shines;
Where no sea runs, the waters of the heart
Push in their tides;
And, broken ghosts with glow-worms in their heads,
The things of light
File through the flesh where no flesh decks the bones.

A candle in the thighs
Warms youth and seed and burns the seeds of age;
Where no seed stirs,
The fruit of man unwrinkles in the stars,
Bright as a fig;
Where no wax is, the candle shows its hairs.

Dawn breaks behind the eyes;
From poles of skull and toe the windy blood
Slides like a sea;
Nor fenced, nor staked, the gushers of the sky
Spout to the rod
Divining in a smile the oil of tears.

Night in the sockets rounds,
Like some pitch moon, the limit of the globes;
Day lights the bone;
Where no cold is, the skinning gales unpin
The winter’s robes;
The film of spring is hanging from the lids.

Light breaks on secret lots,
On tips of thought where thoughts smell in the rain;
When logics dies,
The secret of the soil grows through the eye,
And blood jumps in the sun;
Above the waste allotments the dawn halts.

Παύει το φως εκεί που ήλιος δε φωτίζει

Παύει το φως εκεί που ήλιος δε φωτίζει
Εκεί που θάλασσα δεν κυματίζει,
Παλίρροιες φουσκώνουν πέλαγο την καρδιά
Όσα απ το φως και του φωτός, φαντάσματα έκπτωτα,
Κεφάλια λαμπυρίδες παρελαύνουν προς τη σάρκα,
Όπου η σάρκα κόκαλα δεν καταστρώνει.

Κηροπήγιο στους μηρούς
Ζεσταίνει νιάτα και σπορά, καίει τους σπόρους της φθοράς
Εκεί που ο σπόρος δε σαλεύει,
Καρπός ανθρώπινος μεστώνει μες στ αστέρια,
Σαν σύκο φωτεινός
Εκεί που μήποτε κερί, το κηροπήγιο λύνει τα μαλλιά του.

Παύει η αυγή πίσω απ τα μάτια
Από τον πόλο του κρανίου, στον πόλο του ποδιού,
Αίμα ανεμόδαρτο σαν θάλασσα ορμάει
Άφραχτοι, ξέλυτοι οι κρουνοί των ουρανών
Γεμίζουν άκρη σ άκρη το ραβδίο,
Χαμογελούν προφητικά και να:το λάδι των δακρύων.

Νύχτα γυρίζει μες στις κόγχες των ματιών,
Πίσσα φεγγάρι σκοτεινό, το περιθώριο των σφαιρών
Το κόκαλο η μέρα καταυγάζει
Εκεί που κρύο μήποτε, κατάσαρκα μελτέμια
Ξεκουμπώνουν τους μανδύες του χειμώνα
Κρέμεται από τα βλέφαρα της άνοιξης μεμβράνη.

Παύει το φως στα χαμοτόπια,
Σκουπιδαριό το πνεύμα και οι αλήθειες
Βρωμούν και ζέχνουν στη βροχή όταν πεθαίνει η λογική,
Το μυστικό του χώματος πετιέται από το μάτι,
Αίμα τον ήλιο λούζει τα χωράφια
Χωματερές και πάνω εκεί, κατάπληκτη η αυγή.

(μετ. Γιώργος Μπλάνας)

And death shall have no dominion

And death shall have no dominion.
Dead men naked they shall be one
With the man in the wind and the west moon;
When their bones are picked clean and the clean bones gone,
They shall have stars at elbow and foot;
Though they go mad they shall be sane,
Though they sink through the sea they shall rise again;
Though lovers be lost love shall not;
And death shall have no dominion.

And death shall have no dominion.
Under the windings of the sea
They lying long shall not die windily;
Twisting on racks when sinews give way,
Strapped to a wheel, yet they shall not break;
Faith in their hands shall snap in two,
And the unicorn evils run them through;
Split all ends up they shan't crack;
And death shall have no dominion.

And death shall have no dominion.
No more may gulls cry at their ears
Or waves break loud on the seashores;
Where blew a flower may a flower no more
Lift its head to the blows of the rain;
Though they be mad and dead as nails,
Heads of the characters hammer through daisies;
Break in the sun till the sun breaks down,
And death shall have no dominion.

Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία

Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία.
Γυμνοί οι νεκροί θα γίνουν ένα
Με τον άνθρωπο του ανέμου και του δυτικού φεγγαριού
Όταν ασπρίσουν τα κόκκαλά τους και τριφτούν τ' άσπρα κόκκαλα
θάχουν αστέρια στον αγκώνα και στο πόδι
Αν τρελλάθηκαν η γνώση τους θα ξαναρθεί,
Αν βούλιαξαν στο πέλαγος θ' αναδυθούν
Αν χάθηκαν οι εραστές δεν θα χαθεί η αγάπη
Κι ο θάνατος δεν θαχει πια εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία
Όσους βαθειά σκεπάζουν οι στροφάδες των νερών
Δεν θ' αφανίσει ανεμοστρόβιλος
Κι αν στρίβει ο τροχαλίας κι οι κλειδώσεις ξεφτίζουν
Στον τροχό αν τους παιδεύουν δεν θα τους συντρίψουν
Στα σπασμένα τα χέρια τους θαναι η πίστη διπλή
Κι οι μονόκεροι δαίμονες ας τρυπούν το κορμί
Χίλια κομμάτια θρύψαλα κι αράγιστοι θα μείνουν
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία
Ας μη φωνάζουν πια στο αυτί τους γλάροι
Ας μην σπάζει μ' ορμή στο γιαλό τους το κύμα
Εκεί που εν' άνθι φούντωνε δεν έχει τώρα ανθό
Να υψώσει την κορφή του στης βροχής το φούντωμα
Τρελλοί, μπορεί, και ξόδια, ψόφια καρφιά, μα ιδές
Φύτρα των σημαδιών τους, να, σφυριές οι μαργαρίτες
Ορμούν στον ήλιο ωσότου ο ήλιος να καταλυθεί,
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία

(μετ. Λύντια Στεφάνου)

Do not go gentle into that good night

Do not go gentle into that good night,
Old age should burn and rave at close of day;
Rage, rage against the dying of the light.

Though wise men at their end know dark is right,
Because their words had forked no lightning they
Do not go gentle into that good night.

Good men, the last wave by, crying how bright
Their frail deeds might have danced in a green bay,
Rage, rage against the dying of the light.

Wild men who caught and sang the sun in flight,
And learn, too late, they grieved it on its way,
Do not go gentle into that good night.

Grave men, near death, who see with blinding sight
Blind eyes could blaze like meteors and be gay,
Rage, rage against the dying of the light.

And you, my father, there on the sad height,
Curse, bless, me now with your fierce tears, I pray.
Do not go gentle into that good night.
Rage, rage against the dying of the light.

Μην πας σιγά στο βράδυ το καλό

Μην πας σιγά στο βράδυ το καλό,
Πρέπει να ουρλιάζουν και να καίνε αποβραδίς τα γερατειά
αντιστάσου, αντιστάσου στου φωτός τον τελειωμό .

Αν και το ξέρουν οι σοφοί πως το σκοτάδι είναι σωστό,
Γιατί άνοιξαν οι λέξεις τους και λάμψη πουθενά,
Δεν πάνε αυτοί σιγά στο βράδυ το καλό.

Αποχωρώντας οι καλοί, θρηνούν για το χορό
Που θ άστραφτε η συστολή σε μια ζεστή αγκαλιά.
Αντιστέκονται κι αυτοί στου φωτός τον τελειωμό.

Για ένα τραγούδι οι ατίθασοι, χτυπούν τον ήλιο στο φτερό
Και το τραγούδι κάποτε θρήνος του ήλιου καταντά.
Όμως δεν πάνε αυτοί σιγά στο βράδυ το καλό.

Οι σοβαροί, σχεδόν τυφλοί, στο τέλος βλέπουν φωτεινό
Κι ολόχαρο μετέωρο να καιν τα μάτια τα τυφλά
Κι αντιστέκονται κι αυτοί στου φωτός τον τελειωμό.

Κι εσύ, πατέρα μου, εκεί, στης θλίψης το βουνό
Σ εκλιπαρώ, κατάρα, ευχή τα δάκρυα σου τα σκληρά,
Μην πας σιγά στο βράδυ το καλό.
Αντιστάσου, αντιστάσου στου φωτός τον τελειωμό.

(μετ. Γιώργος Μπλάνας)

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

Κι ένα δείγμα υψηλής ποίησης...

Ποίηση & ζωγραφική, ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά

But old folks, many feign as they were dead;
Unwiedly, slow, heavy and pale as lead

μα πολλοί γέροι κανουνε κιόλας σαν πεθαμένοι
δύσκολοι κι αργοσάλευτοι, βαριοί σαν μολυβένιοι


Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Ρωμαίος και Ιουλιέτα, πράξη Β', σκηνή 5
Μετάφραση Β. Ρώτα

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: η Θεσσαλονίκη των ποιητών & των ζωγράφων...

Θεσσαλονίκη & ζωγραφική, ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Δειλινό στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά

...προσπάθησε μ' αγάπη, με στοργή να περικλείσεις
το εξαίσιον όραμα, το μέγα όραμα αυτής της πόλης,
που αγάπησες τόσο πολύ, που ελάτρεψες με πάθος...

-----------------------

Ευτυχώς η εικόνα της δύσης στο Θερμαϊκό κρατάει ακόμα κάτι από την παλιά ομορφιά της...

Τελευταίο απομεινάρι μιας εποχής που χάθηκε οριστικά...

Γιώργος Θ. Βαφόπουλος (1903-1996)
Από τη συλλογή τα "Λόγια της Μυρτάλης" (1931)

Δύση στο Θερμαϊκό


Τον ήλιο δες, Λυδία, πώς γέρνει ανάμεσα
στων καταρτιών το δάσος, που αργοτρέμοντας,
τις άπειρες κορφές σαλεύει μ' έκσταση
στο θαύμα μπρος, που φλέγεται, της δύσης.

Α, πόσο είναι μεθυστικό το λίκνισμα
των καραβιών που απλώνουνε στη θάλασσα
το ρίγος των μακρών σκιών, που πάλλονται
σαν κόμη εξαίσια, οι αύρες που ανεμίζουν.

Τον κύκλο δες, Λυδία, που αστράφτει πύρινος,
στων καταρτιών μπλεγμένος το κυμάτισμα,
σαν πορφυρή καρδιά πελώριου γίγαντος,
που ένας μεγάλος πόθος τη φλογίζει.


Γιάννης Σταύρου, Καράβια - ναύτες, λάδι σε καμβά

Θεσσαλονίκη! Θεσσαλονίκη!

Όταν, καμμιά φορά, την τελευταίαν αυγή αντικρύσεις,
κ' έξω απ' τη θύρα σου, μ' απογοήτεψη και φρίκη,
τον κρότο των συντριβομένων σου πλανών ακούσεις,
κι' ούτε καιρός γι' άσκοπες μεταμέλειες θα σου μένει,
στ' άτονα βλέφαρά σου, που θα τα βαραίνει η οδύνη,
προσπάθησε μ' αγάπη, με στοργή να περικλείσεις
το εξαίσιον όραμα, το μέγα όραμα αυτής της πόλης,
που αγάπησες τόσο πολύ, που ελάτρεψες με πάθος.

Ο μέγας πόθος σου, που θα την στερηθεί για πάντα,
στην έξαψη των τελευταίων ονείρων σου ας την πλάσει
καθώς και τότε, όταν ευγενικές πλάνες γεμάτος,
νωχελικά έσερνες το βήμα στους στενούς της δρόμους.

Το απλόχωρο λιμάνι της με τα πυκνά καράβια,
που αψήφιστα της Μεσογείου τα ρεύματα διασχίζουν,
κ' η προκυμαία, που απ' των ναυτών το θόρυβο βουΐζει,
στη σκέψη σου ας μετεωρισθούν, σα φευγαλέα εικόνα.

Όμως προσπάθησε πολύ, στου ονείρου σου τη δίνη,
να συγκρατήσεις δυο ματιών εξαίσιων την εικόνα,
που μ' αγωνίαν, απ' του κλειστού παράθυρου τις γρίλλιες,
στο υγρό λιθόστρωτο συντρόφευσαν τα βήματά σου.

Τ' όραμα αυτό προσπάθησε ζωηρά να συγκρατήσεις,
γιατί από χίλιες άσκοπες ζωές πιότερο αξίζει
ο θάνατος κάτω από δυο γλυκών ματιών τον ίσκιο.

Κυριακή 6 Ιουνίου 2010

Σχόλια & σύγχρονοι ζωγράφοι, ζωγραφική: Τη νύχτα οι άνθρωποι ψαρεύουν αστέρια...

Ποίηση & ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινό, λάδι σε καμβά

Τη νύχτα
οι άνθρωποι ψαρεύουν αστέρια,
όχι θεός αλλά μωρό
κρατά την τρίαινα.
..

Jerome Rothenberg

Ας γίνει πάγος


Ας γίνει
πάγος. Ας γίνει
ο πάγος το μέτρο
της θανής.
Ας σταματήσει
ο χρόνος &
ας τελειώσει.
Με το κλείσιμο του ματιού
είναι καλοκαίρι. Ο άντρας
με το σπίτι στην πλάτη του
περνά βιαστικά. Είναι πολύ
πέρα από τη φροντίδα μας.
Ας αναμιχθεί ο αέρας με
τον αέρα. Εκείνοι
που είναι στερεμένοι
ας πιουν νερό. Εκείνοι
που είναι τυφλοί
ας βρουν τον ήλιο. Είναι προσφιλείς
στην καρδιά σου.
Πλησιάζουν.
Ο ήλιος & η σελήνη χορεύουν
& φυσούν σάλπιγγες.
Ας κρύψει η γη
το αίμα τους, ας βρεθεί
ένας τόπος για
την κραυγή τους. Τη νύχτα
οι άνθρωποι ψαρεύουν αστέρια,
όχι θεός αλλά μωρό
κρατά την τρίαινα.
Καλώδια κείνται καλυμμένα με
βρωμιές. Φως εκρήγνυται
σε μια οθόνη. Αυτό που βλέπεις
είναι το πρόσωπό σου & το πρόσωπο
που βλέπεις, γερασμένο
& τυφλό,
είναι ένα πρόσωπο
μέσα απ’ τα όνειρά σου.


--------------------

μετφ. Λιάνα Σακελλίου
από τη συλλογή A BOOK OF CONCEALMENTS

Σάββατο 5 Ιουνίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: ο εξευρωπαϊσμός των Συριανών και η χαριτόβρυτος Σεμίρα...

Λογοτεχνία & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Γυναίκα με καπέλο, λάδι σε καμβά

Ύστατη αντίσταση στην ασχήμια και τη βαρβαρότητα των ημερών...

Η περιπλάνηση στα κείμενα της κλασικής λογοτεχνίας ελληνικής και ξένης...

Απελπισμένη αναζήτηση κομψότητας, γεύσης, νόησης...

Εμμανουήλ Ροίδης
Ιστορία μιας γάτας

Αν εξαιρέσωμεν τους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους, δεν πιστεύω να υπάρχωσιν άλλα επί γης πλάσματα όσον οι γάτοι συκοφαντηθέντα. Ως κατά πρόληψιν και κατά παράδοσιν κηρύττονται δεισιδαίμονες, οπτασιασταί, μυθολόγοι και ονειροπλέκται ο Πορφύριος, ο Ιάμβλιχος, ο Πρόκλος και ο Πλωτίνος, ούτω κακίζεται και πας γάτος ως δόλιος, άπιστος, αχάριστος και ανίκανος άλλο τι παρά τον εαυτόν του ν' αγαπήση. Και ως εις τα λεγόμενα ονείρατα των νεοπλατωνικών αντιτάσσεται η ασφαλής επιστήμη του Αριστοτέλους, ούτω και εις του γάτου την κακίαν αι παντοίαι του σκύλου αρεταί. Εις προγενέστερον έργον μου επροσπάθησα ν' αποδείξω το ιστορικώς ασύστατον της τοιαύτης περί των Αλεξανδρινών γνώμης και, προ πάντων πόσον είναι άδικος η προς άλληλα σύγκρισις δύο πραγμάτων όλως ανομοίων, οία η εμπειρία του Σταγειρίτου προς το υπερούσιον πτερύγισμα της νεοπλατωνικής διανοίας1. Τούτο είναι περίπου το αυτό ως αν υπετιμάτο εν συγκρίσει προς την πέρδικα ως μη φαγώσιμος η αηδών. Καθ' όμοιον τρόπον κατηγορείται και ο γάτος, ότι δεν γλείφει τας χείρας του κυρίου του όταν ούτος τον δέρει, ότι δεν τρέχει άμα τον καλέση, ουδέ στέργει να φανή χρήσιμος κυνηγών δια λογαριασμόν του, φυλάσσων τα πρόβατά του, στρέφων επί της πυράς τον οβελόν και προπορευόμενος με φανάριον εις το στόμα, ή καν να τον διασκεδάση υπερπηδών ράβδους ή ορθούμενος εκ των οπισθίων ποδών. Ταύτα είναι ακριβέστατα. Ουδείς ποτε ούτε δι' αμοιβής ούτε δια ραβδισμών κατώρθωσε να επιβάλη εις γάτον να πράξη όσα πράττουσιν οι σκύλοι, οι δούλοι και οι γελωτοποιοί. Αλλ' οι τοιαύτα παρ' αυτού απαιτούντες λησμονούσιν, ως φαίνεται, ότι εκ των συνοίκων μας ζώων μόνον ούτος ανήκει εις το βασιλικόν γένος των αιλουροειδών (felins)· ότι είναι πρωτεξάδελφος της τίγρεως, του πάνθηρος και του λέοντος, και άμεσος απόγονος του αιλούρου και του λυγκέως· ότι έχει, ως εκείνοι, οφθαλμούς λάμποντας εις το σκότος και γνώρισμα της ευγενείας του οξείς όνυχας συσταλτούς. Ουδέ φαίνονται κάλλιον της φυσιολογίας μελετήσαντες την ιστoρίαν. Εκ ταύτης θα εμάνθανον ότι κατά τους αρχαίους εκείνους χρόνους, ότε εθεοποιείτο το κάλλος του σώματoς και το σθένος της ψυχής, πλειστάκις ηξιώθη ο γάτος θείων τιμών. Οι Αιγύπτιοι τον ελάτρευον ως Απόλλωνα υπό το σχήμα γατοκεφάλου νεανίσκου και την γάταν ως θεάν του έρωτος και του κάλλoυς.

Η ευμορφία τω όντι των γυναικών εξετιμάτο παρ' αυτών κατ' ακριβή αναλογίαν της ομοιότητος προς τα αιλουροειδή, του σπινθηρισμού των οφθαλμών, της λειότητος του δέρματος, του ροδίνου χρώματος των ρωθώνων, της ελαφρότητος του πατήματος, της χάριτος και της ευκινησίας. Προς κατάκτησιν τοιούτων προσόντων αφιερούντο, κατά τον Διόδωρον, νηπιόθεν αι κορασίδες εις την θεάν Γαλήν, δια της αναρτήσεως εις τον τράχηλον μεταλλίου φέροντος την εικόνα της Aιγυπτίας Αφροδίτης, κατά δε τον Ηρόδοτον, οσάκις απέθνησκεν εντός αιγυπτιακής οικίας γαλή, έκοπτον οι κάτοικοι εις ένδειξιν πένθους την κόμην. Μετά τους Αιγυπτίους ελάτρευσαν οι Άραβες εις τους αυτούς τόπους το είδωλον του 'Χρυσού Γάτου', ουδ' έπαυσαν μετά την αποκάλυψιν του ενός Θεού να τον κηρύττωσι το κάλλιστον μετά τον άνθρωπον δημιούργημα, αντιτάσσοντες αυτόν ως σύμβολον καθαριότητος και ευγενείας εις τα λοιπά ζώα και μάλιστα τον σκύλoν. Αλλά την αληθή αυτού υπεροχήν φαίνονται κατανοήσαντες κάλλιον παντός άλλου λαού οι κατακτηταί του αρχαίου κόσμου Σουηβοί και Βανδήλοι, οι αναγράψαντες εις τας πολεμικάς αυτών σημαίας το ομοίωμα του γάτου, ως του μόνου πλάσματος, το οποίον δύναται μεν να ημερωθή, όχι όμως και να υπoδoυλωθή.

Τοιούτος ων μόνον ως ισότιμος του οικοδεσπότου στέργει ο γάτος να φιλοξενηθή παρ' ημίν. Αλλ' αν δεν δέχεται ως τα άλλα ζώα να δουλεύση, έπεται άρα εκ τούτου, ότι δεν δύναται ουδ' ως φίλος ν' αγαπήση; Ο τοιούτος ισχυρισμός αδύνατον είναι να στηριχθή εις τα διδάγματα της πείρας. Το περί γάτου πολύκροτον άρθρον του Βυφών, το υπό τοσούτων αναμασσηθέν ψιττακών, ουδέν άλλο απ' αρχής έως τέλους είναι παρά συρροή συκοφαντιών. Δεν ενθυμούμαι τίς κριτικός, θέλων να ονειδίση τον Πλούταρχον ως ανακριβή, έφθασε να είπη περί αυτού, ότι θα ήτο ικανός να διηγηθή ότι ενίκησαν οι Αθηναίοι τον Φίλιππον εν Χαιρωνεία, αν τούτο ηδύνατο να καταστήση την περίοδον αυτού στρογγυλωτέραν. Τοιαύτη μομφή θα ήρμοζε πολύ μάλλον εις τον Βυφών, όστις περί ουδενός άλλου φροντίζων παρά πώς να διαπρέψη ως ρήτωρ, δεν εδίστασε να συγγράψη λίβελλον κατά του γάτου δια τον μόνον λόγον ότι είχεν ανάγκην αντιθέσεως προς ανάδειξιν του εγκωμίου του σκύλου.

Εξ ίσου άδικος, αλλά τουλάχιστον ακριβέστερος, απεδείχθη ο ευσεβέστατος Άγγλος ποιητής Βούνυαν (Βunnyan). Ούτος εξετάζων το ζήτημα ουχί εν συνόλω ως απήτει η δικαιοσύνη, αλλά θεολογικώς υπό μόνην την έποψιν της ηθικής του Ευαγγελίου, ανυμνεί τον σκύλον, ως τέλειον πρότυπον πάσης χριστιανικής αρετής και ακριβή τηρητήν των παραγγελμάτων της επί του Όρους ομιλίας περί ταπεινότητος, λήθης των ύβρεων και αγάπης και προς τους κακοποιούντας ημάς. Κατά τούτο έχει πληρέστατον δίκαιον ο Βούνυαν, όχι όμως, πιστεύομεν, και όλως άδικον ο γάτος μόνον τους αγαπώντας αυτόν ν' αγαπά. Η κατάκτησις της καρδίας του δεν είναι βεβαίως ευχερές έργον. Ο θέλων ν' αγαπηθή παρ' αυτού δεν αρκεί να τον καλοθρέψη και να τον περιποιήται, αλλά πρέπει και να μη λησμονή ότι ρέει εις τας φλέβας του αίμα βασιλικόν, προσφερόμενος προς αυτόν μετά της δεούσης ευλαβείας.

Φύσει ων αριστοκρατικός αποστρέφεται ο γάτος την υπερβολικήν οικειότητα, την αδιακρισίαν και ιδίως πάσαν αξίωσιν περιορισμού της απολύτου αυτού ανεξαρτησίας. Υπεραγαπά μεν τας θωπείας, αλλά μόνον όταν έχη όρεξιν αυτών. Αρέσκεται να πηδά εις τα γόνατά μας, όχι όμως και να συλλαμβάνεται αγροίκως εκ του τραχήλου δια να τοποθετηθή επ' αυτών ως δέμα· προσκαλούμενος ουδέποτε έρχεται αμέσως ή κατ' ευθείαν, αλλά μετά τινα αναβολήν και δι' ελιγμού, ωσεί θέλων ν' αποδείξη ότι προσήλθεν ως φίλος αυθορμήτως και ουχί ως δούλος υπακούσας εις προσταγήν. Πολύ μάλλον και του σκύλου και παντός άλλου ζώου ευχαριστείται να μένη μακράς ώρας εις τον κοιτώνα μας, αναπαυόμενος παρά την εστίαν ή επισκοπών τους διαβάτας εκ του παραθύρου, αλλά θεωρεί προδοσίαν το να μη ανοιχθή εις αυτόν αμέσως η θύρα, άμα επιθυμήσει να εξέλθη. Υπέρ παν όμως άλλο βδελύσσεται τους διακόπτοντας την σειράν των συλλογισμών του όταν ονειροπολή ή τον ύπνον του όταν κοιμάται. Τούτο κάλλιστα εγνώριζεν ο προφήτης Μωάμεθ, όστις σπεύδων ημέραν τινά να μεταβή εις την εσπερινήν προσευχήν επροτίμησε να κόψη δια ψαλίδος την άκραν του ενδύματός του, παρά να ταράξη την ανάπαυσιν του επ' αυτού αποκοιμηθέντος ευνοουμένου του γάτου.


Εμμανουήλ Ροίδης (1836-1904)

Εις τους ούτως αγαπώντας αυτόν ίσην ανταποδίδει και ούτος αγάπην, ως δύνανται να μαρτυρήσωσιν όσαι υιοθέτησαν γάτους γεροντοκόραι και μετ' αυτών η εκλεκτή φάλαγξ των πάσης εποχής και χώρας επισήμων ανδρών. Αξιοσημείωτον τω όντι είναι ότι οι πλείστοι τούτων και ιδίως οι έξοχοι διπλωμάται, συγγραφείς, ποιηταί και καλλιτέχναι επροτίμησαν του σκύλου τον γάτον. Παραλείποντες τους αρχαίους αρκούμεθα να μνημονεύσωμεν τον καρδινάλιον Ριχελιώ, τον Κολβέρτον, τον Μονταίγνιον, τον Χόφμαν, τον Φοντενέλλον, τον Γεράρδον Δόου, τον Λόπε δε Βέγας, τον Σατωβριάν, τον Εδγάρδον Πόου, τον Θεόφιλον Γωτιέ, τον Χάρτμαν και τον Βωδελαίρον, οίτινες πάντες ηγάπησαν τους γάτους των περιπαθώς και αντηγαπήθησαν παρ' αυτών ολοψύχως. Ουδ' είναι ανάγκη ν' ανατρέχωμεν προς απόδειξιν της ανταποδόσεως ταύτης εις άλλους καιρούς και τόπους, αφού οικείον και πρόσφατον έχομεν το παράδειγμα του γιγαντιαίου εκείνου λευκού γάτου του αοιδίμου Κουμουνδούρου, όστις, αν και ήτο η εποχή των ερώτων, ουδ' επί στιγμήν απεμακρύνθη του προσκεφαλαίου του κατά την πολυήμερον προς τον θάνατον πάλην, και έπειτα επήγε ν' αποθάνη κ' εκείνος εκ της λύπης εις μίαν γωνίαν, ενώ οι σκύλοι του μακαρίτου εξηκολούθουν να τρώγουν, να πίνουν και να γαυγίζουν και οι θερμότατοι φίλοι του μετέβαινον να προσκυνήσωσι τον κ. Τρικούπην.

Την προς τους γάτους συμπάθειαν των συγγραφέων και καλλιτεχνών επεχείρησάν τινες να υποτιμήσωσιν, ονομάζοντες αυτήν διαστροφήν, ως την όρεξιν όζοντος τυρού, αώρων οπωρών ή υπερωρίμων εταιρών. Το βέβαιον είναι ότι αν έλειπεν ο γάτος, θα ήτο καταδικασμένος ο αγρυπνών συγγραφεύς εις απόλυτον μοναξίαν, αφού oυδενός άλλου πλάσματος δύναται να συμβιβασθή η συντροφία μετ' αδιαταράκτου διανοητικής εργασίας. Οι σκύλοι ή απασχολούσι παίζοντες θορυβωδώς ή κοιμώνται ως ασπάλακες, και τότε είναι ως να μη υπήρχον. Μόνος ο γάτος ηξεύρει ν' ακινητή επί ολοκλήρους ώρας εις γωνίαν της τραπέζης, στηρίζων ως Αιγυπτία Σφιγξ την κεφαλήν επί των εμπροσθίων ποδών και προσηλών το βλέμμα εις τον μελετώντα, ως αν ενδιεφέρετο εις το έργον αυτού. Πλειστάκις φαίνεται μαντεύων την ιδέαν την καταβαίνουσαν από του εγκεφάλου εις την άκραν του καλάμου του γράφοντος και προτείνει τον πόδα «ως αν ήθελε να την συλλάβη». Όταν δ' επιτέλους βαρυνθή την ακινησίαν, εγείρεται τότε ησύχως, τανύει την ελαστικήν του ράχιν εις σχήμα βυζαντινής αψίδος και αρχίζει ήσυχον περίπατον δια των λεξικών και των μελανοδοχείων. Γνωστόν είναι ότι ο σκύλος του Νεύτωνος Αδάμας ανατρέψας τον λύχνον επί σωρού χειρογράφων έγινε παραίτιος ν' απολεσθή ο καρπός πολυετούς μελέτης. Αλλ' εκ της περιφοράς του γάτου επί της τραπέζης ουδείς απειλείται κίνδυνος χύσεως, ούτε μελάνης ούτε πετρελαίου. Το βάδισμά του ενθυμίζει τον επί αυγών χορόν των Iσπανίδων ή τους Ομηρικούς εκείνους, τους τρέχοντας δι' αγρών και λειμώνων χωρίς να θραύσωσιν ούτε τους στάχεις, ούτε τα κρίνα.

Άλλοτε πάλιν, αφού δια μακράς εργασίας μεταδώση στιλπνότητα κατόπτρου, εις το ατλάζινον αυτής δέρμα, προσέρχεται η γαλή να προσφέρη εαυτήν ούτω καλλωπισθείσαν εις τας θωπείας του κυρίου της. Αι ενδείξεις της αγάπης της ουδέν έχουσι κοινόν προς την θορυβώδη προπέτειαν των κυνών, αλλ' αριστοκρατικήν τινα επιφύλαξιν και σεμνότητα, υπεραρέσκουσαν εις τον καλλιτέχνην, όστις, αν είναι πράγματι τοιούτος, μισεί και αποστρέφεται υπέρ παν άλλο την επίδειξιν, τον στόμφον και την αισθηματικήν κοινοτοπίαν. Δύσκολον δε φαίνεται να μη θεωρήσωμεν την επίμονον προς στίλβωσιν του τριχώματος αυτού εργασίαν του γάτου, ως πολύτιμον εις τους γράφοντας υπόμνησιν, ότι ίσον πρέπει και ούτοι να καταβάλλωσι κόπον προς τέλειον του ύφους των ομαλισμόν. Ζητών συγγνώμην δια την και υπέρ του ιδικού μου γάτου περιαυτολογίαν, τολμώ να προσθέσω εις τ' ανωτέρω και το εξής ιδιαίτερον αυτού προσόν, ότι οσάκις βλέπει επί πολλήν ώραν την χείρα μου ακινητούσαν εξ ανικανότητος να συρράψει άλλην περίοδον μετά της προηγουμένης, έρχεται τότε και απλώνεται επί του χειρογράφου μου μακρύς πλατύς, ως αν ήθελε να με ειδοποιήση, ότι προτιμότερον είναι να υπάγω να κοιμηθώ παρά να επιμένω γράφων φράσεις υπνωτικάς.

Απορίας άξιον είναι πώς ουδείς φυσιοδίφης έτυχεν ακόμη να παρατηρήση την εις μόνον το γένος των οικιακών αιλούρων παρατηρουμένην προφανή του θήλεος υπεροχήν. Η γάτα είναι ανωτέρα του γάτου, όσον τουλάχιστον η Πολωνίς του Πολωνού. Η υπεροχή αύτη πρέπει ίσως ν' αποδοθή εις το ότι το ζώον και το έθνος τούτο, έχουσιν αμφότερα χαρακτήρα φύσει θηλυκόν, οξύν, ευπαθή, ευερέθιστον, ιδιότροπον, φιλήδονον, ράθυμον και αισθηματικόν, τα δε γυναικεία ταύτα προσόντα επόμενον είναι ν' αναδεικνύωνται εναργέστερα και λαμπρότερα εις τας θηλείας. Δια τον αυτόν λόγον δια τον οποίον υπερέχει ο εμβριθής Άγγλος την Αγγλίδα κατά την εμβρίθειαν, έπρεπε να ήναι και ο εύχαρις Σλάβος κατώτερος της γυναικός του κατά την χάριν. Αγνοώ κατά πόσον αληθεύουσιν όσα διηγούνται ο Καραμζίνος και ο κακόγλωσσος Καζανόβας περί του δεσποτικού χαρακτήρος και των ελευθέρων ηθών των μεγάλων δεσποινών της Πολωνίας, βέβαιον όμως είναι ότι η γάτα καταχράται κάπως την υπεροχήν αυτής. Εις ουδένα υποτάσσεται πλην της ορέξεως αυτής ζυγόν· δεν θέλει δεσπότην, αλλ' αρέσκεται να σύρη όπισθεν της ουράς της υπόδουλον σμήνος λατρευτών. Καίτοι όμως ούσα το ηδυπαθέστατον των ζώων είναι συγχρόνως και το μόνον το προικισθέν υπό του δημιουργού δια του ανθρωπίνου αισθήματος της αιδούς. Ουδείς είδε ποτε γάταν παραδιδομένην εις ερωτικάς περιπτύξεις υπό το φέγγος του ηλίου και τα βλέμματα παντός διαβάτου, ως πράττουσιν αι σκύλαι, αι όρνιθες, αι αίγες και τ' άλλα αδιάντροπα κτήνη, αλλά ζητεί το σκότος της νυκτός και την μοναξίαν απατήτων κορυφών. Δια τούτο πιθανώς εξωμοιώθη εν Αιγύπτω όχι μόνον προς την Αφροδίτην, αλλά και προς την αιδήμονα Άρτεμιν, την λαθραίως επισκεπτομένην επί των ακρωρειών του Λάκμωνος τον φίλον της ποιμένα. Όσοι ανέγνωσαν βιβλία νευρολόγων κάλλιστα γνωρίζουσιν, ότι είς τινας εξόχως ευπαθείς φύσεις μεταβάλλεται ενίοτε εις αίσθημα οδύνης η υπερτάτη έντασις της ηδονής. Τοιαύτην υπερευαισθησίαν πρέπει να υποθέσωμεν υπάρχουσαν και εις την γαλήν, της οποίας οι ερωτικοί στεναγμοί ηχούσι πολλάκις εις την ακοήν των αγρυπνούντων ως γόοι σφαζομένης.

Άλλη απόδειξις της εξαιρετικής παρ' αυτή αναπτύξεως του νευρικού συστήματος είναι η κλίσις προς την μουσικήν. Την μελομανίαν ταύτην εξηκρίβωσαν επιστημονικώς ο Γρέυ, ο Λεκλέρκ και άλλοι διάσημοι φυσιοδίφαι, κατά δε τον Τουσενέλ η συγκίνησις, την οποίαν προξενούσιν είς τινας γαλάς αι λιγυραί μελωδίαι, φθάνει ενίοτε μέχρι λιποθυμίας. Η ομοιότης εν γένει της γάτας προς φιλήδονον δέσποιναν ή και αριστοκρατικήν εταίραν φαίνεται υπό πάσαν έποψιν τελεία. Όπως αι κυρίαι με τας καμελίας, ούτω και αύτη αγαπά να μεταβάλλη την νύκτα εις ημέραν, το πρωινόν εξάπλωμα παρά την εστίαν, τους χνοώδεις τάπητας τους προφυλάσσοντας τους ροδίνους πόδας της από την υγρασίαν, τον πολύωρον καλλωπισμόν, τα αρώματα, το ανθόγαλα, τας θωπείας, τα σπαράγγια, τα μαλακά ανάκλιντρα, τα μετάξινα παραπετάσματα και ιδίως τα τρίχαπτα, τας φούντας και τα κρόσσια προς άσκησιν εις το σπάραγμα των στιλπνών αυτής ονύχων.

Τοιαύτη ακριβώς ήτο η ηρωίς του παρόντος διηγήματος συριανή γάτα, συνυπότροφός μου εις το ήδη μνημονευθέν Λύκειον του Ευαγγελίδου και φέρουσα το όνομα Σεμίρα. Το γλαυκόν χρώμα των οφθαλμών και το τρίχρουν του τριχώματος αυτής καθίστανον πιθανήν την υπόθεσιν ότι ήτο γένος μικτού. Ο είς εκ των γονέων της κατήγετο πιθανώς από την Άγκυραν, ο δε άλλος από τα κεραμίδια. Πολλοί μεταξύ των συμμαθητών μου ήσαν οι επιδιώκοντες την εύνοιαν και την συντροφίαν της εύμορφης Σεμίρας, προ πάντων τον χειμώνα, εις τους παγερούς κοιτώνας του Λυκείου. Τους αντιζήλους τούτους είχον κατορθώσει να παραγκωνίσω δι' ανωτέρας προσφοράς λιχνευμάτων, τεχνικώτέρου ξυσίματος της κεφαλής και προ πάντων δια της χρήσεως του γατικού αγαποχόρτου, της 'βαλεριάνας' δηλ., ως την λέγουσιν οι Φράγκοι, ή του 'φου', ως την ωνόμαζον οι αρχαίοι Έλληνες ιατροί, οι ουδόλως εντρεπόμενοι, ως οι σημερινοί, να μεταχειρίζωνται ξένας ακλίτους λέξεις. Η οσμή του χόρτου τούτου υπεραρέσκει όχι μόνον εις τας γαλάς, αλλά και εις πολλάς κυρίας και ιδίως τας πρεσβυτέρας Αθηναίας, ως κάλλιστα εγνώριζεν ο αοίδιμος γυναικολόγος Βενιζέλος, ο αναμιγνύων βαλεριάναν εις όλας του τας συνταγάς, όπως ο Ρηγόπουλος εις όλας του τας αγορεύσεις τον Νιαγάραν.

Χάρις εις το χόρτον τούτο και την μοναδικήν σύμπτωσιν παντοίων άλλων ευνοϊκών περιστάσεων, υπήρξα επί τινας εβδομάδας το ευτυχέστερον υπό τον ήλιον ανθρωπάριον. Ο διευθυντής του Λυκείου διέσχιζε κατ' εντολήν του μακαρίτου βασιλέως Όθωνος τον Ατλαντικόν, μεταβαίνων να κηρύξη εις τους Αμερικανούς το ευαγγέλιον της μεγάλης ιδέας· παρά του Γερμανού μετοίκου Μπεκ, πατρός, νομίζω, του ημετέρου βιβλιοπώλου, είχε συστηθή προ μικρού το πρώτον της Ελλάδος δανειστήριον γαλλικών βιβλίων αντί συνδρομής τριών κατά μήνα δραχμών και άλλας τόσας είχον δαπανήσει εις λαθραίαν προμήθειαν κηρίων. Οι δύο σύνοικοί μου παθόντες ιλαράν ευρίσκοντο εις το θεραπευτήριον, ώστε ήμην απόλυτος κύριος του θαλάμου μου. Η τοιαύτη μόνωσις και ανεξαρτησία είναι η γλυκυτάτη των απολαύσεων δια δυστυχή υπότροφον σχολείου καταδικασμένον εις άπαυστον καταναγκαστικήν συγχρώτισιν με παντός είδους συντρόφους. Εις τον θάλαμον εκείνον, παράπλευρον έχων την Σεμίραν, διήλθον τας ευτυχεστάτας του βίου μου αΰπνους νύκτας, αναγινώσκων πρώτην φοράν τους 'Τρεις Σωματοφύλακας', τον 'Μοντεχρίστον', τον 'Ουσκόκ' και τα άλλα αλησμόνητα της εποχής εκείνης έργα, τα υπερέχοντα τα ψυχολογήματα του Βουρζέ και τα φυσιολογήματα του Ζολά, όσον η 'Νόρμα', η 'Σονάμπουλα' και η 'Λουκία' τα σοφά γυμνάσματα του Αμβρουάζ Θωμά και του Σαμάρα. Εις την υπέροχον των αναγνωσμάτων εκείνων αξίαν πρέπει να προστεθή της δωδεκαετούς μου φαντασίας η παρθενία. Όταν μ' εκούραζεν η ανάγνωσις ή μάλλον η έντασις της συγκινήσεως, συνεπαίζαμεν με την Σεμίραν ή εμοιράζαμεν αδελφικώς κουραμπιέν, τσουρέκι, χριστόψωμον ή άλλο φιλοδώρημα της καλής μου κηδεμόνος και η αγρυπνία παρετείνετο πολλάκις μέχρις ού αντήχει το άσμα των σαλεπιτζήδων, των πετεινών, των λαχανοφόρων γαϊδάρων και των άλλων προδρόμων της ροδοδακτύλου Ηούς.

Η χαριτόβρυτος εν τούτοις Σεμίρα είχε θανάσιμον εντός του Λυκείου εχθράν. Αύτη ήτο η από τινων μηνών εκτελούσα έργα οικονόμου. Προτιμών να σιωπήσω το όνομα της γυναικός ταύτης αρκούμαι να είπω ότι την είχον μεταβαπτίσει 'Λάμιαν' οι μαθηταί. Πατρίδα είχε την Ύδραν και ηλικίαν φθινοπωρινήν. Αλβανή προφανώς το γένος, με ανάστημα δίπηχυ και ώμους αχθοφορικούς, ωμοίαζε Λιάπην γυναικοφορεμένον. Προς συμπλήρωσιν της περιγραφής της αρκεί να προσθέσω ότι από τας περιζητήτους υπό των αρχαίων ομοιότητας της γυναικός προς γαλήν, δεν είχεν η Λάμια παρά μίαν, όχι βεβαίως την ευκαμψίαν, την λειότητα, την χάριν ή το ρόδινον χρώμα του χείλους, αλλά μόνον ικανώς πυκνόν μύστακα υπεράνω αυτού. Ουδ' ήτο χαριέστερος του προσώπου της γεροντοκόρης ο χαρακτήρ. Προς εκτίμησιν αυτού δύναται να χρησιμεύση, ότι μη θεωρούσα τον μύστακα και τα σαρανταπέντε τουλάχιστον έτη της ικανά να εμπνεύσωσιν επαρκή σεβασμόν, εθεώρει πρέπον να προσφέρεται μετά περισσής σοβαρότητος και αιδημοσύνης με τους ουδόλως «βλέποντας προς το επιθυμήσαι αυτής». Ο φόβος της των ασέμνων θεαμάτων ήτο τοσούτος, ώστε λησμονούσα ότι και αυταί αι καλογραίαι θεωρούσι τους πάσχοντας ως ουδετέρους, ουδ' εις εξαετές παιδάριον έστεργε να επιθέση κατάπλασμα, περί δε κλύσματος, ουδέ λόγος ηδύνατο να γίνει. Αντί όμως αυξήσεως σεβασμού ουδέν άλλο εκ της τοσαύτης επιδείξεως σεμνότητος παρά των μαθητών απελάμβανε, παρά καθημερινάς πεζάς τε και εμμέτρους διακαούς έρωτος δηλώσεις. Τας επιστολάς ταύτας, δια των οποίων ανυμνούντο υπέρ παν άλλο των θελγήτρων της του μύστακος αυτής αι τρίχες, έσπευδε μετ' αιδήμονος αγανακτήσεως να καταγγείλη εις τον προσωρινόν διευθυντήν μακαρίτην Φαβρίκιον, πολυμαθέστατον και αγαθώτατον Γερμανόν μ' εύθυμον διάθεσιν και μύτην κόκκινην μετά το γεύμα. Τοιούτος ων δυσκόλως κατώρθωνε να κρατήση τον γέλωτα όταν επέπληττε τον ένοχον, εις τον οποίον επέβαλλε να ζητήση συγγνώμην από την αξιότιμον 'δεσποινίδα' ενώπιον όλων του των συμμαθητών. Αι σκηναί εκείναι δημοσίας αιτήσεως συγγνώμης ήσαν όντως διασκεδαστικαί. Ακριβά όμως επλήρωναν οι δυστυχείς υπότροφοι την διασκέδασιν εκείνην. Η Λάμια ήτο τότε απόλυτος και ανεξέλεγκτος του Λυκείου τροφοδότις, η δε τροφή ήτο μεν κατά την καθιερωμένην φράσιν 'υγιεινή και αρκούσα', αλλά, και όπως εις όλα τα σχολεία, τα αρεστότερα του γεύματος συστατικά ήσαν ο πρόσφατος άρτος και τα οπωρικά. Τα τελευταία ταύτα είχε προγράψει ο φόβος της μαστιζούσης ήδη τας Αθήνας ασιατικής ή μάλλον αγγλογαλλικής χολέρας, τα δε ψωμία εφεύρε προς επίδειξιν οικονομικής δεινότητος η Λάμια να κλείη επιστρέφοντα εκ του φούρνου επί τρεις ή τέσσαρας ημέρας εις υψηλόν ερμάριον δια να 'δαμάσουν', ως αι πέρδικες και οι φασιανοί, ευλόγως παρατηρούσα ότι τρώγεται πολύ ολιγώτερος άρτος όταν είναι ξηρός. Η εφεύρεσις αύτη και ο περιορισμός των αλλαγών υποκαμίσου εις δύο την εβδομάδα μετέβαλον εις αγανάκτησιν την ευθυμίαν των μαθητών, οίτινες συνελθόντες εις μυστικόν συνέδριον απεφάσισαν παμψηφεί ν' αναθέσωσι την εκδίκησιν αυτών εις την Σεμίραν.

Προς κατανόησιν της εκδικήσεως ταύτης πρέπει να είπωμεν, ότι η τόσον σεμνή εκείνη παρθένος, η καλύπτουσα, οσάκις μετέβαινεν εις την αυλήν, με την χείρα τους οφθαλμούς δια να μη τους σκανδαλίσωσιν οι άθλοι του πετεινού, εζήλευεν εν τούτοις τας όρνιθας εις το βάθος της ψυχής της. Από εικοσιπέντε τουλάχιστον ετών ουδέν άλλο ωνειρεύετο παρά τας απολαύσεις έρωτος θεμιτού και υπό της εκκλησίας ευλογημένου. Αφού εδαπάνησεν όλον τέταρτον αιώνος υφαίνουσα ιστούς προς άγραν συζύγου, εξηκολούθει ακόμη να υφαίνη η ακούραστος εκείνη αράχνη. Πλην της ήδη υμνηθείσης σεμνότητος πολλά άλλα επεδείκνυε προς επιτυχίαν του ποθουμένου προσόντα, εργατικότητα, ολιγάρκειαν, μαγειρικήν τέχνην, χειροτεχνήματα και νοικοκυρωσύνην, δραστηριώτερον όμως πάντων τούτων δελέασμα ενόμιζε την επίδειξιν της κλίνης της.

Αληθές είναι ότι η κλίνη αύτη, αν και ολίγον αρχαϊκή, ήτο πράγματι αξιοθέατος, σιδηρά, ευρύχωρος, μ' επίχρυσον άνω της κεφαλής ζεύγος ασπαζομένων τρυγόνων. Ακόμη πλουσιώτερα ήσαν τα στρωσείδια. Τας άκρας της άνω σινδόνος εστόλιζε κόκκινος μαίανδρος και άλλος πλατύτερος τα παραπετάσματα· τα εφαπλώματα ήσαν μεταξωτά και το εκ πτερού σκέπασμα των ποδών άνωθεν κεντητόν με υπόραμμα εκ χρυσίζοντος ατλαζίου. Εις δε τον τοίχον εθάμβωνε την όρασιν χρυσάργυρος Παναγία μ' ερυθράν κάτωθεν κανδήλαν· ουδ' έλειπαν τα βάγια, τα φυλακτά, οι σταυροί και η κογχύλη του Παναγίου Τάφου. Αλλά το προ πάντων διακρίνον την κοίτην εκείνην από πάσαν άλλην είναι, ότι ουδείς ουδέποτε ούτε νύκτα ούτε ημέραν επ' αυτής ανεπαύθη. Η Λάμια εκοιμάτο εις παρακείμενον σοφάν, η δε ωραία εκείνη κλίνη τής εχρησίμευε δια να γυμνάζεται εις κεντήματα, να την καλλωπίζη, να την καμαρώνη και να την επιδεικνύη εις τους επισκέπτας της, μέχρις ού ευρεθή ο προσφερόμενος να συναναβώσιν ομού επ' αυτής, με την άδειαν του δεσπότη και την ευλογίαν του παπά. Ως καταλληλότατος προς τούτο εθεωρείτο από τινος χρόνου υπ' αυτής ο παντοπώλης του Λυκείου, χήρος μισοκαιρίτης, τον οποίον εδέχετο την Κυριακήν μετά την λειτουργίαν εις τον νυμφώνα της προς τακτοποίησιν του λογαριασμού της εβδομάδος, αφίνουσα δια το ασκανδάλιστον ορθάνοικτον και τον χειμώνα την θύραν.

Τω καιρώ εκείνω ευρίσκετο εις την ακμήν του ο μετασχηματισμός των Συριανών εις Ευρωπαίους, τον οποίον ωνόμαζον, με συμπάθειο, 'ξεβράκωμα'. Αι φέσσαι και αι βράκαι εξηφανίζοντο αλλεπάλληλοι, ως τα πρωινά άστρα, υπό τας ακτίνας του εσπερίου πολιτισμού. Παρασυρθείς υπό του ρεύματος επαρουσιάσθη Κυριακήν τινα και ο βακάλης εις την πρωινήν του επίσκεψιν μετημφιεσμένος εις Ευρωπαίον από κορυφής μέχρι ποδών. Όπως πας άλλος νεόφραγκος, επόμενον ήτο να φαίνεται και ούτος γελοιωδέστατος κατά τας πρώτας του 'ξεβρακώματος' ημέρας· οι καγχασμοί των μαθητών ηκούσθησαν έως εις το Νησάκι. Πολύ όμως διάφορος ήτο η εντύπωσις, την οποίαν επροξένησεν η μετένδυσις εις την Λάμιαν, ήτις από της ημέρας εκείνης ουδέν άλλο ωνειρεύετο παρά ν' απαρνηθή κ' εκείνη το πάτριον τσεμπέρι και κοντογούνι. Ουδ' εβράδυνε να μεταβή από τους λόγους εις τα έργα ή μάλλον εις τα εμπορικά προς προμήθειαν του πρώτου υλικού της μεταμορφώσεως.

Το μαλλινομέταξον του φορέματος, η τότε απαραίτητος 'πελερίνα', η πόλκα, το 'μαλακώφ' ή πυγόκοσμος, ως το είχεν εξελληνίσει ο καθηγητής του Συριανού γυμνασίου κ. Φαρδούλης, τα θηλυκωτά υποδήματα και τ' άλλα ευρέθησαν μετά σχετικής ευκολίας. Το μόνον απαιτούν μεγάλην συλλογήν ήτο το καπέλον. Το τότε κάλυμμα της κεφαλής των κυριών δεν ήτο, όπως σήμερον, έν τίποτε κοστίζον εκατόν φράγκα, αλλ' υψηλόν, πλατύγυρον και πολύπλοκον οικοδόμημα, εκ χαρτονίου, σιδηρού σύρματος, βελούδου, ανθέων και πτερών, μετέχον πύργου, κήπου και πτηνοτροφείου. Εις την Σύρον μάλιστα εβασίλευον ακόμη αι γιγάντειαι 'παμέλαι' του Λουδοβίκου Φιλίππου, καίτοι από τρία ήδη έτη εβασίλευεν εις Παρισίους ο Λουδοβίκος Ναπολέων. Αλλ' επί τέλους συνετελέσθη και του πίλου η κατασκευή καθ' όλους τους κανόνας της γαλλοσυριανής τέχνης. Ήτο από βελούδον βαθυπράσινον, και ούτε άνθη τού έλειπαν, ούτε ουραί στρουθοκαμήλων. Ούτω σαββατιανήν τινα εσπέραν, μετά πολλούς κόπους και δρόμους, ο περίφημος πίλος ευρίσκετο εντός χαρτίνου κουτίου επί της ιματιοθήκης, τα ενδύματα ηπλωμένα εν τάξει και συμμετρία επί της παρθενικής κλίνης, και πλησίον αυτών τα στιλπνά υποδήματα και τα μεταξωτά χειρόκτια, όλα έτοιμα δια την αυριανήν μεταμόρφωσιν της Λαμίας εις Eυρωπαίαν. Αλλ' έτοιμη ήτο και η Σεμίρα.

Ο λόγος της τοσαύτης κατά του χαριτοβρύτου τούτου πλάσματος έχθρας της οικονόμου ήτο, ότι ως όλαι αι γάται και μάλλον πάσης άλλης υπερηγάπα η ιδική μας την ζέστην και το άπλωμα εις τα μαλακά. Τούτων το άκρον άωτον δεν ηδύνατο να εύρη παρά μόνον εις την μεγαλοπρεπή εκείνην κλίνην. Εκεί λοιπόν κατέφευγε τακτικά κατ' απόγευμα ακριβώς μεταξύ του εφαπλώματος και του σκεπάσματος των ποδών, έχουσα ατλάζι υπό την κοιλίαν και πίπουλον επάνω εις την ράχιν. Η Λάμια μίαν μόνην πρώτην και τελευταίαν φοράν επέτυχε να την συλλάβη ανύποπτον και να την δείρη ανηλεώς. Αλλ' ουδέν άλλο κατώρθωσε δια της ράβδου της να την διδάξη, παρά μόνον να φυλάττεται, ουχί όμως και ν' απέχη του μεταξοστρώτου εκείνου παραδείσου. Έκτοτε εξηκολούθουν καθημερινώς της γάτας αι υπό το σκέπασμα κατακλίσεις και της γυναικός αι μάταιαι καταδιώξεις. Η τοιαύτη καθ' εκάστην και κατά την αυτήν σχεδόν ώραν μονομαχία συγκατελέγετο μεταξύ των τακτικών διασκεδάσεων των υποτρόφων. Η Λάμια, παραμονεύουσα παρά την θύραν, ευθύς άμα παρετήρει υψούμενον επί της πεδιάδος της κλίνης τον λόφον τον αγγέλλοντα την παρουσίαν της Σεμίρας υπό το πίπουλον, επλησίαζεν ακροποδητεί με την ελπίδα να την καταφθάση κοιμωμένην· αλλά καθ' ην ακριβώς στιγμήν υψώνετο το σκουπόξυλον, απετίνασσε το πονηρόν ζώον το σκέπασμα και εξώρμα δι' ενός πηδήματος εις υψηλόν ράφι. Αν δε και εκεί ηπειλείτο δια βλημάτων, ηδύνατο τότε κατ' αρέσκειαν είτε να κράξη εις βοήθειαν τους μαθητάς είτε να ζητήση άσυλον εις τα κεραμίδια, δι' αφράκτου τινός φεγγίτου χρησιμεύοντος εις φωτισμόν του γείτονος σκοτεινού διαδρόμου.

Την αξιομνημόνευτον εκείνην εσπέραν ο υποδειχθείς δια λαχνού συνωμότης, ωφελούμενος της στιγμής, καθ' ην υπέβαλλεν η οικονόμος την συνήθη έκθεσίν της εις τον διευθυντήν, εισήρχετο λαθραίως εις τον κοιτώνα της, έπραττεν εκεί υπό το φως της κανδήλας τα προαποφασισθέντα και κατώρθωνε να εξέλθη απαρατήρητος. Οι άλλοι παρέμενον εις τον διάδρομον και το εστιατόριον, διότι επλησίαζεν η ώρα του δείπνου. Πριν ή σημάνη τον κώδωνα αυτού ήνοιξεν η Λάμια κατά το σύνηθες την θύραν του κοιτώνος της δια να παρατηρήση αν ήσαν εν τάξει τα πάντα, και ιδίως τα αυριανά της στολίδια. Αλλ' εις το μέσον της κλίνης υψώνετο θεόρατος και ολοστρόγγυλος ο λόφος, ο σημαίνων ότι το τρισκατάρατον ζώον εύρε και πάλιν τρόπον να χωθή υπό το σκέπασμα. Η Αλβανή εδάγκασε το χείλος της και εκοίταξεν ημάς αγρίως. Χωρίς ουδέ λέξιν να είπη απέβαλε τα συρτά της κουντούρια και σφίγγουσα δια της μιας χειρός το σκουπόξυλον και δια της άλλης την καρδίαν της, δια να κατασιγάση τους παλμούς αυτής, επροχώρησεν επί των άκρων των γυμνών της ποδών, αθόρυβος και τρομερά ως φάντασμα, προς την κλίνην. Ήδη ευρίσκετο προ αυτής, και ο λόφος έμενεν ασάλευτος. Η ταλαίπωρος Σεμίρα εκοιμάτο, ως φαίνεται, την φοράν ταύτην με τα σωστά της. Η βαρεία ράβδος υψώθη και κατέπεσεν επί του μαλακού και αναπάλλοντος αυτής σώματος άπαξ, δις, πλειστάκις, απειράκις, ως κόπανος πλυντρίας. Μόνον κατά την τελευταίαν στιγμήν ηκούσθη έν ήσυχον μιάου μιάου. Αλλά τούτο εφαίνετο καταβαίνον εξ ύψους. Πάντων οι οφθαλμοί εστράφησαν προς το μέρος εκείνο και ορθή επάνω εις το ράφι, χασμωμένη ως αν είχε διακοπή ο ύπνος της και κάμπτουσα ως τόξον την ράχιν, επεφάνη εις τους εκπλήκτους θεατάς υγιής και ανέπαφος η Σεμίρα.

Τί λοιπόν εκοπάνιζεν η Λάμια επί τόσην ώραν και με τόσην λύσσαν; Ότε υπό απαισίου κατεχομένη προαισθήματος απέσυρε με τρέμουσαν χείρα το σκέπασμα, απεκαλύφθη υπ' αυτό αντί του πτώματος γαλής, το ελεεινόν λείψανον γυναικείου πίλου, του πίλου της επιούσης, το οποίον δια των ιδίων αυτής χειρών είχε μεταβάλει εις άμορφον πήτταν, βελούδου, χαρτονίου, ανθέων και πτερών. Ουδέ του Θυέστου, όταν ανεκάλυψεν ότι έφαγε τα τέκνα του, υπήρξε, πιστεύω, η κατάπληξις μεγαλειτέρα. Αλλ' η Λάμια δεν ήτο εκ των γυναικών εκείνων αι οποίαι λιποθυμούν, αλλ' ώρμησεν ωρυομένη να μας δείρη όλους, χωρίς εξαίρεσιν ουδ' αυτού του κ. Φαβρικίου.

Εις πολλάς και πρότερον και έκτοτε έτυχε να παρευρεθώ αγρίας σκηνάς και να ίδω αποθηριωθείσας υπό της οργής φυσιογνωμίας, αλλ' ουδεμίαν ενθυμούμαι φοβερωτέραν της Αλβανής εκείνης με το λυθέν τσεμπέρι της, τας χυτάς εις τους ώμους της ψαράς τρίχας, με σπίθας εις τους οφθαλμούς και αφρούς εις το στόμα. Θέλων να την καθησυχάση ανήγγειλεν ο αγαθός διευθυντής ότι θα προβή την επιούσαν εις ανακρίσεις προς ανακάλυψιν και τιμωρίαν του ενόχου. Αι ανακρίσεις ενηργήθησαν, αλλ' αδύνατον υπήρξε να ευρεθή ο τοποθετήσας υπό το σκέπασμα τον κοπανηθέντα πίλον. Τούτο δικαιούμεθα να θεωρήσωμεν ως μέγα δι' αυτόν ευτύχημα, διότι τρεις ημέρας έπειτα ανεσύρετο νεκρά εκ του φρέατος η δυστυχής Σεμίρα.

Τετάρτη 2 Ιουνίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: από σονέτα του Καρυωτάκη...

Έλληνες ποιητές & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική
κιθάρες. Ο άνεμος, όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες...


Κώστας Καρυωτάκης
ΧΑΜΟΓΕΛΟ

Χωρίς να το μάθει πότε, εδάκρυσε
ίσως γιατί έ π ρ ε π ε να δακρύσει,
ίσως γιατί οι συφορές έ ρ χ ο ν τ α ι

Απόψε είναι σαν όνειρο το δείλι·
απόψε η λαγκαδιά στα μάγια μένει.
Δε βρέχει πια. Κ’ η κόρη αποσταμένη
στο μουσκεμένο ξάπλωσε τριφύλλι.

Σα δυο κεράσια χώρισαν τα χείλη·
κ’ έτσι βαθιά, γιομάτα ως ανασαίνει,
στο στήθος της ανεβοκατεβαίνει
το πλέον αδρό τριαντάφυλλο τ’ Απρίλη.

Ξεφεύγουν απ’ το σύννεφον αχτίδες
και κρύβονται στα μάτια της· τη βρέχει
μια λεμονιά με δυο δροσοσταλίδες

που στάθηκαν στο μάγουλα διαμάντια
και που θαρρείς το δάκρυ της πως τρέχει
καθώς χαμογελάει στον ήλιο αγνάντια.

ΧΑΡΑ

Ελπίζω το λουλούδι κι απ’ τα σχίνα.
Γελάει το χλόισμα σαν τον έρωτά μου.
Το πεύκο παίζει αβρό με την αχτίνα.
Θα ευώδιασαν οι τάφοι, κλίνες γάμου.

Παλμός του δάσου, φεύγει μια ελαφίνα.
Και δίπλα που ξαπλώσαμε δω χάμου
την ψυχούλα τους στάζουν άγρια κρίνα
κι ανοίγει, ρόδο αιμάτινο, η χαρά μου.

Τη βλέπω –στα μαλλιά σου πνέει– την αύρα.
Είναι βαθιά τα μάτια σου όπως να ’βρα
το δρόμο της ζωής μου, τον Απρίλη.

Πια δεν πονώ μηδέ την ανεμώνη,
στης γης η ερωτοπάλη που τη λιώνει,
καθώς ορμάω για να σου πιώ τα χείλη.



Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928)

ΔΙΚΑΙΩΣΙΣ

Τότε λοιπόν αδέσποτο θ’ αφήσω
να βουίζει το Τραγούδι απάνωθέ μου.
Τα χάχανα του κόσμου, και του ανέμου
το σφύριγμα, θα του κρατούν τον ίσο.

Θα ξαπλωθώ, τα μάτια μου θα κλείσω,
και ο ίδιος θα γελώ καθώς ποτέ μου.
«Καληνύχτα, το φως χαιρέτησέ μου»
θα πω στον τελευταίο που θ’ αντικρύσω.

Όταν αργά θα παίρνουμε το δρόμο,
η παρουσία μου κάπως θα βαραίνει
–πρώτη φορά– σε τέσσερων τον ώμο.

Ύστερα, και του βίου μου την προσπάθεια
αμείβοντας, το φτυάρι θα με ρένει
ωραία ωραία με χώμα και με αγκάθια.

EIMAΣΤΕ…

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. Ο άνεμος, όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.

Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Υψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσης.

Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

Τρίτη 1 Ιουνίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Ανθρώπινο είδος και προοπτική μετάλλαξης...

Σύγχρονη σκέψη & σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά

Όλα δείχνουν ότι ο 21ος αιώνας, ο αιώνας μας, εξελίσσεται σ' έναν από τους πιο βίαιους και καταστροφικούς της Ιστορίας. Δεν πρόλαβε να το διατυπώσει ο Παναγιώτης Κονδύλης στα τέλη του προηγούμενου αιώνα (βλέπε Π. Κονδύλης "Από τον 20ο στον 21ο αιώνα") και ήδη συντελείται το μεγάλο κακό...

Οικονομικές & κοινωνικές χρεωκοπίες, τεράστιες μετακινήσεις πληθυσμών, βία και εγκληματικότητα σε κρεσέντο, εξάντληση φυσικών πόρων, υπερθέρμανση, υπερπληθυσμός, τοπικοί πόλεμοι μαζί με απίστευτη παρακμή και μαζική αποβλάκωση...

Όλα προαναγγέλουν πολύ πιο βίαιες και γενικευμένες καταστροφές, ανακατατάξεις, ίσως και ευρύτερο πόλεμο...

Το δυστύχημα είναι ότι το κακό είναι γονιδιωμένο. Εμπεριέχεται στην ίδια την ανθρώπινη φύση μας και τη βούληση για ισχύ. Και θα το υποστούμε με όλες του τις συνέπειες...

Εκτός κι αν αλλάξουμε - δηλαδή να αλλάξει η ίδια η βιολογική μας οντότητα...

Σύμφωνα με πρόσφατη είδηση, επιστήμονες κατόρθωσαν, για πρώτη φορά, να δημιουργήσουν ένα συνθετικό ζωντανό κύτταρο! Ιδού ή λύση...

Η πλήρης μετάλλαξη του ανθρώπινου είδους - μόνο έτσι υπάρχει περίπτωση κάτι να γίνει...

Ακολουθεί η επιστημονική είδηση.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 21-5-2010

Ένα βήμα πιο κοντά στην τεχνητή ζωή


Αμερικανοί επιστήμονες, μετά από πολλά χρόνια ερευνών, κατόρθωσαν, για πρώτη φορά, να δημιουργήσουν ένα συνθετικό ζωντανό κύτταρο, ένα σημαντικό επιστημονικό ορόσημο που φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στην τεχνητή ζωή.

Οι ερευνητές, υπό τον δρα Κρεγκ Βέντερ, ο οποίος είχε πρωτοστατήσει και στην ανάγνωση του ανθρωπίνου γονιδιώματος, ενώ το 2003 είχε δημιουργήσει τον πρώτο συνθετικό ιό, ανέπτυξαν τεχνητά το γενετικό «λογισμικό» (γονιδίωμα) ενός βακτηρίου και στη συνέχεια το εισήγαγαν σε ένα κύτταρο. Δημιουργήθηκε έτσι ένα μικρόβιο με συνθετικό DNA, που δεν αποτελεί ακόμα μια πλήρως τεχνητή ζωή, αλλά ανοίγει το δρόμο γι' αυτήν στο μέλλον.

«Πρόκειται για το πρώτο αυτό-αναπαραγόμενο είδος στον πλανήτη μας, του οποίου ο πατέρας είναι ένας κομπιούτερ», δήλωσε ο Βέντερ. Το επίτευγμα των ερευνητών του Ινστιτούτου Κρεγκ Βέντερ, που παρουσιάστηκε στο περιοδικό «Science», σύμφωνα με το BBC και το πρακτορείο Ρόιτερ, χαιρετίστηκε σαν σημαντικό επιστημονικό βήμα, όμως οι επικριτές επεσήμαναν ότι η δημιουργία συνθετικών οργανισμών γεννά πολλούς κινδύνους. Από την πλευρά τους, οι ερευνητές ευελπιστούν ότι ο σχεδιασμός τεχνητών βακτηριακών κυττάρων θα επιτρέψει την ανάπτυξη νέων φαρμάκων, αλλά και καυσίμων, ενώ μπορεί να βοηθήσει ακόμα και στην απορρόφηση των «αερίων του θερμοκηπίου» και στην κλιματική αλλαγή.

Στο συνθετικό κύτταρο του Βέντερ, μόνο το γονιδίωμα είναι πραγματικά συνθετικό. Όπως είπε ο Βέντερ, είναι σαν να δημιουργεί κανείς νέο «λογισμικό» για ένα κύτταρο. Οι ερευνητές αντέγραψαν ένα υπάρχον βακτηριακό γονιδίωμα, στη συνέχεια αποκωδικοποίησαν τον γενετικό κώδικά του και χημικά ανακατασκεύασαν ένα αντίγραφό του.

Όπως ανέφερε ο Βέντερ, με τον τρόπο αυτό δημιουργούνται τεχνητά χρωμοσώματα που «μεταφυτεύονται» σε ένα κύτταρο υποδοχής, αποτελώντας έτσι ένα διαφορετικό οργανισμό, καθώς το κύτταρο «διαβάζει» το διαφορετικό γονιδίωμα που έχει εισαχθεί σε αυτό και μετατρέπεται πλέον σε νέο είδος ζωής με βάση τις εντολές του νέου συνθετικού γενετικού κώδικα. Είναι η πρώτη φορά, όπως τόνισε ο πρωτοπόρος (και αμφιλεγόμενος) Αμερικανός γενετιστής, που ένα συνθετικό DNA ελέγχει πλήρως ένα ζωντανό κύτταρο.

Ο Βέντερ εκτίμησε ότι η ανακάλυψή του μπορεί να οδηγήσει σε μια νέα βιομηχανική επανάσταση. «Αν μπορούμε όντως να κάνουμε τα κύτταρα να παράγουν ό,τι θέλουμε, θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν να ξεφορτωθούμε το πετρέλαιο και να αντιστρέψουμε ένα μέρος της ζημιάς στο περιβάλλον, μέσω απορρόφησης του διοξειδίου του άνθρακα (σ.σ. από συνθετικούς μικρο-οργανισμούς, όπως ειδικά φύκια)».

Ήδη το Ινστιτούτο του Βέντερ συνεργάζεται με εταιρίες πετρελαιοειδών και φαρμακευτικές εταιρίες για την ανάπτυξη βακτηρίων που θα παράγουν εναλλακτικά καύσιμα, νέα φάρμακα και εμβόλια.

Οι επικριτές όμως θεωρούν ότι υπερτιμάται η σημασία της ανακάλυψης και υποτιμώνται οι δυνητικοί κίνδυνοι, θεωρώντας ότι η απελευθέρωση νέων οργανισμών στο περιβάλλον μπορεί να αποβεί καταστροφική, δημιουργώντας ένα νέο είδος μόλυνσης, αλλά και κινδύνους για την υγεία, καθώς επίσης απειλές νέου τύπου βιο-τρομοκρατίας. Όμως ο Βέντερ υποστηρίζει ότι ο ίδιος πρωτοστατεί, ώστε να υπάρξουν οι κατάλληλες ρυθμίσεις και οι ηθικοί περιορισμοί σε κρατικό επίπεδο που θα διασφαλίζουν το νέο επιστημονικό πεδίο.

Η αρμόδια επιτροπή του Κογκρέσου των ΗΠΑ προγραμμάτισε ήδη ακρόαση για την επόμενη εβδομάδα, προκειμένου να συζητήσει τις επιπτώσεις της νέας ανακάλυψης, ενώ ο πρόεδρος Ομπάμα ζήτησε από την επιτροπή βιοηθικής των ΗΠΑ να μελετήσει το ζήτημα και να αποφανθεί.