Αυτοί … είναι τα παράσιτα του πνεύματος: τα συναντάμε ήδη παντού στην αρρωστημένη μας Ευρώπη. … κυρίως είναι αδηφάγοι, βρομιάρηδες, που σκορπίζουν παντού βρομιά, καταχθόνιοι, άνθρωποι που χώνονται παντού, που ρέπουν στην κλεψιά, ψωριάρηδες … Ζουν σε βάρος των άλλων ανθρώπων που διαθέτουν πνεύμα και το μοιράζουν γενναιόδωρα.
Φρήντριχ Νίτσε
Γιάννης Σταύρου, Σταφύλια σε μπολ, λάδι σε καμβά
Φρήντριχ Νίτσε
Αποφθέγματα
Αν κοιτάξεις για πολλή ώρα την άβυσσο, στο τέλος και η άβυσσος θα κοιτάξει εσένα.
Η αμφιβολία δηλητηριάζει τα πάντα, χωρίς να σκοτώνει τίποτα.
Η μοναξιά είναι για το πνεύμα ό,τι η δίαιτα για το σώμα.
Ποιο από τα δύο: Είναι ο άνθρωπος μια από τις γκάφες του Θεού ή ο Θεός μια από τις γκάφες του ανθρώπου;
Στο μίσος και στον έρωτα η γυναίκα είναι περισσότερο βάρβαρη από τον άντρα.
Η εμμονή του χριστιανισμού να βρίσκει τον κόσμο άσχημο και κακό έχει κάνει τον κόσμο άσχημο και κακό.
«Αγάπα τον πλησίον σου» καταρχήν σημαίνει: «Άφησε τον πλησίον σου στην ησυχία του». Και ακριβώς αυτή η λεπτομέρεια της αρετής συνδέεται με τις μεγαλύτερες δυσκολίες.
Χωρίς μουσική, η ζωή θα ήταν ένα λάθος.
Δεν μπορώ να πιστέψω σε ένα Θεό που θέλει να τον υμνούν όλη την ώρα.
Ελευθερία είναι η θέληση να είναι κανείς υπεύθυνος απέναντι στον εαυτό του.
Αυτοί … είναι τα παράσιτα του πνεύματος: τα συναντάμε ήδη παντού στην αρρωστημένη μας Ευρώπη. … κυρίως είναι αδηφάγοι, βρομιάρηδες, που σκορπίζουν παντού βρομιά, καταχθόνιοι, άνθρωποι που χώνονται παντού, που ρέπουν στην κλεψιά, ψωριάρηδες … Ζουν σε βάρος των άλλων ανθρώπων που διαθέτουν πνεύμα και το μοιράζουν γενναιόδωρα.
Ό,τι δεν με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό.
Κακός είναι ο άνθρωπος που του αρέσει να ντροπιάζει τους άλλους.
Πρέπει να είσαι ο εαυτός σου και όχι αυτός που θέλουν οι άλλοι.
Η πιο μεγάλη τέχνη είναι να ξέρεις να αποχωρείς την κατάλληλη στιγμή.
Από τότε που κουράστηκα να ψάχνω, έμαθα να βρίσκω.
Κι από τότε που ο άνεμος μου εναντιώθηκε, έμαθα να σαλπάρω με όλους τους ανέμους.
Ξεχνάει κανείς τα λάθη του, όταν τα εξομολογείται σε κάποιον άλλον. Ο άλλος, όμως, δεν τα ξεχνάει.
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...
Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Τετάρτη 10 Αυγούστου 2016
Τρίτη 9 Αυγούστου 2016
Το νεοελληνικόν κοινόν...
Περιηγούμενος
την άνω Αίγυπτον ο «Ασμοδαίος» απήντησε ποτε Αβυσσινόν έχοντα ήμερον ιπποπόταμον ον υπερηγάπα• επί του δέρματος του ζώου είχε ζωγραφίσει ο
αυτόχθων κύκλον καί εγυμνάζετο επ' αυτού εις σκοποβολήν, βέβαιος ων ότι
τα βέλη του ουδένα επροξένουν εις αυτό πόνον ή ζημίαν.Προς
τοιούτον παχύδερμον αφομοιούμεν ουχί τον κ. πρωθυπουργόν, αλλά το
νεοελληνικόν κοινόν, το υπ' ουδενός βέλους αγριούμενον ή ταραττόμενον...
Φρανσίσκο Γκόγια, Οι Μοίρες (1819–23)
Εμμανουήλ Ροίδης
Φρανσίσκο Γκόγια, Οι Μοίρες (1819–23)
Εμμανουήλ Ροίδης
Ο κ. Κουμουνδούρος
Ὁ Αἴσωπος τῶν Γάλλων Λαφονταῖνος, καίτοι πωλήσας τὸν κάλαμόν του καὶ διαζευχθείς ἀναφανδὸν τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν ἠθικήν, ἦτο ἐν τούτοις τόσον καλὸς ἄνθρωπος, ὥστε εἷς τῶν φίλων του ἀκούων αὐτὸν κατηγορούμενον ἐν τινι συναναστροφῇ, ἐγερθείς ἔφραξε διὰ τῆς χειρὸς τὸ στόμα τοῦ κακογλώσσου κράζων « Κακολόγει, ἂν θέλεις τὸν πατέρα μου, ὄχι ὅμως καὶ τὸν καλὸν Λαφονταῖνον».
Ἂν ἠκούομεν κατηγορούμενον τὸν σήμερον πρωθυπουργόν, ἠθέλομεν πιθανῶς ἀποστομώσει καὶ ἡμεῖς τὸν κατήγορον διὰ τῆς αὐτῆς φράσεως• τόσον καλὸς ἄνθρωπος εἶναι καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος.
Κατὰ τοὺς πιστεύοντας τὴν ὕπαρξιν τῆς θείας Προνοίας, ἐπιβλεπούσης τὸν κόσμον τοῦτον, αὕτη, ὁσάκις πλάσμα τι γεννᾶται ἐπὶ τῆς γῆς, φροντίζει νὰ παρασκευάσῃ αὐτῷ τὰ ἀναγκαιοῦντα, ἵνα ἱκανοποίησῃ τὰς ὀρέξεις καὶ ἀναπτύξῃ τὰς ἰδιότητας, δι' ὧν ἐπροικίσθη ὑπ 'αὐτῆς. Ὅπου ἔθεσε λύκους, ἐκεῖ ἐτοποθέτησε καὶ πρόβατα πρὸς χρῆσιν αὐτῶν, ὅπου πιθήκους, ἐκεῖ καὶ μεγάλα δένδρα, ἵνα ἀσκῶνται οὗτοι εἰς τὴν γυμναστικήν, ὅπου Καλλιγούλαν, ἐκεῖ καὶ Ρωμαίους τῆς παρακμῆς, ἵνα προσκυνῶσι τὸν ἵππον του. Οὕτω καὶ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον πλάσασα τόσον ἀγαθόν, ἐφρόντισεν ἡ θεία Πρόνοια νὰ παρασκευάσῃ αὐτῷ καὶ φορολογουμένους Ἕλληνας, ἀναδεχόμενους τὸ ἔξοδον τῆς ἀγαθότητός του.
Οἱ ἀστρονόμοι, μὴ εὑρίσκοντες μονάδα ἀρκούντως μεγάλην προστρέχουσιν εἰς παρομοιώσεις, ἵνα δώσωσιν ἡμῖν ἰδέαν τινά τῶν οὐρανίων ἐκτάσεων. Εἰς τοιοῦτον σύστημα ἀναγκαζόμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ καταφύγωμεν δι' ἔλλειψιν ἠθικοῦ πήχεως, ἱκανοῦ πρὸς καταμέτρησιν τῆς ἀγαθότητος τοῦ ἡμετέρου πρωθυπουργοῦ.
Κατὰ τὸ μέγεθος λοιπὸν τῆς ἀγαθότητος ταύτης, ἵνα ἀποχτήσῃ τις τὸ δικαίωμα νὰ τρέφεται δημοσίᾳ δαπάνῃ, ἀρκεῖ νὰ ἔχη στόμα καὶ τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζῃ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον.
Ἂν φίλος του ὤν ὁ «Ἀσμοδαῖος» ἐζήτει παρ’ αὐτοῦ νὰ διορισθῇ καθηγητὴς τῆς Ἑβραϊκῆς ἀντὶ τοῦ κ. Κοντογόνου, ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ αἴτησίς του ἤθελεν εἰσακουσθῇ. Ἀφ' ἑτέρου ὅμως πρέπει νὰ προσθέσωμεν ὅτι ἂν προσετίθετο καὶ ὁ χορὸς εἰς τὴν προταθεῖσαν στρατιωτικὴν παίδευσιν τάξεως τινὸς πολιτῶν, τὸν ἀξιότιμον κ. Κοντογόνην ἤθελε διορίσει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μετ' ἴσης προθυμίας καθηγητὴν τῆς ὀρχηστικῆς, καὶ αἰτιολογήσει τὸ διάταγμα λέγων ὅτι, ἂν οὗτος δὲν ἔχη πόδας ἵνα χορεύῃ, ἔχει ὅμως στόμα ἵνα τρώγῃ.
Ὡς ὁ Ἰησοῦς ἐκήρυξεν ὅτι ἦλθε νὰ σώσῃ τοὺς ἁμαρτωλούς καὶ οὐχὶ τοὺς δικαίους, οὕτω καὶ σήμερον παρ' ἡμῖν ἡ αἰσχρότης τῆς διαγωγῆς εἶναι πρόσθετος τίτλος εἰς τὰς εὐεργεσίας τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Πολλοὶ μάλιστα λέγουσιν ὅτι αὐτὴ εἶναι παρ' αὐτῷ ἀπαραίτητον προσόν, ἡμεῖς ὅμως πιστεύομεν ὅτι καὶ μόνη ἡ ἀνικανότης ἀρκεῖ πρὸς ἀπόκτησιν τῆς εὐνοίας του, φθάνει μόνον νὰ ᾖναι ἀρκούντως ἀποδεδειγμένη.
Κατὰ τὸν Μακιαβέλλην πολιτικὸς ἀνήρ λέγεται ἐκεῖνος, ὅστις εἶναι πάντοτε ἕτοιμος νὰ κρεμάσῃ δύο ἀνθρώπους, ὁσάκις πρόκειται διὰ τούτου νὰ σωθῶσι τρεῖς. Ὁ ἀγαθώτατος ὅμως κ. Κουμουνδοῦρος οὐ μόνον κανένα δὲν κρεμάζει, ἀλλά καί ὁλοπρόθυμος εἶναι νὰ καύσῃ τὴν Ἑλλάδα, ἵνα θερμάνη τὴν χύτραν οἱουδήποτε τινος Περρωτοῦ ἢ Θεοδώρου.
Ὁσάκις εἰς τὸν ἡμέτερον πρωθυπουργὸν γίνονται παρατηρήσεις περὶ τοῦ ποιοῦ τῶν ὑπ' αὐτοῦ διοριζομένων, ὅτι εἶναι ἀμαθεῖς, βλάκες, ὑπόδικοι ἐπὶ κλοπῇ ἤ κατάδικοι ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, εἰς τὰς ἐνστάσεις ταύτας ἡ ἀγαθότης αὐτοῦ εὑρίσκει τὴν ἑξῆς στερεότυπον καὶ ὄντως λακωνικὴν ἀπάντησιν « Δὲν πειράζει.»
Οἱ γάλλοι ἱδρύσαντες ἀκαδημίαν κατέστησαν μετὰ μακρὰν συζήτησιν τὰς ἐν αὐτῇ θέσεις ἀμίσθους « ἐκ φόβου μὴ οἱ αὐλικοὶ τοποθετήσωσιν ἐκεῖ τούς ἀναπήρους ὑπηρέτας των». Τοιαύτης ὅμως προνοίας μὴ ληφθείσης καὶ διὰ τὸ ἡμέτερον πανεπιστήμιον, ἡ ἀγαθότης τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἀνέδειξεν ἐν αὐτῷ ἱστορικοὺς Τζιβανοπούλους• εἰς δὲ τοὺς παρατηρήσαντας ὅτι ὁ κύριος οὗτος ἀνεκάλυψε τὸ « κατὰ τὸν μεσαιῶνα ἐμπόριον τῶν Φοινίκων» ἀπεκρίθη « Δὲν πειράζει».
Ἄδικον ὅμως ἤθελεν εἶναι νὰ μὴ μνημονεύσωμεν ὅτι ἐνίοτε, κατὰ τὰς τελευταίας μάλιστα ἡμέρας ἑκάστης πρωθυπουργίας του, μετὰ τοσαύτης σπουδῆς διανέμει τὰ περισσεύματα τῶν λαφύρων, ὥστε ἐν τῇ βίᾳ καὶ ἀπροσεξίᾳ τῆς τελευταίας ὥρας συνέβη ἐνίοτε καὶ εἷς ἢ δύο τίμιοι ἄνθρωποι νὰ παρεισφρήσωσι κατὰ λάθος.
Καὶ ἄλλην τινὰ δικαιοσύνην πρέπει ν' ἀποδώσωμεν τῷ κ. Κουμουνδούρῳ. Οἱ λοιποὶ κομματάρχαι μόνους τούς ἀνθρώπους αὐτῶν τροφοδοτοῦσιν, ἐνῷ οὗτος παρέχει, ὁσάκις δύναται, καὶ εἰς τοὺς τῶν ἀντιπάλων αὐτοῦ κοχλιάριον, ἵνα ἀντλήσωσιν εἰς τὴν χύτραν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐκ τῶν συγχρόνων πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς ὑφηλίου, μόνος ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δύναται νὰ καυχηθῇ ὅτι οὐ μόνον τὴν πλειονοψηφίαν του ἀλλ' ὁλόκληρον τὴν νεοελληνικὴν ἀντιπροσωπείαν κατώρθωσεν ἅπαξ νὰ χορτάσῃ, ὑποθηκεύσας διὰ τὸ ἔξοδον τοῦ πρωτοφανοῦς συμποσίου τὰ τελωνεῖα τοῦ κράτους.
Ἀλλ' ἂν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀνεδείχθη κατὰ τὴν μεγαλοδωρίαν μοναδικός, εἶναι ἀφ' ἑτέρου καὶ πρὸς ἐξεύρεσιν τῆς ἀπαιτουμένης πρὸς τοῦτο δαπάνης ἀνώτερος παντὸς ἄλλου. Μὴ ἀρκούμενος εἰς ὅσα πρὸς τοιαύτην χρῆσιν παρέχει αὐτῷ ἡ παροῦσα φορολογουμένη γενεά, προεξοφλεῖ καὶ τῶν τέκνων αὐτῆς τοὺς ἱδρῶτας, προκαταβάλλων ἀπὸ τοῦδε εἰς τούς φίλους του τὰ μερίσματα μεγάλης τινος ὅσον οὔπω συντελούμενης ἐθνικῆς ἐπιχειρήσεως, τῆς χρεωκοπίας τῆς Ἑλλάδος.
Εἰς ἑκάστου ἔθνους τὴν ἱστορίαν ἀπαντῶνται ἐποχαὶ τινες, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ ἠθικὸν φρόνημα τοῦ λαοῦ ἐξεγείρεται ὡς ἐκ μακροῦ ληθάργου καὶ λαῦρον ἐπιπίπτει κατὰ τῆς πληθυνθείσης ἐνῷ ἐκοιμᾶτο αἰσχρότητος καὶ διαφθορᾶς. Τοιοῦτόν τι συνέβη ἐν Γαλλίᾳ κατὰ περίοδον τινα τῆς πρώτης ἐπαναστάσεως. Ὁ λαὸς ἐκεῖνος ὑπὸ τοσούτου κατελήφθη πρὸς τὴν ἀρετήν προσκαίρου ἐνθουσιασμοῦ καὶ μίσους πρὸς τὰς καταχρήσεις, ὥστε ἐμαστίγωσε δημοσίᾳ γυναῖκα τινα, διότι ἀπέκοψεν ἓν μόνον ρόδον ἐκ τοῦ βασιλικοῦ κήπου. Κατὰ τὰς τοιαύτας ἐποχὰς καὶ αὐτοὶ καὶ οἱ μᾶλλον πεπωρωμένοι ὑποκύπτουσιν εἰς τὸ ρεῦμα τοῦ ἐξαγνίζοντος τούτου χειμάρρου τῆς κοινῆς γνώμης. Τοιαύτη ὀργὴ λαοῦ εἶχεν ἐγερθῇ ἐσχάτως καὶ παρ' ἡμῖν μετὰ τὰς αἰσχρότητας τῶν βουλγαριστῶν, πρὸ πάντων δὲ κατὰ τοῦ στυγεροῦ ἐγκλήματος της δωροδοκίας. Τῆς ὀργῆς ταύτης φλογερὸς διερμηνέας ὑπῆρξε καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος κατὰ τὴν ἱστορικὴν αὐτοῦ προσλαλιὰν ἐν Πειραιεῖ. Ἐπὶ ταύτην πεποιθότες ἠλπίσαμεν ὅτι ἤθελε θέσει τέλος πάντων χαλινὸν τινα εἰς τὴν ἀγαθότητα τῆς καρδίας του. Ἀλλ' ἡ σοφία τῶν ἐθνῶν εἶναι, φαίνεται, ἀλάνθαστος λέγουσα «Chassez le naturel il revient au galop». Οὕτω, ἀκριβῶς καθ’ ἥν στιγμήν, πιεζόμενος ὑπὸ τοῦ ἀκαταμαχήτου ρεύματος τῆς κοινῆς γνώμης προεφυλάκιζε δημοσίᾳ τούς κ. Νικολόπουλον καὶ Βαλασσόπουλον, ὡς δωροδοκηθέντας, ἀνεδείκνυεν ἔπαρχον Παξῶν τὸν κ. Παγκράτην, καὶ ὑπὸ τοῦ Βούλγαρη λαβόντα ἑκατὸν τάληρα ἵνα προσέλθῃ εἰς τούς στηλίτας καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἀναφανδὸν διακόσια, συλλεγέντα δι’ ἐράνου, ἵνα μὴ προσέλθῃ. Εἰς δὲ τὰς γενομένας αὐτῷ παρατηρήσεις ἀπεκρίνετο μειδιῶν ὁ ἡμέτερος πρωθυπουργός, ὅτι ἂν ἡ φύσις ἔδωκεν εἰς τὸν κ. Παγκράτην ἓν μόνον στόμα ἵνα τρώγῃ, παρέσχεν αὐτῷ ἀφ' ἑτέρου δύο χεῖρας, ἵνα ἑκατέρωθεν δωροδοκῆται.
Οὕτω πανάγαθος ὢν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἤθελον εἶναι βεβαίως ὁ ἄριστος κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ὑφηλίου, ἂν ἦτο καὶ παντοδύναμος.
Λέγοντες παντοδύναμος δὲν ἐννοοῦμε ἔχων τὴν ἄδειαν νὰ διαθέτῃ εἰς ἀγαθοεργίας τὴν πτωχὴν πρόσοδον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ νὰ διατάσσῃ τοὺς κλασσικοὺς ἡμῶν ρύακας νὰ κυλίωσῃ γάλα ἀντὶ ὕδατος, τὰς πούπας νὰ παρέχωσιν ἀρτοκάρπους καὶ τοὺς στάχεις νὰ ὡριμάζωσιν ἄνευ ἱδρῶτος.
Πολλάκις ἐφαντάσθημεν τὸν ἡμέτερον πρωθυπουργὸν φέροντα ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἀντὶ τοῦ φραγκικοῦ κυλίνδρου τὸν στέφανον τοῦ μεγάλου Πανός, καὶ προσκαλοῦντα πάντας τοὺς γηγενεῖς εἰς διηνεκὲς συμπόσιον, ἐν ᾧ οἱ πολιτικοὶ αὐτοῦ ἀντίπαλοι καὶ οἱ ὑβρίσαντες ἢ ὁπωσδήποτε λυπήσαντες αὐτὸν κατεῖχον τὰς καλλιτέρας θέσεις καὶ ἐλάμαβανον διπλῆν μερίδα ὡς οἱ ἥρωες τοῦ Ὁμήρου.
Ἄλλοτε πάλιν εἴδαμεν αὐτὸν ἐν ὀνείρῳ μεταμορφούμενον εἰς γυναῖκα, τὴν καλὴν Ἐφεσίαν Ἀρτέμιδα, σφίγγουσαν τοὺς ἑκατόν αὐτῆς μαστοὺς καὶ γαλουχοῦσαν ὁλόκληρον τὸ ἀνθρώπινον γένος.
Ἂν δὲ ἀπὸ μυθολογικοῦ μετετρέπετο τὸ ὄνειρον ἠμῶν εἰς χριστιανικόν, ἐβλέπομεν τὸν κ. Κουμουνδοῦρον φέροντα κουκούλιον ἐλεοδότου μεσαιωνικοῦ τινός κοινοβίου, ἱστάμενον περὶ δυσμάς ἡλίου παρὰ τὴν πύλην τῆς Μονῆς, καὶ διανέμοντα ἀκουράστως διὰ γιγαντιαίου κοχλιαρίου τὸ περιεχόμενον τῆς ἐλεήμονος χύτρας εἰς τούς περὶ αὐτὸν συνωθουμένους χωλούς, ἐλεφαντιῶντας, Παγκράτας, φαυλοβίους, Θεοδώρους, βλάκας καὶ Τζιβανοπούλους.
Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν διήρκει τὸ ὄνειρον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐγγαλορρόουν οἱ ποταμοὶ καὶ ἐχρύσιζον ἀκαλλιέργητοι οἱ στάχεις, μικρὰ ἐφαίνετο ἡμῖν ἡ ζημία ἂν ἀπέσπα ὁ ἡμέτερος πρωθυπουργὸς τὸν κ. Τζιβανόπουλον ἀπὸ τοῦ πατρῴου ἀρότρου καὶ ἀνεδείκνυεν αὐτὸν καθηγητὴν τῆς ἱστορίας, ἵνα διδάξῃ τὴν νεολαίαν ὅτι σκοπὸς τοῦ ἀερόστατου εἶναι « ν' ἀνέλθη ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸν αἰθέρα, ὅπως ἐξετάσῃ ΕΓΓΥΤΕΡΟΝ τὰ οὐράνια συστήματα». ( Πολιτικῆς Φιλοσοφίας ὑπὸ Σωκράτους Τζιβανοπούλου ἐν τῷ προλόγω, Σελ. Ε στίχ. 26, αὐτολεξεί). Ὅταν ὅμως ἐξυπνοῦντες ἐσυλλογιζόμεθα ὅτι τὰ ἐννέα δέκατα τῆς Ἑλλάδος εἶναι χέρσος, οἱ δὲ ἡμέτεροι ποταμοὶ ἀντὶ γάλακτος κυλίουσι τὸ μὲν θέρος κονιορτόν, τὸν δὲ χειμῶνα μεταβαλλόμενοι εἰς χειμάρρους πνίγουσι τοὺς ἀνθρώπους δι' ἔλλειψιν γεφυρῶν, τότε τῇ ἀληθείᾳ εὐρίσκομεν τὴν δ' ἀεροστάτου ἐγγυτέραν ἐξέτασιν τῶν οὐρανίων συστημάτων ὁπωσοῦν ἀκριβοπληρωθεῖσαν.
Καὶ ἄνευ ὅμως τῆς παντοδυναμίας, ἂν ἄλλην τινα ὑπεράνθρωπον ἰδιότητα συνήνου εἰς τὸ πανάγαθον αὐτοῦ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τὴν τοῦ πανταχοῦ παρόντος, νομίζομεν ὅτι αὔτη ἤθελεν ἀρκέσει πρὸς σωτηρίαν τοῦ ἔθνους. Ἀφοῦ δὲν δύναται νὰ ἴδῃ δάκρυον χωρὶς νὰ τὸ σπογγίσῃ, οὐδὲ ἀνοικτὸν στόμα χωρὶς νὰ τὸ γεμίσῃ, ἡ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν του ἀκατάπαυστος ὀπτασία λιμοκτονούντων συνταξιούχων καὶ δεκατιζομένων γεωργῶν ἤθελεν συγκινήσει καὶ αὕτη τὴν ἀγαθὴ καρδίαν του . Ὑπὸ τὸ κράτος τῆς τοιαύτης συγκινήσεως ἤθελεν ἐνθυμηθῆ, ὅτι ἂν οἱ περικυκλοῦντες αὐτὸν Τζιβανόπουλοι τοποθετοῦσι τὴν ἀκμὴν τῶν Φοινίκων εἰς τὸν μεσαιῶνα ἢ προτίθενται νὰ προσεγγίσωσιν εἰς τοὺς ἀστέρας δι’ ἀεροστάτων, αἱ ἐλλείψεις αὗται, αἱ καθιστῶσαι αὐτοὺς λίαν ἀκαταλλήλους καθηγητάς ἢ καὶ δημοδιδασκάλους, οὐδόλως τοὺς ἐμποδίζουσι νὰ κερδίσωσιν ἐντίμως τὸν ἄρτον αὐτῶν διαπρέποντες ὡς ξυλοσχίσται ἢ ἀχθοφόροι.
Ἀλλὰ καὶ ἀπαράλλακτον ὅπως εἶναι ἂν παραδεχθῶμεν ὡς κάλλιστον κυβερνήτην τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, τὸ σύστημα αὐτοῦ πάλιν ἔχει καὶ διὰ τοὺς ἐξ αὐτοῦ τρεφομένους τοῦτο τὸ κακόν, ὅτι ἀδύνατον εἶναι ἐπὶ πολὺ νὰ διαρκέσῃ. Ἂν καθημερινῶς προβιβάζονται ἄνθρωποι ἀπὸ τῆς τάξεως τοῦ ἐργαζομένου εἰς τὴν τοῦ ἀργοφάγου, ὁ καιρὸς δὲν εἶναι μακρὰν ὅτε οἱ προβιβαζόμενοι θέλουσι συναποθάνει τῆς πείνης μετὰ τῶν πρὶν τρεφόντων αὐτοὺς ἐπὶ τῶν ἐκχερσωθέντων ἀγρῶν τῆς Ἑλλάδος.
Ἄδικον βεβαίως ἤθελεν εἶναι ὁλόκληρον τῆς τοιαύτης καταστάσεως τὴν εὐθύνην νὰ ἐπιρρίψωμεν εἰς τὸν σήμερον πρωθυπουργόν. Ἀλλ' ἂν εἰς τὰς γινομένας κομματικάς σπατάλας ἔχει ὁ κ. Βούλγαρης τὴν μερίδα τοῦ λύκου, ἡ μερὶς τοῦ λέοντος ἀνήκει ἀναντιρρήτως, εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον.
Ἀληθὲς εἶναι ὅτι εἰς γενικὴν τοιαύτην διανομὴν ἕνα μόνον ἄνθρωπον ἐλησμόνησεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, τὸν ἑαυτόν του. Ἕνεκα τούτου θαυμάζομεν καὶ ἀγαπῶμεν αὐτὸν ὡς ἰδιώτην• ὅση ὅμως καὶ ἂν ᾖναι ἡ ἕνεκα τούτου προσωπικὴ ἡμῶν συμπάθεια, βαρὺ ὁπωσδήποτε ἀποβαίνει τὸ θέαμα ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος μεταβαλλόμενης εἰς λειβάδιον κομματικῆς κτηνοτροφίας.
Τὰ κτήνη του ταῦτα, τὰ νεμόμενα ἀσυνειδήτως καὶ τῆς παρούσης καὶ τῆς μελλούσης γενεᾶς τὴν συγκομιδήν, νομίζομεν ὅτι ἕκαστος ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ κυνηγήσῃ ὅπου καὶ ἂν τὰ ἀπαντᾷ, μέχρις οὗ ἀναγκασθῶσιν ἢ νὰ ζευγθῶσιν εἰς τὸ ἄροτρον, ἢ ἐπιβαίνοντα τῶν ἀεροστάτων τοῦ κ. Τζιβανοπούλου νὰ ζητήσωσιν οὐ μόνον τὴν «ἐγγυτέραν ἐξέτασιν», ἀλλά καὶ τὴν ἀπόβασιν εἰς ἄλλα μακρὰν ἡμῶν οὐράνια συστήματα.
Ὀφείλοντες ἤδη νὰ εἴπωμεν τι καὶ περὶ τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν, δι' ὧν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἠθέλησε κατὰ καιροὺς νὰ διακρίνῃ τὸ κόμμα αὐτοῦ ἀπὸ τῶν λοιπῶν, εὐρισκόμεθα εἰς μεγίστην ἀληθῶς ἀμηχανίαν. Ὡς τοῦ ταμείου τὰς θύρας ἀνοίγει εἰς ὅλους τούς πεινῶντας, οὕτω καὶ τῆς διανοίας του τὰς ἀγκάλας τείνει προθύμως εἰς πᾶσαν ἰδέαν. Αἱ πεποιθήσεις αὐτοῦ τῆς ἑσπέρας εἶναι τὸ προΐον τῶν συνδιαλέξεων ἢ ἀναγνώσεων τῆς πρωῒας. Ἐπὶ δὲ τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ σημαίας τοσαύτας ἤδη ἀνέγραψεν ἀρχὰς « ἀποκέντρωσιν», «πῦρ καὶ σίδηρον», «ἐκλογικὴν μονοψηφίαν»», «ἐπέκταση τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως», « κατάργησιν βασιλικῶν προνομίων» καὶ ἄλλα τόσα, ὥστε τὰ συγχεόμενα γράμματα τῶν διαδοχικῶν τούτων ἐπιγραφῶν κατήντησαν ἤδη ν’ ἀποτελῶσιν ἀντὶ ἐπιγραφῆς λαβύρινθον γραμμῶν ἄνευ σημασίας.
Τοῦ δὲ « Ἀσμοδαίου» ἡ ἰδέα περὶ τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν τοῦ κ. Κουμουνδούρου εἶναι ἡ ἀκόλουθος. Οἱ Ἄγγλοι ἓν μόνον ἔχουσι ἐθνικὸν φαγητόν, τὸ ὁποῖον πλούσιοι καὶ πένητες τρώγουσι καὶ ἀγαπῶσι, τὸ ὀπτὸν κρέας• πρὸς ἐπίδειξιν ὅμως τοῦ γάλλου μαγείρου των καὶ ἀποφυγὴν τῆς μονοτονίας, στολίζουσι πολλάκις τὰς τραπέζας αὐτῶν καὶ διὰ πλακούντων καὶ καρυκευμάτων προωρισμένων νὰ εὐφραίνωσι μόνους τούς ὀφθαλμούς. Ἀπαραλλάκτως καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐπιδεικνύει κατὰ καιροὺς εὐρωπαϊκάς θεωρίας καὶ ἰδέας, κατ’ οὐσίαν ὅμως εἰς μίαν μόνην νεοελληνικὴν εἶναι ἀφωσιωμένος ὅσον οἱ Ἄγγλοι εἰς τὸ ροσμπίφ, τὴν αὔξησιν τοῦ κόμματος αὐτοῦ δι' ἀγαθοεργιῶν.
Τὸ ἀνωτέρω ἐγράψαμεν πεποιθότες ὅτι οὐδόλως δύνανται νὰ δυσαρεστήσωσιν ἢ νὰ βλάψωσι τὸν κ. Κουμουνδοῦρον. Περιηγούμενος τὴν ἄνω Αἴγυπτον ὁ «Ἀσμοδαῖος» ἀπήντησε ποτε Ἀβυσσινὸν ἔχοντα ἥμερον ἱπποπόταμον ὅν ὑπερηγάπα• ἐπὶ τοῦ δέρματος τοῦ ζώου εἶχε ζωγραφίσει ὁ αὐτόχθων κύκλον καὶ ἐγυμνάζετο ἐπ' αὐτοῦ εἰς σκοποβολήν, βέβαιος ὤν ὅτι τὰ βέλη του οὐδένα ἐπροξένουν εἰς αὐτό πόνον ἢ ζημίαν.
Πρὸς τοιοῦτον παχύδερμον ἀφομοιοῦμεν οὐχὶ τὸν κ. πρωθυπουργόν, ἀλλὰ τὸ νεοελληνικὸν κοινόν, τὸ ὑπ’ οὐδενός βέλους ἀγριούμενον ἢ ταραττόμενον. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ παρ' ἡμῖν δημοσιογραφία ἔχει μὲν πολλὰ δυσάρεστα, ἀλλὰ τοῦτο τουλάχιστον τὸ καλόν, ὅτι δύναται τις περὶ παντὸς πολιτικοῦ ἀνδρός, ἔστω καὶ φίλου του, νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν χωρὶς φόβον νὰ τὸν δυσφημίσῃ.
ΑΣΜΟΔΑΙΟΣ (14/12/1875)
Τον τίτλο Ασμοδαίος έφερε παλαιά εβδομαδιαία σατιρική και γελοιογραφική εφημερίδα που εξέδιδε στην Αθήνα ο Εμμανουήλ Ροΐδης, μαζί με τον Θέμο Άννινο (1875-1885)
ΑΣΜΟΔΑΙΟΣ (14/12/1875)
Τον τίτλο Ασμοδαίος έφερε παλαιά εβδομαδιαία σατιρική και γελοιογραφική εφημερίδα που εξέδιδε στην Αθήνα ο Εμμανουήλ Ροΐδης, μαζί με τον Θέμο Άννινο (1875-1885)
Δευτέρα 8 Αυγούστου 2016
Ένας παρατατικός που ποτέ δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί...
Τότε θα μάθει να κατανοεί τη λέξη «ήταν», εκείνη τη συνθηματική λέξη, με
την οποία ο αγώνας, ο πόνος και η βαρεμάρα πλησιάζουν τον άνθρωπο, για
να του θυμίζουν, τι είναι κατά βάθος η ύπαρξή του –ένας παρατατικός που
ποτέ δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί...
Γιάννης Σταύρου, Αρόδο, λάδι σε καμβά
Φρήντριχ Νίτσε
Το Επωφελές και το Επιβλαβές της Ιστορίας για τη ζωή
(αποσπάσματα)
... Κοίτα την αγέλη που βόσκει περνώντας μπροστά σου: δεν γνωρίζει τι είναι χθες ή σήμερα· αναπηδά εδώ και εκεί, τρώει, ξαπλώνει, χωνεύει, αναπηδά και πάλι, και το ίδιο από το πρωί ως το βράδυ κι από μέρα σε μέρα, στενά δεμένη με τις ευχαριστήσεις και τις δυσαρεστήσεις της, προσδεμένη δηλαδή στον πάσαλο της στιγμής και γι’ αυτό δεν είναι ούτε βαρύθυμη ούτε μπουχτισμένη. Είναι σκληρό για τον άνθρωπο να βλέπει αυτό, γιατί μπορεί να υπερηφανεύεται για τον εαυτό του ότι είναι άνθρωπος και όχι ζώο, ωστόσο ατενίζει ζηλόφθονα την ευτυχία του ζώου –γιατί αυτός δεν θέλει τίποτε άλλο παρά να ζει όπως το ζώο: ούτε να μπουχτίζει ούτε να πονάει· κι όμως μάταια το θέλει, γιατί δεν το επιθυμεί όπως κάνει το ζώο. Ο άνθρωπος, πράγματι, ρωτάει καμιά φορά το ζώο: γιατί δεν μου μιλάς για την ευτυχία σου, αλλά με κοιτάζεις μονάχα; Το ζώο θέλει κι αυτό να απαντήσει και να πει: «τούτο συμβαίνει, επειδή πάντοτε ξεχνώ αμέσως ό,τι ήθελα να πω» –μα έλα που το ζώο τότε ξέχασε ήδη αυτή την απάντηση και παρέμεινε σιωπηλό, έτσι ώστε ο άνθρωπος να μείνει μόνο με την απορία.
*
... Ο άνθρωπος λέει τότε «θυμάμαι» και ζηλεύει το ζώο που αμέσως ξεχνάει και το οποίο βλέπει την κάθε στιγμή πραγματικά να πεθαίνει, να βυθίζεται πίσω στην ομίχλη και στη νύχτα και να σβήνει για πάντα. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το ζώο ζει ανιστορικά: γιατί απορροφάται μέσα στο παρόν, όπως ένας αριθμός, χωρίς να αφήνει ως υπόλοιπο ούτε ένα αλλόκοτο κλάσμα· δεν ξέρει να προσποιείται, δεν κρύβει τίποτα και σε κάθε στιγμή εμφανίζεται έτσι όπως ακριβώς είναι· δεν μπορεί συνεπώς να είναι τίποτε άλλο παρά τίμιο. Ο άνθρωπος, απεναντίας, εναντιώνεται στο μεγάλο και ολοένα μεγαλύτερο βάρος του παρελθόντος: αυτό τον συνθλίβει και τον κάνει να κάμπτεται, καθιστά τον δρόμο του δύσκολο, σαν ένα αόρατο και σκοτεινό φορτίο, που μπορεί για το θεαθήναι να το αρνείται καμιά φορά και που στη συναναστροφή του με τους ομοίους του ευχαριστιέται να το απαρνιέται: για να τους αφυπνίζει τη ζήλεια τους. Γι’ αυτό συγκινείται, σαν να θυμόταν έναν χαμένο παράδεισο, όταν βλέπει την αγέλη που βόσκει ή, με πιο οικεία εγγύτητα, το παιδί, που δεν έχει κανένα ακόμη παρελθόν να απαρνηθεί και ανάμεσα στους φράχτες του παρελθόντος και του μέλλοντος παίζει μέσα σε μια κατάσταση τρισευτυχισμένης τυφλότητας. Και όμως το παιγνίδι του πρέπει να διαταραχθεί: θα κληθεί πάρα πολύ γρήγορα να αφήσει πίσω του τη λησμοσύνη. Τότε θα μάθει να κατανοεί τη λέξη «ήταν», εκείνη τη συνθηματική λέξη, με την οποία ο αγώνας, ο πόνος και η βαρεμάρα πλησιάζουν τον άνθρωπο, για να του θυμίζουν, τι είναι κατά βάθος η ύπαρξή του –ένας παρατατικός που ποτέ δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί.
*
... Φανταστείτε το πιο ακραίο παράδειγμα: έναν άνθρωπο, που δεν θα διέθετε καθόλου τη δύναμη να ξεχνά, που θα ήταν καταδικασμένος να βλέπει παντού ένα γίγνεσθαι: ένας Τέτοιος δεν πιστεύει πλέον στο δικό του Είναι, δεν πιστεύει πλέον στον εαυτό του, βλέπει τα πάντα να ρέουν χωριστά το ένα από το άλλο σε κινούμενα σημεία και χάνεται μέσα σε τούτο το ρεύμα του γίγνεσθαι: τελικά, όπως ο αφοσιωμένος μαθητής του Ηράκλειτου, μόλις και μετά βίας θα τολμά πια να σηκώνει το δάκτυλο. Η λήθη ανήκει σε κάθε πράξη: ακριβώς όπως στη ζωή των οργανικών όντων δεν ανήκει μόνο το φως, αλλά και το σκοτάδι. Ένας άνθρωπος, που θα ήθελε να αισθάνεται εντελώς και μόνο ιστορικά, θα έμοιαζε με εκείνον που θα αναγκαζόταν να απέχει από τον ύπνο ή με το ζώο, που θα έπρεπε να ζει μόνο με μηρυκασμό και διαρκώς επαναλαμβανόμενο μηρυκασμό. Άρα: είναι δυνατόν να ζει κανείς σχεδόν χωρίς αναμνήσεις, και μάλιστα να ζει ευτυχισμένος, όπως δείχνει το ζώο· είναι όμως εντελώς και απόλυτα αδύνατο, να ζει χωρίς να ξεχνά. Ή για να εκφραστώ ακόμα πιο απλά για το θέμα μου: υπάρχει ένας βαθμός αϋπνίας, μηρυκασμού, ιστορικής αίσθησης, που προκαλεί βλάβη στο ζωντανό ον και τελικά το καταστρέφει είτε αυτό είναι ένας άνθρωπος είτε ένας λαός είτε ένας πολιτισμός»
Φρίντριχ Νίτσε: Το Επωφελές και το Επιβλαβές της Ιστορίας για τη ζωή
Εκδόσεις Ηριδανός 2015
Γιάννης Σταύρου, Αρόδο, λάδι σε καμβά
Φρήντριχ Νίτσε
Το Επωφελές και το Επιβλαβές της Ιστορίας για τη ζωή
(αποσπάσματα)
... Κοίτα την αγέλη που βόσκει περνώντας μπροστά σου: δεν γνωρίζει τι είναι χθες ή σήμερα· αναπηδά εδώ και εκεί, τρώει, ξαπλώνει, χωνεύει, αναπηδά και πάλι, και το ίδιο από το πρωί ως το βράδυ κι από μέρα σε μέρα, στενά δεμένη με τις ευχαριστήσεις και τις δυσαρεστήσεις της, προσδεμένη δηλαδή στον πάσαλο της στιγμής και γι’ αυτό δεν είναι ούτε βαρύθυμη ούτε μπουχτισμένη. Είναι σκληρό για τον άνθρωπο να βλέπει αυτό, γιατί μπορεί να υπερηφανεύεται για τον εαυτό του ότι είναι άνθρωπος και όχι ζώο, ωστόσο ατενίζει ζηλόφθονα την ευτυχία του ζώου –γιατί αυτός δεν θέλει τίποτε άλλο παρά να ζει όπως το ζώο: ούτε να μπουχτίζει ούτε να πονάει· κι όμως μάταια το θέλει, γιατί δεν το επιθυμεί όπως κάνει το ζώο. Ο άνθρωπος, πράγματι, ρωτάει καμιά φορά το ζώο: γιατί δεν μου μιλάς για την ευτυχία σου, αλλά με κοιτάζεις μονάχα; Το ζώο θέλει κι αυτό να απαντήσει και να πει: «τούτο συμβαίνει, επειδή πάντοτε ξεχνώ αμέσως ό,τι ήθελα να πω» –μα έλα που το ζώο τότε ξέχασε ήδη αυτή την απάντηση και παρέμεινε σιωπηλό, έτσι ώστε ο άνθρωπος να μείνει μόνο με την απορία.
*
... Ο άνθρωπος λέει τότε «θυμάμαι» και ζηλεύει το ζώο που αμέσως ξεχνάει και το οποίο βλέπει την κάθε στιγμή πραγματικά να πεθαίνει, να βυθίζεται πίσω στην ομίχλη και στη νύχτα και να σβήνει για πάντα. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το ζώο ζει ανιστορικά: γιατί απορροφάται μέσα στο παρόν, όπως ένας αριθμός, χωρίς να αφήνει ως υπόλοιπο ούτε ένα αλλόκοτο κλάσμα· δεν ξέρει να προσποιείται, δεν κρύβει τίποτα και σε κάθε στιγμή εμφανίζεται έτσι όπως ακριβώς είναι· δεν μπορεί συνεπώς να είναι τίποτε άλλο παρά τίμιο. Ο άνθρωπος, απεναντίας, εναντιώνεται στο μεγάλο και ολοένα μεγαλύτερο βάρος του παρελθόντος: αυτό τον συνθλίβει και τον κάνει να κάμπτεται, καθιστά τον δρόμο του δύσκολο, σαν ένα αόρατο και σκοτεινό φορτίο, που μπορεί για το θεαθήναι να το αρνείται καμιά φορά και που στη συναναστροφή του με τους ομοίους του ευχαριστιέται να το απαρνιέται: για να τους αφυπνίζει τη ζήλεια τους. Γι’ αυτό συγκινείται, σαν να θυμόταν έναν χαμένο παράδεισο, όταν βλέπει την αγέλη που βόσκει ή, με πιο οικεία εγγύτητα, το παιδί, που δεν έχει κανένα ακόμη παρελθόν να απαρνηθεί και ανάμεσα στους φράχτες του παρελθόντος και του μέλλοντος παίζει μέσα σε μια κατάσταση τρισευτυχισμένης τυφλότητας. Και όμως το παιγνίδι του πρέπει να διαταραχθεί: θα κληθεί πάρα πολύ γρήγορα να αφήσει πίσω του τη λησμοσύνη. Τότε θα μάθει να κατανοεί τη λέξη «ήταν», εκείνη τη συνθηματική λέξη, με την οποία ο αγώνας, ο πόνος και η βαρεμάρα πλησιάζουν τον άνθρωπο, για να του θυμίζουν, τι είναι κατά βάθος η ύπαρξή του –ένας παρατατικός που ποτέ δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί.
*
... Φανταστείτε το πιο ακραίο παράδειγμα: έναν άνθρωπο, που δεν θα διέθετε καθόλου τη δύναμη να ξεχνά, που θα ήταν καταδικασμένος να βλέπει παντού ένα γίγνεσθαι: ένας Τέτοιος δεν πιστεύει πλέον στο δικό του Είναι, δεν πιστεύει πλέον στον εαυτό του, βλέπει τα πάντα να ρέουν χωριστά το ένα από το άλλο σε κινούμενα σημεία και χάνεται μέσα σε τούτο το ρεύμα του γίγνεσθαι: τελικά, όπως ο αφοσιωμένος μαθητής του Ηράκλειτου, μόλις και μετά βίας θα τολμά πια να σηκώνει το δάκτυλο. Η λήθη ανήκει σε κάθε πράξη: ακριβώς όπως στη ζωή των οργανικών όντων δεν ανήκει μόνο το φως, αλλά και το σκοτάδι. Ένας άνθρωπος, που θα ήθελε να αισθάνεται εντελώς και μόνο ιστορικά, θα έμοιαζε με εκείνον που θα αναγκαζόταν να απέχει από τον ύπνο ή με το ζώο, που θα έπρεπε να ζει μόνο με μηρυκασμό και διαρκώς επαναλαμβανόμενο μηρυκασμό. Άρα: είναι δυνατόν να ζει κανείς σχεδόν χωρίς αναμνήσεις, και μάλιστα να ζει ευτυχισμένος, όπως δείχνει το ζώο· είναι όμως εντελώς και απόλυτα αδύνατο, να ζει χωρίς να ξεχνά. Ή για να εκφραστώ ακόμα πιο απλά για το θέμα μου: υπάρχει ένας βαθμός αϋπνίας, μηρυκασμού, ιστορικής αίσθησης, που προκαλεί βλάβη στο ζωντανό ον και τελικά το καταστρέφει είτε αυτό είναι ένας άνθρωπος είτε ένας λαός είτε ένας πολιτισμός»
Φρίντριχ Νίτσε: Το Επωφελές και το Επιβλαβές της Ιστορίας για τη ζωή
Εκδόσεις Ηριδανός 2015
Κυριακή 7 Αυγούστου 2016
Με τίναξε η φωνή σου...
απ' την ομίχλη κι όμως καθάρια, τόσο καθάρια
ανάμνηση που χρόνια φύλαξα
απο αδιάφορα χέρια...
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη των χρωμάτων, λάδι σε καμβά
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
Μια πράξη απόγνωσης
Με τίναξε η φωνή σου εντός μου. Χτυπούσε
παραθυρόφυλλα σα να σηκώθηκε ξάφνου αέρας
θραύοντας γυαλικά και γλάστρες, τρύπωσε
στον ύπνο μες στο θάμπος του ονείρου κι όλο φύτευε
γυμνά καλώδια ηλεκτροφόρα, σα να 'τανε βλαστοί
και ρίζες λουλουδιών και σπόροι, αναδεύοντας
φορέματα κι οσμές νεκρές απ' το σεντούκι
Με τίναξε η φωνή σου και πετάχτηκα. Απ' τη βεράντα
ερχότανε ξυστά το φως της νύχτας και σε είδα
γυάλινα μάτια υγρά, χυμένα
απ' την ομίχλη κι όμως καθάρια, τόσο καθάρια
ανάμνηση που χρόνια φύλαξα
απο αδιάφορα χέρια
Τότε τα είδα λουσμένα με άλλο φως
ματόκλαδα ανοιχτά βαλσαμωμένα
σαν τα νεκρά πουλιά, τα είδα
μες σε γλυκό βυθό, σε αράγιστο καθρέφτη αποθεμένα
να με κοιτούν αμίλητα σα μάτια
σφαγμένου ζώου που ακόμα θυμάται.
Και κατάπια
τα θρύμματα απ' τα τζάμια κι έσφιξα
πάνω μου σύρματα γυμνά, ηλεκτροφόρα
"Ο θάνατος του Μύρωνα" (1954-1959)
ανάμνηση που χρόνια φύλαξα
απο αδιάφορα χέρια...
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη των χρωμάτων, λάδι σε καμβά
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
Μια πράξη απόγνωσης
Με τίναξε η φωνή σου εντός μου. Χτυπούσε
παραθυρόφυλλα σα να σηκώθηκε ξάφνου αέρας
θραύοντας γυαλικά και γλάστρες, τρύπωσε
στον ύπνο μες στο θάμπος του ονείρου κι όλο φύτευε
γυμνά καλώδια ηλεκτροφόρα, σα να 'τανε βλαστοί
και ρίζες λουλουδιών και σπόροι, αναδεύοντας
φορέματα κι οσμές νεκρές απ' το σεντούκι
Με τίναξε η φωνή σου και πετάχτηκα. Απ' τη βεράντα
ερχότανε ξυστά το φως της νύχτας και σε είδα
γυάλινα μάτια υγρά, χυμένα
απ' την ομίχλη κι όμως καθάρια, τόσο καθάρια
ανάμνηση που χρόνια φύλαξα
απο αδιάφορα χέρια
Τότε τα είδα λουσμένα με άλλο φως
ματόκλαδα ανοιχτά βαλσαμωμένα
σαν τα νεκρά πουλιά, τα είδα
μες σε γλυκό βυθό, σε αράγιστο καθρέφτη αποθεμένα
να με κοιτούν αμίλητα σα μάτια
σφαγμένου ζώου που ακόμα θυμάται.
Και κατάπια
τα θρύμματα απ' τα τζάμια κι έσφιξα
πάνω μου σύρματα γυμνά, ηλεκτροφόρα
"Ο θάνατος του Μύρωνα" (1954-1959)
Σάββατο 6 Αυγούστου 2016
Μες στο σκότος, ανήσυχο...
Η ώρα γυρίζει στο μαύρο.
Τα χρώματα που με συγκινούσαν
βουλιάξαν στη θάλασσα...
Γιάννης Σταύρου, Νύχτα στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά
Γ. Ξ. Στογιαννίδης
Η πόρτα
Αν κλείσεις την πόρτα
Θα μείνουν οι θόρυβοι έξω,
Το φως σκοτωμένο θα 'ναι μια λύπη να το συλλογιέσαι.
Βέβαια μπορείς έτσι να συγκεντρωθείς
Να σκεφτείς προσφιλείς ασχολίες,
Μόνη, όσο να ’ναι η ψυχή διαστέλλεται
Απλώνεται σα μια ζύμη ζεστή
κατακτά τις γωνιές κι’ εκείνες φωτίζονται
Παύουν να ’ναι φωλιές σκοτεινές,
Τα μυστικά σου ξυπνούν, τινάζουν τη νύστα απ’ τα μάτια τους
Θέλουν να σ’ απασχολήσουν ξανά, σ’ αναγνωρίζουν
Και τότε πόσες ώρες ξεκομμένοι απ’ τον κόσμο
Με τις παραισθήσεις μας ζούμε,
Σα να μην έχουμε σώμα άλλο απ’ την ψυχή μας,
Ένα κεφάλι μονάχα
Μες στο σκότος, ανήσυχο,
Ταχυδακτυλουργού, που συστρέφεται,
Γύρω, βουβό[...]
Ενδότερα
Η ώρα γυρίζει στο μαύρο.
Τα χρώματα που με συγκινούσαν
βουλιάξαν στη θάλασσα,
όμως θάλασσα δεν υπάρχει
έχω μετακομίσει στα ενδότερα και ησυχάζω.
Αύριο
θα ξηλώσω όλες τις παλιές σκαλωσιές
βαρέθηκα τις διαστολές και συστολές του μυαλού μου.
Τα χρώματα που με συγκινούσαν
βουλιάξαν στη θάλασσα...
Γιάννης Σταύρου, Νύχτα στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά
Γ. Ξ. Στογιαννίδης
Η πόρτα
Αν κλείσεις την πόρτα
Θα μείνουν οι θόρυβοι έξω,
Το φως σκοτωμένο θα 'ναι μια λύπη να το συλλογιέσαι.
Βέβαια μπορείς έτσι να συγκεντρωθείς
Να σκεφτείς προσφιλείς ασχολίες,
Μόνη, όσο να ’ναι η ψυχή διαστέλλεται
Απλώνεται σα μια ζύμη ζεστή
κατακτά τις γωνιές κι’ εκείνες φωτίζονται
Παύουν να ’ναι φωλιές σκοτεινές,
Τα μυστικά σου ξυπνούν, τινάζουν τη νύστα απ’ τα μάτια τους
Θέλουν να σ’ απασχολήσουν ξανά, σ’ αναγνωρίζουν
Και τότε πόσες ώρες ξεκομμένοι απ’ τον κόσμο
Με τις παραισθήσεις μας ζούμε,
Σα να μην έχουμε σώμα άλλο απ’ την ψυχή μας,
Ένα κεφάλι μονάχα
Μες στο σκότος, ανήσυχο,
Ταχυδακτυλουργού, που συστρέφεται,
Γύρω, βουβό[...]
Ενδότερα
Η ώρα γυρίζει στο μαύρο.
Τα χρώματα που με συγκινούσαν
βουλιάξαν στη θάλασσα,
όμως θάλασσα δεν υπάρχει
έχω μετακομίσει στα ενδότερα και ησυχάζω.
Αύριο
θα ξηλώσω όλες τις παλιές σκαλωσιές
βαρέθηκα τις διαστολές και συστολές του μυαλού μου.
Παρασκευή 5 Αυγούστου 2016
για τις αποσκευές που κουβαλούν τα όνειρά σου...
Και για τους ναυτικούς που χάθηκαν και για τις παραλίες με μάλλινη υφή
Και για τη φουσκοθαλασσιά σου την τόσο δυνατή
και για τους ήπιους παραδείσους σου...
*
pour tes marins perdus pour tes grèves de laine
et tes puissantes houles et tes doux paradis...
Γιάννης Σταύρου, Καράβι σε φουσκοθαλασσιά, λάδι σε καμβά
Ζαβιέ Γκραλλ
Η Βρετονική τελετή
(απόσπασμα)
Σε τραγουδώ πατρίδα μου,
με τους νεκρούς και με τους ζωντανούς σου
τα κουκουνάρια σου, τα πλοία φορτηγά σου
που κουβαλάνε σίδηρο
Σε τραγουδάω εγώ, ο Γκραλλ Ζαβιέ Μαρί
Και τραγουδώ την τρέλλα σου,
για τις αποσκευές που κουβαλούν τα όνειρά σου,
για τους επαναστάτες σου,
ω Χώρα των Κελτών.
Τον θρύλο της πρέπει να τον κερδίζουμε
καθημερινά
Και κάθε μέρα να γιορτάζουμε την θεία την
λειτουργία του Σύμπαντος
Σε τραγουδώ με το στόμα μου στο στόμα
των ανέμων σου
Σε τραγουδώ με τα χέρια μου απλωμένα
προς το χέρι των γαιών σου
Σε τραγουδώ, εγώ, ο Γκραλλ Ζαβιέ Μαρί
Για την λειτουργία την ιερή των φλόκων σου
και για την ευσπλαχνία που αποπνέουν τα πανιά σου
Και για τους ναυτικούς που χάθηκαν και για τις παραλίες με μάλλινη υφή
Και για τη φουσκοθαλασσιά σου την τόσο δυνατή
και για τους ήπιους παραδείσους σου.
(Μετ. Νίκος Βλαντής)
Xavier Grall
Le Rituel breton
(extrait)
Mais moi je te chante, mon pays
avec tes morts et tes vivants
et tes coques de pins et tes cargos de fer
je te chante, moi, Grall Xavier Marie
je te chante pour ta folie
pour tes bagages de rêves
pour tes Chouans, ô ma Celtie.
Il faut chaque jour gagner sa légende
il faut chaque jour célébrer la messe de l'univers.
Je te chante avec ma bouche dans la bouche de tes vents
je te chante avec mes mains dans la main de tes landes
je te chante, moi, Grall Xavier Marie
pour la liturgie de tes focs et la charité de tes misaines
pour tes marins perdus pour tes grèves de laine
et tes puissantes houles et tes doux paradis.
Και για τη φουσκοθαλασσιά σου την τόσο δυνατή
και για τους ήπιους παραδείσους σου...
*
pour tes marins perdus pour tes grèves de laine
et tes puissantes houles et tes doux paradis...
Γιάννης Σταύρου, Καράβι σε φουσκοθαλασσιά, λάδι σε καμβά
Ζαβιέ Γκραλλ
Η Βρετονική τελετή
(απόσπασμα)
Σε τραγουδώ πατρίδα μου,
με τους νεκρούς και με τους ζωντανούς σου
τα κουκουνάρια σου, τα πλοία φορτηγά σου
που κουβαλάνε σίδηρο
Σε τραγουδάω εγώ, ο Γκραλλ Ζαβιέ Μαρί
Και τραγουδώ την τρέλλα σου,
για τις αποσκευές που κουβαλούν τα όνειρά σου,
για τους επαναστάτες σου,
ω Χώρα των Κελτών.
Τον θρύλο της πρέπει να τον κερδίζουμε
καθημερινά
Και κάθε μέρα να γιορτάζουμε την θεία την
λειτουργία του Σύμπαντος
Σε τραγουδώ με το στόμα μου στο στόμα
των ανέμων σου
Σε τραγουδώ με τα χέρια μου απλωμένα
προς το χέρι των γαιών σου
Σε τραγουδώ, εγώ, ο Γκραλλ Ζαβιέ Μαρί
Για την λειτουργία την ιερή των φλόκων σου
και για την ευσπλαχνία που αποπνέουν τα πανιά σου
Και για τους ναυτικούς που χάθηκαν και για τις παραλίες με μάλλινη υφή
Και για τη φουσκοθαλασσιά σου την τόσο δυνατή
και για τους ήπιους παραδείσους σου.
(Μετ. Νίκος Βλαντής)
Xavier Grall
Le Rituel breton
(extrait)
Mais moi je te chante, mon pays
avec tes morts et tes vivants
et tes coques de pins et tes cargos de fer
je te chante, moi, Grall Xavier Marie
je te chante pour ta folie
pour tes bagages de rêves
pour tes Chouans, ô ma Celtie.
Il faut chaque jour gagner sa légende
il faut chaque jour célébrer la messe de l'univers.
Je te chante avec ma bouche dans la bouche de tes vents
je te chante avec mes mains dans la main de tes landes
je te chante, moi, Grall Xavier Marie
pour la liturgie de tes focs et la charité de tes misaines
pour tes marins perdus pour tes grèves de laine
et tes puissantes houles et tes doux paradis.
Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016
απο χέρι σε χέρι ή απο φόνο σε φόνο...
Όταν ήταν σκοτεινά σαν τότε που η απάντηση
ήλθε πολύ κρυφά κι ανέβηκε απ΄τη γη στα μάτια
όπως ανεβαίνει ο υδράργυρος του θερμομέτρου...
Γιάννης Σταύρου, Ανταύγειες της νύχτας στο λιμάνι, λάδι σε καμβά
Δημήτρης Π. Παπαδίτσας
Ποίηση 1
εκδόσεις στιγμή
Ι
Όταν ήταν σκοτεινά σαν τότε που η απάντηση
ήλθε πολύ κρυφά κι ανέβηκε απ΄τη γη στα μάτια
όπως ανεβαίνει ο υδράργυρος του θερμομέτρου
ή όπως το ήρεμο τριφύλλι πάει στον ουρανό
σαν τότε που είχαν βρεθεί χιλιάδες στόματα
για την εξόριστη φωνή, άλλοι στο δρόμο
απο χέρι σε χέρι κουβαλούσαν τη ζωή τους
άλλοι κουνούσαν τα χέρια τους και αποχαιρετούσαν
άσπρα βαπόρια απο σύννεφο με γυαλιστερά φινιστρίνια
σαν κοριτσίστικα μάτια πρωί-πρωί που ανοίγουν
Οι βιαστικοί τρέχαν να προλάβουν κάποιον
να τον καλωσορίσουν για να κοιμηθούν ήσυχοι.
ΙΙ
Αυτά ήταν τα όστρακα τ' ασημένια, τα μάζεψα
ένα-ένα απ' της πίκρας σου τ' αυλάκι
Αυτές ήταν οι πεταλούδες με τα μισοκαμένα φτερά
μια-μια τις μάζεψα
απο το δέρμα σου που - όπως σε προσκλητήριο
μετά απ' τη μάχη δε λέει "παρών" ο στρατιώτης
που έπαιζε οκαρίνα και διασκέδαζε το λόχο -
το δέρμα σου δε λέει "παρών"
Αυτά τα όστρακα κι αυτές τις πεταλούδες
σ' τα δίνω και τα ξαναπαίρνω
μέχρι να παλιώσουν
σα χαρτονομίσματα
που παν απο χέρι σε χέρι
ή απο φόνο σε φόνο
Καληνύχτα ώρα να φεύγουμε
Γαυγίζει το θάνατο
το σκυλί.
ήλθε πολύ κρυφά κι ανέβηκε απ΄τη γη στα μάτια
όπως ανεβαίνει ο υδράργυρος του θερμομέτρου...
Γιάννης Σταύρου, Ανταύγειες της νύχτας στο λιμάνι, λάδι σε καμβά
Δημήτρης Π. Παπαδίτσας
Ποίηση 1
εκδόσεις στιγμή
Ι
Όταν ήταν σκοτεινά σαν τότε που η απάντηση
ήλθε πολύ κρυφά κι ανέβηκε απ΄τη γη στα μάτια
όπως ανεβαίνει ο υδράργυρος του θερμομέτρου
ή όπως το ήρεμο τριφύλλι πάει στον ουρανό
σαν τότε που είχαν βρεθεί χιλιάδες στόματα
για την εξόριστη φωνή, άλλοι στο δρόμο
απο χέρι σε χέρι κουβαλούσαν τη ζωή τους
άλλοι κουνούσαν τα χέρια τους και αποχαιρετούσαν
άσπρα βαπόρια απο σύννεφο με γυαλιστερά φινιστρίνια
σαν κοριτσίστικα μάτια πρωί-πρωί που ανοίγουν
Οι βιαστικοί τρέχαν να προλάβουν κάποιον
να τον καλωσορίσουν για να κοιμηθούν ήσυχοι.
ΙΙ
Αυτά ήταν τα όστρακα τ' ασημένια, τα μάζεψα
ένα-ένα απ' της πίκρας σου τ' αυλάκι
Αυτές ήταν οι πεταλούδες με τα μισοκαμένα φτερά
μια-μια τις μάζεψα
απο το δέρμα σου που - όπως σε προσκλητήριο
μετά απ' τη μάχη δε λέει "παρών" ο στρατιώτης
που έπαιζε οκαρίνα και διασκέδαζε το λόχο -
το δέρμα σου δε λέει "παρών"
Αυτά τα όστρακα κι αυτές τις πεταλούδες
σ' τα δίνω και τα ξαναπαίρνω
μέχρι να παλιώσουν
σα χαρτονομίσματα
που παν απο χέρι σε χέρι
ή απο φόνο σε φόνο
Καληνύχτα ώρα να φεύγουμε
Γαυγίζει το θάνατο
το σκυλί.
Τρίτη 2 Αυγούστου 2016
η χώρα πάλι δυστυχούσε...
Αόρατοι πόλεμοι μα θανατηφόροι εξίσου, αρρώστιες συχνά και το φριχτόν
τέλος όχι στην όμορφη θέα του μοναστηριού που οι καλόγεροι κρατούν στη
μέση τα κλειδιά των κρανίων∙ μήτε στον λόφο με τα κυπαρίσσια...
Γιάννης Σταύρου, Εκκλησάκι στην Αττική, λάδι σε καμβά
Μάρκος Μέσκος
Χώματα
XVIII
Τω καιρώ εκείνω η χώρα πάλι δυστυχούσε.
Αόρατοι πόλεμοι μα θανατηφόροι εξίσου, αρρώστιες συχνά και το φριχτόν τέλος όχι στην όμορφη θέα του μοναστηριού που οι καλόγεροι κρατούν στη μέση τα κλειδιά των κρανίων∙ μήτε στον λόφο με τα κυπαρίσσια∙ μα στη σκόνη μέσα και στα σκουπίδια και στα υπόγεια αζήτητοι νεκροί — με το στανιό τα μάτια ορθάνοιχτα για τη φωτογραφία και την επικήρυξη. Και άλλη πείνα και ανέχεια ψυχής κάτω απ' τον ίδιο πάντοτε ουρανό του κόσμου.
Στο διηνεκές τότε διάλεξε την ώρα ο Βασιλιάς και μια μέρα εκατέβη στην αγορά όπου το ψέμα συνωστίζεται και η απάτη και οι σιωπηλές φωνές του κέρδους. Παραμέρισαν οι ρακένδυτοι να περάσει η συνοδεία και να σταθεί στο κέντρον ο Μεγαλειότατος με τις πορφύρες. Εκείνος, ο θεόπνευστος, σήκωσε τα χέρια ψηλά τρις, κάθε φορά γεμίζοντας τις χούφτες του διαμαντικά και γρόσια και χρυσάφια τινάζοντάς τα προς τα σύννεφα, σημάδι, λένε, πως αγαπούσε τους ανθρώπους και τον λαό και πως τα χάριζε σκορπώντας τα έτσι.
Αλαλάζοντας συρφετός χύμηξε ποιος να προλάβει πρώτος χτυπώντας και υβρίζοντας ο εις τον άλλον. Γρηγορότερα από τις αστραπές της βροχής συνάχτηκαν οι ξαφνικές λάμψεις στο χώμα και το στερνό φλουρί ακόμα που κυλούσε προς τον υπόνομο.
Η πομπή ξεκίνησε από τα μάτια του Βασιλιά για το παλάτι με το κνούτο μπροστά που πριν λίγο σιγούσε. Κι από τους τυχερούς της ημέρας άλλοι ταχύτατα λάκισαν σφίγγοντας τον κόρφο για το καλύβι, άλλοι βροντώντας τις τσέπες πέρασαν στις ανάγκες και στα καπηλειά∙ μα κάποιοι στη γωνιά, αμέτοχοι στην εξαγορά του βίου τους, σφίγγοντας τα δόντια έκλαιγαν.
Γιάννης Σταύρου, Εκκλησάκι στην Αττική, λάδι σε καμβά
Μάρκος Μέσκος
Χώματα
XVIII
Τω καιρώ εκείνω η χώρα πάλι δυστυχούσε.
Αόρατοι πόλεμοι μα θανατηφόροι εξίσου, αρρώστιες συχνά και το φριχτόν τέλος όχι στην όμορφη θέα του μοναστηριού που οι καλόγεροι κρατούν στη μέση τα κλειδιά των κρανίων∙ μήτε στον λόφο με τα κυπαρίσσια∙ μα στη σκόνη μέσα και στα σκουπίδια και στα υπόγεια αζήτητοι νεκροί — με το στανιό τα μάτια ορθάνοιχτα για τη φωτογραφία και την επικήρυξη. Και άλλη πείνα και ανέχεια ψυχής κάτω απ' τον ίδιο πάντοτε ουρανό του κόσμου.
Στο διηνεκές τότε διάλεξε την ώρα ο Βασιλιάς και μια μέρα εκατέβη στην αγορά όπου το ψέμα συνωστίζεται και η απάτη και οι σιωπηλές φωνές του κέρδους. Παραμέρισαν οι ρακένδυτοι να περάσει η συνοδεία και να σταθεί στο κέντρον ο Μεγαλειότατος με τις πορφύρες. Εκείνος, ο θεόπνευστος, σήκωσε τα χέρια ψηλά τρις, κάθε φορά γεμίζοντας τις χούφτες του διαμαντικά και γρόσια και χρυσάφια τινάζοντάς τα προς τα σύννεφα, σημάδι, λένε, πως αγαπούσε τους ανθρώπους και τον λαό και πως τα χάριζε σκορπώντας τα έτσι.
Αλαλάζοντας συρφετός χύμηξε ποιος να προλάβει πρώτος χτυπώντας και υβρίζοντας ο εις τον άλλον. Γρηγορότερα από τις αστραπές της βροχής συνάχτηκαν οι ξαφνικές λάμψεις στο χώμα και το στερνό φλουρί ακόμα που κυλούσε προς τον υπόνομο.
Η πομπή ξεκίνησε από τα μάτια του Βασιλιά για το παλάτι με το κνούτο μπροστά που πριν λίγο σιγούσε. Κι από τους τυχερούς της ημέρας άλλοι ταχύτατα λάκισαν σφίγγοντας τον κόρφο για το καλύβι, άλλοι βροντώντας τις τσέπες πέρασαν στις ανάγκες και στα καπηλειά∙ μα κάποιοι στη γωνιά, αμέτοχοι στην εξαγορά του βίου τους, σφίγγοντας τα δόντια έκλαιγαν.
Δευτέρα 1 Αυγούστου 2016
Σελήνη...
Θα ‘σαι βασίλισσα των ανθρώπων με τα πράσινα μάτια, που έχω σφίξει κι
εγώ τον λαιμό της στα νυχτερινά μου χάδια, εκείνων που αγαπούν τη
θάλασσα, την απέραντη θάλασσα, την πολυτάραχη και πράσινη, το άμορφο και
πολύμορφο νερό, το μέρος όπου δεν βρίσκονται...
*
Tu seras la reine des hommes aux yeux verts dont j’ai serré aussi la gorge dans mes caresses nocturnes; de ceux-là qui aiment la mer, la mer immense, tumultueuse et verte, l’eau informe et multiforme, le lieu où ils ne sont pas...
Σαρλ Μπωντλαίρ
Τα δώρα της σελήνης
Η Σελήνη, που είναι η ίδια η ιδιοτροπία, κοίταξε ανάμεσ’ απ΄το παράθυρο, ενώ κοιμόσουνα στο λίκνο σου, και είπε μέσα της: «Αυτό το παιδί μ’ αρέσει».
Και κατέβηκε μαλθακά τη σκάλα της από σύννεφα, και πέρασε αθόρυβα μεσ’ απ’ τα τζάμια. Έπειτα ξαπλώθηκε πάνω σου με την ευλύγιστη τρυφερότητα μιας μητέρας, κι εναπόθεσε τα χρώματά της στο πρόσωπό σου. Έτσι οι κόρες των ματιών σου απόμειναν πράσινες και τα μάγουλά σου εξαιρετικά χλωμά. Από την ενατένιση αυτής της επισκέπτριας τα μάτια σου μεγάλωσαν τόσο παράξενα, και σ’ έσφιξε τόσο τρυφερά στο λαιμό που διατήρησες έτσι για πάντα την επιθυμία να κλαίς.
Ωστόσο, μες στο ξεχείλισμα της χαράς της, η Σελήνη πλημμύριζε ολόκληρο το δωμάτιο, σα μια ατμόσφαιρα φωσφορική, σαν ένα φεγγοβόλο δηλητήριο, και όλο το ζωντανό τούτο φως στοχάζονταν κι έλεγε: «Θα υφίστασαι αιώνια την επήρεια του φιλιού μου. Θα ‘σαι όμορφη με τον τρόπο μου. Θ’ αγαπάς ό,τι αγαπώ κι ό,τι μ’ αγαπά, το νερό τα σύννεφα, τη σιωπή και τη νύχτα, την απέραντη και πράσινη θάλασσα, το άμορφο και πολύμορφο νερό, το μέρος όπου δε βρίσκεσαι, τον εραστή που δε θα γνωρίσεις, τα τερατώδη άνθη, τα αρώματα που φέρνουν παραλήρημα, τις γάτες που λιγοθυμούν πάνω στα πιάνα και που θρηνούν σαν τις γυναίκες με μια φωνή βραχνή και γλυκιά!
Και θα σ’ αγαπούν οι εραστές μου και θα ερωτοτροπούν μαζί σου οι φίλοι μου. Θα ‘σαι βασίλισσα των ανθρώπων με τα πράσινα μάτια, που έχω σφίξει κι εγώ τον λαιμό της στα νυχτερινά μου χάδια, εκείνων που αγαπούν τη θάλασσα, την απέραντη θάλασσα, την πολυτάραχη και πράσινη, το άμορφο και πολύμορφο νερό, το μέρος όπου δεν βρίσκονται, την γυναίκα που δεν γνωρίζουν, τ’ απαίσια άνθη που μοιάζουν με τα θυμιατήρια μιας άγνωστης θρησκείας, τ’ αρώματα που συγχύζουν τη θέληση και τ’ άγρια και φιλήδονα ζώα που είναι τα εμβλήματα της παραφροσύνης τους».
Και για αυτό, καταραμένο αγαπητό χαϊδεμένο παιδί, βρίσκομαι τώρα ξαπλωμένος στα πόδια σου, αναζητώντας σ’ όλη την ύπαρξή σου την ανταύγεια της τρομερής Θεότητας, της μοιραίας αναδόχου, της φαρμακεύτρας τροφού όλων των σεληνιακών.
(μετ. Τάκης Βαρβιτσιώτης)
Charles Baudelaire
Les Bienfaits de la lune
"Le Spleen de Paris"
La Lune, qui est le caprice même, regarda par la fenêtre pendant que tu dormais dans ton berceau, et se dit : « Cette enfant me plaît. »
Et elle descendit moelleusement son escalier de nuages et passa sans bruit à travers les vitres. Puis elle s’étendit sur toi avec la tendresse souple d’une mère, et elle déposa ses couleurs sur ta face. Tes prunelles en sont restées vertes, et tes joues extraordinairement pâles. C’est en contemplant cette visiteuse que tes yeux se sont si bizarrement agrandis ; et elle t’a si tendrement serrée à la gorge que tu en as gardé pour toujours l’envie de pleurer.
Cependant, dans l’expansion de sa joie, la Lune remplissait toute la chambre comme une atmosphère phosphorique, comme un poison lumineux ; et toute cette lumière vivante pensait et disait : « Tu subiras éternellement l’influence de mon baiser. Tu seras belle à ma manière. Tu aimeras ce que j’aime et ce qui m’aime : l’eau, les nuages, le silence et la nuit ; la mer immense et verte ; l’eau uniforme et multiforme ; le lieu où tu ne seras pas ; l’amant que tu ne connaîtras pas ; les fleurs monstrueuses ; les parfums qui font délirer ; les chats qui se pâment sur les pianos et qui gémissent comme les femmes, d’une voix rauque et douce !
« Et tu seras aimée de mes amants, courtisée par mes courtisans. Tu seras la reine des hommes aux yeux verts dont j’ai serré aussi la gorge dans mes caresses nocturnes ; de ceux-là qui aiment la mer, la mer immense, tumultueuse et verte, l’eau informe et multiforme, le lieu où ils ne sont pas, la femme qu’ils ne connaissent pas, les fleurs sinistres qui ressemblent aux encensoirs d’une religion inconnue, les parfums qui troublent la volonté, et les animaux sauvages et voluptueux qui sont les emblèmes de leur folie. »
Et c’est pour cela, maudite chère enfant gâtée, que je suis maintenant couché à tes pieds, cherchant dans toute ta personne le reflet de la redoutable Divinité, de la fatidique marraine, de la nourrice empoisonneuse de tous les lunatiques.
*
Tu seras la reine des hommes aux yeux verts dont j’ai serré aussi la gorge dans mes caresses nocturnes; de ceux-là qui aiment la mer, la mer immense, tumultueuse et verte, l’eau informe et multiforme, le lieu où ils ne sont pas...
Σαρλ Μπωντλαίρ
Τα δώρα της σελήνης
Η Σελήνη, που είναι η ίδια η ιδιοτροπία, κοίταξε ανάμεσ’ απ΄το παράθυρο, ενώ κοιμόσουνα στο λίκνο σου, και είπε μέσα της: «Αυτό το παιδί μ’ αρέσει».
Και κατέβηκε μαλθακά τη σκάλα της από σύννεφα, και πέρασε αθόρυβα μεσ’ απ’ τα τζάμια. Έπειτα ξαπλώθηκε πάνω σου με την ευλύγιστη τρυφερότητα μιας μητέρας, κι εναπόθεσε τα χρώματά της στο πρόσωπό σου. Έτσι οι κόρες των ματιών σου απόμειναν πράσινες και τα μάγουλά σου εξαιρετικά χλωμά. Από την ενατένιση αυτής της επισκέπτριας τα μάτια σου μεγάλωσαν τόσο παράξενα, και σ’ έσφιξε τόσο τρυφερά στο λαιμό που διατήρησες έτσι για πάντα την επιθυμία να κλαίς.
Ωστόσο, μες στο ξεχείλισμα της χαράς της, η Σελήνη πλημμύριζε ολόκληρο το δωμάτιο, σα μια ατμόσφαιρα φωσφορική, σαν ένα φεγγοβόλο δηλητήριο, και όλο το ζωντανό τούτο φως στοχάζονταν κι έλεγε: «Θα υφίστασαι αιώνια την επήρεια του φιλιού μου. Θα ‘σαι όμορφη με τον τρόπο μου. Θ’ αγαπάς ό,τι αγαπώ κι ό,τι μ’ αγαπά, το νερό τα σύννεφα, τη σιωπή και τη νύχτα, την απέραντη και πράσινη θάλασσα, το άμορφο και πολύμορφο νερό, το μέρος όπου δε βρίσκεσαι, τον εραστή που δε θα γνωρίσεις, τα τερατώδη άνθη, τα αρώματα που φέρνουν παραλήρημα, τις γάτες που λιγοθυμούν πάνω στα πιάνα και που θρηνούν σαν τις γυναίκες με μια φωνή βραχνή και γλυκιά!
Και θα σ’ αγαπούν οι εραστές μου και θα ερωτοτροπούν μαζί σου οι φίλοι μου. Θα ‘σαι βασίλισσα των ανθρώπων με τα πράσινα μάτια, που έχω σφίξει κι εγώ τον λαιμό της στα νυχτερινά μου χάδια, εκείνων που αγαπούν τη θάλασσα, την απέραντη θάλασσα, την πολυτάραχη και πράσινη, το άμορφο και πολύμορφο νερό, το μέρος όπου δεν βρίσκονται, την γυναίκα που δεν γνωρίζουν, τ’ απαίσια άνθη που μοιάζουν με τα θυμιατήρια μιας άγνωστης θρησκείας, τ’ αρώματα που συγχύζουν τη θέληση και τ’ άγρια και φιλήδονα ζώα που είναι τα εμβλήματα της παραφροσύνης τους».
Και για αυτό, καταραμένο αγαπητό χαϊδεμένο παιδί, βρίσκομαι τώρα ξαπλωμένος στα πόδια σου, αναζητώντας σ’ όλη την ύπαρξή σου την ανταύγεια της τρομερής Θεότητας, της μοιραίας αναδόχου, της φαρμακεύτρας τροφού όλων των σεληνιακών.
(μετ. Τάκης Βαρβιτσιώτης)
Charles Baudelaire
Les Bienfaits de la lune
"Le Spleen de Paris"
La Lune, qui est le caprice même, regarda par la fenêtre pendant que tu dormais dans ton berceau, et se dit : « Cette enfant me plaît. »
Et elle descendit moelleusement son escalier de nuages et passa sans bruit à travers les vitres. Puis elle s’étendit sur toi avec la tendresse souple d’une mère, et elle déposa ses couleurs sur ta face. Tes prunelles en sont restées vertes, et tes joues extraordinairement pâles. C’est en contemplant cette visiteuse que tes yeux se sont si bizarrement agrandis ; et elle t’a si tendrement serrée à la gorge que tu en as gardé pour toujours l’envie de pleurer.
Cependant, dans l’expansion de sa joie, la Lune remplissait toute la chambre comme une atmosphère phosphorique, comme un poison lumineux ; et toute cette lumière vivante pensait et disait : « Tu subiras éternellement l’influence de mon baiser. Tu seras belle à ma manière. Tu aimeras ce que j’aime et ce qui m’aime : l’eau, les nuages, le silence et la nuit ; la mer immense et verte ; l’eau uniforme et multiforme ; le lieu où tu ne seras pas ; l’amant que tu ne connaîtras pas ; les fleurs monstrueuses ; les parfums qui font délirer ; les chats qui se pâment sur les pianos et qui gémissent comme les femmes, d’une voix rauque et douce !
« Et tu seras aimée de mes amants, courtisée par mes courtisans. Tu seras la reine des hommes aux yeux verts dont j’ai serré aussi la gorge dans mes caresses nocturnes ; de ceux-là qui aiment la mer, la mer immense, tumultueuse et verte, l’eau informe et multiforme, le lieu où ils ne sont pas, la femme qu’ils ne connaissent pas, les fleurs sinistres qui ressemblent aux encensoirs d’une religion inconnue, les parfums qui troublent la volonté, et les animaux sauvages et voluptueux qui sont les emblèmes de leur folie. »
Et c’est pour cela, maudite chère enfant gâtée, que je suis maintenant couché à tes pieds, cherchant dans toute ta personne le reflet de la redoutable Divinité, de la fatidique marraine, de la nourrice empoisonneuse de tous les lunatiques.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)










