t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

Παρακμή των πολιτισμών...

Η Ιστορία διδάσκει ότι τη στιγμή που οι ηθικές δυνάμεις και ο πολιτισμός μιας κοινωνίας έχασαν τη δύναμη τους, η τελική διάλυση επιτελέστηκε από τους ασυνείδητους και κτηνώδεις όχλους, που δικαίως χαρακτηρίστηκαν βάρβαροι...

Γουσταύος Λε Μπόν



Γουσταύος Λε Μπόν
Στοχασμοί

Ευτελίστε το χαρακτήρα των στρατιωτών και δεν θα έχετε παρά τους όχλους του Ξέρξη. Εξυψώστε το χαρακτήρα, και θα έχετε τους πολεμιστές του Αλεξάνδρου.

Η ικανότητα χωρίς την εξουσία είναι εξίσου ανίσχυρη με την εξουσία χωρίς ικανότητα.

Υπάρχει ένα αλάνθαστο ένστικτο που δίδασκε στους αρχαίους το φόβο των ξένων. Γνώριζαν καλά ότι η αξία μιας χώρας δεν μετριέται με βάση τον αριθμό των κατοίκων της, αλλά με βάση τον αριθμό των πολιτών της.

Η αίσθηση της υπευθυνότητας, που ελέγχει πάντα τα άτομα, χάνεται μέσα σ’ έναν όχλο.

Επειδή η ηδονή είναι εφήμερη ενώ η επιθυμία έχει διάρκεια, οι άνθρωποι πιο συχνά παρακινούνται από την επιθυμία παρά από την ηδονή.

Ανάμεσα σε πολιτικούς διαφορετικών κομμάτων, η φιλία είναι δυνατή. Μεταξύ αυτών που ανήκουν στο ίδιο κόμμα, η ζήλια είναι γενικά πολύ ισχυρή για να επιτρέπει φιλίες.

Στις ομαδικές προσπάθειες υπάρχει μια απερίσκεπτη τάση για συναίνεση και συλλογική παρανόηση σοβαρών θεμάτων, μέσα σε ένα κλίμα εύθυμης συντροφικότητας.

Όσο πιο αδύναμη είναι η κυβέρνηση, τόσο πιο δυνατή η γραφειοκρατία.

Λίγο ενδιαφέρουν οι απώλειες. Η επιτυχία πηγαίνει με το μέρος εκείνου που γνωρίζει να τις αντιμετωπίζει με το μεγαλύτερο σθένος.

Όταν μελετήσει κανείς τα αίτια που αλληλοδιαδόχως οδήγησαν στην καταστροφή διαφόρους λαούς, όπως οι Πέρσες και οι Ρωμαίοι, για τους οποίους μας διηγείται η Ιστορία, ανακαλύπτει ότι ο θεμελιώδης παράγων που οδήγησε στην πτώση τους, ήταν πάντοτε κάποια μεταβολή της ψυχικής τους ιδιοσυνθέσεως, η όποια προήλθε από την ταπείνωση του χαρακτήρα τους. Κανένας από τους λαούς αυτούς δεν εξαφανίστηκε, λόγω ελαττώσεως της ιδιοφυίας του. Ο μηχανισμός της αποσυνθέσεως όλων των πολιτισμών του παρελθόντος υπήρξε πανομοιότυπος και μάλιστα τόσο πανομοιότυπος, ώστε να μας εξαναγκάσει να διερωτηθούμε, όπως ο ποιητής, που αναρωτιόταν αν η ιστορία, που αποτελείται από τόσα βιβλία, δεν αποτελείται παρά μόνον από μια σελίδα.

Ένας λαός, όταν φθάνει σ' έναν ορισμένο βαθμό πολιτισμού και δυνάμεως, πείθεται πλέον, ότι δεν θα προσβληθεί από τους γείτονές του και αρχίζει να απολαμβάνει τα ευεργετήματα της ειρήνης και της ευημερίας, τα οποία παρέχει ο πλούτος. Οι στρατιωτικές του αρετές όμως εξαφανίζονται, εξ αιτίας της υπερβολικής αναπτύξεως του πολιτισμού, ο οποίος δημιουργεί καινούριες ανάγκες και αναπτύσσει την φιλαυτία. Οι δε πολίτες, μη έχοντας άλλο ιδανικό εκτός από την πρώιμη απόλαυση των γρήγορα αποκτηθέντων αγαθών, εγκαταλείπουν την διοίκηση των δημοσίων υποθέσεων στο κράτος και έτσι όχι πολύ μετά χάνουν τις πρώην ιδιότητες, με τις όποιες δημιούργησαν το μεγαλείο τους.
Τότε γειτονικά βαρβαρικά φύλα, πού έχουν ελάχιστες ανάγκες, αλλά ισχυρότατα ιδανικά, εισβάλλουν στην χώρα του αρκετά πολιτισμένου λαού και διαμορφώνουν νέο πολιτισμό, από τα απομεινάρια εκείνου που κατέστρεψαν. Έτσι, παρ’ όλη την ισχυρή οργάνωση των Ρωμαίων και των Περσών, οι μεν βάρβαροι κατέστρεψαν την αυτοκρατορία των πρώτων, οι δε Άραβες την των δευτέρων. Και δεν ήταν βέβαια η ευφυΐα που έλλειπε στους ηττηθέντες λαούς. Από την άποψη αυτή δεν είναι δυνατή καμιά σύγκριση ανάμεσα στους κατακτηθέντες και στους κατακτητές.

Οι Ρωμαίοι των παλαιών χρόνων είχαν ασθενέστατες ανάγκες και ισχυρότατο ιδανικό. Το ιδανικό - το μεγαλείο της Ρώμης - δέσποζε απολύτως στις ψυχές τους και κάθε πολίτης ήταν έτοιμος να θυσιάσει σ’ αυτό την οικογένεια, την περιουσία και την ζωή του. Όταν η Ρώμη έγινε το κέντρο του κόσμου, κατελήφθη από ξένους που έφθασαν από παντού και στους οποίους έδωσε επιπλέον τα δικαιώματα του Ρωμαίου πολίτη. Αναζητώντας μόνον απολαύσεις και πολυτέλειες, οι ξένοι ελάχιστα ενδιαφέρονταν για την δόξα της. Η μεγάλη πόλις έγινε τότε ένας απέραντος ξενώνας, αλλά δεν ήταν πια η Ρώμη. Η πόλις φαινόταν ζωηρότατη ακόμη, αλλά η ψυχή της ήταν από πολλά χρόνια πεθαμένη.

Οφείλομε να αναγνωρίσουμε ότι τα μεγαλύτερα Ευρωπαϊκά έθνη απειλούνται, όσον αφορά την ζωτικότητά τους, από μια καταφανέστατη και σημαντική παρακμή.

Κάθε μέρα χάνουν την πρωτοβουλία τους, την ενεργητικότητα και την θέλησή τους, καθώς και την ικανότητα προς δράση. Η ικανοποίηση των υλικών τους αναγκών, που αυξάνονται καθημερινώς, τείνει να γίνει το μοναδικό τους ιδανικό. Η οικογένεια διαλύεται, τα κοινωνικά υποστηρίγματα τρίζουν επικίνδυνα. Η δυσαρέσκεια και η καχεξία εξαπλώνονται και φωλιάζουν σ’ όλες τις τάξεις, από τις πιο πλούσιες μέχρι και τις πιο φτωχές. Κι’ όπως το πλοίο που έχασε την πυξίδα του χτυπιέται και σύρεται από τους ανέμους εδώ και εκεί, έτσι και ο άνθρωπος της σημερινής εποχής πλανάται στο διάστημα, έτσι στην τύχη, εκεί πού κάποτε κατοικούσαν οι θεοί και που σήμερα είναι έρημα, εξ αιτίας της επιστήμης. Αυτός που έχασε την πίστη, έχασε και την ελπίδα. Και ο όχλος έγινε ευερέθιστος και ξεσηκώνεται πολύ εύκολα, κανένα εμπόδιο δεν μπορεί να τον σταματήσει και φαίνεται καταδικασμένος να ταλαντεύεται, ανάμεσα στην μανιασμένη αναρχία και στον βαρύτατο δεσποτισμό….Τον ξεσηκώνουν με λέξεις δίχως νόημα…πείθονται τυφλά στους πιο άσημους πολιτικάντηδες και στους πιο ηλίθιους δεσπότες…. Η νεολαία παραιτείται όλο και πιο πολύ, από τα επαγγέλματα τα όποια απαιτούν κρίση, πρωτοβουλία, ενεργητικότητα, προσωπικές προσπάθειες και προπάντων θέληση. Οι ελάχιστες ευθύνες την κατατρομάζουν. Ο σκοτεινός ορίζοντας των έμμισθων λειτουργών του Κράτους της φθάνει.

Η ενεργητικότητα και η δραστηριότητα αντικαταστάθηκαν στο μεν κράτος με συζητήσεις κενές περιεχομένου μεταξύ των πολιτικών ανδρών, στην δε μάζα με καθημερινές διαφωνίες και ενθουσιασμούς και, τέλος στην τάξη των διανοουμένων, με κάποιο είδος κλαψιάρικης αισθηματικότητας, τελείως αδύναμης και αμφίβολης και με ωχρές διαλέξεις για τις ταλαιπωρίες και τα βάσανα τής ζωής. Παντού καλλιεργείται ένας απεριόριστος φιλοτομαρισμός. Οι συνειδήσεις συνθηκολογούν, η δε ηθικότητα σιγά-σιγά πέφτει και χάνεται. Ο άνθρωπος έχασε την εξουσία που έχει πάνω στον ίδιο τον εαυτό του. Δεν ξέρει πια να διαφεντεύει την ψυχή του. Κι’ αυτός που δεν ξέρει να αυτοεξουσιάζεται, είναι καταδικασμένος να διαφεντεύεται από άλλους.

Πηγές:
ΛΟΓΙΟΣ ΕΡΜΗΣ, ΓΝΩΜΙΚΟΛΟΓΙΚΟΝ, ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2014

ΕΜΙΛ ΣΙΟΡΑΝ: Η ΑΘΛΙΟΤΗΤΑ ΔΙΕΓΕΡΤΙΚΟ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

http://yannistavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καταιγίδα, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Για να κρατά κανείς ξυπνητό το πνεύμα δεν υπάρχει μόνο ο καφές, η αρρώστεια, η αϋπνία ή η ψύχωση του θανάτου· η αθλιότητα βοηθάει εξίσου αν όχι πιο αποτελεσματικά: ο τρόμος της επαύριον και κείνος της αιωνιότητας, οι σκοτούρες για το χρήμα όπως και οι μεταφυσικές φοβίες, αναιρούν την ησυχία και τον εφησυχασμό. - Όλες μας οι ταπεινώσειςοφείλονται στο ότι δεν μπορούμε να αποφασίσουμε να πεθάνουμε της πείνας. Αυτή τη δειλία την πληρώνουμε ακριβά. Ζούμε μαζί με τους ανθρώπους, χωρίς να έχουμε κλήση στην επαιτεία! Ταπεινωνόμαστε μπροστά σε αυτά τα ντυμένα, επισφαλή, προκατειλημμένα πιθηκάκια! Βρισκόμαστε στη διάκριση αυτών των γελοίων που είναι ανάξιοι για περιφρόνηση! Η ντροπή που νιώθει κανείς όταν σκεπτεται να ξεκινήσει το οτιδήποτε, γεννάει τη λαχτάρα εκμηδένισης αυτού του πλάνήτη, με τις ιεραρχίες και τους υποβιβασμούς που αυτές συνεπάγονται. Η κοινωνία δεν είναι ένα κακό, είναι μια καταστροφή: Τί βλακώδες θαύμα που μπορούμε να ζούμε στους κόλπους της! Όταν την ατενίζουμε, μεταξύ μανίας και αδιαφορίας, είναι ανεξήγητο το πως κανείς δεν μπόρεσε να γκρεμίσει το οικοδόμημά της, το ότι μέχρι σήμερα δεν βρέθηκαν αγαθά πνεύματα, απελπισμένα και ευπρεπή, για να την σαρώσουν και να εξαλείψουν τα ίχνη της.

Υπάρχουν πολλές ομοιότητες ανάμεσα στην αναζήτηση του χρήματος μέσα στην πόλη και στην αναμονή μιας απάντησης από την σιωπή του σύμπαντος. Η απληστεία πρωτοστατεί στις καρδιές και στην ύλη. Στα κομμάτια αυτή η άθλια ύπαρξη! Θησαυρίζει τα νομίσματα και τα μυστήρια: οι τράπεζες είναι τόσο δυσπρόσιτες όσο και τα βάθη του Αγνώστου. Αλλά ποιός ξέρει; Πιθανώς κάποια μέρα αυτό το Άγνωστο θα φανερωθεί και θα δείξει τους θησαυρούς του· όσο το αίμα τρέχει στις φλέβες του, ο πλούσιος δεν θα ξεθάψει τα άσπρα του...Θα σας ομολογήσει τις ντροπές του, τα ελαττώματά του, τα εγκλήματά του: θα πει όμως ψέματα για την περιουσία του· θα κάνει κάθε λογής εκμυστήρευση, θα σας αποκαλύψει τη ζωή του: δεν θα οικειοποιηθείτε όμως το τελευταίο μυστικό του, το χρηματικό του μυστικό...

Η αθλιότητα δεν είναι μια διαβατική κατάσταση: συμπίπτει με τη βεβαιότητα ότι, όπως και να έχουν τα πράγματα δεν θα έχετε ποτέ τίποτα, ότι έχετε γεννηθεί μακριά από την κυκλοφορία των αγαθών, ότι πρέπει να παλέψετα για να αναπνεύσετε, ότι πρέπει να κερδίσετε ακόμα και τον αέρα που αναπνέετε και ότι, ακόμη και όταν θα εξαφανιστεί η κοινωνία, η φύση δεν θα είναι λιγότερο ανεπιεικής ούτε λιγότερο διεστραμμένη. Καμιά πατρική αρχή δεν παρέστει στη Δημιουργία: παντού χαμένοι θησαυροί: ιδού ο Αρπαγκόν δημιουργός, ο Ύψιστος φιλάργυρος και φιλοκρύφιος. Αυτός έβαλε μέσα σας τον τρόμο της επαύριον: διόλου δεν πρέπει να μας εκλήσσει το ότι η θρησκεία είναι μια μορφή αυτού του τρόμου. Για τους ανέκαθεν ενδεείς, η αθλιότητα είναι κάτι σαν διεγερτικό που θα είχαν λάβει άπαξ δια παντός, χωρίς περιθώριο να εξουδετερώσουν την επενέργειά του· ή σαν έμφυτη επιστήμη που, πριν από την όποια γνώση της ζωής, θα μπορούσε να περιγράψει την κόλασή της...

Εμίλ Σιοράν
"Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού"
Μετ. Κωστής Παπαγιώργης, Εκδ. Εξάντας

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2014

η ζωή υπεχώρει βραδέως...

Ενόμιζες, ότι η ζωή, η άλλοτε τόσον σφριγωδώς επί της χώρας ταύτης επανθήσασα, υπεχώρει τώρα βραδέως, αλλά σταθερώς προς τους ενδοτάτους μυχούς της φύσεως...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Φθινόπωρο στον Υμηττό, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)


Γεώργιος Βιζυηνός
Το μόνον της ζωής του ταξείδιον
(απόσπασμα)

...Περί τα κράσπεδα της ακροπόλεως, αμέσως υπό τα βλέμματά μας, έκειντο κατά συγκεχυμένας ομάδας αι οικίαι της πολίχνης, εν ταις αυλαίς των οποίων έβλεπέ τις άνδρας, γυναίκας, παιδία, ενασχολουμένους να εισαγάγωσι τα φθινοπωρινά αυτών προϊόντα εις τας αποθήκας. Αμέσως περί την πόλιν εφαίνοντο οι λαχανόκηποι με τα γηραλέα, τα φυλλορροούντα δένδρα περί τους λελυμένους φραγμούς των· και τους τελευταίους τρυγητάς, φορτώνοντας τα όψιμα λαχανικά επί των αμαξών των· αυτού πλησίον εκάπνιζον καιόμενα τα άχρηστα απομεινάρια των ερήμων πλέον αλωνίων. Παρέκει ήρχοντο εκτεινόμενοι ημικυκλικώς εις μεγίστην ακτίνα οι καρποφορώτατοι της χώρας αγροί, εν οις όμως δεν εσείοντο πλέον βαρείς των δημητριακών οι στάχυς, ως επιφάνεια ξανθής κυμαινομένης θαλάσσης, αλλ’ έβοσκον ελευθέρως, δαπανώντα και την τελευταίαν χλωράν βοτάνην τα βραδέως προς την πόλιν επιστρέφοντα ποίμνια και αι αγέλαι. Εις το απώτατον του ορίζοντος βάθος έκλειον, ως υψηλόν περιθώριον, την αχανή ταύτην εικόνα οι αμπελώνες του τόπου, έρημοι και ούτοι μετά τον τρυγητόν κ’ εγκαταλελειμμένοι. Η λαμπρά ποικιλία των τελευταίων φθινοπωρινών χρωμάτων, οι κατά συχνά διαστήματα διαυλακούντες την χώραν ποταμίσκοι, τα παρά τας όχθας αυτών γραφικώς εγειρόμενα συμπλέγματα δένδρων και οικοδομών, οι κατά τόπους ως μέγιστα κωνοειδή χώματα υψούμενοι των Οδρυσών τύμβοι όχι μόνον διέκοπτον την συνήθη των επιπέδων χωριογραφιών μονοτονίαν, αλλά και παρείχον εις την απέραντον εκείνην εικόνα έκτακτον, θαυμασίαν ενότητα και ποικιλίαν.
Και όμως προ του τερπνοτάτου τούτου θεάματος ―το ενθυμούμαι ακόμη― μυστική τις ανησυχία, θλιβερόν τι προαίσθημα συνείχε την καρδίαν μου. Ενόμιζες, ότι η ζωή, η άλλοτε τόσον σφριγωδώς επί της χώρας ταύτης επανθήσασα, υπεχώρει τώρα βραδέως, αλλά σταθερώς προς τους ενδοτάτους μυχούς της φύσεως· η δ’ επί της όψεως αυτής εναπομένουσα λαμπρότης δεν ήτον ει μη το τελευταίον, το ύστατον μειδίαμα επί των χειλέων του θανατιώντος.
Ο παππούς, αφ’ ού εφ’ ικανήν ώραν ενησχολήθη με το θέαμα τούτο σιωπηλός και αφηρημένος, εστήριξε το βλέμμα επί ενός των απωτέρων κωνοειδών χωμάτων εις το βάθος του ορίζοντος και δείξας δια του δακτύλου:
― Την βλέπεις, ψυχή μου, είπεν, εκείνην την “τούμβα”;
― Ποιάν, παππού;
― Νά εκείνην την αψηλότερη από όλαις ταις άλλαις, που φαίνεται, εκεί που τελειώνει της γης το πρόσωπο.
― Την βλέπω· εγγίζει τον ουρανό με την κορφή της, παππού.
― Άι χακ! Είπεν ο παππούς, ευχαριστημένος εκ της απαντήσεως. Ο ουρανός ακουμβά πάνου της. Δεν ακουμβά;
― Ναι, παππού! Η γης τελειώνει αυτού πέρα και αρχίζει ο ουρανός.
― “Άι χακ”! ανεφώνησεν ο γέρων έτι μάλλον ευχαριστημένος. Είτα προσηλώσας επ’ εμού υπερήφανον βλέμμα· ― Ώς εκεί πέρα, είπε, μ’ εβάσταξε να ταξειδέψω!
Και επρόφερε τας λέξεις με ύφος τόσον εναβρυντικόν, ώστε δεν ηννόησα ευθύς εάν του παππού τού εβάσταξε να ταξειδεύση μέχρι του ουρανού, ή μέχρι της “τούμβας”, εφ’ ης εφαίνετο ο ουρανός στηριζόμενος.
Ο παππούς εξηκολούθησεν.
― Η “τούμβα” φαίνεται από το παράθυρό μας· από μικρό παιδί την έβλεπα και το είχα ένα “μεράκι” ―μια μεγάλη επιθυμία― να ήτανε βολετό να πήγαινα εκεί κάτω, ν’ αναίβω στην κορφή της “τούμβας”, να μβώ εις τα ουράνια. Μα έλα που ήμουνα κορίτσι! Πώς να βγώ μέσα στους δρόμους;
Σαν μ’ έκοψεν ο κύρης μου τα μαλλιά και μ’ έβαλε καβάδι, και μ’ έκαμεν, έτσι δια μιας αγόρι ―εκείνοι εψαλίδιζαν χαρτιά και έπλεκαν του γάμου τα στεφάνια, εγώ, μια κλωθογυρνώ την άκρην άκρη, και βγαίνω στην αυλή. Το ταξείδι είχα στον νου μου, και μόνο το ταξείδι.
Μετά τινα σιωπήν, καθ’ ην ο παππούς εφαίνετο συγκεντρών τας αναμνήσεις του:
― Έξω από τ’ ορνιθαριό, είπεν, ήτον ένα ξύλο στημένο, με κάτι ξυλάκια σταυρωτά πάνω σ’ αυτό καρφωμένα, για να πατούν οι όρνιθες ν’ αναιβαίνουν σταις φωλιαίς των. Το είχα από μιας αρχής στο μάτι. Θα τ’ ακουμβήσω στο γυαλί του ουρανού, έλεγα με τον νου μου, σαν σκάλα, θ’ αναίβω, θα τρυπήσω μια τρύπα ―θαμβώ μέσα. Έτσι, ψυχή μου, σου παίρνω το ξύλο στον ώμο, και, σαν με διουν, ας με γράψουν!
― Βγαίνω από την αυλή, στρίβω δεξιά και ―δρόμο! Ο κόσμος που μ’ έβλεπε, πού να με γνωρίση πως ήμουν η Γεωργιά η θυγατέρα του Σύρμα! Ήταν σαν να ήρθα πρώτη φορά στον κόσμο.
Ώς και η Χρουσή, η γιαγιά σου, που με είδεν έτσι με το καβάδι, μ’ έβαλε μπροστά με ταις πέτραις. Όχι τάχα πως μ’ εγνώρισεν· μα έτσι τα κατάτρεχεν από μιας αρχής τ’ αγόρια. Εγώ ― δρόμο. Από τέτοιο ταξείδι, ποιός μπορεί να μ’ εμποδίση; Βγαίνω στους κήπους· μβαίνω στα χωράφια· περνώ τον ποταμό· τα μάτια καρφωμένα στην “τούμβα”, και ―δρόμο. Πάγω ένα μίλι, πάγω δύο. Μα ―τί θαρρείς, ψυχή μου; Η “τούμβα”, όσο προχωρώ, τραβιέται μακρότερα! Ο ουρανός, όσο κοντεύω, σηκώνετ’ αψηλότερα! Α! αυτό, ψυχή μου, μ’ έκοψε τα γόνατα! Κουρασμένος ήμουν από πολύ προτήτερα, μα δεν μ’ αποφάνηκε, παρά σαν είδα πως η άκρα του ουρανού επήγαινεν όλον έν μακρύτερ’ από την “τούμβαν”, που ελογάριαζα να τον εύρω. Τότε μου εκόπηκε το “χαβέσι”, και έννοιωσα, πως είμαι κουρασμένος, πως πεινώ, πως το ξύλο που σηκόνω βαραίνει σαν μολύβι, πως άρχησε να βραδυάζη και ―τί τα θέλεις, ψυχή μου; ―τότες εγύρισα πίσω κι’ αφήκα το ταξείδι ατελείωτο!
Γιατί, διες, επρόσθεσεν είτ’ αμέσως ο γέρων, εσυλλογίσθηκα κοντά εις τ’ άλλα και τον κύρη μου. Αυτός ―Θεός σχωρέσ’ τονε― δεν έμοιαζε την γιαγιά σου, την Χατζίδενα.
― Πώς, παππού;
― Χμ! είπεν εκείνος, εκφραστικώς μειδιάσας. Η γιαγιά σου, ψυχή μου, μπουμπουνίζει, μα δεν βρέχει. Ο κύρης μου έβρεχε, μα δεν εμπουμπούνιζε! Γι’ αυτό, ψυχή μου, εγύρισα πίσω. ― Ήταν “το μόνο ταξείδι της ζωής μου”, επρόσθεσεν είτα σύννους ο γέρων, μα ― έμειν’ ατελείωτο.
― Και τα πράγματα, που είδες παππού, και ξεύρεις; ― ηρώτησα εγώ τότε εν μεγίστη απορία. ― Στην χώρα που ψήν’ ο ήλιος το ψωμί εκεί κοντά που ζουν οι Σκυλοκέφαλοι, πότε επήγες, παππού;
― Ω! είπεν εκείνος τότε. Αυτού, ψυχή μου, δεν επήγα· με τ’ αφηγήθηκε η γιαγιά μου, όταν μ’ εμάθαινε να πλέκω.
― Και στης θάλασσας τον αφαλό, παππού, που βγαίνει η Φώκια και πιάνει τα καράβια, και τα ρωτά για τον Αλέξανδρο τον βασιλέα; Κ’ εκεί δεν επήγες;
― Όχι, ψυχή μου! Κι αυτό με τ’ αφηγήθηκ’ η γιαγιά μου.
― Και στο σπήλαιο, παππού, που είν’ η Μάγισσα, που μαρμαρώνει τους ανθρώπους, κ’ εκεί δεν επήγες;
― Όχι, ψυχή μου! Η γιαγιά μου, με τ’ αφηγήθηκε, η γιαγιά μου.
Απερίγραπτος είναι η αύξουσα έντασις της απογοητεύσεώς μου ανά πάσαν αυτού απόκρισιν. Όλη λοιπόν η μεγάλη εκείνη ιδέα μου περί των ταξειδίων του παππού, όλη μου η προς αυτόν υπόληψις κ’ εμπιστοσύνη δια την κοσμογνωσίαν και πολυπειρίαν του περιωρίζετο έξαφνα εις τας διηγήσεις, δηλαδή τα παραμύθια, τα οποία ήκουσεν από την μάμμην του, καθ’ ον χρόνον είχε την αφέλειαν να πιστεύη ο πτωχός και το ότι ήτο θηλυκού και ουχί αρσενικού γένους! Απελπισία και αγανάκτησις κατείχε την καρδίαν μου.
― Και ταις βασιλοπούλαις, παππού, και αυταίς λοιπόν δεν ταις είδες με τα μάτια σου; και δεν έφαγες και δεν εκουβέντιασες μαζί των;
― Ποιαίς βασιλοπούλαις, ψυχή μου;
― Νά! αυταίς που ερωτεύονται με τα ραφτόπουλα, και αρρωστούν από την αγάπη, και στέλνουν τον πατέρα τους, τον βασιλέα με την κορώνα, να πάγη να παρακαλέση τον γαμβρό; Δεν θυμάσαι, που με τώλεγες; Δεν θυμάσαι την Χρυσόμαλλη Νεράιδα και τα λευκονδυμένα νεραϊδόπουλα, που τραγουδούν, παππού, και γελούν και χορατεύουν, και ράφτουν τα νυφιάτικα, χωρίς ραφή και ράμμα;
― Αχ! ψυχή μου! Είπεν ο γέρων τότε λυπημένος. Αυτό το άκουσα από την γιαγιά μου, όταν μ’ εμάθαινε να κεντώ και να ράφτω! Μα θαρρώ, ψυχή μου, πως μήτ’ εκείνη δεν το είδε με τα μάτια της!
Τούτο διέλυσε και την ελαχίστην μου πλάνην!… Εις το χαρέμιον της Βαλιδέ-Σουλτάνας, όπισθεν του στρογγύλου ερμαρίου εν τω τοίχω, δεν μ’ επερίμενε λοιπόν η βασιλοπούλα! Και δεν ήτον αυτή που μ’ έδιδε τα μοσχομυρισμένα εκείνα γλυκίσματα, αλλά τίς οίδε τί πιναρός, ρικνοπρόσωπος, πλατύστομος γέρο-Αράπης! Είχον δίκαιον οι συμμαθηταί μου!
Αλλά λοιπόν αι κακουχίαι και τα βάσανα, όσα υπέστην, και όσα έμελλον να υποστώ, με την γλυκείαν ελπίδα, να επιστρέψω ποτέ εις το χωρίον με μίαν βασιλοπούλαν εις το πλευρόν μου, επήγαινεν εις τα χαμένα; επήγαν δια τίποτε; Καλά, παππού! Αν με διης και σύ ποτε να ξαναπιάσω βελόνι, πες πως είμαι θηλυκός και δεν το ξεύρω!
Και τον ενδιάθετον τούτον λόγον ητοιμαζόμην να προφέρω, ελέγχων συγχρόνως τον παππούν, διότι έγεινεν αιτία να υπάγω εις την Πόλιν να κακουχηθώ επί ματαίω. Αλλ’ ότε, υψώσας τους οφθαλμούς, είδον τον παππούν με το ονειροπολούν αυτού βλέμμα διαρκώς προσηλωμένον μακράν επί της κορυφής του κωνοειδούς εκείνου χώματος, από του οποίου ήλπισέ ποτε να εισέλθη εις τα ουράνια, δεν ηξεύρω ποία μυστηριώδης δύναμις εδέσμευσε την φωνήν επί της γλώσσης μου.
Ο ήλιος είχε κατέλθει πολύ χαμηλότερα προς την δύσιν. Πάσα ύπαρξις, πάσα εκδήλωσις ζωής απεσύρετο σιγαλά και βραδέως προς τα ενδοτέρω της πόλεως.
Η έκφρασις της χωριογραφίας μοι εφάνη τώρα μελαγχολικωτέρα, θλιβερωτέρα. Η καρδία μου εταράχθη εκ νέου. Μεταξύ της φυσιογνωμίας της σκηνής και της εκφράσεως του ωχρού και μαραμένου του παππού προσώπου, όπως εφωτίζετο υπό των τελευταίων του ηλίου ακτίνων, υπήρχε τόση ομοιότης, τόση στενή συγγένεια!…
Ο καϋμένος ο παππούς! εσκέφθην προς εμαυτόν, επάλευσε κ’ ενίκησε τον άγγελον χωρίς της βοηθείας μου, αλλά εξαντλήθη και αδυνάτησε τόσο πολύ, που, αν ξανακυλήση έτσι καθώς είναι κανείς δεν τον γλυτώνει.
― Άρχισε να κάμνη κρύο, ψυχή μου ― Είπεν ο γέρων έξαφνα ― Έλα να πάμε.
Τω έτεινα σιωπηλώς την χείρα και υποστηρίζων αυτόν όσον ηδυνάμην, τον συνώδευσα εις την οικίαν του.
Την νύκτα εκείνην έκαμε τω όντι πολύ ψύχος. Τη δε πρωία της επιούσης παχεία πάχνη έκειτο λευκάζουσα επί των μεμαραμένων φύλλων των καλυπτόντων το έδαφος του κήπου μας. Μόλις αφυπνίσθην και έδραμον εις την οικίαν του αγαπητού μου παππού. Αλλ’ οποία διαφορά από της χθες μέχρι σήμερον! Πλήθος συγγενών και οικείων συνωστίζοντο σοβαροί και άφωνοι εις την αυλήν, εις το κατώγειον εις την “σάλαν” της γιαγιάς, εν τω μέσω της οποίας έκειτο μακρύς μακρύς ο παππούς ― Εφαίνετο πως δεν εξύπνησεν ακόμη.
Βαθεία ειρήνη εβασίλευεν επί της μορφής του. Μία υπερκόσμιος αίγλη, εν είδει μειδιάματος βαθμηδόν αποσβεννυμένου έπαιζε με τα χαρακτηριστικά του προσώπου του.
Η γιαγιά με τας χείρας θηλυκωμένας περί τα γόνατά της, με το απελπισμένον της βλέμμα απλανές, επί της όψεως του παππού, εκάθητο ωχρά, βωβή, ακίνητος ως απολιθωμένη παρά το πλευρόν του. Η ταλαίπωρος! Τί δεν θα έδιδεν όπως τον εμποδίση από τούτο το ταξείδιον! Διότι το μειδίαμα του παππού ήτον η λάμψις, ην έσυρεν οπίσω της η προς ουρανόν αποδημούσα ψυχή του.
Διότι ο καϋμένος ο παππούς συνεπλήρωνε αληθώς τώρα “το μόνον της ζωής του ταξείδιον”!

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014

Πρόοδος, αυτή η μεγάλη αίρεση των εκφυλισμένων...

Δεν μπορώ να συλλάβω κάποιο τύπο ομορφιάς, στον οποίο δεν υπάρχει μελαγχολία...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτο νέας γυναίκας, λάδι σε καμβά

Σαρλ Μπωντλαίρ
Αποφθέγματα

Ποιος θα τολμούσε να αναθέσει στην Τέχνη τη στείρα ασχολία να μιμείται τη Φύση;

Το να είμαι ένας χρήσιμος άνθρωπος, μου φαινόταν πάντα εντελώς αποτρόπαιο.

Το ξέφρενο πάθος για την Τέχνη είναι μια γάγγραινα που καταβροχθίζει όλα τα άλλα.

Η ποίηση και η πρόοδος μοιάζουν με δυο ανθρώπους που μισούνται με ένα ενστικτώδες μίσος και που όταν συναντηθούν στον ίδιο δρόμο, ο ένας από τους δύο πρέπει να παραμερίσει.

Όταν ο ποιητής κυνηγάει έναν ηθικό σκοπό, περιορίζει την ποιητική του δύναμη.

Ελεύθερε άνθρωπε, πάντα θα λατρεύεις τη θάλασσα!

Η μελέτη της ομορφιάς είναι μια μονομαχία στην οποία ο καλλιτέχνης βγάζει μια κραυγή τρόμου πριν νικηθεί.

Τι κι αν έρχεσαι από τον Παράδεισο ή την Κόλαση, δεν έχει σημασία, ω Ομορφιά!

Δεν μπορώ να συλλάβω κάποιο τύπο ομορφιάς, στον οποίο δεν υπάρχει μελαγχολία.

Για να μην είστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του χρόνου,
μεθύστε χωρίς διακοπή.
Με κρασί, με ποίηση, με αρετή, με ό,τι θέλετε!

Στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του ανθρώπου ξέχασαν δύο δικαιώματα: της αντίρρησης και της φυγής.

Το Κακό γίνεται πάντα χωρίς προσπάθεια, φυσικά, μοιραία. Το Καλό είναι πάντα αποτέλεσμα κάποιας τεχνικής.

Η φαντασία είναι το βασίλειο της αλήθειας, ενώ το εφικτό είναι μια από τις επαρχίες της αλήθειας.

Ας είμαστε επιφυλακτικοί απέναντι στον κοινό άνθρωπο, στην κοινή λογική, στο συναίσθημα, στην έμπνευση και στο προφανές.

Υπάρχουν μόνο τρία πλάσματα άξια σεβασμού: ο ιερέας, ο πολεμιστής, ο ποιητής. Να γνωρίζεις, να σκοτώνεις, να δημιουργείς.

Αυτή η ζωή είναι ένα νοσοκομείο όπου κάθε άρρωστος έχει τη διακαή επιθυμία να αλλάξει κρεβάτι.

Αυτό που είναι μεθυστικό στο κακό γούστο είναι η αριστοκρατική ηδονή να γίνεσαι δυσάρεστος.

Μια όαση τρόμου μέσα σε μια έρημο ανίας.

Θα ήταν ωραίο να είναι κανείς εκ περιτροπής θύμα και δήμιος.

Δυο θεμελιώδεις λογοτεχνικές αρετές: η αναφορά σε υπερφυσικές δυνάμεις και η ειρωνεία.

Έχω περισσότερες αναμνήσεις από όσες αν ήμουν χιλίων ετών.

Λαμβανομένων όλων υπόψη, η δουλειά τελικά είναι λιγότερη βαρετή από το να διασκεδάζεις.

Τι είναι η τέχνη; Πορνεία.

Πρόοδος, αυτή η μεγάλη αίρεση των εκφυλισμένων.

Η πρόοδος είναι ένα δόγμα των αργόσχολων και των Βέλγων.

Ω, κτήνος αναντικατάστατο, βάναυσο, υποκριτή αναγνώστη μου…άνθρωπέ μου… αδελφέ μου.

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2014

να ζητώ μιαν ησυχία χαμένη...

Κι όταν το γιόμα χάνεται, κι η νύχτα κατεβαίνει,
και σιωπηλά, σαν τα βιβλία, το φως της μέρας κλείνει,
να ‘ρχομαι, πάλι, να ζητώ μιαν ησυχία χαμένη,
σαν μιαν ελεημοσύνη!..


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Λαδάδικα, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Ναπολέων Λαπαθιώτης
Φθινόπωρο σ’ αγάπησα

Φθινόπωρο σ’ αγάπησα, την ώρα που τα φύλλα
πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαριά γυμνά για το χειμώνα,
που βιάζονται τα δειλινά, κι είναι τα ρόδα μήλα,
- κι είναι τα βράδια μόνα…

Και τώρα στέκω και ρωτώ: Ποια μοίρα, και ποια μπόρα,
καθώς τραβούσα, μοναχός, το δρόμο της αβύσσου,
παράξενα κι ανέλπιστα, να μ’ έχει φέρει, τώρα,
ζητιάνο στην αυλή σου;…

Κι όταν το γιόμα χάνεται, κι η νύχτα κατεβαίνει,
και σιωπηλά, σαν τα βιβλία, το φως της μέρας κλείνει,
να ‘ρχομαι, πάλι, να ζητώ μιαν ησυχία χαμένη,
σαν μιαν ελεημοσύνη!

Σ’ αγάπησα φθινόπωρο, την ώρα που τα φύλλα
πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαριά, κι είναι τα βράδια μόνα…
Μ’ αλήθεια να σ’ αγάπησα – ή μην είν’ η ανατριχίλα
του ερχόμενου χειμώνα;

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014

Συνέντευξη του Emil Cioran: αυτός ο κόσμος θα αφανιστεί...

Εάν μπορούσα να κάνω μια σύνοψη θα έλεγα ότι είμαι το αποτέλεσμα όλων των χαμένων μου ωρών. Δεν έκανα καριέρα και ξόδεψα τεράστιες ποσότητες χρόνου. Αυτό όμως το ξόδεμα του χρόνου υπήρξε πραγματικό κέρδος. Μόνο ο άνθρωπος που στέκεται απόμακρος, που δεν ενεργεί σαν τους άλλους, διατηρεί την ικανότητα να κατανοεί στην ουσία τα πράγματα.

Αλήθεια δεν είναι καθόλου μοντέρνο εκ μέρους μου να το λέω, αλλά η αρχαιότητα έζησε ολοκληρωτικά με αυτήν την ιδέα. Σήμερα είναι αδύνατο. Είναι μια θέση που δε σημαίνει τίποτα για τους σημερινούς ανθρώπους. Όμως, ούτως ή άλλως, αυτός ο κόσμος θα αφανιστεί, και δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία γι' αυτό.
Εμίλ Σιοράν
(κι ακόμη χειρότερα, αν δεν αφανιστεί - σχόλιο μεταφραστή...)

Απόσπασμα από συνέντευξη του Emil Cioran στον Georg Carpat Focke:



G.C.F: We have said and repeated for a long time that philosophy is finished. But philosophers have defended themselves in such an obstinate manner against this opinion that we must consider that it's not without signifying something. The responses of philosophers bring no more solutions, it's the issue of living here below and the pragmatism that we meet everywhere. To what can we still hold on to? To wisdom maybe, to the path taken by the Sophoi?
* Sophoi is used in French here and signifies 'wise man'.

Cioran: There is no doubt in my mind that wisdom is the principal goal in life, and that is why I always return to the Stoics. They have achieved wisdom, and that is why we can no longer call them philosophers as such. From my point of view, wisdom is the natural term of philosophy, its end in both senses of the word. A philosophy ends in wisdom and thereupon disappears.

G.C.F: A loop, if I understand well, is drawn here, going from ancient wisdom towards speculative philosophy, then coming back to wisdom upon which a new meditation on the essential occurs. Could it be that knowledge starts from self-discovery?

Cioran: The disillusioned from philosophy turns to wisdom. This is absolutely right. If it is true that we must start from philosophy, we must also be able to detach ourselves from it. It might in fact be the supreme task. It's no doubt why ancient wisdom has left such a strong impression in me, this philosophy of the Ancients that has ceased to be a philosophy in the sense that Aristotle for example understood it.

Today the problem of knowledge has become accessory; which is, on first basis, the way of tackling life, the question of knowing how to bear it. In the end I only know of two problems: how to bear life and how to bear oneself. There are no harder tasks. And there are no definitive answers to resolve them.

Simply everyone must resolve at least partially these problems for themselves. Is there in life a greater misery than having to deal with oneself every day, to wake up and say to oneself: "another day has begun, I have to see it to its end, I have to bear this day as well."? It's therefore not just a matter of acting, but of creating...

This is why I am against work. We must not even write. The only important thing is to always have in front of us these insoluble problems and live like Epictetus or Marcus Aurelius. Then we are no longer part of the real life stories, but in contemplation. Our contemporaries have lost the faculty to contemplate things. They have unlearned the art of intelligently wasting one's time.

If I should do a resumé then I would have to say that I am the result of all my lost hours. I have no career, and I wasted enormous amounts of time. But this waste of time has been a real gain. Only the man who stays removed, who doesn't do like the others, keeps the faculty of being able to really understand things.

It's really not modern at all of me to say this, but the antiquity has lived entirely with this idea. Today it is impossible. It's a position that no longer makes sense for people today. But, anyway, this world will perish, that there is no doubt about.


Πηγή  http://www.cioran.eu/

Ελληνική φύση κάποτε...

Κοίταξε το γαλανό χρώμα τ΄ ουρανού, τα πουλιά, τα χελιδόνια, που περνούσαν όλο κελάδημα, και αργά και πού κανένα κοράκι. Και δε σκεφτόταν τίποτα, ή κάποτε κάποια σκέψη ελαφριά φαινότανε στο νου του κι έσβηνε αμέσως, όπως σε κατακάθαρο ουρανό λίγος καπνός...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Αμυγδαλιές στον Υμηττό, λάδι σε καμβά

Δημοσθένης Βουτυράς
Δάκρυ στο φίδι

Πατώντας μες στ' αγκάθια, στ' άγρια χόρτα, προχωρούσανε σιωπηλοί, σκεφτικοί με κουρασμένο βήμα. Γύρω τους η φύση είχε στολιστεί, φορούσε τη φορεσιά τής εορτής και οι μυρουδιές των λουλουδιών, των άγριων λουλουδιών, γεμίζανε τον αέρα. Κάποτε κοράκι περνούσε με κρωγμό δυνατό από πάνω τους, και τότε σήκωναν το κεφάλι και το κοίταζαν που έφευγε με φτερουγιές μεγάλες, το κοίταζαν ώσπου χανότανε στου γαλάζιου ουρανού το βάθος.

Μέλισσες, σφήγκες, μύγες χρυσές, μαύρες μεγάλες, τρέχανε, γυρίζανε μέσα στα χαντάκια, μ΄ ένα αρμονικό βουητό, τρέχανε πάνω στα λουλούδια τα κίτρινα, τα τριανταφυλλιά, στις παπαρούνες, που πολλές, πλήθος, φύτρωναν εκεί, και κουνιόντουσαν στο σιγαλό αεράκι που φυσούσε.

Και κανένα σύννεφο στον ουρανό. Ο ήλιος λαμπερός εφώτιζε και ησυχία απλωνόταν, που μέσα σ΄ αυτή ανάδευε το βουητό τής μέλισσας, των εντόμων.

-Να το νταμάρι! το βλέπετε; είπε ο ένας και στάθηκε δείχνοντας ένα λόφο κοκκινωπό μακριά. Εκεί τον φύλαξα. Α, ρε, μανία που τον είχα!... Εκεί πίσω, εκεί τον βάρεσα!... Έγινε καλά όμως!... Το σκυλί!... Α, αν τον πετύχω τώρα, καμιά φορά, δεν πιστεύω να ξαναγίνει!...

-Διπλός ο κόπος γίνεται, Λούκαρή μου, όταν η δουλειά δε γίνει σωστή! του είπε ο δεύτερος με κούνημα του κεφαλιού και σταματώντας, για να δέσει το άσπρο μακρύ ζουνάρι του, που είχε λυθεί και κρεμόταν.

-Έχεις δίκαιο, έτσι είναι!... Μα δε μου λέτε, δεν καθόμαστε να ξαποστάσουμε λίγο σ΄ αυτή την ελιά;

-Ακούς λέει!...

Ο τρίτος άρχισε να βλαστημά κι έσκυψε πιάνοντας το πόδι του.

-Τι έπαθες, μωρέ Κούρη;

-Ένα αγκάθι, Σακίδα μου, εν΄ αγκάθι, τ΄ άτιμο, σα μαχαίρι!...

Και κάθισε κάτω, έβγαλε το παπούτσι του, ένα παλιό λαστιχένιο, κατατρύπιο.

Αυτοί προχωρήσανε για την ελιά, όπου σε λίγο έφτασε και ο Κούρης.

Κρότος σιδηρόδρομου ήρθε ίσαμε κει, έπειτα έφυγε, όπως, όταν φυσά άνεμος, φεύγει κουλουριαστά, στριφογυρίζοντας καπνός, που βγαίνει από καπνοδόχο εργοστασίου.

Πάλι είχανε μείνει σιωπηλοί.

Χελιδόνια περνούσανε γρήγορα, οι σφήγκες, οι μέλισσες βούιζαν... Ένας χτύπος ερχόταν από το λόφο, ένας χτύπος σίδερου, που κτυπά πέτρα.

-Είναι το νταμάρι! τους είχε πει ο Λούκαρης.

Ο Σακίδας έψαχνε την τσέπη του

-Τι γυρεύεις;

-Καπνό!... αν έχει τίποτα τρίμματα!... Μπα!... έκανε κοιτάζοντας την τσέπη του, που αναποδογύρισε.

-Ψίχουλα είναι τα περισσότερα!...

Έγινε σιωπή! Ο κρότος του λοστού, που χτυπούσε την πέτρα, ακουγόταν κανονικός.

Σε λίγο μίλησε ο Κούρης:

-Μωρέ, για βάλτε το και κείνο με το νου σας, που μας είπε κείνη η γυναικούλα στην παραγκούλα! Βάλτε με το νου σας!...

-Α, έκανε ο Σακίδας, για σπουδαίο το 'χεις; Αυτά γίνονται κάθε μέρα! Στο φτωχό δε δίνουνε καμιά αξία, καμιά!... Αν και ο φτωχός, να σας το πω, έχει πιο πιο πολύ αξία απ΄ τους πλούσιους! Αυτό μπορώ να σας τ΄ αποδείξω, τώρα δα, αν θέλετε!... Για σκεφτείτε λίγο το παιδί πώς γεννιέται! Για βάλτε το, ντε, με το νου σας! Πώς γεννιέται;... Γεννιέται άφκιαχτο ακόμα, δε μοιάζει με το κατσίκι, με το αρνί!... Αλλά το παιδί είναι ένα πράγμα άφκιαχτο και το πλάθει ύστερα η μάνα! Σα να ΄χω δίκαιο λίγο ε; Βάλτε λοιπόν με το νου σας τη φτωχειά!... Τι τυραννία τραβά!...Να ξενυχτά να το κουνά, να το σκουπίζει και να το πλένει και να πλένει και ολόκληρο το σπίτι!... Α, το μωρό δεν έχει ύπνο, α, το μωρό ξερνά, α, το σπουρίζει, και άλλα, άλλα!... Βάσανα και βάσανα! Αμ΄ ώσπου να πάρει τα πόδια του; Ασ΄τα!... Απ΄ την άλλη μεριά παρ΄ την πλούσια. Γεννά, ε; το παιδί θα το πάρει η παραμάνα! Θα της κοιτάξουνε και το γάλα!... Η πλούσια κοιμάται σα να την είχε πιάσει μόνο η κοιλιά της και της πέρασε! Το παιδί το σέρνει η παραμάνα. Αλλά μην κι αυτή τυραννιέται; Άμα μαγαριστεί το παιδί, πετά τα μαγαρισμένα!... Άλλη δούλα τα παίρνει και τα πλένει!... Βλέπετε λοιπόν, πως ο φτωχός είναι πιο ιερός από τον πλούσιο;

-Μα πού τα έμαθες αυτά, στο Θεό σου, μωρέ Σακίδα; ρώτησε ο Κούρης, άμα ο Σακίδας σταμάτησε να λέει.

Αυτός τον κοίταξε με χαμόγελο:

-Πού τα ΄μαθα, ρε Κούρη; Στο πανεπιστήμιο, που μας είχανε κλεισμένους!...

Ο Κούρης έσπρωξε το σκούφο του κι έξυσε το κεφάλι του.

-Εγώ δεν ξέρω ποιος είναι ιερός και ποιος δεν είναι, μουρμούρισε ο Λούκαρης, εγώ ξέρω πώς όλοι είναι κακοί!.. Για μένα είναι το ίδιο όλοι!... Αν δεν ήταν ο κόσμος κακός, δε θα ΄μπαινα στη φυλακή και δε θα ήμουνα ό,τι είμαι τώρα! που δε θα γλιτώσω και πάλι να χωθώ μέσα. Αυτό ξέρω γω! Όλοι είναι κακοί, κακοί!...

-Άλλο λέω γω! Έκανε να πει ο Σακίδας.

-Ξέρω τι λες εσύ, αλλά ξέρω και τι λέω γω!... Αν δεν ήταν ο κόσμος κακός, αν δε με πείραζε, δε θα ΄μπαινα στη φυλακή!... Θα ΄χα κι εγώ μια καλύβα, τη γυναίκα μου, τα παιδιά μου...

Έγινε σιωπή. Ο κρότος του λοστού είχε είχε πάψει. Το βουητό των εντόμων, που γυρίζανε στ΄ άγρια λουλούδια κει κοντά τους, ακουγόταν και φωνές σπουργιτιών.

-Μωρέ, διψώ! έκανε σε λίγο ο Σακίδας.

-Κι εγώ! είπε ο Κούρης.

-Μα πού στο διάολο να βρούμε νερό;

-Να, εκεί, τους είπε ο Λούκαρης, δείχνοντας το λόφο, εκεί στο νταμάρι κάτω έχει πηγάδι!

Αυτοί σηκωθήκανε:

-Δε θά ΄ρθεις;

-Δε διψώ!... Αντίστε!... Γρήγορα λιγάκι!... Ο Λούκαρης τους κοίταξε, που φεύγανε, έπειτα για λίγο έγειρε και ξαπλώθηκε.

Κοίταξε το γαλανό χρώμα τ΄ ουρανού, τα πουλιά, τα χελιδόνια, που περνούσαν όλο κελάδημα, και αργά και πού κανένα κοράκι. Και δε σκεφτόταν τίποτα, ή κάποτε κάποια σκέψη ελαφριά φαινότανε στο νου του κι έσβηνε αμέσως, όπως σε κατακάθαρο ουρανό λίγος καπνός.

Ξαφνικά πετάχτηκε και κάθισε.

Πέρα λίγο απ΄ αυτόν, σε μια μεριά μισοκυκλωμένη από χόρτα, ένα φίδι είχε κουλουριαστεί και λιαζότανε με το κεφάλι σα γάτα, ή σκυλί, βαλμένο κάτω...

Τινάχτηκε. Αλλά και το φίδι ορθώθηκε, σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και ανοιγόκλεινε το στόμα του με τα μυτερά στριφτά δόντια...

Χωρίς να το σκεφτεί το χτύπημα με με το καυσόξυλο, που είχε για ραβδί, το χτύπησε με δύναμη... Το φίδι έμεινε ακίνητο.

Το τράβηξε έξω. Ήταν αστρίτης αρκετά μεγάλος.

-Γιατί να το σκοτώσω; είπε, αφού στάθηκε, για λίγο, και το κοίταξε. Τι μου έκανε;... Είχε καθίσει να λιαστεί, να ευχαριστηθεί τον ήλιο!... Όλος ο κόσμος το κυνηγά!...

Είδε το φίδι να κουνιέται και να φέρνει κοντά την ουρά του και να μένει πάλι ακίνητο.

Λύπη μεγάλη του ήρθε:

-Δεν έκανα καλά να το σκοτώσω, όχι!... είπε πάλι. Όλος ο κόσμος το κυνηγά!... Δεν έκανα

καλά!... Και είχε καθίσει να λιαστεί, να ευχαριστηθεί τον ήλιο!...

Και δυο δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του και πέσανε πάνω στο σκοτωμένο φίδι.

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014

τίποτε πια δεν ωφελεί...

Αυτό το βράδυ έφυγε ακόμα ένας. Χάθηκε
εκεί που σβήνεις ένα ένα τα φώτα σου στον ουρανό
και τίποτα δεν είναι πια να ξαναρχίσει...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Nίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
Τελευταίος σταθμός

Αυτό το βράδυ στάθηκε το πιο γλυφό. Το ήπια
σταλαματιά σταλαματιά καθώς σκεφτόμουνα
πως ό,τι δόθηκε δεν παίζει με τ’ αποσιωπητικά
δε μιλά τη γλώσσα της επιστροφής θα ξανάρθω με τα πρωτοβρόχια

Αυτό το βράδυ έφυγε ακόμα ένας. Χάθηκε
εκεί που σβήνεις ένα ένα τα φώτα σου στον ουρανό
και τίποτα δεν είναι πια να ξαναρχίσει

Κι εγώ να σκέφτομαι το βράδυ αυτό, να μη μπορώ να μιλήσω
τα μάτια υγρά, το στόμα υγρό, τα μαλλιά μουσκεμένα
σαν τα παράθυρα σ’ ένα βαγόνι τρίτης θέσης
και βλέπεις αόριστα πως τίποτε πια δεν ωφελεί
μες στα χαλαρωμένα χέρια και στα πεσμένα μαλλιά σου

Από τη συλλογή Δύσκολος θάνατος (1954)

ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ ΤΟ RETHINK ATHENS

Η ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΡΙΓΜΕΝΗ ΣΕ ΑΝΑΚΡΙΒΗ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
(δημοσιεύτηκε στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ της 20/9/2014)

Σύμφωνα με την οριστική μελέτη του Rethink Athens, στο κεφάλαιο ‘’Η κυκλοφορία των αυτοκινήτων’’, η πρόταση στηρίχθηκε ‘’στην διαγραμματική δομή της υφιστάμενης κατάστασης της κυκλοφορίας, όπως φαίνεται παρακάτω’’ (εικ.51 στη μελέτη).
Διαπιστώνουν ότι παρά τα μεγάλα έργα ‘’στην πραγματικότητα, οι δρόμοι από όλα τα περιφερειακά κέντρα συγκλίνουν στο κέντρο πόλης και διασταυρώνονται σε ένα μεγάλο Χ, που τέμνεται στους τρεις παράλληλους δρόμους της Σταδίου, της Πανεπιστημίου και της Ακαδημίας, επιτρέποντας τη διαμπερή κυκλοφορία από το κέντρο για την καλύτερη εξυπηρέτηση των περιφερειών. Οι επιπτώσεις στην κυκλοφοριακή επιβάρυνση και την περιβαλλοντική υποβάθμιση του κέντρου είναι πολύ σημαντικές’’. Η πρότασή του συνοδεύεται από τον παρακάτω σχηματικό χάρτη. (Εικόνα 1)


Εικόνα 1. Σχηματικά η σημερινή κατάσταση της κυκλοφορίας, σύμφωνα με το Rethink Athens

Φυσικά αυτό είναι απολύτως ανακριβές και εφευρέθηκε για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς του Rethink Athens.
Ποια είναι η πραγματικότητα;

Πράγματι το οδικό δίκτυο της Αθήνας ήταν ακτινικό, όπως άλλωστε σε όλες τις παλιές πόλεις, δηλαδή όλοι οι δρόμοι συνέκλειαν στο κέντρο της πόλης (πχ. Πλατεία Ομονοίας και Πλ. Συντάγματος). Από την δεκαετία του 1960 ξεκίνησε η μετατροπή του σε ορθογωνικό, με στόχο την παράκαμψη του κέντρου και την αποδυνάμωση της μονοκεντρικότητας της πόλης, με βάση και την μελέτη Δοξιάδη. Αυτό αποτυπώθηκε στο Ρυθμιστικό Σχέδιο των Αθηνών του 1966. Η αρχή έγινε με τη κατασκευή του Παρακηφίσιου – σαν Δυτικός περιφερειακός άξονας και την Λ. Βουλιαγμένης (Δ. Φιλιππίδης, Για την Ελληνική Πόλη, ‘’… η διάρθρωση αυτή εξυπηρετείται από ένα δίκτυο με πέντε ελεύθερες ‐ ταχείς λεωφόρους και ένα πλέγμα από κύριες ‐ δευτερεύουσες αρτηρίες που αντικαθιστούν το ακτινωτό σύστημα της Αθήνας’’). Συνεχίστηκε με την κατασκευή της Μιχαλακοπούλου ‐ Χαμοστέρνας, που παρέκαμπτε το κέντρο από τα Ανατολικά και της Λ. Συγγρού και της Παραλιακής σαν Ανατολικός και Νότιος Άξονας, το 1974. Ολοκληρώθηκε με τα Ολυμπιακά έργα του 2004, με την κατασκευή της Αττικής Οδού και τα έργα βελτίωσης στη Λ. Κηφισίας (η οποία έχει πλέον στο μεγαλύτερο μέρος της χαρακτηριστικά ελεύθερης λεωφόρου). Τότε ολοκληρώθηκε ‐ από τον Γ. Κανδύλη ‐ ο Ολυμπιακός Δακτύλιος, που αναίρεσε πλήρως την ακτινική μορφή του δικτύου. Χωρίς υπερβολή μπορούμε να πούμε ότι είναι από τις πιο ολοκληρωμένες ‐ και πιο οικονομικές ‐ παρεμβάσεις σε υπάρχουσες πόλεις. Έχει δημιουργηθεί ένα σχεδόν πλήρως ορθογωνικό δίκτυο, που με κάποια συμπληρωματικά έργα θα μπορεί να εξυπηρετήσει άνετα την Αθήνα και στο μέλλον. Μια ματιά στους χάρτες της Google θα πείσει και τον κάθε αδαή. Στο χάρτη φαίνεται καθαρά η σχεδόν απόλυτα ορθογωνική μορφή του βασικού οδικού δικτύου. (Εικόνα 2)


Εικόνα 2. Χάρτης της Αθήνας από το Google, η ακτινική διάταξη υπάρχει μόνο στη φαντασία των συντελεστών του Rethink Athens.

Οι μελέτες του Rethink Athens αποκρύβουν τελείως την ύπαρξη του Ολυμπιακού Δακτυλίου, με τους δυο κάθετους περιφερειακούς κάθετους άξονες (Παρακηφίσιος προς τη Δύση ‐ Λ. Κηφισίας, Λ. Συγγρού προς τα Ανατολικά), τους δυο οριζόντιους περιφερειακούς (Παραλιακή προς Νότο ‐ Αττική Οδός προς Βορρά) και τον έναν οριζόντιο στο μέσον ‐ που διέρχεται και από το κέντρο της Αθήνας (Λ. Βουλιαγμένης ‐ Πανεπιστημίου ‐ Λ. Αθηνών/Καβάλας). Αυτός ο μεγάλος δακτύλιος, ως γνωστόν, συμπληρώνεται από τον ‘’μικρό δακτύλιο’’ σε επαφή με το Νότιο κάθετο άξονα και την Πανεπιστημίου, μεταξύ του ιστορικού κέντρου της πόλης και του νεότερου. (Εικόνα 3)


Εικόνα 3. Σχηματικά η σημερινή ορθογωνική διάταξη του βασικού οδικού δικτύου από το 2004 (Ολυμπιακός Δακτύλιος)

Η κυκλοφορία έτσι όπως περιγράφεται στη μελέτη, για να στηριχτεί η παρέμβαση στην Πανεπιστημίου, είναι τελείως φανταστική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Δεν υπάρχει τέτοιας μορφής κυκλοφορία. Δηλαδή δεν υπάρχει κάποιος που από την Κηφισιά θα διασχίσει το κέντρο για να πάει στην Πειραιώς, αλλά θα κινηθεί προς Λ.Συγγρού και Παραλιακή. Ούτε θα έρθει από το Μενίδι να διασχίσει το κέντρο για να πάει στην Παραλία, αλλά θα κατέβει τον Παρακηφίσιο και θα συνεχίσει μέσω Πειραιώς ή Παραλιακής. Έτσι λοιπόν στήνοντας αυτό το μύθο, προχωρούν στη συνέχεια στην αναίρεση του Χ. Αποκόβουν τελείως την διαμπερή κίνηση μέσω της Πανεπιστημίου και καθιστούν προβληματικό όλο το οδικό δίκτυο του Λεκανοπεδίου, αφού καταργούν τον μεσαίο άξονα του υπάρχοντος βασικού δικτύου.
Αυτό φυσικά το γνωρίζουν αφού στην μελέτη τους περιλαμβάνουν το χάρτη του βασικού οδικού δικτύου, όπως το περιέγραψα παραπάνω.
Παρεμβαίνουν λοιπόν σε μια προγενέστερη κατάσταση, η οποία πλέον δεν ισχύει, παρ’ όλα αυτά την ορίζουν σαν σημερινή, με στόχο τη διάλυση του βασικού οδικού δικτύου της πόλης. Αυτός και μόνον ο λόγος είναι αρκετός ώστε η κυκλοφοριακή μελέτη που πάνω της στηρίχθηκαν οι υπόλοιπες μελέτες να τοποθετηθεί στην κατηγορία ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ, συμπαρασύροντας και όλο το Rethink Athens.
Ενδιαφέρον όμως έχει και η συνέχεια. Σαν στόχος των παρεμβάσεων, υποτίθεται ότι είναι η αποτροπή της διαμπερούς κίνησης από το κέντρο της πόλης για τα Ι.Χ. αυτοκίνητα. Οι καθηγητές όμως Μ. Καρλαύτης και κ. Σταθόπουλος, εκ των συντελεστών του Rethink Athens και υπεύθυνοι για το Ερευνητικό πρόγραμμα πάνω στο οποίο στηρίχτηκε η κυκλοφοριακή μελέτη, σε άρθρο τους (‘’Σενάρια για τη Νέα Πανεπιστημίου’’, Καθημερινή, 19/05/2013) ομολογούν : ‘’…οι διερευνήσεις έδειξαν ότι οι διαμπερείς κινήσεις αποτελούν ένα μέρος των μετακινήσεων στο κέντρο και ενδεχομένως δεν αποτελούν το σημαντικότερο αίτιο των κυκλοφοριακών προβλημάτων της περιοχής.’’, δηλαδή πέταξαν και αυτοί στα σκουπίδια την κυκλοφοριακή μελέτη. Προσθέτουν δε ότι αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα ‘’…μετατόπιση της κυκλοφορίας σε άλλες ΗΔΗ ΚΟΡΕΣΜΕΝΕΣ οδούς της περιμέτρου του κέντρου.’’ που μπορεί να οδηγήσει σε ‘’αύξηση στους χρόνους διαδρομών άνω του 50%’’. Θεωρούν δε ότι μία από τις πέντε βασικές προϋποθέσεις για την ‘’επιτυχία του εγχειρήματος αυτού’’ , είναι ‘’ο επανασχεδιασμός και η αναβάθμιση ‐ σε επίπεδο ελεύθερης λεωφόρου‐ των περιμετρικών δακτυλίων του κέντρου της πόλης’’ (σημ. δηλαδή η Λ. Αλεξάνδρας και η Χαμοστέρνας να γίνουν σαν την Λ. Συγγρού).
Στην οριστική μελέτη όμως, που υποτίθεται ότι στηρίχτηκε στα συμπεράσματα του ανωτέρω ερευνητικού προγράμματος, δούλεψαν ‘’δημιουργικά’’ με τα στοιχεία και έτσι στην προβολή του έτους 2016, η Λ. Αλεξάνδρας και γενικά όλοι οι δρόμοι της Αθήνας εμφανίζονται να μην έχουν ιδιαίτερα προβλήματα, παρά μόνον σημειακά και περιορισμένης έντασης (Εικόνα 4). Με αυτό τον τρόπο, φαίνεται η κυκλοφοριακή οργάνωση που προτείνει το Rethink Athens να λειτουργεί αποτελεσματικά και να επιτυγχάνονται οι στόχοι του προγράμματος. Όσο για την πραγματικότητα, έχει ο Θεός…


Εικόνα 4. Χάρτης Rethink Athens ‐ Μεταβολή φορτίων οδικού δικτύου. Σύγκριση μηδενικού και επιλεγμένου σεναρίου.

Συμπερασματικά
Ανέσυραν αρχικά έναν χάρτη από την δεκαετία του 1960, που έχει πάψει να ισχύει εδώ και 50 χρόνια, και με βάση αυτόν έκαναν μια πρόταση που δεν λύνει τα σημαντικότερα σημερινά προβλήματα.
• Η έρευνα των ιδίων έχει δείξει ότι απαιτούνται επιπλέον ΠΑΝΑΚΡΙΒΑ έργα για να λυθούν αυτά και να λειτουργήσει η πόλη μετά το Rethink Athens, μεταξύ των οποίων και κατασκευή αστικών αυτοκινητοδρόμων, και τα οποία βέβαια μας τα απέκρυψαν. Υποθέτω θα μας τα εμφανίσουν αργότερα, σαν εκ των υστέρων δημιουργηθέντα.

Δηλαδή πάνω σε φανταστικό χάρτη, έλυσαν φανταστικά προβλήματα. Το μόνο πραγματικό, φαίνεται να είναι η εκτόξευση του τελικού κόστους του έργου. Τα 200.000.000€ του Rethink Athens θα είναι μόνο η προκαταβολή. Ο πραγματικός λογαριασμός θα μας έλθει αργότερα, χωρίς αυτό όμως να σημαίνει ότι θα καλυτερεύσει η ζωή μας, ούτε η πόλη μας.
Ας βρουν λοιπόν και μια φανταστική πόλη να υλοποιήσουν τις φαντασιώσεις τους, αφού η Αθηναϊκή πραγματικότητα έρχεται σε σύγκρουση με αυτές. Και εκεί να στείλουν και τον τελικό λογαριασμό, ο οποίος μάλλον θα είναι εξωπραγματικός.

Νίκος Μιχαλόπουλος – Αρχιτέκτονας
Γιώτα Βρεττάκου – Αρχιτέκτονας