t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

Ποτέ πια..!

Γιατί αλήθεια , είναι σπουδαίο και περίεργο και μοιραίο ,
Αν μια νύχτα , σας το λέω , δείτε κάπου εκεί ψηλά
Κουρνιασμένο ένα κοράκι στην Παλλάδα, να μιλά
Και να λέει : Ποτέ πιά !


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καληνύχτα, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Tο κοράκι

Δώδεκα έδειχνεν η ώρα, μεσονύχτι, όπως και τώρα
Κι ήμουν βυθισμένος ώρα σε βιβλία αλλοτινά,
όταν μέσα από ένα θάμπος ύπνου να μου εφάνη, σάμπως
Κάποιος έξω από την πόρτα να χτυπούσε σιγανά.
Επισκέπτης, είπα, θά’ ναι και χτυπάει σιγανά
Τούτο θά ‘ναι μοναχά.

Α, θυμάμαι, έπεφτε χιόνι και του κρύου Δεκέμβρη οι τόνοι
Σκούζαν μες στο παραγώνι και στοιχειώναν στη φωτιά.
Η νυχτιά με στενοχώρα κι άδικα έψαχνα τόση ώρα
Νά’ βρω τη γλυκειά Λεωνόρα μες τ’ αρχαία μου χαρτιά.
Τη Λεωνόρα που οι αγγέλοι της κρατάνε συντροφιά
Και δική μας ποτέ πια.

Κάθε θρόισμα στο μετάξι της κουρτίνας είχε αλλάξει
Κι έρχονταν να με ταράξει ο άγριος φόβος που τρυπά .
Κι έλεγα , για να πάρω θάρρος και να διώξω αυτό το βάρος :
- Επισκέπτης , δίχως άλλο , θάναι τούτος που χτυπά ,
Κάποιος νυχτοπαρωρίτης , που για νάμπει μου χτυπά
Τούτο θάναι μοναχά.

Ξάφνου ως νάντριωσε η ψυχή μου και παρά την ταραχή μου
- Κύριε , φώναξα , ή κυρία , συγχωρέστε με , έστω αργά
Στα χαρτιά μου ήμουν σκυμένος κι ίσως μισοκοιμισμένος
Δε σας άκουσα ωρισμένως να χτυπάτε έτσι σιγά .
Με τα λόγια τούτα ανοίγω τα πορτόφυλλα γοργά .
΄Εξω η νύχτα μοναχά.

Το σκοτάδι αυτό τρυπώντας έμεινα εκειδά απορώντας
Κάθε τόσο ανασκιρτώντας μέσα σ’ όνειρα αλγεινά .
Κράτησε ησυχία για ώρα κι άξαφνα απ’ τα βάθη τώρα,
Μια φωνή να λέει Λεωνόρα σα ν’ ακούστηκε βραχνά .
Εγώ φώναξα «Λεωνόρα» και τη φέρνει η ηχώ ξανά,
΄Ετσι θάναι μοναχά.

Μπήκα στο δωμάτιο πάλι , μ’ άνω κάτω το κεφάλι ,
Μα μέσα απ’ αυτή τη ζάλη , δυνατήν ακούω χτυπιά .
- Α , στο παραθύρι θάναι, λέω ευθύς, και με ζητάνε ,
Ας ιδώ τώρα ποιος νάναι, φτάνει το μυστήριο πια,
Η καρδια μου δεν αντέχει, φτάνει το μυστήριο πια
Θάναι ο αγέρας μοναχά.

Τότε τα παντζούρια ανοίγω , όμως μια κραυγή μου πνίγω
Καθώς βλέπω ένα κοράκι μες στο δώμα να περνά .
Η ευγένεια δεν το νοιάζει κι ούτε που με λογαριάζει ,
Μα γαντζώνει στο περβάζι της εσώπορτας στερνά .
Μα γαντζώνει και κουρνιάζει στη μαρμάρινη Αθηνά
Και κυττάζει μοναχά.

Πως ανάπνευσα στ’ αλήθεια και γελώντας απ’ τα στήθεια ,
Λέω , από παλιά συνήθεια , στ’ όρνιο με τη κρύα ματιά :
- Κι αν σου κόψαν το λοφίο κι αν σ’ αφήκαν έτσι αστείο
Μαυροπούλι άλλοτε θείο , που πλανιέσαι στη νυχτιά,
ποιό είναι τάχα τ’ όνομά σου μες την άραχνη νυχτιά;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Θάμασα πολύ μου ακόμα τόρνιο , που είχε ανθρώπου στόμα ,
Μα τα λόγια του όλο σκώμα δε μου μάθανε πολλά .
Γιατί αλήθεια , είναι σπουδαίο και περίεργο και μοιραίο ,
Αν μια νύχτα , σας το λέω , δείτε κάπου εκεί ψηλά
Κουρνιασμένο ένα κοράκι στην Παλλάδα, να μιλά
Και να λέει : Ποτέ πιά !

Τ ‘ όνομά του θα μου κράζει , σκέφτηκα , μα τι με νοιάζει ,
΄Ισως πάλι να νυστάζει και τα λόγια του ξεχνά .
΄Ομως τούτο ούτε σαλεύει κι είναι ως κάτι να γυρεύει
Και του κρίνουμαι : – Περσεύει κι άλλος τόπος εδωνά ,
Την αυγή θα φύγεις πάλι σαν ελπίδα που περνά .
Και μου λέει : Ποτέ πια !

Τρόμαξα στ’ αλήθεια μου , όντας , μου δευτέρωσε μιλώντας ,
- Δίχως άλλο , είπα σκιρτώντας , τούτο ξέρει μοναχά .
Κάποιος πρώην κύριός του , θάκλαψε πολύ , ο καϋμός του
΄Ισως νάγινε δικός του και για τούτο αγκομαχά
Και του απόμεινε στη σκέψη κι είναι σα να ξεψυχά
Λέγοντάς μου : – Ποτέ πια !

Και τη θλίψη μου ξεχνώντας έστρεψα σ’ αυτό γελώντας
Την καρέκλα μου τραβώντας στο κοράκι αντικρυνά .
Μα στο κάθισμά μου απάνω , χίλιες τόσες σκέψεις κάνω
Και στο νου μου τώρα βάνω για ποιό λόγο αληθινά
Σα μιαν επωδή μακάβρια να μου λέει όλο ξανά
Το κοράκι : Ποτέ πια !

Γρίφος θάναι ή αίνιγμά του κι ίσως μήνυμα θανάτου
Και κυττώντας τη ματιά του που μου τρύπαε την καρδιά ,
Γέρνω ωραία μου το κεφάλι , στο δικό της προσκεφάλι ,
Όπου αντιφεγγούσε πάλι , σαν και τότε μια βραδυά ,
Με το βιολετί βελούδο, σαν και τότε μια βραδυά
Και που δε θ’ αγγίξει πια !

Ξάφνου ως νάνοιωσα μου εφάνη γύρω μου άκρατο λιβάνι
Και πλημμύρα να μου φτάνει σύννεφο η θεία του καπνιά .
- ΄Αθλιε , φώναξα , στοχάσου , που ο Θεός στέλνει κοντά σου .
Αγγέλους να σου σταλάσουν νηπενθές για λησμονιά ,
Πιέστο , ω , πιέστο , τη Λεωνόρα να ξεχάσεις μ’ απονιά ,
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Α , προφήτη , κράζω ,ωιμένα , κι αν του δαίμονα είσαι γέννα
Κι αν ο Πειρασμός σε μένα , σ’ έστειλε απ ‘ τη γης βαθειά ,
Κι αν σε τόπο ρημαγμένο σ’ έχει ρίξει απελπισμένο
Σ ‘ ένα σπίτι στοιχειωμένο με σκιές και με ξωθιά ,
Θάβρω στη Γαλαάδ , ω πες μου , θάβρω εκεί παρηγοριά ;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

- Α , προφήτη , ανήλιαγο όρνιο κι αν πουλί σαι κι αν δαιμόνιο
Απ’ το σκότος σου το αιώνιο κι απ ‘ την κρύα σου συννεφιά.
Πες μου , στης Εδέμ τα δάση , θάβρει ο νους μου ν’ αγκαλιάσει
Μια παρθένα πούχει αγιάσει κι έχει αγγέλους συντροφιά ,
Μιαν ολόλαμπρη παρθένα , πούχει αγγέλους συντροφιά ;
Και μου λέει : Ποτέ πιά !

Φύγε στ’ άγριά τα σου μέρη , όρνιο ή φάντασμα , ποιος ξέρει
Αν αυτό που σ’ έχει φέρει δεν σε καταπιεί ξανά .
Κι ούτε ένα μικρό φτερό σου να μη μείνει εδώ δικό σου ,
Φώναξα , και το φευγιό σου να χαθεί στα σκοτεινά .
Πάρε και το κρώξιμό σου πέρα από την Αθηνά .
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Κι από τότε εκεί δεμένο , το κοράκι , καθισμένο
Μένει πάντα κουρνιασμένο στη μαρμάρινη θεά .
Κι η ματιά του όπως κυττάζει , με ματιά δαιμόνιου μοιάζει
Κι η νυχτιά που το σκεπάζει του στοιχειώνει τη σκιά .
Α , η ψυχή μου , δε θα φύγει μια στιγμή απ’ αυτή τη σκιά .
Δε θα φύγει ποτέ πια !


(μετάφραση Γ.Β.Ιωαννίδη)


Edgar Allan Poe

The Raven

Once upon a midnight dreary, while I pondered weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore,
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
`'Tis some visitor,' I muttered, `tapping at my chamber door -
Only this, and nothing more.'

Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow; - vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow - sorrow for the lost Lenore -
For the rare and radiant maiden whom the angels named Lenore -
Nameless here for evermore.

And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me - filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
`'Tis some visitor entreating entrance at my chamber door -
Some late visitor entreating entrance at my chamber door; -
This it is, and nothing more,'

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
`Sir,' said I, `or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you' - here I opened wide the door; -
Darkness there, and nothing more.

Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before
But the silence was unbroken, and the darkness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, `Lenore!'
This I whispered, and an echo murmured back the word, `Lenore!'
Merely this and nothing more.

Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
`Surely,' said I, `surely that is something at my window lattice;
Let me see then, what thereat is, and this mystery explore -
Let my heart be still a moment and this mystery explore; -
'Tis the wind and nothing more!'

Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately raven of the saintly days of yore.
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door -
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door -
Perched, and sat, and nothing more.

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
`Though thy crest be shorn and shaven, thou,' I said, `art sure no craven.
Ghastly grim and ancient raven wandering from the nightly shore -
Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning - little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door -
Bird or beast above the sculptured bust above his chamber door,
With such name as `Nevermore.'

But the raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only,
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing further then he uttered - not a feather then he fluttered -
Till I scarcely more than muttered `Other friends have flown before -
On the morrow will he leave me, as my hopes have flown before.'
Then the bird said, `Nevermore.'

Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
`Doubtless,' said I, `what it utters is its only stock and store,
Caught from some unhappy master whom unmerciful disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore -
Till the dirges of his hope that melancholy burden bore
Of "Never-nevermore."'

But the raven still beguiling all my sad soul into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore -
What this grim, ungainly, gaunt, and ominous bird of yore
Meant in croaking `Nevermore.'

This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom's core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion's velvet lining that the lamp-light gloated o'er,
But whose velvet violet lining with the lamp-light gloating o'er,
She shall press, ah, nevermore!

Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
`Wretch,' I cried, `thy God hath lent thee - by these angels he has sent thee
Respite - respite and nepenthe from thy memories of Lenore!
Quaff, oh quaff this kind nepenthe, and forget this lost Lenore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil! -
Whether tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted -
On this home by horror haunted - tell me truly, I implore -
Is there - is there balm in Gilead? - tell me - tell me, I implore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us - by that God we both adore -
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels named Lenore -
Clasp a rare and radiant maiden, whom the angels named Lenore?'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Be that word our sign of parting, bird or fiend!' I shrieked upstarting -
`Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken! - quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

And the raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon's that is dreaming,
And the lamp-light o'er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted - nevermore!


(πρώτη έκδοση 1845)

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Οι Γερμανοί ξανάρχονται!

Ένας σατυρικός εφιάλτης με ειδική νοηματοδότηση για τη σημερινή Ελλάδα..

Εξαίρετη ελληνική ταινία του 1948!

Δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις καλές ταινίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Άκρως πρωτότυπο, ευρηματικό σενάριο· εμπνευσμένη σκηνοθεσία, υπέροχα πλάνα, πλούσιοι χαρακτήρες και ευφάνταστες ερμηνείες, σκηνική - κινηματογραφική οικονομία...

Σενάριο, σκηνοθεσία του Αλέκου Σακελλάριου.
Οπερατέρ, ο σπουδαίος φωτογράφος & κινηματογραφιστής Ζοζέφ Χεπ.

Αξίζει να τη δείτε στη μεγάλη οθόνη· έστω στην οθόνη της τηλεόρασης...

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

στο αττικό τοπείο που ξέρεις...

Δύσκολη και χωρίς ελπίδα! ―γι' αυτό δοκιμάζω τη φωνή μου,
παρακάτω σου γράφω για τον πυρετό μας
που μετριέται σε περιπλάνηση
στο αττικό τοπείο που ξέρεις μ' άλλα μάτια από τα δικά μου...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ελαιώνας στην Αττική, λάδι σε καμβά

Αντωνίου Δ. I.

Γράμμα της Aττικής Άνοιξης

Όταν ξεκινάμε βέβαιοι για την αποτυχία
συλλογιζόμαστε τί μας κάνει να πέφτουμε
κι ύστερα τί μας φέρνει ν' ανθίζουμε αυτό το πέσιμο;
Πριν ξεκινήσουμε την τελευταία φορά, λέγαμε:
πώς θα ξοδέψεις τέτοιο δρόμο μ' ένα ρόδο στην καρδιά σου;
―έχοντας την αντοχή μόνο στη θύμηση περασμένων;―
Yπάρχει πάντα κάτι λέω τώρα,
ύστερ' από τόσες αποτυχίες
μια ανακωχή μ' ανθισμένο χαμόγελο:
Tο πρώτο χελιδόνι στον κάμπο που ακόμη δεν ξύπνησε,
―μια γλάστρα θυμάμαι που είδα εγώ πρώτος τον ανθό της,
φώναξα μεθυσμένος: το πρώτο ρόδο! και μέσα μου
γαλήνεψε όλ' η φουρτούνα...―
Έτσι σου συνεχίζουμε τώρα το γράμμα μας,
Δύσκολη και χωρίς ελπίδα! ―γι' αυτό δοκιμάζω τη φωνή μου,
παρακάτω σου γράφω για τον πυρετό μας
που μετριέται σε περιπλάνηση
στο αττικό τοπείο που ξέρεις μ' άλλα μάτια από τα δικά μου.
Xτες το πρωί λοιπόν καθώς έφτανε η ώρα μας
σε βραδιασμένους πια στίχους να δοξάζουμε
τη διάθεση τούτη,
μουρμούριζα ευλογώντας την απόσταση
που μου παίρνει και μου δίνει τέτοιες ώρες...

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

πὼς σημερινοὶ εἴμαστε καὶ ξένοι...

τὸ μυστικό μας τ᾿ ἀδυσώπητο,
-πὼς σημερινοὶ εἴμαστε καὶ ξένοι-
μὲ τὸν ὑποβολέα τῆς πίκρας μου
παμπάλαιο κατευόδιο θ᾿ ἀπαγγείλω πάλι
στὶς ὧρες τὶς ἀγέρωχες...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ένα καράβι, λάδι σε καμβά
 
Κική Δημουλά

Παράκλησις 


Αὐτὴ τὴ μέρα
ἄφησε νὰ σοῦ ἐμπιστευτῶ τὴν ἱστορία μου:
Μελαγχολικός της ζωῆς ἄνεμος εἶμαι
ποὺ νυχτώθηκα καὶ ἀπόμεινα σ᾿ ἕνα χθὲς ἀνάλγητο.


Ἔλα λοιπόν, καὶ μὲ τὰ μάτια σου,
ποῦ ῾ναι καταχνιὰ κι ἐνάστρωση,
τὸ σύθαμπο καὶ τὸ πρωὶ
σὲ μιὰν ἀλλόκοτη σύγκλιση,
ἀνάστειλε τὴ νύχτα μου.


Ἔλα
Κι ἂς εἶναι μοιραῖο πὼς ἀργότερα,
ὅταν ἀνάμεσά μας θ᾿ ἀναδεύεται,
σὲ ἀνυπόφορη μεγέθυνση,
τὸ μυστικό μας τ᾿ ἀδυσώπητο,
-πὼς σημερινοὶ εἴμαστε καὶ ξένοι-
μὲ τὸν ὑποβολέα τῆς πίκρας μου
παμπάλαιο κατευόδιο θ᾿ ἀπαγγείλω πάλι
στὶς ὧρες τὶς ἀγέρωχες,
ποὺ ἀνεβασμένες στὶς σχεδίες τοῦ ἀνέκκλητου
πρὸς ἕνα ἀδηφάγο αὔριο θὰ λάμνουν.

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

Αιώνιος χωρισμός...

λιθόστρωτο με βομβητή νερού, υπόγειοι χείμαρροι
θάλασσα γλιστερή μέσα στη βραδινή ομίχλη
ποιητή σε αφίσα, φύλλα από βροχή

Πόσο σ’ αγάπησα σκόρπισμα μιας ζωής βαθύ, ατέλειωτο...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Ασλάνογλου Νίκος-Αλέξης

Στην ενδοχώρα    

Όσο κι αν προχωρώ στην ενδοχώρα
τίποτα δε μου σβήνει από τα μάτια
τον αιώνιο χωρισμό. Μες σε βαθιές κοιλάδες, λασπωμένες
απ’ τη βροχή, έρχεται το ψιθύρισμα του ήλιου με τη θάλασσα
παραπατώντας σ’ ένα σμίξιμο σφιχτό, ιδανικό

Πόσο γυαλίζουν μες στη στάχτη τους, έλεγε, πόσο
βαθαίνουν την καρδιά, ακρωτηριάζοντας
δάχτυλα και νευρώσεις, σκάβουνε
βαθιά μέσα στη γη για ναρκοπέδια

Μα εγώ καθώς προχώρησα στην ενδοχώρα, είδα
στην πυρκαγιά της θύμησης τη στάχτη μες στα φώτα

Πόσο σ’ αγάπησα υγρή μουσική    

Πόσο σ’ αγάπησα, υγρή μουσική σ’ αίθουσες χορού ατημέλητες
πίδακες χαμηλοί και μουσκεμένοι κήποι
λιθόστρωτο με βομβητή νερού, υπόγειοι χείμαρροι
θάλασσα γλιστερή μέσα στη βραδινή ομίχλη
ποιητή σε αφίσα, φύλλα από βροχή

Πόσο σ’ αγάπησα σκόρπισμα μιας ζωής βαθύ, ατέλειωτο

Στ’ ακρογιάλια    

Γυρνάς ξανά στα μέρη που σε άλλαξαν

Φτωχά τα καφενεία δε σε ξεδιψούν
τώρα που μόνος σου συναίνεσες στη συμφορά
και η θάλασσα λαμποκοπά και τα χωριά ερήμωσαν

Πού να τον ψάχνεις στ’ ακρογιάλια ή στο βυθό
πού νά ’βρεις το ξανθό του το κουφάρι


(Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

να διαλαλεί τη συντριβή της παράκτιας πόλης μου...

...Άρχισα να γράφω ποίηση επειδή ερωτεύτηκα τις λέξεις. Τα πρώτα ποιήματα που γνώρισα ήταν παιδικά τραγούδια· αγάπησα τις λέξεις τους πολύ πριν καταφέρω να τα διαβάσω. Τι αντιπροσώπευαν, τι συμβόλιζαν και τι εννοούσαν εκείνες οι λέξεις, με απασχόλησε πολύ αργότερα. Μόνο ο ήχος τους με ενδιέφερε, την ώρα που ξεπήδαγε από τα χείλη κάποιον εντελώς αδιάφορων και ακατανόητων μεγάλων όντων...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Ντύλαν Τόμας (1914-1953)

...Αργότερα συνειδητοποίησα ότι ήμουν καταδικασμένος να ζω με τις λέξεις και μέσα στις λέξεις. Πρώτη μου δουλειά, λοιπόν, ήταν να γνωρίσω και να κατανοήσω τους ήχους και το υλικό τους. Πως και που θα τις χρησιμοποιούσα, τι θα έλεγα με αυτές, ήταν κάτι που θα με απασχολούσε αργότερα. Τώρα έπρεπε να μάθω τα πάντα για το χαρακτήρα, τις διαθέσεις, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες, τις συναισθηματικές μεταπτώσεις, τις ανάγκες και τις απαιτήσεις τους.

Μου φτάνει να τους συμπεριφέρομαι, όπως ο μάστορας στο ξύλο, στην πέτρα ή σε ό,τι είναι του χεριού του, τέλος πάντων. Μου αρέσει να τις πελεκάω, να τις χαράζω, να τις πλάθω, να τις γυαλίζω, να τις φέρνω στα μέτρα ενός σχεδίου, μιας περιόδου, ενός γλυπτού, μιας φούγκας που θα εκφράζει κάποια λυρική παρόρμηση, κάποια πνευματική αμφιβολία ή βεβαιότητα, κάποια μισοσυνειδητή αλήθεια, την οποία πρέπει να πλησιάσω και να συνειδητοποιήσω...
Ντύλαν Τόμας

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Λιμάνι Θεσσαλονίκης, λάδι σε καμβά

Ντύλαν Τόμας

Σαν ξύπνησα

Σαν ξύπνησα, η πόλη μίλησε.
Πουλιά και ρολόγια κι εγκάρσιες καμπάνες
βούιζαν πλάι στο κουλουριασμένο πλήθος,
ακόλαστοι με ουρά στην πυρά,
ζιζάνια και τελώνια του ύπνου,
η διπλανή θάλασσα αφάνιζε
βατράχους και σατανάδες και γυναικείους οιωνούς,
ενώ έξω ένας άντρας με κλαδευτήρι,
ώς την κορφή μες στο αίμα του,
καρατομούσε το πρωινό,
ο θερμόαιμος σωσίας του Χρόνου
με τη γυριστή γενειάδα του από κάποιο βιβλίο,
λειάνιζε το τελευταίο φίδι σαν
να 'ταν ραβδί ή λεπτό κλαρί,
με τη γλώσσα του γδαρμένη στο γύρισμα ενός φύλλου.
Κάθε πρωί δημιουργώ,
Θεός της κλίνης, το καλό και το κακό,
μετά από ένα νίψιμο περίπατο,
την ακατάσχετη ανάσα θανατικής καταπληξίας
μαμούθ και θάνατο
τη γη όλων.
Εδώ που τα πουλιά ταξιδεύουν σαν φύλλα κι οι βάρκες σαν πάπιες
άκουσα, τούτο το πρωινό, ξυπνώντας,
αλλιώτικη από τους θορύβους της πόλης
μια φωνή στον ορθωμένο αέρα,
διόλου προφητική απότοκο δική μου,
να διαλαλεί τη συντριβή της παράκτιας πόλης μου.
Χρόνος ανύπαρκτος, είπαν τα ρολόγια, Θεός ανύπαρκτος, σήμαναν οι καμπάνες,
τράβηξα τα λευκά σεντόνια πάνω από τα νησιά
και τα νομίσματα πάνω στα βλέφαρά μου κροτάλισαν σαν όστρακα.

Dylan Thomas

When I Woke

When I woke, the town spoke.
Birds and clocks and cross bells
Dinned aside the coiling crowd,
The reptile profligates in a flame,
Spoilers and pokers of sleep,
The next-door sea dispelled
Frogs and satans and woman-luck,
While a man outside with a billhook,
Up to his head in his blood,
Cutting the morning off,
The warm-veined double of Time
And his scarving beard from a book,
Slashed down the last snake as though
It were a wand or subtle bough,
Its tongue peeled in the wrap of a leaf.

Every morning I make,
God in bed, good and bad,
After a water-face walk,
The death-stagged scatter-breath
Mammoth and sparrowfall
Everybody's earth.
Where birds ride like leaves and boats like ducks
I heard, this morning, waking,
Crossly out of the town noises
A voice in the erected air,
No prophet-progeny of mine,
Cry my sea town was breaking.
No Time, spoke the clocks, no God, rang the bells,
I drew the white sheet over the islands
And the coins on my eyelids sang like shells. 

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

από ταξίδια που κάναμε...

Τα καράβια είναι σαν τα θλιμμένα μυστικά.
(Πανιά ριχτά, χείλος στη θάλασσα.)
Σαν τα θλιμμένα μυστικά που λησμονήθηκαν...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καράβια, λάδι σε χαρτί

Γιώργος Θέμελης

Ιστιοφόρα

Τα καράβια είναι σαν τα θλιμμένα μυστικά.
(Πανιά ριχτά, χείλος στη θάλασσα.)
Σαν τα θλιμμένα μυστικά που λησμονήθηκαν.

Μπορείς να τ' αγγίξης, να τ' αφουγκραστής.

Κάτι έχουν να πουν, τα καλύπτει, δεν μπορούν.
Σε κοιτάζουν, μάτια μεγάλα, σου χαρίζουν ονόματα:

ΜΑΙΡΗ, ΜΑΡΙΝΑ, ΕΛΠΙΣ, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ...

Μπορεί να λάμψουν αμμουδιές, φυσιογνωμίες, ν' ακουστούν
Φωνές και βόγγοι από ταξίδια που κάναμε.

Να πω τη μαύρη αλήθεια: Δε πάτησα ποτέ
Σε ξύλινο παλιό σκαρί, φοβόμουν τον καιρό,
Φοβόμουν τη σκοτεινή – κάτω μαύρη – ρωγμή.

Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953)

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

Μπωντλαίρ, Οι Φάροι

Λεονάρδος ντὰ Βίντσι· σὲ κάτοπτρο βαθὺ καὶ ζοφερό,

ἄγγελοι γεμᾶτοι χάρη μὲ μειδίαμα ἱλαρὸ[2]

μυστήριο φορτωμένο, στοὺς ἥσκιους μέσα ξεχωρίζουν

πέυκων καὶ παγετώνων ποὺ τὸν τόπο τους ὁρίζουν

http://yannisstavrou.blogspot.com
Leonardo da Vinci, Η παρθένος των Βράχων

Ανέκδοτη εισαγωγή και μετάφραση του Στάντη Αποστολίδη

Charles Baudelaire

Les Phares


Rubens, fleuve d’oubli, jardin de la paresse,

oreiller de chair fraîche où l’on ne peut aimer,

mais où la vie afflue et s’agite sans cesse,

comme l’air dans le ciel et la mer dans la mer;



Léonard de Vinci, miroir profond et sombre,

où des anges charmants, avec un doux souris

tout chargé de mystère, apparaissent à l’ombre

des glaciers et des pins qui ferment leur pays,



Rembrandt, triste hôpital tout rempli de murmures,

et d’un grand crucifix décoré seulement,

où la prière en pleurs s’exhale des ordures,

et d’un rayon d’hiver traversé brusquement;



Michel-Ange, lieu vague où l’on voit des Hercules

se mêler à des Christs, et se lever tout droits

des fantômes puissants qui dans les crépuscules

déchirent leur suaire en étirant leurs doigts;



Colères de boxeur, impudences de faune,

toi qui sus ramasser la beauté des goujats,

grand coeur gonflé d’orgueil, homme débile et jaune,

Puget, mélancolique empereur des forçats,



Watteau, ce carnaval où bien des coeurs illustres,

comme des papillons, errent en flamboyant,

décors frais et légers éclairés par des lustres

qui versent la folie à ce bal tournoyant,



Goya, cauchemar plein de choses inconnues,

de foetus qu’on fait cuire au milieu des sabbats,

de vieilles au miroir et d’enfants toutes nues,

pour tenter les démons ajustant bien leurs bas;



Delacroix, lac de sang hanté des mauvais anges,

ombragé par un bois de sapins toujours vert,

où, sous un ciel chagrin, des fanfares étranges

passent, comme un soupir étouffé de Weber;



Ces malédictions, ces blasphèmes, ces plaintes,

ces extases, ces cris, ces pleurs, ces Te Deum,

sont un écho redit par mille labyrinthes;

c’est pour les coeurs mortels un divin opium!



C’est un cri répeté par mille sentinelles,

un ordre renvoyé par mille porte-voix;

c’est un phare allumé sur mille citadelles,

un appel de chasseurs perdus dans les grands bois!



Car c’est vraiment, Seigneur, le meilleur témoignage

que nous puissions donner de notre dignité

que cet ardent sanglot qui roule d’âge en âge

et vient mourir au  bord de votre éternité!



Σαρλ Μπωντλαίρ

VI
Οἱ Φάροι


Ροῦμπενς· ποτάμι λησμονιᾶς καὶ ραθυμίας κῆπος,

προσκέφαλο σάρκας τρυφερῆς,[1] ποὺ ν’ ἀγαπήσῃς δὲ βολεῖ

μὰ σφύζει ἡ ζωὴ ἐκεῖ κι ἀέναα σαλεύει,

σὰν ἄνεμος στὸν οὐρανό, στὴ θάλασσα σὰν τὸ νερό.



Λεονάρδος ντὰ Βίντσι· σὲ κάτοπτρο βαθὺ καὶ ζοφερό,

ἄγγελοι γεμᾶτοι χάρη μὲ μειδίαμα ἱλαρὸ[2]

μυστήριο φορτωμένο, στοὺς ἥσκιους μέσα ξεχωρίζουν

πέυκων καὶ παγετώνων ποὺ τὸν τόπο τους ὁρίζουν.[3]



Ρέμπραντ· νοσοκομεῖο θλιβερό, ψιθύρους γεμισμένο,

στολίδι ἔχει μοναχὸ μέγαν Ἐσταυρωμένο -

ἀπὸ τὴ βρόμα ὑψώνεται μὲ κλάμα ἡ ἱκεσία

κ’ αἴφνης χειμερινὴ τὸ διαπερνᾶ φωτοχυσία.[4]



Μιχαηλάγγελος· νὰ θωρῇς Ἡρακλεῖς σὲ τόπους θολούς,

ποὺ νὰ μοιάζουν Χριστούς, ἀναστάντες ὀρθούς,

στὴν ἀμφιλύκη μέσα φάσματα γεροδεμένα,

τὰ σάβανά τους μὲ δάχτυλα σκίζουν τεντωμένα.[5]



Τοῦ παλαιστῆ ὀργή, τοῦ φαύνου ἀκολασίες -

Σύ ποὺ νὰ δρέπῃς ἤξερες τῶν χωριατῶν τὰ κάλλη,[6]

περήφανη καρδιὰ μεγάλη, ἄνθρωπε ἀδύναμε καὶ κιτρινιάρη,

Πυζέ: περίλυπε μονάρχη τοῦ κάθε τῆς γαλέρας κατεργάρη.



Βαττώ: καρναβάλι αὐτό, ποὺ διάσημες καρδιὲς πολλὲς

πεταλοῦδες τριγυρνοῦν φανταχτερές -

σκηνογραφίες ζωηρὲς κ’ ἐλαφρές, σὲ πολυελαίων ἀναλαμπές,

ποὺ τὴν τρέλλα σκορποῦν στοῦ χοροῦ τὶς στροφές.[7]



Γκόγια: ἐφιάλτης πραγμάτων σκοτεινῶν,

ἔμβρυα ψημένα σ’ ὄργια μαγισσῶν,

γριὲς στὸν καθρέφτη μπρὸς καὶ παιδοῦλες γυμνὲς ὁλωσδιόλου

τὶς κάλτσες τεντώνουν - πειρασμὸς τοῦ διαόλου.[8]



Ντελακρουά: αἱμάτων λίμνη ἀπ’ ἀγγέλους στοιχειωμένη πονηρούς,

στὴ σκιὰ ἐλάτης δάσους πράσινου ἀειθαλλοῦς,[9]

ὅπου σάλπισμα ἀλλόκοτο κάτ’ ἀπ’ οὐρανὸ θλιμμένο

περνάει, θυμίζοντας τοῦ Βέμπερ[10] στεναγμὸ πνιγμένο.



Οἱ κατάρες αὐτές, οἱ βλαστήμιες, τὰ παράπονα, οἱ μομφές,

οἱ ἐκστάσεις, οἱ κραυγές, οἱ λυγμοί, οἱ προσευχές,

ἀχὸς κι ἀντιλαλεῖ μές ἀπὸ χίλιες στοές,

ὄπιο θεϊκὸ γιὰ τὶς θνητὲς εἶναι καρδιές.



Κραυγὴ ἀπὸ στόματα χίλια φρουρῶν ξαναβγαλμένη,

προσταγὴ ἀπὸ χίλια μέσα χωνιὰ φωναγμένη,

φρυκτωρία ψηλὰ σὲ κάστρα χίλια ἀναμμένη,

κόρνο ν’ ἀκούσουν οἱ κυνηγοὶ στὰ μεγάλα δάση οἱ χαμένοι...



Κύριε, εἶν’ ἀλήθεια ὁ μάρτυς ὁ πιὸ ἰσχυρός,

ἰκανὸς γιὰ τὴν ἀξία μας νὰ συνηγορήσῃ

ὁ ὀλολυγμὸς αὐτὸς ποὺ ἀπὸ αἰῶνα σ’ αἰῶνα κυλᾶ φλογερὸς

καὶ φτάνει στῆς Αἰωνιότητάς σου τὸν ὄχτο νὰ σβήσῃ...[11]  

____________________________________________
  

[1]              Ὁ Μπωντλαὶρ εἶχε σίγουρα διαβάσει τὶς παρεμφερεῖς φράσεις τοῦ Γκωτιέ, Albertus, XXXII: montagnes de chair à la Rubens (=σάρκας βουνὰ στὸ στὺλ τοῦ Ροῦμπενς), καθὼς καὶ τοῦ Μπαλζάκ, Chef-d’oeuvre inconnu (Pleiade, X, 420): ce faquin de Rubens avec ses montagnes des viandes flamandes, saupoudrées de vermillon (=αὐτὸς ὁ βρομο-Ροῦμπενς μὲ τὰ βουνὰ φλαμανδικῶν κρεάτων παστωμένα στὸ κόκκινο χρῶμα), χαρακτηριστικώτατες ἀσφαλῶς τῆς τεχνοτροπίας τοῦ συγκεκριμένου ζωγράφου.
[2]              Φυσικὰ ἐξυπονοεῖ τὰ πανταχοῦ παρόντα μειδιάματα στοὺς πίνακές του.
[3]              Εἰδικὰ στὸν πίνακα τῆς Παρθένου μὲ τὴν ἁγία Ἄννα, ἀλλὰ καὶ τῆς Παρθένου Lansdowne, ἐμφανεῖς στὸ φόντο οἱ παγετῶνες καὶ τὰ πεῦκα.
[4]              Ἡ ἔκφραση νοσοκομεῖο θλιβερὸ πιθανώτατα ἀπ’ τὸ περίφημο Μάθημα ἀνατομίας, ἐνῶ ὁ στίχος: αἴφνης χειμερινὴ τὸ διαπερνάει φωτοχυσία, ἴσως ἀναφέρεται στὸν πίνακά του μὲ τὸν τίτλο Τρεῖς σταυροί.
[5]              Σαφὴς ὑπαινιγμὸς στὴν τοιχογραφία τῆς Δευτέρας Παρουσίας στὴν Καπέλλα Σιξτίνα, μὲ τὸν ἡράκλειας διάπλασης ἐκεῖνον ἀναστάντα Χριστὸ στὸ κέντρο της.
[6]              Ὁ Πιὲρ Πυζέ (1622-94), ὁ Γάλλος Μιχαὴλ Ἄγγελος, καθὼς τὸν ἀποκαλοῦσαν, γλύπτης καὶ ζωγράφος γεννημένος στὴ Μασσαλία, διακρίθηκε ἀναλαμβάνοντας τὸ διάκοσμο πλοίων στὴ γενέτειρά του καὶ στὴν Τουλῶνα. Ἀπ’ τὰ ἔργα του ξακουστὸς ὁ Μίλων ὁ Κροτωνιάτης (τοῦ παλαιστῆ θυμοί), σήμερα στὸ Λοῦβρο καθὼς κι ὁ Ἀναπαυόμενος φαῦνος. Δούλεψε γιὰ λογαριασμὸ τοῦ Λουδοβίκου ΙΔ’, φαίνεται ὅμως, πὼς μὲ τὸ δύσκολο καὶ περήφανο χαρακτῆρα του, δὲν ἀνέχτηκε γιὰ πολὺ τὸ αὐλικὸ περιβάλλον. Ἀσθενικὴ φύση, ἀναγκάστηκε, λόγῳ σοβαρῆς ἀρρώστιας, κατόπιν συμβουλῆς τῶν γιατρῶν, νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴ ζωγραφικὴ. Τὰ ἔργα του φέρουν ἔντονη  τ ο π ι κ ή,  προβηγκιανὴ χροιά, κι ὅπως ἡ Britannica,11 XXII, 637, ἀναφέρει χαρακτηριστικά: «ὁ Ἡρακλῆς του μοιάζει νάχῃ μόλις βγῆ ἀπ’ τὴ γαλέρα». (Τοῦτο ἐξηγεῖ καὶ τὴν ἔκφραση: νὰ δρέπῃς τῶν χωριατῶν τὰ κάλλη.) Ὅσο γιὰ τὴ φράση: τοῦ παλαιστῆ θυμοὶ γίνεται κατανοητὴ μόνο ἂν γνωρίζῃ κανεὶς τὸ μῦθο τοῦ οἰκτροῦ θανάτου τοῦ Μίλωνα: Πὼς τάχα κάποτε στὸ δάσος βρίσκοντας ἕναν κορμὸ πούχαν βάλει σφῆνες οἱ ξυλοκόποι γιὰ νὰ τὸν σκίσουν, προσπάθησε ἐμπιστευόμενος στὴν ἡράκλεια δύναμή του νὰ τὸν ἀνοίξῃ μὲ τὰ χέρια. Γλίστρησαν ὅμως οἱ σφῆνες, τοῦ πιάστηκαν τὰ δάχτυλα, κι ἀπ’ τὰ οὐρλιαχτὰ τοῦ πόνου μαζεύτηκαν θηρία ποὺ τὸν κατασπαράξαν ζωντανό - καὶ σ’αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν τραγικὴ στιγμὴ τὸν ἔχει ἀπεικονίσει ὁ Πυζέ!
[7]              Ὁ Βαττώ (1684-1721)  --τ’ ἀντιπροσωπευτικώτερα ἔργα τοῦ ὁποίου ἦταν οἱ λεγόμενες Fêtes galantes (σκηνὲς βουκολικῶν διασκεδάσεων), ἐνῶ ἐπιδίδονταν ἰδιαίτερα καὶ στὴν ἀπεικόνιση χαρακτήρων τῆς Commedia dell’arte (πρβλ: τὸ καρναβάλι αὐτό)--,  εἶχε περιπέσει σὲ λήθη ἴσαμε τὰ μέσα τοῦ 19ου αἰώνα, ὁπότε οἱ ἀδερφοὶ Γκονκοὺρ τὸν ἀνέσυραν, ὑποδεικνύοντας τὴ μεταμφιεσμένη μελαγχολία κάτω ἀπ’ τὰ χαμόγελα τῶν προσώπων του, ἕνα εἶδος τρέλλας κρυμμένης πίσω ἀπ’ τὴ χαριτωμένη κομψότητα. Γιὰ τὸ φίλο, εἰδικώτερα, τοῦ Μπωντλαὶρ ζωγράφο Ἐμὶλ Ντερουὰ μαρτυρεῖται ρητά (Τh. de Banville, Mes souvenirs, Paris, [1882], 93) ὅτι ἤξερε νὰ διακρίνῃ στὸ πασίγνωστο ἔργο τοῦ Βαττώ «Ἐπιβίβαση γιὰ τὰ Κύθηρα» μιὰν ἀπέραντη θλίψη (Αdam, 280-1).  
[8]              Ἀναφέρεται στὴ συλλογὴ τῶν περίφημων χαρακτικῶν μὲ τὸν τίτλο Caprichos. Πιὸ συγκεκριμένα, ὁ πρῶτος στίχος, στὸ χαρακτικὸ ἀρ.43, τιτλοφορούμενο: «Ὁ ὕπνος τῆς λογικῆς γεννᾷ τέρατα» (ὅπου ἕνας ἀποκοιμισμένος λόγιος περιτριγυρίζεται ἀπὸ δεκάδες ἐφιαλτικὲς νυχτερίδες). Ὁ δεύτερος ἀπηχεῖ τὸ ὑπ’ ἀρ.19 «Ὅλοι θὰ πέσουν» (μιὰ γριὰ καὶ δυὸ νέες σουβλίζουν ἕνα κοτόπουλο μ’ ἀνθρώπινο κεφάλι) κι ὁ Μπωντλαίρ, μάλιστα, ὁ ἴδιος σημειώνει γιὰ τὸν Γκόγια Quelques caricaturistes étrangers, ἔκδ. Pleiade, ΙΙ, 568: Il est curieux ...que ce haïsseur des moines ait tant rêvé sorcières, sabbat, diableries, enfants qu’ on fait cuire à la broche. Ὁ τρίτος συναρτᾶται μὲ τὸ ὑπ’ ἀρ.55 «Μέχρι θανάτου» (μιὰ γριὰ ἀριστοκράτισσα φτειάχνεται μπρὸς στὸν καθρέφτη), κι ὁ τελευταῖος μὲ τὸ ὑπ’ ἀρ.17, «Τὴν τραβάει σωστά» (μιὰ νεαρὴ πόρνη τεντώνει τὴν κάλτσα). Περαιτέρω γραμματειακὲς ἐπιρροὲς ἐντοπίζει ὁ Αdam, 281.  
[9]          Ὁ Ντελακρουὰ εἶν’ ὁ μόνος σύγχρονος καλλιτέχνης ποὺ ὁ Μπωντλαὶρ κατατάσσει δίπλα στοὺς ἀδιαμφισβήτους γίγαντες τῆς Τέχνης, κ’ εἶχε ἐπανειλημμένα ξεσπαθώσει μάλιστα ὑπέρ του στὶς αἰσθητικὲς κριτικές του. Γενικώτερα, ὁ Μπωντλαὶρ προσπάθησε στὴν τεχνοκριτική του ν’ ἀποδώσῃ τὰ χρώματα μὲ λέξεις. Οἱ συγκεκριμένοι δὲ συμβολισμοί: ἡ αἱμάτων λίμνη καὶ τὰ πράσινα ἐλάτης δάση ἀειθαλλῆ ξεκαθαρίζονται ἀπὸ μιὰ φράση τῆς μελέτης του, ποὺ ἀναφέρεται στὴ χρήση τοῦ κόκκινου καὶ τοῦ πράσινου ἀπ’ τὸν Ντελακρουά: τὴν αἱματοβαμμένη κι ἄγρια ἐρήμωση ποὺ μόλις ἀντισταθμίζεται μὲ τὸ σκοῦρο πράσινο τῆς ἐλπίδας (Salon de 1846, ἔκδ. Pleiade, II, 436 / Charles Baudelaire, Εὐγένιος Ντελακρουά, ΝΕ, 971, 1967, 144, σὲ μτφρ Ξ. Καράκαλου, μὲ δικές μου βελτιώσεις). Σ’ ἄλλο σημεῖο ἐπιμένει πὼς ὕψιστο προσὸν τοῦ Ντελακρουὰ εἶν’ ἡ παράδοξη κ’ ἐπίμονη μελαγχολία ποὺ ξεχύνεται ἀπ’ ὅλα του τὰ ἔργα κ’ ἐκφράζεται μές ἀπ’ τὴν ἐκλογὴ τῶν θεμάτων, τὴν ἔκφραση τῶν μορφῶν, τὴ χειρονομία καὶ τὸ στὺλ τῶν χρωμάτων του (Pleiade, ὅ.π., 440 / NE, ὅ.π., 146) καὶ φαίνεται πὼς αὐτή του ἀκριβῶς ἡ ἰδιότητα τὸν ἔφερε ὡς ἐκλεκτικὸ συγγενῆ κοντύτερα στὸν ποιητή. Θεωροῦσε ὅτι ὁ χρωστήρας του ἐξέφραζε καλύτερα ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους ζωγράφους τῆς ἐποχῆς του τὸν ἠθικὸ πόνο καὶ σημειώνει μὲ τὶς ἴδιες λέξεις τοῦ ποιήματος πώς: τὸ χρῶμα του εἶναι γοερὸ καὶ βαθὺ σὰν μελωδία τοῦ Βέμπερ (Pleiade, ὅ.π. /  NE, ὅ.π., 146-7). Ἀργότερα, ὁ Μπωντλαὶρ θεώρησε σκόπιμο σ’ ἕνα ἄρθρο του γιὰ τὴν Exposition universelle de 1855 (Pleiade, ὅ.π., 595) νὰ διευκρινίσῃ ὁ ἴδιος τὴ συγκεκριμένη στροφὴ τῶν Φάρων: αἱμάτων λίμνη εἶναι τὸ κόκκινο· στοιχειωμένη ἀπ’ ἀγγέλους πονηρούς: ὁ «ὑπερνατουραλισμός»· δάσος πράσινο ἀειθαλές: τὸ συμπληρωματικὸ τοῦ κόκκινου πράσινο· ἕνας βαρὺς οὐρανός: τὰ ταραγμένα καὶ θυελλώδη φόντα τῶν πινάκων του· τὰ σαλπίσματα τοῦ Βέμπερ: ἰδέες ρομαντικῆς μουσικῆς ποὺ ἐγείρουν οἱ ἁρμονίες τοῦ χρώματός του. Τὸν ὅρο «ὑπερνατουραλισμός» τὸν ἀνάγει στὸν Χάινε: Ὡς πρὸς τὴν Τέχνη εἶμαι ὑπερνατουραλιστής. Πιστεύω πὼς ἡ Τέχνη δὲν μπορεῖ νὰ βρῇ στὴ Φύση ὅλους τοὺς τύπους της· οἱ πιὸ ἀξιόλογοι τῆς ἀποκαλύπτονται μές στὴν ψυχή, ὅπως ἡ ἔμφυτη Συμβολικὴ τῶν ἐμφύτων ἰδεῶν, ἄμεσα (ὅ.π., 432).              
[10]         Κὰρλ Μαρία φὸν Βέμπερ (1786-1826), ρομαντικὸς συνθέτης μ’ ἔντονα ὑποβλητικοὺς τόνους, πατέρας τοῦ γερμανικοῦ μελοδράματος, μὲ βασικώτερο ἔργο τὸν Freischütz.
[11]           Διάφορες ἑρμηνεῖες ἔχουν προταθῆ γιὰ τὶς τρεῖς τελευταῖες στροφές. Ἄλλοι ἀνακαλύπτουν μιὰν εἰκονοκλαστικὴ ἐξέγερση τοῦ ἀνθρώπου κατέναντι τοῦ θεοῦ, ἄλλοι, ἀντιθέτως, διακρίνουν μιά «διαμεσολαβητικὴ δύναμη» τῶν καλλιτεχνικῶν αὐτῶν Φάρων, μεταξὺ θεοῦ καὶ ἀνθρώπων... Πιθανώτερα ὁ Μπωντλαὶρ ἐκφράζει τὴ βασικὴ ρομαντικὴ ἀντίληψη πὼς ἡ Ποίηση, καὶ γενικώτερα ἡ Τέχνη συνιστᾷ κραυγὴ τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ Ἄπειρο, τὸ Αἰώνιο, τὸ Θεῖο κ.λ. Πρβλ τὰ γραφόμενα τοῦ ἔνθερμου ἀπολογητῆ τοῦ χριστιανισμοῦ στὸν αἰῶνα του, Φ. Λαμενναί (Esquisse d’ une philosophie, 1840): Ἡ Ποίηση, ἄμεση ἐκδήλωση τοῦ ἔλλογου καὶ ἠθικοῦ ὄντος, ἀπηχοῦσε κατ’ ἀρχὰς μιὰ ὁρμὴ πρὸς τὸ Δημιουργό, μία ἔκφραση λατρείας, εὐγνωμοσύνης καὶ ἀγάπης (Adam, 282-3).


Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

Μπωντλαίρ, Άλμπατρος

Ο Στάντης Αποστολίδης έχει αναλάβει το τεράστιο έργο της ολοκληρωμένης παρουσίασης της ποίησης του Μπωντλαίρ στα ελληνικά...Επιτέλους!

Μια πρώτη γεύση από την ανέκδοτη ακόμα μετάφραση του Μπωντλαίρ... 
II
Ἄλμπατρος[1]


Τὰ ναυτικὰ πληρώματα συχνὰ γιὰ νὰ γλεντοῦνε

ἄλμπατρους, τρανὸ τῆς θάλασσας πουλί, νὰ πιάνουν συνηθοῦνε -

σύντροφο ποὺ νωχελικὰ τὴ ρότα ἀκολουθάει

τοῦ καραβιοῦ ἐπάνω ἀπὸ πικρὲς ἀβύσσους νὰ γλιστράῃ...



Μόλις καὶ στὰ σανίδια κάτω τ’ ἀκουμποῦνε

πῶς τοῦ γαλάζιου οἱ βασιλεῖς ἀδέξια, μουδιασμένα,

σπαραξικάρδια ἀφήνουν τὰ λευκά, πελώρια τους φτερά,

ὅμοια κουπιὰ στὰ πλάγια κρεμασμένα...



Πόσο εἶν’ ὁ φτερωτὸς ταξιδευτὴς ζαβὸς καὶ ἄτονος,

ὁ τόσο ὡραῖος ἄλλοτε, γιὰ γέλια τώρα κι ἄσκημος!

Ἕνας μὲ τὸ τσιμπούκι του τὸ ράμφος του ἐρεθίζει,

ἄλλος κουτσαίνοντας αὐτόν  --πετούμενο ἄλλοτε!--  σακάτη πιθηκίζει...



Μὲ τῶν νεφῶν τὸν πρίγκηπα ὁ Ποιητὴς πῶς μοιάζει:

τῆς θύελλας στοιχειό, τοξότες ἀψηφάει·

ἐξόριστος στὴ γῆ, μές στὴν κατακραυγή,

ἐμπόδιο στέκουν τὰ γιγάντια του φτερὰ νὰ περπατάῃ...[2]



[1]             Δυὸ ἀξιόπιστοι μάρτυρες, φίλοι προσωπικοί τοῦ Μπωντλαίρ (E. Prarond καὶ H. Ηignard) θυμόντουσαν πὼς τὸ συγκεκριμένο ποίημα τοὺς τὸ απήγγελλε ὁ ποιητὴς στὰ πρώτα νεανικά του χρόνια (μεταξὺ 1843 καὶ 1846) καὶ πὼς τόχε γράψει στὸ ταξίδι πούχε κάνει μὲ τὴν ἐνηλικίωσή του στοὺς Τροπικούς (1841-2)... Ἀπὸ τὴν ἄλλη, δὲν περιλήφθηκε στὴν πρώτη ἔκδοση τῶν Ἀνθέων τοῦ κακοῦ (1857), παρὰ δημοσιεύτηκε χωριστὰ δυὸ χρόνια ἀργότερα, καὶ μάλιστα ὁ επίσης στενός του φίλος Ch. Αsselineau τοῦ πρότεινε νὰ συμπληρώσῃ τὴν τρίτη στροφή - διόρθωση τὴν ὁποίαν ἀποδέχτηκε ὁ ποιητής, κ’ ἔτσι μπῆκε στὴ δεύτερη ἔκδοση (1861). Ἄρα, νεανικὸ μὲν ἀσφαλῶς, μὰ καὶ συμπληρωμένο ἐκ τῶν ὑστέρων.

Κάμποσα κείμενα ἔχουν προταθῆ ὡς πηγές τῆς ἔμπνευσης (βλ. διεξοδικὰ τὰ σχόλια Αdam), μὲ πιὸ δελεαστικὸ τ’ ὁμότιτλο ποίημα τοῦ μᾶλλον ἄγνωστου Polydore Bounin, γραμμένο ἐπίσης στὸ κατάστρωμα ἑνὸς πλοίου τὸ Μάρτη τοῦ 1836, ὅπου κι αὐτὸς ταξίδευε πέρα ἀπ’ τ’ Ἀκρωτήριο τῆς Καλῆς Ἐλπίδας, καὶ δημοσιευμένο τὸ 1838:

Εt là, triste victime à grand bruit meprisée,

des matelots grossiers misérable risée,

accroupi sur le pont,

sans pouvoir s’ envoler tourmente sa pauvre aile.

καὶ παρακάτω:

L’ un prend entre ses doigts son bec pâle qu’ il serre,

a moitié l’ étouffant,

L’ autre de son pied rude ignoblement le pousse...

Ὅπως στὸν Μπωντλαὶρ εἶν’ ὁ ἄλμπατρος πρίγκηπας τῶν νεφῶν καὶ βασιλιὰς τοῦ γαλάζιου, ἔτσι καὶ στὸν Βοunin ἀναγορεύεται despote des mers, ἢ roi majestueux καὶ παρομοιάζεται ἐπίσης μὲ ποιητή...

Ὡστόσο  μένουν ὡρισμένα ἐρωτήματα ἀναπάντητα: εἶχε καμμιὰν ἀνάγκη ὁ Μπωντλαίρ, ἀκόμα κι ἂν ἦταν επηρεασμένος στὰ νειάτα του ἀπὸ κάποιους στίχους, μετὰ ἀπὸ εἴκοσι χρόνια, κ’ ἐνῶ πιὰ ἀπελάμβανε πάντως μιᾶς κάποιας φήμης, μὲ τὸ βιβλίο του ἐκδεδομένο πιά, νὰ ξεθάψῃ νεανικά του πονήματα γιὰ νὰ τὰ συμπληρώσῃ, ἰδίως ἂν ἦταν προϊόντα ὠμῆς λογοκλοπῆς; Κ’ οἱ φίλοι του ὅλοι, οἱ λογοτέχνες τοῦ κύκλου του, δὲν τὸν ἀπέτρεψαν, παρὰ τὸν συνεβούλευαν ἀποπάνω νὰ προσθέσῃ κι ἄλλες στροφὲς σ’ ἕνα ξεσηκωμένο ποίημα; (Ἕνας Φλωμπέρ, παίρνοντάς το στὰ χέρια του, τὸ χαρακτηρίζει «ἀληθινὸ ἀριστούργημα»!..) Ἐπειδὴ σὲ ἀντίστοιχη περίπτωση μεταξὺ Kαβάφη καὶ Gide (Καβάφης, ἔκδ. Ἀποστολίδη, 12-4), μ’ ἐξίσου χτυπητὲς ὁμοιότητες, ἔχει αποδειχθῆ πὼς ἐπρόκειτο γιὰ  ὤ σ μ ω σ η  λογοτεχνικὴ κι ὄχι γι’ ἀντιγραφή, κι ὁ  α ἰ ώ ν α ς  ὅλος ἐκεῖνος ἔδινε διαπιστωμένα πολὺ συγγενικὲς ἀπογεύσεις σὲ πλειάδα δημιουργῶν, ὅσο πιὸ τρανταχτὲς εἶν’ οἱ παραλληλίες τόσο περισσότερο, κατ’ ἀντίστροφη λογική, ὁ κριτικὸς θὰ πρέπει νὰ δυσπιστῇ σὲ μιὰ τόσο ἄγαρμπη λογοκλοπή - κυρίως ὅταν πρόκειται γιὰ ταλαντούχους ἀναμφισβήτητα, ποὺ δὲν θὰ τοὺς κόστιζε δὰ νὰ παραλλάξουν τό «κλοπιμαῖο», ὥστε νὰ μὴν εἶν’ ἄμεσα ἀναγνωρίσιμο. Κι ὅσο περισσότερα κείμενα, ποιητικὰ ἢ πεζά, ἐπισωρεύουν οἱ κριτικοί πρὸς ἀντιπαραβολή  --κ’ ἐν προκειμένῳ παραθέτουν κι ἀπ’ τὸν Th. Gautier (Terza rima) τὴν εἰκόνα τοῦ ποιητῆ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ περπατήσει, κι ἀπ’ ἄλλους φράσεις γι’ ἀνθρώπους συνηθισμένους νὰ πετᾶνε μᾶλλον παρὰ νὰ περπατᾶνε καὶ γιὰ κύκνους ποὺ διαπερνοῦν τὰ σύννεφα μὲ τὴ μεγαλειώδη πτήση τους, μὰ μοιάζουν νὰ δυσκολεύωνται στὸ βάδισμα--, ὅλα τοῦτα πείθουν μᾶλλον πὼς  σ ὲ   μ ι ὰ   γ ε ν ι ὰ   ὁ λ ά κ ε ρ η  ὑπόκειται ἐκ τῶν πραγμάτων, καὶ τῶν ἐμπειριῶν, καὶ τῶν ἀντιλήψεων ἐπιβαλλόμενο  κ ο ι ν ὸ  πρότυπο, κι ὄχι πὼς πέσαν ἀλόγιστα ν’ ἀντιγράφουν  ὁ ἕνας τὸν ἄλλον.

   


[2]             Γιὰ τη μετάφραση ἔλαβα ὑπ’ ὄψιν ἐπὶ μέρους ἐπιτεύγματα τοῦ Γ. Σημηριώτη, κυρίως ὅμως τὸν τόνο στὸ Μνημόσυνο γιὰ τὸν Οὐάιλντ τοῦ Φ. Μπαρλᾶ, ὅπου μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρεται καὶ στὸ συγκεκριμένο ποίημα.