t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Τρίτη 14 Ιουλίου 2009

Η συνήθεια του καπνού θυσιάζεται στο βωμό της μαζικής δημοκρατίας

Εις ανάμνησιν των ωραίων, ποιητικών ημερών…

Έντονες ή ήρεμες συζητήσεις, γέλια ή θλίψη, παρέα με φίλους – μόνιμη συντροφιά ο καπνός, σε καφέ, σε μπαρ, στην ταβέρνα…

Ευλογημένες συνήθειες που θυσιάζονται στο βωμό της πολιτικής ορθότητας κι ευτέλειας της μαζικής δημοκρατίας και των μαζανθρώπων της…

kekkeris

Γιάννης Σταύρου, Κόκκινο χαρμάνι, λάδι σε καμβά

Για τον καπνό…

Το τσιγάρο είναι η πιο τέλεια μορφή απόλαυσης. Είναι ηδονικό και σε αφήνει ανικανοποίητο. Τι περισσότερο να ζητήσει κανείς;.

Οσκαρ Ουάιλντ

Πιστεύω ότι το κάπνισμα της πίπας συμβάλλει σε μια πιο ήρεμη και αντικειμενική κρίση για όλες τις ανθρώπινες σχέσεις πέρα από τα στερεότυπα.

Άλμπερτ Αινστάιν

Το φαγητό και ο ύπνος είναι οι μόνες δραστηριότητες που επιτρέπεται να διακόψουν την απόλαυση ενός τσιγάρου.

Εάν δεν μπορώ να καπνίσω τσιγάρα στον άλλο κόσμο, τότε δεν υπάρχει περίπτωση να πάω!

Καπνίζω με μέτρο. Μόνο ένα τσιγάρο τη φορά!

Πάντα είχα σαν κανόνα να μην καπνίζω όταν κοιμάμαι και να μην σταματάω όταν είμαι ξύπνιος.

Μαρκ Τουέιν

Tο πακέτο των τσιγάρων, η τελετουργία με την οποία τα βγάζουμε από κει, το άναμμα του αναπτήρα, κι εκείνο το αλλόκοτο σύννεφο που μας διαπερνά και που εισπνέουν τα ρουθούνια μας, αποτελούν ισχυρά θέλγητρα που έχουν σαγηνέψει και κατακτήσει τον κόσμο.

Ζαν Κοκτό

(Για το οινόπνευμα και τον καπνό)…Τους δύο πατέρες της δυνατής φιλίας και των γόνιμων ονειροπολήσεων.

Λουί Μπουνιουέλ

Εμάς που λατρέψαμε την καρέτα καρέτα, χωρίς ποτέ να διανοηθούμε να την καπνίσουμε ή να την μασήσουμε, γιατί δεν μας αφήνετε να ζούμε με τα καρέλια καρέλια, ακόμα κι αν δεν τραβάμε ούτε τζούρα απ’ αυτά; Δεν ακούτε τη βραχνή από το τσιγάρο φωνή του ποιητή; Πόσο βαθιά και σε τι κλουβί πρέπει να τον παραχώσετε για να μη σας ενοχλεί η φωνή του;

Δημήτρης Νόλλας, “Φύλλα καπνού”

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2009

...μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες *

black-red-ships

Γιάννης Σταύρου, Δυο πλοία, λάδι σε καμβά

Κάθε τόσο καλό είναι να καταφεύγεις στη σκέψη και την ανάλυση του Παναγιώτη Κονδύλη – ίσως το μοναδικό εργαλείο για να κρατήσεις την ψυχαραιμία σου με τα συμβαίνοντα στον τόπο μας.

Από τη “Θεωρία του Πολέμου” * (Εκδόσεις Θεμέλιο), ένα απόσπασμα για την Ελλάδα:

Η Ελλάδα μεταβάλλεται σταθερά σε χώρα με περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα, δηλαδή δικαιώματα των οποίων η κυρίαρχη άσκηση εξαρτάται από τη βούληση και τις αντιδράσεις τρίτων, ενώ παράλληλα η στάση της γίνεται όλο και περισσότερο παθητική ή αντιφατική. Η διακήρυξη «δεν παραχω­ρούμε τίποτε» δεν έχει έμπρακτο αντίκρυσμα όταν η χώρα εκλιπαρεί σε κρίσιμες ώρες τις μεσολαβητικές προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών ξέροντας εκ των προτέρων ότι αυτές θα πληρωθούν με παραχωρήσεις ή όταν αποσύρει χωρίς χειροπιαστά ανταλλάγματα το βέτο της για την τελω­νειακή ένωση της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση αποδεικνύοντας έ­τσι άθελα της πόσο είναι πιθανό να μετατραπεί σε δορυφόρο της Τουρκί­ας ακριβώς μέσω του «ευρωπαϊκού δρόμου» καί της επιρροής των «Ευ­ρωπαίων εταίρων». Τέτοιες ενέργειες δεν είναι απλώς εσφαλμένοι ή έστω συζητήσιμοι χειρισμοί. Συνιστούν τα εύγλωττα επιφαινόμενα μιας βαθύ­τερης ιστορικής κόπωσης, μιας προϊούσας, ηδονικής μάλιστα παράλυσης.

Στόν βαθμό όπου η Ελλάδα θα καθίσταται ανεπαίσθητα γεωπολιτικός δορυφόρος της Τουρκίας, ο κίνδυνος πολέμου θα απομακρύνεται, οι ψευ­δαισθήσεις θα αβγατίζουν και η παράλυση θα γίνεται ακόμα ηδονικότερη, έφ’ όσον η υποχωρητικότητα θα αμείβεται με αμερικανικούς και ευρωπαϊ­κούς επαίνους, που τους χρειάζεται κατεπειγόντως ο εκσυγχρονιζόμενος Βαλκάνιος, και επίσης με δάνεια και δώρα για να χρηματοδοτείται ο πα­ρασιτικός καταναλωτισμός.

Απ’ αυτές τις συνθήκες ό,τι στην πραγματικό­τητα θα συνιστά κάμψη της ελληνικής αντίστασης κάτω από την πίεση του υπέρτερου τούρκικου δυναμικού, οι Έλληνες θα συνηθίσουν σιγά-σιγά να το ονομάζουν «πολιτισμένη συμπεριφορά», «υπέρβαση του εθνικι­σμού» και «εξευρωπαϊσμό».

Πράγματι, το σημερινό δίλημμα είναι αντι­κειμενικά τρομακτικό και ψυχολογικά αφόρητο: η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή.

Η υπέρβαση του διλήμματος αυτού, η ανατροπή των σημερινών γεωπολιτικών και στρατηγικών συσχετισμών απαιτεί ούτε λίγο ούτε πολύ την επιτέλεση ε­νός ηράκλειου άθλου, για τον οποίο η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως είναι, δεν διαθέτει τα κότσια.

Οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες, που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλή­ματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους ίσως να καταρρεύσουν ακόμα και στην περίπτωση όπου θα βρεθούν μπροστά στη μεγάλη απόφαση να διεξαγάγουν έναν πόλεμο γιατί, αν o πόλεμος είναι συνέχεια της πολι­τικής, ποιός πόλεμος θα συνεχίσει μια σπασμωδική πολιτική;

Οι ευρύτε­ρες μάζες, καθοδηγούμενες από το ίδιο ένστικτο της βραχυπρόθεσμης αυ­τοσυντήρησης, έχουν βρει τη δική τους ψυχολογικά βολική λύση: το έθνος το υπηρετούν ανέξοδα περιβαλλόμενες γαλανόλευκα ράκη, οπότε το κα­λεί ή περίσταση, και έχοντας κατόπιν ήσυχη συνείδηση το κλέβουν μόνιμα με παντοειδείς τρόπους: από τη φοροδιαφυγή, την αισχροκέρδεια και τα «αυθαίρετα» ίσαμε τα ευκολοαπόκτητα πτυχία, τη χαμηλή παραγωγικό­τητα εργασίας (ούτε το 50% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης!) καί την κραυγαλέα ανισότητα ανάμεσα σ’ ό,τι παράγεται και σ’ ό,τι κατα­ναλώνεται, με αποτέλεσμα την καταχρέωση και την πολιτική εξάρτηση του τόπου.

Αν λάβουμε ύπ’ όψιν μας μόνον όσα πράττονται και αφήσου­με εντελώς στην άκρη την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους οι πράττοντες,τότε φαίνεται να βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστο­ρικής ευθανασίας, υπό τον όρο να σκηνοθετηθούν έτσι τα πράγματα, ώστε κανείς να μην έχει την άμεση ευθύνη, και επίσης υπό τον όρο να τεχνουργηθούν απροσμάχητες ανακουφιστικές εκλογικεύσεις («ελληνοκεντρικές» ή «έξευρωπαιστικές», αδιάφορο).

Τις τραγωδίες ή τις κωμωδίες, που μπο­ρούν να περιγράψουν με τις αρμόζουσες αποχρώσεις αυτήν την ιδιαίτερη κοινωνική και ψυχολογική κατάσταση, θα τίς γράψουν ίσως άλλοι. Εμένα μου έρχεται στον νου η τετριμμένη, αλλά πάντοτε ευθύβολη θυμοσοφία: όπως στρώνει καθένας, έτσι και κοιμάται.

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009

Ο λόγος του Σεφέρη καταφύγιο...

Ιούλιος 2009. Καλοκαίρι. Πολύς ευτελής λόγος για την Ακρόπολη και το μουσείο. Άθλια επικαιρότητα.

Όσο περισσότερο μιλούν για πολιτισμό, τόσο περισσότερο ο τόπος και οι άνθρωποι εκβαρβαρίζονται…

acr-rose

Γιάννης Σταύρου, Καλοκαίρι στην Ακρόπολη, λάδι σε καμβά

Ας θυμηθούμε το λόγο του Σεφέρη – ύστατο καταφύγιο από την ασχήμια…

“Εξι νύχτες στην Ακρόπολη”, Γιώργος Σεφέρης

  • Αποσπάσματα:

Χαμηλά, μέσα στη γούβα, γυάλιζαν θρύψαλα από μάρμαρα και φλόγιζαν τα μάτια. Μια χοντρή πλάκα ήταν αφησμένη στη μέση περιμένοντας να τη σηκώσουν. Ο αέρας έτρεμε πάνω από τούτο το καμίνι…
Το μυαλό πάλευε να μάθει αν ήμουν κι εγώ μαζί μ΄αυτά που έβλεπα…
Τότες ένοιωσα μιαν αστραπή να κόβει τον καιρό σαν ένα μεγάλο φίδι, μονοκόματα. Είδα την τέφρα του λινού σωριασμένη στη θέση που ήταν τα σφυρά της. Είδα έναν άνθρωπο ν΄ανασταίνεται μέσα από τον κόρφο των μαρμάρων.

  • Κάτω από τη μετάφραση της τελευταίας παραγράφου της “απολογίας του Σωκράτη” του Πλάτωνα, ο Σεφέρης προσθέτει ένα δικό του σχόλιο στο ίδιο μυθιστόρημα:

Τούτο μονάχα παρακαλώ: Τους γιους μου, όταν μεγαλώσουν, τιμωρήστε τους, Αθηναίοι, και βασανίστε τους, όπως σας βασάνιζα κι εγώ, αν σας φανεί πως νοιάζονται για τα χρήματα ή για άλλο τίποτε, πριν από την αρετή. Κι αν νομίζουν πώς είναι κάτι χωρίς να είναι τίποτε, ονειδίζετέ τους, καθώς κι εγώ εσάς, γιατί δεν επιμελούνται εκείνα που πρέπει, και θαρούνε πως είναι κάτι, όντας ολωσδιόλου ανάξιοι. Κι αν κάνετε έτσι, θα έχετε σταθεί δίκαιοι και για μένα και για τους γιους μου. Αλλά είναι καιρός να πηγαίνουμε. Εγώ για να πεθάνω κι εσείς για να ζήσετε. Ποιος από μας πηγαίνει στο καλύτερο, κανείς δεν το ξέρει παρά ο θεός.

  • Ας προσθέσουμε και το σχόλιο του Le Corbusier για την Ακρόπολη…

Πάνω στην Ακρόπολη, μέσα στη σιωπηλή αγκαλιά του τοπίου τούτου που τινάχθηκε από τη προϊστορία, υψώνεται ένας λόγος περίπαθος, σχεδόν μια κραυγή, μια βοή σύντομη, ακέραιη, βίαιη, συμπαγής, βαριά, σουβλερή, κοφτερή, αποφασιστική: το μάρμαρο των ναών φέρει την ανθρώπινη φωνή.

Τρίτη 9 Ιουνίου 2009

και η ιστορία ακολουθεί την πορεία της...*

Σ’ εποχές πολιτιστικής ανάτασης ή σ’ εποχές απόλυτης παρακμής, η ανθρώπινη φύση παραμένει ίδια…

acropolis-blue2-x

Γιάννης Σταύρου, Δειλινό στην Ακρόπολη, λάδι σε καμβά

Ο Εμίλ Σιοράν, για κάποιους που εξακολουθούν να σκέφτονται, είναι πιο επίκαιρος από ποτέ. Βέβαια ο Σιοράν θα ήταν επίκαιρος ακόμη κι αν είχε ζήσει χιλιάδες χρόνια πριν, αφού η σκέψη του εστιάζει στην πεμπτουσία της ανθρώπινης φύσης…

Τα λόγια περιττεύουν. Απολαύστε τη σκέψη του αλλά και τη μαγεία του κειμένου του, αυτή καθαυτή. Συχνά, άλλωστε, μια λέξη αξίζει όσο χίλιες εικόνες..!

* Εμίλ Σιοράν, “Λαχτάρα για τα Πρωτεία”

c1

c2

c3

(από το “Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού”, Εκδόσεις Εξάντας, Μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης)

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2009

Μαζική δημοκρατία και πολυτονικό σύστημα...

Η χαμένη πολιτεία της Θεσσαλονίκης…

rose-x

Γιάννης Σταύρου, Αρόδο, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Η αλλαγή του πολυτονικού συστήματος σε μονοτονικό ήταν ένα από τα βασικά όπλα της “μαζικής δημοκρατίας” που οδήγησαν στη σημερινή εξαθλίωση του ελληνικού κοινωνικού και φυσικού τοπίου.

Μην ξεχνάμε ότι στοχαστές όπως ο Παναγιώτης Κονδύλης και ο Ρένος Αποστολίδης επέμεναν να γράφουν πολυτονικά…

Ανακάλυψα στο διαδίκτυο το άρθρο του φίλου μου Στάντη και το δημοσιεύω πάραυτα:

*Στάντης Αποστολίδης – Η εκδίκηση των τόνων!

Οι συνέπειες από την κατάργηση του πολυτονικού συστήματος

Άρθρο στην Ελευθεροτυπία, στήλη Βιβλιοθήκη, 03 Μαρτίου 2006
http://www.enet.gr/online/online_issues.jsp?dt=03/03/2006&pid=51&id=59095528

Αναφορά στο βιβλίο:
ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΕΓΚΟΣ – ΘΑΛΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ – ΔΗΜΗΤΡΑ ΒΕΚΙΑΡΗ
Η εκδίκηση των τόνων (Η επίδραση των αρχαίων ελληνικών
και του μονοτονικού στην ψυχοεκπαιδευτική εξέλιξη του παιδιού)
«ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ», ΣΕΛ. 152, ΕΥΡΩ 15,6


Όταν ψηφιζόταν σε μεταμεσονύκτια συνεδρίαση της Βουλής η τροπολογία Βερυβάκη για το μονοτονικό, η τότε κυβέρνηση, θωπεύοντας τον αριστερίστικο λαϊκισμό, ξεπούλαγε κάτι που ούτως ή άλλως δεν γνώριζε και δεν την ενδιέφερε! Ένα κομμάτι της Παιδείας συνυφασμένο, όχι μόνο με την αρχαιοελληνική παράδοση, αλλά και με την πνευματική παρακαταθήκη του νέου Ελληνισμού από το 18ο ήδη αιώνα! Ολ’ οι θαυμαστοί 300, μαζί, συμπεριφέρθηκαν σαν αγράμματη γριούλα που βρίσκοντας στο σεντούκι της παλιά μπαρουτοκαπνισμένα κουμπούρια, τα δίνει στο γύφτο για ν’ αδειάσει τον τόπο από τη «σαβούρα». Δεν ρωτάει κανέναν, και δεν θα μάθει ποτέ τι έχασε…

Κι ας φώναζε ο Ελύτης: «Είμαι υπέρ του παλαιού συστήματος, εναντίον του μονοτονικού και υπέρ της διδασκαλίας των Αρχαίων. Είναι η βάση για να ξέρεις την ετυμολογία των λέξεων». (Και πώς θα καταλάβεις άραγε Ελύτη χωρίς αυτή την έρμη την ετυμολογία;) Κι αλλού ξανά, γραφικότερα: «…κάθε ύψιλον, κάθε οξεία, κάθε υπογεγραμμένη, δεν είναι παρά ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών…». Δεν ήξερε αυτός, ήταν ποιητής!

Κι ας επέμενε ο Καστοριάδης: «Ν’ αφήσετε τους τόνους και τα πνεύματα, γιατί αυτοί που τους βάλανε ήξεραν τι κάνανε. Η κατάργησή τους είναι κατάργηση της ορθογραφίας, που αποτελεί καταστροφή της συνέχειας. Ήδη τα παιδιά δεν μπορούν να καταλάβουν Καβάφη, Σεφέρη, Ελύτη, γιατί αυτοί είναι γεμάτοι από τον πλούτο των αρχαίων ελληνικών. Δηλαδή, πάμε να καταστρέψουμε ό,τι χτίσαμε!» Ήταν οπισθοδρομικός αυτός, παρωχημένος!

Κι ας ανέλυε ο Ρένος Αποστολίδης, φιλολογικότατα: «Η ορθογραφία δεν μπορεί παρά να είναι ιστορική, αφού η ορθή γραφή κάθε λέξης ακριβώς [...] εκκαλεί όλο το παρελθόν εμπειρίας, που αιώνες ποικιλοχρησίας συσσώρευσαν μέσα της, δυναμικοποιεί δηλαδή το θησαυρό της σε νόημα και ποιότητες ανεκτίμητες και βοηθεί άρα στο να ξελαμπικάρεται η λέξη διαρκώς, ν’ αναπαρθενεύεται, να γίνεται η σημασία της πολυδύναμη…!»

Πλανιόντουσαν όλοι, κι εμείς, πραγματιστές, προσγειωμένοι, πρακτικοί, βρήκαμε τη λύση! Κι όχι πως ήταν τάχα θέμα ΠΑΣΟΚ. Η δεξιά αντιπολίτευση λούφαζε με μόνη αντιγνωμία τού -κατά φαντασίαν «συγγραφέα» κιόλας!- Αβέρωφ, που ψέλλισε πως: «χρειάζεται μια ειδική μελέτη», παραδεχόμενος όμως πάντως πως «είναι μία απλούστευση, η οποία θα είναι χρήσιμη για την… απλούστευση (sic) των νέων γενεών». Πολύ σωστά: «Για την απλούστευση των νέων γενεών»! Για να τους απλουστεύουμε, να τους διευκολύνουμε, να τους αλαφρύνουμε από το περιττό βάρος της γνώσης, της προσπάθειας, του όλου παραδεδομένου γλωσσικού πλούτου, αφήνοντας αδειανό τον εγκέφαλο για να τον γεμίσουν άμεσα με «πόκεμον» και joystick, με Excel και Word αργότερα. Έτσι, μας ενοχλούσε, λέει, το ιστορικό σύστημα τονισμού, παραήταν σύνθετο, «κούραζε αναίτια τα παιδιά», και το πετάξαμε στα σκουπίδια, χωρίς κανείς να σκεφτεί πως το απλούστερο που υιοθετήθηκε είν’ εξ ορισμού κι ατελέστερο, κι άρα γι’ αδαείς της γλώσσας μόνον, και για τις καθημερινές μας κουβέντες, ούτε για Επιστήμη ούτε για Λογοτεχνία στα σοβαρά ούτε για λόγο «ανεβασμένο» γενικώς, παρά για ομιλούντες μπαμπουίνους…

Μα ήταν πάντα η μεγάλη μάζα των αγραμμάτων, των τεμπέληδων μαθητών και των πεισματωμένων γονιών από τα δικά τους παθήματα από κακούς κι ανέμπνοους δασκάλους, που ποτέ δεν τους είχαν εξηγήσει τι εσήμαινε κάθε σύμβολο, παρά ήξεραν μοναχά να κόβουν βαθμούς με χαιρεκακία για κάθε δασεία που ‘βρισκαν να σου ‘χει ξεφύγει σαν τους τροχαίους της επαρχίας με τα ραντάρ. Κι ήταν και τα συμφέροντα των εκδοτών και των συγκροτημάτων Τύπου που ‘ριχναν τόσο το κόστος της στοιχειοθεσίας και, και, και… Για όλους βολικό!

Και βρισκόμαστε να ‘χουν περάσει 20 χρόνια αποξένωσης από την ιστορική μορφή των λέξεων χωρίς μια επιστημονική μελέτη για το τι σήμαινε γνωστικά αυτή η απώλεια! Και τώρα η απάντηση δεν μας έρχεται από δάσκαλους, με τη συγκομισμένη πείρα της καθημερινής διδακτικής (αλλά και πόσο σπαταλημένη όμως στους λαβύρινθους της περιπτωσιολογίας!), μήτ’ από γλωσσολόγους, μήτ’ από παιδαγωγούς, παρά από τους γιατρούς! Ναι, από ψυχιάτρους και στατιστικολόγους, που μιλάνε με την αδυσώπητη γλώσσα των αριθμών για την «εκδίκηση των τόνων»!

Το βιβλίο των Τσέγκου-Παπαδάκη-Βεκιάρη δεν είναι παρά μια γλαφυρή δημοσίευση (κι απολύτως βατή στον μη εξοικειωμένο αναγνώστη) των αποτελεσμάτων μιας ψυχιατρικής έρευνας πάνω σε 50 παιδιά πρώτης έως τρίτης Δημοτικού, προσεκτικά επιλεγμένα, ώστε ν’ αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα πληθυσμού, δίχως καμμία ιδιαιτερότητα, που αφού μετρήθηκαν αναλυτικά μ’ έγκυρες δοκιμασίες (tests) οι ψυχικές τους δεξιότητες, τα μισά απ’ αυτά διδάχτηκαν εθελοντικά Αρχαία και πολυτονικό παράλληλα προς τ’ άλλα τους μαθήματα. Και με το τέλος της χρονιάς ξανάγινε η ίδια αντικειμενική αξιολόγηση των ικανοτήτων τους. Τ’ αποτελέσματα παρουσιάζονται με απόλυτη σαφήνεια σε μόλις δύο σελίδες:

Οι «πολυτονικοί» εμφανίζουν στατιστικώς σημαντική ανοδική διαφορά στη «συναρμολόγηση αντικειμένων», στη «διάκριση γραφημάτων», στη «μνήμη σχημάτων»! Αντιθέτως, οι «μονοτονικοί» παρουσίασαν διαφορά μονάχα στη «μνήμη εικόνων» αλλά… προς τα κάτω! Συμπερασματικά, διαπιστώθηκε ότι η διδασκαλία της ιστορικής ορθογραφίας επιδρά θετικά στις οπτικοαντιληπτικές ικανότητες και λειτουργίες των παιδιών, και μάλιστα στην κρίσιμη ηλικία των 6-9 ετών, όπως αυτές κατεξοχήν αναπτύσσονται. Και γιατί; Η επίδραση αυτή ανάγεται άμεσα στο είδος του ερεθίσματος: όσο πλουσιότερο σε οπτικά σημεία (τόνους και πνεύματα) το γνωστικό αντικείμενο τόσο περισσότερο εξαναγκάζεται σε εστίαση της προσοχής του ο δέκτης κι εξασκείται στην αναγνώρισή τους, αποκτώντας επιπλέον ικανότητα ταχύτερης οφθαλμικής κίνησης και ισχυρότερης συγκέντρωσης. Τα πολλά λόγια βλάπτουν, οι τόνοι όμως ωφελούν!

Όσοι θα ‘θελαν να ερευνήσουν ακριβέστερα το πώς και τι, μπορούν να μελετήσουν τις 50 σελίδες με τους διαφωτιστικότατους πίνακες και τα συγκριτικά διαγράμματα ή να ελέγξουν τη μεθοδολογία της έρευνας. Οι δύο σελίδες ωστόσο των πορισμάτων θα ‘πρεπε να τυπωθούν σε είκοσι ή τριάντα χιλιάδες αντίτυπα και να μοιραστούν σ’ όλους τους εκπαιδευτικούς που διδάσκουν Ελληνικά στα σχολεία, για να ξέρουν πόσο στραβώνει τα παιδιά και η δικιά τους άγνοια πλέον, και να ‘ναι συνυπεύθυνοι με την αβελτηρία τους εφεξής να υψώνουν τη φωνή τους και για θέματα παιδείας καθαρά, κι όχι μόνο για τους μισθούς τους έξω από τα υπουργεία, με τις ντουντούκες!

Θυμάστε που, χρόνια πίσω, κάτι δάσκαλοι του «πρακτικού» ισχυρίζονταν πως ήταν ανώτερο από το «κλασικό» διότι «τα μαθηματικά οξύνουν τον νουν». Κι εμείς κοροϊδεύαμε βέβαια, μα έλα που βρέθηκε επιστημονικά μετρημένο, με τα μαθηματικά τους κιόλας, πως τ’ Αρχαία και η ορθογραφία εντέλει όξυναν περισσότερο τον νουν! Αυτή κι αν είν’ εκδίκηση των τόνων!..

Πέρα όμως από αστεία κι αντεκδικήσεις, χρόνια τώρα ακούγονται τα φληναφήματα διαφόρων πως τάχα «τίποτε δεν χάσαμε με το μονοτονικό» κι «άχρηστες όλες εκείνες οι κουτσουλιές πάνω απ’ τις λέξεις» και «οι αρχαίοι δεν τα ‘χαν, οι Αλεξανδρινοί τα πρόσθεσαν» και «το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω» κι άλλα τέτοια επιπόλαια κι αντιεπιστημονικά. Οι αποδείξεις για το τι χάσαμε βρίσκονται μπρος στα μάτια μας. Μήπως ξαναδιαβάζουν κάποιοι στον τοίχο, γραμμένο από αόρατο χέρι, εκείνο «Μανή, θεκέλ, φάρες» που είδε ο τελευταίος Βαβυλώνιος βασιλιάς, σαν έμπαινε κιόλας στις πύλες της πρωτεύουσας του ο Πέρσης που θα τον αφάνιζε κι αυτόν και το θρόνο του;.. «Μετρημένα, ζυγισμένα, διαιρεμένα» -δηλαδή: «τέλειωσες!» τον προειδοποιούσε τότε ο προφήτης. Μήπως δεν χρειαζόμαστε προφήτες πια, παρά μάς αρκούν οι φωνές όσων ξέραν ακόμα να χρησιμοποιούν αυτά τα «σημαδάκια» που μονοκοντυλιά κατάργησαν ανεγκέφαλοι κυβερνώντες, κι αν δεν μπορούν να σκεπάσουν τα μουγκανητά των «αρμοδίων» των υπουργείων όποιας Παιδείας εδώ και μίαν εικοσαετία, είναι πάντως σοβαρότατες και τώρα πια κι επιστημονικά επιβεβαιωμένες, ώστε να υποψιάζουν για το τι επίκειται;

Ασφαλώς το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω! Μόνο, συμφορά μας! Θα τρέχουμε για καθαρό νερό από τα νάματά του, αύριο με τον κουβά, μεθαύριο με το κουταλάκι!*

* Ο γράφων υπήρξε παθών του παλιού κακού εκπαιδευτικού συστήματος ως ανορθόγραφος στους τόνους και τα πνεύματα, καθ’ ο ακουστικός τύπος κι όχι οπτικός, και έκλαψε πικρά πάνω σε δασυνόμενες που του ξέφευγαν μονίμως, κι ωστόσο η μάθηση γίνεται μετά λύπης, όπως τό ‘λεγε κι ο Αριστοτέλης, ενώ η «χαρούμενη γνώση» δυστυχώς ακόμα δεν βρέθηκε!

Αποχαιρετισμός...


Γιάννης Σταύρου, Σχέδιο Κ. Π. Καβάφη
(για την έκδοση Κ.Π. Καβάφης - Ποιήματα, των Ρένου, Ήρκου & Στάντη Αποστολίδη)

Αποχαιρετώντας την Ελλάδα που φεύγει, ή που έφυγε για πάντα...
"Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον", Κωνσταντίνος Καβάφης

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ', ακούσθει
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές -
την τύχη σου που ενδίδει πιά, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μιά τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ' όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

Τρίτη 2 Ιουνίου 2009

Γιάννης Σταύρου: χαιρετισμός στον Ρένο...

Γιάννης Σταύρου, Πορτρέτο του Ρένου, μικτή τεχνική

Επίκαιρος ο λόγος σου καλέ μου φίλε Ρένο...

Τέτοιες γελοίες και σαχλές μέρες - πρώτα θίγεται η αισθητική μας και μετά η επιβίωση και η ασφάλεια μας - όπως οι τρέχουσες των "ευρωεκλογών", είναι έντονη η απουσία σου φίλε μου. Θάχαμε ανταλλάξει πολλές κουβέντες, θάχαμε ξεσπαθώσει. Σκέψη, λόγος, διάλογος, θυμός, γέλιο. Χωρίς τις υποχρεωτικές περικοπές που επιβάλλει η καταναγκαστική βλακεία του περιβάλλοντος.
Μου λείπει ο ζωντανός σου λόγος. Σούλεγα συχνά ότι για μένα μετρούσε η προσωπικότητα σου πάνω από τα βιβλία σου.

Σήμερα, θα αρκεστώ στα γραπτά σου - δε μου μένει τίποτα άλλο:

Κ'εγώ, από την πλευρά μου, πιστεύω πως ό,τι λέω πάει στο βάθος των συνειδήσεων -κάποιων συνειδήσεων- και δημιουργεί κριτήρια, στα οποία δεν αντέχει η πολιτική ανουσιότητα και κενότητα των φορέων και των κομμάτων και των παρατάξεων και των σχημάτων του ΚΟΝΦΟΡΜ! Πιστεύω, εντέλει, πως λίγο ακόμα, όχι πολύ, θα χορεύουν στον Τόπο μας τις γελοίες πολιτικές τους οι κενοί, γιατί θα ξυπνήση, θα ξυπνήση φοβερά -μην πλανιέστε- ο Λαός αυτός... Eγώ πάντως και θα πεθάνω ακόμα, αλλά θα κάνω το παν για να τον ξυπνήσω, να τον ξεσηκώσω!
"Κατηγορώ", Ρένου Αποστολίδη, Εκδόσεις Νέα Ελληνικά

Όταν ζωγράφιζα το εξώφυλλο για το τελευταίο σου βιβλίο "Το Μαύρο Καράβι"

Γιάννης Σταύρου, Ο Ρένος με τον Κεραυνό, σχέδιο

Τετάρτη 27 Μαΐου 2009

Χάνονται οι πόλεις, αλλάζει το είδος...

…ένα καράβι Καίσαρ να μας πάρει…(Ν. Καββαδίας)

marine-grey

Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινό, λάδι σε καμβά

Υπήρχαν άραγε ποτέ Έλληνες που γνώριζαν τη διαδικασία της σκέψης; Ίσως πριν από χιλιάδες ή εκατοντάδες χρόνια. Ίσως και πριν από μερικές δεκαετίες…Τώρα πάντως το ελληνικό είδος, μπορεί και το ανθρώπινο γενικότερα, δεν εμπίπτει στην κατηγορία “σκέπτομαι άρα υπάρχω”. Κάποια συνταρακτική μετάλλαξη συνετελέσθη στο μεταξύ που εκδηλώνεται με διαδίκασίες βίαιης εγκεφαλικής ερήμωσης και παράλληλη επαναφορά της τετράποδης κίνησης. Βέβαια ο κίνδυνος πάντα υπήρχε – ο Montaigne μάλιστα το τόνιζε “…εξακολουθούμε να καθόμαστε στις ουρές μας”, δοθείσης ευκαιρίας…

Έτσι η παρακάτω ρήση του Αντισθένη επίκαιρη αλλά κι ανέφικτη. Καθώς δεν τίθεται ζήτημα να ξεχωρίσεις τους φαύλους από τους σπουδαίους αλλά κυρίως τίθεται το ερώτημα: υπάρχουν πια σπουδαίοι εν ζωή;

Παναγιώτη Κονδύλη γιατί μας άφησες τόσο νωρίς; Περισσότερο παρά ποτέ επιθυμούσαμε τη ζωντανή παρουσία σου. Εγωϊστικό – ίσως για σένα να είναι καλύτερα.

Τας πόλεις απόλλυσθαι, όταν μη δύνωνται τους φαύλους από των σπουδαίων διακρίνειν. (Αντισθένης)

Xάνονται οι πόλεις όταν δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τους φαύλους από τους σπουδαίους.

Παναγιώτης Κονδύλης...

Η απόλυτη ασχήμια των ημερών επιβάλλει διαφυγές. Ας απολαύσουμε το λόγο του Παναγιώτη Κονδύλη στην (ανέκδοτη) απάντηση του στον Ρ. Σωμερίτη...

Παναγιώτης Κονδύλης,

«Ο πόλεμος και τα "λεβέντικα γιουρούσια"», ΒΗΜΑ, 30/11/1997

πρώτη ηλ. δημοσίευση: http://tovima.dolnet.gr/print.php?e=B&f=12457&m=B03&aa=1

Στο λιβελογράφημα που μου αφιέρωσε ο Ρ. Σωμερίτης («Το Βήμα», 28.11) έκανε δύο ατοπήματα που ακόμη και στη ­ ραγδαία εξευρωπαϊζόμενη και πάντα βλαχοφέρνουσα ­ Ελλάδα μας θα έπρεπε να θεωρούνται βαρύτατα: παρεβίασε τον κώδικα τιμής των ευπρεπών συζητήσεων και μίλησε από καθέδρας για πράγματα για τα οποία δεν έχει την παραμικρή ιδέα. Τον ευχαριστώ ωστόσο γιατί με αποζημίωσε πλουσιοπάροχα κάνοντας και τον πικραμένο να γελάσει. Επειδή τα υφολογικά του επιτεύγματα τα απήλαυσαν, όπως μαθαίνω, πολλοί αναγνώστες, δεν χρειάζεται να τα σχολιάσω. Αλλά έχω την υποχρέωση απέναντι στο κοινό μας να αναλύσω λεπτομερέστερα τα ατοπήματά του.

1 Ο κώδικας τιμής σε μια συζήτηση επιβάλλει να αποδίδονται τα επιχειρήματα κάθε πλευράς χωρίς πλαστογραφίες και αφού καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για την κατανόησή τους και την ένταξή τους στο πλαίσιο όπου ανήκουν. Ο Ρ.Σ. στήριξε την πολεμική του σε μια ξεκομμένη προδημοσίευση («Το Βήμα», 9.11), όπου συνοψίζονται οι τέσσερις στρατηγικές προϋποθέσεις για μιαν ελληνική νίκη σε περίπτωση ελληνοτουρκικού πολέμου. Η ανάλυση αυτή δεν λέει ότι η Ελλάδα οφείλει να κάνει πόλεμο, αλλά ΤΙ θα όφειλε να κάνει ΑΝ γινόταν πόλεμος. Προφανώς ο Ρ.Σ. δεν είναι σε θέση να κάνει τέτοιες λογικές διακρίσεις. Αλλά την επομένη κιόλας κυκλοφόρησε το βιβλίο μου «Θεωρία του Πολέμου», και όποιος ενδιαφέρεται να κατανοήσει και όχι να υβρίσει, θα μπορούσε να το ανοίξει και να διαβάσει τα συμφραζόμενα. Εδώ λέγεται σαφώς ότι τις στρατηγικές προϋποθέσεις μιας νίκης η Ελλάδα δεν τις συγκεντρώνει σήμερα και ότι ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος θα οδηγούσε σε ελληνική συντριβή (τη λέξη «συντριβή» τη χρησιμοποιώ στη σ. 410). Παραθέτω προς χάριν του αναγνώστη την περικοπή που ακολουθεί αμέσως το κείμενο της προδημοσίευσης:

«Στα παραπάνω τέσσερα σημεία συνοψίσαμε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Ελλάδα θα μπορούσε να κερδίσει έναν πόλεμο εναντίον της Τουρκίας. Προσοχή: δεν λέμε ότι είναι σε θέση να το κάμει ή ότι θα το κάμει· λέμε μόνον ότι, ΑΝ το πετύχει, μπορεί να το πετύχει υπ' αυτές τις προϋποθέσεις και μόνο. Με τη σειρά τους, όμως, οι προϋποθέσεις αυτές προϋποθέτουν άλλα πράγματα, δηλαδή ορισμένο στρατιωτικό δυναμικό, ορισμένη δύναμη πυρός και ορισμένη δόμηση των ενόπλων δυνάμεων. Η τήρηση του κανόνα της συγκέντρωσης των δυνάμεων δεν έχει καμιάν αξία, όταν οι δυνάμεις σου είναι πενιχρές· και το πρώτο πλήγμα επίσης δεν αποφέρει μεγάλα κέρδη, όταν το καταφέρεις μ' ένα κυνηγετικό όπλο ­ γι' αυτό άλλωστε και η υπογράμμιση της στρατηγικής σημασίας του πρώτου πλήγματος διόλου δεν εμπεριέχει κάποιαν έμμεση παρότρυνση να ξεκινήσει κανείς πόλεμο από λεβεντιά και στα καλά καθούμενα· σημαίνει μόνον ότι, ΑΝ ένας εμπόλεμος διαθέτει επαρκή μέσα για ένα καίριο πρώτο πλήγμα, πρέπει να τα χρησιμοποιήσει, εφ' όσον θέλει να κερδίσει έναν πόλεμο με δεδομένες τις σύγχρονες και υπερσύγχρονες τεχνολογικές συνθήκες. Αφού λοιπόν οι στρατηγικές προϋποθέσεις της νίκης δεν είναι καν δυνατόν να συγκεντρωθούν αν δεν υφίσταται το απαραίτητο στρατιωτικό δυναμικό, τίθεται το ερώτημα σε ποιαν κατάσταση βρίσκεται σήμερα η ελληνική πλευρά... Στα ερωτήματα αυτά η απάντηση σήμερα είναι σαφής: η Ελλάδα δεν διαθέτει επαρκή μέσα αποτροπής, εάν ορίσουμε την αποτροπή ­ όπως οφείλουμε να την ορίσουμε ­ ως ικανότητα να καταφέρεις ένα καίριο πρώτο πλήγμα και να παραλύσεις για μακρό χρονικό διάστημα τον εχθρό» («Θεωρία του Πολέμου», σ. 398-399).

2 Ηδη το παράθεμα αυτό καταρρίπτει τη μομφή ότι προτρέπω σε πόλεμο εναντίον της Τουρκίας: πώς θα μπορούσα άλλωστε να το κάμω, όταν ο ίδιος προβλέπω ότι με τον σημερινό συσχετισμό δυνάμεων η Ελλάδα θα συντριβεί; Ο Ρ.Σ. άντλησε τη μομφή αυτή από τη συζήτησή μου για την αποφασιστική σημασία του πρώτου πλήγματος. Και ακριβώς στο σημείο αυτό καταφαίνεται η χονδροειδής του άγνοια σε ζητήματα στρατηγικής, η οποία δυστυχώς συνοδεύεται από την ανικανότητά του να καταλαβαίνει τι διαβάζει. Ας υπενθυμίσω πρώτα πρώτα ότι το πρόβλημα του πρώτου πλήγματος βρίσκεται στο επίκεντρο κάθε στρατηγικής συζήτησης από την εποχή της εφεύρεσης των βαλλιστικών πυραύλων, ιδιαίτερα όμως από το 1967, όταν οι Ισραηλινοί, ακριβώς χάρη σ' ένα αριστοτεχνικό πρώτο πλήγμα, κέρδισαν τον Πόλεμο των Εξι Ημερών. Η συζήτηση αυτή δεν διεξάγεται από πανεπιστημιακούς αργόσχολους, όπως φαντάζεται ο δημοσιογραφικώς πολυάσχολος Ρ.Σ., αλλά στα κέντρα λήψεως των ουσιαστικών πολιτικοστρατιωτικών αποφάσεων. Ισως ο Ρ.Σ. άκουσε μόλις τώρα να γίνεται λόγος για τέτοια πράγματα και γι' αυτό τρόμαξε. Ας είναι όμως βέβαιος ότι το ζήτημα τούτο έχει εκ των πραγμάτων απόλυτη προτεραιότητα για τους στρατηγικούς σχεδιασμούς τόσο του τουρκικού όσο και του ελληνικού Γενικού Επιτελείου. Είναι βέβαια ευνόητο ότι αυτό ποτέ δεν μπορεί να δηλωθεί δημόσια από καμιά ηγεσία.

Καθώς διευκρινίζεται στο παραπάνω παράθεμα, το πρώτο πλήγμα δεν έχει καμία σχέση με λεβέντικα γιουρούσια. Είναι ζήτημα που το θέτει ­ δυστυχώς ­ η φύση των σύγχρονων οπλικών συστημάτων. Η δύναμη, η ακρίβεια και η ταχύτητα του πυρός έχουν αυξηθεί σε τέτοιον βαθμό, ώστε η εναρκτήρια φάση του πολέμου ­ σε αντίθεση με την αθώα εποχή του: «Οι κκ. Αγγλοι ας πυροβολήσουν πρώτοι» ­ έχει αποκτήσει καθοριστική σημασία, όπως πλέον γνωρίζει κάθε πρωτοετής μιας στρατιωτικής σχολής. Γιατί το πρώτο (μαζικό) πλήγμα στις πρώτες ώρες ενός εκτεχνικευμένου πολέμου σκοπεύει να αχρηστεύσει μεταξύ άλλων τα πληροφορικά και επικοινωνιακά κέντρα, χωρίς τα οποία η συνεκτική στρατηγική χρήση των νεότατων οπλικών συστημάτων είναι αδύνατη. Οποιος υποστεί στην εναρκτήρια φάση τέτοιες απώλειες, δεν έχει σοβαρές πιθανότητες ανάκαμψης. Ο Ρ.Σ. μας λέει ότι αν μας επιτεθούν πρώτοι οι Τούρκοι, τότε, και μόνον τότε, «εμείς θα πολεμήσουμε». Τον πληροφορώ ότι μερικές ώρες αφού η, ισχυρότατη σήμερα, τουρκική δύναμη πυρός καταφέρει ένα μαζικό πρώτο πλήγμα εναντίον των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, δεν θα υπάρχει κανείς και τίποτε για να πολεμήσει. Ετσι θα εκλείψει αυτόματα και ο παράγοντας με τον οποίο ο Ρ.Σ. νομίζει ότι θα εκφοβίσει τους Τούρκους: ότι ένας πόλεμος θα στοιχίσει και σ' αυτούς μεγάλες απώλειες. Γιατί κεντρικός σκοπός του αποφασιστικού πρώτου πλήγματος είναι ακριβώς να ελαχιστοποιήσεις τις απώλειές σου. Ακριβώς όποιος θέλει να αποφύγει μεγάλες απώλειες καταφεύγει στο πρώτο πλήγμα. Και αν περιμένεις να το δεχθείς, είναι προτιμότερο, για να γλιτώνεις και τα περιττά έξοδα, τα στείλεις από τώρα τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες στα σπίτια τους.

3 Σημαίνουν όλα αυτά ότι η ελληνική πλευρά πρέπει να καταφέρει ένα μαζικό πρώτο πλήγμα χωρίς να υπάρχει casus belli; Κάθε άλλο. Σήμερα δεν μπορεί να το κάμει έτσι κι αλλιώς, γιατί δεν έχει τα μέσα. Αλλά ας υποθέσουμε ότι τα είχε. Στην περίπτωση αυτή θα όφειλε να καταφέρει ένα μαζικό πρώτο πλήγμα μόνο αν είχε πιεστικούς λόγους να πιστεύει ότι επίκειται ένα μαζικό πρώτο πλήγμα του εχθρού. Διότι ασφαλώς δεν είναι το κάθε θερμό επεισόδιο καταλύτης ενός γενικευμένου πολέμου ­ και η γενίκευση ενός τοπικού θερμού επεισοδίου είναι ανόητη, αν είσαι ο πιο αδύνατος, όπως έτσι κι αλλιώς θα είναι πάντοτε η Ελλάδα έναντι της Τουρκίας. Το αν επίκειται γενικός πόλεμος ή όχι είναι θέμα στάθμισης της συγκεκριμένης κατάστασης, και η στάθμιση αυτή απαιτεί ύψιστη ευαισθησία και ευθυκρισία. Γι' αυτό άλλωστε η δουλειά της υπεύθυνης ηγεσίας σε κρίσιμες ώρες είναι τόσο δύσκολη ­ τόσο δυσκολότερη από την ανέξοδη δημοσιογραφική ρητορεία.

Οπως τονίζω στο βιβλίο μου, η δυνατότητα να καταφέρεις το πρώτο πλήγμα δεν είναι μέσο επίθεσης, αλλά (για την πιο αδύνατη Ελλάδα) μέσο αποτροπής. Για να χρησιμοποιήσω μια παρομοίωση: το πρώτο πλήγμα δεν είναι παρά η προσπάθεια να χτυπήσεις στον αέρα ένα χέρι που πάει να σε μαχαιρώσει (Αλήθεια: αν κάποιος ριχνόταν στον Ρ.Σ. με ένα μαχαίρι, αυτός θα αντιδρούσε προτού ή αφού δεχτεί τη μαχαιριά; Μήπως θα περίμενε να τη δεχτεί πρώτα, φοβούμενος ότι θα τον πουν πολεμοκάπηλο; Αλλά πώς θα ήξερε ότι, έχοντας δεχτεί τη μαχαιριά, θα διέθετε κατόπιν αρκετή δύναμη για να αμυνθεί;). Ο εχθρός αποτρέπεται μόνο όταν γνωρίζει ότι έχεις τη δυνατότητα αυτή, ενώ αν γνωρίζει ότι δεν την έχεις ­ όπως το γνωρίζει από καιρό η Τουρκία για μας ­ αυξάνει την πίεσή του όχι απλώς στο στρατιωτικό, αλλά και στο διπλωματικό πεδίο. Κανείς δεν είναι τόσο ανόητος ώστε να προτιμά τον πόλεμο από την ειρήνη. Αλλά υπάρχουν πολλοί ανόητοι που αρνούνται να δουν τη στενότατη συνάφεια ανάμεσα σε διπλωματική διευθέτηση και στρατιωτική αποτροπή. Τη φύση της τελευταίας δεν την καθορίζουν όμως οι επιθυμίες μας αλλά η φύση των σύγχρονων οπλικών συστημάτων, που υπακούουν στη λογική του πρώτου πλήγματος.

4 Η τελευταία αυτή φράση αποτελεί κοινοτοπία για όποιον έχει έστω και στοιχειώδη εξοικείωση με τη σύγχρονη στρατηγική. Σε μια χώρα όπου αναγκάζεται να εξηγήσει κανείς κοινοτοπίες, το επίπεδο των συζητήσεων και των προβληματισμών είναι προφανώς πολύ χαμηλό. Η Ελλάδα χρειάζεται επειγόντως μια μεγάλη και νηφάλια συζήτηση για προβλήματα στρατηγικής. Η έλλειψή της είναι μια πρόσθετη ένδειξη του αυχμηρού πνευματικού μας επαρχιωτισμού και της ανικανότητάς μας για πειθαρχημένη λογική σκέψη, που νομίζουμε ότι την ξεπερνάμε αναμασώντας κούφιες παρόλες ­ είτε εθνικιστικές είτε ειρηνιστικές και οικουμενιστικές. Το πλάτος και το βάθος των αντίστοιχων συζητήσεων στην Αγγλία, στη Γαλλία, στην Ιταλία (και ας αφήσουμε τις ΗΠΑ) θα έπρεπε να μας παραδειγματίσει. Και αυτό θα συνιστούσε ουσιώδη συμβολή τόσο στον «εξευρωπαϊσμό» όσο και στην ελεύθερη και αξιοπρεπή επιβίωσή μας.

Υ.Γ. Από τους πολλούς ονειδισμούς που μου απευθύνει ο Ρ.Σ. («στρατηγός Κονδύλης ο νεότερος», «θεωρητικός των πολεμοκαπήλων», «καθηγητής») σίγουρα δεν αξίζω τον χειρότερο ίσως απ' όλους: δεν είμαι καθηγητής.