t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

Αλέξανδρος Βέλιος, «Εγώ και ο θάνατός μου - Το δικαίωμα στην ευθανασία»

«Τον λίγο καιρό που μου απομένει, κάθε καινούρια μέρα που μετρώ, εκείνο που με διακατέχει πιο επιτακτικά είναι η επιθυμία ο θάνατός μου να είναι συνεπής με το ατομικό credo της ζωής μου. Η επιβεβαίωση αυτή είναι η ύστατη ματαιοδοξία μου. Θέλω (αλλά θα προλάβω;) να μετατρέψω συνειδητά το θάνατό μου σε μία πράξη καθαρής ελευθερίας! Φαντασιώνομαι πως η επιλογή αυτή θα μου επιτρέψει να αναφωνήσω όπως ο θνήσκων Καλιγούλας του Καμύ, ακόμη κι εκείνη την πιο τρομαχτική, την πιο αδιανόητη, την ύστατη στιγμή: “Κι όμως, είμαι ακόμα ζωντανός!... Ακούτε, εσείς οι ζωντανοί;”»...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Το μαύρο καράβι, λάδι σε καμβά

Για το βιβλίο του Αλέξανδρου Βέλιου: «Εγώ και ο θάνατός μου - Το δικαίωμα στην ευθανασία».
(Ο άνθρωπος που «ζει» τον θάνατό του, Πρώτο Θέμα 27/06/2016, από άρθρο του Γιάννη Μακρυγιάννη)

Μόχλευσε με καταλυτικό τρόπο τη συζήτηση και την αναζήτηση γύρω από το θέμα-ταμπού, την ευθανασία. Ιδίως όταν αυτό το δικαίωμα μπορούν να το επιφυλάξουν κάποιοι στον εαυτό τους υπό την προϋπόθεση της οικονομικής δυνατότητας και πιθανόν της οικογενειακής στήριξης και βοήθειας, με την επιλογή, για παράδειγμα, του συγκεκριμένου κέντρου στην Ελβετία στο οποίο σκοπεύει να πάει και ο ίδιος. Πρόκειται όμως για ένα δικαίωμα που για προφανείς λόγους δεν μπορούν να ασκήσουν όλοι όσοι θα το ήθελαν, καθώς, πέραν του οικονομικού, στην Ελλάδα, όπως και στις περισσότερες χώρες βέβαια, αντίκειται στο ισχύον νομικό πλαίσιο και κυρίως στους καταναγκασμούς που επιβάλλει η Εκκλησία.

Ο Αλέξανδρος Βέλιος αποφάσισε να μη φύγει ήσυχα και αθόρυβα όπως συνηθίζουν οι περισσότεροι σε τέτοιες περιπτώσεις, καθώς προτιμούν την απομόνωση, την ενδοσκόπηση και την αφιέρωση αποκλειστικά στον προσωπικό τους περίγυρο. Αφησε στην άκρη τον κλαυθμό της επερχόμενης απώλειας και επέλεξε έναν γδούπο, όπως λέει και ένας αγαπημένος του ποιητής, ο Τόμας Ελιοτ, για να αφήσει ως τελευταία γεύση. Πήρε το ρίσκο να δώσει μια έσχατη σκληρή μάχη όχι για το σώμα του που τον πρόδωσε, αλλά για τις ιδέες του. Διακινδυνεύοντας ακόμη και την απογοήτευση ή τις επιθέσεις εναντίον του στην πιο δύσκολη στιγμή, θέλησε να συμβάλει με την αποκάλυψη του μαρτυρίου του στη διεκδίκηση της ελεύθερης επιλογής του καθενός να καθορίζει το τέλος του. Μετέτρεψε το προσωπικό του δράμα σε αγώνα για ένα ανθρώπινο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου διχάζει κοινωνίες και επιστημονικές κοινότητες από πάντα. Ο ίδιος μάλιστα, μόλις συνειδητοποίησε την κατάστασή του και αντιλήφθηκε το ανεπίστρεπτο που του επιφύλαξε η μοίρα, αφιέρωσε πολλές από τις φανερά πλέον πολύτιμες ώρες των προηγούμενων μηνών στη συγγραφή ενός ανατρεπτικού και βίαια διεισδυτικού βιβλίου που πραγματεύεται ουσιαστικά ακριβώς αυτό: το δικαίωμα στην ευθανασία, όπως γράφει κάτω από τον τίτλο «Εγώ και ο θάνατός μου - Το δικαίωμα στην ευθανασία».

Σε μία από εκείνες τις γυμνές από κάθε ελπίδα νύχτες που αφιέρωσε για να αποτυπώσει την κραυγή αγωνίας στο χαρτί, αυτής της τελευταίας παρακαταθήκης του, έγραφε: «Η ζωή είναι μία συλλογική πορεία, ακόμα και για τον πιο μοναχικό άνθρωπο. Ο θάνατος, αντίθετα, είναι μια καθαρά προσωπική υπόθεση, επιλογή και απόφαση: το δικαίωμα στο θάνατο συνιστά για μένα το πιο θεμελιώδες ίσως ανθρώπινο δικαίωμα. Σ’ αυτό αποκορυφώνονται η ατομική ελευθερία και η ελευθερία της βούλησης, ο απογαλακτισμός του ανθρώπου από κάθε - θεϊκό, κοινωνικό ή άλλον- καταναγκασμό. Γι’ αυτό ακριβώς το καταπολεμούν όλες οι εξουσίες».

Ο αγώνας για το δικαίωμα στην ευθανασία έδωσε δημιουργικό κίνητρο, μαχητικό πνεύμα και δύναμη στον Αλέξανδρο Βέλιο σε αυτό το τρομακτικής πυκνότητας γεγονότων και γεμάτο απογοητεύσεις διάστημα. Τον ώθησε στο να παραμείνει δραστήριος πνευματικά, κοινωνικά και πολιτικά παρά τη συνεχώς επιδεινούμενη κατάσταση της υγείας του. Τον έφερε αντιμέτωπο για μία ακόμη φορά με ό,τι αντιστρατευόταν σχεδόν σε όλη του τη ζωή: τους αυστηρούς κανόνες, τον πειθαναγκασμό, τη συμβατότητα, τις λογικές του συμβιβασμού, τη μοιρολατρία. Στο βιβλίο του τα βάζει όχι με την κοσμική εξουσία, για την οποία τρέφει έτσι κι αλλιώς ελάχιστη εκτίμηση, αλλά πρωτίστως με την Εκκλησία και την υποκριτική στάση της για την ευθανασία, καθώς τη θεωρεί υπαίτια για το αναχρονιστικό πλαίσιο που θεωρεί ότι έχει επιβληθεί στο θέμα αυτό: «Στα νεκροταφεία βρίσκονται θαμμένοι ένοχοι κάθε εγκλήματος που μπορεί να φανταστεί κανείς, ανθρωπόμορφα τέρατα και καθωσπρέπει κακούργοι, επώνυμοι και ανώνυμοι αμαρτωλοί, απάνθρωποι θύτες κάθε λογής. Ολοι αυτοί δεν στερήθηκαν μια νεκρώσιμη ακολουθία από την Εκκλησία... Μόνο η αυτοκτονία είναι κάρφος στο μάτι της! Γιατί; Διότι ο αυτόχειρας την απειλεί: απειλεί να λύσει τον ζυγό της κυριαρχίας της στην ανθρώπινη ζωή». Εκφράζει τον θαυμασμό του για τους «ιδανικούς αυτόχειρες της νεότερης ιστορίας μας, εκείνους που με την αυτοκτονία τους φόρτισαν με ένα εύγλωττο τέλος ένα ανεξίτηλο έργο» και αναφέρεται στον Πολ Λαφάργκ, τον Κώστα Καρυωτάκη, τον Στέφαν Τσβάιχ, τον Αρθουρ Κέσλερ.

Η πρόβλεψη για καθιέρωση της ευθανασίας.
Πάντα αεικίνητος, παθιασμένος, γελαστός, αστείρευτος και κυνηγώντας νέες προκλήσεις, αυτοκαταστροφικός και εξίσου δημιουργικός, ο Αλέξανδρος Βέλιος αδυνατεί να συμβιβαστεί με την προκαθορισμένη πορεία που του επιφυλάσσει η καθεστηκυία τάξη πραγμάτων. Και παραδέχεται ανοιχτά ότι ενώ μπορεί να ατενίζει τον ερχομό του θανάτου με σθένος, δεν αντέχει -και εξεγείρεται- μπροστά στην προοπτική του πόνου, της ραγδαίας σωματικής κατάπτωσης, της ανημπόριας. «Δεν θέλω να με βλέπουν οι δικοί μου να λιώνω σε ένα νοσοκομειακό κρεβάτι χωρίς τη δύναμη να επικοινωνήσω ή σε κωματώδη κατάσταση. Αποκομμένο ήδη απ’ τη ζωή, τυπικά ζωντανό ακόμα. Ποια ηθική, ποια δεοντολογία, ποιος νόμος με υποχρεώνει να πιω, κόντρα στη θέλησή μου, ένα τέτοιο πικρό ποτήρι;» γράφει. Με ένα σπαρακτικό και ταυτόχρονα καταγγελτικό κείμενο προβλέπει ότι η ευθανασία θα καθιερωθεί τελικά ως ανάγκη της σύγχρονης δυτικής οικονομίας που δεν θέλει περιττά βάρη και κατακεραυνώνει όσους σήμερα αντιστέκονται στο δικαίωμα θεληματικής αποχώρησης από τη ζωή: «Ολοι εσείς οι κατ’ επάγγελμα θεσμοφύλακες της κοινωνικής αρετής, εσείς οι αξιοπρεπείς τενόροι της διατεταγμένης ζωής, εσείς που κρύβεστε ως πόντιοι πιλάτοι πίσω από τον Θεό, τον νόμο, τον Ιπποκράτη, αυτό που αρνείστε σήμερα να αναγνωρίσετε ως δικαίωμα εν ονόματι της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας του ατόμου, αύριο θα το δεχτείτε ως Ενδέκατη Εντολή κατ’ επιταγήν της αγοραίας οικονομίας».

Παρότι φαινομενικά απόμακρος, σοβαρός και αυστηρός, ο Αλέξανδρος Βέλιος στο βιβλίο του ανοίγεται, φορτίζει συναισθηματικά καθετί που περιγράφει. Δείχνει σαν να μη μιλά με τον εαυτό του, αλλά ουσιαστικά απευθύνεται σε όλους τους άλλους, τους δικούς του, τους κοντινούς μα και μακρινούς ανθρώπους. Λέει όσα ίσως απέφυγε ή δεν μπόρεσε να πει όταν ζούσε ανέμελα και φυσιολογικά τη ζωή του, χωρίς το άγχος του θανάτου να απελευθερώνει τον συναισθηματικό του κόσμο, τις μύχιες σκέψεις του, τις παραδοχές του.

«Προσπαθώ να μη σκέφτομαι κάθε φορά που βλέπω τους δικούς μου ή τους φίλους μου ότι λιγοστεύουν οι φορές που θα τους ξαναδώ. Το φάσμα αυτής της κλεψύδρας θα έκανε σχεδόν αβίωτη συναισθηματικά την καθημερινότητα με τη γυναίκα μου και αβάσταχτη την επαφή με τα παιδιά μου. Ζω εντός παρενθέσεως προσπαθώντας να νιώσω τις μέρες μου ευρύχωρες. Αλλά έχω ένα σφίξιμο στο στήθος που σπάνια με εγκαταλείπει... Δεν θα δω τα παιδιά μου να μεγαλώνουν - κι αυτό με πονάει πιο πολύ απ’ όλα. Αποφεύγω να φαντάζομαι τη γυναίκα μου στη μοναξιά του πένθους. Θα στερηθώ αγαπημένους φίλους, διαλεκτικούς συντρόφους κάποιων δεκαετιών. Δεν θα γνωρίσω πια άλλες χαρές και λύπες, νίκες και ήττες, αλλά στο κάτω-κάτω είχα πλούσιο μερίδιο από τέτοιας λογής απότοκα της ζωής. Και χάρηκα, και έπαθα, και έμαθα».

Δεν υπάρχουν σχόλια: