t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2016

Αφέγγαρη η νύχτα στη μικρή πόλη...

Μπορείς ν' ακούσεις τη δροσούλα να πέφτει και την πόλη σε σιγή ν' ανασαίνει.  Μόνο τα δικά σου μάτια μένουν ανοιχτά και βλέπουν τη μαύρη πολιτεία βυθισμένη, τυλιγμένη σε ύπνο αργό.  Και μόνο εσύ μπορείς ν' ακούσεις την αόρατη πτώση των άστρων, τη θάλασσα στην πιο σκοτεινή της στιγμή, την πριν απ' την αυγή...
*
You can hear the dew falling, and the hushed town breathing.
Only your eyes are unclosed to see the black and folded town fast, and slow, asleep.
And you alone can hear the invisible starfall, the darkest-before- dawn minutely dewgrazed stir of the black...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Νυχτερινό, Ύδρα, λάδι σε χαρτί

Ντύλαν Τόμας
Κάτω απο το γαλατόδασος
(ένα έργο για φωνές - απόσπασμα)
Πρώτη Φωνή
(Πολύ σιγανά)

Για ν' αρχίσουμε απ' την αρχή.
Είναι άνοιξη. Αφέγγαρη η νύχτα στη μικρή πόλη, χωρίς αστέρια, βιβλικά μαύρη. Πέτρινοι σιωπηλοί δρόμοι και το δάσος καμπούρικο με τους ερωτευμένους, τους λαγούς, αθέατο κατεβαίνει κούτσα - κούτσα ως τη μαύρη - κορόμηλο, μαύρη - κοράκι, την ελαφροκυματούσα θάλασσα με τις ψαρόβαρκες.

Τα σπίτια είναι τυφλά σαν τους τυφλοπόντικες (αν κι αυτοί βλέπουν καλά τη νύχτα μεσ' απ' τις βελούδινες τρύπες τους, ξεμυτίζοντας), τυφλά σαν τον Καπετάν - Γάτο εκεί στη μέση κοντά στη βρύση και το ρολόι της πόλης, τα κατάκλειστα μαγαζιά, το Ίδρυμα Κοινής Ωφελείας μαυροφορεμένο στο σκοτάδι.  Η νανουρισμένη , βουβαμένη πολιτεία με τους ανθρώπους της κοιμάται τώρα.
Σ...σ...σ... τα μωρά κοιμούνται, οι γεωργοί, οι ψαράδες, οι έμποροι, οι συνταξιούχοι, ο τσαγκάρης κοιμάται, ο δάσκαλος, ο ταχυδρόμος, ο ταβερνιάρης, ο νεκροθάφτης, και η ζωηρή του χωριού, ο μέθυσος, η ράφτρα, ο παπάς, ο αστυνόμος, η γυναίκα με τα μύδια και τα παππίσια πόδια και οι ταχτικές νοικοκυρές.

Τα νέα κορίτσια στα μαλακά κρεβάτια γλιστρούν στ' όνειρό τους ως το δάσος που αντηχεί σαν εκκλησιαστικό όργανο, γλιστρούν με δαχτυλίδια και προικιά κι είναι οι πυγολαμπίδες που κρατούν την ουρά της νυφης.  Τ' αγόρια κάνουν πονηρά όνειρα, καβαλικεύουν τ' αδάμαστα άτια της νύχτας ή αλωνίζουν κουρσεμένες θάλασσες.  Ανθρακίτης τα σώματα των αλόγων κοιμισμένα στα λιβάδια, οι αγελάδες στους σταύλους, οι σκύλοι στις αυλές μ' υγρές μουσούδες.  Κι οι γάτες λαγοκοιμούνται στις γωνιές ή με πονηρές δρασκελιές, σαν αστραπή χώνονται στο σύννεφο το μοναδικό της στέγης.

Μπορείς ν' ακούσεις τη δροσούλα να πέφτει και την πόλη σε σιγή ν' ανασαίνει. 
Μόνο τα δικά σου μάτια μένουν ανοιχτά και βλέπουν τη μαύρη πολιτεία βυθισμένη, τυλιγμένη σε ύπνο αργό.  Και μόνο εσύ μπορείς ν' ακούσεις την αόρατη πτώση των άστρων, τη θάλασσα στην πιο σκοτεινή της στιγμή, την πριν απ' την αυγή·

(Μετ. Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ)

Dylan Thomas
Under Milk Wood
(extract)
[Silence]
FIRST VOICE [very softly]


To begin at the beginning:

It is Spring, moonless night in the small town, starless and bible-black, the cobblestreets silent and the hunched, courters'-and- rabbits' wood limping invisible down to the sloeblack, slow, black, crowblack, fishingboat-bobbing sea. The houses are blind as moles (though moles see fine to-night in the snouting, velvet dingles) or blind as Captain Cat there in the muffled middle by the pump and the town clock, the shops in mourning, the Welfare Hall in widows' weeds. And all the people of the lulled and dumbfound town are sleeping now.

Hush, the babies are sleeping, the farmers, the fishers, the tradesmen and pensioners, cobbler, schoolteacher, postman and publican, the undertaker and the fancy woman, drunkard, dressmaker, preacher, policeman, the webfoot cocklewomen and the tidy wives. Young girls lie bedded soft or glide in their dreams, with rings and trousseaux, bridesmaided by glow-worms down the aisles of the organplaying wood. The boys are dreaming wicked or of the bucking ranches of the night and the jollyrogered sea. And the anthracite statues of the horses sleep in the fields, and the cows in the byres, and the dogs in the wet-nosed yards; and the cats nap in the slant corners or lope sly, streaking and needling, on the one cloud of the roofs.

You can hear the dew falling, and the hushed town breathing.

Only your eyes are unclosed to see the black and folded town fast, and slow, asleep.

And you alone can hear the invisible starfall, the darkest-before- dawn minutely dewgrazed stir of the black...

1 σχόλιο:

Ang. Valavani είπε...

Ανάγλυφα της Ψυχής μας στον ζωγραφικό πίνακα, στο ποίημα..