t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Τρίτη 8 Αυγούστου 2017

Ν. Μιχαλόπουλος & Γ. Βρεττάκου: Η Τριλογία της Απειλής για την Αθήνα

Κυκλοφορεί αυτή τη βδομάδα το νέο βιβλίο του εκλεκτού φίλου, αρχιτέκτονα, Νίκου Μιχαλόπουλου Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΠΕΙΛΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ, που συνέγραψε με την αρχιτέκτονα Γιώτα Βρεττάκου! 

- Με το Rethink Athens προσπάθησαν να μας πάρουν την πόλη...
- Με την παρέμβαση στη Λ. Συγγρού προσπάθησαν να μας αποκόψουν από την παραλιακή ζώνη...
- Με το Project Ελληνικό προσπαθούν να μας πάρουν το genius loci, το ΠΝΕΥΜΑ της πόλης μας...

Μπράβο Νίκο, για το ακαταπόνητο θάρρος της γνώμης σου!

https://yannisstavrou.blogspot.com


Δευτέρα 7 Αυγούστου 2017

το τριαντάφυλλο θα 'ναι της άμμου...

Τουλάχιστον δωπέρα είμαστε μόνοι.
Περνάει η μέρα μας, η άλλη ξημερώνει...


https://yannisstavrou.blogspot.com 

Kώστας Καρυωτάκης
Όταν κατέβουμε τη σκάλα...

Όταν κατέβουμε τη σκάλα τι θα πούμε
στους ίσκιους που θα μας υποδεχτούνε,
αυστηροί, γνώριμοι, αόριστοι φίλοι,
μ' ένα χαμόγελο στ' ανύπαρκτα τους χείλη;

Τουλάχιστον δωπέρα είμαστε μόνοι.
Περνάει η μέρα μας, η άλλη ξημερώνει,
και μες στα μάτια μας διατηρούμε ακόμα
κάτι που δίνει στα πράγμα χρώμα.

Αλλά εκεί κάτου τι να πούμε, πού να πάμε;
Αναγκαστικά ένας τον άλλον θα κοιτάμε,
με κομμένα τα χέρια στους αγκώνες,
ασάλευτοι σαν πρόσωπα σε εικόνες.

Αν έρθει κανείς την πλάκα μας να χτυπήσει,
θα φαντάζεται πως έχουμε ζήσει.
Αν πάρει ένα τριαντάφυλλο ή αφήσει χάμου,
το τριαντάφυλλο θα 'ναι της άμμου.

Κι αν ποτέ στα νύχια μας ανασηκωθούμε,
τις βίλες του Posilipo θα ιδούμε,
Κύριε, Κύριε, και το τερραίν του Παραδείσου
όπου θα παίζουν cricket οι οπαδοί Σου.

Κυριακή 6 Αυγούστου 2017

Το άπειρο...

Κι ο στοχασμός μου πνίγεται στη βαθιά απεραντοσύνη. Σ’ αυτή τη θάλασσα γλυκό είναι το ναυάγιο...

Γιάννης Σταύρου, Τιρκουάζ, λάδι σε καμβά

Τζιάκομο Λεοπάρντι
Το άπειρο

Αγαπημένος μού ήταν πάντα αυτός ο λόφος ο έρημος, κι αυτά τα δέντρα που μου κρύβουν τον μακρινόν ορίζοντα. Μα εδώ που στέκω οραματίζομαι τις αχανείς εκτάσεις τ’ ουρανού και την υπερκόσμια γαλήνη κι ανατριχιάζω. Και καθώς ακούω μέσα απ’ το φύλλωμα το θρόισμα του αέρα συγκρίνω την αμόλυντη σιωπή του απείρου μ’ αυτόν τον ήχο. Κι αισθάνομαι το αιώνιο, και τις σβησμένες εποχές, και τη δική μας που ζει και πάλλεται. Κι ο στοχασμός μου πνίγεται στη βαθιά απεραντοσύνη. Σ’ αυτή τη θάλασσα γλυκό είναι το ναυάγιο.

(μετ. Νάσος Βαγενάς)

Παρασκευή 4 Αυγούστου 2017

Θλίβομαι και νιώθω στη σιγαλιά...

Μου κόβουν ένα κομμάτι της ψυχής.
Να μη ξέρω, να μην ακούω και να μην βλέπω...
σαν αλάτι να πήξω... στο χιόνι να διαλυθώ...


https://yannisstavrou.blogspot.com 
Γιάννης Σταύρου, Ανταύγειες στα μαύρα νερά, λάδι σε καμβά 

Μαξιμιλιάν Βολόσιν
Εφημερίδες
(από "Βάτος η άφλεκτος", 1915)

Διατρέχω  με βλέμμα αχόρταγο
Τις γραπτές φλεγόμενες ειδήσεις.
Τη ψυχή, υγρή από τον ύπνο, θέλω
Με το έρπον δηλητήριο απ’ το πρωί να ζεστάνω.
Στις αράδες του ματωβαμμένου φύλλου
Βρίθουν οι θανάσιμες τριχινιάσεις,
Εμπνευσμένα ακονισμένες,
Αδύνατον να εξολοθρευτούν, σαν όνειρα.
Περιφερόταν η εκδίκηση, τρέμοντας από οργή,
Θρονιάζεται στη σκέψη, σαπίζει στις καρδιές
Θολώνει το πνεύμα, ανθοβολεί στους πολεμιστές
Με φλόγες διαβολικής σποράς.
Το ψέμα συννεφιάζει το μυαλό
Με τη βαριά αποφορά του χλωροφόρμιου
Και την ελλειπτική φόρμα της μισής αλήθειας
Στάζει και πλάθεται, σα κερί.
Και, διαπερνώντας με μ’ ένα σάπιο τρέμουλο,
Θλίβομαι και νιώθω στη σιγαλιά,
Πως, αναισθητοποιημένη από το ψέμα,
Μου κόβουν ένα κομμάτι της ψυχής.
Να μη ξέρω, να μην ακούω και να μην βλέπω . . .
σαν αλάτι να πήξω … στο χιόνι να διαλυθώ. . .
Επιτρέψτε μου τον εχθρό να μην αγαπήσω
Και τον αδελφό να τον μισήσω!

(Μετ. Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης)

Τετάρτη 2 Αυγούστου 2017

μεσάνυχτα και κάτι...

Ο ήλιος έλαμπε στο ακρογιάλι
Έλαμπε στ' ακρογιάλι φοβερά
Όλη τη δύναμη του είχε βάλει
Τα κύματα να κάνει αστραφτερά...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Εκδρομή, λάδι σε καμβά

Λιούις Κάρολ
Η Φώκια και ο Μαραγκός
("Μέσα απ' τον καθρέφτη", απόσπασμα)

Ο ήλιος έλαμπε στο ακρογιάλι
Έλαμπε στ' ακρογιάλι φοβερά
Όλη τη δύναμη του είχε βάλει
Τα κύματα να κάνει αστραφτερά
κι αυτό ήταν παράξενο κομμάτι
γιατί ήταν μεσάνυχτα και κάτι!

Έλαμπε σκυθρωπά και το φεγγάρι
Σκεφτόταν: «Μα δεν είναι δυνατόν!
Δουλειά δεν έχει ο ήλιος, που να πάρει,
Τι λάμπει έτσι, νυχτιάτικα , λοιπόν;
Είναι μεγάλη αγένεια που πάει
Τη διασκέδαση μου και χαλάει!».

Η θάλασσα ήταν πολύ βρεγμένη
Τα βότσαλα ήταν πολύ στεγνά
Δεν ήταν η νυχτιά συνεφιασμένη
Και σύννεφα δεν είχε πουθενά
Ούτε πουλιά πετούσαν στον αέρα
Γιατί κανένα δεν υπήρχε πέρα ως πέρα!

(Μετ. Παυλίνα Παμπούδη)

Κυριακή 30 Ιουλίου 2017

O Ήλιος εβασίλεψεν...

Μήτε με τ' άστρι μάλωνα, μήτε με το φεγγάρι, 
μήτε με τον αυγερινό, οπού 'στ' αγαπημένοι...

https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη με φεγγάρι, λάδι σε καμβά

Να μου το πάρεις, Ύπνε μου
(Νικόλαου Γ. Πολίτη, Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού) 

Να μου το πάρεις, Ύπνε μου, τρεις βίγλες θα του βάλω,
τρεις βίγλες, τρεις βιγλάτορες, κι οι τρεις αντρειωμένοι. 
Βάλλω τον Ήλιο στα βουνά, τον αετό στους κάμπους,  
τον κυρ Βοριά το δροσερό ανάμεσα πελάγου. 
O Ήλιος εβασίλεψεν, ο αϊτός αποκοιμήθη, 
κι ο κυρ Βοριάς ο δροσερός στης μάνας του πηγαίνει. 
«Γιε μ', πού 'σουν χτες, πού 'σουν προχτές, πού 'σουν την άλλη νύχτα; 
Μήνα με τ' άστρι μάλωνες, μήνα με το φεγγάρι, 
μήνα με τον αυγερινό, που 'μαστ' αγαπημένοι;  
– Μήτε με τ' άστρι μάλωνα, μήτε με το φεγγάρι, 
μήτε με τον αυγερινό, οπού 'στ' αγαπημένοι· 
χρυσόν υγιόν εβίγλιζα στην αργυρή του κούνια»

Σάββατο 29 Ιουλίου 2017

Έπλευσα, κι απέκαμα, κ' ενυκτώθην...

Ὁ κρότος τῆς κώπης εἰς τὸ κῦμα δὲν ἀκούεται. Νύκτα χωρὶς σελήνην. Σκιὰ ἁπλώνεται κάτω τῆς ἀκτῆς, τῆς ἀνταυγείας τῶν ἀστέρων ἐπὶ τῶν μαρμάρων καὶ τῶν ἐπιτυμβίων πλακῶν. Μελανώτερον κάτω τὸ σκότος, εἰς τὴν ρίζαν τοῦ λόφου, εἰς τὸν ἀφρὸν τοῦ κύματος. Ὁ φλοῖσβος ἐπιτάττει σιωπήν...
 
https://yannisstavrou.blogspot.com 
 
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Τα ρόδινα ακρογιάλια
Κοινωνικόν Μυθιστόρημα
(απόσπασμα)
ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ὢ ναί, ἀπήλαυσα… Τί ἄλλο θὰ ὠνειροπολοῦσα τάχα εἰς τὸν κόσμον; Τί ἄλλο, παρὰ μίαν στιγμὴν νὰ τὴν ἴδω;… Καὶ τώρα τὴν ἔβλεπα ἐπὶ πολλὰ λεπτά, τὰ ὁποῖα ἐφαίνοντο νὰ ἦσαν σταγόνες πεσοῦσαι ἀπὸ τὸ κέρασμα τῆς θείας ἀμβροσίας εἰς τὴν τρυφὴν τοῦ παραδείσου.
Ναί, ἐνθυμοῦμαι καλά. Τὰ παραπετάσματα ἦσαν ἀνεβασμένα, καὶ τὸ γυαλὶ τοῦ παραθύρου κατελάμπετο ἀπὸ τὴν λυχνίαν τὴν πλησίον, ἥτις πρέπει νὰ ἵστατο ἐπὶ τραπέζης κειμένης σύρριζα δίπλα εἰς τὸ παράθυρον.
Εἶχεν ἔλθει κ᾿ ἐκάθισε σιμὰ στὸ παράθυρον, βλέπουσα πρὸς τὴν τράπεζαν. Ἐφόρει λευκά· μόνον αἱ πλατεῖαι χειρῖδες τοῦ ὑποκαμίσου της εἶχον ἐρυθρὸν κέντημα. Ἔφερε τὸ ἐργόχειρον κρεμαστὸν περὶ τὸν θεῖον λαιμόν της, κ᾿ ἔκυπτεν αὐτὴ ἐπὶ τῆς θεσπεσίας τραχηλιᾶς της, τῆς κολπουμένης μὲ πτυχὰς καὶ σχῆμα ἀνέφικτον εἰς τὴν πλέον ἰδεώδη πλαστικήν. Ἔκυπτε, καὶ τί ἔκαμνεν; Ἴσως ἠρίθμει τὰς θηλειὰς τοῦ πλεξίματός της. Ἔπαλλε γοργὰ τὰς μακρὰς βελόνας της. Ὤ, μὲ αὐτὰς μοῦ εἶχε περονήσει τὴν καρδίαν· ἀλλ᾿ εἶναι λίαν προσφιλὴς ἡ καίουσα πληγή…
Ἰδού, στρέφει τὸ ἀγλαὸν πρόσωπον πρὸς τὰ ἔξω. Βλέπει πρὸς τὸ μέρος μου. Καὶ τί βλέπει; Θάλασσαν, σκότος, ἄβυσσον. Ὤ, νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποπτεύσῃ ὅτι ὑπάρχει ἓν μαῦρον σημάδι ἐδῶ· μία βαρκούλα, καὶ στὴν βαρκούλα μέσα, τί; Ἓν σπάραγμα τοῦ πόνου, ράκος ἀνθρώπινον.
Ἰδού, μειδιᾷ· ὢ κάλλος, ὢ μορφή, ὢ ὀπτασία!… Εἶδα τὰ δοντάκια της νὰ λάμπουν, τὰ χείλη της νὰ λουλουδίζουν, τὰ μάγουλά της νὰ μηλολονθοῦν… Καὶ τώρα, γελᾷ, μόνη της· ὢ μέλος, ὢ ἄνθος, ὢ ἄστρον ἐπίγειον!…

Τὸ σῶμ᾿ αὐτὸ τὸ αἰθέριο στὴ γῆ νὰ μὴ λυγίσῃ
Καὶ τὸ χαμόγελο ποτὲ στὰ χείλη νὰ μὴ σβήσῃ.
Νὰ μὴ φανῇ τὸ κάλλος σου πὼς εἶν᾿ ἀπὸ τὸ χῶμα.
Ὤ, χαῖρε, τοῦ θανάτου, ποὺ μ᾿ ἐπότισες τὸ πόμα.
*
[Ὁλόγυρα εἶχαν ἀνοίξει τὰ ἐλαιοτριβεῖα. Ἀπὸ τοῦ Ἁγίου Εὐσταθίου ἐγκαινιάζονται αἱ ἐργασίαι δι᾿ Ἁγιασμοῦ, καὶ τώρα ἐκόντευε νὰ ἔλθῃ Ἅις-Δημήτρης. Χρόνος ἡ νύκτα. Ἓν ἐλαιοτριβεῖον ἦτο πλησίον εἰς τὴν οἰκίαν μας, ἄλλα δύο ἔνθεν κ᾿ ἐκεῖθεν τοῦ δρόμου ἀντικρύ, ἄλλο ἓν πέραν τοῦ μικροῦ χειμάρρου, καὶ ὀκτὼ ἢ δέκα ἄλλα τριγύρω εἰς τὰς δυτικὰς καὶ βορεινὰς ἄκρας τοῦ χωρίου. Πολλοὶ ἔχουν ἐξυπνήσει καὶ κυκλοφοροῦν ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, ὅπου ἀκούονται φαιδραὶ ὁμιλίαι ἀκόμη καὶ ᾄσματα, ἢ μᾶλλον κελεύσματα πρὸς τὴν βαρεῖαν ἀγγαρείαν τοῦ ἐργάτου, τοῦ ἐλαιοτρίπτου καὶ τοῦ ἀδρακτίου μὲ τὴν τεραστίαν μανέλαν. Ἀκόμη κ᾿ ἕνας σαλεπτζής, νεωτερισμὸς κι αὐτό.]
*
… Ἰδοὺ ἐγώ, κωμάζω ὑπὸ τὰ παράθυρά της. Οὔτε φωνή, οὔτε κιθάρα, οὔτε στεναγμός. Ἔβαλα τὰς κώπας εἰς ἀνάπαυσιν, κ᾿ ἐστάθην. Παρακαλῶ τὰ ρεύματα νὰ μὴ μὲ παρασύρουν. Ἐδῶ ἀντικρύζει ἀκριβῶς. Βλέπω ―φεῦ, εἶναι ὡραῖον νὰ ἔχῃ τις ὄμματα διὰ νὰ βλέπῃ τοῦτο― βλέπω τὸ παράθυρον φωτισμένον. Ἡ καρδία πάλλει, τὸ πᾶν ἠρεμεῖ. Μὴ φυσᾷς, αὔρα, μὴ μὲ σύρετε, ρεύματα. Περιμένω τὴν τρισολβίαν στιγμήν… Ὤ, ἂς ἔλθῃ ἡ στιγμὴ ἐκείνη· εἶναι ἀνταξία τῶν αἰώνων· καὶ εἶτα ἂς ἔλθῃ τὸ μηδέν, πλὴν ὅταν ἐκείνη ἐπὶ στιγμὴν ἀνατείλῃ, εἰς τὸ μηδὲν θὰ μείνῃ ἓν μόριον ὑπάρξεως, καὶ εἰς τὸ χάος μία ἀκτὶς ἀναμνήσεως. Ἔπλευσα, κι ἀπέκαμα, κ᾿ ἐνυκτώθην… Ἰδοὺ τώρα, ἀφοῦ διέσχισα ἀπὸ γωνίας εἰς γωνίαν, ἀπὸ τὸν κάβον τῆς μεσημβρινῆς ἀκτῆς, ἕως τὰ νῶτα τοῦ χωρίου, ὅλον τὸ μῆκος τοῦ δυτικοῦ κολπίσκου, ἔφθασα κ᾿ ἐστεγάσθην ὑποκάτω εἰς τὰ Μνημούρια· εἰς τὸ κοιμητήριον τῆς πολίχνης τὸ κτισμένον ἐπὶ τοῦ δυτικοῦ παραθαλασσίου λόφου, εἰς τὴν ἐσχατιὰν τῆς προεξοχῆς, ἐφ᾿ ἧς κεῖται τὸ χωρίον. Ὁ κρότος τῆς κώπης εἰς τὸ κῦμα δὲν ἀκούεται. Νύκτα χωρὶς σελήνην. Σκιὰ ἁπλώνεται κάτω τῆς ἀκτῆς, τῆς ἀνταυγείας τῶν ἀστέρων ἐπὶ τῶν μαρμάρων καὶ τῶν ἐπιτυμβίων πλακῶν. Μελανώτερον κάτω τὸ σκότος, εἰς τὴν ρίζαν τοῦ λόφου, εἰς τὸν ἀφρὸν τοῦ κύματος. Ὁ φλοῖσβος ἐπιτάττει σιωπήν...

Πέμπτη 27 Ιουλίου 2017

οι άνθρωποι δεν μπορούν ν' αντέξουν πολλή πραγματικότητα...

Στη ζέστη του φθινόπωρου, στον παλλόμενο αέρα,
Και λάλησε το πουλί, δίνοντας απόκριση
Στην ανήκουστη μουσική την κρυμένη στους θάμνους...
*
In the autumn heat, through the vibrant air,
And the bird called, in response to
The unheard music hidden in the shrubbery...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινός Υμηττός, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Τ.Σ. Έλιοτ
Burnt Norton
Ι

Ο τωρινός χρόνος κι ο περασμένος χρόνος
Είναι ίσως και οι δύο παρόντες στο μελλούμενο χρόνο,
Κι ο μελλούμενος χρόνος περιέχεται στόν περασμένο χρόνο.
Αν όλος ο χρόνος είναι αιώνια παρών
Όλος ο χρόνος δέν μπορεί να εξαγοραστεί.
Αυτό πού θά μπορούσε να 'ταν είναι μιά αφαίρεση
Πού παραμένει μια μόνιμη δυνατότητα
Μόνο σ' ένα κόσμο ρεμβασμού.
Αυτό που θα μπορούσε να 'ταν κι αυτό που ήταν
Σημαδεύουν σ' ενα τέρμα, πού είναι πάντα τωρινό.
Πατημασιές αντηχούν μες στο μνημονικό
Κάτω στο δρόμακι που δεν ακολουθήσαμε
Κατά την πόρτα που πότε δεν ανοίξαμε
Προς τη μεριά του ροδόκηπου. Τα λόγια μου έτσι
Αντηχούν μες στο μυαλό σου.
Όμως για ποιό λόγο
Ταράζοντας τη σκόνη σε μια κούπα ροδόφυλλα
Δεν ξέρω.
Άλλοι αντίλαλοι
Κατοικούν στον κήπο. Θ' ακολουθήσουμε;
Γρήγορα, είπε το πουλί, βρέστε τους,βρέστε τους,
Πίσω απ' τη γωνία. Μέσα απο τήν πρώτη πύλη,
Στόν πρώτο μας κόσμο, θ'ακολουθήσουμε
Το ξεγέλασμα τησ τσίχλας; Στον πρώτο μας κόσμο.
Βρίσκονταν εκει, αξιοπρεπείς, αθέατοι,
Κινούνταν αβίαστα, πάνω απο τα πεθαμένα φύλλα,
Στη ζέστη του φθινόπωρου, στον παλλόμενο αέρα,
Και λάλησε το πουλί, δίνοντας απόκριση
Στην ανήκουστη μουσική την κρυμένη στους θάμνους,
Και διάβηκε η αθώρητη αχτίδα του ματιού, γιατί τα ρόδα
Είχαν την όψη λουλουδιών που τα κοιτάζουν.
Βρίσκονταν εκει σαν καλεσμένοι μας, δεκτοί και δεχόμενοι.
Ετσι κινήσαμε, κι αυτοί μαζί, μ' ενα σχέδιο τυπικό,
Μες απ΄την έρημη δεντροστοιχία, στων πυξαριών τον κύκλο,
Για να ρίξουμε το βλέμμα μες στη στραγγισμένη στέρνα.
Η στέρνα στεγνή, τσιμέντο στέγνο, με άκρες καφετιές,
Κι η στέρνα γέμισε νερό απ' το λιόφωτο,
Κι ορθώθηκε ο λωτός, ήσυχα, ήσυχα,
'Αστραψε η επιφάνεια απ' άκρη σ' άκρη απ' την καρδιά του φωτός,
Κι αυτοί ηταν πίσω μας ως καθρεφτίζονταν στη στέρνα.
Τότε διάβηκε ενα σύννεφο κι άδειασε η στέρνα.
Φύγετε, λαλήσε το πούλι, γιατί στις φυλλωσιές παιδιά φωλιάζαν,
Κρυμένα μ' έξαψη, συγκρατώντας τα γέλια.
Φύγετε, φύγετε, φύγετε, λάλησε το πουλί: οι άνθρωποι
Δεν μπορούν ν' αντέξουν πολλή πραγματικότητα.
Ο χρόνος ο περασμενός κι ο μελλούμενος χρόνος
Αυτός που θα μπορούσε να' ταν κι αυτός που ηταν
Σημαδεύουν σ' ενα τέρμα που ειναι πάντα τωρινό

(μετ. Κλείτος Κύρου)

T. S. Eliot
Burnt Norton
I


Time present and time past
Are both perhaps present in time future
And time future contained in time past.
If all time is eternally present
All time is unredeemable.
What might have been is an abstraction
Remaining a perpetual possibility
Only in a world of speculation.
What might have been and what has been
Point to one end, which is always present.
Footfalls echo in the memory
Down the passage which we did not take
Towards the door we never opened
Into the rose-garden. My words echo
Thus, in your mind.
But to what purpose
Disturbing the dust on a bowl of rose-leaves
I do not know.
Other echoes
Inhabit the garden. Shall we follow?
Quick, said the bird, find them, find them,
Round the corner. Through the first gate,
Into our first world, shall we follow
The deception of the thrush? Into our first world.
There they were, dignified, invisible,
Moving without pressure, over the dead leaves,
In the autumn heat, through the vibrant air,
And the bird called, in response to
The unheard music hidden in the shrubbery,
And the unseen eyebeam crossed, for the roses
Had the look of flowers that are looked at.
There they were as our guests, accepted and accepting.
So we moved, and they, in a formal pattern,
Along the empty alley, into the box circle,
To look down into the drained pool.
Dry the pool, dry concrete, brown edged,
And the pool was filled with water out of sunlight,
And the lotos rose, quietly, quietly,
The surface glittered out of heart of light,
And they were behind us, reflected in the pool.
Then a cloud passed, and the pool was empty.
Go, said the bird, for the leaves were full of children,
Hidden excitedly, containing laughter.
Go, go, go, said the bird: human kind
Cannot bear very much reality.
Time past and time future
What might have been and what has been
Point to one end, which is always present.

Τετάρτη 26 Ιουλίου 2017

Σε σωστή ώρα νυχτώνει...

Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ'αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα...


https://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Λιμάνι Θεσσαλονίκης, λάδι σε καμβά

Κική Δημουλά
Πέρασα

Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ'όλα.Λίγο απ'όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ'ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι δεν ειμαι λυπημένη.
Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ'αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα από κήπους,στάθηκα σε συντριβάνια και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσα τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
απο τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.

Mίλησα πολύ.Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.Πήγα κι από εδώ, πήγα και από εκεί...
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από εδώ,έχασα κι από κεί.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι από την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος.Πές πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
από το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιάν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημιάς.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου έλειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή,με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Όσο μπόρεσα έφερ'αντίσταση σ'αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.