το ίδιο σφίξιμο, ο κόμπος της βροχής
η καταχνιά της πόλης σα βραδιάζει...
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη, λιμάνι, λάδι σε καμβά
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
Χάος
Πού βαδίζουμε μέσα σ' αυτό το χαμό
μέσα στη νύχτα
Αγαπημένη μορφή
ματιά
χαμόγελο
που ταξιδεύει στο Βορρά
Καράβια και φώτα
στο πέλαγο
Ο δρόμος πλάι στη θάλασσα έρημος
Πού να βαδίζουμε
Γιατί τόσο ασάλευτη η νύχτα
γιατί τόσο βαθύς ο ουρανός
Παντού σκοτάδι
νύχτα γυμνή
Μορφή καθάρια
που χάθηκες στη νύχτα
Θα πορευτούμε
βαθιά θλιμμένοι
μέσα στο δρόμο
των αστεριών
Ο καθένας στο αστέρι του
στη δική του χαρά
στα δικά του δάκρυα
Όχι χαμόγελα
τίποτε πια
Η ποίηση δε μας αλλάζει
Η ποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή
το ίδιο σφίξιμο, ο κόμπος της βροχής
η καταχνιά της πόλης σα βραδιάζει
Δε σταματά τη σήψη που προχώρησε
δε θεραπεύει τα παλιά μας λάθη
Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση
κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...
Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015
Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015
Μια ανυπέρβλητη δυσκολία είναι ένας ήλιος...
Η ελευθερία είναι σημάδι, ανταμοιβή, αποτέλεσμα σοφής πειθαρχίας. Μόνο ο
χορευτής ξέρει να περπατά, ο τραγουδιστής να μιλά, ο στοχαστής να
χαμογελά...
Γιάννης Σταύρου, Ακρόπολη 1970, λάδι σε καμβά
Πωλ Βαλερύ
Στοχασμοί
(Εκδ. Στιγμή - αποσπάσματα)
Ένας άνθρωπος μου φαίνεται τόσο λιγότερο «ευαίσθητος» όσο περισσότερο επιδεικνύει και χρησιμοποιεί το συναίσθημά του.
Δεν πρέπει όμως να συμπεραίνει κανείς την απουσία από τη σιωπή.
Οι αισιόδοξοι γράφουν άσχημα.
Η μεγαλύτερη άγνοια είναι να μην ξέρεις ποια ερωτήματα δεν πρέπει να διατυπώνονται. Σημαίνει ότι μπερδεύεις τα αληθινά προβλήματα με τα ψευδοπροβλήματα.
Η μνήμη δεν «χρησιμεύει» τόσο στην αναπαράσταση του παρελθόντος, όσο στη συγκρότηση του διαρκούς, του χωρίς εποχή, ευκαιριακά, σύμφωνα με τα ερεθίσματα του παρόντος.
Η μνήμη είναι το μέλλον του παρελθόντος.
Και στο πιο αμυδρό φως ξαναχτίζω το ύψος απ’ όπου θα πέσω μετά.
Δεν ολοκληρωνόμαστε ως άνθρωποι με την όραση και με την αφή. Μας χρειάζεται να μιλούμε, να κάνουμε να μιλά το πράγμα, σαν να ήταν όριο, κατώφλι, η έναρθρη έκφραση.
Ό,τι δεν έχει σταθεροποιηθεί δεν είναι τίποτα. Ό,τι έχει σταθεροποιηθεί είναι νεκρό.
Ο ορισμός του Ωραίου είναι εύκολος: είναι αυτό που απελπίζει.
Τίποτε ωραίο δεν μπορεί να συνοψιστεί.
Η ελευθερία είναι σημάδι, ανταμοιβή, αποτέλεσμα σοφής πειθαρχίας. Μόνο ο χορευτής ξέρει να περπατά, ο τραγουδιστής να μιλά, ο στοχαστής να χαμογελά.
Πρέπει, κατά κάποιον τρόπο, να τιμούμε, να σεβόμαστε τις δυσκολίες που παρουσιάζονται. Μια δυσκολία είναι ένα φως. Μια ανυπέρβλητη δυσκολία είναι ένας ήλιος.
Όποιος κάνει το καλό από καθήκον, το κάνει άσχημα, και το κάνει χωρίς τέχνη.
Η αδυναμία της δύναμης είναι ότι δεν πιστεύει παρά στη δύναμη.
Οι μύθοι είναι οι ψυχές των πράξεων και των ερώτων μας. Δεν μπορούμε να δράσουμε παρά κατευθυνόμενοι προς ένα φάντασμα. Δεν μπορούμε να αγαπήσουμε παρά αυτό που δημιουργούμε.
Πολιτική είναι ο χειρισμός του περισσότερου από το λιγότερο, του τεράστιου αριθμού από τον μικρό, του πραγματικού από τις εικόνες και τις λέξεις.
Ο καλλιτέχνης ζει στην οικειότητα της αυθαιρεσίας του και στην αναμονή της αναγκαιότητάς του.
(ο καλλιτέχνης) δεν ζητά παρά τα δυσκολότερα δάκρυα και τη δυσκολότερη χαρά, που αναζητούν την αιτία τους και που δεν την βρίσκουν καθόλου μέσα στην εμπειρία της ζωής...
Ένα έργο μουσικής απόλυτα καθαρής, μια σύνθεση του Σεβαστιανού Μπαχ, π.χ., που δεν δανείζεται τίποτε από το συναίσθημα, αλλά που κατασκευάζει συναίσθημα χωρίς μοντέλο, και που όλη η ομορφιά του έγκειται στους συνδυασμούς του, στην οικοδόμηση μιας χωριστής ενορατικής τάξης, είναι ένα ανεκτίμητο απόκτημα, μια τεράστια αξία που βγήκε από το μηδέν...
Όλο το πρόβλημα της τέχνης έγκειται στη σύνδεση των διαδικασιών της ζωντανής φύσης με την πράξη του ανθρώπινου τύπου. Τραγουδώ σημαίνει δίνω σε μια φωνή τη μορφή ενός φυτού που μεγαλώνει –ή της δραστηριότητας ενός πουλιού μέσα στο χώρο.
Αυτό που λέω με αλλάζει. Ακόμα και ειπωμένο στον εαυτό μου. Και ίσως είμαι προσδιορισμένος απ’ ότι έχω εκπέμψει –όχι απ’ ότι έχω υποστεί.
Κάθε αληθινός ποιητής είναι αναγκαστικά πρώτης τάξεως κριτικός.
Αυτό που κάνεις άριστα είναι αναπόφευκτη παγίδα.
Από την ίδια εντύπωση ο ένας φτιάχνει ένα τραγούδι, ο άλλος μια «αναλυτική» θεωρία.
Η αταξία του πνεύματος είναι δημιουργική –αλλά δεν δίνει παρά το καινούργιο έμβρυο. Τη ζωή και όχι το βιώσιμο. Χρειάζεται να κυοφορήσεις και να γεννήσεις μετά τη γονιμοποίηση αυτή.
Η Ποίηση είναι η προσπάθεια απεικόνισης, με τα μέσα της έναρθρης γλώσσας, εκείνων των πραγμάτων ή εκείνου του πράγματος που επιχειρούν σκοτεινά να εκφράσουν οι κραυγές, οι θωπείες, τα φιλιά, οι στεναγμοί κτλ., και που μοιάζουν να θέλουν να εκφράσουν τα αντικείμενα με τη φαινομενικότητα της ζωής ή με το υποτιθέμενο σχέδιο που διαθέτουν. Το πράγμα αυτό δεν μπορεί να οριστεί διαφορετικά. Έχει τη φύση της ενέργειας, της διέγερσης, δηλαδή της δαπάνης.
Ποίηση είναι αυτό που δεν μπορεί να συνοψιστεί. Μια μελωδία δεν συνοψίζεται.
Το να φιλοσοφείς με στίχους ήταν και είναι ακόμα σαν να θέλεις να παίξεις τόμπολα με τους κανόνες του σκακιού.
Για έναν ποιητή, το θέμα ποτέ δεν είναι να πει ότι βρέχει. Το θέμα είναι ...να δημιουργήσει βροχή.
Γιάννης Σταύρου, Ακρόπολη 1970, λάδι σε καμβά
Πωλ Βαλερύ
Στοχασμοί
(Εκδ. Στιγμή - αποσπάσματα)
Ένας άνθρωπος μου φαίνεται τόσο λιγότερο «ευαίσθητος» όσο περισσότερο επιδεικνύει και χρησιμοποιεί το συναίσθημά του.
Δεν πρέπει όμως να συμπεραίνει κανείς την απουσία από τη σιωπή.
Οι αισιόδοξοι γράφουν άσχημα.
Η μεγαλύτερη άγνοια είναι να μην ξέρεις ποια ερωτήματα δεν πρέπει να διατυπώνονται. Σημαίνει ότι μπερδεύεις τα αληθινά προβλήματα με τα ψευδοπροβλήματα.
Η μνήμη δεν «χρησιμεύει» τόσο στην αναπαράσταση του παρελθόντος, όσο στη συγκρότηση του διαρκούς, του χωρίς εποχή, ευκαιριακά, σύμφωνα με τα ερεθίσματα του παρόντος.
Η μνήμη είναι το μέλλον του παρελθόντος.
Και στο πιο αμυδρό φως ξαναχτίζω το ύψος απ’ όπου θα πέσω μετά.
Δεν ολοκληρωνόμαστε ως άνθρωποι με την όραση και με την αφή. Μας χρειάζεται να μιλούμε, να κάνουμε να μιλά το πράγμα, σαν να ήταν όριο, κατώφλι, η έναρθρη έκφραση.
Ό,τι δεν έχει σταθεροποιηθεί δεν είναι τίποτα. Ό,τι έχει σταθεροποιηθεί είναι νεκρό.
Ο ορισμός του Ωραίου είναι εύκολος: είναι αυτό που απελπίζει.
Τίποτε ωραίο δεν μπορεί να συνοψιστεί.
Η ελευθερία είναι σημάδι, ανταμοιβή, αποτέλεσμα σοφής πειθαρχίας. Μόνο ο χορευτής ξέρει να περπατά, ο τραγουδιστής να μιλά, ο στοχαστής να χαμογελά.
Πρέπει, κατά κάποιον τρόπο, να τιμούμε, να σεβόμαστε τις δυσκολίες που παρουσιάζονται. Μια δυσκολία είναι ένα φως. Μια ανυπέρβλητη δυσκολία είναι ένας ήλιος.
Όποιος κάνει το καλό από καθήκον, το κάνει άσχημα, και το κάνει χωρίς τέχνη.
Η αδυναμία της δύναμης είναι ότι δεν πιστεύει παρά στη δύναμη.
Οι μύθοι είναι οι ψυχές των πράξεων και των ερώτων μας. Δεν μπορούμε να δράσουμε παρά κατευθυνόμενοι προς ένα φάντασμα. Δεν μπορούμε να αγαπήσουμε παρά αυτό που δημιουργούμε.
Πολιτική είναι ο χειρισμός του περισσότερου από το λιγότερο, του τεράστιου αριθμού από τον μικρό, του πραγματικού από τις εικόνες και τις λέξεις.
Ο καλλιτέχνης ζει στην οικειότητα της αυθαιρεσίας του και στην αναμονή της αναγκαιότητάς του.
(ο καλλιτέχνης) δεν ζητά παρά τα δυσκολότερα δάκρυα και τη δυσκολότερη χαρά, που αναζητούν την αιτία τους και που δεν την βρίσκουν καθόλου μέσα στην εμπειρία της ζωής...
Ένα έργο μουσικής απόλυτα καθαρής, μια σύνθεση του Σεβαστιανού Μπαχ, π.χ., που δεν δανείζεται τίποτε από το συναίσθημα, αλλά που κατασκευάζει συναίσθημα χωρίς μοντέλο, και που όλη η ομορφιά του έγκειται στους συνδυασμούς του, στην οικοδόμηση μιας χωριστής ενορατικής τάξης, είναι ένα ανεκτίμητο απόκτημα, μια τεράστια αξία που βγήκε από το μηδέν...
Όλο το πρόβλημα της τέχνης έγκειται στη σύνδεση των διαδικασιών της ζωντανής φύσης με την πράξη του ανθρώπινου τύπου. Τραγουδώ σημαίνει δίνω σε μια φωνή τη μορφή ενός φυτού που μεγαλώνει –ή της δραστηριότητας ενός πουλιού μέσα στο χώρο.
Αυτό που λέω με αλλάζει. Ακόμα και ειπωμένο στον εαυτό μου. Και ίσως είμαι προσδιορισμένος απ’ ότι έχω εκπέμψει –όχι απ’ ότι έχω υποστεί.
Κάθε αληθινός ποιητής είναι αναγκαστικά πρώτης τάξεως κριτικός.
Αυτό που κάνεις άριστα είναι αναπόφευκτη παγίδα.
Από την ίδια εντύπωση ο ένας φτιάχνει ένα τραγούδι, ο άλλος μια «αναλυτική» θεωρία.
Η αταξία του πνεύματος είναι δημιουργική –αλλά δεν δίνει παρά το καινούργιο έμβρυο. Τη ζωή και όχι το βιώσιμο. Χρειάζεται να κυοφορήσεις και να γεννήσεις μετά τη γονιμοποίηση αυτή.
Η Ποίηση είναι η προσπάθεια απεικόνισης, με τα μέσα της έναρθρης γλώσσας, εκείνων των πραγμάτων ή εκείνου του πράγματος που επιχειρούν σκοτεινά να εκφράσουν οι κραυγές, οι θωπείες, τα φιλιά, οι στεναγμοί κτλ., και που μοιάζουν να θέλουν να εκφράσουν τα αντικείμενα με τη φαινομενικότητα της ζωής ή με το υποτιθέμενο σχέδιο που διαθέτουν. Το πράγμα αυτό δεν μπορεί να οριστεί διαφορετικά. Έχει τη φύση της ενέργειας, της διέγερσης, δηλαδή της δαπάνης.
Ποίηση είναι αυτό που δεν μπορεί να συνοψιστεί. Μια μελωδία δεν συνοψίζεται.
Το να φιλοσοφείς με στίχους ήταν και είναι ακόμα σαν να θέλεις να παίξεις τόμπολα με τους κανόνες του σκακιού.
Για έναν ποιητή, το θέμα ποτέ δεν είναι να πει ότι βρέχει. Το θέμα είναι ...να δημιουργήσει βροχή.
Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015
θα περιόριζε το Χρόνο...
...και οι μουσικοί, και ο αρχιμουσικός ακόμα, που ενόμιζε ότι κρατούσε με τη μπαγκέτα του το
Χρόνο, δεν είχαν τίποτε αντιληφθεί. Ο Χρόνος όμως εδούλευε ελεύθερα
ανάμεσα τους, τρώγοντας κάθε στιγμή κάτι από τη φτωχή τους ύπαρξη.
Έμεινε εκεί αρκετή ώρα, αφηρημένος, σα να περίμενε τους μικρούς του φίλους. Για να συνέλθει χρειάστηκε ένα στριγγό σφύριγμα. Το καράβι έφευγε...
Γιάννης Σταύρου, Σούρουπο στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά
Κώστας Καρυωτάκης
Τα πεζά
Ο Ονειροπόλος
Ι
Δεν ήξερε αν ήταν μικρόβιο ή αόρατος κακοποιός, ή ακόμη τίποτε άλλο. Επίστευε όμως ότι ο Χρόνος υπήρχε στο διάστημα. Είχε αρκετές αποδείξεις.
Κάποτε, σ’ ένα μακρινό ταξίδι του, το βαπόρι πέρασε από το λιμάνι μιας επαρχιακής πόλεως όπου είχε ζήσει μικρός. Εβγήκε έξω, θέλοντας να θυμηθεί την παιδική του ζωή. Ήταν Κυριακή. Στην πλατεία η μπάντα έπαιζε κάποια ιταλική όπερα. Ο κόσμος έκανε βόλτες ή καθόταν στο καφενείο. Τα παιδιά, όσα δεν έτρεχαν, παρακολουθούσαν τις κινήσεις του αρχιμουσικού. Μια μακαριότης επλανάτο πάνω σ’ όλα.
Είδε το πατρικό του σπίτι. Τον κήπο. Την ταράτσα, που ανέβαινε για να απλώσει τους αετούς, ή για να κηρύξει πετροπόλεμο, δένοντας βιαστικά βιαστικά χάρτινες σημαιούλες.
Τίποτε δεν άλλαξε. Οι καρέκλες του ζαχαροπλαστείου σε τρεις σειρές, όπως και τότε. Ακόμα και η πλάκα που πατούσε ήταν ίδια. Όλα ήταν τα ίδια. Μόνο που είχαν μικρύνει. Είχαν απελπιστικά μικρύνει. Είχαν χάσει το ένα τρίτο του όγκου τους. Αλλά αυτό έγινε συμμετρικά, κ’ έτσι οι άνθρωποι που κάθονταν ακίνητοι και σιωπηλοί, σαν απόντες, γύρω στα μαρμάρινα τραπέζια, και τα κορίτσια, πιο πέρα, με τις φωτεινές γραμμές της σιλουέτας τους, υψωμένες παράλληλα προς το νερό του αναβρυτηρίου, και οι δυο γέροι, σ’ ένα μπαλκόνι, με τις θαμπές, αμφίβολες γραμμές, των χαρακτηριστικών τους, και οι μουσικοί, και ο αρχιμουσικός ακόμα, που ενόμιζε ότι κρατούσε με τη μπαγκέτα του το Χρόνο, δεν είχαν τίποτε αντιληφθεί. Ο Χρόνος όμως εδούλευε ελεύθερα ανάμεσα τους, τρώγοντας κάθε στιγμή κάτι από τη φτωχή τους ύπαρξη.
Έμεινε εκεί αρκετή ώρα, αφηρημένος, σα να περίμενε τους μικρούς του φίλους. Για να συνέλθει χρειάστηκε ένα στριγγό σφύριγμα. Το καράβι έφευγε...
IV
Εμελέτησε. Επούλησε κάποιο σπίτι που είχε, και αγόρασε χημικά όργανα. Κλεισμένος ολημέρα σ' ένα υπόγειο, έκανε σειρές πειραμάτων, αρχίζοντας απο τα πιο απλά και τολμώντας τ' αδύνατα. Ανέλυε τις ουσίες, ήλεγχε τους τύπους που παραδέχτηκε η επιστήμη. Προσπαθούσε να βρει ένα λάθος στα δεδομένα της, κι απο το λάθος αυτό να βγάλει το νέο στοιχείο. Μέσα στο υδρογόνο ή το οξυγόνο, μπορούσε να υπάρχει, σε μικρή βέβαια αναλογία, ο Χρόνος. Δεν αποθαρρυνόταν. Γεμάτος χαρά επανελάμβανε το πείραμα που απέτυχε.
Παρακολουθούσε τη ζωή απο την εφημερίδα. Χαμογελούσε πονηρά στη σκέψη ότι κανένας δεν τον παρακολουθεί τον ίδιο. Όλοι, σκυμμένοι στις δουλίτσες τους, συλλογίζονταν μόνο πώς να τα βολέψουν. Όταν όμως θα τελειοποιούσε την εφεύρεσή του και θα περιόριζε το Χρόνο μέσα σ' ένα γυαλί του εργαστηρίου του, να ιδούμε τους μεγαλόσχημους κυρίους που γέμισαν τον κόσμο με σαπουνόφουσκες. Να ιδούμε τί θα γίνουν οι τόκοι και τα επιτόκια του απέναντι τοκογλύφου. Να ιδούμε με ποια ημερομηνία θα βγάζουν τις εφημερίδες τους.
Έμεινε εκεί αρκετή ώρα, αφηρημένος, σα να περίμενε τους μικρούς του φίλους. Για να συνέλθει χρειάστηκε ένα στριγγό σφύριγμα. Το καράβι έφευγε...
Γιάννης Σταύρου, Σούρουπο στον Θερμαϊκό, λάδι σε καμβά
Κώστας Καρυωτάκης
Τα πεζά
Ο Ονειροπόλος
Ι
Δεν ήξερε αν ήταν μικρόβιο ή αόρατος κακοποιός, ή ακόμη τίποτε άλλο. Επίστευε όμως ότι ο Χρόνος υπήρχε στο διάστημα. Είχε αρκετές αποδείξεις.
Κάποτε, σ’ ένα μακρινό ταξίδι του, το βαπόρι πέρασε από το λιμάνι μιας επαρχιακής πόλεως όπου είχε ζήσει μικρός. Εβγήκε έξω, θέλοντας να θυμηθεί την παιδική του ζωή. Ήταν Κυριακή. Στην πλατεία η μπάντα έπαιζε κάποια ιταλική όπερα. Ο κόσμος έκανε βόλτες ή καθόταν στο καφενείο. Τα παιδιά, όσα δεν έτρεχαν, παρακολουθούσαν τις κινήσεις του αρχιμουσικού. Μια μακαριότης επλανάτο πάνω σ’ όλα.
Είδε το πατρικό του σπίτι. Τον κήπο. Την ταράτσα, που ανέβαινε για να απλώσει τους αετούς, ή για να κηρύξει πετροπόλεμο, δένοντας βιαστικά βιαστικά χάρτινες σημαιούλες.
Τίποτε δεν άλλαξε. Οι καρέκλες του ζαχαροπλαστείου σε τρεις σειρές, όπως και τότε. Ακόμα και η πλάκα που πατούσε ήταν ίδια. Όλα ήταν τα ίδια. Μόνο που είχαν μικρύνει. Είχαν απελπιστικά μικρύνει. Είχαν χάσει το ένα τρίτο του όγκου τους. Αλλά αυτό έγινε συμμετρικά, κ’ έτσι οι άνθρωποι που κάθονταν ακίνητοι και σιωπηλοί, σαν απόντες, γύρω στα μαρμάρινα τραπέζια, και τα κορίτσια, πιο πέρα, με τις φωτεινές γραμμές της σιλουέτας τους, υψωμένες παράλληλα προς το νερό του αναβρυτηρίου, και οι δυο γέροι, σ’ ένα μπαλκόνι, με τις θαμπές, αμφίβολες γραμμές, των χαρακτηριστικών τους, και οι μουσικοί, και ο αρχιμουσικός ακόμα, που ενόμιζε ότι κρατούσε με τη μπαγκέτα του το Χρόνο, δεν είχαν τίποτε αντιληφθεί. Ο Χρόνος όμως εδούλευε ελεύθερα ανάμεσα τους, τρώγοντας κάθε στιγμή κάτι από τη φτωχή τους ύπαρξη.
Έμεινε εκεί αρκετή ώρα, αφηρημένος, σα να περίμενε τους μικρούς του φίλους. Για να συνέλθει χρειάστηκε ένα στριγγό σφύριγμα. Το καράβι έφευγε...
IV
Εμελέτησε. Επούλησε κάποιο σπίτι που είχε, και αγόρασε χημικά όργανα. Κλεισμένος ολημέρα σ' ένα υπόγειο, έκανε σειρές πειραμάτων, αρχίζοντας απο τα πιο απλά και τολμώντας τ' αδύνατα. Ανέλυε τις ουσίες, ήλεγχε τους τύπους που παραδέχτηκε η επιστήμη. Προσπαθούσε να βρει ένα λάθος στα δεδομένα της, κι απο το λάθος αυτό να βγάλει το νέο στοιχείο. Μέσα στο υδρογόνο ή το οξυγόνο, μπορούσε να υπάρχει, σε μικρή βέβαια αναλογία, ο Χρόνος. Δεν αποθαρρυνόταν. Γεμάτος χαρά επανελάμβανε το πείραμα που απέτυχε.
Παρακολουθούσε τη ζωή απο την εφημερίδα. Χαμογελούσε πονηρά στη σκέψη ότι κανένας δεν τον παρακολουθεί τον ίδιο. Όλοι, σκυμμένοι στις δουλίτσες τους, συλλογίζονταν μόνο πώς να τα βολέψουν. Όταν όμως θα τελειοποιούσε την εφεύρεσή του και θα περιόριζε το Χρόνο μέσα σ' ένα γυαλί του εργαστηρίου του, να ιδούμε τους μεγαλόσχημους κυρίους που γέμισαν τον κόσμο με σαπουνόφουσκες. Να ιδούμε τί θα γίνουν οι τόκοι και τα επιτόκια του απέναντι τοκογλύφου. Να ιδούμε με ποια ημερομηνία θα βγάζουν τις εφημερίδες τους.
Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2015
νύχτα θλιβερού Οχτώβρη...
Και της απάντησα εγώ: «Όνειρο είναι απλά:
Ας συνεχίσουμε με το τρεμουλιαστό τούτο φως!
Ας μας λούσει το κρυστάλλινο τούτο φως!...
*
I replied- 'This is nothing but dreaming:
Let us on by this tremulous light!
Let us bathe in this crystalline light!...
Γιάννης Σταύρου, Ανατολή σελήνης, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Έντγκαρ Άλαν Πόε
ΟΥΛΑΛΟΥΜ
Σταχτί και σκυθρωπό το χρώμα τ’ ουρανού
και τα φύλλα ήταν τριμμένα και ξερά –
ναι, τα φύλλα ήταν μαραμένα και ξερά.
Ήταν νύχτα θλιβερού Οχτώβρη
στης μνήμης μου την ανεξίτηλη χρονιά.
Ήταν δύσκολα στη μουντή λίμνη του Όβρη
στην ομίχλη του μεσόκαμπου Γουήαρ –
μες στη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
στα βρικολακιασμένα δάση του Γουήαρ.
Εδώ κάποτε σε δρόμο με γιγάντια κυπαρίσσια,
περιπλανήθηκα συντροφιά με την Ψυχή μου
μες στα κυπαρίσσια οδήγησα την Αδερφή Ψυχή μου.
Κι ήταν μέρες που η καρδιά μου είχε λαύρα
σαν τα γεμάτα τέφρα ποτάμια που κυλούν –
σαν τις λάβες που αδιάκοπα κυλούν
ρέματα από θειάφι απ’ το Γιάανεκ ρέουν –
στα έσχατα κλίματα του πόλου –
που βογκούν κι απ’ το όρος Γιάανεκ ρέουν
στα βασίλεια του Βόρειου Πόλου.
O λόγος μας στοχαστικός και μετρημένος
αλλ’ οι σκέψεις μας ήταν αναιμικές, ξερές –
οι θύμησές μας ήταν ύπουλες, ξερές –
γιατί δε νιώθαμε πως ήταν Οχτώβρης,
και δεν προσέξαμε τη νύχτα της χρονιάς –
(αχ, εκείνη απ’ όλες τις νύχτες της χρονιάς!)
και δεν είδαμε τη μουντή λίμνη του Όβρη
(αν και κάποτε διαβήκαμ’ από δω)
κι ούτε νιώσαμε τη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
κι ούτε τα βρικολακιασμένα δάση του Γουήαρ.
Και τώρα, καθώς η νύχτα έφτανε στο γέρμα
και τ’ αστρικά ρολόγια δείχνανε πρωί –
τ’ αστρικά ρολόγια προϊδέαζαν πρωί –
και στου διάβα μας φάνηκε το τέρμα
μια νεφελώδης και αχνή μαρμαρυγή
απ’ όπου της Αστάρτης βγήκε η λειψή σελήνη
δικέρατη, διαμαντοστόλιστη πριν τη χαραυγή
ξεχωριστή, δικέρατη σελήνη.
Και είπα: «Απ’ την Άρτεμη αυτή είναι πιο θερμή:
πετάει μέσα σ’ αιθέρα αναστεναγμών –
ξεφαντώνει σε βασίλεια αναστεναγμών:
είδε τα δάκρυα που δε στέγνωσαν ακόμη
στις παρειές αυτές που το σκουλήκι ζει ακόμη
και διάβηκε απ’ τ’ άστρα του Λέοντα
να μας δείξει το ουράνιο μονοπάτι –
της γαλήνιας Λήθης το μονοπάτι,
βγήκε, ενάντια στο Λέοντα,
να μας φέξει με τα λαμπρά της μάτια –
πέρασε μέσ’ απ’ το άντρο του Λέοντα
με αγάπη στα φωτεινά της μάτια».
Αλλά η Ψυχή το δάχτυλό της ύψωσε
κι είπε: «Το άστρο αυτό το δυσπιστώ –
την ασυνήθιστη ωχρότητά του τη φοβούμαι: –
Αχ, σπεύσε! Να μη μείνουμε άλλο εδώ!
Να φύγουμε! Να πάμε! Μη χρονοτριβούμε!»
Με τρόμο μίλησε και άφησε να πέσουν
τα φτερά της και να συρθούν μέσα στη σκόνη –
αγωνιούσε κι έκλαιγε αφήνοντας να πέσουν
τα βαμβακένια της φτερά μέσα στη σκόνη –
και θλιβερά να σέρνονται μέσα στη σκόνη.
Και της απάντησα εγώ: «Όνειρο είναι απλά:
Ας συνεχίσουμε με το τρεμουλιαστό τούτο φως!
Ας μας λούσει το κρυστάλλινο τούτο φως!
Η σιβυλλική του αίγλη μας φέγγει λαμπρά
μ’ Ομορφιά κι Ελπίδα απόψε: –
Δες πώς τρεμοπαίζει στο στερέωμα απόψε!
Αχ, ασφαλώς να εμπιστευτούμε αυτή τη λάμψη,
και με σιγουριά θα μας πάει σωστά –
ασφαλώς να εμπιστευτούμε αυτή τη λάμψη,
και με σιγουριά θα μας πάει σωστά,
αφού τρεμοπαίζει στο στερέωμα απόψε».
Έτσι κανάκεψα την Ψυχή και τη φίλησα,
και την έβγαλα απ’ την κακοκεφιά της –
νικώντας τις φοβίες της και την κακοκεφιά της,
και στου ορίζοντα φτάσαμε το τέρμα,
αλλά σταματήσαμε στη θύρα ενός τύμβου –
στη θύρα ενός ενεπίγραφου τύμβου.
Κι είπα: «Τι γράφει εδώ, γλυκιά αδελφούλα
στη θύρα αυτού του ενεπίγραφου τύμβου;»
Απαντώντας μου είπε: «Ουλαλούμ – Ουλαλούμ –
είν’ ο τάφος της χαμένης σου Ουλαλούμ!»
Πελιδνή και μαύρη έγινε τότε η καρδιά μου
σαν τα φύλλα τα τριμμένα και ξερά –
σαν τα φύλλα τα μαραμένα και ξερά.
Κι ανέκραξα: «Ήταν όντως νύχτα του Οχτώβρη
σαν τη νύχτ’ αυτή την περσινή χρονιά.
που πορεύτηκα εδώ κάτω – διάβηκα δω κάτω –
που φορτίο τρομερό έφερα εδώ κάτω –
τούτη τη νύχτα απ’ όλες της χρονιάς,
ποιος δαίμονας μ’ έφερ’ εδώ φονιάς;
Πολύ καλά γνωρίζω τώρα τη μουντή λίμνη του Όβρη
την ομίχλη του μεσόκαμπου Γουήαρ –
πολύ καλά γνωρίζω τη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
και τα βρικολακιασμένα τούτα δάση του Γουήαρ.
(απόδοση, Βασίλης Κ. Μηλίτσης)
Edgar Allan Poe
Ulalume
The skies they were ashen and sober;
The leaves they were crisped and sere-
The leaves they were withering and sere;
It was night in the lonesome October
Of my most immemorial year;
It was hard by the dim lake of Auber,
In the misty mid region of Weir-
It was down by the dank tarn of Auber,
In the ghoul-haunted woodland of Weir.
Here once, through an alley Titanic,
Of cypress, I roamed with my Soul-
Of cypress, with Psyche, my Soul.
There were days when my heart was volcanic
As the scoriac rivers that roll-
As the lavas that restlessly roll
Their sulphurous currents down Yaanek
In the ultimate climes of the pole-
That groan as they roll down Mount Yaanek
In the realms of the boreal pole.
Our talk had been serious and sober,
But our thoughts they were palsied and sere-
Our memories were treacherous and sere-
For we knew not the month was October,
And we marked not the night of the year-
(Ah, night of all nights in the year!)
We noted not the dim lake of Auber-
(Though once we had journeyed down here),
Remembered not the dank tarn of Auber,
Nor the ghoul-haunted woodland of Weir.
And now, as the night was senescent,
And star-dials pointed to morn-
As the star-dials hinted of morn-
At the end of our path a liquescent
And nebulous lustre was born,
Out of which a miraculous crescent
Arose with a duplicate horn-
Astarte's bediamonded crescent
Distinct with its duplicate horn.
And I said- 'She is warmer than Dian:
She rolls through an ether of sighs-
She revels in a region of sighs:
She has seen that the tears are not dry on
These cheeks, where the worm never dies,
And has come past the stars of the Lion,
To point us the path to the skies-
To the Lethean peace of the skies-
Come up, in despite of the Lion,
To shine on us with her bright eyes-
Come up through the lair of the Lion,
With love in her luminous eyes.'
But Psyche, uplifting her finger,
Said- 'Sadly this star I mistrust-
Her pallor I strangely mistrust:-
Oh, hasten!- oh, let us not linger!
Oh, fly!- let us fly!- for we must.'
In terror she spoke, letting sink her
Wings until they trailed in the dust-
In agony sobbed, letting sink her
Plumes till they trailed in the dust-
Till they sorrowfully trailed in the dust.
I replied- 'This is nothing but dreaming:
Let us on by this tremulous light!
Let us bathe in this crystalline light!
Its Sybilic splendor is beaming
With Hope and in Beauty to-night:-
See!- it flickers up the sky through the night!
Ah, we safely may trust to its gleaming,
And be sure it will lead us aright-
We safely may trust to a gleaming
That cannot but guide us aright,
Since it flickers up to Heaven through the night.'
Thus I pacified Psyche and kissed her,
And tempted her out of her gloom-
And conquered her scruples and gloom;
And we passed to the end of the vista,
But were stopped by the door of a tomb-
By the door of a legended tomb;
And I said- 'What is written, sweet sister,
On the door of this legended tomb?'
She replied- 'Ulalume- Ulalume-
'Tis the vault of thy lost Ulalume!'
Then my heart it grew ashen and sober
As the leaves that were crisped and sere-
As the leaves that were withering and sere-
And I cried- 'It was surely October
On this very night of last year
That I journeyed- I journeyed down here-
That I brought a dread burden down here-
On this night of all nights in the year,
Ah, what demon has tempted me here?
Well I know, now, this dim lake of Auber-
This misty mid region of Weir-
Well I know, now, this dank tarn of Auber,
This ghoul-haunted woodland of Weir.'
Ας συνεχίσουμε με το τρεμουλιαστό τούτο φως!
Ας μας λούσει το κρυστάλλινο τούτο φως!...
*
I replied- 'This is nothing but dreaming:
Let us on by this tremulous light!
Let us bathe in this crystalline light!...
Γιάννης Σταύρου, Ανατολή σελήνης, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Έντγκαρ Άλαν Πόε
ΟΥΛΑΛΟΥΜ
Σταχτί και σκυθρωπό το χρώμα τ’ ουρανού
και τα φύλλα ήταν τριμμένα και ξερά –
ναι, τα φύλλα ήταν μαραμένα και ξερά.
Ήταν νύχτα θλιβερού Οχτώβρη
στης μνήμης μου την ανεξίτηλη χρονιά.
Ήταν δύσκολα στη μουντή λίμνη του Όβρη
στην ομίχλη του μεσόκαμπου Γουήαρ –
μες στη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
στα βρικολακιασμένα δάση του Γουήαρ.
Εδώ κάποτε σε δρόμο με γιγάντια κυπαρίσσια,
περιπλανήθηκα συντροφιά με την Ψυχή μου
μες στα κυπαρίσσια οδήγησα την Αδερφή Ψυχή μου.
Κι ήταν μέρες που η καρδιά μου είχε λαύρα
σαν τα γεμάτα τέφρα ποτάμια που κυλούν –
σαν τις λάβες που αδιάκοπα κυλούν
ρέματα από θειάφι απ’ το Γιάανεκ ρέουν –
στα έσχατα κλίματα του πόλου –
που βογκούν κι απ’ το όρος Γιάανεκ ρέουν
στα βασίλεια του Βόρειου Πόλου.
O λόγος μας στοχαστικός και μετρημένος
αλλ’ οι σκέψεις μας ήταν αναιμικές, ξερές –
οι θύμησές μας ήταν ύπουλες, ξερές –
γιατί δε νιώθαμε πως ήταν Οχτώβρης,
και δεν προσέξαμε τη νύχτα της χρονιάς –
(αχ, εκείνη απ’ όλες τις νύχτες της χρονιάς!)
και δεν είδαμε τη μουντή λίμνη του Όβρη
(αν και κάποτε διαβήκαμ’ από δω)
κι ούτε νιώσαμε τη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
κι ούτε τα βρικολακιασμένα δάση του Γουήαρ.
Και τώρα, καθώς η νύχτα έφτανε στο γέρμα
και τ’ αστρικά ρολόγια δείχνανε πρωί –
τ’ αστρικά ρολόγια προϊδέαζαν πρωί –
και στου διάβα μας φάνηκε το τέρμα
μια νεφελώδης και αχνή μαρμαρυγή
απ’ όπου της Αστάρτης βγήκε η λειψή σελήνη
δικέρατη, διαμαντοστόλιστη πριν τη χαραυγή
ξεχωριστή, δικέρατη σελήνη.
Και είπα: «Απ’ την Άρτεμη αυτή είναι πιο θερμή:
πετάει μέσα σ’ αιθέρα αναστεναγμών –
ξεφαντώνει σε βασίλεια αναστεναγμών:
είδε τα δάκρυα που δε στέγνωσαν ακόμη
στις παρειές αυτές που το σκουλήκι ζει ακόμη
και διάβηκε απ’ τ’ άστρα του Λέοντα
να μας δείξει το ουράνιο μονοπάτι –
της γαλήνιας Λήθης το μονοπάτι,
βγήκε, ενάντια στο Λέοντα,
να μας φέξει με τα λαμπρά της μάτια –
πέρασε μέσ’ απ’ το άντρο του Λέοντα
με αγάπη στα φωτεινά της μάτια».
Αλλά η Ψυχή το δάχτυλό της ύψωσε
κι είπε: «Το άστρο αυτό το δυσπιστώ –
την ασυνήθιστη ωχρότητά του τη φοβούμαι: –
Αχ, σπεύσε! Να μη μείνουμε άλλο εδώ!
Να φύγουμε! Να πάμε! Μη χρονοτριβούμε!»
Με τρόμο μίλησε και άφησε να πέσουν
τα φτερά της και να συρθούν μέσα στη σκόνη –
αγωνιούσε κι έκλαιγε αφήνοντας να πέσουν
τα βαμβακένια της φτερά μέσα στη σκόνη –
και θλιβερά να σέρνονται μέσα στη σκόνη.
Και της απάντησα εγώ: «Όνειρο είναι απλά:
Ας συνεχίσουμε με το τρεμουλιαστό τούτο φως!
Ας μας λούσει το κρυστάλλινο τούτο φως!
Η σιβυλλική του αίγλη μας φέγγει λαμπρά
μ’ Ομορφιά κι Ελπίδα απόψε: –
Δες πώς τρεμοπαίζει στο στερέωμα απόψε!
Αχ, ασφαλώς να εμπιστευτούμε αυτή τη λάμψη,
και με σιγουριά θα μας πάει σωστά –
ασφαλώς να εμπιστευτούμε αυτή τη λάμψη,
και με σιγουριά θα μας πάει σωστά,
αφού τρεμοπαίζει στο στερέωμα απόψε».
Έτσι κανάκεψα την Ψυχή και τη φίλησα,
και την έβγαλα απ’ την κακοκεφιά της –
νικώντας τις φοβίες της και την κακοκεφιά της,
και στου ορίζοντα φτάσαμε το τέρμα,
αλλά σταματήσαμε στη θύρα ενός τύμβου –
στη θύρα ενός ενεπίγραφου τύμβου.
Κι είπα: «Τι γράφει εδώ, γλυκιά αδελφούλα
στη θύρα αυτού του ενεπίγραφου τύμβου;»
Απαντώντας μου είπε: «Ουλαλούμ – Ουλαλούμ –
είν’ ο τάφος της χαμένης σου Ουλαλούμ!»
Πελιδνή και μαύρη έγινε τότε η καρδιά μου
σαν τα φύλλα τα τριμμένα και ξερά –
σαν τα φύλλα τα μαραμένα και ξερά.
Κι ανέκραξα: «Ήταν όντως νύχτα του Οχτώβρη
σαν τη νύχτ’ αυτή την περσινή χρονιά.
που πορεύτηκα εδώ κάτω – διάβηκα δω κάτω –
που φορτίο τρομερό έφερα εδώ κάτω –
τούτη τη νύχτα απ’ όλες της χρονιάς,
ποιος δαίμονας μ’ έφερ’ εδώ φονιάς;
Πολύ καλά γνωρίζω τώρα τη μουντή λίμνη του Όβρη
την ομίχλη του μεσόκαμπου Γουήαρ –
πολύ καλά γνωρίζω τη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
και τα βρικολακιασμένα τούτα δάση του Γουήαρ.
(απόδοση, Βασίλης Κ. Μηλίτσης)
Edgar Allan Poe
Ulalume
The skies they were ashen and sober;
The leaves they were crisped and sere-
The leaves they were withering and sere;
It was night in the lonesome October
Of my most immemorial year;
It was hard by the dim lake of Auber,
In the misty mid region of Weir-
It was down by the dank tarn of Auber,
In the ghoul-haunted woodland of Weir.
Here once, through an alley Titanic,
Of cypress, I roamed with my Soul-
Of cypress, with Psyche, my Soul.
There were days when my heart was volcanic
As the scoriac rivers that roll-
As the lavas that restlessly roll
Their sulphurous currents down Yaanek
In the ultimate climes of the pole-
That groan as they roll down Mount Yaanek
In the realms of the boreal pole.
Our talk had been serious and sober,
But our thoughts they were palsied and sere-
Our memories were treacherous and sere-
For we knew not the month was October,
And we marked not the night of the year-
(Ah, night of all nights in the year!)
We noted not the dim lake of Auber-
(Though once we had journeyed down here),
Remembered not the dank tarn of Auber,
Nor the ghoul-haunted woodland of Weir.
And now, as the night was senescent,
And star-dials pointed to morn-
As the star-dials hinted of morn-
At the end of our path a liquescent
And nebulous lustre was born,
Out of which a miraculous crescent
Arose with a duplicate horn-
Astarte's bediamonded crescent
Distinct with its duplicate horn.
And I said- 'She is warmer than Dian:
She rolls through an ether of sighs-
She revels in a region of sighs:
She has seen that the tears are not dry on
These cheeks, where the worm never dies,
And has come past the stars of the Lion,
To point us the path to the skies-
To the Lethean peace of the skies-
Come up, in despite of the Lion,
To shine on us with her bright eyes-
Come up through the lair of the Lion,
With love in her luminous eyes.'
But Psyche, uplifting her finger,
Said- 'Sadly this star I mistrust-
Her pallor I strangely mistrust:-
Oh, hasten!- oh, let us not linger!
Oh, fly!- let us fly!- for we must.'
In terror she spoke, letting sink her
Wings until they trailed in the dust-
In agony sobbed, letting sink her
Plumes till they trailed in the dust-
Till they sorrowfully trailed in the dust.
I replied- 'This is nothing but dreaming:
Let us on by this tremulous light!
Let us bathe in this crystalline light!
Its Sybilic splendor is beaming
With Hope and in Beauty to-night:-
See!- it flickers up the sky through the night!
Ah, we safely may trust to its gleaming,
And be sure it will lead us aright-
We safely may trust to a gleaming
That cannot but guide us aright,
Since it flickers up to Heaven through the night.'
Thus I pacified Psyche and kissed her,
And tempted her out of her gloom-
And conquered her scruples and gloom;
And we passed to the end of the vista,
But were stopped by the door of a tomb-
By the door of a legended tomb;
And I said- 'What is written, sweet sister,
On the door of this legended tomb?'
She replied- 'Ulalume- Ulalume-
'Tis the vault of thy lost Ulalume!'
Then my heart it grew ashen and sober
As the leaves that were crisped and sere-
As the leaves that were withering and sere-
And I cried- 'It was surely October
On this very night of last year
That I journeyed- I journeyed down here-
That I brought a dread burden down here-
On this night of all nights in the year,
Ah, what demon has tempted me here?
Well I know, now, this dim lake of Auber-
This misty mid region of Weir-
Well I know, now, this dank tarn of Auber,
This ghoul-haunted woodland of Weir.'
Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015
Η κεντρική οδός δεν είναι πια δική μας...
Έλα, θα γείρω σαν δεντρί δοκιμασμένο
και μυστικά και φανερά θα τραγουδήσω
με μαγικούς ήχους βροχής και θρήνους,
με τις φωνές των κεραυνών, των κεντρισμένων ζώων μ' οργή και κλάμα ωκεανών και ραγισμένων βράχων...
Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Κοραλία Ανδρειάδη-Θεοτοκά
Η κεντρική οδός
Αυτή η κεντρική οδός δεν είναι πια δική μας
Δεν έχει χελιδόνι, δεν έχει ουρανό.
Μεταλλικός ο ήχος της τους τοίχους της σταυρώνει
Κι οι κήποι λησμονήθηκαν μες στων νεκρών τα μάτια.
Αυτή η κεντρική οδός αδιαφορεί στις φλόγες και στο αίμα
Γελάς κι η υπεροψία της καπνίζει
Βουλιάζεις στη μονοτονία της ασφάλτου
Τα βιαστικά σου βήματα, λαβύρινθος θανάτου.
Δέστε σκοινιά να κρατηθώ μέσα στις μνήμες
Με τ’ άσπρα δέντρα και τις πορφυρές σκιές,
Πάνω στα στήθη των ωραίων αγαλμάτων
Στη χάλκινη ακινησία των αλόγων
Μες στα χαμόγελα γυμνών παιδιών
Που σαν κοράλλια απολιθώθηκαν στην αγκαλιά της.
Τι ωφελούν τα συντριβάνια
Μέσα στη δυναστεία των ανέμων;
Η φωνή μου χάνεται στις φωνές του πλήθους,
Στα πέτρινα σπίτια, στους κρότους των μηχανών.
Πίσω απ’ τα κάγκελα οι θησαυροί,
Σκόνη πυκνή κι αμείλικτη σαν τελευταία κρίση.
Μακριά, με δροσερό κρασί
Και το πουλίς της Άνοιξης στα ουράνια.
Μακριά! Η κεντρική οδός δεν είναι πια δική μας.
*
-Έλα, θα γείρω να σου τραγουδήσω
τις νύχτες με φωνές πουλιών,
τα μεσημέρια με φωνές ανέμων και αγγέλων.
Έλα, θα γείρω σαν δεντρί δοκιμασμένο
και μυστικά και φανερά θα τραγουδήσω
με μαγικούς ήχους βροχής και θρήνους,
με τις φωνές των κεραυνών, των κεντρισμένων ζώων μ' οργή και κλάμα ωκεανών και ραγισμένων βράχων.
Έλα, πλησίασε.
Δες, πως χτυπάει τον αέρα μοναχός.
Άκουσε η ζωή πως ρέει...ρέει...
και μυστικά και φανερά θα τραγουδήσω
με μαγικούς ήχους βροχής και θρήνους,
με τις φωνές των κεραυνών, των κεντρισμένων ζώων μ' οργή και κλάμα ωκεανών και ραγισμένων βράχων...
Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Κοραλία Ανδρειάδη-Θεοτοκά
Η κεντρική οδός
Αυτή η κεντρική οδός δεν είναι πια δική μας
Δεν έχει χελιδόνι, δεν έχει ουρανό.
Μεταλλικός ο ήχος της τους τοίχους της σταυρώνει
Κι οι κήποι λησμονήθηκαν μες στων νεκρών τα μάτια.
Αυτή η κεντρική οδός αδιαφορεί στις φλόγες και στο αίμα
Γελάς κι η υπεροψία της καπνίζει
Βουλιάζεις στη μονοτονία της ασφάλτου
Τα βιαστικά σου βήματα, λαβύρινθος θανάτου.
Δέστε σκοινιά να κρατηθώ μέσα στις μνήμες
Με τ’ άσπρα δέντρα και τις πορφυρές σκιές,
Πάνω στα στήθη των ωραίων αγαλμάτων
Στη χάλκινη ακινησία των αλόγων
Μες στα χαμόγελα γυμνών παιδιών
Που σαν κοράλλια απολιθώθηκαν στην αγκαλιά της.
Τι ωφελούν τα συντριβάνια
Μέσα στη δυναστεία των ανέμων;
Η φωνή μου χάνεται στις φωνές του πλήθους,
Στα πέτρινα σπίτια, στους κρότους των μηχανών.
Πίσω απ’ τα κάγκελα οι θησαυροί,
Σκόνη πυκνή κι αμείλικτη σαν τελευταία κρίση.
Μακριά, με δροσερό κρασί
Και το πουλίς της Άνοιξης στα ουράνια.
Μακριά! Η κεντρική οδός δεν είναι πια δική μας.
*
-Έλα, θα γείρω να σου τραγουδήσω
τις νύχτες με φωνές πουλιών,
τα μεσημέρια με φωνές ανέμων και αγγέλων.
Έλα, θα γείρω σαν δεντρί δοκιμασμένο
και μυστικά και φανερά θα τραγουδήσω
με μαγικούς ήχους βροχής και θρήνους,
με τις φωνές των κεραυνών, των κεντρισμένων ζώων μ' οργή και κλάμα ωκεανών και ραγισμένων βράχων.
Έλα, πλησίασε.
Δες, πως χτυπάει τον αέρα μοναχός.
Άκουσε η ζωή πως ρέει...ρέει...
Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015
28η Οκτωβρίου 1940
Από τις αναμνήσεις του Γιώργου Θεοτοκά και του Ιωάννη Γεωργάκη...
Σιγά-σιγά η Αθήνα παίρνει το ύφος των μεγάλων εθνικών εορτών, κάτι που θυμίζει λ.χ. τα Εκατόχρονα της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά πιο αυθόρμητα, πιο νεανικά. Καιρός θαυμάσιος, καταγάλανος ουρανός. Πλήθη νέων έχουν χυθεί στους κεντρικούς δρόμους με λάβαρα, σημαίες, δάφνες, μουσικές. Ο κόσμος συμμετέχει σ’ αυτές τις εκδηλώσεις, χειροκροτεί, ζητωκραυγάζει. Είχα πολλά, πάρα πολλά χρόνια να δω τέτοιον ενθουσιασμό στην Αθήνα. Αισθάνεται κανείς ένα πάθος μες τον αέρα, ένα φανατισμό, μια λεβεντιά. Ξύπνησε το ελληνικό φιλότιμο, είναι κάτι ωραίο. Και μια τέλεια εθνική ενότητα. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου, που αισθάνομαι τέτοια ομόνοια να βασιλεύει στον τόπο...
Γιώργος Θεοτοκάς
Τετράδια ημερολογίου (1939-1945)
(απόσπασμα)
Κηφισιά, Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940.
Ξυπνώ με τις καμπάνες, που σημαίνουν την κήρυξη του πολέμου και τον πρώτο συναγερμό. Ο ωραιότατος καιρός, οι καμπανοκρουσίες, κάποια κίνηση ιδιαίτερη, κάποια έξαψη, που αισθάνομαι αμέσως τριγύρω μου, στο σπίτι, στον δρόμο, στα άλλα σπίτια και στους κήπους, όλα αυτά προσδίδουν από την πρώτη στιγμή στην ημέρα, που αρχίζει μια όψη εορτάσιμη, πανηγυρική. Η πρώτη μου σκέψη είναι: “Το μεσημέρι, το αργότερο, θα έρθουν τα αεροπλάνα να μας βομβαρδίσουν”.
Ξεκινώ για την Αθήνα νωρίτερα από τη συνηθισμένη μου ώρα. Στο δρόμο, ενώ πηγαίνω προς τον Πλάτανο να πάρω το λεωφορείο, με συνοδεύει μια γριά προσφυγίνα, μαγείρισσα σε κάποιο σπίτι, που τρέχει να πάει στον Πειραιά να δει τι γίνονται τα παιδιά της. Είναι πανικόβλητη, μου μιλά για την καταστροφή της Σμύρνης, για τα πτώματα στους δρόμους.
Στο λεωφορείο διαβάζω την εφημερίδα και ξεχνιέμαι. Οι επιβάτες μιλούν για τον πόλεμο με πολλή ψυχραιμία και κάποτε με ευθυμία.
Μετά τους Αμπελόκηπους, μπαίνοντας στην Αθήνα, αντικρίζω την πρώτη πολεμική εικόνα και αισθάνομαι την πρώτη συγκίνηση της ημέρας. Μια στρατιωτική μονάδα φεύγει από τα Παραπήγματα. Οι στρατιώτες είναι άοπλοι. Είναι πολύ νέοι και καλά ντυμένοι. Γελούν, τραγουδούν, κάνουν σαν παιδιά, που ξεκινούν και πορεύονται σε μια ευχάριστη εκδρομή. Μες το λεωφορείο μια γυναίκα ξαφνικά αρχίζει να κλαίει με λυγμούς, μια άλλη κλαίει κρυφά, στρέφει το πρόσωπό της προς τα έξω, για να μην τη δουν.
Φτάνω στο γραφείο και ύστερα βγαίνω στην οδό Βουκουρεστίου. Παντού υπάρχει μια κίνηση ασυνήθιστη, αλλά τίποτε που να μοιάζει με φόβο. Ο κόσμος είναι γενναίος και εύθυμος, πηγαινοέρχεται στους δρόμους, συζητεί με θέρμη, αλλά χωρίς υπερβολική νευρικότητα.
Ξαναβρίσκω όλη την απάθειά μου, που είχε θαρρείς κλονιστεί για μια στιγμή στο λεωφορείο. Αισθάνομαι ότι ανήκω σ’ ένα σύνολο, που δεν έχασε την αυτοπειθαρχία του. Το αίσθημα αυτό μου γεννά κάποια υπερηφάνεια.
Στη γωνία Βουκουρεστίου και Σταδίου μια αρκετά μεγάλη διαδήλωση νέων έχει επιτεθεί στα γραφεία της ιταλικής αεροπορικής εταιρείας Ala Litoria. Σπάζουν τις πόρτες, μπαίνουν μέσα και τα σπάζουν όλα, γεμίζουν το δρόμο με συντρίμμια και χαρτιά. Το νεανικό πλήθος φωνάζει και γελά. Αισθάνομαι ότι μου μεταδίδει τον ενθουσιασμό του, φωνάζω και εγώ και γελώ.
Σιγά-σιγά η Αθήνα παίρνει το ύφος των μεγάλων εθνικών εορτών, κάτι που θυμίζει λ.χ. τα Εκατόχρονα της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά πιο αυθόρμητα, πιο νεανικά. Καιρός θαυμάσιος, καταγάλανος ουρανός. Πλήθη νέων έχουν χυθεί στους κεντρικούς δρόμους με λάβαρα, σημαίες, δάφνες, μουσικές. Ο κόσμος συμμετέχει σ’ αυτές τις εκδηλώσεις, χειροκροτεί, ζητωκραυγάζει. Είχα πολλά, πάρα πολλά χρόνια να δω τέτοιον ενθουσιασμό στην Αθήνα. Αισθάνεται κανείς ένα πάθος μες τον αέρα, ένα φανατισμό, μια λεβεντιά. Ξύπνησε το ελληνικό φιλότιμο, είναι κάτι ωραίο. Και μια τέλεια εθνική ενότητα. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου, που αισθάνομαι τέτοια ομόνοια να βασιλεύει στον τόπο.
Κανείς δεν σκέπτεται αυτή τη στιγμή ότι ο εχθρός είναι δέκα φορές ισχυρότερος, ότι ο θάνατος κρέμεται από πάνω μας μέσα σ’ αυτόν τον λαμπρό ουρανό. Αισθάνομαι μια μεγάλη αγάπη για τον ελληνικό λαό, μια αγάπη γεμάτη αλληλεγγύη, στοργή και αντρική εκτίμηση. Είναι ένας όμορφος, λεβέντικος, ευγενικός και έξυπνος λαός, είναι ένας λαός που αξίζει περισσότερο από ορισμένους μεγάλους λαούς του κόσμου και ασφαλώς πολύ περισσότερο απ’ αυτούς τους ξιπασμένους, που ξεκίνησαν σήμερα να μας κατακτήσουν.
Μου κάνει εντύπωση πως όλες οι εκδηλώσεις της Αθήνας σήμερα, ακόμα και οι εκδηλώσεις που έχουν ένα τόνο μίσους και βίας, γίνονται με κάποιο ύφος αυθόρμητης ευγένειας, με κάποια αξιοπρέπεια, με κάποιον ορμέφυτο πολιτισμό, που απεχθάνεται τη χυδαιότητα. Στις κρίσιμες ώρες οι Ελληνες βρίσκουν τον πιο αληθινό εαυτό τους, ενώ στις ομαλές περιπτώσεις συμβαίνει τόσο συχνά να τον ξεχνούν!
Επιστρέφω στο γραφείο ύστερα από αρκετή ώρα, αφού συναντώ στην οδό Σταδίου ένα σωρό φίλους, τον Κατσίμπαλη, τον Δημαρά, τον Σεφέρη, τον Ελύτη και άλλους.
Στον δρόμο με βρίσκει συναγερμός. Δεν κάνει αίσθηση σε κανέναν, ο κόσμος περιδιαβάζει σαν να μη συνέβαινε τίποτα, ψάχνει να δει τα αεροπλάνα στον ουρανό. Οταν φτάνω στο γραφείο, αντηχούν τα πρώτα αντιαεροπορικά πυρά, που μοιάζουν πολύ κοντινά. Κατεβαίνει όλη η πολυκατοικία στο καταφύγιο.
Ξαναβγαίνω σε λίγο και συναντώ τον Σαραντίδη και τον Βακαλόπουλο. Ο τελευταίος συγκρίνει την εορτάσιμη όψη της Αθήνας με την όψη που είχε το Παρίσι τη μέρα που η Γαλλία κήρυξε τον πόλεμο και μιλά για την κατήφεια και τη μελαγχολία των Γάλλων. Υστερα συναντώ τον διπλωμάτη Νικολαρεΐζη, που μόλις έφτασε από το Αργυρόκαστρο, όπου ήταν υποπρόξενος. Μου κάνει λόγο για τη στρατιωτική κατάσταση στην Ηπειρο, για το χαμηλό ηθικό των Ιταλών, για το εξαίρετο ηθικό των δικών μας. Στον δρόμο ξανά συναγερμός, αντιαεροπορικά πυρά κλπ. Πηγαίνω στο σπίτι, προσπαθώ να διαβάσω Σολωμό, ενώ αντηχεί ξανά συναγερμός. Κλείνω το βιβλίο, αλλά μένω στο δωμάτιό μου και δε συλλογίζομαι να βγω έξω και να προφυλαχτώ.
Αργότερα περιδιαβάζω στην Αθήνα, παρακολουθώ την κίνηση των επιστράτων, που πηγαίνουν συνεχώς να καταταγούν. Γελούν, φλυαρούν, χειρονομούν ζωηρά. Ως τις 5μ.μ. περίπου που φεύγω για την Κηφισιά, η Αθήνα διατηρεί την εορτάσιμη όψη της.
Το βράδυ επικράτησε μαυρίλα και ησυχία βαριά. Παράξενη ησυχία. Περίμενα ότι θα είχαν συμβεί περισσότερα γεγονότα. Στην Πάτρα σκότωσαν τα αεροπλάνα αρκετό κόσμο και εξάλλου έχομε και τη νύχτα μπροστά μας. Αν ζήσομε, θα έχομε να διηγούμαστε ενδιαφέρουσες ιστορίες...
*
Μέρες του '40
Μνήμες του καθηγητή Ιωάννη Γεωργάκη
(Εκπομπή ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ)
ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ '40 - ΜΝΗΜΕΣ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΙΩΑΝ.ΓΕΩΡΓΑΚΗ
Σιγά-σιγά η Αθήνα παίρνει το ύφος των μεγάλων εθνικών εορτών, κάτι που θυμίζει λ.χ. τα Εκατόχρονα της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά πιο αυθόρμητα, πιο νεανικά. Καιρός θαυμάσιος, καταγάλανος ουρανός. Πλήθη νέων έχουν χυθεί στους κεντρικούς δρόμους με λάβαρα, σημαίες, δάφνες, μουσικές. Ο κόσμος συμμετέχει σ’ αυτές τις εκδηλώσεις, χειροκροτεί, ζητωκραυγάζει. Είχα πολλά, πάρα πολλά χρόνια να δω τέτοιον ενθουσιασμό στην Αθήνα. Αισθάνεται κανείς ένα πάθος μες τον αέρα, ένα φανατισμό, μια λεβεντιά. Ξύπνησε το ελληνικό φιλότιμο, είναι κάτι ωραίο. Και μια τέλεια εθνική ενότητα. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου, που αισθάνομαι τέτοια ομόνοια να βασιλεύει στον τόπο...
Τετράδια ημερολογίου (1939-1945)
(απόσπασμα)
Κηφισιά, Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940.
Ξυπνώ με τις καμπάνες, που σημαίνουν την κήρυξη του πολέμου και τον πρώτο συναγερμό. Ο ωραιότατος καιρός, οι καμπανοκρουσίες, κάποια κίνηση ιδιαίτερη, κάποια έξαψη, που αισθάνομαι αμέσως τριγύρω μου, στο σπίτι, στον δρόμο, στα άλλα σπίτια και στους κήπους, όλα αυτά προσδίδουν από την πρώτη στιγμή στην ημέρα, που αρχίζει μια όψη εορτάσιμη, πανηγυρική. Η πρώτη μου σκέψη είναι: “Το μεσημέρι, το αργότερο, θα έρθουν τα αεροπλάνα να μας βομβαρδίσουν”.
Ξεκινώ για την Αθήνα νωρίτερα από τη συνηθισμένη μου ώρα. Στο δρόμο, ενώ πηγαίνω προς τον Πλάτανο να πάρω το λεωφορείο, με συνοδεύει μια γριά προσφυγίνα, μαγείρισσα σε κάποιο σπίτι, που τρέχει να πάει στον Πειραιά να δει τι γίνονται τα παιδιά της. Είναι πανικόβλητη, μου μιλά για την καταστροφή της Σμύρνης, για τα πτώματα στους δρόμους.
Στο λεωφορείο διαβάζω την εφημερίδα και ξεχνιέμαι. Οι επιβάτες μιλούν για τον πόλεμο με πολλή ψυχραιμία και κάποτε με ευθυμία.
Μετά τους Αμπελόκηπους, μπαίνοντας στην Αθήνα, αντικρίζω την πρώτη πολεμική εικόνα και αισθάνομαι την πρώτη συγκίνηση της ημέρας. Μια στρατιωτική μονάδα φεύγει από τα Παραπήγματα. Οι στρατιώτες είναι άοπλοι. Είναι πολύ νέοι και καλά ντυμένοι. Γελούν, τραγουδούν, κάνουν σαν παιδιά, που ξεκινούν και πορεύονται σε μια ευχάριστη εκδρομή. Μες το λεωφορείο μια γυναίκα ξαφνικά αρχίζει να κλαίει με λυγμούς, μια άλλη κλαίει κρυφά, στρέφει το πρόσωπό της προς τα έξω, για να μην τη δουν.Φτάνω στο γραφείο και ύστερα βγαίνω στην οδό Βουκουρεστίου. Παντού υπάρχει μια κίνηση ασυνήθιστη, αλλά τίποτε που να μοιάζει με φόβο. Ο κόσμος είναι γενναίος και εύθυμος, πηγαινοέρχεται στους δρόμους, συζητεί με θέρμη, αλλά χωρίς υπερβολική νευρικότητα.
Ξαναβρίσκω όλη την απάθειά μου, που είχε θαρρείς κλονιστεί για μια στιγμή στο λεωφορείο. Αισθάνομαι ότι ανήκω σ’ ένα σύνολο, που δεν έχασε την αυτοπειθαρχία του. Το αίσθημα αυτό μου γεννά κάποια υπερηφάνεια.
Στη γωνία Βουκουρεστίου και Σταδίου μια αρκετά μεγάλη διαδήλωση νέων έχει επιτεθεί στα γραφεία της ιταλικής αεροπορικής εταιρείας Ala Litoria. Σπάζουν τις πόρτες, μπαίνουν μέσα και τα σπάζουν όλα, γεμίζουν το δρόμο με συντρίμμια και χαρτιά. Το νεανικό πλήθος φωνάζει και γελά. Αισθάνομαι ότι μου μεταδίδει τον ενθουσιασμό του, φωνάζω και εγώ και γελώ.
Σιγά-σιγά η Αθήνα παίρνει το ύφος των μεγάλων εθνικών εορτών, κάτι που θυμίζει λ.χ. τα Εκατόχρονα της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά πιο αυθόρμητα, πιο νεανικά. Καιρός θαυμάσιος, καταγάλανος ουρανός. Πλήθη νέων έχουν χυθεί στους κεντρικούς δρόμους με λάβαρα, σημαίες, δάφνες, μουσικές. Ο κόσμος συμμετέχει σ’ αυτές τις εκδηλώσεις, χειροκροτεί, ζητωκραυγάζει. Είχα πολλά, πάρα πολλά χρόνια να δω τέτοιον ενθουσιασμό στην Αθήνα. Αισθάνεται κανείς ένα πάθος μες τον αέρα, ένα φανατισμό, μια λεβεντιά. Ξύπνησε το ελληνικό φιλότιμο, είναι κάτι ωραίο. Και μια τέλεια εθνική ενότητα. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου, που αισθάνομαι τέτοια ομόνοια να βασιλεύει στον τόπο.
Κανείς δεν σκέπτεται αυτή τη στιγμή ότι ο εχθρός είναι δέκα φορές ισχυρότερος, ότι ο θάνατος κρέμεται από πάνω μας μέσα σ’ αυτόν τον λαμπρό ουρανό. Αισθάνομαι μια μεγάλη αγάπη για τον ελληνικό λαό, μια αγάπη γεμάτη αλληλεγγύη, στοργή και αντρική εκτίμηση. Είναι ένας όμορφος, λεβέντικος, ευγενικός και έξυπνος λαός, είναι ένας λαός που αξίζει περισσότερο από ορισμένους μεγάλους λαούς του κόσμου και ασφαλώς πολύ περισσότερο απ’ αυτούς τους ξιπασμένους, που ξεκίνησαν σήμερα να μας κατακτήσουν.
Μου κάνει εντύπωση πως όλες οι εκδηλώσεις της Αθήνας σήμερα, ακόμα και οι εκδηλώσεις που έχουν ένα τόνο μίσους και βίας, γίνονται με κάποιο ύφος αυθόρμητης ευγένειας, με κάποια αξιοπρέπεια, με κάποιον ορμέφυτο πολιτισμό, που απεχθάνεται τη χυδαιότητα. Στις κρίσιμες ώρες οι Ελληνες βρίσκουν τον πιο αληθινό εαυτό τους, ενώ στις ομαλές περιπτώσεις συμβαίνει τόσο συχνά να τον ξεχνούν!
Επιστρέφω στο γραφείο ύστερα από αρκετή ώρα, αφού συναντώ στην οδό Σταδίου ένα σωρό φίλους, τον Κατσίμπαλη, τον Δημαρά, τον Σεφέρη, τον Ελύτη και άλλους.
Στον δρόμο με βρίσκει συναγερμός. Δεν κάνει αίσθηση σε κανέναν, ο κόσμος περιδιαβάζει σαν να μη συνέβαινε τίποτα, ψάχνει να δει τα αεροπλάνα στον ουρανό. Οταν φτάνω στο γραφείο, αντηχούν τα πρώτα αντιαεροπορικά πυρά, που μοιάζουν πολύ κοντινά. Κατεβαίνει όλη η πολυκατοικία στο καταφύγιο.
Αργότερα περιδιαβάζω στην Αθήνα, παρακολουθώ την κίνηση των επιστράτων, που πηγαίνουν συνεχώς να καταταγούν. Γελούν, φλυαρούν, χειρονομούν ζωηρά. Ως τις 5μ.μ. περίπου που φεύγω για την Κηφισιά, η Αθήνα διατηρεί την εορτάσιμη όψη της.
Το βράδυ επικράτησε μαυρίλα και ησυχία βαριά. Παράξενη ησυχία. Περίμενα ότι θα είχαν συμβεί περισσότερα γεγονότα. Στην Πάτρα σκότωσαν τα αεροπλάνα αρκετό κόσμο και εξάλλου έχομε και τη νύχτα μπροστά μας. Αν ζήσομε, θα έχομε να διηγούμαστε ενδιαφέρουσες ιστορίες...
*
Μέρες του '40
Μνήμες του καθηγητή Ιωάννη Γεωργάκη
(Εκπομπή ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ)
ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ '40 - ΜΝΗΜΕΣ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΙΩΑΝ.ΓΕΩΡΓΑΚΗ
Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2015
Μια συμπλέκουν, μια ξεμπλέκουν...
Εις αυτόν τον κάτω τόπον
των φθαρτών της γης ανθρώπων
όλες μας οι ευτυχίες
είν' της πλάνης φαντασίες...
των φθαρτών της γης ανθρώπων
όλες μας οι ευτυχίες
είν' της πλάνης φαντασίες...
Αθανάσιος Χριστόπουλος
Λυρικά - ΙΙΙ Βάκχος
Φύσις
Μοῖρες μου πολυτεχνίτρες,
τῆς ζωῆς μας κυβερνῆτρες
τί
πεθαίνω, ἂν γεννιοῦμαι;
κι
ἂν πεθαίνω, τί γεννιοῦμαι;
Ἄνθρωπε οἱ Μοῖρες λέγουν
ὅτι εἰς τοῦτο δὲν σὲ φταίγουν
καὶ αὐτὴν τὴν κωμωδία
σὲ
τὴν παίζουν τὰ στοιχεῖα.
Ζωντανά ‘ναι, τρέχουν, σμίγουν
κι
εὐθὺς πάλ’ ἐκεῖ ξεσμίγουν.
Μιὰ συμπλέκουν, μιὰ ξεμπλέκουν
καὶ ποτὲ ποσῶς δὲν στέκουν.
Ὅλη τέτοια εἶν’ ἐπίσης
ἡ
παντάστατή τους φύσις˙
κι
ἀπ’ αὐτὴν λοιπὸν στοχάσου,
τρέχ’ ἡ γέννα κι ἡ φθορά σου.
Ὁ σωρός τους ὁ σμιγμένος
εἶσ’ ἐσὺ ὁ γεννημένος
κι
ὁ σωρός τους ὁ ξεσμιγμένος
εἶσ’ ἐσὺ ὁ πεθαμένος.
Τοῦτο ξεῦρε το καὶ γέλα
κι
ἔλ’ νὰ πᾶμε στὴ βαρέλα,
νὰ
ρωτήσουμε κι ἐκείνη
τί
ἀπόκριση μᾶς δίνει.
Φροντίς
Φροντίς
Τί
μὲ μέλει; τί φροντίζω;
κι ἂν φροντίζω τί ἐλπίζω;
καὶ τί τάχα καρτερῶ;
Νὰ πηδήξω νὰ πετάξω
τὸ μελλούμενο ν’ ἀλλάξω
παντελῶς δὲν ἠμπορῶ.
Ὅ,τ’ ἡ Μοίρα διορίσει
δὲν εἶν’ τρόπος νὰ γυρίσει,
θὰ γενεῖ καὶ θὰ γενεῖ.
Ὅλα τ’ ἄλλα εἶν’ χαμένα
οὔτε γίνεται κανένα,
ἂν αὐτὴν δὲν τὴν φανεῖ.
Νέος εἶμαι; θὰ γεράσω,
τὴν ζωή μου θὰ τὴν χάσω
καὶ σὰν ἥσκιος θὰ σβησθῶ.
Ὅσα κάμω καὶ πασχίσω,
εἰς τὸν κόσμον θὰ τ’ ἀφήσω
καὶ γυμνὸς θ’ ἀφανισθῶ.
Τὸ λοιπόν, γιατί φροντίδες;
γιατί φόβοι καὶ ἐλπίδες,
γιατί τόση ταραχή;
Βάκχε, φίλε κοίμισέ με˙
Ἔρωτά μου, ξύπνησέ με,
ὅταν φέξει τὸ ταχύ.
Ματαιότης
Εἰς αὐτὸν τὸν κάτω τόπον
τῶν φθαρτῶν τῆς γῆς ἀνθρώπων
ὅλες μας οἱ εὐτυχίες
εἶν’ τῆς πλάνης φαντασίες.
Πλοῦτος, δόξα μεγαλεῖα,
γνώση, μάθηση, σοφία
εἶναι ἥσκιος καὶ ἀέρας
καὶ ὀνείρατα ἡμέρας.
Μιά ‘ναι μόνον εὐτυχία,
ἡ ἀτάραχη ὑγεία:
Νὰ μπορεῖς νὰ τρῶς, νὰ πίνεις,
κι ἀγκαλιὰ νὰ μὴν ἀφήνεις!
Φίλοι, φίλοι μὴ πλανάστε˙
φᾶτε, πιέτε κι ἀγκαλιάστε.
Ἡδονή ‘ναι τούτη μόνη
κι ὅλα τ’ ἄλλα πλάνοι πόνοι.
κι ἂν φροντίζω τί ἐλπίζω;
καὶ τί τάχα καρτερῶ;
Νὰ πηδήξω νὰ πετάξω
τὸ μελλούμενο ν’ ἀλλάξω
παντελῶς δὲν ἠμπορῶ.
Ὅ,τ’ ἡ Μοίρα διορίσει
δὲν εἶν’ τρόπος νὰ γυρίσει,
θὰ γενεῖ καὶ θὰ γενεῖ.
Ὅλα τ’ ἄλλα εἶν’ χαμένα
οὔτε γίνεται κανένα,
ἂν αὐτὴν δὲν τὴν φανεῖ.
Νέος εἶμαι; θὰ γεράσω,
τὴν ζωή μου θὰ τὴν χάσω
καὶ σὰν ἥσκιος θὰ σβησθῶ.
Ὅσα κάμω καὶ πασχίσω,
εἰς τὸν κόσμον θὰ τ’ ἀφήσω
καὶ γυμνὸς θ’ ἀφανισθῶ.
Τὸ λοιπόν, γιατί φροντίδες;
γιατί φόβοι καὶ ἐλπίδες,
γιατί τόση ταραχή;
Βάκχε, φίλε κοίμισέ με˙
Ἔρωτά μου, ξύπνησέ με,
ὅταν φέξει τὸ ταχύ.
Ματαιότης
Εἰς αὐτὸν τὸν κάτω τόπον
τῶν φθαρτῶν τῆς γῆς ἀνθρώπων
ὅλες μας οἱ εὐτυχίες
εἶν’ τῆς πλάνης φαντασίες.
Πλοῦτος, δόξα μεγαλεῖα,
γνώση, μάθηση, σοφία
εἶναι ἥσκιος καὶ ἀέρας
καὶ ὀνείρατα ἡμέρας.
Μιά ‘ναι μόνον εὐτυχία,
ἡ ἀτάραχη ὑγεία:
Νὰ μπορεῖς νὰ τρῶς, νὰ πίνεις,
κι ἀγκαλιὰ νὰ μὴν ἀφήνεις!
Φίλοι, φίλοι μὴ πλανάστε˙
φᾶτε, πιέτε κι ἀγκαλιάστε.
Ἡδονή ‘ναι τούτη μόνη
κι ὅλα τ’ ἄλλα πλάνοι πόνοι.
Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015
Mελαγχολεί και πάει...
Μέσα στον απέραντο ουρανό
Ο λίγος χρόνος των πουλιών
Είναι λύπη;
Είναι χαρά;...
Γιάννης Σταύρου, Αμυγδαλιές στην Αττική, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Γιώργος Σαραντάρης
Ταξίδι
Kάτω από ένα πεύκο
O αγέρας δε φυσούσε
Tραγούδαγε τον ύπνο
Mια κοπέλα
Kάτω από τον ύπνο
H αναπνοή μας φύλαγε
H αυγή
Nα περάσει το ρέμα
Ήταν νύχτα
Ποιος ξέρει
Aν δε γεννηθήκαμε
Tότε
Σαν κλείνουμε τα μάτια
Φοβούμαστε και τώρα
Mήπως γίνουμε ξένοι
O ένας στον άλλο
Aλλά τότε δεν έφταιγε
Παρεκτός η καρδιά μας
Mας αγαπούσε η θάλασσα
Mας αγαπούσε ο ύπνος
Σήμερα η μπόρα πέρασε
Θα μας σηκώσει ο Θεός
Θα μας φιλήσει
Θα γίνουμε παιδιά του
Πάνω στη χλόη
O στοχασμός μας τρέχει
Mελαγχολεί σα μέλισσα
Mελαγχολεί και πάει
Kαι καβαλάρης ο άνεμος
Mπροστά του περπατάει
Kαι χαιρετάει τα σύννεφα
Kαι αψηφά τη γη
Ο λίγος χρόνος των πουλιών
Μέσα στον απέραντο ουρανό
Ο λίγος χρόνος των πουλιών
Είναι λύπη;
Είναι χαρά;
Το φως έρχεται
Εκλέγει τα πουλιά
Το φως δεν καταστρέφει
Ανάμεσά μας πάντοτε ένας
Εκείνος που μαθαίνει τα νιάτα τ' ουρανού
Και που πετάει με τα πουλιά
Μέσα στον αιθέρα.
Ο λίγος χρόνος των πουλιών
Είναι λύπη;
Είναι χαρά;...
Γιάννης Σταύρου, Αμυγδαλιές στην Αττική, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Γιώργος Σαραντάρης
Ταξίδι
Kάτω από ένα πεύκο
O αγέρας δε φυσούσε
Tραγούδαγε τον ύπνο
Mια κοπέλα
Kάτω από τον ύπνο
H αναπνοή μας φύλαγε
H αυγή
Nα περάσει το ρέμα
Ήταν νύχτα
Ποιος ξέρει
Aν δε γεννηθήκαμε
Tότε
Σαν κλείνουμε τα μάτια
Φοβούμαστε και τώρα
Mήπως γίνουμε ξένοι
O ένας στον άλλο
Aλλά τότε δεν έφταιγε
Παρεκτός η καρδιά μας
Mας αγαπούσε η θάλασσα
Mας αγαπούσε ο ύπνος
Σήμερα η μπόρα πέρασε
Θα μας σηκώσει ο Θεός
Θα μας φιλήσει
Θα γίνουμε παιδιά του
Πάνω στη χλόη
O στοχασμός μας τρέχει
Mελαγχολεί σα μέλισσα
Mελαγχολεί και πάει
Kαι καβαλάρης ο άνεμος
Mπροστά του περπατάει
Kαι χαιρετάει τα σύννεφα
Kαι αψηφά τη γη
Ο λίγος χρόνος των πουλιών
Μέσα στον απέραντο ουρανό
Ο λίγος χρόνος των πουλιών
Είναι λύπη;
Είναι χαρά;
Το φως έρχεται
Εκλέγει τα πουλιά
Το φως δεν καταστρέφει
Ανάμεσά μας πάντοτε ένας
Εκείνος που μαθαίνει τα νιάτα τ' ουρανού
Και που πετάει με τα πουλιά
Μέσα στον αιθέρα.
Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015
Ξέπεσαν, αποκτηνώθηκαν...
σ' ένα τοπίο όπως αυτό της Αρκαδίας που είναι αύθαδες και
τραχύ, ψυχρό και στυγνό, ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να
αντιμετωπισθεί η ακαμψία πού φέρνει στην ψυχή ο σκληρός και επίπονος
βίος είναι η μουσική. Η έκφραση της αγριότητας πού σκόρπισαν τα γεγονότα
της Κύναιθας σ' όλον τον τόπο δεν ήταν τίποτε άλλο από την γκριμάτσα
της ζωής που έχασε την μουσική της.
Έχασαν τον ρυθμό τους. Ξέπεσαν, αποκτηνώθηκαν...
Γιάννης Σταύρου, Βιβλίο & τριαντάφυλλα, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Τάκης Θεοδωρόπουλος
Το μουσικό υπόβαθρο του κόσμου
Γύρω στο τέλος του τρίτου προ Χριστού αιώνα, στην Κύναιθα της ορεινής Αρκαδίας η εγκληματική δραστηριότης δεν είναι πλέον προνόμιο των λίγων αποδιοπομπαίων εξαιρέσεων. Πρώην ευυπόληπτοι πολίτες μεταμορφώνονται σε αχόρταγους ληστές, χωρίς καν να μπουν στον κόπο να τηρήσουν τα προσχήματα, οι βιασμοί ανηλίκων και γυναικών είναι καθημερινοί και τίποτε δεν εμποδίζει τους κατέχοντες ευκαιριακά την εξουσία να δολοφονήσουν εν ψυχρώ τους αντίπαλους τους αφού δημεύσουν τις περιουσίες τους. Οι υπόλοιπες πόλεις του αρκαδικού κοινού έχουν γεμίσει από φυγάδες Κυναιθείς. Προσπαθούν να γλυτώσουν από τις συνοπτικές διαδικασίες μιας παραφοράς που όσο πιο ανεξέλεγκτη είναι τόσο πιο αναι τιολόγητη μοιάζει.
Καμμία στρατηγική ή πολιτική σκοπιμότης δεν μπορεί να εξηγήσει το φαινόμενο. Μακριά από τους μεγάλους δρόμους της ιστορίας, που πάντα δικαιολογούν τέτοιες παρεκτροπές, οι κάτοικοι της μικρής πολιτείας, εγκλωβισμένοι στα υψόμετρα της Αρκαδίας, έχουν γίνει έρμαια της κακοφορμισμένης βίας.
Η κατάσταση αυτή, όπως μας πληροφορεί ο Πολύβιος, τράβηξε για μιά δεκαετία περίπου, και η έκβαση της θυμίζει ομαδική αυτοκτονία.
Καμμιά τρακοσαριά εξόριστοι Κυναιθείς συμφωνούν με αυτούς που τους εξόρισαν να επιστρέψουν στην πόλη. Κι από κει, παραβαίνοντας τους όρκους που έχουν δώσει, διαπραγματεύονται την παράδοση της Κύναιθας στον Δωρίμαχο, τον στρατηγό των Αιτωλών που την εποχή εκείνη λυμαίνονταν την Πελοπόννησο. Οι λεπτομέρειες, οι σκάλες που έστησαν πάνω στα τείχη για να διευκολύνουν την πρόσβαση, ο δόλος που χρησιμοποίησαν για να ανοίξουν την τελευταία στιγμή τις πύλες, δεν έχουν τόση σημασία.
Σημασία έχει ότι ο στρατηγός μόλις μπει στην πόλη, αφού σφάξει όσους του αντιστάθηκαν, θα καταδικάσει σε θάνατο κι αυτούς που τον βοήθησαν:
"των αδίκων έργων εν τούτ' έπραξαν δικαιότατον", θα συμπεράνει ο ιστορικός για τους Αιτωλούς.
Όσοι καταφέρουν να γλιτώσουν θα περιφέρονται για μερικούς μήνες στις υπόλοιπες αρκαδικές πολιτείες ζητώντας άσυλο. Καμμία δεν θα τους δεχθεί. Οι Μαντινείς μάλιστα, μετά το πέρασμα τους, θα κάνουν καθαρτήριες τελετές και θα περιφέρουν τα σφάγια κυκλικά γύρω από τα μέρη που είχαν πατήσει οι φυγάδες για να βεβαιωθούν ότι το μίασμα δεν θα μολύνει τις ψυχές τους. Τέσσερις αιώνες αργότερα ο Παυσανίας που θα περάσει από την Κύναιθα δεν θα βρει παρά μόνον μερικά ερείπια, τα τελευταία σιωπηλά ίχνη μιας πολιτείας που κάποτε υπήρξε μεγάλη.
Το συμπέρασμα του Πολύβιου που εντάσσει τα γεγονότα στα επεισόδια του λεγόμενου "Συμμαχικού Πολέμου" είναι κατηγορηματικό: Οι Κυναιθείς δίκαια έπαθαν ό,τι έπαθαν. Και η ερμηνεία με την οποίαν προσπαθεί να επουλώσει την τραυματική για όλους τους Αρκάδες εμπειρία — σ' αυτήν λέγεται πως αναφέρονταν οι προφορικές παραδόσεις της περιοχής για πολλούς αιώνες — επειδή ακριβώς ακούγεται εκ πρώτης όψεως παράδοξα απλοϊκή, μοιάσει περισσότερο πειστική. Πώς αλλοιώς να εξηγήσει κανείς την τόσο ακραία συμπεριφορά αν δεν ανατρέξει σε πρωτογενείς χειρονομίες, αυτές που το οικοδόμημα του εκλεπτυσμένου λόγου παλεύει να θάψει κάτω απ' τις πολύπλοκες περιστροφές του;
Οι Κυναιθείς εξαγριώθηκαν, αποθηριώθηκαν γιατί, για κάποιους λογούς αμέλησαν την πατροπαράδοτη μουσική παιδεία των Αρκάδων, λέει ο Πολύβιος. Και συνεχίζει: σ' ένα τοπίο όπως αυτό της Αρκαδίας που είναι αύθαδες και τραχύ, ψυχρό και στυγνό, ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να αντιμετωπισθεί η ακαμψία πού φέρνει στην ψυχή ο σκληρός και επίπονος βίος είναι η μουσική. Η έκφραση της αγριότητας πού σκόρπισαν τα γεγονότα της Κύναιθας σ' όλον τον τόπο δεν ήταν τίποτε άλλο από την γκριμάτσα της ζωής που έχασε την μουσική της.
Έχασαν τον ρυθμό τους.
Ξέπεσαν, αποκτηνώθηκαν.
Λέγεται πως το "αρκαδικόν κοινόν", μιά από τις πρώτες, αν όχι η πρώτη ομοσπονδία ελληνικών πόλεων πού εμφανίστηκε στην ιστορία, δεν στηρίχθηκε ούτε στην κοινή πολιτική οργάνωση όλων αυτών των πόλεων που, παρ' ότι γειτονικές, παρέμεναν απομονωμένες η μία από την άλλη, ούτε στα οικονομικά συμφέροντα κι άλλα παρόμοια, αλλά στην καλλιέργεια του κοινού αισθήματος που κατέθετε στο μέσον της ζωής η μουσική.
Οι Αρκάδες δεν διακρίνονταν για τις ρητορικές τους επιδόσεις. Όταν συγκεντρώνονταν όλοι μαζί, οι άνθρωποι δεν μιλούσαν. Μαζεύονταν για να τραγουδήσουν και να παίξουν μουσική.
"Μουσικήν γαρ, την γε αληθώς μουσικήν, πάσι μεν ανθρώποις όφελος ασκείν, Αρκάσι δε και αναγκαίον", - λέει και πάλι ο Πολύβιος ο οποίος διακόπτει την αφήγηση των Ιστοριών του για να παρεμβάλει ένα ολόκληρο κεφάλαιο αφιερωμένο στις μουσικές επιδόσεις των Αρκάδων.
Από μικρά παιδιά μάθαιναν τους νόμους της τέχνης και τραγουδούσαν τους πατροπαράδοτους ύμνους και τους παιάνες για τους επιχώριους θεούς και ήρωες. Αργότερα από τους γεροντότερους διδάσκονταν τους σκοπούς του Φιλόξενου, ενός διθυραμβικού ποιητή που έζησε στην αυλή του Διονυσίου του Τυράννου, και τα τραγούδια του Τιμόθεου, αυτού που λέγεται πως πρόσθεσε την δέκατη και την ενδέκατη χορδή στην κιθάρα, το όργανο που υπηρέτησε με τόση δεξιοτεχνία σ' όλη την διάρκεια του βίου του. Ως τα τριάντα τους οι νέοι συμμετείχαν κάθε χρόνο υποχρεωτικά χορεύοντας στις ετήσιες γιορτές, στον ρυθμό του διονυσιακού αυλού. Στα συμπόσια τους οι Αρκάδες, ποτέ δεν καλούσαν επαγγελματίες τραγουδιστές για να τους διασκεδάσουν. Πάντα εκτελούσαν τους γνώριμους σκοπούς οι ίδιοι.
Γι' αυτούς ήταν μεγάλη ντροπή να ομολογήσουν πως δεν ξέρουν κάποιο από τα τραγούδια τους και τα άμουσα παιδία τους μπορεί να μην τα έριχναν στον Καιάδα, τα υπέβαλαν όμως σ' ένα σωρό καθαρτήριες δοκιμασίες. Η σπουδαιότερη κι η πιο ακραία ήταν η λεγόμενη άσκηση της μοναξιάς, ή "κατά μόνας" όπως την αποκαλούσαν, προφέροντας αυτό το "μόνας" με κάποια ειρωνική έμφαση, σαν να ήθελαν να προκαλέσουν εξορκίζοντας τους τούς ανομολόγητους φόβους τους - τους ίδιους αυτούς φόβους που δούλεψαν για να βγει από το μυθολογικό εργαστήριο η τρομερή μορφή του Λυκάω-να, του ιδρυτή της πρώτης πόλης επί γης, που κάθε εννιά χρόνια μεταμορφωνότανε σε λύκο.
Η "κατά μόνας" εμπειρία την οποίαν πολλοί από τους κατοίκους της ενδοχώρας είχαν γευθεί στην τρυφερή ηλικία των έξι ετών, είχε όλα τα χαρακτηριστικά της καθόδου στις πιο ενδόμυχες μονές της φαντασίας, στις περιοχές του νου όπου ο λόγος, έχοντας υπερβεί τα όρια του, αγγίζει τον πρωτογενή βόμβο μιας ύπαρξης αρχαϊκής, αυτής που αμετακίνητη ελλοχεύει και σήμερα ακόμη στο υπέδαφος της ζωής.
Πολύ απλά οι γονείς, υπό τους ήχους των αυλών, οδηγούσαν το παιδί τους σε κάποιο ερημικό σημείο και το εγκατέλειπαν εκεί μέχρι να τραγουδήσει, "ίνα άση", όπως συνήθιζαν να λένε παροιμειωδώς. Κατά προτίμηση η δοκιμασία ελάμβανε χώρα τις ημέρες του χειμερινού ηλιοστασίου όταν η θερμοκρασία κατεβαίνει κάτω από το μηδέν, οι χιονοπτώσεις είναι καθημερινές και το σκοτάδι της νύχτας υπονομεύει ακόμη και το παγωμένο φως της ημέρας. Δεν ξέρω αν αυτό γινότανε επειδή, στην διάρκεια αυτής της εποχής του χρόνου, το τοπίο της Αρκαδίας θυμίζει την γη των υπερβορείων, τόπο καταγωγής για πολλούς του ξανθού θεού της μουσικής, του Απόλλωνα. Το σίγουρο είναι ότι θεωρούσαν πως κάτι τέτοιες ώρες εκεί πέρα ακουγότανε το μουσικό υπόβαθρο του κόσμου, αυτό που ο κάθε άνθρωπος κουβαλάει στα συστατικά της ψυχής του και μόνον τα πνευστά του Μεγάλου Πανός μπορούν να το αποδώσουν με κάποια σχετική ενάργεια, έστω κατά προσέγγισιν.
Τί ήταν αυτό που οδηγούσε το ανυπότακτο αυτί των νεαρών Αρκάδων στους νόμους της μουσικής; Ήταν ο φόβος, η φυσική δοκιμασία, ή μήπως ο συνδυασμός και των δύο; Πάντως έλεγαν ότι το τραγούδι των "δοκιμασμένων" μπορούσες μετά να το ξεχωρίσεις από μακριά, ακόμη και στις μεγάλες χορωδίες των ετήσιων τελετών. Κουβαλούσε στους φθόγγους του τα χρώματα απ' το σκοτάδι της μεγάλης νύχτας που το γέννησε, αυτό το μερίδιο της σιωπής που χρειάζεται κάθε μουσική για να μπορέσει να διεισδύσει χωρίς παρεκτροπές στα μόρια της ψυχής, και να ανακινήσει τα υλικά της, σαν την ρευστότητα της θάλασσας στο βάθος του ορίζοντα — αυτή η θάλασσα που κυκλοφορεί σαν υπονοούμενο στις πτυχές του τοπίου της Πελοποννήσου ακόμη κι όταν δεν την βλέπεις υπήρξε μιά άλλη έμμονη ιδέα των κατοίκων της ενδοχώρας.
Είναι εξάλλου, μάλλον βέβαιο ότι η "κατά μόνας δοκιμασία θα πρέπει να ήταν αποτελεσματική. Αλλοιώς δεν εξηγείται πώς διατηρήθηκε ακόμη και σε εποχές που ο χριστιανισμός έχει θριαμβεύσει και αντιμετωπίζεται από πολλούς σύγχρονους ιστορικούς, μαζί με ορισμένες τελετές προς τιμήν της Αρτέμιδος, ως μία από τις τελευταίες εκδηλώσεις του παγανισμού στην Πελοπόννησο.
Σ' έναν εκχριστιανισμένο σλάβο ψάλτη των Μέσων αιώνων εξάλλου, χρωστάμε και την μόνη γραπτή μαρτυρία για το τί υπήρξε το "μουσικό υπόβαθρο του κόσμου" — διόλου περίεργο αν σκεφτεί κανείς ότι οι Αρκάδες, βοσκοί αιγοπροβάτων και μισθοφόροι πολεμιστές ως επί το πλείστον, ελάχιστα γραπτά μνημεία άφησαν πίσω τους. Αυτός λοιπόν σημειώνει ότι το μουσικό υπόβαθρο του κόσμου είναι ο συντεταγμένος συνδυασμός του συρίγματος της απολύτου σιωπής, του αισθήματος της ερημιάς και των δρόμων πού ακολουθεί ο νους όταν βρεθεί αντιμέτωπος με το θέαμα του έναστρου ουρανού. Γι' αυτόν όλα αυτά τα στοιχεία δεν αντανακλούν παρά την μια αδιαίρετο και μοναδική θεότητα, αυτήν πού δεν μπορούσαν να ακούσουν οι Αρκάδες πίσω από τους φθόγγους της μουσικής τους, γιατί κανείς δεν τους είχε αποκαλύψει την ύπαρξη της. Στα λόγια του, είν' η αλήθεια, διακρίνεται η ειρωνεία του χριστιανού απέναντι στην παγανιστική αφέλεια, μαζί με τον σεβασμό όμως του μουσικού που υποκλίνεται μπροστά στην προϊστορία της τέχνης του.
Βέβαια, δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι ακόμη κι αν είχε αναπτυχθεί κάτι σαν αρκαδική λογοτεχνία - κάτι μάλλον αδιανόητο για ανθρώπους που προτιμούσαν να τραγουδούν αντί να μιλάνε — τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Η μουσική παραμένει πάντα η τέχνη που ανθίσταται περισσότερο στον εγκλωβισμό της σε λέξεις και στους γραμματικοσυντακτι-κούς κανόνες τους, ίσως γιατί οι νόμοι της έχουν να κάνουν με τον χρόνο και τις σιωπές, τα ίδια τα υλικά πού χρησιμοποιεί και η τέχνη της αφήγησης. Έναν πίνακα μπορείς να τον περιγράψεις, ένα μουσικό κομμάτι όμως είναι αδύνατον να το αφηγηθείς, εκτός κι αν καταφύγεις σ' εκείνες τις μεταφορές πού παλεύουν να μπαλώσουν σαν κέρινα ομοιώματα το κενό της αμηχανίας. Δεν είναι τυχαίο που ο Σωκράτης ενώ με τόση ευφράδεια στέκεται μπροστά σε έννοιες όπως η ελευθερία και το δίκαιο, αφήνει την μουσική για το τέλος, διατυπώνοντας εκείνο το "μουσικήν ποίει και εργάζου" λίγες μόνον στιγμές πριν απ' τον θάνατο του, σαν να μην θέλει να αφήσει χρόνο στους μαθητές του για να του ζητήσουν εξηγήσεις.
Για το τέλος μένει η απορία: ποιά να είναι άραγε αυτή η "αληθώς μουσική" στην οποίαν αναφέρεται ο Πολύβιος; Ελάχιστα πεισμένος από τις προσπάθειες αποκαταστάσεως της αρχαίας ελληνικής μουσικής πού μπορούν να ικανοποιήσουν μόνον ορισμένους συλλέκτες ιστοριοδίφες, αρκούμαι στην νοσταλγία αυτών των ρυθμικών φθόγγων που χάθηκαν μαζί με τους ανθρώπους τους, όχι γιατί μπορώ να τους φαντασθώ — ελάχιστα μελωδικούς, μονότονους και σκληρούς κατά προτίμησιν — αλλά γιατί μπορώ να σκεφθώ την ύπαρξή τους.
Τί άλλο μπορεί να επιδιώξει μια μουσική που θέλει να είναι αληθινή, εκτός απ' το να συμφιλιώσει τους ανθρώπους της με τον κόσμο τους; Κι αν κάτι με γοητεύει σε όλη αυτήν την ιστορία είναι η εικόνα αυτών των λιγομίλητων ανθρώπων που με τα σώματα ελαφρώς σκυφτά, αν και γεροδεμένα, με τα πρόσωπα σκαμμένα από τον ήλιο, αρχίζουν να τραγουδάνε ή να ξεφυσάνε με μανία τα πρωτόλεια όργανα τους, όχι για να προσθέσουν στην ζωή τους κάποια πολυτέλεια, αλλά για να αντιμετωπίσουν τον ίδιο τους τον εαυτό, το μερίδιο της αγριότητας που κουβαλούσαν μέσα τους.
Η μουσική ήταν το ένδυμα της ορφανής συνείδησης τους.
Έχασαν τον ρυθμό τους. Ξέπεσαν, αποκτηνώθηκαν...
Γιάννης Σταύρου, Βιβλίο & τριαντάφυλλα, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Τάκης Θεοδωρόπουλος
Το μουσικό υπόβαθρο του κόσμου
Γύρω στο τέλος του τρίτου προ Χριστού αιώνα, στην Κύναιθα της ορεινής Αρκαδίας η εγκληματική δραστηριότης δεν είναι πλέον προνόμιο των λίγων αποδιοπομπαίων εξαιρέσεων. Πρώην ευυπόληπτοι πολίτες μεταμορφώνονται σε αχόρταγους ληστές, χωρίς καν να μπουν στον κόπο να τηρήσουν τα προσχήματα, οι βιασμοί ανηλίκων και γυναικών είναι καθημερινοί και τίποτε δεν εμποδίζει τους κατέχοντες ευκαιριακά την εξουσία να δολοφονήσουν εν ψυχρώ τους αντίπαλους τους αφού δημεύσουν τις περιουσίες τους. Οι υπόλοιπες πόλεις του αρκαδικού κοινού έχουν γεμίσει από φυγάδες Κυναιθείς. Προσπαθούν να γλυτώσουν από τις συνοπτικές διαδικασίες μιας παραφοράς που όσο πιο ανεξέλεγκτη είναι τόσο πιο αναι τιολόγητη μοιάζει.
Καμμία στρατηγική ή πολιτική σκοπιμότης δεν μπορεί να εξηγήσει το φαινόμενο. Μακριά από τους μεγάλους δρόμους της ιστορίας, που πάντα δικαιολογούν τέτοιες παρεκτροπές, οι κάτοικοι της μικρής πολιτείας, εγκλωβισμένοι στα υψόμετρα της Αρκαδίας, έχουν γίνει έρμαια της κακοφορμισμένης βίας.
Η κατάσταση αυτή, όπως μας πληροφορεί ο Πολύβιος, τράβηξε για μιά δεκαετία περίπου, και η έκβαση της θυμίζει ομαδική αυτοκτονία.
Καμμιά τρακοσαριά εξόριστοι Κυναιθείς συμφωνούν με αυτούς που τους εξόρισαν να επιστρέψουν στην πόλη. Κι από κει, παραβαίνοντας τους όρκους που έχουν δώσει, διαπραγματεύονται την παράδοση της Κύναιθας στον Δωρίμαχο, τον στρατηγό των Αιτωλών που την εποχή εκείνη λυμαίνονταν την Πελοπόννησο. Οι λεπτομέρειες, οι σκάλες που έστησαν πάνω στα τείχη για να διευκολύνουν την πρόσβαση, ο δόλος που χρησιμοποίησαν για να ανοίξουν την τελευταία στιγμή τις πύλες, δεν έχουν τόση σημασία.
Σημασία έχει ότι ο στρατηγός μόλις μπει στην πόλη, αφού σφάξει όσους του αντιστάθηκαν, θα καταδικάσει σε θάνατο κι αυτούς που τον βοήθησαν:
"των αδίκων έργων εν τούτ' έπραξαν δικαιότατον", θα συμπεράνει ο ιστορικός για τους Αιτωλούς.
Όσοι καταφέρουν να γλιτώσουν θα περιφέρονται για μερικούς μήνες στις υπόλοιπες αρκαδικές πολιτείες ζητώντας άσυλο. Καμμία δεν θα τους δεχθεί. Οι Μαντινείς μάλιστα, μετά το πέρασμα τους, θα κάνουν καθαρτήριες τελετές και θα περιφέρουν τα σφάγια κυκλικά γύρω από τα μέρη που είχαν πατήσει οι φυγάδες για να βεβαιωθούν ότι το μίασμα δεν θα μολύνει τις ψυχές τους. Τέσσερις αιώνες αργότερα ο Παυσανίας που θα περάσει από την Κύναιθα δεν θα βρει παρά μόνον μερικά ερείπια, τα τελευταία σιωπηλά ίχνη μιας πολιτείας που κάποτε υπήρξε μεγάλη.
Το συμπέρασμα του Πολύβιου που εντάσσει τα γεγονότα στα επεισόδια του λεγόμενου "Συμμαχικού Πολέμου" είναι κατηγορηματικό: Οι Κυναιθείς δίκαια έπαθαν ό,τι έπαθαν. Και η ερμηνεία με την οποίαν προσπαθεί να επουλώσει την τραυματική για όλους τους Αρκάδες εμπειρία — σ' αυτήν λέγεται πως αναφέρονταν οι προφορικές παραδόσεις της περιοχής για πολλούς αιώνες — επειδή ακριβώς ακούγεται εκ πρώτης όψεως παράδοξα απλοϊκή, μοιάσει περισσότερο πειστική. Πώς αλλοιώς να εξηγήσει κανείς την τόσο ακραία συμπεριφορά αν δεν ανατρέξει σε πρωτογενείς χειρονομίες, αυτές που το οικοδόμημα του εκλεπτυσμένου λόγου παλεύει να θάψει κάτω απ' τις πολύπλοκες περιστροφές του;
Οι Κυναιθείς εξαγριώθηκαν, αποθηριώθηκαν γιατί, για κάποιους λογούς αμέλησαν την πατροπαράδοτη μουσική παιδεία των Αρκάδων, λέει ο Πολύβιος. Και συνεχίζει: σ' ένα τοπίο όπως αυτό της Αρκαδίας που είναι αύθαδες και τραχύ, ψυχρό και στυγνό, ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να αντιμετωπισθεί η ακαμψία πού φέρνει στην ψυχή ο σκληρός και επίπονος βίος είναι η μουσική. Η έκφραση της αγριότητας πού σκόρπισαν τα γεγονότα της Κύναιθας σ' όλον τον τόπο δεν ήταν τίποτε άλλο από την γκριμάτσα της ζωής που έχασε την μουσική της.
Έχασαν τον ρυθμό τους.
Ξέπεσαν, αποκτηνώθηκαν.
Λέγεται πως το "αρκαδικόν κοινόν", μιά από τις πρώτες, αν όχι η πρώτη ομοσπονδία ελληνικών πόλεων πού εμφανίστηκε στην ιστορία, δεν στηρίχθηκε ούτε στην κοινή πολιτική οργάνωση όλων αυτών των πόλεων που, παρ' ότι γειτονικές, παρέμεναν απομονωμένες η μία από την άλλη, ούτε στα οικονομικά συμφέροντα κι άλλα παρόμοια, αλλά στην καλλιέργεια του κοινού αισθήματος που κατέθετε στο μέσον της ζωής η μουσική.
Οι Αρκάδες δεν διακρίνονταν για τις ρητορικές τους επιδόσεις. Όταν συγκεντρώνονταν όλοι μαζί, οι άνθρωποι δεν μιλούσαν. Μαζεύονταν για να τραγουδήσουν και να παίξουν μουσική.
"Μουσικήν γαρ, την γε αληθώς μουσικήν, πάσι μεν ανθρώποις όφελος ασκείν, Αρκάσι δε και αναγκαίον", - λέει και πάλι ο Πολύβιος ο οποίος διακόπτει την αφήγηση των Ιστοριών του για να παρεμβάλει ένα ολόκληρο κεφάλαιο αφιερωμένο στις μουσικές επιδόσεις των Αρκάδων.
Από μικρά παιδιά μάθαιναν τους νόμους της τέχνης και τραγουδούσαν τους πατροπαράδοτους ύμνους και τους παιάνες για τους επιχώριους θεούς και ήρωες. Αργότερα από τους γεροντότερους διδάσκονταν τους σκοπούς του Φιλόξενου, ενός διθυραμβικού ποιητή που έζησε στην αυλή του Διονυσίου του Τυράννου, και τα τραγούδια του Τιμόθεου, αυτού που λέγεται πως πρόσθεσε την δέκατη και την ενδέκατη χορδή στην κιθάρα, το όργανο που υπηρέτησε με τόση δεξιοτεχνία σ' όλη την διάρκεια του βίου του. Ως τα τριάντα τους οι νέοι συμμετείχαν κάθε χρόνο υποχρεωτικά χορεύοντας στις ετήσιες γιορτές, στον ρυθμό του διονυσιακού αυλού. Στα συμπόσια τους οι Αρκάδες, ποτέ δεν καλούσαν επαγγελματίες τραγουδιστές για να τους διασκεδάσουν. Πάντα εκτελούσαν τους γνώριμους σκοπούς οι ίδιοι.
Γι' αυτούς ήταν μεγάλη ντροπή να ομολογήσουν πως δεν ξέρουν κάποιο από τα τραγούδια τους και τα άμουσα παιδία τους μπορεί να μην τα έριχναν στον Καιάδα, τα υπέβαλαν όμως σ' ένα σωρό καθαρτήριες δοκιμασίες. Η σπουδαιότερη κι η πιο ακραία ήταν η λεγόμενη άσκηση της μοναξιάς, ή "κατά μόνας" όπως την αποκαλούσαν, προφέροντας αυτό το "μόνας" με κάποια ειρωνική έμφαση, σαν να ήθελαν να προκαλέσουν εξορκίζοντας τους τούς ανομολόγητους φόβους τους - τους ίδιους αυτούς φόβους που δούλεψαν για να βγει από το μυθολογικό εργαστήριο η τρομερή μορφή του Λυκάω-να, του ιδρυτή της πρώτης πόλης επί γης, που κάθε εννιά χρόνια μεταμορφωνότανε σε λύκο.
Η "κατά μόνας" εμπειρία την οποίαν πολλοί από τους κατοίκους της ενδοχώρας είχαν γευθεί στην τρυφερή ηλικία των έξι ετών, είχε όλα τα χαρακτηριστικά της καθόδου στις πιο ενδόμυχες μονές της φαντασίας, στις περιοχές του νου όπου ο λόγος, έχοντας υπερβεί τα όρια του, αγγίζει τον πρωτογενή βόμβο μιας ύπαρξης αρχαϊκής, αυτής που αμετακίνητη ελλοχεύει και σήμερα ακόμη στο υπέδαφος της ζωής.
Πολύ απλά οι γονείς, υπό τους ήχους των αυλών, οδηγούσαν το παιδί τους σε κάποιο ερημικό σημείο και το εγκατέλειπαν εκεί μέχρι να τραγουδήσει, "ίνα άση", όπως συνήθιζαν να λένε παροιμειωδώς. Κατά προτίμηση η δοκιμασία ελάμβανε χώρα τις ημέρες του χειμερινού ηλιοστασίου όταν η θερμοκρασία κατεβαίνει κάτω από το μηδέν, οι χιονοπτώσεις είναι καθημερινές και το σκοτάδι της νύχτας υπονομεύει ακόμη και το παγωμένο φως της ημέρας. Δεν ξέρω αν αυτό γινότανε επειδή, στην διάρκεια αυτής της εποχής του χρόνου, το τοπίο της Αρκαδίας θυμίζει την γη των υπερβορείων, τόπο καταγωγής για πολλούς του ξανθού θεού της μουσικής, του Απόλλωνα. Το σίγουρο είναι ότι θεωρούσαν πως κάτι τέτοιες ώρες εκεί πέρα ακουγότανε το μουσικό υπόβαθρο του κόσμου, αυτό που ο κάθε άνθρωπος κουβαλάει στα συστατικά της ψυχής του και μόνον τα πνευστά του Μεγάλου Πανός μπορούν να το αποδώσουν με κάποια σχετική ενάργεια, έστω κατά προσέγγισιν.
Τί ήταν αυτό που οδηγούσε το ανυπότακτο αυτί των νεαρών Αρκάδων στους νόμους της μουσικής; Ήταν ο φόβος, η φυσική δοκιμασία, ή μήπως ο συνδυασμός και των δύο; Πάντως έλεγαν ότι το τραγούδι των "δοκιμασμένων" μπορούσες μετά να το ξεχωρίσεις από μακριά, ακόμη και στις μεγάλες χορωδίες των ετήσιων τελετών. Κουβαλούσε στους φθόγγους του τα χρώματα απ' το σκοτάδι της μεγάλης νύχτας που το γέννησε, αυτό το μερίδιο της σιωπής που χρειάζεται κάθε μουσική για να μπορέσει να διεισδύσει χωρίς παρεκτροπές στα μόρια της ψυχής, και να ανακινήσει τα υλικά της, σαν την ρευστότητα της θάλασσας στο βάθος του ορίζοντα — αυτή η θάλασσα που κυκλοφορεί σαν υπονοούμενο στις πτυχές του τοπίου της Πελοποννήσου ακόμη κι όταν δεν την βλέπεις υπήρξε μιά άλλη έμμονη ιδέα των κατοίκων της ενδοχώρας.
Είναι εξάλλου, μάλλον βέβαιο ότι η "κατά μόνας δοκιμασία θα πρέπει να ήταν αποτελεσματική. Αλλοιώς δεν εξηγείται πώς διατηρήθηκε ακόμη και σε εποχές που ο χριστιανισμός έχει θριαμβεύσει και αντιμετωπίζεται από πολλούς σύγχρονους ιστορικούς, μαζί με ορισμένες τελετές προς τιμήν της Αρτέμιδος, ως μία από τις τελευταίες εκδηλώσεις του παγανισμού στην Πελοπόννησο.
Σ' έναν εκχριστιανισμένο σλάβο ψάλτη των Μέσων αιώνων εξάλλου, χρωστάμε και την μόνη γραπτή μαρτυρία για το τί υπήρξε το "μουσικό υπόβαθρο του κόσμου" — διόλου περίεργο αν σκεφτεί κανείς ότι οι Αρκάδες, βοσκοί αιγοπροβάτων και μισθοφόροι πολεμιστές ως επί το πλείστον, ελάχιστα γραπτά μνημεία άφησαν πίσω τους. Αυτός λοιπόν σημειώνει ότι το μουσικό υπόβαθρο του κόσμου είναι ο συντεταγμένος συνδυασμός του συρίγματος της απολύτου σιωπής, του αισθήματος της ερημιάς και των δρόμων πού ακολουθεί ο νους όταν βρεθεί αντιμέτωπος με το θέαμα του έναστρου ουρανού. Γι' αυτόν όλα αυτά τα στοιχεία δεν αντανακλούν παρά την μια αδιαίρετο και μοναδική θεότητα, αυτήν πού δεν μπορούσαν να ακούσουν οι Αρκάδες πίσω από τους φθόγγους της μουσικής τους, γιατί κανείς δεν τους είχε αποκαλύψει την ύπαρξη της. Στα λόγια του, είν' η αλήθεια, διακρίνεται η ειρωνεία του χριστιανού απέναντι στην παγανιστική αφέλεια, μαζί με τον σεβασμό όμως του μουσικού που υποκλίνεται μπροστά στην προϊστορία της τέχνης του.
Βέβαια, δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι ακόμη κι αν είχε αναπτυχθεί κάτι σαν αρκαδική λογοτεχνία - κάτι μάλλον αδιανόητο για ανθρώπους που προτιμούσαν να τραγουδούν αντί να μιλάνε — τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Η μουσική παραμένει πάντα η τέχνη που ανθίσταται περισσότερο στον εγκλωβισμό της σε λέξεις και στους γραμματικοσυντακτι-κούς κανόνες τους, ίσως γιατί οι νόμοι της έχουν να κάνουν με τον χρόνο και τις σιωπές, τα ίδια τα υλικά πού χρησιμοποιεί και η τέχνη της αφήγησης. Έναν πίνακα μπορείς να τον περιγράψεις, ένα μουσικό κομμάτι όμως είναι αδύνατον να το αφηγηθείς, εκτός κι αν καταφύγεις σ' εκείνες τις μεταφορές πού παλεύουν να μπαλώσουν σαν κέρινα ομοιώματα το κενό της αμηχανίας. Δεν είναι τυχαίο που ο Σωκράτης ενώ με τόση ευφράδεια στέκεται μπροστά σε έννοιες όπως η ελευθερία και το δίκαιο, αφήνει την μουσική για το τέλος, διατυπώνοντας εκείνο το "μουσικήν ποίει και εργάζου" λίγες μόνον στιγμές πριν απ' τον θάνατο του, σαν να μην θέλει να αφήσει χρόνο στους μαθητές του για να του ζητήσουν εξηγήσεις.
Για το τέλος μένει η απορία: ποιά να είναι άραγε αυτή η "αληθώς μουσική" στην οποίαν αναφέρεται ο Πολύβιος; Ελάχιστα πεισμένος από τις προσπάθειες αποκαταστάσεως της αρχαίας ελληνικής μουσικής πού μπορούν να ικανοποιήσουν μόνον ορισμένους συλλέκτες ιστοριοδίφες, αρκούμαι στην νοσταλγία αυτών των ρυθμικών φθόγγων που χάθηκαν μαζί με τους ανθρώπους τους, όχι γιατί μπορώ να τους φαντασθώ — ελάχιστα μελωδικούς, μονότονους και σκληρούς κατά προτίμησιν — αλλά γιατί μπορώ να σκεφθώ την ύπαρξή τους.
Τί άλλο μπορεί να επιδιώξει μια μουσική που θέλει να είναι αληθινή, εκτός απ' το να συμφιλιώσει τους ανθρώπους της με τον κόσμο τους; Κι αν κάτι με γοητεύει σε όλη αυτήν την ιστορία είναι η εικόνα αυτών των λιγομίλητων ανθρώπων που με τα σώματα ελαφρώς σκυφτά, αν και γεροδεμένα, με τα πρόσωπα σκαμμένα από τον ήλιο, αρχίζουν να τραγουδάνε ή να ξεφυσάνε με μανία τα πρωτόλεια όργανα τους, όχι για να προσθέσουν στην ζωή τους κάποια πολυτέλεια, αλλά για να αντιμετωπίσουν τον ίδιο τους τον εαυτό, το μερίδιο της αγριότητας που κουβαλούσαν μέσα τους.
Η μουσική ήταν το ένδυμα της ορφανής συνείδησης τους.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)












