Ω Θεέ, Ω Αφροδίτη, Ω Ερμή, των κλεφτών προστάτη,
χαρίστε μου ένα μικρό καπνοπωλείο,
ή βάλτε με σε όποιο επάγγελμα και να ’ναι...
*
O God, O Venus, O Mercury, patron of thieves,
Lend me a little tobacco-shop,
or install me in any profession...
Έζρα Πάουντ
Χαιρετισμός
Ω γενιά της απόλυτης αυταρέσκειας
και της απόλυτης αμηχανίας,
έχω δει ψαράδες στον ήλιο να τρων να πίνουν,
τους έχω δει μαζί με τις ατημέλητες οικογένειες τους,
έχω δει τα ορθάνοιχτα χαμόγελα τους
κι έχω ακούσει τα άξεστα γέλια τους.
Και είμαι από σένα πιο χαρούμενος
κι εκείνοι ήταν πιο χαρούμενοι από μένα.
Και τα ψάρια στη λίμνη κολυμπούν
και δεν είναι καν ντυμένα.
Το νησί μέσα στη λίμνη
Ω Θεέ, ω Αφροδίτη, Ω Ερμή, των κλεφτών προστάτη,
δώστε μου μετά από χρόνια σαν θελήσω,
σαν ικετεύσω, ένα μικρό καπνοπωλείο, με τα μικρά
γυαλιστερά κουτιά του πάνω στα ράφια με τάξη
στοιβαγμένα και τον χύμα αρωματικό καπνόκαι τον
ψιλοκομμένο, και τον ξανθό καπνό απ’ τη
Βιρτζίνια χύμα μέσα στις φωτεινές τις γυάλες, και μία
πλάστιγγα όχι και τόσο λιγδιασμένη, και τις πουτάνες
να περνούν για κουβεντούλα,
έτσι για λίγη πάρλα, και να σουλουπώσουν
λίγο τα μαλλιά τους.
Ω Θεέ, Ω Αφροδίτη, Ω Ερμή, των κλεφτών προστάτη,
χαρίστε μου ένα μικρό καπνοπωλείο,
ή βάλτε με σε όποιο επάγγελμα και να ’ναι
πέρα από τούτο το καταραμένο επάγγελμα
του ποιητή
όπου το μυαλό χρειάζεται να δουλεύει ασταμάτητα.
(μετ. Γιάννης Λειβαδάς)
Ezra Pound
Salutation
O generation of the thoroughly smug
and thoroughly uncomfortable,
I have seen fishermen picnicking in the sun,
I have seen them with untidy families,
I have seen their smiles full of teeth
and heard ungainly laughter.
And I am happier than you are,
And they were happier than I am;
And the fish swim in the lake
and do not even own clothing.
The Lake Isle
O GOD, O Venus, O Mercury, patron of thieves,
Give me in due time, I beseech you, a little tobacco-shop,
With the little bright boxes
piled up neatly upon the shelves
And the loose fragrant cavendish
and the shag,
And the bright Virginia
loose under the bright glass cases,
And a pair of scales
not too greasy,
And the volailles dropping in for a word or two in passing,
For a flip word, and to tidy their hair a bit.
O God, O Venus, O Mercury, patron of thieves,
Lend me a little tobacco-shop,
or install me in any profession
Save this damn’d profession of writing,
where one needs one’s brains all the time.
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...
Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Σάββατο 9 Ιουλίου 2016
Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016
σήμερον την γην μη παραιτήσης, την πατρικήν μου...
Δυστυχησμένα πλάσματα
της πλέον δυστυχησμένης
φύσεως, τελειώνομεν
ένα θρήνον και εις άλλον
πέφτομεν πάλιν.
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη των χρωμάτων, λάδι σε καμβά
Ανδρέας Κάλβος
Ωιδή Εννάτη
Εις Ελευθερίαν
(απόσπασμα)
α´.
Δυστυχησμένα πλάσματα
τῆς πλέον δυστυχησμένης
φύσεως, τελειώνομεν
ἕνα θρῆνον καὶ εἰς ἄλλον
πέφτομεν πάλιν.
β´.
Ἡμεῖς κατεδικάσθημεν
ἄθλιοι, κοπιασμένοι,
πάντα ῾νὰ κατατρέχωμεν,
ἀλλὰ ποτὲ δὲν φθάνομεν
τὴν εὐτυχίαν.
γ´.
Ἴσως (ἂν δὲν μὲ τρέφῃ
ματαία ἐλπίς) εὑρίσκεται
μετὰ τὸν θάνατόν μου
γλυκυτέρα ζωὴ
καὶ μὲ προσμένει.
δ´.
Ὅμως, διατὶ ἐὰν ἔσπειρε
παντοῦ εἰς τὴν οἰκουμένην
τὴν χαρὰν μὲ᾿ τὴν θλῖψιν
τοῦ ἐπουρανίου πατρὸς
τὸ δίκαιον χέρι·
ε´.
Διατὶ κ᾿ ἐδῶ ὅπου μ᾿ ἔρριψεν
εἰς τὴν ἀέριον σφαῖραν,
μίαν ῾νὰ μὴν εὕρω τρέχουσαν
διὰ μέ, μόνην μίαν βρύσιν
παρηγορίας;
ς´.
Βρύσιν! - Καὶ τὰ θαυμάσια
τῆς Ἀρετῆς ἀένναα
νερὰ δὲν βλέπω; Χύνονται
ποταμηδὸν τρυγύρω μου,
τὴν γῆν σκεπάζουν.
ζ´.
Ὦ θνητοί, ποτισθῆτε.
Ἔαν τὸ θεῖον πίετε
ρεῦμα, ὁ πόνος μὲ᾿ δάκρυα
τὴν τράπεζαν, τὸ στρῶμα σας
ἂς βρέξῃ τότε.
η´.
Ἂς ἔλθῃ τότε, ἂς ἔλθῃ
῾νὰ σᾶς περικυκλώσῃ
μὲ᾿ σκοτεινά, βρονταῖα,
πεπυκνωμένα σύννεφα
ἡ δυστυχία.
θ´.
Μία δύναμις οὐράνιος
εἰς τὴν ψυχήν σας δίδει
πτερὰ ἐλαφρά, καὶ ὑψώνεται
λαμπρὸν τὸ μέτωπόν σας
ὑπὲρ τὴν νύκτα.
ι´.
Ἀπὸ τὰ ὀλύμπια δώματα
δροσερὸν καταβαίνει
χαρᾶς, ἐλαίου φύσημα,
καὶ στεγνώνει τὰ δάκρυα·
τὸν ἵδρωτά σας.
ια´.
Ἐκεῖ ὅπου ἐπατήσατε
ἰδοὺ οἱ καρποὶ φυτρώνουν,
καὶ τ᾿ ἄνθη ἰδοὺ σκορπίζουσι
τὰ κύματα εὐτυχῆ
τῆς μυρωδίας.
ιβ´.
Τῆς Φιλίας ἡ Χάριτες,
καὶ τοῦ Ὑμεναίου, συμπλέκουσι
χορῶν πλουσίους στεφάνους·
βωμὸν ἔχουν τὸν θρόνον σας
καὶ τὸν δοξάζουν.
ιγ´.
Ἂν εἰς δικαίους ἔλθητε
πολέμους, ἢ ἕνα μνῆμα,
μνῆμα τίμιον εὑρίσκετε,
ἢ τῶν θριάμβων τ᾿ ᾄσματα,
καὶ τὰ κλωνάρια.
ιδ´.
Τὰ πολύχρυσα πέπλα,
καὶ τ᾿ ἀρώματα ὁ Πλοῦτος,
γλυκὺ ἡ Σοφία τὸ φίλημα
σᾶς χαρίζει ἐὰν ἦναι
μὲ σᾶς ἡ εἰρήνη.
ιε´.
Ὦ Ἀρετή! πολύτιμος
θεά, σὺ ἠγάπας πάλαι
τὸν Κιθαιρῶνα, σήμερον
τὴν γῆν μὴ παραιτήσῃς,
τὴν πατρικήν μου.
της πλέον δυστυχησμένης
φύσεως, τελειώνομεν
ένα θρήνον και εις άλλον
πέφτομεν πάλιν.
Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη των χρωμάτων, λάδι σε καμβά
Ανδρέας Κάλβος
Ωιδή Εννάτη
Εις Ελευθερίαν
(απόσπασμα)
α´.
Δυστυχησμένα πλάσματα
τῆς πλέον δυστυχησμένης
φύσεως, τελειώνομεν
ἕνα θρῆνον καὶ εἰς ἄλλον
πέφτομεν πάλιν.
β´.
Ἡμεῖς κατεδικάσθημεν
ἄθλιοι, κοπιασμένοι,
πάντα ῾νὰ κατατρέχωμεν,
ἀλλὰ ποτὲ δὲν φθάνομεν
τὴν εὐτυχίαν.
γ´.
Ἴσως (ἂν δὲν μὲ τρέφῃ
ματαία ἐλπίς) εὑρίσκεται
μετὰ τὸν θάνατόν μου
γλυκυτέρα ζωὴ
καὶ μὲ προσμένει.
δ´.
Ὅμως, διατὶ ἐὰν ἔσπειρε
παντοῦ εἰς τὴν οἰκουμένην
τὴν χαρὰν μὲ᾿ τὴν θλῖψιν
τοῦ ἐπουρανίου πατρὸς
τὸ δίκαιον χέρι·
ε´.
Διατὶ κ᾿ ἐδῶ ὅπου μ᾿ ἔρριψεν
εἰς τὴν ἀέριον σφαῖραν,
μίαν ῾νὰ μὴν εὕρω τρέχουσαν
διὰ μέ, μόνην μίαν βρύσιν
παρηγορίας;
ς´.
Βρύσιν! - Καὶ τὰ θαυμάσια
τῆς Ἀρετῆς ἀένναα
νερὰ δὲν βλέπω; Χύνονται
ποταμηδὸν τρυγύρω μου,
τὴν γῆν σκεπάζουν.
ζ´.
Ὦ θνητοί, ποτισθῆτε.
Ἔαν τὸ θεῖον πίετε
ρεῦμα, ὁ πόνος μὲ᾿ δάκρυα
τὴν τράπεζαν, τὸ στρῶμα σας
ἂς βρέξῃ τότε.
η´.
Ἂς ἔλθῃ τότε, ἂς ἔλθῃ
῾νὰ σᾶς περικυκλώσῃ
μὲ᾿ σκοτεινά, βρονταῖα,
πεπυκνωμένα σύννεφα
ἡ δυστυχία.
θ´.
Μία δύναμις οὐράνιος
εἰς τὴν ψυχήν σας δίδει
πτερὰ ἐλαφρά, καὶ ὑψώνεται
λαμπρὸν τὸ μέτωπόν σας
ὑπὲρ τὴν νύκτα.
ι´.
Ἀπὸ τὰ ὀλύμπια δώματα
δροσερὸν καταβαίνει
χαρᾶς, ἐλαίου φύσημα,
καὶ στεγνώνει τὰ δάκρυα·
τὸν ἵδρωτά σας.
ια´.
Ἐκεῖ ὅπου ἐπατήσατε
ἰδοὺ οἱ καρποὶ φυτρώνουν,
καὶ τ᾿ ἄνθη ἰδοὺ σκορπίζουσι
τὰ κύματα εὐτυχῆ
τῆς μυρωδίας.
ιβ´.
Τῆς Φιλίας ἡ Χάριτες,
καὶ τοῦ Ὑμεναίου, συμπλέκουσι
χορῶν πλουσίους στεφάνους·
βωμὸν ἔχουν τὸν θρόνον σας
καὶ τὸν δοξάζουν.
ιγ´.
Ἂν εἰς δικαίους ἔλθητε
πολέμους, ἢ ἕνα μνῆμα,
μνῆμα τίμιον εὑρίσκετε,
ἢ τῶν θριάμβων τ᾿ ᾄσματα,
καὶ τὰ κλωνάρια.
ιδ´.
Τὰ πολύχρυσα πέπλα,
καὶ τ᾿ ἀρώματα ὁ Πλοῦτος,
γλυκὺ ἡ Σοφία τὸ φίλημα
σᾶς χαρίζει ἐὰν ἦναι
μὲ σᾶς ἡ εἰρήνη.
ιε´.
Ὦ Ἀρετή! πολύτιμος
θεά, σὺ ἠγάπας πάλαι
τὸν Κιθαιρῶνα, σήμερον
τὴν γῆν μὴ παραιτήσῃς,
τὴν πατρικήν μου.
Πέμπτη 7 Ιουλίου 2016
"Του ΣΥΡΙΖΑ τα Εννιάμηνα" του Νίκου Μιχαλόπουλου
Παρουσίαση του βιβλίου "Του ΣΥΡΙΖΑ τα Εννιάμηνα" του Νίκου Μιχαλόπουλου
Δευτέρα 11/7/2016, 20.00, Polis art Cafe
(Πεσμαζόγλου 5, Αίθριο Στοάς Βιβλίου)
Ο αρχιτέκτονας, Νίκος Μιχαλόπουλος, ανήκει στην κατηγορία των πολύπλευρων ανθρώπων που δεν ασχολούνται μόνο με την επιστήμη που έχουν σπουδάσει και γνωρίζουν καλά, αλλά ασκεί δημιουργικά παράλληλες δραστηριότητες, ενώ η ενασχόληση με την πολιτική διαπερνά τη ζωή του από τα φοιτητικά του χρόνια.
Αυτό το Πολιτικό Κόμικ, «Του ΣΥΡΙΖΑ τα Εννιάμηνα» είναι το πρώτο ατομικό του βιβλίο και παρακολουθεί τα βήματα της κυβέρνησης και του κόμματος του ΣΥΡΙΖΑ, μετά την κατάκτηση της εξουσίας τον Μάρτιο του 2015.
Υπάρχει μια ιστορική αφήγηση με κεντρικούς ήρωες και δεν είναι μια σειρά άσχετων μεμονωμένων εικόνων. «Οι εικόνες έχουν μια διαδοχή με στόχο να πληροφορήσουν αλλά ταυτόχρονα να προκαλέσουν τις αισθήσεις του θεατή». Αυτά σε πρώτη ανάγνωση. Ταυτόχρονα το βιβλίο αυτό είναι πιθανότατα το πιο ΣΟΒΑΡΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ που έχετε διαβάσει αυτό τον καιρό. Προτείνουμε να διαβαστεί με τέτοιο σκεπτικό, σε μια δεύτερη ανάγνωση.
Η σάτιρα χρησιμοποιείται για να αναδείξει αποκλειστικά πολιτικές και ιδεολογίες. Δεν σατιρίζουμε κάποιον επειδή είναι κοντός ή αγράμματος ή για τα αγγλικά του ή τα σωματικά του ελαττώματα. Στις «φούσκες» χρησιμοποιήθηκαν λόγια και σκέψεις που «είπαν» ή που θα «μπορούσαν να έχουν πει» και ταιριάζουν με τη γενικότερη κουλτούρα τους ή την πρακτική τους και όχι άσχετα με το πρόσωπο στο οποίο αποδίδονται, για να το γελοιοποιήσουν. Εξάλλου δεν υπήρχε κανένας λόγος να κάνουμε κάτι τέτοιο, φρόντιζαν να γελοιοποιούνται μόνοι τους «αυτοβούλως».
Μέσα από τα σύντομα κείμενα και την εικόνα, προβάλλονται ξεκάθαρες πολιτικές θέσεις και μάλιστα σε ζητήματα που οι περισσότεροι αποφεύγουν να τοποθετηθούν ή τοποθετούνται αποσπασματικά ή συναισθηματικά ή που θεωρούνται ταμπού, όπως η ηθική της Αριστεράς, το προσφυγικό, η ιδεολογία του ΣΥΡΙΖΑ, η μετανάστευση των νέων μας κλπ.
Στις τελευταίες σελίδες τα πράγματα «σοβαρεύουν» και υπάρχει μια ανάλυση των ιδεολογιών του ΣΥΡΙΖΑ … από τους πλέον ειδικούς και μια τοποθέτηση για τα παιδιά του κόσμου. Ίσως και μόνο για αυτές τις σελίδες αξίζει τον κόπο να διαβαστεί το συγκεκριμένο Βιβλίο.
Δευτέρα 11/7/2016, 20.00, Polis art Cafe
(Πεσμαζόγλου 5, Αίθριο Στοάς Βιβλίου)
Ο αρχιτέκτονας, Νίκος Μιχαλόπουλος, ανήκει στην κατηγορία των πολύπλευρων ανθρώπων που δεν ασχολούνται μόνο με την επιστήμη που έχουν σπουδάσει και γνωρίζουν καλά, αλλά ασκεί δημιουργικά παράλληλες δραστηριότητες, ενώ η ενασχόληση με την πολιτική διαπερνά τη ζωή του από τα φοιτητικά του χρόνια.
Αυτό το Πολιτικό Κόμικ, «Του ΣΥΡΙΖΑ τα Εννιάμηνα» είναι το πρώτο ατομικό του βιβλίο και παρακολουθεί τα βήματα της κυβέρνησης και του κόμματος του ΣΥΡΙΖΑ, μετά την κατάκτηση της εξουσίας τον Μάρτιο του 2015.
Υπάρχει μια ιστορική αφήγηση με κεντρικούς ήρωες και δεν είναι μια σειρά άσχετων μεμονωμένων εικόνων. «Οι εικόνες έχουν μια διαδοχή με στόχο να πληροφορήσουν αλλά ταυτόχρονα να προκαλέσουν τις αισθήσεις του θεατή». Αυτά σε πρώτη ανάγνωση. Ταυτόχρονα το βιβλίο αυτό είναι πιθανότατα το πιο ΣΟΒΑΡΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ που έχετε διαβάσει αυτό τον καιρό. Προτείνουμε να διαβαστεί με τέτοιο σκεπτικό, σε μια δεύτερη ανάγνωση.
Η σάτιρα χρησιμοποιείται για να αναδείξει αποκλειστικά πολιτικές και ιδεολογίες. Δεν σατιρίζουμε κάποιον επειδή είναι κοντός ή αγράμματος ή για τα αγγλικά του ή τα σωματικά του ελαττώματα. Στις «φούσκες» χρησιμοποιήθηκαν λόγια και σκέψεις που «είπαν» ή που θα «μπορούσαν να έχουν πει» και ταιριάζουν με τη γενικότερη κουλτούρα τους ή την πρακτική τους και όχι άσχετα με το πρόσωπο στο οποίο αποδίδονται, για να το γελοιοποιήσουν. Εξάλλου δεν υπήρχε κανένας λόγος να κάνουμε κάτι τέτοιο, φρόντιζαν να γελοιοποιούνται μόνοι τους «αυτοβούλως».
Μέσα από τα σύντομα κείμενα και την εικόνα, προβάλλονται ξεκάθαρες πολιτικές θέσεις και μάλιστα σε ζητήματα που οι περισσότεροι αποφεύγουν να τοποθετηθούν ή τοποθετούνται αποσπασματικά ή συναισθηματικά ή που θεωρούνται ταμπού, όπως η ηθική της Αριστεράς, το προσφυγικό, η ιδεολογία του ΣΥΡΙΖΑ, η μετανάστευση των νέων μας κλπ.
Στις τελευταίες σελίδες τα πράγματα «σοβαρεύουν» και υπάρχει μια ανάλυση των ιδεολογιών του ΣΥΡΙΖΑ … από τους πλέον ειδικούς και μια τοποθέτηση για τα παιδιά του κόσμου. Ίσως και μόνο για αυτές τις σελίδες αξίζει τον κόπο να διαβαστεί το συγκεκριμένο Βιβλίο.
Τετάρτη 6 Ιουλίου 2016
Οι περιστάσεις είναι δημιούργημα του ανθρώπου....
Γιάννης Σταύρου, Πειραιάς σε κόκκινο φόντο, λάδι σε καμβά
Βενιαμίν Ντισραέλι
Αφορισμοί
Η αλλαγή είναι τόσο αναπόφευκτη όσο και ο χρόνος, κι όμως τίποτα δεν συναντά μεγαλύτερη αντίσταση.
Το Λονδίνο δεν είναι μια πόλη. Είναι ένα έθνος.
Να μη δουλεύεις και να κερδίζεις όσο γίνεται περισσότερα χρήματα. Να πώς ένας νέος ονειρεύεται την ιδεώδη καριέρα.
Εκείνος που μαθαίνει διπλωματία πρέπει να μάθει τρία πράγματα: να μιλάει γαλλικά, να μη μιλάει καθόλου, να λέει την αλήθεια.
Το να έχεις συνειδητοποιήσει ότι έχεις άγνοια των γεγονότων, είναι ένα μεγάλο βήμα προς τη γνώση.
Ο άνθρωπος δεν είναι δημιούργημα των περιστάσεων. Οι περιστάσεις είναι δημιούργημα του ανθρώπου.
Έχει την ευφυΐα ενός βοηθού δικηγόρου και τις μηχανορραφίες ενός Έλληνα της Ανατολικής Αυτοκρατορίας.
Η δράση ίσως να μην φέρνει πάντα ευτυχία. Δεν υπάρχει όμως ευτυχία χωρίς δράση.
Εάν θέλετε να κατακτήσετε έναν άνθρωπο, τότε επιτρέψτε του να σας κερδίσει σε λογομαχία.
Υπάρχουν τριών ειδών ψεύδη: τα συνήθη, τα καταστρεπτικά και η στατιστική.
Εγώ ποτέ δεν απορρίπτω. Εγώ ποτέ δεν αντιλέγω. Εγώ απλά ξεχνάω.
Το μυστικό της επιτυχίας στη ζωή είναι να είσαι έτοιμος όταν έρθει η δική σου ώρα.
Αυτό που δίνει στην αγάπη μαγικό χαρακτήρα είναι ότι πιστεύουμε πως δεν θα τελειώσει ποτέ.
Μιλήστε σ’ έναν άνθρωπο για τον εαυτό του και θα σας ακούει για ώρες.
Τα ελαττώματα των μεγάλων είναι η παρηγοριά των μικρών.
Όταν θέλω να διαβάσω ένα βιβλίο, γράφω ένα.
Η πλειοψηφία είναι η καλύτερη απάντηση.
Η επιτυχία είναι τέκνο της θρασύτητας.
Η νεότητα είναι μια ανοησία, η μέση ηλικία ένας αγώνας και τα γηρατειά μια θλίψη.
Ναι, είμαι Εβραίος. Και όταν οι πρόγονοι του αξιότιμου αντιπάλου μου ήταν αγριάνθρωποι σ’ ένα άγνωστο νησί, οι δικοί μου ήταν ιερείς στο Ναό του Σολομώντα.
Όπως όλοι οι μεγάλοι ταξιδιώτες, έχω δει περισσότερα απ’ όσα θυμάμαι και θυμάμαι περισσότερα απ’ όσα έχω δει.
Η δολοφονία δεν άλλαξε ποτέ την ιστορία του κόσμου.
Η γυναίκα μου είναι ένας υπέροχος άνθρωπος, αλλά δεν μπορεί να θυμηθεί αν ήρθαν πρώτα οι Έλληνες ή οι Ρωμαίοι.
Η αλλαγή είναι αναπόφευκτη. Η αλλαγή είναι συνεχής.
Όλες οι γυναίκες θα ‘πρεπε να παντρεύονται, αλλά κανένας άντρας.
Τρίτη 5 Ιουλίου 2016
τ' αυγινό το σφύριγμά τους...
Νά 'ταν το καλοκαίρι να μου δίνανε
τα φύλλα να πλαγιάσω τα ξερά τους,
μαζί τους να το λέω το τραγούδι τους,
μαζί τους τ' αυγινό το σφύριγμά τους.
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα στο Μαρούσι, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Κώστας Ουράνης
Πεύκα
Νά ῾ταν τὰ πεῦκα τῆς πλαγιᾶς, νὰ μοῦ ῾διναν
ἀπ᾿ τὰ κλαδιά τους τ᾿ ἄμετρα μία στοῖβα,
νά ῾φτιανα σὲ μίαν ἄκρη δίπλα τους
τὴ φτωχική μου κι ἔρημη καλύβα.
Νά ῾ταν τὸ καλοκαίρι νὰ μοῦ δίνανε
τὰ φύλλα νὰ πλαγιάσω τὰ ξερά τους,
μαζί τους νὰ τὸ λέω τὸ τραγούδι τους,
μαζί τους τ᾿ αὐγινὸ τὸ σφύριγμά τους.
Κι ὕστερα τίποτ᾿ ἄλλο. Κι ὅταν θά ῾σβηνε
ἔτσι ἡ ζωή μου ἀπὸ χαρὰ γεμάτη,
λίγα κλαδιά τους πάλι νὰ μοῦ δίνανε,
νὰ γίνουν τὸ στερνό μου τὸ κρεββάτι...
τα φύλλα να πλαγιάσω τα ξερά τους,
μαζί τους να το λέω το τραγούδι τους,
μαζί τους τ' αυγινό το σφύριγμά τους.
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα στο Μαρούσι, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Κώστας Ουράνης
Πεύκα
Νά ῾ταν τὰ πεῦκα τῆς πλαγιᾶς, νὰ μοῦ ῾διναν
ἀπ᾿ τὰ κλαδιά τους τ᾿ ἄμετρα μία στοῖβα,
νά ῾φτιανα σὲ μίαν ἄκρη δίπλα τους
τὴ φτωχική μου κι ἔρημη καλύβα.
Νά ῾ταν τὸ καλοκαίρι νὰ μοῦ δίνανε
τὰ φύλλα νὰ πλαγιάσω τὰ ξερά τους,
μαζί τους νὰ τὸ λέω τὸ τραγούδι τους,
μαζί τους τ᾿ αὐγινὸ τὸ σφύριγμά τους.
Κι ὕστερα τίποτ᾿ ἄλλο. Κι ὅταν θά ῾σβηνε
ἔτσι ἡ ζωή μου ἀπὸ χαρὰ γεμάτη,
λίγα κλαδιά τους πάλι νὰ μοῦ δίνανε,
νὰ γίνουν τὸ στερνό μου τὸ κρεββάτι...
Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016
Την ώρα που χρυσίζει η μελαγχολία...
Τα δέντρα χαίρονται μέσα τους απ' τη ζωή της τσιμουδιάς.
Ελευθερία' στερέωμα της σιωπής.
Ομοιόμορφο το νεκροταφείο των προβλημάτων....
Γιάννης Σταύρου, Λεύκες στον Λαγκαδά, λάδι σε καμβά
Νίκος Καρούζος
ΟΤΙ ΑΝΕΒΗ ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΙΑ ΤΩΝ ΘΥΡΙΔΩΝ
(Ιερεμίας θ΄, 21)
Καίει τ'αλώνι ως πέρα το μεσημέρι
κι ο ήλιος είναι σπαθί ζεματισμένο.
Καίνε οι καβαλίνες απ'τα ζώα στα χωράφια
και πιο πολύ στην άκρα σιωπή της
καίει η μέλισσα βαθιά στο άνθος.
Πατούμε στο χώμα σημαίνει
πατούμε πάνω στους νεκρούς
στην όχθη μας τη σταύρωση.
Ξάφνου η αστραπή τινάχτηκε κραδαίνοντας
το μπλάβο σταφύλι τ'ουρανού.
Δεν λυγίζει τίποτα.
Κι ας είπα το στήθος ηλιογέννητο.
Δεν λυγίζουν τα δέντρα κι ο αέρας αλύγιστος
ούτε βρύση να γίνω ούτε φλάουτο
το νερό δεν λυγίζει και ο ήχος.
Κάθε μέρα ευθεία
κάθε νύχτα τεντωμένη
ο καημός ένα τόξο πανάρχαιο
κι ο θεός ακαμψία.
Με το μαύρο η πλατειά σου ανθοφορία
κόσμε που ντύθηκες αϊτός
τα φυλλώματα και τ'άστρα.
Με το μαύρο η αίγα και το πρόβατο
η ρίζα με το μαύρο
καθώς ανοίγω τους καρπούς και χύνεται μελάνι
Μ'ένα πόδι τα οράματα.
Μέρα και νύχτα ο αέρας είν' αθέατος.
Περιμένω τ'αστέρια σε γαλάζια λεπτότητα.
Πώς θα 'θελα ν'αχτιδοβολήσουν τ' άντερά μου!
Η ερημιά που ξέρουμε δεν είναι του θανάτου.
Χαράματα και χάθηκαν τ' αστέρια.
Στο δέντρο χύθηκαν αιφνίδια πουλιά
την σιωπή του για να λαμποκόψουν.
Ενάρετος που είναι ο πορτοκαλιώνας.
Τα δέντρα χαίρονται μέσα τους απ' τη ζωή της τσιμουδιάς.
Ελευθερία' στερέωμα της σιωπής.
Ομοιόμορφο το νεκροταφείο των προβλημάτων.
Αναρρίχηση στο Αθώο Γεγονός.
Φωνή χαράς ανάερη ωσάν μεταξοχάρτι.
Κάποιος θα μηρυκάζει αόρατη χλόη
στ'αγγελοχώραφα.
Γιατί τους φοβηθήκαμε τους μύθους;
Η νόηση μοιάζει με παγοθραυστικό.
Το αίσθημα με πολλές σημαίες.
Η θέληση -πάλι- φαίνεται
σαν κάποια εποχή του Είναι.
Μα η καρδιά δεν έχει τ' όμοιό της.
Την ώρα που χρυσίζει η μελαγχολία
και μπαίνει ο θεός
στον κήπο του τον άνθρωπο
αλίμονο αν εξοκείλω τα μάτια μου.
Ελευθερία' στερέωμα της σιωπής.
Ομοιόμορφο το νεκροταφείο των προβλημάτων....
Γιάννης Σταύρου, Λεύκες στον Λαγκαδά, λάδι σε καμβά
Νίκος Καρούζος
ΟΤΙ ΑΝΕΒΗ ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΙΑ ΤΩΝ ΘΥΡΙΔΩΝ
(Ιερεμίας θ΄, 21)
Καίει τ'αλώνι ως πέρα το μεσημέρι
κι ο ήλιος είναι σπαθί ζεματισμένο.
Καίνε οι καβαλίνες απ'τα ζώα στα χωράφια
και πιο πολύ στην άκρα σιωπή της
καίει η μέλισσα βαθιά στο άνθος.
Πατούμε στο χώμα σημαίνει
πατούμε πάνω στους νεκρούς
στην όχθη μας τη σταύρωση.
Ξάφνου η αστραπή τινάχτηκε κραδαίνοντας
το μπλάβο σταφύλι τ'ουρανού.
Δεν λυγίζει τίποτα.
Κι ας είπα το στήθος ηλιογέννητο.
Δεν λυγίζουν τα δέντρα κι ο αέρας αλύγιστος
ούτε βρύση να γίνω ούτε φλάουτο
το νερό δεν λυγίζει και ο ήχος.
Κάθε μέρα ευθεία
κάθε νύχτα τεντωμένη
ο καημός ένα τόξο πανάρχαιο
κι ο θεός ακαμψία.
Με το μαύρο η πλατειά σου ανθοφορία
κόσμε που ντύθηκες αϊτός
τα φυλλώματα και τ'άστρα.
Με το μαύρο η αίγα και το πρόβατο
η ρίζα με το μαύρο
καθώς ανοίγω τους καρπούς και χύνεται μελάνι
Μ'ένα πόδι τα οράματα.
Μέρα και νύχτα ο αέρας είν' αθέατος.
Περιμένω τ'αστέρια σε γαλάζια λεπτότητα.
Πώς θα 'θελα ν'αχτιδοβολήσουν τ' άντερά μου!
Η ερημιά που ξέρουμε δεν είναι του θανάτου.
Χαράματα και χάθηκαν τ' αστέρια.
Στο δέντρο χύθηκαν αιφνίδια πουλιά
την σιωπή του για να λαμποκόψουν.
Ενάρετος που είναι ο πορτοκαλιώνας.
Τα δέντρα χαίρονται μέσα τους απ' τη ζωή της τσιμουδιάς.
Ελευθερία' στερέωμα της σιωπής.
Ομοιόμορφο το νεκροταφείο των προβλημάτων.
Αναρρίχηση στο Αθώο Γεγονός.
Φωνή χαράς ανάερη ωσάν μεταξοχάρτι.
Κάποιος θα μηρυκάζει αόρατη χλόη
στ'αγγελοχώραφα.
Γιατί τους φοβηθήκαμε τους μύθους;
Η νόηση μοιάζει με παγοθραυστικό.
Το αίσθημα με πολλές σημαίες.
Η θέληση -πάλι- φαίνεται
σαν κάποια εποχή του Είναι.
Μα η καρδιά δεν έχει τ' όμοιό της.
Την ώρα που χρυσίζει η μελαγχολία
και μπαίνει ο θεός
στον κήπο του τον άνθρωπο
αλίμονο αν εξοκείλω τα μάτια μου.
Κυριακή 3 Ιουλίου 2016
ως εκείνος που κάθε χρόνο έγραφε για τις αμυγδαλιές...
...Αλλά ο ποιητής στέκεται μπροστά σ' αυτά που δεν τραβούν
την προσοχή των καθωσπρέπει κυρίων, έτσι ώστε ν' αναρωτιόμαστε αν είναι ερωτευμένος ή κατάσκοπος
και - είναι τόση ώρα άλλωστε που φαίνεται να
κοιτάζει αυτό το δέντρο! - τι κοιτάζει στ' αλήθεια;
Marcel Proust
Η Χριστίνα Λιναρδάκη παρουσιάζει τη συλλογή ποιημάτων του Χαρ. Γιαννακόπουλου, "Τι κοιτάζει στ' αλήθεια ο ποιητής"... (απόσπασμα)
...Το "τι κοιτάζει στ' αλήθεια ο ποιητής" είναι ένα από τα σπάνια εκείνα ποιητικά βιβλία όπου το κάθε ποίημα είναι προσεγμένο και άψογο και όπου, παρά το μεγάλο πλήθος των ποιημάτων, καθετί είναι στη σωστή θέση. Ο ποιητής μιλά με απλότητα για τη δύναμη των αισθήσεων, την οποία συνδέει αλλού με τον έρωτα, αλλού με την οικογενειακή θαλπωρή, αλλού με την παράδοση και αλλού με τη νεωτερικότητα, συχνά με ρομαντική και αναστοχαστική διάθεση. Γεύσεις, μυρωδιές και αγγίγματα γίνονται ένας στρόβιλος που συνεπαίρνει τον ίδιο και τον αναγνώστη. Ο ποιητής σταματά στα μικρά πράγματα και τα αναδεικνύει: αποκαλύπτει με αυτόν τον τρόπο που κοιτάζει και το βλέμμα του που εξετάζει τα πράγματα υπό ένα μυστηριώδες, ευαίσθητο και τρυφερό φως. Κάθε φορά που το βλέμμα του στέκεται κάπου, είναι σα να το βλέπει για πρώτη φορά, βαφτίζεται μέσα του και αναγεννάται - τέτοια είναι η ένταση των συναισθημάτων που εγείρει. Η εικονοποιΐα είναι πολύ δυνατή, οι μετασχηματισμοί εύστοχοι, ο ρυθμός ρέων... (Χριστίνα Λιναρδάκη)
Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος
Φιλοδοξίες
Ακούγεται ασήμαντο για φιλοδοξία
και ξεπερασμένο και ρομαντικό,
μα δεν είναι άσχημο για πεπρωμένο:
να μείνω στη μνήμη των ανθρώπων
ως εκείνος που κάθε χρόνο
έγραφε για τις αμυγδαλιές
λες και τις έβλεπε πρώτη φορά.
Στη θάλασσα
Ούτε σήμερα κατάφερα να περπατήσω πάνω στα νερά,
που είναι το πιο αγαπημένο μου απ' όλα τα θαύματα.
Τα άλλα δύο είναι ο έρωτας και η ποίηση.
Πηγή : ΣΤΙΓΜΑ ΛΟΓΟΥ
την προσοχή των καθωσπρέπει κυρίων, έτσι ώστε ν' αναρωτιόμαστε αν είναι ερωτευμένος ή κατάσκοπος
και - είναι τόση ώρα άλλωστε που φαίνεται να
κοιτάζει αυτό το δέντρο! - τι κοιτάζει στ' αλήθεια;
Marcel Proust
Η Χριστίνα Λιναρδάκη παρουσιάζει τη συλλογή ποιημάτων του Χαρ. Γιαννακόπουλου, "Τι κοιτάζει στ' αλήθεια ο ποιητής"... (απόσπασμα)
...Το "τι κοιτάζει στ' αλήθεια ο ποιητής" είναι ένα από τα σπάνια εκείνα ποιητικά βιβλία όπου το κάθε ποίημα είναι προσεγμένο και άψογο και όπου, παρά το μεγάλο πλήθος των ποιημάτων, καθετί είναι στη σωστή θέση. Ο ποιητής μιλά με απλότητα για τη δύναμη των αισθήσεων, την οποία συνδέει αλλού με τον έρωτα, αλλού με την οικογενειακή θαλπωρή, αλλού με την παράδοση και αλλού με τη νεωτερικότητα, συχνά με ρομαντική και αναστοχαστική διάθεση. Γεύσεις, μυρωδιές και αγγίγματα γίνονται ένας στρόβιλος που συνεπαίρνει τον ίδιο και τον αναγνώστη. Ο ποιητής σταματά στα μικρά πράγματα και τα αναδεικνύει: αποκαλύπτει με αυτόν τον τρόπο που κοιτάζει και το βλέμμα του που εξετάζει τα πράγματα υπό ένα μυστηριώδες, ευαίσθητο και τρυφερό φως. Κάθε φορά που το βλέμμα του στέκεται κάπου, είναι σα να το βλέπει για πρώτη φορά, βαφτίζεται μέσα του και αναγεννάται - τέτοια είναι η ένταση των συναισθημάτων που εγείρει. Η εικονοποιΐα είναι πολύ δυνατή, οι μετασχηματισμοί εύστοχοι, ο ρυθμός ρέων... (Χριστίνα Λιναρδάκη)
Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος
Φιλοδοξίες
Ακούγεται ασήμαντο για φιλοδοξία
και ξεπερασμένο και ρομαντικό,
μα δεν είναι άσχημο για πεπρωμένο:
να μείνω στη μνήμη των ανθρώπων
ως εκείνος που κάθε χρόνο
έγραφε για τις αμυγδαλιές
λες και τις έβλεπε πρώτη φορά.
Στη θάλασσα
Ούτε σήμερα κατάφερα να περπατήσω πάνω στα νερά,
που είναι το πιο αγαπημένο μου απ' όλα τα θαύματα.
Τα άλλα δύο είναι ο έρωτας και η ποίηση.
Πηγή : ΣΤΙΓΜΑ ΛΟΓΟΥ
Σάββατο 2 Ιουλίου 2016
Οι κύκνοι το φθινόπωρο...
Περιμένοντας το φθινόπωρο! Αναζητώντας δροσιά...
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό τοπίο με πεύκα, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Ναπολέων Λαπαθιώτης
Οι κύκνοι το φθινόπωρο
Οἱ κύκνοι τὸ φθινόπωρο ζητᾶνε τὴ χαρά τους
γιατὶ ἡ χαρά τους πέταξε μαζὶ μὲ τ᾿ ἁγιοκαίρι...
Θὰ ζήσουν τάχα νὰ τὴ βροῦν, τὴν ἄνοιξη; -Ποιὸς ξέρει;
...γιατὶ μπορεῖ καὶ νὰ χαθοῦν πρὶν βροῦνε τὴ χαρά τους...
Ἀπόψε τὴν περίμεναν, σχεδὸν ὅλο τὸ βράδι,
ὥσπου στὸ τέλος νύσταξαν κοιτώντας τὸ σκοτάδι,
κι ἔγειραν καὶ κοιμήθηκαν ἀπάνω στὰ φτερά τους...
Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό τοπίο με πεύκα, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Ναπολέων Λαπαθιώτης
Οι κύκνοι το φθινόπωρο
Οἱ κύκνοι τὸ φθινόπωρο ζητᾶνε τὴ χαρά τους
γιατὶ ἡ χαρά τους πέταξε μαζὶ μὲ τ᾿ ἁγιοκαίρι...
Θὰ ζήσουν τάχα νὰ τὴ βροῦν, τὴν ἄνοιξη; -Ποιὸς ξέρει;
...γιατὶ μπορεῖ καὶ νὰ χαθοῦν πρὶν βροῦνε τὴ χαρά τους...
Ἀπόψε τὴν περίμεναν, σχεδὸν ὅλο τὸ βράδι,
ὥσπου στὸ τέλος νύσταξαν κοιτώντας τὸ σκοτάδι,
κι ἔγειραν καὶ κοιμήθηκαν ἀπάνω στὰ φτερά τους...
Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016
βλέπεις τον ήλιο μ' άλλα μάτια...
σ' ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά
τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από που
να κοιτάξεις πρώτα,
γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά...
Γιάννης Σταύρου, Ύδρα, λάδι σε καμβά
Γιώργος Σεφέρης
Το φως
Καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια
πληθαίνουν οἱ κριτὲς ποὺ σὲ καταδικάζουν-
καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια καὶ κουβεντιάζεις μὲ λιγότερες
φωνές,
βλέπεις τὸν ἥλιο μ᾿ ἄλλα μάτια-
ξέρεις πὼς ἐκεῖνοι ποὺ ἔμειναν, σὲ γελοῦσαν,
τὸ παραμίλημα τῆς σάρκας, ὁ ὄμορφος χορὸς
ποὺ τελειώνει στὴ γύμνια.
Ὅπως, τὴ νύχτα στρίβοντας στὴν ἔρμη δημοσιά,
ἄξαφνα βλέπεις νὰ γυαλίζουν τὰ μάτια ἑνὸς ζώου
ποὺ ἔφυγαν κιόλας, ἔτσι νιώθεις τὰ μάτια σου
τὸν ἥλιο τὸν κοιτᾶς, ἔπειτα χάνεσαι μὲς στὸ σκοτάδι-
ὁ δωρικὸς χιτώνας
ποὺ ἀγγίξανε τὰ δάχτυλά σου καὶ λύγισε σὰν τὰ βουνά,
εἶναι ἕνα μάρμαρο στὸ φῶς, μὰ τὸ κεφάλι του εἶναι στὸ
σκοτάδι.
Κι αὐτοὺς ποὺ ἀφῆσαν τὴν παλαίστρα γιὰ νὰ πάρουν
δοξάρια
καὶ χτύπησαν τὸ θεληματικὸ μαραθωνοδρόμο
κι ἐκεῖνος εἶδε τὴ σφενδόνη ν᾿ ἀρμενίζει στὸ αἷμα
ν᾿ ἀδειάζει ὁ κόσμος ὅπως τὸ φεγγάρι
καὶ νὰ μαραίνουνται τὰ νικηφόρα περιβόλια-
τοὺς βλέπεις μὲς στὸν ἥλιο, πίσω ἀπὸ τὸν ἥλιο.
Καὶ τὰ παιδιὰ ποὺ κάναν μακροβούτια ἀπ᾿ τὰ μπαστούνια
πηγαίνουν σὰν ἀδράχτια γνέθοντας ἀκόμη,
σώματα γυμνὰ βουλιάζοντας μέσα στὸ μαῦρο φῶς
μ᾿ ἕνα νόμισμα στὰ δόντια, κολυμπώντας ἀκόμη,
καθὼς ὁ ἥλιος ράβει μὲ βελονιὲς μαλαματένιες
πανιὰ καὶ ξύλα ὑγρὰ καὶ χρώματα πελαγίσια-
ἀκόμη τώρα κατεβαίνουνε λοξὰ
πρὸς τὰ χαλίκια τοῦ βυθοῦ
οἱ ἄσπρες λήκυθοι.
Ἀγγελικὸ καὶ μαῦρο, φῶς,
γέλιο τῶν κυμάτων στὶς δημοσιὲς τοῦ πόντου,
δακρυσμένο γέλιο,
σὲ βλέπει ὁ γέροντας ἱκέτης
πηγαίνοντας νὰ δρασκελίσει τὶς ἀόρατες πλάκες
καθρεφτισμένο στὸ αἷμα του
ποὺ γέννησε τὸν Ἐτεοκλῆ καὶ τὸν Πολυνείκη.
Ἀγγελικὴ καὶ μαύρη, μέρα-
ἡ γλυφὴ γέψη τῆς γυναίκας ποὺ φαρμακώνει τὸ φυλακισμένο
βγαίνει ἀπ᾿ τὸ κύμα δροσερὸ κλωνάρι στολισμένο στάλες.
Τραγούδησε μικρὴ Ἀντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε...
δὲ σοῦ μιλῶ γιὰ περασμένα, μιλῶ γιὰ τὴν ἀγάπη
στόλισε τὰ μαλλιά σου μὲ τ᾿ ἀγκάθια τοῦ ἥλιου,
σκοτεινὴ κοπέλα-
ἡ καρδιὰ τοῦ Σκορπιοῦ βασίλεψε,
ὁ τύραννος μέσα ἀπ᾿ τὸν ἄνθρωπο ἔχει φύγει,
κι ὅλες οἱ κόρες τοῦ πόντου, Νηρηίδες, Γραῖες
τρέχουν στὰ λαμπυρίσματα τῆς ἀναδυομένης
ὅποιος ποτέ του δὲν ἀγάπησε θ᾿ ἀγαπήσει,
στὸ φῶς-
καὶ εἶσαι
σ᾿ ἕνα μεγάλο σπίτι μὲ πολλὰ παράθυρα ἀνοιχτὰ
τρέχοντας ἀπὸ κάμαρα σὲ κάμαρα, δὲν ξέροντας ἀπὸ ποῦ
νὰ κοιτάξεις πρῶτα,
γιατὶ θὰ φύγουν τὰ πεῦκα καὶ τὰ καθρεφτισμένα βουνὰ
καὶ τὸ τιτιβισμάτων πουλιῶν
θ᾿ ἀδειάσει ἡ θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, ἀπὸ βοριὰ
καὶ νότο
θ᾿ ἀδειάσουν τὰ μάτια σου ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς μέρας
πῶς σταματοῦν ξαφνικὰ κι ὅλα μαζὶ τὰ τζιτζίκια.
τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από που
να κοιτάξεις πρώτα,
γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά...
Γιάννης Σταύρου, Ύδρα, λάδι σε καμβά
Γιώργος Σεφέρης
Το φως
Καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια
πληθαίνουν οἱ κριτὲς ποὺ σὲ καταδικάζουν-
καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια καὶ κουβεντιάζεις μὲ λιγότερες
φωνές,
βλέπεις τὸν ἥλιο μ᾿ ἄλλα μάτια-
ξέρεις πὼς ἐκεῖνοι ποὺ ἔμειναν, σὲ γελοῦσαν,
τὸ παραμίλημα τῆς σάρκας, ὁ ὄμορφος χορὸς
ποὺ τελειώνει στὴ γύμνια.
Ὅπως, τὴ νύχτα στρίβοντας στὴν ἔρμη δημοσιά,
ἄξαφνα βλέπεις νὰ γυαλίζουν τὰ μάτια ἑνὸς ζώου
ποὺ ἔφυγαν κιόλας, ἔτσι νιώθεις τὰ μάτια σου
τὸν ἥλιο τὸν κοιτᾶς, ἔπειτα χάνεσαι μὲς στὸ σκοτάδι-
ὁ δωρικὸς χιτώνας
ποὺ ἀγγίξανε τὰ δάχτυλά σου καὶ λύγισε σὰν τὰ βουνά,
εἶναι ἕνα μάρμαρο στὸ φῶς, μὰ τὸ κεφάλι του εἶναι στὸ
σκοτάδι.
Κι αὐτοὺς ποὺ ἀφῆσαν τὴν παλαίστρα γιὰ νὰ πάρουν
δοξάρια
καὶ χτύπησαν τὸ θεληματικὸ μαραθωνοδρόμο
κι ἐκεῖνος εἶδε τὴ σφενδόνη ν᾿ ἀρμενίζει στὸ αἷμα
ν᾿ ἀδειάζει ὁ κόσμος ὅπως τὸ φεγγάρι
καὶ νὰ μαραίνουνται τὰ νικηφόρα περιβόλια-
τοὺς βλέπεις μὲς στὸν ἥλιο, πίσω ἀπὸ τὸν ἥλιο.
Καὶ τὰ παιδιὰ ποὺ κάναν μακροβούτια ἀπ᾿ τὰ μπαστούνια
πηγαίνουν σὰν ἀδράχτια γνέθοντας ἀκόμη,
σώματα γυμνὰ βουλιάζοντας μέσα στὸ μαῦρο φῶς
μ᾿ ἕνα νόμισμα στὰ δόντια, κολυμπώντας ἀκόμη,
καθὼς ὁ ἥλιος ράβει μὲ βελονιὲς μαλαματένιες
πανιὰ καὶ ξύλα ὑγρὰ καὶ χρώματα πελαγίσια-
ἀκόμη τώρα κατεβαίνουνε λοξὰ
πρὸς τὰ χαλίκια τοῦ βυθοῦ
οἱ ἄσπρες λήκυθοι.
Ἀγγελικὸ καὶ μαῦρο, φῶς,
γέλιο τῶν κυμάτων στὶς δημοσιὲς τοῦ πόντου,
δακρυσμένο γέλιο,
σὲ βλέπει ὁ γέροντας ἱκέτης
πηγαίνοντας νὰ δρασκελίσει τὶς ἀόρατες πλάκες
καθρεφτισμένο στὸ αἷμα του
ποὺ γέννησε τὸν Ἐτεοκλῆ καὶ τὸν Πολυνείκη.
Ἀγγελικὴ καὶ μαύρη, μέρα-
ἡ γλυφὴ γέψη τῆς γυναίκας ποὺ φαρμακώνει τὸ φυλακισμένο
βγαίνει ἀπ᾿ τὸ κύμα δροσερὸ κλωνάρι στολισμένο στάλες.
Τραγούδησε μικρὴ Ἀντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε...
δὲ σοῦ μιλῶ γιὰ περασμένα, μιλῶ γιὰ τὴν ἀγάπη
στόλισε τὰ μαλλιά σου μὲ τ᾿ ἀγκάθια τοῦ ἥλιου,
σκοτεινὴ κοπέλα-
ἡ καρδιὰ τοῦ Σκορπιοῦ βασίλεψε,
ὁ τύραννος μέσα ἀπ᾿ τὸν ἄνθρωπο ἔχει φύγει,
κι ὅλες οἱ κόρες τοῦ πόντου, Νηρηίδες, Γραῖες
τρέχουν στὰ λαμπυρίσματα τῆς ἀναδυομένης
ὅποιος ποτέ του δὲν ἀγάπησε θ᾿ ἀγαπήσει,
στὸ φῶς-
καὶ εἶσαι
σ᾿ ἕνα μεγάλο σπίτι μὲ πολλὰ παράθυρα ἀνοιχτὰ
τρέχοντας ἀπὸ κάμαρα σὲ κάμαρα, δὲν ξέροντας ἀπὸ ποῦ
νὰ κοιτάξεις πρῶτα,
γιατὶ θὰ φύγουν τὰ πεῦκα καὶ τὰ καθρεφτισμένα βουνὰ
καὶ τὸ τιτιβισμάτων πουλιῶν
θ᾿ ἀδειάσει ἡ θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, ἀπὸ βοριὰ
καὶ νότο
θ᾿ ἀδειάσουν τὰ μάτια σου ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς μέρας
πῶς σταματοῦν ξαφνικὰ κι ὅλα μαζὶ τὰ τζιτζίκια.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









