t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

Στον τόπο μου ενώ ζω, είμαι πλέρια ξένος...

Στ' "αβέβαιος" πάντα βρίσκω τ' "ορισμένος"
Το ξάστερο το βλέπω σκοτεινό
Διστάζω για ό,τι πλέρια είμαι πεισμένος
Για κάθε ξαφνικό φιλοσοφώ...
*
Riens ne m'est seur que la chose incertaine,
Obsucur fors ce qui est tout evident,
Doubte ne fais fors en chose certaine,
Scïence tiens a soudain accident...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Άνθρωπος και δέντρο, λάδι σε καμβά

Φρανσουά Βιγιόν
Πλάι στη βρύση παθαίνω διψασμένος

Πλάι στη βρύση παθαίνω διψασμένος
Καίω σα φωτιά και τρέμω, τουρτουρώ
Στον τόπο μου ενώ ζω, είμαι πλέρια ξένος
Κοντά στη 'στιά τα δόντια κουρταλώ
Σα σκούληκας γυμνός στολή φορώ
Γελώντας κλαίω χωρίς ελπίδα πια
Χαίρουμαι κι όμως δεν έχω χαρές
Θεριό είμαι δίχως δύναμη καμιά
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές

Στ' "αβέβαιος" πάντα βρίσκω τ' "ορισμένος"
Το ξάστερο το βλέπω σκοτεινό
Διστάζω για ό,τι πλέρια είμαι πεισμένος
Για κάθε ξαφνικό φιλοσοφώ
Κερδίζω και χαμένος θε να 'βγω
Όταν χαράζει, λέω, -"Καλή νυχτιά!"
Ξαπλώνω, λέω, θα φάω καμιά βροντιά
Είμαι πλούσιος κι όλο έχω αδεκαριές
Μαγκούφης, καρτερώ κληρονομιά
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές

Έγνοιες δεν έχω κι είμ' ιδεασμένος
Πλούτια να βρω, μα δεν επιθυμώ
Απ' όσους μ' επαινούνε προσβαλμένος
Και κοροϊδεύω ό,τι είναι σοβαρό
Φίλο έχω όποιον με πείσει πως γλυκό
Κελάηδημα είν' της κάργιας η σκουξιά
Για όποιον με βλάφτει λέω πως μ' αγαπά
Το ίδιο μου είναι κι οι αλήθειες κι οι ψευτιές
Τα ξέρω όλα, δε νιώθω τόσο δα
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές

Πρίγκιπα μου μακρόθυμε, καμμιά
γνώση δεν έχω και μυαλό σταλιά
Μα υπακούω στους νόμους, τι άλλο θες;
Πώς, τους μιστούς να πάρω είπες, ξανά
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.

(μετ. Σπύρου Σκιαδαρέση)

François Villon
Je meurs de soif auprés de la fontaine

Je meurs de seuf auprés de la fontaine,
Chault comme feu et tremble dent a dent,
En mon pays suis en terre loingtaine,
Lez ung brasier frisonne tout ardent,
Nu comme ung ver, vestu en president,
Je riz en pleurs et attens sans espoir,
Confort reprens en triste desespoir,
Je m'esjoys et n'ay plasir aucun,
Puissant je suis sans force et sans pouoir,
Bien recueully, debouté de chascun.

Riens ne m'est seur que la chose incertaine,
Obsucur fors ce qui est tout evident,
Doubte ne fais fors en chose certaine,
Scïence tiens a soudain accident,
Je gaigne tout et demeure perdent,
Au point du jour diz "Dieu vous doint bon soir ! ",
Gisant envers j'ay grand paeur de chëoir,
J'ay bien de quoy et si n'en ay pas ung,
Eschoicte actens et d'omme ne suis hoir,
Bien recueully, debouté de chascun.

De rien n'ay soing, si mectz toute m'atayne
D'acquerir biens et n'y suis pretendent,
Qui mieulx me dit, c'est cil qui plus m'actaine,
Et qui plus vray, lors plus me va bourdent,
Mon ami est qui me faict entendent
D'ung cigne blanc que c'est ung corbeau noir,
Et qui me nuyst, croy qu'i m'ayde a pourvoir,
Bourde, verté, au jour d'uy m'est tout ung,
Je retiens tout, rien ne sçay concepvoir,
Bien recueully, debouté de chascun.

Prince clement, or vous plaise sçavoir
Que j'entens moult et n'ay sens ne sçavoir;
Parcïal suis, a toutes loys commun.
Que sais je plus ? Quoy ! les gaiges ravoir,
Bien recueully, debouté de chascun. 

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2015

εκεί που η μάχη θα χαθεί...

και είμαστε εμείς, μέσα σ’ αυτόν τον αέρα
σ’ αυτό το νερό, σ’ αυτό το ψύχος...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Υβ Μπονφουά
Ποιήματα
(απόσπασμα)
*
Τώρα η ρωγμή διαπερνά το στόμα
τα πέντε δάχτυλα σκορπίζονται στην τύχη
το κεφάλι κυλάει στο χορτάρι,
το λαιμό νέμονται τώρα
οι λύκοι και το χιόνι
ο άνεμος διαπερνά τα μάτια τώρα
σε κάποιους ταξιδιώτες του θανάτου
και είμαστε εμείς, μέσα σ’ αυτόν τον αέρα
σ’ αυτό το νερό, σ’ αυτό το ψύχος.
*
Θα πάρω στα χέρια μου
το πεθαμένο σου πρόσωπο.
θα το κοιμίσω μεσ’ την παγωνιά του.
θα στολίσω με τα χέρια μου
το ακίνητο κορμί σου,
το μάταιο στόλισμα
των πεθαμένων.
*
Ο πορτοκαλεώνας θάναι η κατοικία σου
πάνω στο στρωμένο τραπέζι
σ’ ένα άλλο φως
θα κοιμίσεις την καρδιά σου.
Το πρόσωπο σου θα φλέγεται
καθώς θα κυνηγάς ανάμεσα στους κλώνους.
Douve, θάναι τ’ όνομά σου
εκεί, ανάμεσα στις πέτρες
Douve, ακατανόητη και μαύρη
νερό ανεξάντλητο, εκεί
που η μάχη θα χαθεί.

(Μετ. Ευριπίδης Κλεόπας)

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

να πέφτεις...

κρυμμένο μένει το φεγγάρι
πότε πίσω από δέντρα
πότε πίσω από θηρία
πότε πίσω από σύννεφα...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Γαλατάς, λάδι σε καμβά

Μίλτος Σαχτούρης
Κορίτσι

Μητέρα
κορίτσι λυπημένο
χαρούμενο στον τάφο
με το γαλάζιο φόρεμα
να πέφτεις

σκύλε μ’ αγκάθια
με το γαλάζιο φόρεμα
καθαρό δίχως αίμα
δίχως του ήλιου την κακή κραυγή
σκύλε με κόκκινα αγκάθια
στο μαύρο περιβόλι το νεκρό
να πέφτεις

μαύρο μάτι
της ζυγαριάς

βαριά η ζυγαριά
από τη φλόγα
κι απ’ το γαλάζιο φόρεμα

να πέφτεις

Η φεγγαράδα


Από αίμα πουλιών πλημμυρισμένο
κρυμμένο μένει το φεγγάρι
πότε πίσω από δέντρα
πότε πίσω από θηρία
πότε πίσω από σύννεφα
με θόρυβο που ξεκουφαίνει τα φτερά αγγέλων
κάτι θέλουν να πουν κάτι σημαίνει
είναι ακόμα καλοκαίρι
όμως μια μυρωδιά από θειάφι φράζει το χειμώνα
δεν έχει ούτε καρέκλα να καθίσεις
και οι καρέκλες έφυγαν στον ουρανό

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015

μα οι ευχές δεν αποφέρουν...

μα οι ευχές δεν αποφέρουν, μήτε
μπορούμε ν' αποφύγουμε την άφιξη του βράχου,
ξαπλώνουμε ατενίζοντας το κίτρινο έως ότου ο χρυσαφένιος καιρός
διαρρηχθεί, ω αίμα της καρδιάς μου, όπως μια καρδιά ή ένας λόφος...

*
But wishes breed not, neither
Can we fend off rock arrival,
Lie watching yellow until the golden weather
Breaks, O my heart's blood, like a heart and hill... 


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ελαιώνας δίπλα στη θάλασσα, λάδι σε καμβά

Ντύλαν Τόμας
Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά

Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά, ατενίζοντας το κίτρινο
και τη μουντή θάλασσα, περίγελως εμείς που χλευάζουμε
που ακολουθούμε τα κόκκινα ποτάμια, κούφια
εσοχή λέξεων πέρα από τον ίσκιο των τζιτζικιών,
διότι σε τούτο τον κίτρινο τάφο άμμου και θάλασσας
μια επίκληση για χρώμα καλεί με τον αγέρα
μουντή και ζωηρή όπως ο τάφος κι η θάλασσα
καθώς κοιμούνται ούτως ή άλλως.
Οι σεληνιακές σιωπές, η σιωπηλή παλίρροια
που γλείφει τα ακίνητα κανάλια, ο ξηρός άρχοντας της παλίρροιας
ζαρωμένος ανάμεσα σε αμμοθύελλα και νεροποντή,
πρέπει να θεραπεύσουν τα δεινά μας από το νερό
με μια μονόχρωμη γαλήνη·
η ουράνια μουσική πάνω από την άμμο
ηχεί μαζί με τους κόκκους που βιάζονται
να κρύψουν τα χρυσαφένια βουνά και τις οικίες
της μουντής, ζωηρής, παράκτιας γης
που ζώνει αρχοντική κορδέλα, ξαπλωμένοι εμείς,
ατενίζουμε το κίτρινο, ευχόμαστε ο άνεμος να διώξει μακριά
τη μορφολογία της ακτής και τον πνιγμένο κόκκινο βράχο·
μα οι ευχές δεν αποφέρουν, μήτε
μπορούμε ν' αποφύγουμε την άφιξη του βράχου,
ξαπλώνουμε ατενίζοντας το κίτρινο έως ότου ο χρυσαφένιος καιρός
διαρρηχθεί, ω αίμα της καρδιάς μου, όπως μια καρδιά ή ένας λόφος

(μετ. Νέλλη Μπουραντάνη)

Dylan Thomas
We Lying By Seasand

We lying by seasand, watching yellow
And the grave sea, mock who deride
Who follow the red rivers, hollow
Alcove of words out of cicada shade,
For in this yellow grave of sand and sea
A calling for colour calls with the wind
That's grave and gay as grave and sea
Sleeping on either hand.
The lunar silences, the silent tide
Lapping the still canals, the dry tide-master
Ribbed between desert and water storm,
Should cure our ills of the water
With a one-coloured calm;
The heavenly music over the sand
Sounds with the grains as they hurry
Hiding the golden mountains and mansions
Of the grave, gay, seaside land.
Bound by a sovereign strip, we lie,
Watch yellow, wish for wind to blow away
The strata of the shore and drown red rock;
But wishes breed not, neither
Can we fend off rock arrival,
Lie watching yellow until the golden weather
Breaks, O my heart's blood, like a heart and hill.

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015

σκόνη τη σκόνη...

Δε θα μείνει στη νύχτα ούτ’ ένα αστέρι.
Δε θα μείνει η νύχτα...


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Νύχτα στο λιμάνι, λάδι σε καμβά

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Πράγματα

Το μπαστούνι, μια αρμαθιά κλειδιά, κάτι κέρματα,
η απαλή κλειδαριά, κάτι τελευταίες
σημειώσεις που δε θα ξαναδιαβαστούν
τις λίγες μέρες που μου απομένουν, η τράπουλα,
η σκακιέρα, ένα βιβλίο και κάπου στα φύλλα του
η ξεραμένη βιολέτα, ενθύμιο κάποιας βραδιάς
αξέχαστης ασφαλώς αλλά κιόλας ξεχασμένης,
στη δύση ο κόκκινος καθρέφτης πυρπολώντας
ένα δειλινό της φαντασίας. Τόσα και τόσα πράγματα,
ομπρέλες, πίπες, άτλαντες, φλιτζάνια, μπιχλιμπίδια
που δουλεύουν για χάρη μας σαν αμίλητοι σκλάβοι,
τυφλά, και απολύτως βουβά!
Θα επιζήσουν πέρ’ από τη λήθη μας·
δίχως να ξέρουν καν πως έχουμε υπάρξει.

(μετ. Δημήτρης Καλοκύρης)

Ο αυτόχειρας

Δε θα μείνει στη νύχτα ούτ’ ένα αστέρι.
Δε θα μείνει η νύχτα.
Θα πεθάνω και μαζί μου όλο
τ’ ανυπόφορο σύμπαν.
Θα σβήσω τις πυραμίδες, τα μετάλλια,
τις ηπείρους και τα πρόσωπα.
Θα σβήσω το θησαύρισμα του παρελθόντος.
Θα κάνω σκόνη την ιστορία, σκόνη τη σκόνη.
Κοιτάζω τώρα το στερνό ηλιοβασίλεμα.
Ακούω το στερνό πουλί.
Κληροδοτώ το τίποτα σε κανέναν.

(μετ. Αργύρης Χιόνης)

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2015

κ’ η νύχτα λέει της ξαστεριάς, δεν έχω αστέρια απόψε...

Πόσο λαχτάρησα να φτερουγίσω Εκείνο
δεν έχει όνομα δυστυχώς ούτε υπόσταση
δεν υποφέρει από καμιά χυδαιότητα όπως
οι νόμοι της φύσεως ή η κακούργα διαλεκτική...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Ποτήρι νερό με ψωμί, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)

Νίκος Καρούζος
O χρόνος-κακοποιός

Βγαίνει και η Κυριακή σιγά σιγά
οι ώρες ειν’-αλήθεια- τρομερά μακρόσυρτες
θέλει ψαρόκολλα-εγκαρτέρηση το πράγμα.
Πόσο λαχτάρησα να φτερουγίσω Εκείνο
δεν έχει όνομα δυστυχώς ούτε υπόσταση
δεν υποφέρει από καμιά χυδαιότητα όπως
οι νόμοι της φύσεως ή η κακούργα διαλεκτική
κάθε γυναίκα είναι μια καινούργια
νύξη του Απόλυτου τη βλέπω μαγεμένος και κατατάσσομαι αμέσως
εθελοντής στην αλύπητη ματαιότητα.
Μ’ ένα ρομαντικό τσιγάρο θα άλλαζα διάβολε
κατεύθυνση.

Γλαφυρό τουφέκι

Γηράσκω πάντα στην ελάσσονα κλίμακα
με λύσσα ξεσχίζοντας τα σκουτιά της χαρμολύπης
ν’ αποδίνουμε δίκαιο: η χειρότερη ανοησία μας –
κολατσίζω πρωινό απόλυτο Μηδέν ακουμπισμένος
απάνω στη συμφορά μου να υπάρχω.
Σ’ αυτό δεν έχω συντροφιά δεν έχω σπάργανα
για τον Υιό του Φανταχτερού Ζώου
δεν εξυμνώ κροκόδειλους λυτρώνω σαχλαμάρες πέρσι
στην Ταγκανίκα
κι όπως το είπα κι άλλοτε η βλακεία είναι απολύτως αναγκαία
είν’ η αποπάτηση του νου με ανακούφιση.
Κάθε γλώσσα σημαδεύει περιπέτειες απ’ το δεινόσαυρο
έως εμένα
μέχρι τη γάτα της γειτόνισσας την αχρωμάτιστη
κάθε πρόσωπο ιδρύει το χαμόγελο στα πιότερο ηλίθια χείλη
κάθε αντίλαλος και μυστικισμός κάθε γυναίκα και βασιλεία
κοφίνια με θάλασσα κουβαλημένα στον κατάμαυρο σκύλο.
Θ’ αγιάσουμε γονατίζοντας αντίκρυ στα νωπά γιασεμάκια
ταραγμένα συνέχεια απ’ τα έμορφα μύρα τους
τιποτένια διάτορα καθόλου πραχτικά κι ασυλλόγιστα
τρομερό κι απέριττο μεγαλείο.
*
(Στον Ιωάννη - Σεβαστιανό Μπαχ)
κ’ η νύχτα λέει της ξαστεριάς, δεν έχω αστέρια απόψε.
*
(Εγώ υπάρχω)
Κάτω απ' την κυανή αιχμαλωσία του ουρανού
είμαι ο ταμίας της τύχης μου.
*
(Λυτή ως το θάνατο)
Τι θα έκανα τις πράξεις μου
αν δεν υπήρχε ο θάνατος.

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

Ο ατέρμων χρόνος με μεταχειρίζεται σαν θρόισμα...

Παραπέτασμα αύρας
για να στηρίξω απόψε
τη μελαγχολία μου...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Δειλινό στο λιμάνι, λάδι σε καμβά

Τζιουζέπε Ουνγκαρέτι
Η όμορφη νύχτα

Τι τραγούδι κι ετούτο απόψε που ανεβαίνει
κι υφαίνει
με ηχώ από κρύσταλλο καρδιάς
τ' αστέρια.

Τι γιορτή πηγής
καρδιάς γαμήλιας.

Δεν υπήρξα παρά
μια λακκούβα σκοτεινιάς

Τώρα δαγκώνω
Διάστημα
καθώς βρέφος τη ρώγα του βυζιού

Τώρα γίνομαι στουπί
στο μεθύσι από Σύμπαν.

(μετ. Οδυσσέας Ελύτης)

*
Ο ατέρμων χρόνος με μεταχειρίζεται σαν θρόισμα!
*
Είμαι ένα πλάσμα 

Είμαι ένα πλάσμα
σαν αυτό το λίθο
του Σαν Μικέλε
τόσο ψυχρό
τόσο σκληρό
τόσο στεγνό
τόσο ανθεκτικό
τόσο ολότελα
ξέψυχο
Σαν αυτόν το λίθο
είναι το κλάμα μου
το κρυφό
Τον θάνατο
ξεπληρώνουμε
ζώντας.
Απόψε

Παραπέτασμα αύρας
για να στηρίξω απόψε
τη μελαγχολία μου

Κοιμάμαι

Θάθελα να μιμηθώ
αυτό το χωριό
το πλαγιασμένο
στο πουκάμισο
του  χιονιού

Παγκόσμιο

Με θάλασσα
έφτιασα
ένα φέρετρο
δροσιάς

(μετ. Τερέζα Σινιγάλια)

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

είχε γίνει άφαντη...

Περπατώ στο χωριό με τα παλιά μισογκρεμισμένα του σπίτια. Τα πιο πολλά, για παραθυρόφυλλα έχουνε κόκκινους μπερντέδες και καθώς ο άνεμος τους σηκώνει κάθε τόσο, φανερώνονται από μέσα καπνισμένα δοκάρια...

http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Λαδάδικα 1970, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Ε. Χ. Γονατάς
Το βάραθρο
(αποσπάσματα)
Η συκιά

Έσκυψα και τη φίλησα.
«Είμαι ο άνεμος», της ψιθύρισα απαλά στ’ αυτί. «Πάμε πίσω από κείνη τη συκιά. Θα φυσήξω, και θα πέφτουν τα φύλλα της γύρω μας, σιγά-σιγά• έτσι κανένα αδιάκριτο μάτι δε θα μπορεί να μας δει όταν θα σ’ αγκαλιάζω».
Εκείνη, βγάζοντας απ’ τα μαλλιά της ένα μικρό νόμισμα, μου το ‘δειξε, κι ύστερα κοιτάζοντας πέρα, κατά τη μεριά που υψωνόταν μοναχική η συκιά, άρχισε να το παίζει στη φούχτα της.
«Η απάντηση είναι γραμμένη εδώ», είπε και πέταξε ψηλά το νόμισμα που λοξοδρομώντας έπεσε μέσα στη λίμνη, πλάι μας.
Χωρίς να διστάσω βούτηξα στο νερό. Έφτασα γλήγορα στο βυθό. Έψαχνα, έψαχνα, παραμερίζοντας τα ψηλά χορτάρια, όμως το νόμισμα δε φαινόταν πουθενά. Λυπημένος, αποφάσισα ν’ ανέβω, αφού πρώτα ξέχωσα μέσα απ’ το βούρκο ένα ασημένιο κουταλάκι να της το φέρω. Βαστώντας το σφικτά στο χέρι, βγήκα στην επιφάνεια.
«Μ’ αυτό έτρωγα μικρός», ετοιμαζόμουν να της πω, μα είχε γίνει άφαντη• και το νόμισμα που γύρευα τόσην ώρα γυάλιζε στις πέτρες της όχθης.
Κατάλαβα πως ήταν άσκοπο να τη φωνάξω• εξάλλου δεν ήξερα τ’ όνομα της.
Μάζεψα από χάμω το νόμισμα και τράβηξα για τη συκιά. Πλησιάζοντας παρατήρησα με φρίκη πως δεν είχε φύλλα. Ήταν κατάξερη, κι απ’ τις κουφάλες της μπαινόβγαιναν στρατιές μυρμήγκια.

Τα μήλα

Περπατώ στο χωριό με τα παλιά μισογκρεμισμένα του σπίτια. Τα πιο πολλά, για παραθυρόφυλλα έχουνε κόκκινους μπερντέδες και καθώς ο άνεμος τους σηκώνει κάθε τόσο, φανερώνονται από μέσα καπνισμένα δοκάρια. Σ’ ένα μπαλκόνι με ωραία σκαλισμένα κάγκελα, στέκεται μια γυναίκα με άσπρα μαλλιά και μακρύ φόρεμα• το χρώμα του θυμίζει βατόμουρα. Στο λαιμό της για μαντήλι φοράει ένα ολοκαίνουργιο πράσινο χαρτονόμισμα, πιασμένο με μια καρφίτσα που το ρουμπίνι της λάμπει σαν χοντρός κόμπος αίμα. Είναι σκυμμένη στη γλάστρα της και την ποτίζει τραγουδώντας. Έχει γλυκιά κι απαλή φωνή• κάθομαι δακρυσμένος και την ακούω. Για μια στιγμή οι ματιές μας συναντιούνται και μου γνέφει πως θέλει κάτι να μου δώσει. Απλώνω τα χέρια μου – όπως μου δείχνει – αγκαλιά. Κι αρχίζει να μου ρίχνει, βγάζοντας μέσ’ απ’ το φουστάνι της που τα είχε κρυμμένα, μήλα ζεστά, όπως αυτά που πουλάνε στα πανηγύρια, ψημένα σε μικρούς χωματένιους φούρνους, πασπαλισμένα με άχνη ζάχαρη και καρφωμένα ύστερα, σαν κεφαλάκια μωρών, πάνω σε μακριά ξύλα με πολλά παρακλάδια.

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

Βήματα ερειπωμένα...

Σε μερικές γωνιές δεν έχουν ακόμη σβήσει οι φωτιές...
―ΠAPAΞENO -λέει- ΠOYΘENA ΔEN AKOYΓETAI
ΠIA H MOYΣIKH MOY...  


http://yannisstavrou.blogspot.com
Γιάννης Σταύρου, Καράβια σε κόκκινο φόντο, λάδι σε καμβά

Μίλτος Σαχτούρης
Οι τρεις Εραστές

Στις βραδινές βρεγμένες στράτες
Αχνίζει ένα φως θαλασσί
Πλατύ χέρι στην καρδιά
Βήματα ερειπωμένα
Τρεις εραστές διαβαίνουν απ΄ τα χέρια πιασμένοι.

Ο πρώτος…
Κρέμασε σ’ ένα δέντρο την αγάπη του
Τα μεσάνυχτα προσεύχεται κάτω απ’ το δέντρο
Να κατέβει η αγάπη πιασμένη απ’ τα φύλλα
Να κοπάσει η πλημμύρα των φύλλων …που λιώνουν
Τα δάκρυα του στο χώμα τα πίνει ένας σκύλος
Η αγάπη στα κλαδιά τον πετροβολάει
Το δέντρο ουρλιάζει ο αγέρας

Ο δεύτερος…
Χάρισε την αγάπη του σ’ έναν τρελό βιολιστή
Ο τρελός την επήρε τραγούδι
Βρέχει ο ουρανός λουλούδια νομίσματα
Αντηχούνε οι δρόμοι τ’ ολέθριο βιολί
Της αγάπης το τραγούδι το ‘χουν μάθει τώρα όλοι
Με χείλια σμιχτά μελανά το σφυρίζουν
Μόνο αυτός δεν το ξέρει

Ο τρίτος…
Έκανε την αγάπη του καράβι
Την κατευόδωσε στις τρεις θάλασσες
Τώρα έγινε πάλι παιδί
Σιάχνει πύργους με άμμο
Και μαζεύει χαλίκια κοχύλια
Και προσμένει να γυρίσει ξανά
Το καράβι η αγάπη

Στην καρδιά τους έχουν κι οι τρεις χαράξει ένα δέντρο
Ένα βιολί σιμά στ’ αυτί θα τους τρελάνει
Κι ο καπετάνιος παίζει στο βυθό με τα κοράλλια.

Ο Mότσαρτ    

O Mότσαρτ μ' ένα μαύρο σκύλο τριγυρίζει τα καμμένα
σπίτια· ψάχνει κει μέσα στην καφτή τέφρα και την καρβου-
νίλα.
Σε μερικές γωνιές δεν έχουν ακόμη σβήσει οι φωτιές...

―ΠAPAΞENO -λέει- ΠOYΘENA ΔEN AKOYΓETAI
ΠIA H MOYΣIKH MOY...