t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: για να θυμίζεις το πέρασμα ανάμεσα στην ομορφιά...

Τοπίο της Θεσσαλονίκης & ζωγραφική, ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Ποιητές της πόλης. Ποιητές της Θεσσαλονίκης...

Η Θεσσαλονίκη με ποίηση & ζωγραφική...

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Μες στο υγρό σκοτάδι

Μες στο υγρό σκοτάδι
πολύ πλανήθηκα

Αγάπησα τις φωτοσκιές των δέντρων
τη γνώριμη νύχτα
τον ουρανό

Βροχή
μουσικές φωνές

Μες στο υγρό σκοτάδι

Έλα
θα βαδίσουμε σιγά μην ακουστούμε

Είμαστε παιδιά
κι αγαπούμε τα ωραία καράβια
είμαστε παιδιά
κι αγαπούμε τη θάλασσα

Λάσπες και νερά
ο άνεμος ταξιδεύει
τραγούδια που σβήνουν

Από τη συλλογή Δύσκολος θάνατος



Τίποτα δεν μου ανήκει

Καθώς πια τίποτα δεν μου ανήκει μέσα στ' ανάκτορα
ούτε καν το χρυσάφι της οροφής και τα μάρμαρα
και οι κονσόλες παγώσανε και τα μαλλιά σου σέρνονται πίσω από τα σφιγμένα κρύσταλλα
και οι πλαφονιέρες σταλάζουν την τέφρα του χειμωνιάτικου ήλιου
καθώς οι λειμώνες δε βρίσκουνε πια την παλιά τους λαλιά

Βλέπω πως λάθεψα γυρίζοντας έξω από θέρετρα
στο πυκνό δάσος των πολυκατοικιών δίπλα στη θάλασσα
όπου βυθίζομαι για να σ' αγγίξω μόλις
επειδή σ' αγαπώ περισσότερο απ' όλα τα κτίσματα
και αν δε σε γνώριζα θα 'ταν όλα εφήμερα
γιατί οι βιτρίνες είναι μια λάσπη, τα εργοστάσια μια θλίψη και η πόλη
αφήνει να πέσουν οι κάλυκες της πλαστικής μου καρδιάς
πάνω σε φύλλα από δάκρυα

Τίποτα δεν μου ανήκει, καμιά παλινόρθωση
τα μάγουλά σου στο χιονισμένο αυχένα των βουνών
καθώς η ματιά μου βυθίζεται στην άπειρη έκταση
αφήνοντας πια τ' αυτοκίνητα στα δικά τους τραγούδια

Γιατί η δίψα για το ατόφιο χρυσάφι είναι τα μάτια σου
και η πείνα για καθαρό αλουμίνιο τα χέρια σου
φιλιόμαστε σε σκοτεινές δισκοθήκες και σου εξηγώ
Κι όταν χαράζει πως τάχα θα πάμε αντίθετα
θα γυρίζουμε με ρούχα παλιά στα νεόχτιστα
μια άσπρη κορνίζα, βιβλία και θέρμανση στις γωνιές

(Από τη συλλογή Ωδές στον Πρίγκιπα)


Ερείπια της Παλμύρας


Όσο περνά ο καιρός και κάνω ένα προχώρημα
βαθύτερο μες στην παραδοχή, τόσο καταλαβαίνω
γιατί βαραίνεις κι αποχτάς τη σημασία
που δίνουν στα ερείπια οι άνθρωποι. Εδώ που όλα
σκουπίζονται, τα μάρμαρα κι οι πέτρες κι η ιστορία
μένεις εσύ με την πυρακτωμένη σου πνοή για να θυμίζεις
το πέρασμα ανάμεσα στην ομορφιά, τη μνήμη
εκείνου που εσίγησε ανεπαίσθητα εντός μου
σφαδάζοντας στην ίδια του κατάρρευση κι ακόμα
τους άλλους που ανύποπτοι μες σε βαθύν ύπνο διαρρέουν.

Όσο περνά ο καιρός και προχωρώ βαθύτερα
στο ακίνητο φθινόπωρο που μαλακώνει πλένοντας
με φως τα πεζοδρόμια, τόσο βλέπω
στη χρυσωμένη δωρεά του ήλιου μια εγκατάλειψη
για όσα περιμένω και δεν πήρα, για όσα
μου ζήτησαν κι αρνήθηκα μη έχοντας, για όσα
μοιράστηκα απερίσκεπτα και μένω
ξένος και κουρελιάρης τώρα
Μα όταν
μες στη θρυμματισμένη θύμηση αναδεύω
ερείπια, βρίσκω απόκριση βαθιά γιατί τα μάρμαρα
κι οι πέτρες κι η ιστορία μένουν για να θυμίζουν
το πέρασμά σου ανάμεσα στην ομορφιά – απόκριση
για όσα περιμένω και δεν πήρα

(Από τη συλλογή Ο θάνατος του Μύρωνα)

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι : Έλληνες ζωγράφοι, φθινοπωρινά ποιήματα, φθινοπωρινή ζωγραφική...

Φθινόπωρο & ζωγραφική, ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινά φρούτα, λάδι σε καμβά

Να δροσιστούμε...

Luis García Montero

Ο ιππότης του φθινοπώρου

Εμφανίστηκε ένα βραδάκι
καθισμένος στον κήπο που προστάτευε
τις κίτρινες ώρες,
το φιλί των ζευγαριών και τις πηγές
στου μπαλκονιού τα πόδια.

Ο ιππότης του φθινοπώρου
ήταν εκεί. Υπήρξε πριν
η μοναξιά συναντήσει τ' όνομά του.
Ντυνόταν λοιπόν με τ' άθλια ρούχα του
για να παρατηρεί το δρόμο και να νοιάζεται τα πλοία,
χαμένος στη σιωπή της μεσημεριανής σιέστας.

Όταν κατέβηκα απ' τον κόσμο μου
στις υψηλές συσκέψεις των αρχηγών του στόλου,
των ιερέων ή των σοφών,
και αισθάνθηκα πιο μόνος,
ήταν εκεί μαζί μου,
περιμένοντας στην πόρτα,
ο ιππότης του φθινοπώρου.

Όταν είχα έναν έρωτα,
απελπισμένο και γλυκό όπως κάθε έρωτας,
κι έτρεχα στους δρόμους
στα χαράματα της επιστροφής,
δυστυχισμένος κι ευτυχισμένος όπως οποιοσδήποτε ερωτευμένος,
στην είσοδο των αμφιβολιών μου ή στην έξοδο απ' το ξενοδοχείο,
ήταν εκεί μαζί μου,
ο ιππότης του φθινοπώρου.

Η μοναξιά μαθαίνεται και κατακτιέται,
αν και φτάνει σε μας
σαν ανέλπιστη αποκάλυψη
ενός απογεύματος που παίζει με τη βροχή.

Πάντα ήταν μαζί μου,
ο ιππότης,
το στολίδι της ζωής μου,
το λουλούδι του χρόνου.

--------------------

μτφ. Μαριάννα Τζανάκη

--------------------

Κώστας Καρυωτάκης

Τι να σου πω φθινόπωρο

Τί να σου πω, φθινόπωρο, που πνέεις από τα φώτα
της πολιτείας και φτάνεις ως τα νέφη τ' ουρανού;
Ύμνοι, σύμβολα, ποιητικές, όλα γνωστά από πρώτα,
φυλλορροούν στην κόμη σου τα ψυχρά άνθη του νου.

Γίγας, αυτοκρατορικό φάσμα, καθώς προβαίνεις
στο δρόμο της πικρίας και της περισυλλογής,
αστέρια με το μέτωπο, με της χρυσής σου χλαίνης
το κράσπεδο σαρώνοντας τα φύλλα καταγής,

είσαι ο άγγελος της φθοράς, ο κύριος του θανάτου,
ο ίσκιος που, σε μεγάλα βήματα· φανταστικά,
χτυπώντας αργά κάποτε στους ώμους τα φτερά του,
γράφει προς τους ορίζοντες ερωτηματικά...

Ενοσταλγούσα, ριγηλό φθινόπωρο, τις ώρες,
τα δέντρα αυτά του δάσους, την έρημη προτομή.
Κι όπως πέφτουνε τα κλαδιά στο υγρό χώμα, οι οπώρες,
ήρθα να εγκαταλειφθώ στην ιερή σου ορμή.

Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: ονειροπόληση & δημιουργία...

Ρεμβασμός & ζωγραφική, ζωγράφοι, θαλασσογραφίες


Γιάννης Σταύρου, Πειραιάς ΙΙ, λάδι σε καμβά

Έχετε παρατηρήσει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι στην εποχή μας όχι απλά έχουν σταματήσει να σκέφτονται αλλά και να ονειροπολούν;

Ούτε καν πλήττουν...

Άλλωστε η πλήξη είναι μια εξελιγμένη λειτουργία προηγμένων και ευγενικών υπάρξεων - όπως και η ονειροπόληση...

Είναι δυνατόν οι μαζάνθρωποι να ονειροπολούν; Όχι βέβαια! Αφού είναι πρακτικοί άνθρωποι και έχουν πάντα πολύ σπουδαίες ασχολίες...

Αν μάλιστα χαρακτηρίζει κάτι τους καθυστερημένους της εποχής μας είναι ότι δεν έχουν ποτέ χρόνο...

Γι αυτό εκτός από καθυστερημένοι στα μυαλά είναι και πάντα καθυστερημένοι στα ραντεβού τους...

Δεν είναι τυχαίο που ένας μεγάλος μελαγχολικός ονειροπόλος, ο Εμίλ Σιοράν - σημειωτέον ότι έπληττε πολύ συχνά - έλεγε ότι "για να είμαι στην ώρα μου είμαι ικανός να διαπράξω έγκλημα"...

Αρκετά με τις συνήθειες των καθυστερημένων...

Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες η ονειροπόληση είναι πηγή δημιουργίας και νοητικής ανάπτυξης:

Ρεμβάζουμε χωρίς να χανόμαστε

Σπύρου Μανουσέλη

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 17-7-2010

Το να έχει κανείς το μυαλό του «αλλού», το να «αφαιρείται» από ό,τι πρέπει να κάνει, το να ονειρεύεται με ανοιχτά τα μάτια θεωρείται από τους περισσότερους ανθρώπους ως αυταπόδεικτο και ανησυχητικό σημάδι απόκλισης από τη φυσιολογική συμπεριφορά, ως σοβαρό μειονέκτημα που οφείλεται σε κάποια εγγενή αδυναμία συγκέντρωσης, η οποία συνήθως εκδηλώνεται ως έλλειψη διανοητικής πειθαρχίας.

Μια ευρύτατα διαδεδομένη προκατάληψη, η οποία, δυστυχώς, καλλιεργείται συχνά και από ειδικούς επιστήμονες. Ο Φρόιντ, για παράδειγμα, αναπαράγοντας άκριτα τις κοινωνικές προκαταλήψεις και επιταγές της εποχής του, θεωρούσε τους ονειροπόλους άτομα με παιδαριώδη προσωπικότητα και στις πιο ακραίες περιπτώσεις ως νευρωτικούς, ενώ και σε πολλά εγχειρίδια ψυχολογίας ο ρεμβασμός παρουσιαζόταν ως μια άκρως ανησυχητική συμπεριφορά, η οποία μπορεί και να υποδήλωνε την ύπαρξη κάποιας ψύχωσης.

Νέες μελέτες όμως έρχονται να ανατρέψουν αυτήν την τόσο βαθιά ριζωμένη όσο και εσφαλμένη αντίληψη, διαπιστώνοντας ότι όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι -και όχι μόνο μία μικρή μερίδα «φευγάτων» ατόμων- έχουν λίγο-πολύ μια φυσική προδιάθεση και ανάγκη να ονειροπολούν. Επιπλέον, ανακάλυψαν ότι η ονειροπόληση δεν αποτελεί καθόλου μια «αντιπαραγωγική» διαδικασία, στη διάρκεια της οποίας ο νους αδρανεί και πέφτει σε ένα σκοτεινό και αδιέξοδο ψυχικό τούνελ. Αντίθετα, είναι μια ζωτικής σημασίας νοητική τεχνική αποφόρτισης της συσσωρευμένης έντασης, χάρη στην οποία ευνοείται η δημιουργικότητα.

Ο εγκέφαλός μας έχει ανάγκη να ξεφεύγει

Τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών περιγράφονται σε εκτενές άρθρο που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στην εφημερίδα «New York Times» (www.nytimes.com/2010/06/29/science/29tier.html). Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Jonathan Schooler και ο Jonathan Smallwood, δύο διακεκριμένοι ψυχολόγοι από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, στη Σάντα Μπάρμπαρα (UCSB), οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν από κοινού να εξηγήσουν γιατί οι άνθρωποι ονειροπολούν, υποστηρίζουν ότι η πρόσκαιρη απόσπαση της προσοχής και η προσωρινή «φυγή» μέσω της ονειροφαντασίας από την εργασία στην οποία επιδιδόμαστε αποτελούν ένα είδος εγκεφαλικής «ανάπαυλας», η οποία διασφαλίζει τη νοητική μας ισορροπία σε καταστάσεις έντονης νοητικής προσπάθειας. «Οταν είμαστε ξύπνιοι, περνάμε το ένα τρίτο του χρόνου μας σκεπτόμενοι άλλα πράγματα από αυτά που κάνουμε. Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις, το ποσοστό αυτό μπορεί να αγγίξει το 75% του συνολικού χρόνου που αφιερώνουμε σε μια εργασία. Για παράδειγμα, όταν οδηγούμε σε έναν άδειο εθνικό δρόμο ή όταν είμαστε ακινητοποιημένοι σε έναν πολυσύχναστο δρόμο εξαιτίας της κυκλοφοριακής συμφόρησης. Αν δεν είχαμε την ικανότητα να "δραπετεύουμε" από τέτοιου είδους ανιαρές δραστηριότητες, η ζωή μας θα ήταν αφόρητη. Η εκτροπή της προσοχής σε αυτές τις περιπτώσεις είναι πραγματική λύτρωση», σημειώνει ο Smallwood.

Αλλά αυτή η ικανότητα του εγκεφάλου μας να ξεγλιστρά από το παρόν και να μεταφέρεται είτε στο παρελθόν είτε και σε καταστάσεις τελείως επίπλαστες, θα πρέπει, κατά κάποιον τρόπο, να έχει ευνοήσει και να ευνοεί εξελικτικά το είδος μας, σύμφωνα με τη μελέτη ενός άλλου ψυχολόγου, του Eric Klinger, από το Πανεπιστήμιο της Μινεσότα. «Οταν κάποιος είναι απασχολημένος αποκλειστικά με μία εργασία, η ικανότητα να σκέφτεται για λίγο και άλλα πράγματα αφήνει ανοιχτό το πεδίο σε μια ευρεία γκάμα στόχων. Λειτουργεί επομένως σαν ένα είδος μηχανισμού ασφαλείας, που προστατεύει τους υπόλοιπους στόχους του ατόμου από τον κίνδυνο να χαθούν», γράφει ο Klinger στο βιβλίο του «Εγχειρίδιο φαντασίας και νοητικής προσομοίωσης» (Handbook of Imagination and Mental Simulation).

Τι ακριβώς συμβαίνει όμως μέσα στον εγκέφαλό μας όταν ο νους μας «δραπετεύει» την ώρα που πλένουμε τα πιάτα, περπατάμε στο δρόμο, ακούμε μουσική, διαβάζουμε ένα βιβλίο, βλέπουμε μια ταινία; Η παρακολούθηση του εγκεφάλου εν δράσει, με τη βοήθεια της λειτουργικής τομογραφίας μαγνητικού συντονισμού (fMRI), είχε οδηγήσει κάποιους νευροεπιστήμονες στο ακραίο συμπέρασμα ότι όταν ονειροπολούμε είναι ενεργό το λεγόμενο «αποθεματικό εγκεφαλικό δίκτυο» (default network), ενώ όταν ασχολούμαστε με κάτι συγκεκριμένο ενεργοποιείται το λεγόμενο «εκτελεστικό εγκεφαλικό δίκτυο» (executive network) που παράγει τις εντολές δράσης.

Πιο πρόσφατες έρευνες όμως έδειξαν ότι σε μερικά επεισόδια ονειροπόλησης τα δύο αυτά θεωρούμενα ως «αλληλοαποκλειόμενα» εγκεφαλικά δίκτυα ήταν εξίσου ενεργά. Και μάλιστα η νευρωνική ενεργοποίηση και στα δύο δίκτυα ήταν πολύ μεγαλύτερη όταν οι εθελοντές που συμμετείχαν στην έρευνα δεν είχαν επίγνωση του γεγονότος ότι ονειροπολούσαν! Αυτό, σύμφωνα με την επικεφαλής της έρευνας, Kalina Christoff, νευροεπιστήμονα στο Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας, στον Καναδά, σημαίνει ότι η νοητική κατάσταση της ονειροπόλησης όσο λιγότερο συνειδητή είναι τόσο πιο έντονη γίνεται. Επίσης, υποδηλώνει ότι αυτό που οι νευροεπιστήμονες ονομάζουν «νοητική περιπλάνηση» (mind wandering) ή «σκέψη μη σχετιζόμενη με μια ανειλημμένη εργασία» (task unrelated thinking) ίσως να δημιουργεί μια μοναδική νοητική κατάσταση, η οποία ενδεχομένως επιτρέπει σε νευρωνικά δίκτυα που θεωρούνται «αντίπαλα» να συνεργάζονται.

Μια διαφορετική αλλά συμπληρωματική ερμηνεία

Ο Schooler και ο Smallwood δίνουν μια άλλη ερμηνεία στο εντυπωσιακό αυτό εύρημα. Υποστηρίζουν ότι και τα δύο δίκτυα εργάζονται για να διεκπεραιώνουν στόχους διαφορετικούς από τους άμεσους. Μόνο έτσι εξηγείται, υποστηρίζουν, γιατί πολλοί άνθρωποι που έχουν την τάση να ρεμβάζουν είναι συχνά και περισσότερο δημιουργικοί. Και μάλιστα όσο λιγότερο απαιτητικός είναι ο άμεσος στόχος που πρέπει να διεκπεραιώσουν τόσο μεγαλύτερα είναι τα περιθώρια που έχουν να αφήσουν τη σκέψη τους να «πετάξει». Μεγάλες επιστημονικές ανακαλύψεις, καλλιτεχνικά αριστουργήματα, φιλοσοφικές θεωρίες, όλα αυτά θα ήταν ανύπαρκτα αν στερούμασταν την ικανότητα της πρόσκαιρης και συχνά στοχευμένης «φυγής» από την πραγματικότητα μέσω της φαντασίας. «Για να γίνει κανείς δημιουργικός, πρέπει να αφήσει το μυαλό του ελεύθερο να περιπλανηθεί», μας υπενθυμίζει ο Schooler. «Θα πρέπει όμως επίσης να είναι σε θέση να αντιληφθεί πότε είναι η κατάλληλη στιγμή που θα αναφωνήσει "Εύρηκα!" και να επιστρέψει στην πραγματικότητα για να την αλλάξει. Αν ο Αρχιμήδης είχε εξακολουθήσει να μουλιάζει στην μπανιέρα του, σήμερα η αρχή που καθορίζει την άνωση που δέχεται ένα σώμα βυθισμένο στο νερό δεν θα έφερε το όνομά του».

Σχόλια & ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι: η τέχνη και η ροή του χρόνου...

Λογοτεχνία & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Γυναίκα με τυρκουάζ σκουλαρίκια, λάδι σε καμβά

Για να απαλύνουμε τη ροή του χρόνου...

Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Οι δύο βασιλιάδες & οι δύο λαβύρινθοι

Μια φορά κι ένα καιρό, όπως αφηγούνται αξιόπιστοι άνθρωποι (αν κι ο Αλλάχ ξέρει περισσότερα), ζούσε στα νησιά της Βαβυλωνίας ένας βασιλιάς, που μάζεψε μια μέρα τους αρχιτέκτονες και τους μάγους του και τους παράγγειλε να χτίσουν ένα λαβύρινθο τόσο περίπλοκο και τόσον αριστοτεχνικό, ώστε κανένας γνωστικός δε τολμούσε να διασχίσει το κατώφλι του κι όπος έμπαινε χανότανε. Το κτίριο αυτό αποτελούσε σκάνδαλο, γιατί τα θαύματα κι η σύγχυση, είν' έργα του Θεού κι όχι των ανθρώπων. Με τον καιρό, ήρθε στην αυλή του ένας βασιλιάς των Αράβων κι ο βασιλιάς της Βαβυλωνίας (για να διασκεδάσει με την αφέλεια του μουσαφίρη του), τον άφησε να μπει στον λαβύρινθο, που περιπλανήθηκε ταπεινωμένος, ζαλισμένος, ώσπου έπεσε το βράδι. Τότε παρακάλεσε τον Θεό να βάλει το χέρι Του κι έτσι βρήκε τη πόρτα. Κανένα παράπονο δε βγήκε από τα χείλια του. Το μόνο που είπε στον βασιλιά της Βαβυλωνίας ήταν ότι στην Αραβία είχεν έναν άλλο λαβύρινθο κι ότι αν ήθελε ο Θεός, θα 'ρχότανε κάποτε η μέρα που θα του τον έδειχνε.

Ύστερα γύρισε στην Αραβία, μάζεψε τους στρατηγούς και τους φύλαρχούς του κι εξαπέλυσεν επίθεση στα βασίλεια της Βαβυλωνίας με τέτοιαν ευτυχή κατάληξη, ώστε γκρέμισε τα κάστρα της, ρήμαξε το στρατό της κι έπιασεν αιχμάλωτο τον ίδιο τον βασιλιά. Τον έδεσε πάνω σε μια γοργή καμήλα και τον πήγε στην έρημο. Μετά από τρεις μέρες ταξίδι, του είπε:
-"Ω βασιλιά του χρόνου, ουσία και σύμβολο του αιώνα! Στη Βαβυλωνία μ' άφησες να χαθώ σ' ένα μπρούτζινο λαβύρινθο, μ' άφθονες σκάλες, πόρτες και τοίχους. Τώρα το 'φερεν ο Παντοδύναμος να σου δείξω κι εγώ τον δικό μου, που δεν έχει σκάλες ν' ανεβείς, ούτε πόρτες που να μη σου ανοίγουν, ούτε τοίχους να σου κόβουνε το δρόμο."

Τότε τον έλυσε και τον άφησε στη μέση της ερήμου, όπου και πέθανε από τη πείνα και τη δίψα. Δόξα σε Κείνον που δε πεθαίνει...

http://encontrarte.aporrea.org/imagenes/113/borges.jpg
Jorge Luis Borges (1899-1986)

Στοχασμοί

Ποιες αισθητικές θεωρίες είχαν οι Ινδοί, οι Πέρσες, οι Άραβες που έγραψαν τις 1001 Νύχτες; Καμία. Παραδίδονταν στην απόλαυση της αφήγησης. Πιστεύω ότι κάθε συγγραφέας πρέπει να παραδίδεται στην απόλαυση του να ονειρεύεται και να γράφει.

Τα όνειρα είναι η αρχαιότερη αισθητική πράξη. Ονειρευόμαστε όπως λέμε "βρέχει"..... Το να ονειρευόμαστε είναι θεμελιώδες, ίσως είναι η μόνη πραγματικότητα που υπάρχει......
Όπως το έχουν πει πολλοί, το όνειρο είναι ένας τρόπος να ζεις. Ή μάλλον η ζωή είναι μια μορφή ονείρου.

Η Φαντασία είναι ένα είδος τεχνικής συνδυασμών της μνήμης.

Δεν με ενδιαφέρει η πολιτική. Είμαι ένας αναρχικός που απεχθάνεται τη βία, από την πέτρα του Κάιν έως τους πυρηνικούς εξοπλισμούς.

Δε γράφω για μια μικρή ελίτ που δεν την υπολογίζω, ούτε γι' αυτό το αφηρημένο και τόσο παινεμένο πλατωνικό σύνολο που αποκαλούμε Μάζα. Δεν πιστεύω σ' αυτές τις δύο γενικότητες, τις τόσο αγαπητές στους δημαγωγούς. Γράφω για μένα, για τους φίλους μου και για να απαλύνω τη ροή του χρόνου.

Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι: Η νύχτα ήταν απόλυτα σιωπηλή. Αφουγκράστηκε ξανά. Απόλυτα σιωπηλή. Ένιωσε πως ήταν μόνος...

Λογοτεχνία & ζωγραφική, ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Σχινιάς, λάδι σε καμβά

Πού είναι οι αναμνήσεις; Στάθηκε κάτω από ένα δέντρο κι ο θόρυβος χάθηκε μακριά. Δε την ένιωθε πια κοντά του. Μες στα σκοτάδια η φωνή της δε του ψιθύριζε τίποτα. Έμεινεν ακίνητος λίγα λεπτά ακούγοντας. Τίποτα. Η νύχτα ήταν απόλυτα σιωπηλή. Αφουγκράστηκε ξανά. Απόλυτα σιωπηλή. Ένιωσε πως ήταν μόνος...

He began to doubt the reality of what memory told him. He halted under a tree and allowed the rhythm to die away. He could not feel her near him in the darkness nor her voice touch his ear. He waited for some minutes listening. He could hear nothing: the night was perfectly silent. He listened again: perfectly silent. He felt that he was alone...

Τζέημς Τζόυς
Ένα Θλιβερό Συμβάν - Δουβλινέζοι
(απόσπασμα)

Ο κύριος Ντάφυ σήκωσε τα μάτια από την εφημερίδα κι άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί έξω απ' το παράθυρο, στο σκυθρωπό βραδινό τοπίο. Το ποτάμι κυλούσεν ήσυχα πίσω από το εγκαταλελειμμένο οινοποιείο, ενώ, από καιρό σε καιρό ένα φως άναβε σ' ένα από τα σπίτια της οδού Λούκαν. "Θεέ μου! τί τέλος", ψιθύρισε. Όλη η περιγραφή του θανάτου της τον έκανε να επαναστατήσει και πιο πολύ γιατί αυτός πρώτος της είχε μιλήσει για πράγματα που ο ίδιος θεωρούσε ιερά. Οι τετριμμένες φράσεις, οι κενές εκφράσεις συμπαθείας, οι προσεκτικά διαλεγμένες λέξεις του πληρωμένου δημοσιογράφου για ν' αποσιωπήσει τις λεπτομέρειες ενός κοινότατου και χυδαίου θανάτου, του φέραν αναγούλα. Όχι μόνον εξευτέλισε τον εαυτό της, αλλά εξευτέλισε κι αυτόν τον ίδιο, είδε τη βρωμερή πλευρά του βίτσιου της, ένα βίτσιο άθλιο κι εμετικό. Η σύντροφος της ψυχής του! Θυμήθηκε τις θλιβερές υπάρξεις που 'χε δει να τρεκλίζουνε, κρατώντας κανάτια ή μπουκάλια κρασί, που τους γέμιζεν ο κάπελας. Δίκαιε Θεέ, τί τέλος! Σίγουρα, δε γινόταν αλλιώς. Ήταν μια γυναίκα διπλοπρόσωπη, βέβαια δυσκολοπροσάρμοστη, χωρίς θέληση και σκοπό, εύκολη λεία των παθών, έν από τα ανθρώπινα ράκη που ξερνούν οι πολιτισμένες κοινωνίες. Να ξεπέσει τόσο! Ήτανε δυνατό να 'χει διαψευστεί εντελώς για λογαριασμό της; Θυμήθηκε την έκρηξή της κείνη τη βραδιά και τη βρήκε ακόμα πιο κατάπτυστη. Επιδοκίμαζε τώρα τον εαυτό του για τη στάση που 'χε κρατήσει τότε.


Τζέημς Τζόυς (1882-1941)

Καθώς έπεφτε η νύχτα κι η μνήμη ξεστράτιζε, νόμιζε πως ένιωσε το χέρι της νεκρής ν' αγγίζει το δικό του. Το τράβηγμα που πριν είχε νιώσει στο στομάχι του, τώρα το 'νιωθε στα νεύρα του. Έβαλε βιαστικά το καπέλο και το πανωφόρι του και βγήκε. Ο παγωμένος αέρας τονε χτύπησε στο πρόσωπο, έμπαινε μέσα στα μανίκια του πανωφοριού. 'Οταν έφτασε στην ταβέρνα που βρίσκεται στη γέφυρα του Τσάπελιζολντ, μπήκε μέσα και ζήτησε ένα ζεστό γκρογκ. Ο ταβερνιάρης τονε σέρβιρε σχεδόν δουλικά, όμως δε σκέφτηκε να διακινδυνεύσει να του μιλήσει. Υπήρχανε πεντέξι εργατικοί στο κατάστημα, που συζητούσανε για την αξία της ιδιοκτησίας στην κομητεία του Κιλντέαρ. Πίνανε κατά διαστήματα από τα μεγάλα ποτήρια του μισού κιλού, κάπνιζανε και φτύνανε στο πάτωμα, σέρνοντας τις βαριές αρβύλες τους σκεπάζοντας τα φτυσίματα με το πριονίδι. Ο κύριος Ντάφυ κάθισε σ' ένα σκαμνί και τους κοίταζε χωρίς να τους βλέπει. Ύστερα από λίγο φύγανε κι ο κύριος Ντάφυ ζήτησε και δεύτερο γκρογκ. Η ταβέρνα τώρα ήταν άδεια, ο ταβερνιάρης ακουμπισμένος στον πάγκο διάβαζε την εφημερίδα και χασμουριόταν. Αραιά και πού, ακούγονταν τα τραμ που περνούσανε στο μοναχικό δρόμο.

Όπως καθόταν, άρχισε να ξαναζεί στιγμές από τη ζωή του μαζί της. Στη μνήμη ερχόταν διαδοχικά οι δυο εικόνες. η τωρινή ζωή του και το κοινό παρελθόν. Τότε κατάλαβε πως αυτή δε ζούσε πια, πως είχε κιόλας γίνει ασήμαντη. Πως δεν υπήρχε.

Άρχισε να αισθάνεται πολύ άσχημα. Αναρωτιότανε τί άλλο μπορούσε να κάνει, δε μπορούσε βέβαια να διατηρήσει αυτή τη σχέση, αυτή τη κωμωδία της υποκρισίας. Εξάλλου δε μπορούσε να ζει μαζί της ανοιχτά. Έκανε αυτό που νόμιζε σωστό. Σε τί ήτανε φταίχτης; Όμως τώρα που αυτή δεν υπήρχε κατάλαβε πόσο μοναχική ήταν η ζωή της, καθισμένη ολομόναχη, νύχτες και νύχτες σε κείνο το δωμάτιο. Κι η δικιά του η ζωή ήτανε το ίδιο μοναχική κι αυτός θα πέθαινε, θα 'παυε να υπάρχει, θα γινόταν ανάμνηση, αν βρισκότανε βέβαια κάποιος να τονε θυμηθεί. Ήτανε περασμένες εννιά, όταν άφησε τη ταβέρνα. Η νύχτα ήτανε κρύα και σκοτεινή. Μπήκε στο πάρκο από τη πρώτη πόρτα και περπάτησε μόνος κάτω από τα δέντρα. Περιπλανήθηκε κάτω από τις παγωμένες αλέες, όπως τότε, τέσσερα χρόνια πριν. Του φαινότανε πως περπατούσε πλάι του μες στο σκοτάδι. Στιγμές-στιγμές νόμιζε πως άκουγε τη φωνή της να του χαϊδεύει τ' αφτιά, το χέρι της ν' αγγίζει το δικό του. Στάθηκε κι αφουγκράστηκε. Γιατί αλήθεια της αρνήθηκε τη ζωή; Γιατί τη καταδίκασε σε θάνατο; Ένιωσε την ηθική του να γίνεται κομμάτια.

Όταν έφτασε στη κορφή ενός χαμηλού υψώματος, σταμάτησε και κοίταξε το ποτάμι να κατεβαίνει ως το Δουβλίνο, που τα φώτα του λάμπανε κατακόκκινα και φιλόξενα, μες στη παγωμένη νύχτα. Έπειτα το βλέμμα του κατηφόρισε τη πλαγιά ως τα ριζά του χαμηλού λόφου. Κει, στη σκιά του τοίχου του πάρκου, είδε αγκαλιασμένες κάτι ανθρώπινες σκιές. Αυτοί οι λαθραίοι και πληρωμένοι έρωτες, που τονε γέμιζαν απελπισία. Γιατί βασάνιζε έτσι σκληρά τον εαυτό του; Γιατί τόσην αναλγησία; Ένιωσε πως ήταν ένας απόβλητος απ' το πανηγύρι της ζωής. Ένας άνθρωπος, μια γυναίκα τον είχε αγαπήσει κι αυτός της είχε αρνηθεί τη ζωή και την ευτυχία και το χειρότερο τη καταδίκασε σ' αυτό το ντροπιασμένο θάνατο. Ήξερε πως αυτοί που κυλιόνταν στο χώμα, κοντά στον τοίχο, θα 'θελαν να τον έβλεπαν να φεύγει. Κανείς δεν τον ήθελε. Ήταν ο απόβλητος, ο διωγμένος. Γύρισε τα μάτια του προς το γκρίζο λαμπρό ποτάμι που προχωρούσε ελικοειδώς προς τη πόλη.

Πέρα από το ποτάμι ένα τρένο κατευθυνόταν προς τον σταθμό του Κίνγκσταουν, καθώς ένα σκουλήκι που σέρνεται με πυρωμένο κεφάλι μες στα σκοτάδια, πεισμωμένο κι εργατικό. Το τρένο εξαφανίστηκε, όμως αυτός εξακολουθούσε ν' ακούει στ' αφτιά του τον κουρασμένο βόμβο της ατμομηχανής που επαναλάμβανε τις συλλαβές του ονόματός της. Πήρε τον ίδιο δρόμο του γυρισμού. Ο ρυθμός του τρένου σφυροκοπούσε τα μηνίγγια του. 'Αρχισε ν' αμφιβάλλει για τη πραγματικότητα. Πού είναι οι αναμνήσεις; Στάθηκε κάτω από ένα δέντρο κι ο θόρυβος χάθηκε μακριά. Δε την ένιωθε πια κοντά του. Μες στα σκοτάδια η φωνή της δε του ψιθύριζε τίποτα. Έμεινεν ακίνητος λίγα λεπτά ακούγοντας. Τίποτα. Η νύχτα ήταν απόλυτα σιωπηλή. Αφουγκράστηκε ξανά. Απόλυτα σιωπηλή. Ένιωσε πως ήταν μόνος.

Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: η σιωπηλή, όλο θάμβος, λεηλασία τού φθινοπώρου...

Έλληνες ποιητές & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Ανατολή σελήνης, λάδι σε καμβά

Η ζέστη κατεδαφίζει τη σκέψη, αναδεικνύει την ασχήμια, διαλύει την ψευδαίσθηση - συμμαχεί με την απόλυτη βαρβαρότητα των ημερών. Χωρίς έλεος...

Με όπλα λόγο και εικόνα, ποίηση και ζωγραφική...

Συνεχίζουμε τα ξόρκια της ψύχρας...

Συνεχίζουμε τον χορό της βροχής...

Γιάννης Ρίτσος

Χειμερινή διαύγεια

(απόσπασμα)

Ατέλειωτα κυριακάτικα πρωινά με μια παγερή χειμωνιάτικη λιακάδα
λίγες παιδιάτικες φωνές σταματημένες στον καρόδρομο
κ' η επαρχία ασβεστωμένη φέγγοντας μες στο κενό, μες στην ασφυκτική διαφάνεια

Το σπίτι τού συμβολαιογράφου με τα μεγάλα του παράθυρα
τα καθαρά του τζάμια, όλο ανοιγμένο προς τα έξω,
μην έχοντας να κρατήσει τίποτα δικό του,
ολόκληρο κερδισμένο απ' το χειμώνα,
με τα ντουλάπια του, τις κρεμάστρες του, την κουζίνα του,
με το μεγάλο μπρούντζινο μαγκάλι τής τραπεζαρίας -
κ' οι μανταρινόφλουδες να σιγοκαίνε στο μαγκάλι θυμιατίζοντας
παλιές εικόνες, παλιούς καιρούς, που χάσανε τη δύναμή τους και το χρώμα τους
και λίγο - λίγο χάσανε το νόημά τους
κι αργότερα τον πόνο και το βάρος τους
κι αργότερα τη νοσταλγία τους -

Υπήρξαν; Δεν υπήρξαν; Πότε; Πού; Γιατί;
Και τι να τα κρατήσεις; Τι να τα κάνεις;
Τι να τον κάνεις το χρόνο; Να διατηρήσεις τι;

Έγνοιες για τα χαλιά, για τις κουβέρτες, για τα μάλλινα ρούχα -
χρόνια και χρόνια, κάθε χρόνο, στο έμπα τής άνοιξης,
να τα μαζεύεις, να τα τινάζεις, να τα βουρτσίζεις,
να τα καταχωνιάζεις στα μπαούλα, στις ντουλάπες, στρώμα - στρώμα με παλιές εφημερίδες,
σα να θάβεις κάτι αγαπημένο για να το διαφυλάξεις
κ' είναι μια λύπη να το θάβεις - μα τι να γίνει;
Ύστερα είναι το φως τής άνοιξης και το πράσινο της άνοιξης,
ύστερα το φως τού καλοκαιριού κ' η θάλασσα του καλοκαιριού,
ύστερα μήτε άνοιξη μήτε καλοκαίρι μήτε πράσινο μήτε θάλασσα,
μονάχα το φως κ' οι χειρονομίες του μες στο άπειρο,
το κάτασπρο φως που όλα τα καίει, τα πνίγει, τ' αφανίζει,
παλιά και νέα και αυριανά, βουνά, δέντρα και μάρμαρα,
δόξες κ' αισθήματα και γεγονότα κι αποφάσεις.

Τότε και συ ξεχνούσες λύπη, τύψη, σχέδια και μετάνοια - ξανάρχιζες
τα ίδια σφάλματα, τα ίδια φιλιά, την ίδια γύμνια έτσι καλά ντυμένη,
ώσπου να ‘ρθουν οι πρώτες υγρασίες,
τα πρώτα μεγάλα μετανιωμένα αστέρια,
η σιωπηλή, όλο θάμβος, λεηλασία τού φθινοπώρου.

Κ' έφτανε αργή κι αθόρυβη, κι όχι θλιμμένη, η άλλη μέθη, της περισυλλογής,
να συγκεντρώνεις τα διασκορπισμένα, να εκβιάζεις
ένα κέρδος μαγικό απ' τ' απωλεσμένα - κι όχι να εκβιάζεις
μονάχα τους προσφέρονταν διπλά και τρίδιπλα,
κήποι και γέλια κοριτσιών ανάμεσα στις ακακίες πού ήταν κάποτε
εχθρικά ή αδιάφορα ανθισμένες
κ' ήταν πάλι ανθισμένες - ολόκληρες λευκές στρατιές, σύμμαχες τώρα, στο αραιό σκοτάδι.

Το πράσινο παγκάκι, όπου κάθισες μια νύχτα ολομόναχος, περικλεισμένος από ανώφελα άστρα,
μετακόμιζε μόνο του τώρα μες απ' τα ωχρά χωράφια τής φθινοπωρινής ερήμωσης
φτάνοντας ως την πόρτα σου σαν αμαξάκι εξοχικό μέσα του
κάθονταν τώρα δυο, - μπορείς να πεις κ' ευτυχισμένοι,
γιατί με το να δεις και να παραδεχτείς εκείνα πού δεν είχες και δε θα 'χεις
είναι σχεδόν σα να τα 'χεις, - τα 'χεις σίγουρα. Έτσι λέγαμε, κ' ίσως με ειλικρίνεια.

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEimXEKGWqYGRvKx5F24UGBJQJLf2JffrtMPh-YEr90M4jazlEbvlFBBPr-vYOHlKFoPDwGYsCYI8jUF8FVWzHBSGo-iDzwnrzWww_3VNNo6QdTiwrnsbKzDjnbSXtpOhrs5NuxzRev3tFL9/s400/Giannis_Ritsos.jpg
Γιάννης Ρίτσος (1909-1990)

Η επιστροφή της Ιφιγένειας
(απόσπασμα)

Οι άνθρωποι συνεχίζουν να πορεύονται έτσι
ανύποπτοι για κείνους που έφυγαν, γι' αυτούς που φεύγουν, για τους ίδιους
που φεύγουν κι αυτοί∙ — κυκλοφορούν με φυσικότητα
ανάμεσα στο θάνατό τους.
Το πιρούνι ή το κουτάλι
βρίσκει το στόμα τους αλάθευτα, χωρίς δισταγμό, χωρίς παύση,
ενώ σιμά τους, πλευρό με πλευρό, οι πεθαμένοι
κοιτάζουν τις μηχανικές κινήσεις των χειλιών τους, χωρίς να τρώνε εκείνοι. Και το μήλο
πούχε κυλήσει κάτω απ' το τραπέζι κ' ύστερα
κάτω απ' τον καναπέ κ' εξαφανίστηκε — πιθανόν σε μια τρύπα στο πάτωμα
ή μέσα στον τοίχο, — τόχε κλωτσήσει με το πόδι του ο μικρός πεθαμένος
κ' ίσως το βρήκαν στο δρόμο τα παιδιά, μες στη λιακάδα,
και το μοιράστηκαν δαγκώνοντας με τη σειρά τους ένα-ένα —
λογής-λογής αποτυπώματα δοντιών, — κ' είταν εκείνο το ίδιο
που βρήκαμε προχτές στον κήπο μέσα στις ξερές πευκοβελόνες.

Τι περιμένουμε, λοιπόν, μέσα σ' αυτή την ερήμωση; Τι περιμένουμε ακόμη; —
γιατί (δεν ωφελεί να το κρύψουμε): περιμένουμε ακόμη
πίσω απ' την πόρτα, πίσω απ' τα ρούχα μας, πίσω απ' το θάνατό μας,
πίσω απ' τα μάτια μας, μέσα στο κυμαινόμενο σκοτάδι,
μέσα στις γερασμένες κάμαρες με τις μακριές, ετοιμόρροπες κουρτίνες
κατεβασμένες μ' έμφαση ως κάτω, για να δείχνουν
ότι τάχα δεν περιμένουμε.

---------------------

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Στ' Τόμος] (1978)

Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι: Εσύ ξανθέ άγγελε του δειλινού τώρα, καθώς ο ήλιος γέρνει στα βουνά...

Ποίηση & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Δειλινό, λάδι σε καμβά

Κι όταν θα πέσει η νύχτα, θα φύγω
Σε τόπους ταιριαστούς στη λύπη.
Διασχίζοντας τη σκοτεινή κοιλάδα,
Σιωπηλά και μελαγχολικά...

Ουίλιαμ Μπλέηκ

Στο βραδυνό αστέρι

Εσύ ξανθέ άγγελε του δειλινού τώρα,
καθώς ο ήλιος γέρνει στα βουνά,
άναψε του έρωτα τη λαμπερή σου δάδα
φόρεσε τ’ αχτινοβόλο στέμμα σου
και χαμογέλασε πάνω απ΄ την εσπερινή μας κλίνη!
Στους έρωτές μας χαμογέλασε, κι όπως θα σέρνεις
τ’ ουρανού τις γαλαζόχρωμες κουρτίνες
σκόρπισε τις ασημένιες δροσοσταλίδες σου
σε κάθε λούλουδο που τα γυμνά ματάκια του
σφαλίζει στην πιο κατάλληλη του ύπνου ώρα.
Επέτρεψε στον δυτικό σου άνεμο πάνω απ’ τη λίμνη
ν’ αποκοιμηθεί, μίλησε χαμηλόφωνα
με τα λαμπρά σου μάτια
κι απόπλυνε το σούρουπο μ’ ασήμι. Γρήγορα,
πολύ γρήγορα, φεύγεις απο κοντά μας.
Ο λύκος τότε ουρλιάζει με μανία
και το λιοντάρι αγριοκοιτάζει
μέσα απ’ το σκοτεινιασμένο δάσος:
το τρίχωμα των κοπαδιών μας εσκεπάστηκε
απ’ την ιερή σου δρόσο: προστάτεψέ τα με τη χάρη σου.

William Blake (1757-1827)

Τραγούδι

Μνήμη, κόπιασε ‘δώ,
Και διάλεξε τις χαρωπές σου αναμνήσεις,
Κ’ ενώ στον άνεμο καβάλα,
Θα ξεχωρίζει η μουσική σου,
Εγώ προς το ποτάμι θά’ μαι προσηλωμένος,
Όπου των εραστών τ’ όνειρο αναστενάζει,
Και αλιεύει φαντασίες καθώς αυτές περνάνε
Μες στον υδάτινο καθρέφτη.
Θα πιώ απ’ το καθάριο το ποτάμι,
Και το κελάιδισμα του σπίνου θα ακούσω,
Κ’ εκεί θα πέσω να ξαπλώσω και να ονειρευτώ
Ολάκερη τη μέρα:
Κι όταν θα πέσει η νύχτα, θα φύγω
Σε τόπους ταιριαστούς στη λύπη.
Διασχίζοντας τη σκοτεινή κοιλάδα,
Σιωπηλά και μελαγχολικά. .

Μετάφραση Κώστας Λάνταβος, εκδ. Αρμός

William Blake

To the Evening Star

Thou fair- hair’d angel of the evening,
Now, while the sun rests on the mountains, light
Thy bright torch of love; thy radiant crown
Put on, and smile upon our evening bed!
Smile on our loves;and, while thou drawest the
Blue curtains of the sky, scatter thy silver dew
On every flower that shuts its sweet eyes
In timely sleep. Let thy west wind sleep on
The lake; speak silence with thy glimmering eyes,
And wash the dusk with silver. Soon, full soon,
Dost thou withdraw; then the wolf rages wide,
And the lion glares thro’ the dun forest:
The fleeces of our flocks are cover’ d with
Thy sacred dew: protect them with thine influence.

Song

Memory, hither come,
And tune your merry notes;
And, while upon the wind,
Your music floats,
I’ll pore upon the stream,
Where sighing lovers dream,
And fish for fancies as they pass
Within the watery glass.

I’ll drink of the clear stream,
And hear the linner’ s song:
And there I’ll lie and dream
The day along:
And, when night comes, I’ll go
To places fit for woe;
Walking along the darken’d valley,
With silent Melancholy.

Τρίτη 13 Ιουλίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα χαρούμενα...

Έλληνες ποιητές, & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Αλλαγή νυχτερινής βάρδιας, λάδι σε καμβά

Ένας ναύτης ψηλά
στα κάτασπρα ντυμένος
τρέχει μες στο φεγγάρι...

Μίλτος Σαχτούρης

Βυθός

Ένας ναύτης ψηλά
στα κάτασπρα ντυμένος
τρέχει μες στο φεγγάρι
Κι η κοπέλα απ' τη γης
με τα κόκκινα μάτια
λέει ένα τραγούδι
που δε φτάνει ως το ναύτη
Φτάνει ως το λιμάνι
φτάνει ως το καράβι
φτάνει ως τα κατάρτια
Μα δε φτάνει ψηλά στο φεγγάρι

http://pandoxeio.files.wordpress.com/2009/07/getimage.jpg
Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005)

Ορυχείο

Σου γράφω γεμάτη τρόμο μέσα από μιά στοά
νυχτερινή
φωτισμένη από μιαν ελάχιστη λάμπα σα δαχτυλήθρα
ένα βαγόνι περνάει από πάνω μου προσεχτικά
ψάχνει τις αποστάσεις του μη με χτυπήσει
εγώ πάλι άλλοτε κάνω πως κοιμάμαι άλλοτε
πως μαντάρω ένα ζευγάρι κάλτσες παλιές
γιατί έχουν όλα γύρω μου παράξενα παλιώσει

Στο σπίτι χτες
καθώς άνοιξα τη ντουλάπα έσβησε
γίνηκε σκόνη μ' όλα τα ρούχα της μαζί
τα πιάτα σπάζουν μόλις κανείς τ' αγγίξει
φοβάμαι κι έχω κρύψει τα πηρούνια
και τα μαχαίρια
τα μαλλιά μου έχουν γίνει κάτι σα στουπί
το στόμα μου άσπρισε και με πονάει
τα χέρια μου είναι πέτρινα
τα πόδια μου είναι ξύλινα
με τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά
δεν ξέρω πώς γίνηκε και με φωνάζουν μάνα

Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα
χαρούμενα

Να με θυμάσαι

Ο Ουρανός

Πουλιά μαύρες σαΐτες τής δύσκολης πίκρας
δεν είν' εύκολο πράμα ν' αγαπήσετε τον ουρανό
πολύ μάθατε να λέτε πως είναι γαλάζιος
ξέρετε τις σπηλιές του το δάσος τους βράχους του;
έτσι καθώς περνάτε φτερωτές σφυρίχτρες
ξεσκίζετε τη σάρκα σας πάνω στα τζάμια του
κολλούν τα πούπουλά σας στην καρδιά του
Και σαν έρχεται η νύχτα με φόβο απ' τα δέντρα
κοιτάτε τ' άσπρο μαντίλι το φεγγάρι του
τη γυμνή παρθένα που ουρλιάζει στην αγκαλιά του
το στόμα της γριάς με τα σάπια τα δόντια του
τ' άστρα με τα σπαθιά και με τους χρυσούς σπάγγους
την αστραπή τον κεραυνό τη βροχή του
τη μακριά ηδονή του γαλαξία του

Κυριακή 11 Ιουλίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, ζωγράφοι: περί μαζικής δημοκρατίας...

Σύγχρονη σκέψη & σύγχρονοι ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι,


Γιάννης Σταύρου, Δύο καράβια, λάδι σε καμβά

...Λαϊκισμός είναι λοιπόν ο τρόπος, με τον οποίο γεφυρώ­νεται (προσωρινά) η αντίφαση ανάμεσα στην αρχή της γενικής ισότητας και στην (προσωρινή) έμπρακτη εξουσία μιας ελίτ μέσα στις συνθήκες της μαζικοδημοκρατικής πολιτικής. Συνίσταται στο ότι οι πολιτικές ελίτ, παρά την επιδίωξη τους να κρατήσουν για τον εαυτό τους το μονοπώλιο των αποφάσεων, υποχρεώνονται να αποτίσουν φόρο τιμής σε ορισμένες διαδεδομένες ιδέες ή προκαταλήψεις που κολακεύουν τις μάζες...
Παναγιώτης Κονδύλης

Η ανάλυση του θεωρητικού υπόβαθρου της σαρωτικής παρακμής της εποχής μας εξυπηρετεί πρώτα και κύρια εμάς τους ίδιους...

Όταν μάλιστα η απουσία της σκέψης έχει πάρει χαρακτήρα πανδημίας, η ενασχόληση με τη θεωρία καταντάει περιθωριακή συμπεριφορά και θέμα γούστου...

Για όσους επιμένουν περιθωριακά κι αισθητικά, συστήνουμε τη μελέτη του βιβλίου του Παναγιώτη Κονδύλη, ¨Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού"...

Από αυτό και τα δύο απόσπασματα περί "μαζικής δημοκρατίας"...

Παναγιώτη Κονδύλη


1. Το μέλλον της μαζικής δημοκρατίας

Αν θέλουμε να κάμουμε λόγο για το μέλλον της μαζικής δημοκρατίας, τότε πρέπει πρώτα-πρώτα να ορίσουμε με ποιές μορφές θα ενεργοποιηθεί εντός της η επιδίωξη της ισχύος και ιδιαίτερα τι είδους πολιτική θα γεννήσει. Η πολιτική, όπως ασκήθηκε ίσαμε σήμερα μέσα στη μαζική δημοκρατία, συνδεόταν με ιδεολογίες, οι οποίες βέβαια δεν ήσαν όλες τους φιλελεύθερες, όμως είχαν διαμορφωθεί στην αστική-φιλελεύθερη εποχή και σε αντιπαρά­θεση με τον φιλελευθερισμό.

Ανάμεσα στη σημερινή αστικοδημοκρατική πραγματικότητα και στην πολιτική πού ασκείται ίσαμε σήμερα εντός της υπάρχει επομένως μια ασυμμετρία, η οποία καταφαίνεται στο γεγονός ότι το περιεχόμενο των θεμελιωδών εννοιών του συντη­ρητισμού, του φιλελευθερισμού και της δημοκρατίας αντιστοιχεί όλο και λιγότερο σε συγκεκριμένες πραγματικότητες.

Μονάχα γύρω στο 1848 υπήρξαν παράλληλα —και αλληλοπολεμήθηκαν— και τα τρία αυτά ρεύματα ως λίγο-πολύ απτές και σαφείς εναλλακτικές λύσεις με συγκεκριμένους κοινωνικούς φορείς. Αλλά ο συντηρητισμός ήταν ήδη αγιάτρευτα εξασθενημένος και απορροφήθηκε βαθμιαία από τον αστικό (ολιγαρχικό) φιλελευθερισμό, ενώ συνάμα άρχισε η δημοκρατική μεθερμηνεία των φιλελεύθερων άρχων, η οποία συνόδευσε τη στροφή από τη φιλελεύθερη μαζική κοινωνία στη μαζική δημοκρατία.

Μετά τον κοινωνικό θάνατο της κληρονομικής αριστοκρατίας η έννοια του συντηρητισμού επιβίωσε βέβαια, όμως στο έξης υπηρετούσε απλώς πολεμικούς σκοπούς: η αριστερά τη χρειαζόταν για να εξομοιώνει τον αστικό φιλελευθερισμό με την «αντίδραση», ενώ οι φιλελεύθεροι την ιδιοποιήθηκαν για να θέσουν διαχωριστικά όρια ανάμεσα στην αστική τοποθέτηση και στη δημοκρατική μεθερμηνεία του φιλελευθερισμού. Τούτος εδώ έχασε πάλι την εννοιολογική του διαύγεια στον βαθμό που, λόγω της ανάπτυξης της μαζικής δημοκρατίας και της παράλ­ληλης παρακμής της αστικής τάξης και της ολιγαρχικής πολιτικής, η μεθερμήνευα του κέρδισε έδαφος και μάλιστα αποδεδείχθηκε και πλεονεκτική στο κομματικό παιγνίδι μετά την καθιέρωση του γενικού ε­κλογικού δικαιώματος. Τέλος, η επικράτηση κομμουνιστικών καθε­στώτων κάθε άλλο παρά συνεπέφερε την αποσαφήνιση της έννοιας του σοσιαλισμού, γιατί τώρα, εξ αιτίας της διάσπασης των σοσιαλιστών σε μια μεταρρυθμιστική και σε μιαν επαναστατική πτέρυγα, δόθηκε η δυνατότητα της χρήσης της κατά βούληση, έτσι ώστε μπορούσε να σημαίνει πράγματα εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους, από τις τάσεις προς το κοινωνικό κράτος στις χώρες της Δύσης ίσαμε τις εθνικιστικές δικτατορίες στον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο.

Με δεδομένη αυτήν την αποσύνθεση των πολιτικών ιδεολογιών, oι οποίες αποτελούσαν κλη­ρονομιά του 19ου αι., πρέπει να αναμένεται ότι η μελλοντική πολιτική της μαζικής δημοκρατίας θα διαμορφωθεί σε νέα βάση, και μάλιστα σε στενή συνάφεια με τις ανάγκες της πλανητικής πολιτικής, η φυσιο­γνωμία της οποίας επίσης μόλις τώρα αρχίζει να διαγράφεται καθαρότερα. Η κατάρρευση όσων πολιτικών κινημάτων επικαλούνταν τον μαρξισμό-λενινισμό θα επιταχύνει αυτήν τη διαδικασία, γιατί τώρα θα εκλείψει ένας σοβαρός λόγος που προκαλούσε την πολεμική χρήση του λεξιλογίου του 19ου αι. και επομένως την παραμονή στον αντίστοιχο κύκλο ιδεών. Από την άποψη αυτήν αποτελεί βέβαια οπτική απάτη να ερμηνεύουμε την κατάρρευση του μαρξισμού ως νίκη του φιλελευ­θερισμού.

Μάλλον πρέπει να πούμε ότι μαζί με τον μαρξισμό εξαφανίστηκαν και τα τελευταία κατάλοιπα της αστικής κοσμοθεωρίας. Άλλωστε ο μαρξισμός ήταν η τελευταία μεγάλη κοσμοθεωρητική σύν­θεση πού διαμορφώθηκε σε στενή επαφή με την αστική σκέψη και συμμεριζόταν τις ουσιαστικές της προϋποθέσεις: οικονομισμός και ανθρωπισμός συμπορεύονταν και στο δικό του πλαίσιο, και μάλιστα συνάπτονταν με μιαν αίσθηση του κόσμου προσανατολισμένη κατά πρώτο λόγο στον χρόνο και στην ιστορία· εδώ ο ανθρωποκεντρισμός απηχούνταν στην αντίληψη ότι ο άνθρωπος είναι ο δημιουργός του ιστορικού σύμπαντος. Στον βαθμό που ο μαρξισμός ενστερνίσθηκε τους μύθους των Νέων Χρόνων, παρέμεινε εξ ίσου με την αστική κοσμοθεώρηση προσκολλημένος στην ουσιοκρατική σκέψη· γι’ αυτό και η ήττα του σημαίνει ότι το αναλυτικό-συνδυαστικό σχήμα σκέψης παραμέρισε τον τελευταίο του μεγάλο αντίπαλο. Αυτό είναι το αληθινό νόημα της μεταμοντέρνας έκφρασης για «το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων».

Παναγιώτη Κονδύλη, Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού

(Εκδ. Θεμέλιο)

2. Η Ανάπτυξη της Μαζικής Δημοκρατίας

Βεβαίως δεν είναι δυνατόν να λεχθεί ότι στη μαζική δημοκρατία, όπως τη γνωρίζουμε, έχει ήδη πραγματοποιηθεί η ισότητα με την υλική έννοια του όρου. Όμως η πραγματικότητα της ισότητας είναι για τη λειτουργία της μαζικής δημοκρατίας πολύ λιγότερο σημαντική από τη δυνατότητα της ισότητας. Η Ισότητα αναγνωρίζεται από όλους ως απτή δυνατότητα (ακόμη και όσοι δέχονται την ισότητα μόνον ως τυπική Ισότητα των ευκαιριών, ομολογούν ότι οι ευκαιρίες αυτές μπορούν ν’ αξιοποιηθούν από τον καθένα, ότι δηλαδή καθένας μπορεί ν’ ανέβει την κοινωνική κλίμακα ως την κορυφή της, αρκεί να το μπορεί) και η καθημερινή ομολογία πίστεως της μαζικής δημοκρα­τίας στην αρχή της ισότητας ανοίγει ipso facto έναν ορίζοντα προσ­δοκιών, ο οποίος θέτει σε κίνηση αντίστοιχες συμπεριφορές. Με άλλα λόγια: η κατ’ αρχήν κατάφαση της ισότητας και το γεγονός της κοινωνικής κινητικότητας δημιουργούν συνθήκες, υπό τις όποιες τις δρά­σεις και τις αντιδράσεις των ανθρώπων συχνά τις καθορίζουν ψυχολογικοί παράγοντες και ένα υποκειμενικό αίσθημα γοήτρου. Το αίσθημα της ισότητας είναι εντονότερο από την πραγματικότητα της ισότητας. Γι’ αυτό η συναναστροφή των ανθρώπων γίνεται όλο και πιο εξισωτική, ήτοι ο τόνος της συναναστροφής τούτης δεν ανταποκρίνεται αναγκαστικά, και ανταποκρίνεται συνεχώς λιγότερο, στις πραγματικά υφιστάμενες διαφορές κοινωνικής θέσης και γοήτρου ανάμεσα στα ά­τομα και στις ομάδες.

Η κατ’ αρχήν δεδομένη δυνατότητα να εμφα­νισθεί ο καθένας ως ίσος προς ίσον απέναντι σε οποιονδήποτε επηρεά­ζει την κοινωνική συμπεριφορά, κατά τρόπο ώστε τελικά οι εντολές δεν εκφέρονται ως εντολές, αλλά ως οδηγίες, τις οποίες πρέπει να ακολουθήσει κανείς γιατί αυτό υπαγορεύουν τα πράγματα.

Στο βαθμό που ο υφιστάμενος γίνεται «συνεργάτης», οι εργασιακές σχέσεις γίνονται πραγματιστικότερες και η ιδέα του ρόλου παραμερίζει την ιδέα της ιεραρχίας. Περιοριστικές και αυστηρά ιεραρχημένες μορφές εργασίας δεν φαίνονται πια παραγωγικές, εφ’ όσον μάλιστα οι νέες εργασιακές διαδικασίες με την περίπλοκη τεχνική τους απαιτούν ύψηλοτερα προσόντα, ενισχυμένη ευθύνη και περισσότερη συμμετοχή.

Η αντίληψη, ότι ο προϊστάμενος βρίσκεται ψηλότερα μόνο και μόνο επειδή έχει να παίξει διαφορετικό ρόλο κι όχι επειδή έχει τίποτε μυ­στηριώδη χαρίσματα, καθησυχάζει την εξισωτική συνείδηση και τη συμφιλιώνει με τις πραγματικότητες του καταμερισμού της εργασίας. “Άλλωστε η εκτόπιση της ιδέας της ιεραρχίας από την ιδέα του ρόλου συντείνει από μόνη της στην επίταση της εναλλαξιμότητας και της προσωρινότητας των θέσεων των ατόμων μέσα στη διαδικασία της κοινωνικής εργασίας. Η εξουσία ή η αυθεντία με την παραδοσιακή της έννοια ξεφτίζει, και στη θέση της μπαίνει ως ενοποιητικό στοιχείο η σταθερότητα των δομών και των μηχανισμών, εντός και στο όνομα των οποίων μοιράζονται οι ρόλοι.

Παρ’ όλα αυτά η μαζική δημοκρατία πραγματοποίησε την ισότητα στην άσκηση εξουσίας τόσο λίγο όσο και την ισότητα στην κατανάλωση. Η αντίφαση ανάμεσα στην αναγκαιότητα εξουσίας και στη γενική ομολογία πίστεως προς την αρχή της ισότητας λύθηκε με την υποταγή της εξουσίας στους ίδιους κανόνες του παιγνιδιού, που ι­σχύουν και στους άλλους τομείς της κοινωνικής ζωής της μαζικής δημοκρατίας. Έτσι, η άσκηση εξουσίας είναι κατ’ αρχήν ανοιχτή στον καθένα, εφ’ όσον αποδειχθεί ικανός να εκμεταλλευθεί τις προσφερόμενες ευκαιρίες καλύτερα από τους ανταγωνιστές του. Τούτο σημαίνει αντικατάσταση της ταξικής κυριαρχίας από την κυριαρχία ελίτ, οι οποίες αδιάκοπα συγκροτούνται, διαλύονται ή μεταβάλλουν τη σύνθε­ση τους, αφού τα μέλη τους δεν πρέπει να κατέχουν εξ υπαρχής ορισμένες κοινωνικές προϋποθέσεις.

Η συμμετοχή στις ελίτ δεν είναι ούτε κληρονομική ούτε αναγνωρίζεται με βάση οποιαδήποτε προσωπική ιδιότητα, εκτός από την ικανότητα να αντιμετωπίζονται με ε­πιτυχία οι εκάστοτε αντίπαλοι εντός και εκτός της ελίτ· επομένως οι ελίτ μπορούν να γίνουν μόνιμα όργανα άσκησης εξουσίας μονάχα μετά την κατάτμηση της κοινωνίας σε άτομα και την επιβολή των εξισωτικών άρχων και στάσεων. Διαμορφώνονται μέσα στην πολιτική, στην οικονομία και στην κοινωνική ζωή, ανταγωνίζονται η μία την άλλη ή κλείνουν μεταξύ τους συμμαχίες και πορίζονται τη νομιμοποίηση τους από το γεγονός ότι είναι ανοιχτές για τον καθένα, ήτοι δεν παραβιά­ζουν την υπέρτερη αρχή της ισότητας (των ευκαιριών).

Ανταγωνιστι­κές πολιτικές ελίτ, οι οποίες πολεμούν η μία την άλλη για την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας, πρέπει να νομιμοποιηθούν επιπρόσθετα με την ετυμηγορία του εκλογικού σώματος. Κάθε ελίτ, εφ’ όσον εγείρει αξιώσεις πάνω στην εξουσία αυτήν, υποχρεώνεται να αγωνιστεί για να κερδίσει την εύνοια των εκλογέων, οπότε πρέπει να επηρεάσει τη βούληση τους και συνάμα να επηρεασθεί και η ίδια από τη βούληση τούτην.Η διέξοδος από τη διελκυστίνδα της αντικειμενικής διπλής ανάγκης να ασκηθεί εξουσία και ταυτόχρονα να ληφθούν υπόψιν οι ποικίλες επιθυμίες των εκλογέων είναι ο λαϊκισμός, ο οποίος σε διάφορες παραλλαγές και σε διάφορους βαθμούς αποτελεί φαινόμενο αναπόσπαστο από την πολιτική και κοινωνική ζωή της μαζικής δημοκρατίας.

Λαϊκισμός είναι λοιπόν ο τρόπος, με τον οποίο γεφυρώ­νεται (προσωρινά) η αντίφαση ανάμεσα στην αρχή της γενικής ισότητας και στην (προσωρινή) έμπρακτη εξουσία μιας ελίτ μέσα στις συνθήκες της μαζικοδημοκρατικής πολιτικής. Συνίσταται στο ότι οι πολιτικές ελίτ, παρά την επιδίωξη τους να κρατήσουν για τον εαυτό τους το μονοπώλιο των αποφάσεων, υποχρεώνονται να αποτίσουν φόρο τιμής σε ορισμένες διαδεδομένες ιδέες ή προκαταλήψεις που κολακεύουν τις μάζες.

Έτσι π.χ. κάθε ελίτ αποκρούει την υποψία ότι η εξουσία της μέσα στο κράτος ή η συναφής της αξίωση θα ήταν ποτέ δυνατόν να επηρεάσει δυσμενώς ή και να άρει την ισότητα ανάμεσα σε όλα τα μέλη της κοινωνίας· απεναντίας, αυτοπαρουσιάζεται ως η πιο αξιόπιστη εγγύηση για τη διαφύλαξη ή την επέκταση τούτης της ισότητας. ‘Ισχυρίζεται ότι είναι σαρξ εκ της σαρκός του λαού, άριστος γνώστης και ερμηνευτής των ενδόμυχων ευχών και ονείρων του, κοντολογίς πιστός εκτελεστής της λαϊκής βούλησης.

---------------------------------

Πηγή: ΕΡΑΝΙΣΤΗΣ