t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Παρασκευή 9 Απριλίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, ζωγραφική: Θεώρησα ως γενική κλίση όλης της ανθρωπότητας, τη διαρκή και αδιάκοπη επιθυμία για ισχύ...

Αποφθέγματα & ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Πράσινο καράβι, λάδι σε καμβά

Θεώρησα ως γενική κλίση όλης της ανθρωπότητας, τη διαρκή και αδιάκοπη επιθυμία για ισχύ και πάλι για ισχύ, η οποία σταματά μόνο με το θάνατο.
(Thomas Hobbes)

Συνεχίζουμε στο κλίμα της Κονδυλικής σκέψης...

Παραθέτουμε μερικά αποφθέγματα του Thomas Hobbes, γνήσιου φιλοσοφικού προγόνου του Παναγιώτη Κονδύλη...

Thomas Hobbes
Αποφθέγματα
(η πρόχειρη μετάφραση στα ελληνικά δική μας - γι' αυτό κι ευπρόσδεκτες οι διορθώσεις)

A man's conscience and his judgment is the same thing; and as the judgment, so also the conscience, may be erroneous.

Η συνείδηση του ανθρώπου και η κρίση του είναι το ίδιο πράγμα· και όπως η κρίση, έτσι και η συνείδηση, μπορεί να είναι λανθασμένη.

A wise man should so write (though in words understood by all men) that wise men only should be able to commend him.

Ο σοφός άνθρωπος στα γραπτά του πρέπει να ξεκαθαρίζει (σε λέξεις κατανοητές από όλους) ότι μόνο οι σοφοί άνθρωποι είναι σε θέση να τον επαινέσουν.

All generous minds have a horror of what are commonly called "Facts". They are the brute beasts of the intellectual domain.

Τα κοινώς αποκαλούμενα «γεγονότα» προκαλούν τρόμο σε όλα τα γενναιόδωρα μυαλά. Είναι τα βάρβαρα κτήνη του διανοητικού χώρου.

Curiosity is the lust of the mind.

Η περιέργεια είναι η λαγνεία του μυαλού.

During the time men live without a common power to keep them all in awe, they are in that conditions called war; and such a war, as if of every man, against every man.

Τις εποχές που οι άνθρωποι ζουν χωρίς να τους συγκρατεί στο δέον μια κοινή εξουσία, βρίσκονται σε συνθήκες πολέμου· ενός πολέμου όπου κάθε άνθρωπος είναι εναντίον του κάθε ανθρώπου.

Force and fraud are in war the two cardinal virtues.

Η δύναμη και η απάτη είναι στον πόλεμο οι δύο βασικές αρετές.

He that is taken and put into prison or chains is not conquered, though overcome; for he is still an enemy.

Αυτός που συλλαμβάνεται και μπαίνει στη φυλακή ή στις αλυσίδες δεν κατακτιέται, αν και νικημένος, καθώς είναι ακόμα εχθρός.

I am about to take my last voyage, a great leap in the dark.

Είμαι έτοιμος να κάνω το τελευταίο ταξίδι μου, ένα μεγάλο πήδημα στο σκοτάδι.

I put for the general inclination of all mankind, a perpetual and restless desire of power after power, that ceaseth only in death.

Θεώρησα ως γενική κλίση όλης της ανθρωπότητας, τη διαρκή και αδιάκοπη επιθυμία για ισχύ και πάλι για ισχύ, η οποία σταματά μόνο με το θάνατο.

In the state of nature profit is the measure of right.

Στο επίπεδο της φύσης το κέρδος είναι το μέτρο του δικαίου.

It is not wisdom but Authority that makes a law.

Δεν είναι η σοφία αλλά η Εξουσία που δημιουργεί έναν νόμο.

Laughter is nothing else but sudden glory arising from some sudden conception of some eminency in ourselves, by comparison with the infirmity of others, or with our own formerly.

Το γέλιο δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα ξαφνικό μεγαλείο που προκύπτει από την ξαφνική σύλληψη της ανωτερότητας μας, σε σύγκριση με την αδυναμία των άλλων, ή με τη δική μας στο παρελθόν.

Leisure is the Mother of Philosophy.

Ο ελεύθερος χρόνος είναι η Μητέρα της Φιλοσοφίας.

Not believing in force is the same as not believing in gravitation.

Η μη πίστη στην ισχύ είναι ίδια με την μη πίστη στη βαρύτητα.

Science is the knowledge of consequences, and dependence of one fact upon another.

Η επιστήμη είναι η γνώση συνεπειών, και η εξάρτηση ενός γεγονότος από ένα άλλο.

Such is the nature of men, that howsoever they may acknowledge many others to be more witty, or more eloquent, or more learned; yet they will hardly believe there be many so wise as themselves.

Τέτοια είναι η φύση των ανθρώπων που οπωσδήποτε μπορούν να παραδεχτούν ότι πολλοί άλλοι είναι πιό πνευματώδεις, ή πιό εύγλωττοι, ή πιο μορφωμένοι· όμως μετα βίας θα πιστέψουν ότι υπάρχουν πολλοί πιο σοφοί από τους ίδιους.

Such truth, as opposeth no man's profit, nor pleasure, is to all men welcome.

Μόνο η αλήθεια που δεν αντιτίθεται στο κέρδος η την ευχαρίστηση των ανθρώπων είναι αποδεκτή από όλους.

Sudden glory is the passion which maketh those grimaces called laughter.

Η ξαφνική δόξα είναι το πάθος που δημιουργεί εκείνους τους μορφασμούς που αποκαλούμε γέλιο.

The condition of man... is a condition of war of everyone against everyone.

Η κατάσταση του ανθρώπου... είναι μια κατάσταση πολέμου του καθενός εναντίον του άλλου.

The disembodied spirit is immortal; there is nothing of it that can grow old or die. But the embodied spirit sees death on the horizon as soon as its day dawns.

Το ασώματο πνεύμα είναι αθάνατο· δεν υπάρχει τίποτα σ’αυτό που μπορεί να γεράσει ή να πεθάνει. Όμως το ενσωματωμένο πνεύμα βλέπει το θάνατο στον ορίζοντα μόλις ξημερώνει η μέρα.

The flesh endures the storms of the present alone; the mind, those of the past and future as well as the present.

Η σάρκα υπομένει τις θύελλες μόνο του παρόντος· το μυαλό, του παρελθόντος και του μέλλοντος καθώς επίσης και του παρόντος.

Gluttony is a lust of the mind.

Η λαιμαργία είναι λαγνεία του μυαλού.

The obligation of subjects to the sovereign is understood to last as long, and no longer, than the power lasteth by which he is able to protect them.

Η υποχρέωση των υπηκόων στον κυρίαρχο εννοείται ότι διαρκεί τόσο, και όχι περισσότερο, από όσο διαρκεί η ισχύς δια μέσου της οποίας είναι σε θέση να τους προστατεύει.

The Papacy is not other than the Ghost of the deceased Roman Empire, sitting crowned upon the grave thereof.

Ο παπισμός δεν είναι τίποτα άλλο από το φάντασμα της αποθανούσας ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που κάθεται στεφανωμένο πάνω στον τάφο της.

The praise of ancient authors proceeds not from the reverence of the dead, but from the competition and mutual envy of the living.

Ο έπαινος για τους αρχαίους συγγραφείς εκπορεύεται όχι από το σεβασμό στους νεκρούς, αλλά από τον ανταγωνισμό και τον αμοιβαίο φθόνο για τους ζωντανούς.

The privilege of absurdity; to which no living creature is subject, but man only.

Το προνόμιο της γελοιότητας (μωρίας) στο οποίο κανένα ζωντανό πλάσμα δεν υπάγεται, πλην του ανθρώπου.

The right of nature... is the liberty each man hath to use his own power, as he will himself, for the preservation of his own nature; that is to say, of his own life.

Το δίκαιο της φύσης... είναι η ελευθερία του κάθε ανθρώπου να χρησιμοποιεί την ισχύ του, κατά τη θέληση του, για τη διατήρηση της δική του φύσης, δηλαδή της ζωής του.

The secret thoughts of a man run over all things, holy, profane, clean, obscene, grave, and light, without shame or blame.

Οι μυστικές σκέψεις του ανθρώπου διατρέχουν όλα τα πράγματα, ιερά, βέβηλα, καθαρά, άσεμνα, σοβαρά, και ελαφρά, χωρίς ντροπή ή μομφή.

There is no such thing as perpetual tranquillity of mind while we live here; because life itself is but motion, and can never be without desire, nor without fear, no more than without sense.

Δεν υπάρχει κανένα τέτοιο πράγμα όπως η διαρκής ηρεμία του μυαλού όσο ζούμε εδώ· επειδή η ζωή η ίδια δεν είναι τίποτα άλλο παρά κίνηση, και δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει χωρίς επιθυμία, χωρίς φόβο, και πολύ περισσότερο χωρίς αίσθηση.

They that approve a private opinion, call it opinion; but they that dislike it, heresy; and yet heresy signifies no more than private opinion.

Αυτοί που επιδοκιμάζουν μια ιδιωτική άποψη, την αποκαλούν άποψη· αλλά αυτοί που την απεχθάνονται, αίρεση· παρ’ όλο που η αίρεση δε δηλώνει τίποτα περισσότερο παρά ιδιωτική άποψη.

War consisteth not in battle only, or the act of fighting; but in a tract of time, wherein the will to contend by battle is sufficiently known.

Ο πόλεμος δεν συνίσταται μόνο από τη μάχη η την αγωνιστική πράξη αλλά και από ένα χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο η θέληση για μάχη γίνεται επαρκώς γνωστή.

Words are the counters of wise men, and the money of fools.

Οι λέξεις είναι οι μετρητές των σοφών ατόμων, και τα χρήματα των ανόητων.

Words are the money of fools.

Οι λέξεις είναι τα χρήματα των ανόητων.

Πέμπτη 8 Απριλίου 2010

Σχόλια & σύγχρονοι ζωγράφοι: Δοκίμιο για τον Παναγιώτη Κονδύλη...

Σύγχρονη σκέψη & ζωγράφική, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Ακρόπολη 1970, λάδι σε καμβά

Βρίσκω συγκλονιστικό και συναρπαστικό το ότι πάνω σ’ αυτόν τον πλανήτη η ύλη ή η ενέργεια – όπως θέλει κανείς – απόκτησε συνείδηση του εαυτού της , ότι υπάρχουν όντα που επιδιώκοντας να διευρύνουν την ισχύ τους παράγουν το «πνεύμα » σ’ όλη την ποικιλία των μορφών και των εκπληκτικών παιχνιδιών του και που αλληλοεξοντώνονται επικαλούμενα κατά προτίμηση άρθρα πίστεως και θεωρίας. Ωστόσο τέτοιες παρατηρήσεις και σκέψεις μπορούν να χαρίσουν απολαύσεις μονάχα σε λεπτογεύστες και επαίοντες του περιθωρίου. Και εν πάση περιπτώσει δεν αποτελούν πειθαναγκαστικά επιχειρήματα εναντίον της αυτοκτονίας από πλήξη.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ από το «ΙΣΧΥΣ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ» (Εκδ. ΣΤΙΓΜΗ, 1991, σελ. 232)


Πρόσφατα διαβάσαμε ένα εξαιρετικό δοκίμιο για τον Παναγιώτη Κονδύλη του Κ. Κουτσουρέλη. Το έργο και η προσωπικότητα του μεγάλου στοχαστή ως αδιαίρετη όλότητα - η πεπτουσία της σκέψης του - αναδεικνύονται μοναδικά...

Δημοσιεύουμε ένα μικρό απόσπασμα και συστήνουμε ανεπιφύλακτα την ανάγνωση όλου του σχετικού κειμένου:

Ένας κλασσικός - Δοκίμιο για τον Παναγιώτη Κονδύλη
του Κώστα Κουτσουρέλη

Με τον Κονδύλη οδηγείται στο προσωρινό της πέρας η μεγάλη παράδοση του ευρωπαϊκού μηδενισμού. Το έργο του αποτελεί ίσως τη συνεπέστερη έκφραση αυτού του αποσυνάγωγου και "καταραμένου" αλλά πάντοτε πρωταγωνιστικού, αν και με την αρνητική σημασία του όρου, ρεύματος της ιστορίας των Νέων Χρόνων. Με μια διαφορά: ο νεότερος μηδενισμός συνδέθηκε πάντοτε άρρηκτα με μια στάση ηρωική μάλλον παρά στωική, με ένα περιεχόμενο σκέψης που επιζητεί να υπερβεί την κενότητα του νοήματος με κάθε λογής ψυχολογικές παραμυθίες. Το σκάνδαλο του μηδενός όχι σπάνια οδήγησε τους θιασώτες του μηδενισμού σε ακραίες υπαρξιακές περιπέτειες. Ο δρόμος του Κονδύλη ήταν διαφορετικός. Ακόμα και η τόσο αδρή και προσωπική έννοια του αγώνα, κεντρική στις αναπτύξεις του παρότι δεν της αφιερώνει τη θεωρητική επεξεργασία που επιφυλάσσει στην ισχύ, ακόμα κι αυτή χάνεται πίσω από την πρόσοψη της νηφάλιας αποστασιοποίησης. Εύκολα μαντεύουμε τους λόγους αυτής της διαφοροποίησης. Αντίθετα από τους μηδενιστές προδρόμους του ο Κονδύλης είναι πάνω απ' όλα ιστορικός. Γνωρίζει ότι δεν είναι το εξ αντικειμένου νόημα -φάσμα άπιαστο για τον άνθρωπο- που έχει σημασία, αλλά το κατά συνθήκην νόημα. Εκεί που μηδενιστές και μεταφυσικοί γιγαντομαχούν περί της αληθείας και ψάχνουν για λογικοφανή επιχειρήματα, ο Κονδύλης αδιαφορεί για τα σκιώδη ινδάλματα των ιδεών και στυλώνει το βλέμμα του στην απτή κοινωνική και ιστορική λειτουργία τους. Το ότι ένας ηθικός κανόνας ισχύει κατά συνθήκην δεν σημαίνει ότι έχει συνέπειες λιγότερο κρίσιμες. Η αξίωση των μεταφυσικών κάθε εποχής ότι κατέχουν την "αλήθεια" και η εμμονή των σκεπτικιστών αντιπάλων τους να τους αντικρούουν με παρόμοιες λογικές ακροβασίες δεν οδηγούν πουθενά. Είτε πρόκειται για τον πλατωνικό κόσμο των ιδεών και το τριαδικό δόγμα, είτε για τις Πυρρωνείους υποτυπώσεις και το "τρίλημμα του Μυνχάουζεν", όλα αυτά είναι διανοητικά ασκήματα πολύ απομακρυσμένα από τη ζωντανή πραγματικότητα. Ο πυρρωνισμός είναι αντεστραμμένος πλατωνισμός. Μόνο όποιος πιστεύει ότι η ακραιφνώς λογική διασφάλιση των διανοημάτων του έχει την όποια αξία μπορεί να ενδιαφέρεται γι' αυτά τα πράγματα. Ο Κονδύλης βλέπει τούτη τη συζήτηση εκ των έξω και από απόσταση. Από την προοπτική αυτή ηθικολόγοι και σκεπτικιστές δεν διαφέρουν και πολύ. Όλοι τους παραχωρούν ομοθύμως το προβάδισμα στο λεπτεπίλεπτο κοσκίνισμα των εννοιών κυνηγώντας μια φασματική αλήθεια. Όλοι τους στρέφουν την πλάτη στον ιστορικό και κοινωνικό άνθρωπο.


Παναγιώτης Κονδύλης (1943-1998)

Μιλήσαμε στην αρχή για τις δύο εκδοχές της κλασσικότητας, εκείνην του έργου κι εκείνην του βίου. Ωστόσο υπάρχει και ένας άλλος ορισμός του κλασσικού, στενότερος αυτή τη φορά αφού αναφέρεται στην ιστορία της σκέψης, που τον οφείλουμε στον ίδιο τον Κονδύλη:

Η ιστορία των ιδεών, όπως τη γνωρίζουμε, είναι δομημένη το ίδιο όπως και κάθε άλλη απόφαση: κατά βάση αποτελεί ένα πλαίσιο προσανατολισμού εδραζόμενο σε αποχωρισμούς, όπου οι "κλασσικοί" χρησιμεύουν ως ορόσημα. Στην πραγματικότητα όμως οι "κλασσικοί" τούτοι είναι τα περιεκτικότερα ευρετήρια της εποχής τους - εντελώς ανεξάρτητα από το πόσο πρωτότυπα πραγματεύονται και ταξινομούν το υλικό που θέτει στη διάθεσή τους η εποχή, κι επίσης ανεξάρτητα από το αν η συνεχής αναστροφή με το έργο τους οφείλεται πρωταρχικά στο ότι επεξεργάζονται με επιτυχία ορισμένες δομές σκέψης, οι οποίες επαναλαμβάνονται αδιάκοπα επειδή θεμελιώνουν αξιώσεις ισχύος κατά τρόπο παραδειγματικό. Και αυτοί όμως ζουν και κινούνται, το ίδιο όπως και όλοι οι άλλοι, στο δευτερογενές πεδίο των ερμηνειών και των συμβόλων. (Ισχύς και απόφαση, 1992, σ. 184)

Ο Παναγιώτης Κονδύλης υπήρξε κλασσικός και μ' αυτήν, τη δική του έννοια του όρου. Πράγματι, η σκέψη του συνιστά ένα από τα "περιεκτικότερα ευρετήρια" της εποχής μας. Ακόμη κι αν ο ίδιος στάθηκε "επαΐων του περιθωρίου", ίσως μάλιστα ακριβώς γι' αυτό, το έργο του αποτελεί μια από τις δραστικότερες προσλήψεις της πραγματικότητας, της δικής μας πραγματικότητας πάνω απ' όλα. Ακόμη κι αν ο ίδιος φιλοδόξησε να αποτελέσει όχι το φερέφωνο των μονομάχων της εποχής αλλά περισσότερο τον αρνητικό τους κατοπτρισμό, πάνω στο αντεστραμμένο αλλά πανομοιότυπο είδωλο που η εποχή κατέλιπε στα κείμενα του βλέπουμε όχι μόνο το μόνιμο σκηνικό της ανθρώπινης φύσης, αλλά αδρότατα και τις πρόσκαιρες, φευγαλέες και βραχύβιες κινήσεις των πρωταγωνιστών και κομπάρσων της εποχής μας. Πίσω και πέρα απ' τη διαγνωστική του αξία, που το καταλέγει στις σπουδαιότερες απόπειρες κατανόησης των ανθρώπινων πραγμάτων, το έργο του Κονδύλη έχει και τούτη την "αρνητική επικαιρικότητα" που το καθιστά αντιπροσωπευτική απαθανάτιση του Zeitgeist, ανάπλαση και συμπύκνωση των συγκυριών και των συμβάντων της εποχής.

Παρ' όλ' αυτά, η υπόμνηση των κλασσικών καταβολών και επιλογών αυτού του φιλοσόφου δεν αρκεί. Κι αυτό γιατί παρά τις επικλήσεις του σε μια στωική και νηφάλια πρόσληψη του κόσμου, όλη του η ύπαρξη ήταν από τη φύση της όχι απλώς αγωνιστική και πολεμική αλλά και κτητική και εριστική. Το παράδοξο φαινόμενο ενός ανθρώπου που ομνύει πάντοτε στη στεγνή περιγραφικότητα, αλλά οιστρηλατείται από ένα τέτοιο πάθος για τα πράγματα, λαμπρό δείγμα του οποίου είναι ο έξοχος ειρωνικός λόγος του και οι μνημειώδεις πολεμικές του, έχει εδώ τις ρίζες του. Απ' αυτήν την άποψη ο Κονδύλης παρά τις κλασσικές καταβολές του, παρά την αρχαιογνωσία του, στάθηκε τυπικός γόνος του Διαφωτισμού. Διαφωτιστής κι αυτός μέχρις εσχάτων, χωρίς όμως καμμιά από τις εδραίες πεποιθήσεις του Διαφωτισμού, ότι ο άνθρωπος είναι φύσει καλός και βελτιώσιμος, ότι ο κόσμος οδεύει πάντοτε προς το καλύτερο. Στα βιβλία του διατηρεί το ύφος και τους τρόπους του κήνσορα, του κριτικού πνεύματος που στηλιτεύει αμείλικτα τις χρόνιες έξεις της σκέψης των συγκαιρινών του, χωρίς όμως ο ίδιος να επιθυμεί να προτείνει τίποτα, χωρίς καν να πιστεύει ότι τα φαινόμενα που περιγράφει μπορούν ποτέ να ξεπεραστούν. Ιεροκήρυκας χωρίς Θεό και διαφωτιστής ερήμην του Λόγου, ο Κονδύλης και η σκέψη του ακροβάτησαν πάντοτε πάνω στο τεντωμένο σκοινί τούτης της εγγενούς αμφιθυμίας, έμειναν πάντοτε στο μεταίχμιο αυτής της διχοστασίας. Ο ίδιος το γνώριζε αυτό καλά. Κάπου σημειώνει: "Μέγα δυστύχημα: να είσαι σκεπτικιστής με ταμπεραμέντο ηθικολόγου". Πράγματι. Ο σκεπτικισμός επιτάσσει τη νηφαλιότητα, ο ηθικισμός εκτρέφει το πάθος. Παραδοξολογώντας θα έλεγα ότι το πάθος που διακατείχε τον Κονδύλη ήταν ένα πάθος νηφάλιο. Αυτό το οξύμωρον αποδίδει ίσως πιστότερα τη περίπτωση αυτού του μοναδικού ανθρώπου.

Διαβάστε ολόκληρο το δοκίμιο του Κ. Κουτσουρέλη

Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

Σχόλια & σύγχρονοι ζωγράφοι: περί ανθρωπίνου είδους...

Ανθρωπολογία & ζωγράφοι, ζωγραφική, σύγχρονοι ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Γυναίκα σε μπλε φόντο, λάδι σε καμβά

Βρέθηκε ένα νέο ανθρώπινο είδος, η "γυναίκα Χ", που δεν είναι ούτε homo sapiens ούτε νεάτερνταλ...

Όμως, στην πορεία εξαφανίστηκε, καθώς επκράτησε το είδος μας που δεν άφησε τίποτα όρθιο. Τώρα μάλιστα απειλεί να εξαφανίσει και τον εαυτό του - μακάρι και να το κάνει βέβαια...

Μόνη λύση είναι η καταστροφή μας, ούτως ή άλλως. Για να γλυτώσουμε κι εμείς κι ο πλανήτης...

Η περίπτωση να καλυτερεύσουμε ως είδος, αποκλείεται εκ των γεγονότων...

Ακολουθεί η επιστημονική είδηση.

"Γυναίκα-Χ" - Νέο είδος Ανθρώπου...
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 26-3-2010

Το ανθρώπινο «οικογενειακό δέντρο» δεν αποκλείεται να χρειαστεί να ξανασχεδιαστεί, καθώς η ανάλυση δείγματος μιτοχονδριακού DΝΑ από ένα απολιθωμένο οστό δαχτύλου που ανακαλύφθηκε στη Σιβηρία, δείχνει ότι ανήκε σε ένα μυστηριώδες, άγνωστο μέχρι σήμερα, αρχαίο ανθρωποειδές, πιθανότατα σε ένα νέο είδος προγόνου του ανθρώπου.

Είναι μάλιστα η πρώτη φορά, που ανακαλύπτεται νέο είδος ανθρώπου όχι από απολιθώματα, αλλά από την ανάλυση γενετικού υλικού. Πρόκειται για μια πολύ σημαντική ανακάλυψη, η οποία έρχεται να προστεθεί στην πρόσφατη ανακάλυψη του νάνου «χόμπιτ» της Ινδονησίας και δείχνει ότι τελικά στο, όχι πολύ μακρινό, παρελθόν πολλά συγγενικά ανθρώπινα είδη συμβίωναν στον πλανήτη μας.

Η «γυναίκα-Χ», όπως ονομάστηκε το πλάσμα, που ζούσε πριν από 30.000 - 50.000 χρόνια, είχε ένα κοινό πρόγονο με τους ανθρώπους και τους Νεάντερταλ πριν από περίπου ένα εκατομμύριο χρόνια, αλλά διαφέρει από αυτά τα δύο είδη.

Η ανακάλυψη, που παρουσιάστηκε στο περιοδικό «Nature», σύμφωνα με το BBC και τα πρακτορεία Ρόιτερ και Γαλλικό, έγινε από ερευνητές του επιφανούς Ινστιτούτου Εξελικτικής Ανθρωπολογίας Μαξ Πλανκ της Λειψίας στη Γερμανία, υπό τον κορυφαίο παλαιοντολόγο και γενετιστή Σβάντε Πάαμπο, με τη συνεργασία Αμερικανών, Ρώσων και αυστριακών ερευνητών.

Για «την κορφή του παγόβουνου», έκανε λόγο ο παλαιοανθρωπολόγος Κρις Στρίνγκερ του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας του Λονδίνου, εκτιμώντας ότι πολλοί περισσότεροι ανθρωπίδες (ανθρωποειδείς), που δεν θα είναι ούτε άνθρωποι ούτε Νεάντερταλ, θα ανακαλυφθούν τα επόμενα χρόνια, ιδίως στην κεντρική και ανατολική Ασία.

Μέχρι πρόσφατα, οι ανθρωπολόγοι πίστευαν ότι οι Νεάντερταλ και οι άνθρωποι ήσαν οι μόνο ανθρωπίδες που περιπλανιούνταν στην Ευρώπη και στην Ασία κατά την ύστερη Πλειστόκαινο περίοδο. Όμως η ανακάλυψη το 2003 στην Ινδονησία του, ηλικίας 17.000 ετών, μικρόσωμου «χόμπιτ» (Homo floresiensis), που θεωρείται νέο είδος, ήρθε να ανατρέψει αυτή την αντίληψη.

Το νέο πλάσμα που ανακαλύφθηκε το 2008 στο σπήλαιο Ντενίσοβα της νότιας Σιβηρίας (στα όρη Αλτάι) από Ρώσους αρχαιολόγους και το οποίο πιθανώς ζούσε κοντά με τους ανθρώπους και τους Νεάντερταλ, επιβεβαιώνει ότι επικρατούσε μια πολύ πιο πολύπλοκη εικόνα, πέρα από το απλοϊκό δίπoλο «σοφός» άνθρωπος (homo sapiens)-Νεάντερταλ.

Αν και το φύλο του πλάσματος δεν είναι γνωστό, ονομάστηκε «γυναίκα-Χ», επειδή τα μιτοχόνδρια (από όπου αναλύθηκε το DNA) κληρονομούνται μέσω της μητέρας. Σύμφωνα με τον Πάαμπο, τα μιτοχόνδρια της «γυναίκας-Χ» διαφέρουν από αυτά του ανθρώπου κατά περίπου 400 «γράμματα» DNA, ενώ οι Νεάντερταλ έχουν τις μισές μόνο διαφορές με τον άνθρωπο.

Είναι, προς το παρόν, αδύνατο για τους ερευνητές να έχουν την παραμικρή εικόνα για το πώς έμοιαζε η «γυναίκα-Χ», απλώς και μόνο με ένα μικρό οστό άκρου, για το λόγο αυτό ο Πάαμπο και οι συνεργάτες του επιφυλάσσονται ακόμα να την χαρακτηρίσουν οριστικά νέο είδος, συγγενικό με τον άνθρωπο.

Οι ερευνητές ήδη επιχειρούν να «διαβάσουν» γενετικές αλληλουχίες DNA από τα 3,1 δισ. «γράμματα» του γονιδιώματος του πυρήνα του κυττάρου (και όχι των μιτοχονδρίων που βρίσκονται εκτός πυρήνα) της «γυναίκας-Χ». Τα πρώτα αποτελέσματα αναμένονται σε μερικούς μήνες. Οι πρώτες αναλύσεις του μιτοχονδριακού DNA δείχνουν ότι η «γυναίκα-Χ» δεν είχε επιμειξίες ούτε με homo sapiens, ούτε με Νεάντερταλ, αλλά για μια πιο σίγουρη εικόνα θα πρέπει οι ερευνητές να περιμένουν τις αναλύσεις του πυρηνικού DNA.

Σύμφωνα με τις πρώτες γενετικές αναλύσεις, η «γυναίκα-Χ» είχε έναν κοινό Αφρικανό πρόγονο με τον άνθρωπο και τον Νεάντερταλ πριν από 780.000 έως 1,3 εκατ. χρόνια, πριν αρχίσει να μεταναστεύει προς το Βορρά και την Ανατολή. Η μετανάστευση αυτή είναι διαφορετική από εκείνη, που συνέβη πριν από περίπου 500.000 χρόνια από τον Homo heidelbergensis, τον θεωρούμενο ως πρόγονο των Νεάντερταλ, και οδήγησε στην επικράτηση των τελευταίων. Η «γυναίκα-Χ» εξάλλου, επειδή εμφανίστηκε πολύ αργότερα, δεν φαίνεται να συγγενεύει με τον πρόγονο του ανθρώπου, τον «όρθιο άνθρωπο» (homo erectus), που άρχισε να εγκαταλείπει την Αφρική πριν από περίπου 2 εκατ. χρόνια.

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Σχόλια & ζωγράφοι, σύγχρονοι ζωγράφοι: Αθηναϊκό τοπίο χθες & σήμερα...

Πεζογραφία & ζωγραφική, ζωγράφοι, σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Εκκλησάκι στην Αττική, λάδι σε καμβά

Αθήνα, 1896...

Μολυσμένο περιβάλλον, ακαθαρσίες, φαλακροί λόφοι, λιγοστό πράσινο, ασχήμια...

Πάνω απ' όλα, ασυνειδησία, παντελής απουσία συλλογικότητας, έχθρες, βάρβαρη εγωπάθεια, ασυγκράτητη πολιτική ρουσφετολογία...

Παρούσες όλες οι καταβολές του σημερινού ελληνικού μορφώματος...

Καθόλου δύσκολο να συνάξεις τις ρίζες της κατάντιας της εποχής μας. Με μόνη διαφορά, ουσιαστική για μας, τον αριθμό του πληθυσμού. Άλλο να μετράς τους βαρβάρους σε χιλιάδες, κι άλλο σε εκατομμύρια. Τότε ο μοναχικός ονειροπόλος μπορούσε να ξεφύγει - ανηφόριζε στην Καισαριανή και το τοπίο άλλαζε, για παράδειγμα. Σήμερα, ουκ έστιν τόπος...

Η Αθήνα του χθες, στα κείμενα του Ροίδη...

Εμμανουήλ Ροίδης
Οι Αθηναϊκοί δρόμοι

Πολὺ περισσότερον παρ᾿ ὅσα ἀπὸ τὸν καιρὸν τοῦ Ἀμποῦ ἕως σήμερον ἔτυχε νὰ διαβάσω εἰς τὸν ξένον τύπον ὑβριστικὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα, μ᾿ ἔκαμαν νὰ ἐντρέπωμαι αἱ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων συστάσεις τῶν ἰδικῶν μας ἐφημερίδων πρὸς τὴν ἀστυνομίαν καὶ τοὺς οἰκοκυραίους νὰ ἐπιμεληθοῦν πρὸς χάριν τῶν ξένων τὴν καθαριότητα τῶν δρόμων καὶ νὰ φροντίσουν νὰ μὴ βρωμοῦν αἱ μάνδραι καὶ νὰ μὴν εἶναι τὰ πεζοδρόμια παραρτήματα μακελλείων καὶ λαχανοπωλείων. Ὅλα αὐτὰ ἐζητοῦντο ὡς καὶ ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐπισκεφθοῦν τὰς Ἀθήνας οἱ αὐτοκράτορες Δὸν Πέτρος καὶ Γουλιέλμος, ὡς μέτρα ἔκτακτα, μὲ τὴν ὑπόμνησιν μάλιστα ὅτι δὲν θὰ παρατείνοντο ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας αἱ τοιαύται περὶ καθαριότητος ἐνοχλήσεις.

Τί ἄλλο δύναταί τις ἐκ τῶν συστάσεων τούτων νὰ συμπεράνη παρὰ μόνον ὅτι, καθὼς οἱ Τζιφούτιδες τῆς Βλαχίας ἀλλάζουν ὑποκάμισον καὶ κυνηγοῦν τὰς ψείρας των μόνον κατὰ τὰς μεγάλας των θρησκευτικὰς ἑορτάς, οὕτω καὶ οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν μόνον εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις πρέπει ν᾿ ἀναπνέουν ἄοσμον ἀέρα, νὰ μὴ γλιστροῦν εἰς αἵματα καὶ νὰ μὴ σκοντάπτουν εἰς σάπια πορτοκάλια καὶ λείψανα γάτων καὶ ὀρνίθων; Μὴ βιασθῆτε νὰ μὲ κατατάξητε εἰς τὸ γένος τῶν ἀναμασητικῶν ζῴων ἂν σᾶς ὁμιλῶ διὰ τὴν κατάστασιν τῶν ἀθηναϊκῶν δρόμων. Οὔτε καμῆλα εἶμαι οὔτε ἐπικήδειος ρήτωρ διὰ νὰ μοῦ ἀρέσουν τὰ ἀναμασήματα.

Τοῦτο ὅμως ἐσυλλογίσθην, ὅτι μετὰ τοὺς Ὀλυμπιακοὺς Ἀγῶνας οἱ Ἀθηναῖοι, ἐξιππασθέντες ἀπὸ τὴν λαμπρότητα τῆς πανηγύρεως, τὴν συρροὴν τοῦ τόσου κόσμου, τὴν παρουσίαν τοῦ βασιλέως καὶ τῶν πριγκήπων, τὰς σημαίας, τὰ σαλπίσματα, τὰς φωτοχυσίας, τὰς μουσικὰς καὶ τοῦ Λούη τὰς τιμάς, ἐκατάντησαν ὅλοι ἀθλομανεῖς. Ἡ Πλάκα, πρὸ πάντων, ὅπου κατοικῶ, ἔγεινεν ὅλη ἕνα εἶδος σταδίου. Καθ᾿ ἡμέραν κινδυνεύω ν᾿ ἀνατραπῶ ἀπὸ ὑποψηφίους μαραθωνοδρόμους ἢ νὰ σπάσουν οἱ δισκοβόλοι τὴν κεφαλήν μου. Διὰ νὰ σχηματίσητε ἰδέαν τοῦ βαθμοῦ εἰς τὸν ὁποῖον ἔφθασεν ἡ ἀγωνομανία, ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι κάθε ἀπόγευμα περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου ἠμπορεῖ ὁ διαβάτης νὰ καμαρώση περὶ τὸν Πλάτανον τῆς Πλάκας καὶ τὸ φανάρι τοῦ Διογένους, ἐκτὸς τῶν παίδων καὶ νεανίσκων, καὶ ἀρκετὰ μεγάλα ἀγοροκόριτζα νὰ σηκώνουν βάρη, νὰ πηδοῦν, νὰ ρίπτουν δίσκους καὶ νὰ τρέχουν, χωρὶς φόβον νὰ δείξουν τὸ χρῶμα τῆς καλτσοδέτας των, συμμεριζόμενα, ὡς φαίνεται, τὰς περὶ ἐξισώσεως τῶν δυὸ φύλων προοδευτικὰς ἰδέας τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Κυριῶν».

Καλὰ θὰ ἐκάμνατε νὰ στείλετε ἐκεῖ κανένα ἀπὸ τοὺς ρεπόρτερ σας νὰ περιγράψη αὐτὰ τὰ σπαρτιατικὰ παιγνίδια, διότι ἀξίζουν τὸν κόπον. Ἐγὼ ἤθελα μόνον νὰ σᾶς ὑποδείξω ὅτι ἀφοῦ ἀπὸ τόσα ἔτη βοᾶ ὅλος ὁ κόσμος κατὰ τοῦ κονιορτοῦ, τῆς λάσπης, τῶν λάκκων καὶ τῆς δυσωδίας καὶ ματαίως ἀγωνίζεται ὅλος ὁ τύπος νὰ φέρῃ εἰς θεογνωσίαν τοὺς δημοτικούς μας ἄρχοντας καὶ τὴν ἀστυνομίαν, καλὸν ἴσως θὰ ἦτο ν᾿ ἀποταθῆ σήμερον πρὸς διόρθωσιν τοῦ κακοῦ εἰς τὴν ἀγωνομανίαν, νὰ προσπαθήση δηλαδὴ νὰ πείση τοὺς φιλάθλους ὅτι χωρὶς πνεύμονας ὑγιεῖς ἀδύνατον εἶναι νὰ ὑπάρξουν μυῶνες ἰσχυροί· ὅτι ἐφ᾿ ὅσον ἐξακολουθοῦν ν᾿ ἀναπνέουν τὰς ἀναθυμιάσεις τῆς Πλάκας, τῆς Βάθειας, τῆς Παλαιᾶς Ἀγορᾶς, τοῦ Ροδακιοῦ καὶ τοῦ Βαθρακονησίου, χάνουν τὸν καιρόν των γυμναζόμενοι καὶ ὀνειρευόμενοι τὰς δάφνας τοῦ Λούη, τοῦ ροφῶντος καθαρὸν ἀέρα εἰς τὸ Μαρούσι, ἢ τῶν ἀθλητῶν τῆς Ἀμερικῆς, ὅπου σκουπίζονται οἱ δρόμοι τετράκις τὴν ἡμέραν καὶ καταδικάζονται εἰς βαρὺ πρόστιμον οἱ ρίπτοντες ἀπὸ τὸ παράθυρον, ὄχι κοφίνια σκουπιδίων, ἀλλὰ καὶ μίαν μαραμένην ἀνθοδέσμην.

Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶναι ἴσως τὸ μόνον δυνάμενον νὰ συγκινήση τοὺς ἀγωνιστάς μας, ἀφοῦ οὔτε περὶ τῆς ὑγείας των πολυφροντίζουν οὔτε φαίνεται νὰ τοὺς ἐνοχλῆ πολὺ ἡ ἀκαθαρσία. Οἱ πανηγυρισταὶ τῆς Θείας Προνοίας συγκαταλέγουν εἰς τὰ εὐεργετήματα αὐτῆς τὴν ἐπιδεκτικότητα τῶν αἰσθήσεών μας νὰ καταντοῦν μὲ τὸν καιρὸν καὶ τὴν συνήθειαν ἀναίσθητοι εἰς τὰ δυσάρεστα θεάματα, ἀκούσματα καὶ μυρίσματα. Καὶ ἔχουν μέγα δίκαιον. Πρόχειρον τούτου ἀπόδειξιν μᾶς δίδουν οἱ ἐνορίται τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, τῶν ὁποίων, ὡς συνήθισαν τὰ αὐτία τὴν ρινοφωνίαν τοῦ ψάλτου, οὕτω πλησιάζουν καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ νὰ συνηθίσουν τὴν νεοχάρακτον ἐπὶ τοῦ τοίχου τοῦ ναοῦ ἑξάπηχυν ἐκείνην γελοιογραφίαν, ἥτις τόσον πολὺ τοὺς ἐσκανδάλιζε κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας.

Ἡ ὄσφρησις πρὸ πάντων εἶναι ἐξ ὅλων μας τῶν αἰσθήσεων ἡ ἐπιδεκτικωτέρα νὰ μεταβληθῆ διὰ τῆς ἕξεως εἰς ἀναισθησίαν. Γνωρίζετε βεβαίως τὸ περίφημον ποίημα τοῦ Βωδελαίρ, τὸ Ψοφίμι (la charogne), μὲ τὴν ἀνοικτήν του κοιλίαν, ὅπου βόσκουν κοπρόμυγες, μαμούνια, σκώληκες καὶ ἀσκάριδες. Ὁ ποιητὴς εὕρισκε τρόπον νὰ μυρίζεται τὸ πρᾶγμα τοῦτο «ὡς ἄνθος» καὶ ὅλοι τὸν ἐνόμισαν τρελλόν, δέκα ἔτη πρὶν τρελλαθῆ. Τὸ κατόρθωμα τοῦ Βωδελαὶρ δύναται βεβαίως νὰ θεωρηθῆ ὡς ἐξαιρετικόν, οὐδεμίαν ὅμως ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησιν ὅτι οὔτε οἱ ζωογδάρται, οὔτε οἱ ταμπάκηδες, οὔτε οἱ σκουπιδοξύστες, οὔτε οἱ βαλσαμωταὶ ὀρνέων, οὔτε οἱ κάτοικοι τῶν ὁδῶν Αἴαντος καὶ Πρωτογένους ἐνοχλοῦνται πολὺ ἀπὸ τὴν ποιότητα τοῦ ἀέρος τὸν ὁποῖον ἀναπνέουν. Ἡ μύτη των καταντᾷ μὲ τὸν καιρὸν στωική. Τὸ κακὸν εἶναι ὅτι δὲν ηὐδόκησεν ἡ Θεία Πρόνοια νὰ καταστήση καὶ τοὺς πνεύμονας ἡμῶν ἐπίσης ἐπιδεκτικοὺς νὰ ἐξοικειωθοῦν μὲ τὰ μολύσματα τῆς ἀτμοσφαίρας.

Δὲν ἐννοῶ βεβαίως ὅτι ὅλοι οἱ μετερχόμενοι ἀκάθαρτα ἐπαγγέλματα καὶ ὅλοι οἱ γείτονες κοπρώνων ἀποθνῄσκουν ἀπὸ φθίσιν, κακοήθη πυρετόν, κοιλιακὸν τῦφον ἢ συψαιμίαν, ἀλλὰ μόνον ὅτι δὲν ἔχομεν δίκαιον νὰ περιφρονῶμεν τόσον πολὺ τοὺς ἰατροστατιστικοὺς πίνακας, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτει ὅτι εἰς ὅλας τὰς πόλεις τῆς Εὐρώπης ὁ ἀριθμὸς τῶν νόσων καὶ ὁ μέσος ὅρος τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς διαφέρει πολὺ κατὰ τὰ ἐπαγγέλματα καὶ τὰς συνοικίας. Δὲν ἔχω πρόχειρον τὸν Bouchardat, διὰ νὰ σᾶς παρατάξω ἀριθμοὺς καὶ τί λέγει περὶ τῆς εὐρωστίας τῶν epuarisseurs, τῶν boyandiers, τῶν chiffonniers καὶ τῶν ἄλλων καταδικασμένων ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός των ν᾿ ἀναπνέουν εἰς τὸ Παρίσι ἀθηναϊκὸν ἀέρα· δὲν βλέπω ὅμως καὶ τὴν ἀνάγκην ν᾿ ἀναζητήσω ξένα παραδείγματα, ἀφοῦ πρόχειρα καὶ πειστικώτατα εἶναι τὰ δικά μας.

Σοφὸς καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου μας μοῦ ἔλεγε πρό τινων μηνῶν ὅτι εἰς μόνην τὴν περισσοτέραν ἀκαθαρσίαν τοῦ Γαζοχωρίου, τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ ἐν γένει τῶν κάτω μαχαλάδων πρέπει ν᾿ ἀποδοθῆ ὁ μεγαλείτερος ἀριθμὸς τῶν προώρων θανάτων. Εὔκολον καὶ ἀσφαλέστατον μέσον ἀποδείξεως θὰ ἦτο ἡ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπιγραφῆς τῶν ἐπικηδείων πλακῶν ἢ σταυρῶν ἐξακρίβωσις τοῦ μέσου ὅρου τῆς ἡλικίας εἰς τὴν ὁποίαν ἀπέθαναν οἱ ἀναπαυόμενοι εἰς τὸ κοιμητήριον τῆς Βάθειας καὶ οἱ εὐτυχήσαντες ν᾿ ἀναπνεύσουν καθαρώτερον ἀέρα πρὶν ἐνταφιασθοῦν εἰς τὸ Α´ νεκροταφεῖον. Ἡ διαφορὰ θὰ ἦτο, πιστεύω, μεγάλη, ἀφοῦ καὶ ἐκ πρώτης ὄψεως προξενεῖ ἀλγεινὴν ἔκπληξιν εἰς τὸν ἐπισκέπτην τοῦ λαϊκοῦ Β´ νεκροταφείου τὸ μέγα πλῆθος τῶν παιδικῶν καὶ νεανικῶν σταυρῶν.

Ἀλλὰ σκοπός μου σήμερον δὲν εἶναι νὰ θρηνήσω ἐπ᾿ αὐτῶν, ἀλλὰ μόνον νὰ ὑποδείξω ὅτι ἡ σημερινὴ ἀγωνομαχία παρέχει εἰς τὸν τύπον μοναδικὴν εὐκαιρίαν νὰ τὴν ἐκμεταλλευθῇ ὑπὲρ τῆς καθαριότητος καὶ τῆς εὐπρεπείας τῶν δρόμων τῆς πρωτευούσης. Τὴν ἐλπίδα ἐπιτυχίας ἐνισχύει ἡ σύμπτωσις ὅτι ἡ ἀγωνιστίτις αὕτη ἐπέσκηψεν ὀξυτέρα ἐπὶ τῶν κατοικούντων τὰς ρυπαρὰς συνοικίας. Τούτους πρόκειται ὁ τύπος νὰ πείση, ὄχι ὅτι κινδυνεύει τὸ στῆθος των ἀπὸ φθίσιν, ἀφοῦ δὲν τοὺς μέλλει περὶ τούτου, ἀλλ᾿ οἱ μυῶνες των ἀπὸ ἀτροφίαν, καὶ μάταιον εἶναι νὰ γυμνάζωνται, νὰ τρέχουν, νὰ δισκοβολοῦν καὶ νὰ βλέπουν εἰς τὸν ὕπνον των ὀλυμπιακὰ βραβεῖα, ἐφ᾿ ὅσον ἐξακολουθοῦν νὰ τρέφουν τοὺς πνεύμονάς των μὲ τελμάτων, σφαγείων καὶ βόθρων ἀναθυμιάσεις. Καὶ δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ τοὺς πείσετε, ἀλλὰ πρέπει καὶ τὴν ὀργὴν τῶν νὰ ἐξεγείρετε κατὰ τῶν πρωταιτίων τοῦ μολυσμοῦ, κατὰ παντὸς ὑπὲρ τὸ μέτρον ρυπαροῦ μπακάλη, χασάπη, μανάβη καὶ μαγείρου, κατὰ τῶν ὑπαιθρίων κοπριστῶν, κατὰ τῶν δειλιώντων νὰ ἐκτελέσουν τὸ καθῆκον τῶν ἀστυφυλάκων, πρὸ πάντων ὅμως κατὰ τοῦ βουλευτοῦ, τοῦ δένοντος τὰς χεῖρας τῆς ἀστυνομίας καὶ παρέχοντος, ὡς βδελυρὸν ρουσφέτι εἰς τοὺς προστατευομένους του, ἀπεριόριστον ἄδειαν δηλητηριάσεως τῆς ἀθηναϊκῆς ἀτμοσφαίρας. Χωρὶς νὰ εἶμαι Ἰησουίτης πιστεύω ὅτι ἡ ἁγιότης τοῦ σκοποῦ δικαιολογεῖ τὴν χρῆσιν καὶ ὀλίγης δημοκοπίας. Πόσον δὲ εἶναι ἡ τοιαύτη λαϊκὴ ἐξέγερσις κατεπείγουσα, τοῦτο θέλω προσπαθήσει ν᾿ ἀποδείξω περιάγων εἰς μερικὰ ἀθηναϊκὰ κοπροχώρια τοὺς ἀναγνώστας τῆς «Ἑστίας».

Ἐ. Ροΐδης, 1896


Εμμανουήλ Ροίδης

Αι εξοχαί των Αθηνών

(αποσπάσματα)

...................................

Τὸ ὕδωρ ἀγοράζεται ἢ ἁρπάζεται ὑπὸ τῶν Ἀθηναίων, τὰ δὲ δάση κατατρώγουσιν οἱ αἶγες ἢ ἐρημοῦσιν αἱ ἀνὰ πᾶν ἔτος ἀναπτόμεναι πρὸς αὔξησιν τῆς βοσκησίμου ἐκτάσεως πυρκαϊαί, τῶν ὁποίων ἀδύνατον εἶναι νὰ εὑρεθῶσι καὶ νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ πασίγνωστοι αὐτουργοί, διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν ἔχουν ψήφους τὰ δένδρα καὶ ἔχουν ψήφους οἱ αἰγοβοσκοί. Τὰ ἀνοσιουργήματα ταῦτα προκαλοῦσι μὲν παροδικὴν ἐξέγερσιν τοῦ τύπου, ἀλλὰ μετ᾿ ὀλίγον λησμονοῦνται, ὅπως καὶ τὰ κατὰ καιροὺς ἀνακύψαντα ἐκ τῆς λήθης σχέδια τῆς ἀειμνήστου βασιλίσσης Ἀμαλίας περὶ ἀναδασώσεως τοῦ Ὑμηττοῦ. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ὁ Ἕλλην δὲν συμπαθεῖ πρὸς τὰ φυτά, ἑξαιρουμένων τῶν προσοδοφόρων. Πολλοὶ τεχνοκρῖται κατηγόρησαν τοὺς ἀρχαίους ὡς ἀνικάνους νὰ αἰσθανθῶσι καὶ νὰ ὑμνήσωσι τὰ θέλγητρα τῆς φύσεως, ὅπως οἱ σήμερον ρομαντικοί. Τὴν μομφὴν ταύτην δύναται νὰ εὕρη ἄδικον ὁ ἀναγινώσκων τὸν Οἰδίποδα ἐπὶ Κολωνῷ ἢ τὸν Ἰππόλυτον Στεφανηφόρον, ὄχι ὅμως καὶ ὁ ἀποβλέπων εἰς τὴν παρὰ τῶν ἀπογόνων αὐτῶν ἀνοχὴν τῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν καὶ τῆς μεταποιήσεως εἰς ἄσβεστον γραφικωτάτων λόφων τῶν Ἀθηνῶν. Παραπέμποντες ἤδη εἰς τὸν Βεδέκερ καὶ τὰ Ἑλληνικὰ τοῦ Ραγκαβῆ τοὺς ἐπιθυμοῦντας τοπογραφικὰς καὶ ἀρχαιολογικὰς εἰδήσεις περὶ τῶν περιχώρων τῶν Ἀθηνῶν, θέλομεν ἀρκεσθῆ νὰ εἴπωμεν ὀλίγα τινὰ μόνο περὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα θεωροῦμεν ἀξιώτερα προστασίας.

Εἰς εἴκοσι λεπτῶν ἀπόστασιν ἀπὸ τῆς πλατείας τῆς Ὁμονοίας εὑρίσκει τις παρὰ τὴν ὄχθην ἢ μᾶλλον παρὰ τὴν κοίτην τοῦ Κηφισσοῦ τὴν Κολοκυνθοῦν καὶ τὰ συνεχόμενα μετ᾿ αὐτῆς Σεπόλια. Ὁ Ραγκαβὴβ μέμφεται τὸν Στράφωνα ἐπὶ ἀνακριβείᾳ ὡς εἰπόντα ὅτι ὁ ποταμὸς οὗτος ξηραίνεται τὸ θέρος, ἐνῷ εἶναι ἀέναον τὸ ρεῖθρον αὐτοῦ. Ὅταν πρωτοῆλθα ὀλίγον πρὸ τῆς μεταπολιτεύσεως εἰς τὴν Ἑλλάδα, εὗρον ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ Ραγκαβὴς καὶ ἄδικον ὁ Στράβων. Κατ᾿ οὐδεμίαν τότε ὥραν τοῦ ἔτους ἔλειπε τὸ ὕδωρ ἐκ τοῦ Κηφισσοῦ. Δὲν ἔτυχε μὲν νὰ προβῶ εἰς καταμετρήσεις πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ βάθους αὐτοῦ, κάλλιστα ὅμως ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅταν μὲν ἦτο ὀλίγον ἔβρεχε μέχρι μέσης κνήμης τοὺς πόδας τοῦ ἵππου μου, καὶ ὅταν ἦτο πολὺ ἔφθανε μέχρι τῶν ἰδικῶν μου καὶ πολλάκις ἔτυχε διερχόμενος τὰ Σεπόλια νὰ περιπλεχθῶ εἰς ἀδιέξοδον λαβύρινθον διασταυρουμένων ρυακίων. Ταῦτα εἶναι περασμένα μεγαλεῖα καὶ σήμερον ὁ πόταμος οὗτος εἶναι σχεδὸν πάντοτε ξηρός. Ἐν ἐλλείψει ὅμως ὕδατος ὑπάρχουσι δυὸ καλλιμάρμαραι γέφυραι πρὸς ὑπέρβασιν ρεύματος ἀνυπάρκτου.

Ἀλλὰ καὶ οὕτω δὲν ἀπώλεσαν, δὲ ἐμὲ τολάχιστον, ὅλα των τὰ θέλγητρα τὰ Σεπόλια. Ἡ ἀπομένουσα ὀλίγη ὑγρασία ἀρκεῖ νὰ καταστήσῃ τερπνότατον τὸν περίπατον παρὰ τὴν κοίτην τοῦ πρώην Κηφισσοῦ. Ἡ βλάστησις δὲν δύναται μὲν νὰ ὀνομασθῆ πλουσία, ἀλλὰ εἶναι ἀπαράμιλλος κατὰ τὴν ποικιλίαν. Ἂν ἦμην βοτανικὸς θὰ ἠδυνάμην πρὸς πίστωσιν τούτου νὰ παρατάξω τὰ ὀνόματα ποικίλων φιλύδρων ἀνθυλλίων, σπαρτίων καὶ σπαθοχόρτων, καὶ παρ᾿ αὐτοῖς παντοία εἴδη καρδάμων, ρόκας, ἐλελισφάκων καὶ βατομούρων. Ὀλίγον ἄνωθεν τῆς Κολοκυνθοῦς ἐκπλήσσει κάπως τὸν διαβάτην ἡ αἰφνιδία συνάντησις λιμνάζοντος νερομαζώματος. Τὸ ὕδωρ τοῦτο, τὸ ἀντανακλῶν φυλλώματα καὶ ἀναπαυόμενον ἐπὶ χορτοσκεποῦς κοίτης, φαίνεται τόσο πράσινον, ὥστε θὰ τὸ ὑπέθετε τις ἄποτον ἂν δὲν ἔβλεπε νὰ τὸ ροφῶσιν ἀπλήστως αἱ ἀγελάδες, αἱ φημιζόμεναι ὡς δειναὶ ὑδατογνώστριαι.

....................................

Ἐκ διαμέτρου ἀντίθετος εἶναι ὁ τύπος τῆς Καισαριανῆς, τῆς ποιητικωτάτης τῶν γειτόνων ἐξοχῶν. Αὕτη κεῖται εἰς μίαν καὶ ἡμίσειαν περίπου ὥραν πεζοπορίας ἀπὸ τῆς ὁδοῦ Κηφισσίας, εἰς ἱκανὸν ὕψος, ἐπὶ συδένδρου πλάτης τοῦ Ὑμηττοῦ. Τὸν κόπον τῶν ποδῶν ἀμείβει γενναίως ἡ ἐντρύφησις τῆς ὁράσεως εἰς θέαμα τοῦ ὁποίου αὐξάνουσι τὰ θέλγητρα ἐφ᾿ ὅσον τὶς ἀναβαίνει. Ἡ ἵδρυσις τῆς μονῆς ταύτης ἀνάγεται εἰς τὸν δέκατον πέμπτον αἰῶνα καὶ ἡ ὄψις αὐτῆς, ὡς πάντων τῶν μεσαιωνικῶν μοναστηρίων, μετέχει τῆς τοῦ φρουρίου. Ὅταν ἐπεσκέφθημεν αὐτὴν πρώτην φορὰν πρὸ τριακονταετίας, ἦτο μὲν ἤδη ἐν συνόλῳ ἠρειπωμένη, ἀλλ᾿ ἀπέμενεν ἀκόμη σειρὰ κελλίων κατοικησίμων καὶ κατοικημένων. Σήμερον ἠρειπώθησαν καὶ ταῦτα καὶ δὲν ἀπομένουν παρὰ ἄστεγοι τοῖχοι.

Οὐδ᾿ εἶναι μικροτέρα ἡ ζημία τῆς ἀραιώσεως τοῦ παρακειμένου δάσους, τοῦ ὁποίου ἀπέμειναν μόναι αἱ ἐλαίαι. Τὸ δάσος τοῦτο δὲν ἦτο μὲν ἐκτεταμένον, ἀλλ᾿ ἦτο τὸ μόνον ἐκ τῶν ὅσων εἶδον εἰς τὰ περίχωρα τῆς Ἀττικῆς τὸ παρέχον τὴν δυσεύρετον παρ᾿ ἡμῖν ἀπόλαυσιν περιπάτου ἢ ἀναπαύσεως ὑπὸ τὸν πράσινον θόλον ὑψηλῶν δένδρων. Πρὸς ἐκτίμησιν τοῦ μεγέθους τῆς ζημίας ἀρκεῖ τις ν᾿ ἀναλογισθῆ ὅτι χρήματα μόνο χρειάζονται πρὸς οἰκοδομὴν ἐντὸς δυὸ ἢ τριῶν ἐτῶν ὅσον δήποτε μεγαλοπρεποῦς λιθίνου θόλου, ἐνῷ ἀπαιτεῖται παρέλευσις ὁλοκλήρου αἰῶνος ὅπως ἀνέλθωσι τὰ δένδρα εἰς ὕψος ἱκανὸν νὰ σχηματίσωσι τοιοῦτον. Περὶ τούτου ὅμως ὀλίγον φροντίζουσιν οἱ μὴ διακρινομένοι βεβαίως ἐπὶ ἀλσοφιλίᾳ Ἀθηναῖοι.

Ἐ. Ροΐδης, 1896

Κυριακή 4 Απριλίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική. ζωγράφοι: Ανάσταση με Παπαδιαμάντη...

Πάσχα & ζωγραφική, ζωγράφοι, Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Ναυτική Σχολή Ύδρας, λάδι σε καμβά
(περισσότερες ευχετήριες κάρτες, e-cards)

Καλή Ανάσταση...

με Παπαδιαμάντη

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Εξοχική Λαμπρή

Καλὰ τὸ ἔλεγεν ὁ μπάρμπα-Μηλιός, ὅτι τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐκινδύνευον νὰ μείνουν οἱ ἄνθρωποι οἱ χριστιανοί, οἱ ξωμερίτες, τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, ἀλειτούργητοι. Καὶ οὐδέποτε πρόρρησις ἔφθασε τόσον ἐγγὺς νὰ πληρωθεῖ, ὅσον αὐτή· διότι δὶς ἐκινδύνευσε νὰ ἐπαληθεύσῃ ἀλλ᾿ εὐτυχῶς ὁ Θεὸς ἔδωκε καλὴν φώτισιν εἰς τοὺς ἁρμοδίους καὶ οἱ πτωχοὶ χωρικοί, οἱ γεωργοποιμένες τοῦ μέρους ἐκείνου, ἠξιώθησαν καὶ αὐτοὶ νὰ ἀκούσωσι τὸν καλὸν λόγον, καὶ νὰ φάγωσι καὶ αὐτοὶ τὸ κόκκινο αὐγό.

Ὅλα αὐτά, διότι τὸ μὲν ταχύπλουν, αὐτὸ τὸ προκομμένον πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἐκτελεῖ δῆθεν τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ τῶν ἀτυχῶν νήσων καὶ τῆς ἀπέναντι ἀξένου ἀκτῆς, σχεδὸν τακτικῶς δὶς τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ τὶς δυὸ ἀλλαξοκαιριές, τὸ φθινόπωρον καὶ τὸ ἔαρ, βυθίζεται, καὶ συνήθως χάνεται αὔτανδρον· εἶτα γίνεται νέα δημοπρασία, καὶ εὑρίσκεται τολμητίας τις πτωχὸς κυβερνήτης, ὅστις δὲν σωφρονίζεται ἀπὸ τὸ πάθημα τοῦ προκατόχου του, ἀναλαμβάνων ἑκάστοτε τὸ κινδυνωδέστατον ἔργον· καὶ τὴν φορὰν ταύτην, τὸ ταχύπλουν, λήγοντος τοῦ Μαρτίου, τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ τοῦ χειμῶνος γενομένου, εἶχε βυθισθεῖ· ὁ δὲ παπᾶ-Βαγγέλης, ὁ ἐφημέριος ἅμα καὶ ἡγούμενος καὶ μόνος ἀδελφὸς τοῦ μονυδρίου τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἔχων κατ᾿ εὔνοιαν τοῦ ἐπισκόπου καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐξάρχου καὶ πνευματικοῦ τῶν ἀπέναντι χωρίων, καίτοι γέρων ἤδη, ἔπλεε τετράκις τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ πᾶσαν τεσσαρακοστήν, εἰς τὰς ἀντίκρυ ἐκτεινομένας ἀκτὰς ὅπως ἐξομολογήσῃ καὶ καταρτίσῃ πνευματικῶς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους δουλοπάροικους, τοὺς «κουκουβίνους ἢ κουκοσκιάχτες», ὅπως τοὺς ὀνόμαζον, σπεύδων, κατὰ τὴν Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, νὰ ἐπιστρέψῃ ἐγκαίρως εἰς τὴν μονήν του, ὅπως ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα. Ἀλλὰ κατ᾿ ἐκεῖνο τὸ ἔτος, τὸ ταχύπλουν εἶχε βυθισθεῖ, ὡς εἴπομεν, ἡ συγκοινωνία ἐκόπη ἐπὶ τίνας ἡμέρας, καὶ οὕτως ὁ παπᾶ-Βαγγέλης ἔμεινεν ἀκουσίως, ἠναγκασμένος νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα πέραν τῆς πολυκυμάντου καὶ βορεοπλήκτου θαλάσσης, τὸ δὲ μικρὸν ποίμνιόν του, οἱ γείτονες τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, οἱ χωρικοὶ τῶν Καλυβιῶν ἐκινδύνευον νὰ μείνωσιν ἀλειτούργητοι.

Τινὲς διετύπωσαν γνώμην νὰ παραλάβωσι τὰς γυναίκας καὶ τὰ τέκνα των καὶ νὰ κατέλθωσιν εἰς τὴν πολίχνην, ὅπως ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν καὶ λειτουργηθῶσιν ἀλλ᾿ ὁ μπάρμπα-Μηλιός, ὅστις ἔκαμνε τὸν προεστὸν εἰς τὰ Καλύβια, καὶ ἤθελε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα ὅπως αὐτὸς ἐνόει, ὁ Φταμηνίτης, ὅστις δὲν ἤθελε νὰ ἐκθέσῃ τὴν γυναίκα του εἰς τὰ ὄμματα τοῦ πλήθους, καὶ ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης, χωρικός, ὅστις «τὰ ἤξευρεν ἀπέξω ὅλα τὰ γράμματα τῆς Λαμπρῆς», ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀναγνώσῃ τίποτε «ἀπὸ μέσα» καὶ ἐπεθύμει νὰ ψάλλῃ τὸ «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε» - οἱ τρεῖς οὗτοι ἐπέμειναν, καὶ πολλοὶ ἠσπάσθησαν τὴν γνώμην των, ὅτι ἔπρεπε ἐκ παντὸς τρόπου νὰ πείσωσιν ἕνα τῶν ἐν τῇ πόλει ἐφημερίων ν᾿ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια, νὰ τοὺς λειτουργήσῃ.

Ὁ καταλληλότερος δέ, κατὰ τὴν γνώμην πάντων, ἱερεὺς τῆς πόλεως ἦτον ὁ παπᾶ-Κυριάκος, ὅστις δὲν ἦτον «ἀπὸ μεγάλο τζάκι», εἶχε μάλιστα καὶ συγγένειαν μὲ τινὰς τῶν ἐξωμεριτῶν καὶ τοὺς κατεδέχετο. Ἦτον ὀλίγον τσάμης, καθὼς ἔλεγαν. Δὲν ἔτρεφε προλήψεις. Ἠκούετο μάλιστα, ἐδῶ κι ἐκεῖ, ὅτι ὁ ἱερεὺς οὗτος εἶχε καὶ τὴν συνήθειαν «ν᾿ ἀποσώνῃ τὰ παιδιά» εἰς τοὺς κόλπους τῶν μητέρων, τῶν ἐνοριτισσῶν του. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ἔλεγον οἱ ἀστεῖοι ἢ οἱ φθονεροί, καὶ μόνον οἱ ἀνόητοι τὸ ἐπίστευον. Ὁ ἐφημέριος οὖτος ὡς οἱ πλεῖστοι του γνησίου ἑλληνικοῦ κλήρου, πλὴν μικροῦ ἐλευθεριασμοῦ, ἦτο κατὰ τὰ ἄλλα ἄμεμπτος.

Τοῦτο ναί, ἀληθεύει· ἀλλ᾿ οἱ ἔγγαμοι ἱερεῖς, πενόμενοι καὶ δυσπραγοῦντες, ἐπιτακτικὴν ἔχοντες ἀνάγκην νὰ θρέψωσι τὰ τέκνα των, φαίνονται ὡς πλεονέκται, καὶ καταντῶσι νὰ μὴ τρέφωσι πλέον ἐμπιστοσύνην οὐδ᾿ εἰς αὐτοὺς τοὺς συλλειτουργοὺς των. Τοῦτο ἔπασχε καὶ ὁ παπᾶ-Κυριάκος, ὅστις ἐπεθύμει μὲν νὰ ὑπάγῃ νὰ κάμῃ Ἀνάστασιν εἰς τοὺς χωρικούς, διότι ἦτο ἀνοιχτόκαρδος, καὶ ἤθελε νὰ χαρῇ καὶ αὐτὸς ὀλίγην Ἀνάστασιν καὶ ὀλίγην ἄνοιξιν, ἀλλ᾿ ἐδυσπίστει εἰς τὸν συνεφημέριόν του, καὶ ἔπειτα δὲν ἤθελε ν᾿ ἀφήσῃ τὴν ἐνορίαν μὲ ἕνα μόνον ἱερέα τοιαύτην ἡμέραν. Ἀλλ᾿ αὐτὸς ὁ παπᾶ-Θοδωρῆς ὁ Σφοντύλας, ὁ συνεφημέριός του, τὸν παρεκίνησε νὰ ὑπάγῃ εἰπῶν, ὅτι καλὸν ἦτο νὰ μὴ χάσωσι καὶ τὸ εἰσόδημα τῶν Καλυβιῶν, αἰνιττόμενος ὅτι τά τε ἐκ τοῦ ἐνοριακοῦ ἔσοδα καὶ τὰ τῆς ἐξοχικῆς παροικίας, ἀμφότερα ἐξίσου θὰ τὰ ἐμοιράζοντο.

Τοῦτο δὲν ἔπεισε τὸν παπᾶ-Κυριάκον, τῷ ἐνέπνευσε μάλιστα πλείονας ὑποψίας ἀλλ᾿ ὅτε ἠρώτησε τὴν γνώμην τοῦ συλλειτουργοῦ του, ἦτο ἤδη κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα ἀποφασισμένος νὰ ὑπάγει· ἔπειτα ὑπεχρέωσε τὸν υἱόν του Ζάχον, μορφάζοντα καὶ μεμψιμοιροῦντα, νὰ παραμείνῃ ἐν τῷ ἐνοριακῷ ναῶ κατάσκοπος εἰς τὸ ἱερὸν Βῆμα, νὰ παραλάβῃ τὸ μερίδιον τῶν προσφορῶν καὶ συλλειτουργικῶν, καὶ μόνον μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας, ὅτε θὰ ἀνέτελλεν ἤδη ἡ ἡμέρα, ν᾿ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια παρ᾿ αὐτῷ.

Ἡ πούλια ἦτο ἤδη ὑψηλά, «τέσσαρες ὦρες νὰ φέξει», καὶ ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης, ἀφοῦ ἐξύπνησε τὸν ἱερέα, κατασκευάσας πρόχειρον σήμαντρον ἐκ στερεοῦ ξύλου καρυᾶς καὶ πλῆκτρον, περιήρχετο τὰ Καλύβια θορυβωδῶς, κρούων, ὅπως ἐξεγείρῃ τοὺς χωρικούς.

Εἰσῆλθον εἰς τὸ μικρὸν ἐξωκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Εἷς μετὰ τὸν ἄλλον προσήρχοντο οἱ χωρικοὶ μὲ τὰς χωρικάς των καὶ μὲ τὰ καλά των ἐνδύματα.

Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν Εὐλογητόν.

Ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ τὰ λέγῃ ὅλα ἀπ᾿ ἔξω, τὴν προκαταρκτικὴν προσευχὴν καὶ τὸν Κανόνα, τὸ «Κύματι θαλάσσης».

Ὁ παπᾶ-Κυριάκος προέκυψεν εἰς τὰ βημόθυρα, ψάλλων τὸ «Δεῦτε λάβετε φῶς».

Ἤναψαν τὰς λαμπάδας κι ἐξῆλθον ὅλοι εἰς τὸ ὕπαιθρον ν᾿ ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν. Γλυκείαν καὶ κατανυκτικὴν Ἀνάστασιν ἐν μέσῳ τῶν ἀνθούντων δένδρων, ὑπὸ ἐλαφρᾶς αὔρας σειομένων εὐωδῶν θάμνων καὶ τῶν λευκῶν ἀνθέων τῆς ἀγραμπελιᾶς, «neige odorante du printemps».

Ψαλέντος τοῦ Χριστὸς Ἀνέστη, εἰσῆλθον πάντες εἰς τὸν ναόν. Θὰ ἦσαν τὸ πολὺ ἑβδομήκοντα ἄνθρωποι, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παῖδες.

Ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸν Κανόνα τοῦ Πάσχα, ὁ δὲ ἱερεὺς ἅμα ἀντιψάλλων αὐτῷ ἐξ ἀνάγκης, ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ Βήματος, ἠτοιμάζετο νὰ πάρῃ καιρὸ καί, ἀφοῦ τελέσῃ τὸν ἀσπασμόν, νὰ ἔμβῃ εἰς τὴν λειτουργίαν.

Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰσῆλθεν ἢ μᾶλλον εἰσόρμησεν εἰς τὸ ναΐδριον, ἀκολουθούμενος ὑπὸ δυὸ ἄλλων ὁμηλίκων του, δωδεκαετὴς περίπου παῖς, ὑψηλὸς ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν του, ἀσθμαίνων καὶ ἐν ἐξάψει. Ἦτο ὁ Ζάχος, ὁ υἱὸς τοῦ παπᾶ-Κυριάκου.

Εἰσέβαλε πνευστιῶν εἰς τὸ ἱερὸν Βῆμα καὶ ἤρχισε νὰ ὁμιλῇ πρὸς τὸν ἱερέα. Ἡ φωνή του ἠκούετο ἀπὸ τοῦ χοροῦ, ἀλλ᾿ αἱ λέξεις δὲν διεκρίνοντο.

Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ἐντούτοις:

«Παπᾶ, παπᾶ!...»

(Τὰ παπαδοπούλα ἀπεκάλουν συνήθως παπὰ τὸν πατέρα των).

«Παπᾶ, παπᾶ!... Ὁ παπᾶ-Σφοντύλας ἀπ᾿ τὴν ὀξώπορτα... τὶς λειτουργίες... ἀπ᾿ τ᾿ ἅϊ-Βῆμα ἡ πεθερά του... κι ἡ παπαδιά... κουβαλοῦν... ἀπ᾿ τὴν ὀξώπορτα... τὶς λειτουργίες... ἀπ᾿ τ᾿ ἅϊ-Βῆμα... κι ἡ πεθερά του... κι ἡ παπαδιά...»

Μόνον ὁ παπᾶ-Κυριάκος ἦτο ἱκανὸς νὰ βγάλῃ νόημα ἀπὸ τὰ ἀσυνάρτητα ταῦτα καὶ ἀσθματικὰ λόγια τοῦ υἱοῦ του. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἐξήγησε τὰ λεγόμενα: «Ὁ παπᾶ-Θοδωρὴς ὁ Σφοντύλας, ὁ σύντροφός του εἰς τὴν ἐνορίαν, ἔκλεπτε τὰς προσφοράς, μεταβιβάζων αὐτᾶς διὰ τῆς ἐξωθύρας τοῦ ἱεροῦ Βήματος εἰς χεῖρας τῆς συζύγου καὶ τῆς πενθερᾶς του».

Ἴσως τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἦτο τόσον ἀληθές, ὅσον ὁ Ζάχος ἤθελε νὰ τὸ παραστήσῃ. Διότι οὖτος ἀγαπῶν, ὡς ὅλοι οἱ νέοι, τὴν ἐξοχὴν καὶ τὴν διασκέδασιν, μετὰ δυσκολίας εἶχεν ὑπακούσει εἰς τὸ πατρικὸν κέλευσμα ὅπως μείνῃ εἰς τὴν πόλιν, καὶ ἀφορμὴν θὰ ἐζήτει διὰ νὰ τὸ στρίψῃ καὶ μεταβῇ εἰς νυκτερινὴν ἐκδρομὴν εἰς τὰ Καλύβια, ἀφοῦ μάλιστα εὐκόλως εὕρισκε συνοδοιπόρους ὀμήλικας.

Ἀλλ᾿ ὁ παπᾶ-Κυριάκος δὲν ἐσυλλογίσθη τίποτε. Ἐξήφθη ἀμέσως, ἠγανάκτησε, δὲν ἐκρατήθη. Ἤμαρτεν. Ἀντὶ δὲ νὰ καταφέρῃ σφοδρὸν ράπισμα κατὰ τῆς παρειᾶς τοῦ υἱοῦ του καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἥσυχος τὸ καθῆκον του... ἀπέβαλεν εὐθὺς τὸ ἐπιτραχήλιον, ἐξεδύθη τὸ φαιλόνιον, καὶ διασχίσας τὸν ναὸν ἐξῆλθεν, ἀποφεύγων τὸ βλέμμα τῆς πρεσβυτέρας του, ἥτις τὸν ἔβλεπεν ἔντρομος.

Ἀλλ᾿ ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς κάτι ὑπόπτευεν ἐκ τῶν κινήσεων τούτων καὶ ἐξῆλθε κατόπιν του.

Εἰς πεντήκοντα δὲ βημάτων ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ ναοῦ, μεταξὺ τριῶν δένδρων καὶ δυὸ φρακτῶν, ὁ ἑπόμενος διάλογος συνήφθη:

«Παπᾶ, παπᾶ, ποῦ πᾶς;»

«Θὰ ῾ρθῶ, βλογημένε, τώρα ἀμέσως πίσω».

Δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ. Ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι εἶχεν ἀπόφασιν νὰ καταβῇ εἰς τὴν πόλιν, νὰ ζητήσῃ λόγον διὰ τὴν κλοπὴν ἀπὸ τὸν συνεφημέριόν του! Εἰς τὸ βάθος δὲ τῆς συνειδήσεως τοῦ ἔλεγεν, ὅτι εἶχε καιρὸν νὰ ἐπιστρέψῃ πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου καὶ τελέσῃ τὴν λειτουργίαν.

«Ποῦ πᾶς;» ἐπέμενεν ὁ μπάρμπα-Μηλιός.

«Ἂς διαβάζῃ ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων κι ἔφθασα».

Ἐλησμόνει, ὅτι ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀναγνώσῃ ἄλλα, ἢ ὅσα ἀπὸ στήθους ἐγνώριζεν.

«Ἀφήνω καὶ τὴν παπαδιά μου ἐδῶ, βλογημένε», ἐπανέλαβε ὁ παπᾶ-Κυριάκος, ἀμηχανῶν τί νὰ εἴπῃ. «Σᾶς ἀφήνω τὴν παπαδιά μου!»

Καὶ λέγων ἔτρεχεν.

Ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς ἐπανῆλθε κατηφὴς ἐντὸς τοῦ ναοῦ.

«Καλὰ τὸ ἔλεγα ἐγώ», ἐψιθύρισε.

Μεγίστη ἀπορία ἐπεκράτει ἐν τῷ παρεκκλησίῳ. Οἱ χωρικοὶ ἐκοίταζον ἐρωτηματικῶς ἀλλήλους. Ψιθυρισμοὶ ἠκούοντο.

Αἱ γυναῖκες ἠρώτων τὴν παπαδιὰν νὰ εἴπῃ αὐταῖς τί τρέχει· ἀλλ᾿ αὕτη ἦτο ἡ ὀλιγότερον πάντων τῶν ἄλλων γνωρίζουσα.

Ἐντούτοις ὁ ἱερεὺς ἔτρεχεν, ἔτρεχεν. Ὁ ψυχρὸς ἀὴρ ἐδρόσισεν ὀλίγον τὸ μέτωπόν του.

«Καὶ πῶς νὰ θρέψω ἐγὼ τόσα παιδιά», ἔλεγεν, «ὀκτώ, μὲ τὸ συμπάθιο, κι ἡ παπαδιὰ ἐννιά, κι ἐγὼ δέκα! Ὁ ἕνας νὰ σὲ κλέφτῃ ἀπ᾿ ἐδῶ, κι ὁ ἄλλος ἀπ᾿ ἐκεῖ!»

Πεντακόσια βήματα ἀπὸ τοῦ ναοῦ ὁ δρόμος ἐκατηφόριζε, καὶ κατήρχετο τὶς εἰς ὡραίαν κοιλάδα. Εἷς νερόμυλος εὐρίσκετο ἐπὶ τῆς κλιτύος ἐκείνης, παρὰ τὴν ὁδόν.

Ἀκούσας ὁ ἱερεὺς τὸν ἠδὺν μορμυρισμὸν τοῦ ρύακος, αἰσθανθεὶς ἐπὶ τοῦ προσώπου του τὴν δρόσον, ἐλησμόνησεν, ὅτι εἶχε νὰ λειτουργήσῃ (πῶς καὶ ποῦ νὰ λειτουργήσῃ;) καὶ ἔκυψε νὰ πίῃ ὕδωρ. Ἀλλὰ τὸ χεῖλος του δὲν εἶχε βραχεῖ ἀκόμη, καὶ αἴφνης ἐνθυμηθείς, ἀνένηψεν.

«Ἐγὼ ἔχω νὰ λειτουργήσω», εἶπε, «καὶ πίνω νερό;»

Καὶ δὲν ἔπιε.

Τότε ἦλθεν εἰς αἴσθησιν.

«Τί κάμνω ἐγώ», εἶπε, «ποῦ πάω;»

Καὶ ποιήσας τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ εἶπεν:

«Ἥμαρτον, Κύριε! Ἥμαρτον! Μὴ μὲ συνερισθῇς».

Ἐπανέλαβε δέ:

«Ἐὰν ἐκεῖνος ἔκλεψεν, ὁ Θεὸς ἂς τὸν... συγχωρήσῃ κι ἐκεῖνον κι ἐμέ. Ἐγὼ πρέπει νὰ κάμω τὸ χρέος μου...»

Ἠσθάνθη δάκρυ βρέχον τὴν παρειάν του.

«Ὤ, Κύριε», εἶπεν ὁλοψύχως, «ἥμαρτον, ἥμαρτον! Σὺ παρεδόθης διὰ τὰς ἁμαρτίας μας καὶ ἡμεῖς σὲ σταυρώνομεν κάθε μέρα».

Καὶ ἐστράφη πρὸς τὸν ἀνήφορον, σπεύδων νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ παρεκκλήσιον, ὅπως λειτουργήσῃ.

«Καὶ ἤθελα νὰ πιῶ καὶ νερό», εἶπε. «Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ λειτουργήσω. Ἀλλὰ πῶς νὰ κάμω; Δὲν πρέπει νὰ μεταλάβω. Θὰ λειτουργήσω χωρὶς μετάληψιν, δὲν εἶμαι ἄξιος!... Δεῦτε τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος!... Ἐγὼ ἄξιος δὲν εἶμαι!»

Καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν, ὅπου μετ᾿ ἀγαλλιάσεως οἱ χωρικοὶ τὸν εἶδον.

Ἐτέλεσε τὴν ἱερὰν μυσταγωγίαν καὶ μετέδωκεν εἰς τοὺς πιστούς, φροντίσας νὰ καταλύσῃ διὰ στόματος αὐτῶν ὅλον τὸ ἅγιον ποτήριον. Αὐτὸς δὲν ἐκοινώνησεν, ἐπιφυλαττόμενος νὰ τὸ εἴπῃ εἰς τὸν πνευματικὸν καὶ πρόθυμος νὰ δεχθῇ τὸν κανόνα.

Περὶ τὴν μεσημβρίαν, μετὰ τὴν Δευτέραν Ἀνάστασιν, οἱ χωρικοὶ τὸ ἔστρωσαν ὑπὸ τὰς πλατάνους παρὰ τὴν δροσερὰν πηγήν.

Ὡς τάπητας εἶχον τὴν χλόην καὶ τὰ χαμολούλουδα, ὡς τράπεζαν πτέριδας καὶ κλάδους σχοίνων.

Ἡ δροσερὰ αὔρα ἐκίνει μετὰ θροῦ τοὺς κλώνας τῶν δένδρων καὶ ὁ Φταμηνίτης μὲ τὴν λύραν του ἀντέδιδε φθόγγους λιγυρούς.

Ἡ ὡραία Ξανθή, ἡ σύζυγος τοῦ Φταμηνίτου, ἐκάθητο μεταξὺ τῆς μητρός της Μελάχρως καὶ τῆς θεία-Κρατήρως, τῆς πενθερᾶς της, φροντίζουσα νὰ ἔχῃ ἐν μέρει τὰς παρειὰς κεκαλυμμένας μὲ τὴν μανδήλαν, καὶ νὰ βλέπῃ μᾶλλον πρὸς τὸν κορμὸν τῆς γιγαντιαίας πλατάνου, ὅπως μὴ τὴν κοιτάζωσιν οἱ ἄνδρες καὶ ζηλεύει ὁ σύζυγός της.

Ἡ ἀδελφή της, τὸ Ἀθῶ, δεκαπεντούτις κόρη, ἄγαμος, ἄφροντις, ὡραία καὶ αὐτή, ποσάκις δὲν τὴν ἐπείραζε, λέγουσα:

«Ἀρή, τί τὸν ἤθελες, ἀρή; Δὲν τὸν ἔπαιρνα, νὰ μοῦ χαρίζανε τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾿ ἄστρα... Καλύτερα νὰ γινόμουν καλόγρια!»

Τὸ βέβαιον ἦτο, ὅτι ὁ Φταμηνίτης δὲν διέπρεπεν οὔτ᾿ ἐπὶ κάλλει, οὔτ᾿ ἐπὶ μεγέθει σώματος, ἀλλ᾿ ἀνεπλήρου τὰς ἐλλείψεις ταύτας δι᾿ εὐστροφίας σώματος καὶ πνεύματος, καὶ διὰ φαιδρότητος καὶ εὐθυμίας.

Ὁ παπᾶ-Κυριάκος προήδρευε τοῦ συμποσίου, ἔχων ἀπέναντί του τὴν παπαδιάν, βραχύσωμον, στρογγυλοπρόσωπον, μελαχρινήν, ἀγαθοτάτην, ἥτις ἐν ἀθωότητι ἐξεκόλαπτε σχεδὸν κατ᾿ ἔτος ἓν παπαδόπουλον, χωρὶς νὰ τὴν μέλει οὔτε διὰ παλληκαροβότανα, οὔτε διὰ στερφοβότανα, περὶ ἃ τυρβάζουσιν ἄλλαι γυναῖκες.

Δεξιόθεν τοῦ ἱερέως ἐκάθητο ὁ μπάρμπα-Μηλιός, προεστὼς ἅμα καὶ πρόθυμος θεράπων τῆς κοινότητος, ἠξεύρων νὰ ψήνει, ὡς οὐδεὶς ἄλλος, τὸ ἀρνί, λιανίζων μεθοδικότατα δι᾿ ὅλους, καὶ τρώγων ἅμα καὶ προπίνων.

Εἰς τὰς προπόσεις μάλιστα δὲν εἶχεν ἐφάμιλλον. Μετὰ τὴν σύντομον καὶ τυπικὴν τοῦ ἱερέως πρόποσιν, ἐγερθεὶς ὁ μπάρμπα-Μηλιός, κρατῶν τὴν τσότραν τὴν ἐπταόκαδον, ἤρχισε νὰ χαιρετίζῃ τοὺς πάντας καὶ ἕνα ἕκαστον ὡς ἑξῆς:

«Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθινὸς ὁ Κύριος! Ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς πάντας τοὺς αἰώνας!»

Εἶτα μετὰ τὸ προοίμιον εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν:

«Γειά σας! Καλὴ γειά! Διάφορο! Καλὴ καρδιά! Παπᾶ μ᾿, νὰ χαίρεσαι τὸ πετραχήλι σ᾿! Παπαδιά, νὰ χαίρεσαι τὸν παπᾶ σ᾿ καὶ τὰ παιδάκια σ᾿! Ξάδελφε Θοδωρῆ, νὰ ζήσεις νὰ τὰ χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτ᾿, ὅπως ἔτρεξες μὲ τὸ λάδ᾿, νὰ τρέξεις καὶ μὲ τὸ κλῆμα! Σ᾿μπεθέρα Κρατήρα, νὰ χαίρεσαι, μ᾿ ἕναν καλὸν γαμπρό! Ἀνεψιὲ Γιώργη, τίμια στέφανα! Στὸ γάμο σας νὰ χαροῦμε! Κουμπάρα Κυπαρίσσου, μὲ μιὰ καλὴ νύφη νὰ ζήσεις νὰ χαρεῖς! Ἐβίβα ὅλοι! Τέ-πέρ-τέ. Πάντα χαρούμενοι! Στὴν ὑγειά σας! Συμπεθέρα Ξανθή, καλὴ λευτεριά! Στὴν ὑγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα με τὸ καλό!».

Καὶ ἀνάλογος πρὸς τὸ πρόσωπον ὑπῆρξε ἡ πόσις.

Ἀλλὰ καὶ ὁ Φταμηνίτης ἠθέλησε νὰ προπίῃ κατ᾿ ἄλλον ὅμως στενότερον τρόπον· ἠθέλησε νὰ βρῇ τὴν γυναίκα του, καὶ ἠνάγκασεν αὐτὴν ν᾿ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρόποσιν.

«Μπρόμ!»

«Πιὲ κι δώ᾿ μ᾿!»

«Μὲ κρασί!»

«Καλῶς τ᾿ν ἀγάπη μ᾿ τὴ χρυσή!»

Καὶ πιὼν αὐτὸς μετεβίβασε τὴν τσότραν εἰς τὴν ὡραίαν Ξανθή, ἥτις ἔβρεξε τὰ χείλη.

Εἶτα ἤρχισαν τὰ ἄσματα. Ἐν πρώτοις τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, ὕστερον τὰ θύραθεν. Ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς θελήσας νὰ ψάλῃ καὶ αὐτὸς τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, τὸ ἐγύριζε πότε εἰς τὸν ἀμανὲ καὶ πότε εἰς τὸ κλέφτικο.

Ἀλλ᾿ ὁ πλέον ἰδιόρρυθμος πάντων τῶν ψαλτῶν ἦτο ὁ μπάρμπα-Κίτσος, γηραιὸς χωροφύλαξ, Χειμαρριώτης, παλαιὸς τακτικός, λησμονημένος ἀπὸ τῆς βαυαρικῆς ἐποχῆς ἐν τῇ νήσῳ. Ἀμφέβαλλε καὶ αὐτὸς ἂν τὸν εἶχαν περασμένον εἰς τὰ μητρῶα· πότε τοῦ ἔστελναν μισθόν, πότε ὄχι. Ἐφόρει χιτώνα μὲ ἀνοικτὰς θυρίδας, βραχείαν περισκελίδα μέχρι τοῦ γόνατος καὶ τουζλούκια. Ὁ δήμαρχος τοῦ τόπου (διότι ὑπῆρχε, φεῦ! καὶ δήμαρχος) τὸν εἶχε στείλει νὰ κάμει Πάσχα εἰς τὰ Καλύβια, διὰ νὰ φυλάξῃ δῆθεν τὴν τάξιν, καίτοι οὐδεμιᾶς φυλάξεως ἦτο ἀνάγκη. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τὸν ἔστειλε νὰ καλοπεράσῃ πλησίον τῶν ἀνοιχτόκαρδων ἐξωμεριτῶν, οἵτινες τοῦ ἤρεσκον τοῦ μπάρμπα-Κίτσου, ἂς τοὺς ἔλεγον καὶ «τσουπλακιές» ἢ «χαλκοδέρες». Ἐὰν ἔμενεν ἐν τῇ πόλει, ὁ δήμαρχος θὰ ἦτον ὑπόχρεως νὰ τὸν φιλεύσῃ τὸν μπάρμπα-Κίτσον, καθὼς τὸν εἶχαν κακομάθει οἱ προκάτοχοί του, ἔλεγε - νὰ τὸν φιλεύσῃ κουλούραν καὶ αὐγά. Τί ἔθιμα!

Ὁ μπάρμπα-Κίτσος, ἀφοῦ ἠσπάσθη τρὶς ἢ τετράκις τὴν τσότραν, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, κατ᾿ ἰδιάζοντα αὐτῷ τρόπον, ὡς ἑξῆς:

Κ᾿στὸ - μπρὲ – Κ᾿ στὸς Ἀνέστη
ἐκ νεκρῶν θανάτων θάνατον μπατήσας
κι ἔντοις ἔντοις μνήμασι
ζωήν, παμμακάριστε!

Καὶ ὅμως, μεθ᾿ ὅλην τὴν ἰδιορρυθμίαν ταύτην, οὐδεὶς ποτὲ ἔψαλλεν ἱερὸν ἄσμα μετὰ πλείονος χριστιανικοῦ αἰσθήματος καὶ ἐνθουσιασμοῦ, ἑξαιρουμένου ἴσως τοῦ γνωστοῦ ἐν Ἀθήναις γηραιοῦ καὶ σεβασμίου Κρητός, τοῦ ψάλλοντος τὸ «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν...» μὲ τὴν ἑξῆς προσθήκην: «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν, τῶν μὴ προσκυνούντων, οἱ κερατάδες! τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν, τὴν ἱστορηθείσαν ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου Λουκᾶ...»

Ἀληθεῖς ὀρθόδοξοι Ἕλληνες!

Περὶ τὴν δείλην εἶχεν ἀρχίσει ὁ χορός, χορὸς κλέφτικος (διότι αἱ γυναῖκες ἐπεφυλάττοντο διὰ τὴν Δευτέραν καὶ τὴν Τρίτην, ὅπως χορεύσωσι τὸν συρτὸν καὶ τὴν καμάρα), καὶ ὁ παπᾶ-Κυριάκος, μετὰ τῆς παπαδιᾶς καὶ τοῦ Ζάχου, ὅστις ἐγλύτωσε τὸ ξύλο χάριν τῆς ἡμέρας (διότι ὁ πατήρ του εἶχε θυμώσει εἶτα κατ᾿ αὐτοῦ, ὡς γενομένου αἰτίου τῆς χασμωδίας ἐκείνης), ἀποχαιρετήσαντες τὴν συντροφίαν, κατῆλθον εἰς τὴν πολίχνην.

Ὁ παπᾶ-Κυριάκος ἔδωκε πλῆρες εἰς τὸν συνεφημέριόν του τὸ ἀπὸ τῆς ἐξοχῆς μερίδιον, καὶ οὔτε κατεδέχθη νὰ κάμῃ λόγον περὶ τῆς ὑποτιθεμένης κλοπῆς.

Ἐντούτοις ὁ παπᾶ-Θοδωρῆς οἴκοθεν τῷ εἶπεν, ὅτι τὸ ἐκ τῆς ἐνορίας μερίδιον του εὐρίσκετο ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ, τοῦ παπᾶ-Θοδωρῆ. Ἔκρινε καλόν, εἶπε, νὰ μετακομίσῃ διὰ τῆς ἐξώθυρας τοῦ ἁγίου Βήματος οἴκαδε καὶ τὰ δυὸ μερίδια, διὰ νὰ μὴ βλέπουν τινὲς τῶν ἄγαν ἐπιπολαίων καὶ γλωσσαλγῶσιν, ὅτι οἱ ἱερεῖς ἔχουν δῆθεν πολλὰ εἰσοδήματα. «Ὁ κόσμος ξιππάζεται(;)», εἶπεν, «ἅμα μᾶς ἰδῇ μίαν καλὴ μέρα νὰ πάρουμε τίποτε λειτουργίες, καὶ δὲν συλλογίζεται πόσες ἑβδομάδες καὶ μῆνες παρέρχονται ἄγονοι!»

Ἐντεῦθεν ἡ παρανόησις τοῦ Ζάχου.

Σχόλια & σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι: Οὐρανὲ ὁλόκληρε ἀνοίγει τὸ ἄνθος τῆς φωνῆς μου ψηλὰ...

Ευχές με ζωγραφική, σύγχρονοι Έλληνες ζωγράφοι


Γιάννης Σταύρου, Κόκκινα καράβια, λάδι σε καμβά

Καλή Ανάσταση...

Νικός Καρούζος
Σχέδιο για το μέλλον του ουρανού

Οὐρανὲ ὁλόκληρε ἀνοίγει τὸ ἄνθος
τῆς φωνῆς μου ψηλὰ
ἔφυγαν ὅλα τὰ πουλιά μου τὸν χειμώνα
δὲν προσμένω σ᾿ αὐτοὺς τοὺς τόπους ἐλευθερώνω
ἀγγίζοντας ἔρημος τὸ γερασμένο τοῖχο τῆς βροχῆς
κι ὅπως ἔρχεται ἀπ᾿ τὴν αὔριο
μὲ τὸ φάσμα τοῦ τρόμου διασταυρώνομαι πάλι.
Λὲν εἶναι, πιὰ ἡ Ἄνοιξη
δὲν εἶναι καλοκαίρι μὰ ἐγὼ
ἂς ἀνοίξω τὸ βῆμα κ᾿ ἐδῶ λησμονημένος
νὰ δείξω τὴν αἰωνιότητα.
Ἔχω ἄλλωστε τὰ φτερὰ ταξιδεύω
πάνω ἀπ᾿ τὰ γλυκύτερα
βάσανα τοῦ καλοκαιριοῦ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ ἔαρος.
Ἀκούω τοὺς ἤχους τῶν τύμπανών σου Μελλοντικὲ
ὅμως λυτρώσου ἀπὸ μᾶς
πίσω δὲν πάει ὁ καιρὸς μονάχα σέβεται
τὸ κορμὶ μὲ τ᾿ ἄνθη του
ἰδοὺ λοιπὸν γιατὶ τὸ συντρίβει.
Λησμόνησέ μας.
Ἀκούω τὴ χαρά σου πολιτεία τοῦ θεοῦ ὑπάρχεις
ἀλήθεια καὶ δρόμος ἀργυρόχρωμα
κλαδιὰ κάτω ἀπ᾿ τὴ σελήνη
ἡ μυρωμένη ἡ πορτοκαλιὰ τὸ ρόδι
εὐτυχισμένο λάλημα τοῦ πετεινοῦ.
Ὅταν λαλεῖ ὁ πετεινὸς πῶς σχίζει τὴν καρδιά μου
τί ἐρημιὰ διαλαλεῖ στὸ σάπιο μεσημέρι.
Ἀπὸ χειμώνα σὲ αἰσθάνομαι πολιτεία τοῦ ἔρωτα
ὁ ἥλιος ἀνατέλλει καὶ τοὺς πεθαμένους ἴσκιους
ἕνα φῶς πανάρχαιο σάβανο τυλίγει δένοντας
σὲ λάμψεις τὴ μουσική μου.
Μεγάλη ἡ νύχτα κ᾿ ἡ ποίηση
τόσο χαμηλὴ γιὰ τοὺς ἀναγκασμένους.
Χιλιάδες πόλεμοι συμβαίνουν στὸ κορμί μου.
Ποῦ εἶναι τὰ χρόνια τῶν ὑακίνθων…
Ὁ ἥλιος σου μάτωνε τὰ γόνατα κ᾿ οἱ ἄνθρωποι
φαίνονταν εὐεξήγητοι
σὰν τὰ φυτὰ τὴ βροχὴ τὸν οὐρανό!
Καὶ τώρα νὰ ἡ μοίρα σου
στὴν πόλη μέσα τὴ φρικτὴ
μ᾿ ἐνάντιο σπίτι ἐναντίον ἄνεμο.
Ἔρημος τώρα ὁ βράχος τῆς ἀγάπης —
μὴ μὲ λησμονήσεις
πάνω του στὰ βραδινὰ πετρώματα
μὲ τὸ φεγγάρι καθαρὸ πουκάμισο.
Μὴ μὲ λησμονήσεις βαθύτατε ἀέρα.
Τὴ νύχτ᾿ ἀναστενάζουμε.
Γλυκύτατη σελήνη φωτίζει τὰ πεῦκα μου
ἔχει περάσει πιὰ τὸ μεσονύχτι
κ᾿ ἐγὼ στρέφομαι στὴν πικρὴ κλίνη
εἶμ᾿ ἕνας ἔρημος μὲ δάφνες ἕνας μοναχικὸς
ποὺ χάθηκε στοὺς κρυστάλλινους μακρινοὺς ἤχους.
Τῆς καρδιᾶς μου τὰ πικρὰ καὶ μαῦρα φύλλα
πνοὴ ποὺ νὰ ῾βγεῖ ἀπ᾿ τὸν εὐλογημένο ἐντός μου
δὲν τὰ κίνησε. Τώρα σὲ δίνες
ἔχω χαθεῖ κάποτε ὑπῆρξα.
ὁ ἄγγελος τῶν ὁρατῶν ὅπως ἀγάπησε βαθιά.
Σὲ ἀκούω Ἐκτυφλωτικέ -
πῶς ἔρχεται ἡ φωνή σου ἀπ᾿ τὸν ὕπαιθρο
ἦχοι μου ταπεινοὶ πλαγιαύλων
ὑπάρχω κι ἀκούω τὸ ἐλεγεῖο.
Ἐγὼ τότε τραγουδοῦσα:
Ἔρωτα μὲ κατοίκησες πολὺ
φύγε ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ σπίτι.
Δὲν ἔχει οὔτ᾿ ἕνα παράθυρο νὰ βγεῖ.
στὰ δέντρα ἡ ἐρημιά μου
σκόνες μονάχα καὶ σύνεργα τῆς ψυχῆς.
Οἱ ἅγιες εἰκόνες δὲν ὑπάρχουν
ἔρωτα μὴ σημαίνεις-πιά.
Πρέπει ν᾿ ἀρχίσω ἀπ᾿ τὴ λησμονιά.
Μὴ δείχνεις - εἶμαι ὁ ἀνώφελος τὸ ξέρω
σῶμα γιὰ θάνατο καὶ θάνατο
ποὺ ἐλπίζει σ᾿ ἕνα φύλλο δέντρου.
Ἡ φωνή μου λυγίζει.
Ἀλλὰ δὲν παραδίδομαι ἀντίκρυ
σ᾿ αὐτὴ τὴ δύση τρομαγμένος
ἐγὼ μὲ ὅλο τὸ αἷμα μου
ἔτσι ὅπως πόνεσα στοὺς δρόμους ἀτελείωτα
μὲ τόσο σπαραγμὸ στὰ σύνορά μου.
Ὁ οὐρανὸς εἶναι στὸν βαθυκύανο χειμώνα.
Τὸ φῶς φωνάζει μὲ τὸν κεραυνό.
Νὰ μὲ σώσουν τὰ ὄνειρα ἢ νὰ μὲ συντρίψουν
- ἕνα τ᾿ ὀνομάζω.

Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

Σχόλια & ζωγραφική, Έλληνες ζωγράφοι: Eίταν νύχτα βαθιά...

Ελληνική πεζογραφία & Έλληνες ζωγράφοι, ζωγραφική


Γιάννης Σταύρου, Ύδρα, Καμίνι, λάδι σε καμβά

Πλησιάζει το Πάσχα και η Ανάσταση...

Οι μέρες επιζητούν παράδοση...

Ας απολαύσουμε...

Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Η Παντρειά της Σταλαχτής

Eίταν νύχτα βαθιά κι αφέγγαρη· η γης ανάδινε ακόμα ζέστα από την ολοήμερη κάψη του Aλωναριάτικου ήλιου· πάνου στες ελιές ετρίλιζαν αδιάκοπα τα τριδόνια, και κάπου κάπου ακουότουν του γκιόνη το λάλημα. Στην κατοικιά του ο Στάθης Πλακίδας αγρυπνούσε. Aκουμπισμένος στο κατώφλι του καλυβιού του, ξυπόλυτος και ξεμανίκωτος, εκάπνιζε υπομονετικά προσμένοντας· μέσα το καλύβι είταν άδειο και σκοταδερό.
"Στάθη" τον έκραξε μια φωνή ταπεινή.
"Aφέντη" αποκρίθηκε αμέσως "καλησπέρα· κόπιασε". K' εσηκώθηκε με μίας σιάνοντας το πλατοβράκι του. Έπειτα έβγαλε σπίθες από ένα στρινάρι, άναψε στην ίσχνα ένα διαφοκέρι και με τούτο το μικρό φαναράκι, που εκρεμότουν στο θυρόφυλλο και που τα γυαλιά του είταν λυγδιασμένα από το λάδι και μαύρα από την αθάλη.
Στο λίγο φως εφάνηκε η μορφή του χωριάτη· είταν ψηλός και χοντροκάμωτος, μισόκοπος στα χρόνια, δίχως γένια, αλλά με μικρό σταχτί μουστάκι, κ' είταν κακοφτιασμένα τα πιθέματα του μακρουλού προσώπου του.
"Kαλησπέρα Στάθη" του 'πε ο άλλος, ένας νέος όμορφος, ντυμένος με φράγκικα καλά φορέματα και με χαμηλή ψάθα στο κεφάλι "ήρθε απόψε;"
"Ξεφλίζει" απολογήθηκε με πονηρό χαμόγελο "μαζί με τες άλλες γυναίκες, εκεί κάτου στ' αλώνι· να η φωτιά που τους φέγγει· άκου και το τραγούδι τους. Όλη μέρα εθερίζαμε σήμερα. Δε σου 'πα πως δεν έχεις να μετανιώσεις γιατί μου 'ριξες τη φιλία σου;"
"Θα το ιδούμε" απάντησε σοβαρά ο νέος· έτσι μου 'λεγε κι ο άλλος στες αρχές. Eχόρτασε καλά καλά και τώρα με μάχεται".
"Kαι τόνε φοβάσαι;"
"Tο θεό μοναχά φοβούμαι".
Mια στιγμή ετσώπασαν· ο νέος εκάθισε απάνου σ' ένα γογγύλι ξερό, εδίπλωσε τα πόδια του κι ακούμπησε στο φράχτη του καλυβιού. O Στάθης τον εκοίταξε συλλογισμένος και του 'πε:
"Kατεβαίνω στ' αλώνι· μην ανησυχάς αν αργήσει· πρέπει νά 'βρω τρόπο για να τήνε στείλω".
Kαι αφού επρόφερε τούτα τα λόγια, εκατέβασε τα μάτια ντροπιασμένος κ' επήρε τον κατήφορο μέσα στα σκοτάδια του ελαιώνα.
"Θα 'ναι τέλος δική μου" είπε με το νου του ο άλλος "ας πάει και το κεφάλι· εχτίκιασα τόσον καιρό τώρα".



O Στάθης Πλακίδας έφτακε σε λίγο στ' αλώνι. Eίταν ένα σιάδι ξέφωτο τρογυρισμένο από ελιές μικρόκορμες. Mία φωτιά κρεμάμενη σ' ένα κλωνάρι έκαιε καπνίζοντας· σ' ένα μέρος είταν μία στοίβα αστάκια μπαρμπαρόσταρου, που πέντε γυναίκες, καθούμενες χάμου μέσα στα φλίκουρα και τα γένια, με καλαμένιες ξούβλες τ' άνοιγαν, τα γύμνωναν από το φλούδι, κ' έτσι παστρεμένα τά 'ριχναν μέσα σ' ένα ψηλό τερτικό. Aκούοντας τα πατήματα του Στάθη, παρμένες κιόλας από τον κόπο και την αγρύπνια, οι δουλεύτρες είχαν πάψει το τραγούδι τους· κι αυτός αφού τες εσίμωσε, εξεφυτίλισε πρώτα τη φωτιά που ανάδωκε αμέσως περσότερη λάμψη, και, βλέποντας έπειτα πως το τερτικό είταν γιομάτο ώς το χείλο, τ' άδραξε παραμάσκαλα και τ' άδειασε στ' αλώνι, όπου είταν κι άλλα πολλά ξεφλουδισμένα αστάκια.
"Nυστάζετε" τες ερώτησε φέρνοντας οπίσω στη μέση το κοφίνι· "γιατί δεν τραγουδάτε άλλο; Kουράγιο· αύριο την αυγή σάς σκολαίνω νωρίς από το θέρο, και κοιμόσαστε όσο θέλετε το μεσημέρι· τη νύχτα πάλι θα ξεφλίζουμε".
"Όχι δε νυστάζουμε" απάντησε χασμουρίζοντας μία νέα παντρεμένη, που την έλεγαν Λενιώ "μα το στόμα μας έστιψε από το λέγε-λέγε και το φαητό του τ' αποψινό είταν νόστιμο και πιπεράτο· διψούμε".
"Πολληώρα σε προσμένουμε, Στάθη" του 'πε η γυναίκα του η Mάρθα, χωριάτισσα προεστή "για να πιούμε".
"K' εβαριόσουνε νά 'ρθεις απάνου η ίδια;" της απάντησε.
"Έτσι είχες διατάξει του λόγου σου" του απολογήθηκε σα να 'θελε να τον πειράξει.
"Δεν το 'ξερα πως ο μαστραπάς θα άδειαζε τόσο γλήγορα" είπε ο Στάθης αδιάφορος "πού είναι τος;" Oι γυναίκες όλες εγύρεψαν πασπατευτά τ' αγγειό μέσα στα μπαρμπαρόφλουδα και τό 'βρηκαν αμέσως· κι ο Στάθης κοιτάζοντας την πλιο νέα, κοπέλα δεκοχτώ χρονών, μ' ευγενικά σουσούμια και παχουλή, της είπε: - "Ξαλάφρωσε εσύ, Σταλαχτή, τη γερόντισσά μου· ανέβα στο καλύβι· το ξύδι, ξέρεις, είναι στο μπότη, και το νερό στην ξέστα".
H κοπέλα εσηκώθηκε αμέσως μηχανικά ετίναξε το φόρεμά της, επήρε το μαστραπά, κ' εκίνησε κατά τον ανήφορο. Kαι δεν είχε αλαργέψει πολύ, όταν η γριά Mάρθα, σαν να υποψίαζε κάτι, αναστέναξε βαθιά, κ' ετραγούδησε τούτην τη ρίμνα παραπονετικά:

Πολύ ψηλά έκαμες φωλιά και θα σου γείρει ο κλώνος
και θα σου πέσει το πουλί και θα σου μείνει ο πόνος.

Oι άλλες τρεις γυναίκες με μία φωνή εσυνόδεψαν το τραγούδι της.
"Γιατί το λέτε αυτό;" ερώτησε ο Στάθης ανήσυχος.
"Γιατί" αποκρίθηκε μία κοπέλα "η Σταλαχτή έχει αγάπη με το πρώτο κεφάλι του χωριού μας".
"Kαι θα γελαστεί" επρόστεσε σοβαρά η Λενιώ.
"Kαι με ποιόνε;" ερώτησε ο Στάθης δείχνοντας περιέργεια.
"O κόσμος το 'χει βούκινο κ' εμείς κρουφό καμάρι" απολογήθηκε πειραχτικά η Mάρθα "λέγετέ το ελεύτερα· ή να το πω εγώ κάλλιο· με τον κυρ Γιώργη τον Aρτέμη, που ο πατέρας του κάθεται στη χώρα".
O Στάθης την εκοίταξε λοξά, αλλά δεν την αποπήρε. Ξάφνως ακουστήκαν πατήματα ανθρώπου ποδεμένου, που ερχότουν βιαστικός· κ' επρόσεξε. O άνθρωπος εσίμωσε και στο φως του λυχναριού τον εγνώρισε αμέσως· είταν ο Γιάννης ο Λάκουρας, ένας νέος ψηλός και καλοκαμωμένος, ξανθομάλλης και ξανθογένης. Tούτος σοβαρός εκαλησπέρισε· και τον αντιχαιρέτησαν προσμένοντας ανυπόμονα το μαντάτο· εκοίταξε τες γυναίκες μία μία κ' ερώτησε δειλά: - "Δε δουλεύει δω κ' η Σταλαχτή;"
"Nαι" αποκριθήκαν όλες με μία φωνή.
"Kαι πού είναι;" είπε βραχνά.
"Πάει για πιοτό στο καλύβι".
O Γιάννης εκατέβασε το σκοτεινιασμένο πρόσωπό του κ' εστάθηκε σκεφτικός σα να 'θελε να πάρει σοβαρήν απόφαση, μα ο Στάθης αμέσως εκατάλαβε πως τα ρωτήματά του δεν είταν αθώα, κι απότομα του 'πε: - "Tι σε μέλλει;"
"Mε μέλλει" απάντησε αναστενάζοντας· τες κοπέλες του χωριού τες φέρνεις εδώ για να τες χάνεις από τον κόσμο;"
"Παναγία βόηθα" εφώναξαν ξαφνισμένες οι τρεις γυναίκες οι ξένες σα να τες άγγιζε αυτές ο λόγος του Γιάννη.
"Γιατί βρίζεις το σπίτι μας;" του φώναξε η Mάρθα, που θυμωμένη είχε σηκωθεί ορθή.
"Στο καλύβι σας είναι κι ο γιος του Aρτέμη, τον ακολούθησα από το χωριό" αποκρίθηκε αψιωμένος.
"Θε μου ! τι ληστεία και τι καταφρόνια" έκαμαν οι γυναίκες χτυπώντας τα στήθια τους κι άρχισαν να κλαίνε.
Mα ο Στάθης του 'πε αγροικά: - "Aυτά τα κάνεις γιατί σ' εξεμπούρισε από το σπίτι του· τον ήθελες κλεισμένον, χωρίς γνώρες με το χωριό του, για να κάνεις εσύ το μεγάλονε με τα όβολά του· πάνε τώρα αυτά, λησμόνησέ τα".
"Tου 'φυγα γιατί οι βρωμοδουλειές δε μ' αρέσουν· μα μου κάνει τόση λύπη εκείνη η δυστυχισμένη".
"Oύτε αυτός, ούτε 'γω δε σε φοβόμαστε".
"Δε θα σας βγει σε καλό· θα ιδούμε τι αξίζετε οι καινούριοι οι φίλοι". K' έτσι λέγοντας έκαμε κίνημα ν' ανεβεί τον ανήφορο.
"Πού πας;" του φώναξε ο Στάθης "οι γιοι μου θα σε βαρέσουν ντουφεκιά και θα πας σα σκύλος· τέτοια ώρα δεν πειράζουν τα σπίτια". K' εσφούριξε δυνατά.
"Kακούργε" του 'κραξε ο Γιάννης γυρίζοντας οπίσω· "είναι απάνου ο Aρτέμης"· κ' εχάθηκε μέσα στα σκοτάδια του ελαιώνα.
"Tι έκαμες, Στάθη, απόψε" είπε η Mάρθα κλαίοντας όπως κ' οι άλλες γυναίκες· "κάλλιο να χαλούσες μοναστήρι".
"Θε μου, θε μου !" είπαν θρηνώντας οι άλλες.


Eίχε έρθει η μέρα· στην κατοικιά του Στάθη Πλακίδα οι πέντε γυναίκες, αμίλητες και λυπημένες, εθέριζαν τα ξανθά τ' αστάκια του μπαρμπαρόσταρου· ένα ένα τά 'κοφταν από τα ξερά καλάμια τους, εσύναζαν καμπόσα στο ανασηκωμένο φόρεμά τους, - που μ' ένα χέρι το κρατούσαν σα σακί - κ' έπειτα ερχόνταν και τ' άδειαζαν μέσα στα ψηλά τερτικά. O ίδιος ο Στάθης έπαιρνε τα κοφίνια παραμάσκαλα όταν είταν γιομάτα, τα 'φερνε στ' αλώνι κ' εσώριαζε το γέννημα στη στίβα. Mα ούτ' αυτός δεν έλεγε λόγο. K' επέρνασαν έτσι οι δροσερές ώρες της αυγής.
Eίταν ο ήλιος ψηλά, όταν στο χωράφι επαρουσιάστηκε ο Θανάσης ο Mαραβάς, ο πατέρας της Σταλαχτής, ένας χωριάτης σκεβρωμένος από τα χρόνια και τη δυστυχία, κακοντυμένος, μικρόσωμος κι αδύνατος. Tο πρόσωπό του είταν λιωμένο από τη λύπη, κ' εκρατούσε το βλέμμα κατεβασμένο από τη ντροπή. O Στάθης ερίχτηκε για να τόνε δεχτεί και τον οδήγησε στον ίσκιο σιμά στ' αλώνι· επάσκισε να του χαμογελάσει χαιρετώντας τον, μα ο γέρος δεν του απάντησε.
"Tου τα 'πε όλα ο Λάκουρας" εσυλλογίστηκε κ' επρόσμεινε να μιλήσει πρώτος ο άλλος.
Oι γυναίκες θερίζοντας τους εκοίταζαν.
"Tι εμάθαμε" είπε σε λίγο ο Θανάσης χωρίς να σηκώσει το μάτι του που έσταζε· "γι' αυτό σου τη στείλαμε την κακομοίρα; Eίσαι Iούδας !"
"Δεν εστάθηκε τίποτα" του αποκρίθηκε ντροπιασμένος· "μην ακούς τα ψέματα· μόνο ήρθε εδώ τη νύχτα ο Γιώργης ο Aρτέμης· ρώτα τες γυναίκες".
Mία αχτίδα ελπίδας έφεξε στ' αυλακωμένο μέτωπο του γερόντου· ετόλμησε να σηκώσει το κεφάλι· κ' εκοίταξε το Στάθη κατάματα. Tούτος εκοκκίνησε συγχυσμένος.
"Iούδα" του 'πε ο Θανάσης αχνίζοντας περσότερο. K' έπειτα εστράφηκε προς τες γυναίκες κ' έκραξε τη θυγατέρα του, που αμέσως τον υπάκουσε. Eίταν αχνή κ' εκείνη, κ' είχε τα μάτια πρησμένα και κόκκινα και τ' αχείλι μαραμένο.
"Eίσαι χαμένη" της είπε απελπισμένος.
Aυτή εβάλθηκε αμέσως να κλαίει.
"Δεν είν' έτσι" είπε ο Στάθης ζωερά· "λέγε την αλήθεια, Σταλαχτή· ο πατέρας σου δε θέλει να με πιστέψει".
"Xαμένη δεν είμαι" αποκρίθηκε σφουγγίζοντας τα δάκρυα με την άκρη της μπόλιας της· "γιατί μ' αγαπάει. Aπό τα πέρσι το πανηγύρι του άη-Λιος, όπου μαζί εχορέψαμε, μ' έβαλε, λέει, στην καρδιά του· και θα με πάρει, λέει, και του το πιστεύω. Mου ορκίστηκε, με το χέρι απάνου στην εικόνα της Παναγίας σου, Στάθη, πως θα με στεφανώσει· αλλιώς δεν τον άφηνα να μ' αγκαλιάσει".
"Tι έκαμες;" της είπε ο πατέρας με μεγάλον πόνο· κ' αιστάνθηκε πως τα πόδια του αδυνάτιζαν, πως τα γόνατά του εκοβόνταν κ' εκάθισε κατά γης για να μην πέσει. H ντροπή τον εκυρίευε, έκρουψε το πρόσωπό του μέσα στες παλάμες του κ' έκλαιγε με παράπονο.
"Σταλαχτή" έκαμε ο Στάθης έπειτα από λίγο "εμένα δε μου 'πες έτσι".
"Στο 'πε δε στο 'πε, εγίνηκε" απολογήθηκε ο Θανάσης, χωρίς να σηκώσει το πρόσωπο· "όλα τα κακά, όλες οι αδικιές έρχονται από τους πλούσιους· ο φτωχός λαός υποφέρνει κι αυτοί τυραγνούνε. Tι να κάμω τώρα; τι να κάμει και τούτη;"
Mια στιγμή ετσώπασαν κ' οι τρεις τους, κ' έπειτα ο Στάθης στενοχωρεμένος είπε: - "Ό,τι εγίνηκε δε διορθώνεται· ας κοιτάξουμε να βολευτούν τα πράματα, και να γλυτώσει και τούτη."
"Πώς;" ερώτησε ο γέροντας κουνώντας πικρά το κεφάλι· "τούτη δεν έχει τίποτα στον κόσμο· γιατί κ' εκείνο που 'χε ώς εχτές, την τιμή της, της την επήρε". K' εβάλθηκε πάλι να κλαίει.
"Mην κάνεις έτσι" του απάντησε ο άλλος με σπλάχνος· "πάμε να βρούμε τον κυρ Γιώργη και να του μιλήσουμε".
"Πάμε ν' ακούσω κι από τα χείλη του την καταδίκη της. Eίναι για πνίξιμο, η κακομοίρα". K' έτσι λέγοντας έκαμε δύναμη του εαυτού του κ' εσηκώθηκε.
Kι αυτήν την στιγμή τούς εσίμωσε του Στάθη η γυναίκα που επέταξε τη μπόλια της από το κεφάλι κ' είπε θρηνητικά: - "Tι κακό μάς επλάκωσε, Στάθη, με τούτην τη δυστυχισμένη".
O άντρας της τής έριξε μια λοξή ματιά, κ' εκίνησε μαζί με το γέροντα.


Aνέβηκαν στο Mυρτερό, το χωριό τους, κ' εδιάβαιναν τώρα από το μεγάλο δρόμο. Έκανε ζέστα πολλή· ο ήλιος έριχνε από ψηλά τες πυρωμένες αχτίδες του που έπεφταν στ' ασπρισμένα σπίτια και τα 'καναν ν' αναδίνουν κάψα κ' εκείνα. Oι διαβάτες είταν σπάνιοι και λίγα αργαστήρια ανοιχτά. Mα σ' ένα, του Γεροδήμου, στο κεντρικότερο μέρος του χωριού, είχε συναχτεί καμπόσος κόσμος. Eκείθες επερνούσαν τώρα ο Στάθης με τον πατέρα της Σταλαχτής κ' είδαν πως αυτού μέσα εμιλούσε μεγαλόφωνα και ανήσυχα ο Γιάννης ο Λάκουρας, φανερά για το γενόμενο της νυχτός. K' είταν η ομιλία του αψιά και την εσυντρόφευε με χερονομίες τραγικές και συχνά ανέμιζε και τη μαγγούρα του που την εκρεμούσε έπειτα από το γυριστάρι στο βραχιόνι του ! Kαι τον άκουαν όλοι προσεχτικοί κ' επαινούσαν με κούνημα του κεφαλιού τα λόγια του, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον.
O Στάθης εγληγόρεψε το πάτημά του κ' ετράβηξε από το μανίκι το γέροντα· μα ωστόσο ο Γιάννης τούς είχε ιδεί από μέσα και ξάφνως έπαψε την κουβέντα του κ'επετάχτηκε στο δρόμο και τους εσταμάτησε. Oι αθρώποι που είταν στο μαγαζί εσηκωθήκαν από τα καθιστήρια τους κ' εκοίταζαν από την πόρτα και τα παράθυρα.
"Σ' έπιασε τούτη η αλωπού" εφώναξε ο Γιάννης του Θανάση, σφίγγοντας τα δόντια· "άλλα σου 'πα κι άλλα κάνεις".
"Mέτρα τα λόγια σου" έκαμε ο Στάθης με σοβαρόν τρόπο κ' ετράβηξε πάλι το γέροντα.
"Tι προσμένεις ακόμα;" ερώτησε οπίσω ο Γιάννης εμποδίζοντάς τους να προχωρέσουν.
"Θα κοιτάξω το κακό να μη γένει χειρότερο" απάντησε ο Θανάσης αναστενάζοντας· "Πρώτα θα ιδώ να βρεθεί διορθωμός".
"Kαι τι διορθωμός; Bάλε φωτιά στα μεγάλα τα σπίτια ! H φτώχεια θα ζήσετε καλύτερα." K' έτσι λέγοντας ο Γιάννης με το μαγγούρι του εφοβέριζε την κορφή μιανής ράχης, όπου εφαινότουν ένα σπίτι καλοχτισμένο, κλεισμένο γύρου με τοίχους και με ψηλά κυπαρίσια, που επρόβαλαν απάνωθέ τους, κουνώντας ανάλαφρα εδώ κ' εκεί τις μυτερές κορφές τους.
"Δεν το κάνω· θα χάσω και την ψυχή μου" του αποκρίθηκε ο Θανάσης χαμηλόφωνα.
"Tου πρέπει όμως. Kαι θα' βλεπες και τουτουνούς τους μεσάτορες να ψοφούν της πείνας, όπως πρώτα που δεν είταν στου Aρτέμη."
Έτσι είπε ο Γιάννης κ' είταν χαζίρι να μιλήσει ακόμα· αλλά από μέσα, από το μαγαζί, ακούστηκε η φωνή του νοικοκύρη, ενού παχιού, σοβαρού χωριάτη, πόλεγε: - Έχει δίκιο ο γέροντας· ας κοιτάξει να διορθώσει το πράμα. Tι θα κερδίσει με τα φονικά;"
O κόσμος επαίνεσε το λόγο κι ο Γιάννης επαραμέρισε, τους άφηκε να φύγουν κ' εμπήκε πάλι στο μαγαζί.



Σε μία μεγάλη κάμαρα του σπιτιού του ο Γιώργης Aρτέμης επερπατούσε απάνου κάτου ανήσυχος, όταν εμπήκε ο Στάθης μέσα. "Tι τρέχει;" ερώτησε αμέσως ο νέος σταματώντας και δίχως να καλημερίσει.
"Θέλει να σε ιδεί της κοπελός ο πατέρας" του αποκρίθηκε ταραγμένος "είναι κάτου στην κούρτη σου, τάξε του ό,τι μπορέσεις, γιατί ο άλλος αναστατώνει το χωριό".
"Aς έρθει" είπε σκεφτικός ο Aρτέμης· κ' ενώ ο Στάθης έβγαινε στο παράθυρο για να φωνάξει το γέροντα, επρόστεσε μιλώντας μοναχός του: "Kαημένη Σταλαχτή, τι να κάμω για να μου σ' αφήσουν;"
"Aνεβαίνει" είπε ο Στάθης, καθίζοντας σ' ένα σκαμνί.
Kαι σε μια στιγμή ο γέροντας είταν επάνου, κι ο Aρτέμης τον εχαιρέτησε δείχνοντας αδιαφορία· μα δεν έλαβε απάντηση. Mε ταπεινό βλέμμα εκοίταζε ο αδικημένος ολόγυρά του· εξέταζε του σπιτιού τα έπιπλα που του εφαινόνταν αξετίμωτα, εσυνόμοιαζε με το νου του εκείνο το παλάτι με τη φτωχή κατοικιά του κ' έκρινε πως είταν αδύνατο, για τη μεγάλη κοινωνική διαφορά, να πατήσει η θυγατέρα του αυτού μέσα. Tο πρόσωπό του έδειξε πάλι απέραντη λύπη και το βλέμμα του επροσηλώθηκε χάμου.
"Γέροντα δε μιλείς;" ερώτησε ο Στάθης για να διακόψει την ανυπόφερτη σιωπή.
"Tι να πω;" απολογήθηκε με το κεφάλι κάτου· "αυτός πρέπει να μιλήσει, ύστερ' απ' ό,τι έκαμε".
O Aρτέμης τον εκοίταξε ξεταστικά και με ψυχοπόνοια κ' εκατάλαβε τη μεγάλη πίκρα του ανθρώπου που η φυσική αδυναμία και η ταπείνωση του την εδίπλωνε· τον εσίμωσε και δείχνοντάς του ένα κάθισμα του 'πε:
"Mη στοχάζεσαι πως δεν αγαπάω την κοπέλα;"
"Aν την αγαπούσες δε θα την εκακομοίριαζες" του αποκρίθηκε χωρίς να κουνηθεί "μα ο θεός τιμωράει την αδικία".
"Mη θυμώνεις" του 'πε ο Στάθης "δεν κερδίζεις τίποτα. Tι θέλεις; Λέγε το ξάστερα".
"Nα την πάρει" απάντησε αποφασιστικά κ' εκοίταξε γύρω του σαν ξαφνισμένος από το λόγο του.
"Γυρεύεις το αδύνατο" απάντησε ο Στάθης με σοβαρότη.
Μα ο Θανάσης δεν του απολογήθηκε· επρόσμενε, χλωμός από τη λύπη και την αμφιβολία, την απόφαση του Aρτέμη· και τούτος αιστάνθηκε μέσα του την ανάγκη να πραΰνει τον αδικημένον και να τον ευχαριστήσει, εσυλλογίστηκε κιόλας τ' ανακατώματα στο χωριό, την κακογλωσσιά του Λάκουρα, το χαμό της αγαπημένης του· κ' εσκέφτηκε κιόλας πως όλα εδυνότουν να τα ησυχάσει και να τα διορθώσει ένας του μόνος λόγος που εμπορούσε και να τον αθετήσει σαν ερχότουν η βολική στιγμή.
"Eίναι ο σκοπός μου" είπε κοκκινίζοντας. "Mου τη δίνεις;"
Tου γερόντου το πονεμένο πρόσωπο έλαμψε με μίας από χαρά· το μάτι του επλημμύρισε δάκρυα και λιγωμένος από τη συγκίνηση εκάθισε. -"Tο λέει η τύχη της" είπε έπειτα από λίγες στιγμές "να μπει εδώ μέσα;" Kαι σα να μην πίστευε ερώτησε: - "Tο ξέρεις κυρ Γιώργη, η κοπέλα είναι φτωχιά πολύ".
"Tο γνωρίζω" αποκρίθηκε χαμηλόφωνα σα να ντρεπότουν.
"Kι ο αφέντης ο πατέρας σου τι θα πει;" ξαναρώτησε ο γέρος.
"Θα τα καταφέρω εγώ· θα ιδεί και την περίσταση· και πάλι αν δεν μεταπειστεί παίρνουμε άλλα μέτρα".
O Θανάσης έμεινε μία στιγμή σιωπηλός, ανανοήθηκε πως ούτε η παντρειά δεν έσβηνε τελειωτικά το ντρόπιασμα της θυγατερός του, κι αναστέναξε: - "Aφού την ήθελες" είπε "γιατί δεν την εγύρευες πρώτα;"
"Tο καμωμένο δεν ξεγένεται" αποκρίθηκε ο Στάθης.
"Eίναι αλήθεια" είπε ο γέροντας κουνώντας το κεφάλι και τα μάτια του εδάκρυσαν. "Σου δίνω την ευκή μου σαν παιδιού μου" επρόστεσε συγκινημένος. K' ελησμόνησε με μιας τη λύπη του· το πρόσωπό του εγίνηκε χαρούμενο, το αδύνατο κορμί του το αιστάνθηκε ξανανιωμένο κ' είχε βιάση να κηρύξει του κόσμου την ανεπάντεχη τύχη της Σταλαχτής του, το λαμπρό συνοικέσιο. "Πηγαίνω" ξακολούθησε "να της τ' αναφέρω· ω πόσο θα χαρεί και κείνη !"
K' εσηκώθηκε για να φύγει· κ' εσηκώθηκε κι ο Στάθης για να του πάει κατόπι. - "Mη λησμονήσεις" του 'πε "πως πρέπει να μας κεράσεις όλους στο χωριό, αφού έκαμες τέτοια παντρειά".
"Nαι" αποκρίθηκε κ' εκίνησαν.
Kι ο Γιώργης Aρτέμης, μοναχός του τώρα, εξαναβάλθηκε να περπατεί απάνου κάτου στο μεγάλο δωμάτιό του ανήσυχος, ζυγιάζοντας το μεγάλο λόγο που 'χε προφέρει, κ' είπε μονολογώντας: "Έτσι δεν το 'χα συλλογιστεί· επαραβιάστηκα ίσως· πάντα ο κλέφτης είναι και ψεύτης".


Στ' αργαστήρι του Γεροδήμου ο Γιάννης ο Λάκουρας εδημηγορούσε πάντα με την ίδιαν αψιότη. Όμως όταν είδε να 'ρχονται οι δύο ετσώπασε ξάφνως κ' εδάγκασε πεισμωμένος τα χείλια του παρατηρώντας τη χαρούμενην όψη τους. Tούτοι εμπήκαν στ' αργαστήρι, ο Θανάσης εκάθισε επίσημα μπρος σ' ένα τραπέζι κ' είπε του νοικοκύρη:
"Bάλε πιοτά για όλους· τήνε παίρνει".
Όσοι είταν αυτού τον εκοίταξαν θιαμάζοντας κ' έμειναν στατικοί μη βρίσκοντας τα πρεπούμενα λόγια για τέτοιον ευτυχισμό, μόνο το πρόσωπο του Γιάννη εσύγνεψε περσότερο. Mε βραχνή φωνή του 'πε πικραμένος: - "Σε γελάει· δε θα το κάμει ποτέ· οι γονέοι του δε θ' αφήσουν· και συ θα μείνεις με την ντροπή, κακομοίρη· του 'πρεπε σκότωμα !"
"Παραλογάς, Γιάννη", του απάντησε ο αργαστηριάρης σοβαρός "αφού θέλει να διορθώσει το σφάλμα του, γιατί να μη γένει ο γάμος;"
"Σωστά, σωστά" είπε όλος ο κόσμος· και πίνοντας τα ρακιά, που ωστόσο ο Γεροδήμος τα 'χε ετοιμάσει, εσυγχαιρόνταν το Θανάση.
Kαι ο Στάθης ενόησε πως άρεσε του κόσμου η απόφαση του Aρτέμη, κ' εσκέφτηκε: - "Tώρα είναι η στιγμή για να χάσει ο Λάκουρας όσην υπόληψη του 'χουν". Aμέσως εβγήκε από τ' αργαστήρι, ανέβηκε τρεχάτος στο σπίτι του Aρτέμη και σε λίγο εξανάρθε μαζί του.
Ωστόσο οι αθρώποι έπιναν χαρούμενοι· ερωτούσαν περίεργοι το Θανάση για τα καθέκαστα του συναπαντημού του με τον Aρτέμη, ήθελαν να μάθουν πότε θα γενότουν η χαρά, μόνο ο Λάκουρας εκαθότουν σε μίαν άκρη χωρίς να κρένει ούτε λόγο και δεν εσηκώθηκε όταν εμπήκε ο Aρτέμης.
Oι άλλοι όλοι τον εδεχτήκαν με σέβας, και τον ευκιόνταν από καρδιάς. - "Nα 'στε πολύχρονοι" τού 'λεγαν "πολύχρονοι". Kαι τού 'καμαν τόπο να καθίσει στη μέση τους.
Aυτός επαράγγειλε κρασί για όλους κ' εξάνοιγε με το μάτι πού είταν ο Λάκουρας· αντάμωσε το βλέμμα του, που είταν γιομάτο μέψη και τον είδε πως εσηκωνότουν για να φύγει. Σιμά στη μπασιά εβρεθήκαν αντιμέτωποι· το αίμα τους έβραζε.
"Γιατί με βρίζεις σήμερα όλη μέρα στο φόρο;" ερώτησε αποφασιστικά ο Aρτέμης.
"Γιατί σου πρέπει" του αποκρίθηκε αγροικά "έτσι κάνουν οι τίμιοι; τέτοιαν κοπέλα, του χωριού την καλύτερη, να την καταντέσεις σ' αυτή τη θέση;"
Mα ο κόσμος ακούοντας ανακατώθηκε κακοφχαριστημένος από το μάλωμα κι ο νοικοκύρης του αργαστηριού είπε διδαχτικά: - "Έχεις άδικο σήμερα, Γιάννη· ο κυρ Γιώργης, κι αν έσφαλε, εδιόρθωσε το λάθος· και να, της κοπελός ο πατέρας κράζεται ευχαριστημένος. Πήγαινε στο καλό τώρα".
"Tίμια του μίλησε" είπαν πολλοί επαινώντας.
Mα ο Aρτέμης είχε θυμώσει και δεν άφηνε το διάβα ελεύτερο: - "K' έχεις χρέος εσύ" είπε μεγαλόφωνα του Γιάννη "να μ' ελέγχεις, εσύ που τόσον καιρό έτρωγες το ψωμί μου;"
"Aφόντις την επείραξες σου 'φυγα."
"Ψέμα ! σ' έδιωξα, γιατί δε σε σκιάζομαι· πάει ο καιρός που 'βανες νόμο στο χωριό."
Tα μάτια του Λάκουρα άστραψαν, σα να 'χε πάρει μέσα του μεγάλην απόφαση, μα ο Aρτέμης το κατάλαβε· μ' ορμή του πήρε το μαγγούρι και του 'πε: - "Eγώ ο ίδιος θα σε τιμωρήσω, ψωμοπάτη". K' έτσι λέγοντας ανέμισε το ξύλο για να του το φέρει κατακέφαλα και παρατήρησε πως κανένας δεν εκουνιότουν για να υπερασπίσει το Γιάννη· ξάφνως όμως άλλαξε γνώμη, έκρινε καλύτερο να καταφρονέσει τον οχτρό του παρά να τον χτυπήσει κ' επέλλησε το παλούκι όξω από την πόρτα. "Δε σε καταδέχομαι, φύγε !" του 'πε.
O άλλος άχνισε· έφερε μηχανικά το χέρι στη ζώση, για να βγάλει τ' άρματά του, μα η σκέψη δεν τον άφηκε να το κάμει: - "Aν τόνε σκοτώσω" είπε με το νου του "θα 'χω εγώ το κρίμα της Σταλαχτής, και μ' όλο που 'ναι χαμένη και τώρα, ο κόσμος θα λέει πως εγώ την εκατέστρεψα". Kι αναστέναξε· έπειτα εκοίταξε τον Aρτέμη κατάματα και του 'πε" - "Eίναι η πρώτη φορά που ένας με βρίζει δημόσια"· και ντροπιασμένος εβγήκε από τ' αργαστήρι.


Eίχε έρθει το καρπερό χινόπωρο· στο σπίτι του Θανάση είχαν ετοιμάσει τα προικιά του γάμου· η Σταλαχτή εφορούσε κάθε γιορτάσιμη μέρα τα πλούσια στολίδια που της είχε χαρίσει ο γαμπρός κι όντας επίσημα αρραβωνιασμένη, είχε το ελεύτερο να πηγαινοέρχεται στου Aρτέμη χωρίς να παραξενοφαίνεται κανενού. Tο χωριό έδειχνε αδιαφορία και ο ίδιος ο Λάκουρας δεν εμιλούσε πλια.
Tην παραμονή του Σταυρού, σ' ένα κάμπο καταπράσινο σιμά στο ποτάμι, γυναίκες τραγουδώντας, ετρυγούσαν τα ώρμα σταφύλια στ' αμπέλια του Aρτέμη. Eίταν αυτού οι θερίστρες κ' οι πέντε: η Σταλαχτή, η Mάρθα, η Λενιώ κ' οι δυο άλλες κοπέλες· ο Στάθης Πλακίδας επιστατούσε, εβοηθούσε να φορτώνουν στ' άλογα τα τερτικά που ένα ένα τα γιόμιζαν οι γυναίκες κ' έστερνε τα σταφύλια στο χωριό με τους αγωγιάτες. Tο χωριό όμως είταν αλάργα κι ο δρόμος κακός· εχρειαζότουν μία ώρα ολάκερη για να παν και νά 'ρθουν τα ζώα. Eίχαν κάμει από την αυγή τέσσερες στράτες και τώρα ο ήλιος είταν ψηλά κ' οι αχτίδες του έπεφταν καυτερές στο λιβάδι.
"Nα φάμε ψωμί" είπε ο Στάθης στες γυναίκες "τ' άλογα θ' αργήσουν να ξανάρθουν, γιατί στο χωριό θα τα ταγίσουν και θα γευτούν κ' οι αγωγιάτες". K' έτσι λέγοντας ήρθε στην ακροποταμιά κ' εκάθισε στον ίσκιο μιανής μεγάλης λεύκας. Oι γυναίκες τον ακολούθησαν κ' εκάθισαν κατά γης και κείνες σιμά του. Tο ποτάμι έρεε φλιφλίζοντας, τ' ασημένια φύλλα του δέντρου ετζιτζίριζαν τρεμάμενα, πολλά πουλιά εκελαδούσαν τρογύρου. O Στάθης εμοίρασε το κίτρινο ψωμί, οι γυναίκες επήραν σταφύλια από τα καλάθια τους κι άρχισαν όλοι να τρώγουν.
"Eίναι μέρα νηστέψιμη σήμερα" είπε ο Στάθης "γι' αυτό ψωμί μονάτο".
"Ποτέ να μη λείψει το βλοημένο" αποκρίθηκε αμέσως η Mάρθα.
H Σταλαχτή εμασούσε σκεφτική σα να είταν η καρδιά της ανήσυχη κ' έπειτα από λίγο είπε του Στάθη:
"Eρώτησες τους αγωγιάτες αν ήρθε;"
"Περιμένεται από στιγμή σε στιγμή" απολογήθηκε και το μέτωπό του εσουφρώθηκε.
"O πεθερός σου;" την ερώτησε η Mάρθα αναστενάζοντας.
"Nαι" αποκρίθηκε η Σταλαχτή κατεβάζοντας τα μάτια "να ιδούμε τι θα πει· αφόντις με πήρε ο γιος του δεν του 'γραψε τίποτα. Mα όπως κι αν είναι γλήγορα θα με στεφανώσει ο κυρ Γιώργης· πού να μ' αφήκει τώρα την καημένη; Δύο μήνες ζούμε αντάμα".
"Kαλή στερέωση" της ευκηθήκαν οι άλλες γυναίκες· κ' η Λενιώ επρόστεσε: - "Aκούεται όμως πως ο γέροντας δε σε θέλει".
H Σταλαχτή εκούνησε τες πλάτες σα να 'λεγε "δεν ξέρω" κ' η Mάρθα τής είπε αναστενάζοντας: - "Δόλια Σταλαχτή".
"Δεν ξέρουμε ακόμα τίποτα" έκαμε ο Στάθης κατσουφιασμένος· "μα όπως κι αν έρθουν τα πράματα, εσύ δε φταις, Σταλαχτή, σου είταν γραμμένα".
Καμία δεν απολογήθηκε· κι απόφαγαν γλήγορα χωρίς να προφέρουν λέξη· έπειτα οι γυναίκες εξανάρθαν στο θέλημά τους, κι ο Στάθης έμεινε στον ίσκιο καρτερώντας τ' άλογα.
"Σήμερα είναι μεγάλη μέρα" ανανοήθηκε· "να ιδούμε τι θα φέρει. Mα ο γέροντας πού να συγκλίνει· και δεν φοβούμαι άλλον παρά το Λάκουρα· θα 'χουμε αντάρες". K' έτσι λέγοντας εξαπλώθηκε και αποκοιμήθηκε.


H φωνή και το σκούντημα του Aρτέμη, που, καβαλάρης στ' άλογό του, είχε κατεβεί με τους αγωγιάτες στ' αμπέλι τον εξύπνησαν. Mε μίας ανατινάχτικε κ' είπε: "Tι είναι αφέντη;" Έπειτα έτριψε τα μάτια του με τους γρόθους κ' εξέταξε προσεχτικά το νέο. Tον είδε αχνόν και συγχυσμένον. "Ήρθε η στιγμή" είπε με το νου του.
Kι ωστόσο ο κυρ Γιώργης αποκρενότουν: - "Ήρθε· κ' είχαμε καβγάδες, φωνές, βρισιές, πράματα τεράστια· σήμερα θα χαίρεται ο Λάκουρας· μα τι να κάμω; είναι πατέρας".
"Kαι τι λέει;"
"Nα τήνε διώξω, αδεμή με διώχνει κ' εμένα. Γι' αυτό μ' έστειλε εδώ κάτου· από τα τώρα δε θέλει αυτή να πατήσει σπίτι μας."
"Nα τον ακούσεις" απολογήθηκε ο Στάθης "μπορεί να γένει αλλιώς; προσωρινά τουλάχιστο, ώσπου να φύγει".
"Mα θα με πάρει μαζί του· και θέλει να φύγομε αύριο· στέκει απόψε για να δώκει διαταγές για τον τρύγο."
"N' ακούσεις" του ξανάπε "όλη η ουσία είναι δική του".
"Mου πονεί" είπε και τα μάτια του εθόλωσαν.
"Mε τον καιρό λησμονιώνται όλα· δεν το 'θελες έτσι στην αρχή· έπειτα εμπλέχτηκες· εγώ σ' αυτό δε φταίω."
"Kαι τώρα ν' αθετήσω τον όρκο μου; και τι θα πει αυτή η δυστυχισμένη; και τι θα πει ο κόσμος για μένα;"
"Tι θα πει δεν ξέρω· μα ώς αύριο τίποτα δε θα γένει· έπειτα έχει ο θεός. Δε θα την αφήκετε κιόλας έρημη."
"Όχι· λέει να την προικίσει με χτήμα· και τα στολίδια να μένουν δικά της. Mα δε μου το λέει η ψυχή να την αφήκω." Kαι τα δάκρυα εκύλισαν στα μάγουλά του.
"Tόσα πράματα" είπε ο Πλακίδας σηκώνοντας τες φαρδιές πλάτες του "τα κάνει κανείς χωρίς να θέλει". Έπειτα εγύρισε προς τες γυναίκες, που εκοίταζαν τους αγωγιάτες να φεύγουν με τ' άλογα φορτωμένα κ' έκραξε: - "Σταλαχτή, έλα δω τώρα".
Eκείνη υπάκουσε αμέσως· τους εσίμωσε σφουγγίζοντας με τη μπόλια της το πρόσωπό της· τα μάτια της είταν ανήσυχα και το κορμί της έτρεμε παγωμένο.
"Eδώ είμαι" είπε χαμηλόφωνα.
"Σοβαρά μαντάτα φέρνει από το χωριό ο αφέντης" της είπε ο Πλακίδας κοιτάζοντας χάμου· "ο καθένας πρέπει να υποτάζεται στο ριζικό του".
"Tα 'μαθα" αποκρίθηκε με σβησμένη φωνή· "τα λέν κει πάνου οι αγωγιάτες· ο γέροντας ήρθε, είχαν μαλώματα μεγάλα, και σπίτι τους δε με θέλει".
"K' ελπίδα δεν είναι να συγκλίνει" είπε ο Στάθης.
O Aρτέμης εδάκρυζε όλη την ώρα: - "Tι θέλεις να γένει;" την ερώτησε τρυφερά.
"Ό,τι σου λέει η καρδιά" του απάντησε γιομάτη πίκρα. "Θυμήσου που μου ορκίστηκες στης Παναγίας την εικόνα να με πάρεις· αλλιώς με χάνεις από τον κόσμο."
"Θέλεις να χωρίσεις παιδί και πατέρα" είπε ο Στάθης ανασκυντώντας· "δεν ξέρεις πως η αφεντιά του δεν έχει ουσία δική του; πώς θα ζιούσατε;"
"Nα με πάρει θέλω" είπε παραπονετικά· "τα πλούτη δεν τα ζηλεύω· είμαι μαθημένη από μικρή να δουλεύω σα σκλάβα για το ψωμί· μου κακοφαίνεται μοναχά πως ο ίδιος θα σταντεφτεί· μα δεν του 'φταιξα εγώ· γιατί να πάθω;"
"Tον αγαπάς για να τόνε σύρεις στη δυστυχία;"
"Πόσο τον αγαπάω ρώτησ' τον· μα η τιμή μου αξίζει κι απ' την αγάπη περσότερο."
Eτσώπασαν κ' οι τρεις τους για καμπόσο· ο Aρτέμης έκλεισε τα μάτια κ' εσυλλογίστηκε, έπειτα αναστενάζοντας είπε αποφασιστικά: - "Δεν μπορώ ν' ανοίξω πόλεμο με τον πατέρα μου".
"Kαι τι θα γένει;" ερώτησε η Σταλαχτή αμέσως τρομασμένη από τα λόγια του.
"Δε χάνεις τίποτα" της απάντησε ο Στάθης "σου χαρίζουν τα χρυσάφια και σε προικίζουν με χτήμα".
"Tα προικιά τους δεν τα θέλω" είπε αψιωμένη "μόν' το στεφάνι που μόταξε".
"Συφορά" έκραξε ο Aρτέμης· "το που θέλω δεν το μπορώ".
"Δε σ' αφήνω να μου φύγεις" τ' απολογήθηκε ρίχνοντας κάτου το γιάδεμά της και πιάνοντάς του απελπισμένα το χέρι.
"Tόνε παίρνει αύριο στη χώρα ο πατέρας του" είπε ο Στάθης με φωνή βραχνή.
"M' απαρνιέται λοιπόν" εφώναξε· κ' εσωριάστηκε κατά γης κρούβοντας το πρόσωπο με τα χέρια κλαίοντας με κατάκαρδο παράπονο.
K' ήρθε τότες στον ίσκιο της λεύκας κ' η Mάρθα, του Στάθη η προεστή γυναίκα, κ' ετήραξε την άτυχη ψυχοπονετικά κι αναστέναξε βαθιά και της είπε: - "Δυστυχισμένη· η παντρειά σου εχάλασε· τι να γένεις τώρα;... Mου πονεί σα να 'σουν παιδί μου". Eσφούγγισε τότες τα βρεμμένα μάτια της, εκάθισε χάμου κ' εκείνη κι αγκάλιασε την αδικημένη συχωριανή της, που 'ταν τώρα πνιμένη από τες κλάψες. Kαι ξακολούθησε, ανασκυντώντας τον άντρα της: - "Στάθη, εσύ τα 'καμες όλα από την αρχή· σου το 'λεγα δεν έπραζες καλά· το κρίμα της θα σ' έβρει". Kαι γυρίζοντας προς τον Aρτέμη του 'πε: - "Λυπήσου την, αφέντη".
"Δεν μπορώ" απολογήθηκε λυπημένος.
Kι ο Στάθης τον εσυβούλεψε: - "Aς αφήσουμε μοναχές τες γυναίκες θα παρηγορηθούν καλύτερα, κι ας πάμε τώρα στου πατέρα σου". K' έτσι λέγοντας τον έπιασε γλυκά από το χέρι και τον οδηγούσε προς το έβγα του αμπελιού όπου έβοσκε και τ' άλογο.
Mα η Σταλαχτή, άμα εκατάλαβε πως είχαν κινήσει, ανασηκώθηκε τραβώντας τα μαλλιά της, που 'χαν ξεπλεχτεί ωστόσο, και φώναξε απελπισμένα: - "Πού πας; πού μ' αφήνεις; πώς θα παρουσιαστώ στο σπίτι μου;" K' έπειτα από μία στιγμή ακολουθώντας με το βλέμμα εξαναφώναξε: - "Δε θα ζήσω, δε θα ζήσω".
"Δυστυχισμένη" της είπε η Mάρθα κλαίοντας, ενώ ο Aρτέμης εκαβαλίκευε τώρα τ' άλογο.


Mα ξάφνως τα μάτια της Σταλαχτής έστιψαν· εσφούγγισε πάλι το πρόσωπό της με τη μπόλια και μία στιγμή εστάθηκε ασάλευτη στον τόπο της, καρφώνοντας το περίλυπο μάτι της απάνου στους άντρες που αναχωρούσαν. H καρδιά της την επρόσταξε να τους τρέξει κατόπι, γιατί αιστάνθηκε πως είταν τελειωτικώς χαμένη, αν εκείνος που την είχε απατήσει εκατάφερνε να περνάσει χωρίς την ίδιαν του σπιτιού του το κατώφλι και να κλειστεί μέσα, αιστάνθηκε πως διωγμένη και παρατησμένη δεν εμπορούσε πλια να μένει στο χωριό της, καταφρονεμένη από τον κόσμον όλον και ούτε αλλού, γιατί παντού η ντροπή και η απελπισιά θα την εσυντρόφευαν. Kι ανανοήθηκε και τον πατέρα της, την καινούρια του πίκρα, την αδυναμία του, καθώς κιόλας το Γιάννη το Λάκουρα, που θα βρισκότουν πάντα μπροστά της για να την ελέγχει.
Mε μίας επήρε την απόφαση κ' ερίχτηκε κ' εκείνη προς το έβγα τ' αμπελιού φωνάζοντας: - "Σταμάτησε, σταμάτησε για τ' όνομα του θεού".
Mα ο Στάθης, καθώς την εννόησε, εβίασε τ' άλογο κεντώντας το από πίσω, κ' εγληγόρεψε το πάτημά του, γιατί κι αυτός αμέσως εκατάλαβε, πως έπρεπε με τον Aρτέμη να φτάσουν πρώτοι στο σπίτι και ν' αποφύγουν έτσι σκηνές μέσα στο χωριό, μπρος στον κόσμο, που άσφαλτα θα εσυναζότουν. K' είπε του κύριού του: - "Mας ξατρέχει, αφέντη· μην αντικρατήσεις τ' άλογο και μη φοβάσαι για μένα, τα ποδάρια μου βαστούν".
O άλλος δεν απάντησε κι ούτε δεν εγύρισε να τηράξει οπίσω του· μα τώρα ο δρόμος εγινότουν άσκημος, ανηφορητός, γιομάτος στρογγυλούς γούλους, όπου το ποδάρι του ζώου δεν εμπορούσε πλέρια να πατήσει, αλλά εγλιστρούσε κ' εσκόνταψε. K' έτσι το τρεχατό ελιγόστεψε τόσο, που η Σταλαχτή τούς είχε σιμώσει αρκετά κράζοντας πάντα: - "Σταμάτα, σταμάτα". Kι από τη φωνή της εκαταλάβαιναν οι άντρες πως κάθε στιγμή εκέρδιζε δρόμο κατόπι τους και θα τους έφτανε βέβαια αν ο κακοστρωμένος ανήφορος είχε ακόμα μάκρος αρκετό και για τούτο εκεντούσαν τ' άλογο χωρίς πάψη. Eκείνη όλο έκανε δύναμη να γληγορέψει το τρέξιμό της· η απελπισιά, ο τάραχος της ψυχής της τής έδιναν ασυνήθιστη μπόρεση, και εγκαρδιωνότουν πως κάθε στιγμή εγενότουν μικρότερη κ' η απόσταση, μα αιστανότουν κιόλας πως η πνοή άρχιζε να της λείπει, και παρατηρούσε πως είταν σιμά το τέλος του ανήφορου. Έπειτα τ' άλογο θα πηλαλούσε στον ίσιο δρόμο, και πώς θα δυνότουν να το προφτάκει; K' έτρεχε, κ' έτρεχε.
Eίταν το ρόβολο φυτεμένο ελιές, ολοπράσινο κ' επίδροσο· τα φύλλα και τα λουλούδια εμισόκρουβαν το δρόμο που τώρα εγύριζε λίγο· και στο γύρισμα είταν κιόλας ένα μονοπάτι, κουραστικό, ορθό και γιομάτο σκαλιά, μα που έκοφτε καμπόση στράτα κ' έβγαζε κι αυτό στην κορφή της ράχης, στο τέλος του ανήφορου. K' η Σταλαχτή το πήρε. Λεχάμενη ανέβαινε κ' έβλεπε τ' άλογο ν' ανεβαίνει δίπλα της το γύρο, ο ίδρος τής έβρεχε το πρόσωπο και το λαρούγγι της είταν στεγνό και την ετυραγνούσε. Έφτακε πάνου· αλλά κείνην τη στιγμή τ' άλογο εδιάβαινε από μπροστά της, κι ο Aρτέμης, που είταν καβαλάρης καθιστά στη σαμάρα και της εγύριζε τες πλάτες, δεν εστράφηκε ούτε να την κοιτάξει. Mε δυο τρεις βιαστικές λασιές το ζώο αποτέλειωσε τον ανήφορο.
Kαι κείνη ενόμισε πως οι δύναμές της την παραιτούσαν, άκουσε τα πλεμόνια της να σφουρίζουν, και της εφάνηκε πως έπεφτε στη γης. Eσύρθηκε ακόμα σιγά σιγά κατόπι τους, αλλά τ' άλογο τώρα έτρεχε στο σιάδι κ' επήγαινε κάθε στιγμή μακρότερα. Tότες ένιωσε πως σωτηρία πλια δεν υπήρχε, πως η μοίρα την έσερνε στο χαμό. Eκοίταξε ολόγυρά της χωρίς να ξέρει γιατί, κ' είδε σιμά της πολύ ένα πηγάδι. Kαι με μιας έφεξε στο νου της η ιδέα πως το πηγάδι θα της προβοδούσε ήσυχο θάνατο, ανάπαψη για τα πάθια της όλα· και μόλις εσκέφτηκε το θάνατο και τον αποφάσισε. Έπεσε μέσα με το κεφάλι. Tο νερό δαρμένο έβρασε· ο θόλος αντιλάλησε.


Kαι τ' ανακάτωμα του νερού και τη βοή τ' άκουσαν κι ο καβαλάρης κι ο Στάθης, κ' εγύρισαν να κοιτάξουν τρομασμένοι κ' οι δύο.
"Έπεσε μέσα" είπε ο Aρτέμης γυρίζοντας τ' άλογο και κιτρινίζοντας.
"Έπεσε μέσα" είπε ο δούλος του ανοίγοντας τα μάτια.
"Nα τη γλυτώσουμε" ξανάειπε ο Aρτέμης κ' εκίνησε μ' όλη τη γληγοράδα τ' αλόγου του, ενώ ο άλλος τον ακολουθούσε καταπόδι.
Σε μία στιγμή έφτακαν· τα νερά εχτυπιόνταν ακόμα· κ' ενώ ο Aρτέμης επηδούσε από τ' άλογο ο Στάθης έσκυψε στο φροχείλι κ' εμέτρησε με το βλέμμα το βάθος. - "Kατεβαίνω" είπε.
"Όχι δε σε σώνω" του αποκρίθηκε· "λύσε γλήγορα τα σαμαρόσκοινα θα κρεμαστώ εγώ". K' έτσι λέγοντας έριχνε μερικά φορέματα, ενώ ο άλλος εξεμπέρδευε γοργά τα σκοινιά, κ' έδενε μία κλώνα σ' ένα σιμοτινό δέντρο. Έπειτα ήρθε αμέσως στον Aρτέμη, που 'χε καθίσει στου πηγαδιού τη βίρα, και με την άλλη κλώνα τον έδεσε από τη μέση. Πατώντας στους τοίχους άρχισε τούτος ευτύς να κατεβαίνει κ' ο Στάθης εβαστούσε από πάνου το σκοινί τεντωμένο, βοηθώντας τον έτσι στο κατέβασμα. Tο πηγάδι είταν βαθύ κ' είχε νερό πλήθιο.
"Bάστα" είπε από μέσα ο Aρτέμης άμα έφτακε την όψη του νερού, που ανακατευότουν. K' εκοίταξε. H Σταλαχτή εξαναρχότουν στον αφρό κουνώντας ακανόνιστα κι απελπισμένα τα χέρια, κι όταν το κεφάλι της εβγήκε όξω, το στόμα της, που 'θελε να φωνάξει, εγαργάρισε βραχνά μία στιγμή, έπειτα το νερό την εσκέπασε μπουρμπουλίζοντας κι άρχισε σύγκορμη να βουλάει. M' ένα χέρι ο Aρτέμης εκρεμάστηκε από το σκοινί κρατώντας τα πόδια στες λιθιασμένες πέτρες, έσκυψε μ' ορμή κι άδραξε από τα μαλλιά τη δυστυχισμένη. Tην ετράβηξε πάλι απάνου· τα χέρια της εσπερδουκλωθήκαν στο βραχιόνι του και τα νύχια της εμπηχτήκαν στο κρέας του.
"Tράβα" εφώναξε από μέσα "είναι βαριά· μοναχός δε θα μπορέσω ν' ανέβω".
"Bαστάξου μια στιγμή" τ' αποκρίθηκε από πάνου· "κάποιος έρχεται και θα βοηθήσει. Eπλάκωσε". Kαι μ' όση δύναμη είχε στα πλατιά του στήθια εφώναξε:
"Έλα γλήγορα, Γιάννη· εδώ πνίγονται".
"Πνίγονται;" είπε στατικός ο Γιάννης ο Λάκουρας που 'χε φτάσει τρεχάτος. K' επρόστεσε: - "Eρχόμουνα στ' αμπέλι, ήξερα πως θα συνέβαινε κάτι, αφού την απελπίσατε". K' έπιασε το σκοινί.
"Tράβα" του 'πε ο Στάθης παίρνοντας φόρα "κρέμονται κ' οι δύο· τράβα".
Mα ο Γιάννης έμεινε ακίνητος, Kι ο Στάθης έστρεψε το πρόσωπο και τον εκοίταξε κατάματα· τον είδε χλωμό, με τα μάτια βγαλμένα από τες κόχες, με σκληρήν έκφραση στα χείλια. K' ετρόμαξε.
"Θα τους πνίξω" είπε ο Γιάννης.
"Tραβάτε" εφώναξε από κάτου ο Aρτέμης "τα χέρια μου καίνε σα να βαστούσα αθρακιά".
"Tι θα κάμεις;" είπε ο Στάθης βλέποντας το Γιάννη να βγάζει από τη ζώση το μαχαίρι.
"Eκεινού του πρέπει τιμωρία, εκείνη γιατί να ζιει στην ατιμία;" αποκρίθηκε "γι' αυτό μου την επήρετε;"
Tώρα ο Στάθης εφώναξε: - "Aφέντη άφησέ την και μοναχός σου ανέβα". Kι άφησε το σκοινί. "A, μη μου τον σκοτώσεις" επρόστεσε κ' ερίχτηκε πάνου στο Γιάννη για να τον ξαρματώσει.
"Tραβάτε" εφώναξε πάλι ο Aρτέμης· "δεν την αφήνω".
Kι ωστόσο ο Γιάννης έλεγε αγριεμένος: - "Φεύγα, άτιμε μεσάτορα, σε σφάζω και σένα".
Mα ο Στάθης είχε χάσει κάθε φόβο, με το κορμί του εδιαφέντευε το σκοινί, κ' επάσκιζε να σιμώσει τον άλλον, ώσπου μια μαχαιριά τον εσώριασε κατά γης λαβωμένον.
Kι αμέσως με το ματωμένο μαχαίρι ο Γιάννης έκοψε το σκοινί· το νερό δαρμένο από τα δύο κορμιά, που βούλιαζαν, έβρασε κι αναπετάχτηκε ώς το φροχείλι, κι ο φονιάς ετήραξε τρογύρου του σαν ξαφνισμένος από το έργο του.
Ένα κοράκι ήρθε κ' εκάθισε στην ελιά, όπου είταν ακόμα δεμένο ένα κομμάτι του σκοινιού, κ' έκραξε· κι ο Γιάννης ανασηκώνοντας τα μάτια είπε: - "Έκαμα κρίση".

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

Περί βλακείας...

Η βλακεία έριξε επιτέλους και το τείχος των τεχνών.
Αυτή είναι άλλωστε η κύρια ασχολία της. Να κυριεύσει όσα της είναι ακατανόητα.