t


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες


Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

Χριστούγεννα με Παπαδιαμάντη- Χρόνια Πολλά!

 Καλά Χριστούγεννα & Ευτυχισμένο 2025!

Ο καιρός ήτον γλυκύς καὶ μαλακός. Είχε κάμει σφοδρόν χειμώνα προ των Χριστουγέννων.
Ο καπετὰν Ηλίας ελογάριαζεν ότι θα είχε καιρόν να φθάση, το αργότερον, την εσπέραν της παραμονής του Αγίου Βασιλείου, εις την μικράν νήσον του, απέχουσαν περί τα τριάντα ναυτικά μίλια από τον Βόλον.
Και με όλα τα εναντία και τα ενδεχόμενα, και αν τυχόν θα ηναγκάζετο, από παρακαιρόν, να πλησιάση εις κανέν από τα προσφιλή λιμανάκια του, τα εντός του κόλπου ή τα έξω, εις το πέλαγος - επειδή ήτο πολύ συντηρητικός, και προβλεπτικός, ως κυβερνήτης πλοίου, και δεν του ήρεσκε ν᾿ αρμενίζη την νύκτα αφ᾿ εσπέρας, ειμή μόνον μετα τα μεσάνυκτα, όταν θα είχεν ημέραν εμπρός του. Τα λιμανάκια ταύτα δεν εχρειάζοντο κατάστιχον δια να καταριθμηθώσιν! ήσαν η Χονδρή Άμμος, το Ελαφοκκλήσι, ο Άι-Σώστης, το Απάγκειο και ο Χαμογιαλός...


Αλεξανδρος Παπαδιαμάντης
Τα λιμανάκια

Τέλος, ἀφοῦ ἔφερε πολλὲς βόλτες, ἐντὸς τῆς παραθαλασσίας ἀγορᾶς τοῦ Βόλου, ὁ καπετὰν Ἠλίας τῆς Μπαμπλένως ― καὶ ποῦ νὰ θυμηθῇ ὅλας τὰς παραγγελίας ὅσας τοῦ εἶχον φορτώσει ἀπὸ τὸ νησὶ οἱ καλοὶ πατριῶταί του! Ἔπρεπε νὰ ἦτον ὁ νοῦς του κατάστιχον τοῦ Δελχαρόγιαννου τοῦ χασάπη, ἢ ἔπρεπε νὰ ἦτον ἀποθήκη παλαιῶν πραγμάτων τοῦ γερο-Πανᾶ, διὰ νὰ τὰ ἐνθυμῆται ὅλα, μὲ αὔξοντα ἀριθμόν, μὲ εἶδος καὶ ποσόν, καὶ μὲ ὄνομα. Ἄλλος τοῦ εἶχε δώσει προκαταβολὴν πενῆντα λεπτὰ διὰ νὰ τοῦ ἀγοράσῃ ἕνα τρυγολόγον* ἢ ἕνα κυρτὸν σουγιάν, «γκέκαν» καλούμενον, καὶ ἄλλος τοῦ εἶχε δώσει δύο δραχμὰς διὰ νὰ τοῦ φέρῃ μισὴ δουζίναν πιᾶτα. Ἄλλος τοῦ εἶχε παραγγείλει λαιμοδέτην, ἄλλος καπέλον, καὶ ἄλλος ἕνα κεφαλοτύρι. Ὁ Γιάννης ὁ Ἀντώναρος τοῦ εἶχε παραγγείλει μίαν σβάρναν διὰ τὸ ἰσοπέδωμα τῶν βώλων τοῦ χώματος μετὰ τὸ ὄργωμα, κ᾿ ἡ Μαργαρὼ τῆς Πασσίνας τοῦ εἶχε δώσει λεπτὰ διὰ νὰ τῆς ψωνίσῃ κουντοῦρες* κόκκινες ἢ παντόφλες μυτερές.
Ἀφοῦ ἐψώνισεν ὅλας τὰς παραγγελίας, ὅπως ἐνθυμήθη, καὶ τὰς ἐπὶ πιστώσει καὶ τὰς ἐπὶ προκαταβολῇ, καὶ τοῦ ἔμειναν ἀκόμη 1,20 ἀπὸ τὰ ξένα λεπτά, ὅσα εἶχε βάλει χωριστὰ εἰς μίαν σακκούλαν, καὶ τὰς ἔβαλεν εἰς τὸ ἀριστερὸν θυλάκιον τοῦ γελέκου, διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ τὸ μικρὸν τοῦτο ποσὸν εἰς πάντα ὅστις θὰ τὸ ἀπῄτει ―μὰ δὲν ἦτον τὸ μυαλό του ρολόι διὰ νὰ τὰ ἐνθυμῆται ὅλα· ἕνας νοῦς, κι αὐτὸς ρωμαίικος― ἐμβαρκάρισεν εἰς τὴν βρατσέραν, ὣς τρεῖς ὧρες νύκτα, μὲ σκοπὸν ν᾿ ἀποπλεύσῃ μετὰ τὰ μεσάνυκτα.
Ἐξημέρωνεν ἡ 30 Δεκεμβρίου.
Ὁ καιρὸς ἦτον γλυκὺς καὶ μαλακός. Εἶχε κάμει σφοδρὸν χειμῶνα πρὸ τῶν Χριστουγέννων.
Ὁ καπετὰν Ἠλίας ἐλογάριαζεν ὅτι θὰ εἶχε καιρὸν νὰ φθάσῃ, τὸ ἀργότερον, τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, εἰς τὴν μικρὰν νῆσόν του, ἀπέχουσαν περὶ τὰ τριάντα ναυτικὰ μίλια ἀπὸ τὸν Βόλον.
Καὶ μὲ ὅλα τὰ ἐναντία καὶ τὰ ἐνδεχόμενα, καὶ ἂν τυχὸν θὰ ἠναγκάζετο, ἀπὸ παρακαιρόν*, νὰ πλησιάσῃ εἰς κανὲν ἀπὸ τὰ προσφιλῆ λιμανάκια του, τὰ ἐντὸς τοῦ κόλπου ἢ τὰ ἔξω, εἰς τὸ πέλαγος ― ἐπειδὴ ἦτο πολὺ συντηρητικός, καὶ προβλεπτικός, ὡς κυβερνήτης πλοίου, καὶ δὲν τοῦ ἤρεσκε ν᾿ ἀρμενίζῃ τὴν νύκτα ἀφ᾿ ἑσπέρας, εἰμὴ μόνον μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ὅταν θὰ εἶχεν ἡμέραν ἐμπρός του. Τὰ λιμανάκια ταῦτα δὲν ἐχρειάζοντο κατάστιχον διὰ νὰ καταριθμηθῶσιν! ἦσαν ἡ Χονδρὴ Ἄμμος, τὸ Ἐλαφοκκλήσι, ὁ Ἁι-Σώστης, τὸ Ἀπάγκειο καὶ ὁ Χαμογιαλός. Καὶ δὲν θὰ ἦτο βεβαίως ἀνάγκη νὰ προσεγγίσῃ εἰς ὅλα, ὅπως ἄλλοτε τοῦ εἶχε συμβῆ. Ἀλλὰ τώρα ἔπρεπε νὰ εὑρίσκεται τὴν παραμονὴν τοῦ Ἁγίου Βασιλείου εἰς τὴν νῆσόν του, διὰ νὰ ἀποβιβάσῃ ὅλα τὰ ἐμπορεύματα καὶ τὰς παραγγελίας, διὰ νὰ ἑορτάσουν οἱ ἄνθρωποι τὴν Πρωτοχρονιάν, μὲ χαρὰν καὶ ὑγείαν.
*
* *
Ἀφοῦ ἔπλευσε πέντε μίλια ἐντὸς τοῦ κόλπου, εἰς τὰς τρεῖς μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἐσηκώθη ἄνεμος, ὁ ὁποῖος ἐφαίνετο νὰ ἔρχεται ἀπὸ ἄλλα μπογάζια, ἀπὸ τὰ στενὰ τὰ μεταξὺ Εὐβοίας καὶ τῆς Στερεᾶς. Ὁ ἄνεμος αὐτὸς δὲν ἦτον πολὺ σφοδρός, οὔτε κυρίως ἐναντίος, ἀλλ᾿ ἦτον ὀχληρός. Ἐπειδὴ ἦτον νύκτα ἀκόμη ―ἤθελε τρεῖς ὧρες νὰ χαράξῃ, τέσσερες ὣς ποὺ νὰ βγῇ ὁ ἥλιος― κ᾿ ἐπειδὴ ἦτον χειμώνας καιρός, ὁ καπετὰν Ἠλίας, διὰ τὸ ἀσφαλέστερον ἐγύρισε τὴν πλώρην πρὸς τὸν Γραῖον, κατὰ τὴν στεριάν, κ᾿ ἐπῆγε κ᾿ ἤραξεν εἰς τὴν Χονδρὴν Ἄμμον.
Μόλις ηὗρε τὸν βυθὸν ἡ ἄγκυρα, κι ὁ ἄνεμος ἐφάνη ὅτι ἐκόπασεν ἐντὸς τοῦ κόλπου. Ἡ βοὴ ἔπαυσε νὰ ἔρχεται ἔξωθεν, ἀπὸ τὸ στόμιον τοῦ μικροῦ ὅρμου. Ὁ κυβερνήτης τῆς βρατσέρας, διὰ νὰ μὴ χασομερᾷ, ἐσαλπάρισε πάλιν, ἰσάρισε* τὲς μποῦμες* τῶν δύο καταρτιῶν, τὰς ὁποίας μόλις εἶχε μαϊνάρει, ἔβαλε πλώρην πρὸς ἀνατολὰς κ᾿ ἔπλευσε πρὸς τὸ Τρίκκερι, τὸ ὑψηλὸν ἀκρωτήριον, τὸ κλεῖον τὸν Παγασιτικόν.
Ἀλλὰ πρὶν φθάσῃ ἀκόμη ἐκεῖ, καὶ πρὶν δυνηθῇ, εἰς τὰς πρώτας ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου ν᾿ ἀντικρύσῃ τὰς κοκκινωπὰς οἰκίας τοῦ γραφικοῦ χωρίου, εἰς τὸ ὕψος τοῦ λόφου, ὁ ἄνεμος ἐφάνη ὅτι ἐτράπη πρὸς ἀνατολάς, καὶ ἤρχετο ἀντίπρῳρα εἰς τὴν βρατσέραν. Ἀκόμη δὲν εἶχε χαράξει καλά! Ὁ καπετὰν Ἠλίας τῆς Μπαμπλένως ἐστράφη ἀριστερά, κ᾿ ἐπῆγε κ᾿ ἔρριψε τὴν ἄγκυραν εἰς τὸ Ἐλαφοκκλήσι, τὸν μικρὸν ὡραῖον λιμενίσκον. Ἴσως ἐκεῖ ἦσαν οἱ Ἀφέται τῶν ἀρχαίων.
Ὁ ἄνεμος ἦτο πράγματι ἀπηλιώτης, καὶ ὅσο πήγαινεν ἐφρεσκάριζε. Ὁ Ἠλίας τῆς Μπαμπλένως εἶχε τόσα ἐμπορεύματα εἰς τὸ ἀμπάρι ―ὀρύζια, καπνά, πάστες, βαρέλια ρωμιοῦ καὶ ρακίου― τόσας παραγγελίας εἰς τὴν κάμεραν τῆς πρύμνης. Δὲν τὸν ἔμελεν ἂν αὐτὸς ἢ τὸ σκάφος ἐκινδύνευε, τὸν ἔμελεν ὅμως πολὺ διὰ τὰ πράγματα τὰ ξένα.
Ἡ βρατσέρα του ἦτο συγχρόνως ἡ Πάραλος καὶ ἡ Σαλαμινία τῆς μικρᾶς νήσου. Ὅπως λέγουν ὅτι εἰς περασμένους χρόνους, ἂν δὲν ἔστελλεν ὁ Ἰμάμης τῆς Προύσης μήνυμα ὅτι ἔκαμε φεγγάρι, δὲν ἠδύνατο ὁ Σουλτᾶνος νὰ κάμῃ μπαϊράμι, καὶ ἂς ἦτον εἰς ὅλον τὸν κόσμον ὁρατὸν ἀπὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν τὸ φεγγάρι ὀφθαλμοφανῶς, οὕτω, ἂν ἡ βρατσέρα τοῦ καπετὰν Ἠλία δὲν κατέπλεεν εἰς τὴν μικρὰν νῆσον νὰ φέρῃ τὰ τόσα ὀψώνια, σχεδὸν δὲν θὰ ἠδύναντο οἱ κάτοικοι νὰ κάμουν Χριστούγεννα ἢ Πρωτοχρονιὰν ἢ Λαμπρήν.
Ὁ Ἠλίας τῆς Μπαμπλένως ἦτο χρηστὸς καὶ εἰλικρινὴς ἄνθρωπος. Μίαν μόνην ἀπιστίαν εἶχε κάμει ὅταν ἦτο πάρα πολὺ νέος ― τὸ κρῖμά του τὸ εἶχεν ἐξομολογηθῆ τότε εἰς τὸν πνευματικόν, κ᾿ ἔκτοτε τὸ διηγεῖτο εἰς πολλοὺς ἀνθρώπους. Μὲ τὸ δασκάλευμα ἑνὸς γεροντοτέρου, ὅστις ἐφαίνετο νὰ εἶναι πεπειραμένος περὶ τὰ τοιαῦτα, εἶχον καταχρασθῆ δεκάδας τινὰς κεραμιδίων ἀπὸ τὰ πλινθοποιεῖα τῶν Ὠρεῶν. Ἀλλὰ μόλις εἶχε διαπραχθῆ ἡ κλοπή, ὅταν ἔκυψεν ὁ Ἠλίας νὰ λύσῃ τὴν μπαρούμαν* τῆς φελούκας διὰ νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ πλοῖον, τεραστία σμέρνα ἀναπηδήσασα ἀπὸ ἕνα χάραυλον* ἢ θαλάμι* ἐκεῖ πλησίον, τοῦ ἔφαγε τρομερὰ τὰ κρέατα τῆς ὠλένης τῆς δεξιᾶς, μὲ τοὺς θηριώδεις ὀδόντας της.
Αὐτὴ ἦτον ἡ πρώτη καὶ τελευταία φορὰ διὰ τὸν νεαρὸν τότε ναυτικόν. Ἡ σμέρνα εἶχεν ἀποσταλῆ θεόθεν ὡς τιμωρός. Καὶ μετὰ εἰκοσαετίαν ὕστερον ὁ Ἠλίας ἐδείκνυε τὰς οὐλὰς τοῦ φοβεροῦ δήγματος εἰς ὅλους πρὸς ὅσους διηγεῖτο τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀληθέστατον ὡς φαίνεται.
*
* *
Εὐτυχῶς, μετὰ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου, ὁ λεβάντης ἤρχισε νὰ καταπραΰνεται, εἶτα ἐκόπασεν ὁλοσχερῶς. Ὁ καπετὰν Ἠλίας, ὅστις εἶχεν ἐξέλθει μὲ τὴν βαρκούλαν εἰς τὰ ὀλίγα βράχια τὰ ὁποῖα ἔκλειον τὸν ὅρμον πρὸς ἀνατολάς, καὶ ἠσχολεῖτο νὰ μαζώξῃ κοχύλια καὶ πεταλίδας, ὁποὺ ἔβοσκαν ἐκεῖ ἐν ἀφθονίᾳ εἰς τὸν ἴσκιον τοῦ θαλασσίου βράχου, μετὰ λύπης ἀφῆκε τὸ προσφιλὲς λιμανάκι του ―ἦτο μία ποιητικωτάτη μικρὰ ἀγκάλη τοῦ ἐδάφους, ὅπου ἡμέρευαν τὰ ἄγρια κύματα κ᾿ ἐγυάλιζε γαλανὰ ὁ πόντος― κ᾿ ἐξέπλευσε πάλιν πρὸς ἀνατολάς. Τώρα θὰ ἐξήρχετο πλέον εἰς τὸ ἀνοικτὸν πέλαγος, καὶ ὁ Θεὸς βοηθός!
Πολὺ χορευτικὸν καὶ μὲ ἀποτόμους λικνισμοὺς ἦτο τὸ πέραμα ἐκεῖνο. Ἀχαλίνωτον, μὲ τὰς λευκὰς χαίτας τῶν κυμάτων, ἀδιακόπως ὀρθουμένας καὶ ἀναπηδώσας, πλέον ἄγνωστον δρόμον πρὸς τὸν ἀτελεύτητον ὑγρὸν κύκλον, βαῖνον πρὸς τὸ ἄπειρον, πρὸς τὴν αἰωνιότητα, τὸ πέλαγος, ἀναχόρταγον, εἶχε φάγει πολλὰ σκάφη καὶ σκελετά, πολλὰ σκαριὰ πλοίων, καὶ πολλὰ κουφάρια ἀνθρώπων. Αἱ καλαὶ οἰκοκυράδες, αἱ εὐλαβεῖς χριστιαναί, γύρω εἰς τὰ χωριὰ καὶ εἰς τὰς νήσους, ἐμαγείρευαν ἐξαιρέτως τὸν ὀρφόν, τὴν συναγρίδα, καὶ ὅλα τὰ μεγάλα νόστιμα ὀψάρια, ἀλλὰ ποῦ νὰ δοκιμάσουν τὴν γεῦσιν, νὰ κοιτάξουν τὸ φαγὶ στ᾿ ἁλάτι! Τὰ ὀψάρια ἐκεῖνα ἦτο πιθανὸν νὰ εἶχαν θίξει πνιγμένους ἀνθρώπους, καὶ ποία καλὴ χριστιανὴ θὰ τὰ ἔβαζε ποτὲ στὸ στόμα της!
*
* *
Ἀφοῦ ἔκαμψεν ἡ βρατσέρα τὸ Τρίκκερι, καὶ εἶχεν ἀπομακρυνθῆ ὣς ἓν μίλιον εἰς τὸ πέλαγος, ἤρχισε νὰ λικνίζεται πολὺ δυνατὰ πλευρόθεν, ἐξ ἀριστερῶν πρὸς τὰ δεξιά. Ὁ ἄνεμος εἶχε ψηλώσει καὶ τὸν ἐπῆγε Γραῖον.
Ὁ κυβερνήτης διέταξε τὸν ναύτην καὶ τὸν μοῦτσόν του νὰ ποδίσουν, καὶ στραφέντες εἰσέπλευσαν εἰς τὸν Ἁι-Σώστην, τὸν φερώνυμον ὅρμον, καὶ ἠγκυροβόλησαν. Ἄ! τώρα ἀντίκρυζαν τὴν ὡραίαν καταπράσινην νῆσον, ὁποὺ ἦτον ὡς παράδεισος φυτευμένος ἀνάμεσα εἰς τὰ τέσσερα πέλαγα, τὰ ὁποῖα τὴν ἔβρεχαν ὡς οἱ τέσσαρες ποταμοὶ τὸ πάλαι τὸν κῆπον τῆς Ἐδέμ. Δὲν ἦσαν μακρὰν πλέον· ἀπεῖχον δέκα μίλια, καὶ νὰ ἔσκαζεν ὁ ἐχθρός, ὣς τὴν ἄλλην ἡμέραν, τὴν 31ην ὅλοι οἱ ἄνεμοι θὰ ἐκόπαζον, καὶ ἡ βρατσέρα θὰ κατευωδώνετο εἰς τὸν πλοῦν της.
Ἐνύκτωσεν ἤδη. Ὁ Ἠλίας τῆς Μπαμπλένως εἶχεν ἀπόφασιν, πρὶν φέξῃ ἡ ἄλλη μέρα, μετὰ τὸ μεσονύκτιον, κοντὰ τὰ χαράματα, νὰ πλεύσῃ εἰς τὸ ποθητὸν τέρμα τοῦ ταξιδιοῦ του.
Πράγματι, ὁ Ἁι-Σώστης τοὺς ἐβοήθησε, καὶ δὲν ἐχρειάσθη πλέον, ὅταν ἀπέπλευσαν περὶ τὸ λυκαυγές, νὰ προσεγγίσουν καὶ εἰς τὰ ἄλλα δύο λιμανάκια, οὔτε εἰς τὸ Ἀπάγκειο οὔτε εἰς τὸν Χαμογιαλόν. Ἦτο γαλήνη κατὰ τὰς πρωινὰς ὥρας. Ἀλλὰ τὸ σκάφος δὲν ἐπροχώρει, ὅθεν ἔδεσεν γιουντέκι* μὲ τὴν φελούκαν, κ᾿ ἐρρυμουλκοῦσαν τὸ πλοῖον κωπηλατοῦντες, ὁ καπετὰν Ἠλίας καὶ ὁ ναύτης του. Μόνος ὁ μικρὸς μοῦτσος ἔμεινεν ἐπὶ τῆς βρατσέρας κρατῶν τὸ πηδάλιον.
Ἀτυχῶς, ὅταν τοὺς ἐπῆρεν ἡ δυτικὴ ἀκτὴ τοῦ νησιοῦ, πελαγίσιος ἄνεμος σφοδρὸς ἦλθε πάλιν ἐξ ἀριστερῶν, καὶ ἤρχισε νὰ κλυδωνίζεται θλιβερὰ τὸ μικρὸν σκάφος. Ὁ Ἠλίας τῆς Μπαμπλένως καὶ ὁ ναύτης του ἔλυσαν τὸ γιουντέκι, ἀνῆλθον ἐπὶ τῆς βρατσέρας, κ᾿ ἐχειρίσθησαν τὰ ἄρμενα καὶ τὸ πηδάλιον. Ἐμαϊνάρισαν* τὰ πανιά, κ᾿ ἔμεινε τὸ σκάφος ξυλάρμενον*.
Νὰ διαπλεύσῃ τις ὅλον τὸν κόλπον καὶ τὸ πέλαγος, ν᾿ ἀράξῃ εἰς τρία λιμανάκια ―τὴν Χονδρὴν Ἄμμον, τὸ Ἐλαφοκκλήσι καὶ τὸν Ἁι-Σώστην― μόνον εἰς τ᾿ Ἀπάγκειο καὶ εἰς τὸν Χαμογιαλὸν νὰ μὴ προσεγγίσῃ ― νὰ φθάσῃ ἀποκάτω ἀπὸ τὴν Σκίαθον, καὶ ἀντὶ νὰ σὲ προστατεύσῃ ἡ χαριτωμένη ἀκτὴ τοῦ ὡραίου νησιοῦ, νὰ σὲ κλυδωνίζῃ καὶ νὰ σὲ χορεύῃ διαβολικὸν χορὸν ὁ πελαγίσιος ἄνεμος! Καὶ μάλιστα νὰ ἐξημερώνῃ ἡ Πρωτοχρονιά, καὶ νὰ κοντεύῃ ἡ μέρα τῆς παραμονῆς νὰ βραδιάσῃ! ὤ, αὐτό, ἦτο μεγάλη ἀτυχία, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν.
Καὶ ἂν τοὐλάχιστον ἠδύνατο ὁ καπετὰν Ἠλίας, ὅπως ἔσωσε τὸν ἑαυτόν του, τοὺς ἀνθρώπους του καὶ τὸ σκάφος, νὰ σώσῃ ὅλας τὰς παραγγελίας καὶ τὰ ἐμπορεύματα! Φεῦ! εὑρέθη διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν του, εἰς τὴν σκληρὰν ἀνάγκην νὰ κάμῃ ἀβαρίαν, μερικήν! Κ᾿ ἐν πρώτοις ἐβύθισε σιμὰ εἰς τὴν ἀκτὴν τρία βαρέλια ρώμι, τὰ ὁποῖα ὅμως ἦτο βέβαιος ὅτι θὰ ἐπανευρίσκοντο σχεδὸν ἀλώβητα τὴν ἐπιοῦσαν, ὅταν θὰ ἔπαυεν ἡ τρικυμία!
Ἡ βρατσέρα ἦτο ἐν ἀγωνίᾳ, μόλις δύο μίλια μακρὰν τοῦ λιμένος, ἀντικρὺ εἰς μίαν κρημνώδη ἀκτήν, πλὴν δὲν ἠδύνατο νὰ πλησιάσῃ. Εἶτα ἔρριψεν εἰς τὴν θάλασσαν ἕνα σάκκον μὲ ρύζι, καὶ δύο κάσσες μὲ σαπούνια. Τὸ ἀμπάρι ἄδειασεν ἀρκετά, κ᾿ ἐξαλάφρωσε τὸ σκάφος.
Ἂς ἔσωζε τοὐλάχιστον τὰς παραγγελίας! Ἀλλὰ πίσω εἰς τὴν καμπίναν, σιμὰ εἰς τ᾿ ἄλλα ὀψώνια, ἦτο μία δέσμη ἀπὸ χαρτόνι γεμᾶτον ἀπὸ βαρέα σίδερα, ἐργαλεῖα, καὶ ἀπὸ πάνω ἦτον ἕνα ψαλίδι, τὸ ὁποῖον εἶχε παραγγείλει εἰς τὸν καπετὰν Ἠλίαν, νὰ τῆς φέρῃ ἀπὸ τὸν Βόλον, ἡ Μαριὼ ἡ Μαλλίνα. Ὁ ναύτης, κατὰ διαταγὴν τοῦ κυβερνήτου, ἔρριψε τὸ βαρὺ τοῦτο πρᾶγμα εἰς τὴν θάλασσαν. Καὶ μαζὶ μὲ τ᾿ ἄλλα σίδερα, ἐπῆγε καὶ τὸ ψαλίδι στὸν πάτον. Ὤ, νὰ τὸ ἔβλεπεν ἡ Μαριὼ ἡ Μαλλίνα, πῶς κατεποντίσθη οὕτω τὸ ψαλίδι της, πόσα θὰ ἔκοβεν ἡ γλῶσσά της ἐναντίον τοῦ καπετὰν Ἠλία.
Πλήν, ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὰ σίδερα καὶ τὸ ψαλίδι, εἰς τὴν ἰδίαν δέσμην, ἦσαν κ᾿ οἱ κουντοῦρες οἱ κόκκινες, μυτερές, τῆς Μαργαρῶς τῆς Πασσίνας. Ἐξ ἀπροσεξίας τοῦ ναύτου ἐπῆγαν κ᾿ οἱ κουντοῦρες μαζὶ μὲ τὰ σίδερα. Ὁ καπετὰν Ἠλίας ἐπρόφθασε καὶ τὰς εἶδεν ἐν ἀκαρεῖ, ὡς πτερωτάς, παλλομένας, πρὶν βυθισθοῦν εἰς τὸ κῦμα. Ὤ, πόσον ἐλυπήθη! Καὶ τί λόγον θὰ ἔδιδεν εἰς τὴν γειτόνισσάν του, τὴν Μαργαρὼ τῆς Πασσίνας;
Τὸ μόνον πρᾶγμα ἐξ ὅλων τῶν παραγγελιῶν τὸ ὁποῖον ἐκ προθέσεως ἔρριψαν εἰς τὴν θάλασσαν, ἦτο ἡ «σβάρνα», οἱονεὶ χερσαία σχεδία ἀπὸ χονδρὰς σανίδας δεμένας μὲ σίδερα, ἡ ἀγορασθεῖσα κατὰ παραγγελίαν τοῦ ζευγηλάτου, Γιάννη τοῦ Ἀντώναρου. Καὶ τὴν ὥραν ὁποὺ ἡ βρατσέρα ἤρχισε τέλος νὰ στεγάζεται ἀπὸ τὸν ἄνεμον, καὶ νὰ εἰσέρχεται εἰς τὸν λιμένα, βασίλευμα ἡλίου, ἐνῷ παρέκαμπτε τὸ Καλαμάκι, τὸν κάβον ὅστις κλείει ἐκ δυσμῶν τὸν λιμένα, ὁ καπετὰν Ἠλίας, τοῦ ἐφάνη ὅτι ἔβλεπε μίαν κάπαν καὶ μίαν ἀνθρωπίνην κατατομήν, ἱσταμένην ἐπὶ τοῦ βράχου καὶ χειρονομοῦσαν πρὸς τὸ μέρος τῆς βρατσέρας. Ἐπίστευσεν ὅτι θὰ ἦτο ὁ Γιάννης ὁ Ἀντώναρος, ὅστις βεβαίως ἠρώτα μακρόθεν τὸν κυβερνήτην ἂν τοῦ ἔφερε τὴν σβάρναν. Ἀλλὰ τὴν φωνὴν τὴν ἔπαιρνεν ὁ ἄνεμος.
Ὅταν ὅμως ἡ βρατσέρα ἐπλησίασεν, ἅμα ἐνύχτωσεν, εἰς τὸν βράχον τοῦ Ἐπάνω Μαχαλᾶ, ὁ Ἠλίας τῆς Μπαμπλένως ἤκουσεν εὐκρινῶς τὴν ὀξεῖαν φωνὴν τῆς Μαργαρῶς τῆς Πασσίνας, τῆς γειτονίσσης του:
― Θυμήθηκες νὰ μοῦ φέρῃς τὶς κουντοῦρες, καπετὰν Ἠλία;

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025

Κριτική της ποίησης είναι ο παραλογισμός...

«Η κλίση προς την ποίηση έχει πολλά κοινά σημεία με την κλίση προς τον μυστικισμό. Είναι η κλίση προς το ιδιάζον, το προσωπικό, άγνωστο, μυστηριώδες, άκρως αποκαλυπτικό, αναγκαίως-συμπτωματικό. Απεικονίζει το ανεικόνιστο. Θεάται το αθέατο, αισθάνεται το μη αισθητό. Κριτική της ποίησης είναι ο παραλογισμός. Δύσκολο επίσης να αποφανθείς, παρ' ότι η μόνη δυνατή απόφανση (είναι) εάν κάτι είναι ή όχι ποίηση. Ποιητής είναι ο τωόντι πνεύματι διαρπαγείς, γι' αυτό τα πάντα εμφανίζονται εντός του. Ορίζει με την απόλυτη κυριολεξία το υποκείμενο-αντικείμενο - πρόσωπο και κόσμο. Εξ' ου και η απειρότητα ενός καλού ποιήματος, η αιωνιότητα. Η κλίση προς την ποίηση έχει στενή συγγένεια με την αίσθηση της προφητείας και με το θρησκευτικό στοιχείο, το προφητικό γενικώς. Ο ποιητής διευθετεί, συνενώνει, επιλέγει, επινοεί - και είναι και στον ίδιο ακατανόητο γιατί ακριβώς είναι έτσι κι όχι αλλιώς...» Νοβάλις

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2025

να συναντήσω δώδεκα κλέφτες και επτά ηλίθιους...

- Δεν βγαίνεις ποτέ από το σπίτι; 
- Ποτέ, εδώ και πολλά χρόνια... Κάποια στιγμή στη ζωή μου έχω κάνει ακριβείς υπολογισμούς: ότι αν βγω από το σπίτι για να βρω την παρέα ενός έξυπνου ανθρώπου, ενός έντιμου ανθρώπου, αντιμετωπίζω κατά μέσο όρο τον κίνδυνο να συναντήσω δώδεκα κλέφτες και επτά ηλίθιους που στέκονται εκεί έτοιμοι να επικοινωνήστε μαζί μου τις απόψεις τους για την ανθρωπότητα, για την κυβέρνηση, για τη διοίκηση του δήμου, για τη Μοραβία... Νομίζεις ότι αξίζει τον κόπο;
Leonardo Sciascia, «Στον καθένα το δικό του.»

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

το μόνο πλάσμα...

 Το μόνο πλάσμα «τὸ ὁποῖον δύναται μὲν νὰ ἡμερωθῆ, ὄχι ὅμως καὶ νὰ ὑποδουλωθῆ»! 

Ἐμμανουήλ Ροΐδης - Ἱστορία μιᾶς γάτας

 
 
 «.. κατηγορεῖται ὁ γάτος ὅτι δὲν γλείφει τὰς χεῖρας τοῦ κυρίου ὅταν οὗτος τὸν δέρη, ὅτι δὲν τρέχει ἅμα τὸν καλέση, οὐδὲ στέργει νὰ φανῇ χρήσιμος κυνηγῶν διὰ λογαριασμόν του, φυλάσσων τὰ πρόβατά του, στρέφων ἐπὶ τῆς πυρᾶς τὸν ὀβελὸν καὶ προπορευόμενος μὲ φανάριον εἰς τὸ στόμα, ἢ κὰν νὰ τὸν διασκέδαση ὑπερπηδῶν ράβδους ἢ ὀρθούμενος ἐκ τῶν ὀπισθίων ποδῶν. Ταῦτα εἶναι ἀκριβέστατα. Οὐδεὶς ποτὲ οὔτε δι᾿ ἀμοιβῆς οὔτε διὰ ραβδισμῶν κατώρθωσε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς γάτον νὰ πράξη ὅσα πράττουσιν οἱ σκύλλοι, οἱ δοῦλοι καὶ οἱ γελωτοποιοί. Ἀλλ᾿ οἱ τοιαῦτα παρ᾿ αὐτοῦ ἀπαιτοῦντες λησμονοῦσιν, ὡς φαίνεται, ὅτι ἐκ τῶν συνοίκων μας ζῴων μόνον οὗτος ἀνήκει εἰς τὸ βασιλικὸν γένος τῶν αἰλουροειδῶν... κατὰ τοὺς ἀρχαίους ἐκείνους χρόνους, ὅτε ἐθεοποιεῖτο τὸ κάλλος τοῦ σώματος καὶ τὸ σθένος τῆς ψυχῆς, πλειστάκις ἠξιώθη ὁ γάτος θείων τιμῶν... Μετὰ τοὺς Αἰγυπτίους ἐλάτρευσαν οἱ Ἄραβες ... Ἀλλὰ τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ ὑπεροχὴν φαίνονται κατανοήσαντες κάλλιον παντὸς ἄλλου λαοῦ οἱ κατακτηταὶ τοῦ ἀρχαίου κόσμου Σουηδοὶ καὶ Βανδῆλοι, οἱ ἀναγράψαντες εἰς τὰς πολεμικὰς αὐτῶν σημαίας τὸ ὁμοίωμα τοῦ γάτου, ὡς τοῦ μόνου πλάσματος τὸ ὁποῖον δύναται μὲν νὰ ἡμερωθῆ, ὄχι ὅμως καὶ νὰ ὑποδουλωθῆ...»

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2025

Αμφιβολία...

Αμφιβολία, ένα από τα ονόματα της νοημοσύνης.
*
La duda es uno de los nombres de la inteligencia.
Jorge Luis Borges

                                      Γιάννης Σταύρου, Μοναχικός ταξιδιώτης

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2025

η απόλαυση των ψευδαισθήσεων...

«Η πιο σταθερή απόλαυση σε αυτή τη ζωή είναι η μάταιη απόλαυση των ψευδαισθήσεων [...] χωρίς τις οποίες η ζωή μας θα ήταν το πιο άθλιο και βάρβαρο πράγμα.» Giacomo Leopardi

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2025

περί ευτυχίας...

 «Ευτυχισμένοι είναι εκείνοι που δεν σκέφτονται ποτέ, δηλαδή εκείνοι που πιστεύουν ότι το λίγο είναι αρκετό για να ζήσουν» Emil Cioran

                                 Γιάννης Σταύρου, Φθινοπωρινό
                                    

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2025

28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - ΟΧΙ

ΖΗΤΩ Η 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940!

Νίκου Καββαδία, «Στο άλογό μου»
Το να γράψει κανείς σ' έναν άνθρωπο, είναι ίσως εύκολο στους πολλούς. Το να γράψει σ' ένα ζώο, είναι αφάνταστα δύσκολο. Για τούτο φοβάμαι. Δε θα τα καταφέρω.
Τα χέρια μου έχουνε σκληρύνει από τα λουριά σου, κι η ψυχή μου από άλλη αιτία. Όμως πρέπει. Αισθάνομαι την ανάγκη. Γι' αυτό θα σου γράψω.
Στην αρχή δεν με ήθελες. Καταλάβαινες σε μένα τον άπραγο με το αδύνατο χέρι. Είχες δίκιο. Ίσως για πρώτη φορά έβλεπα άλογο από τόσο κοντά. Τ' άλογα που είχα δει στη ζωή μου ήτανε στα τσίρκα, που τα δουλεύανε κοζάκοι, και στις κούρσες, που τα παίζαν οι άνθρωποι. Αυτό με είχε πειράξει. Δεν είστε προορισμένα για τόσο χαμηλές πράξεις. Ας είναι... Αυτό είναι μιαν άλλη ιστορία, καθώς λέει ο Κίπλινγκ, αυτός που τόσο σας είχε αγαπήσει και ιστορήσει.
Το ξέρω πόσο σε κούρασα. Στραβά φορτωμένο ακολούθησες υποταχτικά στις πορείες της νύχτας. Γρήγορα γίναμε φίλοι. Με συνήθισες. Έπαψα πια να σε χάνω μέσα στ' άλλα τα ζώα της Μονάδας μας. Έπαψα να μη σε γνωρίζω.
Αν αρχίσω τα «θυμάσαι» δε θα τελειώσω ποτέ. Λατρεύω τη συντομία! Θα σου θυμίσω μονάχα τρεις νύχτες μας. (Απορώ με τον εαυτό μου απόψε. Τόσο στοργικά δε μίλησα ποτέ σε κανένα).
Θυμάσαι τη νύχτα με τη βροχή; Ανελέητα κι οι δυο μουσκεμένοι, προχωρούσαμε μέσα στη νύχτα. Μόνοι. Σε οδηγούσα ή με οδηγούσες; Κάρφωνα τα νυσταγμένα μου μάτια στο νυχτερινό παραπέτασμα, όπως δεν τα κάρφωσα τότε που αναζητούσα φανάρια στη Βόρειο θάλασσα. Η όσφρησή σου μας έσωσε. Ένας στάβλος μάς έγινε άσυλο. Παραμερίσαμε το σανό κι ανάψαμε μεγάλη φωτιά. Λέω, ανάψαμε. Εσύ μου 'δινες θάρρος. Ξαπλωμένος σ' άκουα να μασάς. Κατόπι σου μίλησα. Ποτέ δε συμφώνησα με τους ανθρώπους όπως τότε με σένα. Κοιμηθήκαμε συζητώντας. Εγώ ξαπλωμένος στο χόρτο. Εσύ όρθιο. Πόσοι άνθρωποι δεν κοιμούνται όρθιοι περπατώντας δίχως να 'χουν τη δική σου νόηση; Ας είναι...
Η δεύτερη νύχτα: Τότε που μπήκαμε μ' άλλους πολλούς μες στη μάχη. Μπορούσε κοντά από 'κεί να κουβαλήσουμε τραυματίες. Ακούσαμε μαζί τον θόρυβο του πολέμου και τον συνηθίσαμε. Πήραμε το παλικάρι με το πληγωμένο πόδι και φύγαμε. Ποτέ μου δε σε είδα πιο προσεχτικό και τόσο αλαφροπάτητο. Είχες ξεχάσει κείνο το νευρικό σου συνήθειο να πηδάς σηκώνοντας το σαμάρι. Τα 'χες όλα νιώσει ίσως πριν από μένα.
Και τώρα, η νύχτα στο βουνό με τη λάσπη: βαρυφορτωμένοι, κατάκοποι προχωρούσαμε. Είν' αφάνταστη η λύπη κι η κακομοιριά που δοκιμάζεις σαν αισθάνεσαι να 'σαι και να βλέπεις ανθρώπους και ζώα και τα πάντα μες στη λάσπη.
Άλογα και μουλάρια πεσμένα μάς κόψανε το δρόμο. Εμείς προχωρούσαμε. Άξαφνα έπεσες. Πέσαμε θέλω να πω. Με τα δυο σου πόδια σπασμένα, με το κεφάλι χωμένο στις λάσπες. Θυμάσαι πόσο προσπάθησα. Δεν το κατόρθωσα. Πρέπει να νιώσεις καλά πως δε φταίω. Ποτέ δεν προσπάθησα τόσο. Έμεινα δίπλα σου ολόκληρη νύχτα. Πιο πέρα από μας ένας Ιταλός σκοτωμένος. Πάνω μας η Μεγάλη Άρκτος, το Βόρειο Στέμμα, ο Αστερισμός του Ωρίωνα ψιχάλιζαν φως.
Δεν είδα ποτέ πώς πεθαίνουν οι άνθρωποι. Γύρισα πάντα τα μάτια μου από το θάνατο. Μα φαντάζομαι...
Παύω. Φοβάμαι μήπως πω λόγο μεγάλο.
Φυλάω ακόμη το ξυστρί και τη βούρτσα σου. Κι όταν κάποτε κι αυτά θα τα παραδώσω, θα σε φυλάξω στη μνήμη μου.
Οι κάλοι των χεριών μου από τα λουριά σου μου είναι τόσο αγαπητοί, όσο εκείνοι που κάποτε απόχτησα στις θαλασσινές μου πορείες. Θα σου ξαναγράψω!...
Κούδεσι, Μάρτης 1941
(πηγή: Νίκος Καββαδίας, Του πολέμου. Στο άλογό μου, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1987, σ. 35-39)

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2025

άνθρωπος & γάτα...

 «Αν ήταν δυνατόν να διασταυρώσεις άνθρωπο και γάτα, το αποτέλεσμα θα βελτίωνε τον άνθρωπο, αλλά σίγουρα θα χειροτέρευε τη γάτα» Mark Twain

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2025

πόλεμος...

 «Σήμερα ζούμε στην πολυετή προσδοκία ενός πολέμου. Ο κίνδυνος μπορεί να είναι φανταστικός, αλλά το αίσθημα κινδύνου υπάρχει (..) H μόνη αντίδραση που έχει σημειωθεί είναι ο πανικός, (..) ο πανικός των ψυχών μπροστά στα προβλήματα που δημιουργεί αυτή η απειλή. (..) Ο κίνδυνος, αν δεν εμπλακούμε σε μια σοβαρή προσπάθεια ανάλυσης, είναι ότι μια μέρα ο πόλεμος θα μας εκπλήξει και θα είμαστε ανίκανοι όχι μόνο να δράσουμε, αλλά ακόμα και να κρίνουμε.» Simone Weil, 1933

 

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2025

μετά την βροχη...

Κι ενώ η ζέστη συνεχίζεται, ονειρεύεσαι φθινόπωρο. Πολιτείες του Βορρά, αστικά, κοσμοπολίτικα τοπία που χάθηκαν, την γαλήνη μετά την βροχή...

                    Γιάννης Σταύρου, «Μετά την βροχή» (Διαγώνιος- Θεσσαλονίκη)

Πέμπτη 21 Αυγούστου 2025

 «Η μόνη χαρά στον κόσμο είναι να ξεκινάς. Είναι όμορφο να ζεις γιατί το να ζεις σημαίνει να ξεκινάς, πάντα, σε κάθε στιγμή. Όταν λείπει αυτή η αίσθηση - φυλακή, ασθένεια, συνήθεια, βλακεία - θα ήθελες να πεθάνεις.»
*
«L'unica gioia al mondo è cominciare. È bello vivere perché vivere è cominciare, sempre, ad ogni istante. Quando manca questo senso – prigione, malattia, abitudine, stupidità – si vorrebbe morire.»  

Cesare Pavese, «Το επάγγελμα της ζωής: Ημερολόγιο 1935-1950»

                             Γιάννης Σταύρου, Ο σκύλος που γαύγιζε το φεγγάρι

Κυριακή 3 Αυγούστου 2025

Του Αυγούστου...

Αυγουστιάτικο!
Αφιερωμένο στη μνήμη του χαρισματικού Παναγιώτη Ταμπαλή, εμπνευστή & δημιουργού της ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ, του καλύτερου περιοδικού αρχιτεκτονικής & διακόσμησης που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα...
Μου λείπεις φίλε!

 

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2025

Καλοκαίρι...

 «.. η τέχνη είναι μια αντίσταση στο πεπρωμένο...»
Αντρέ Μαλρώ

                                      Γιάννης Σταύρου, Καλοκαίρι

Σάββατο 12 Ιουλίου 2025

κοπάδια και συναγελάσματα...

«.. πομπῆς κενοσπουδία, ἐπὶ σκηνῆς δράματα, ποίμνια, ἀγέλαι, διαδορατισμοί, κυνιδίοις ὀστάριον ἐρριμμένον, ψωμίον εἰς τὰς τῶν ἰχθύων δεξαμενάς, μυρμήκων ταλαιπωρίαι καὶ ἀχθοφορίαι, μυιδίων ἐπτοημένων διαδρομαί, σιγιλλάρια νευροσπαστούμενα. χρὴ οὖν ἐν τούτοις εὐμενῶς μὲν καὶ μὴ καταφρυαττόμενον ἑστάναι, παρακολουθεῖν μέντοι ὅτι τοσούτου ἄξιος ἕκαστός ἐστιν, ὅσου ἄξιά ἐστι ταῦτα, περὶ ἃ ἐσπούδακεν.»
Μάρκος Αυρήλιος
*
«.. Κενοσπουδία για πομπές, δράματα πάνω στη σκηνή, κοπάδια και συναγελάσματα, λογχίσματα σε κορμιά, κοκκαλάκια σε σκυλάκια, μπουκιές σε δεξαμενές ψαριών, ταλαιπωρίες φορτωμένων μυρμηγκιών, ποντικάκια που τρέχουν φοβισμένα, νευρόσπαστα που χειρονομούν. Πρέπει λοιπόν να στέκεσαι [απέναντι σε] αυτά με ευμένεια και χωρίς αλαζονεία, να προσέχεις όμως πως ο καθένας αξίζει τόσο, όσο τα πράγματα που τον απασχολούν.»

(Μετ. Γιώργος Σεφέρης)

                        Γιάννης Σταύρου, Ακαδημία

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2025

θα πάρουν τον ίσκιο σου...

«Θα σου πάρουν τον ίσκιο των δέντρων, θα τον πάρουν
θα σου πάρουν τον ίσκιο της θάλασσας, θα τον πάρουν
θα σου πάρουν τον ίσκιο της καρδιάς, θα τον πάρουν
θα πάρουν τον ίσκιο σου…»
Γιώργος Σεφέρης, Ο άνθρωπος που του ’κλεψαν τον ίσκιο

 
                  Γιάννης Σταύρου, Γαλατάς

Κυριακή 1 Ιουνίου 2025

Τι τρομερή εποχή...

«Τι τρομερή εποχή... αυτή όπου ηλίθιοι κυβερνούν τυφλούς» 
Γουίλιαμ Σαίξπηρ
*
«What a terrible era in which idiots govern the blind» 
William Shakespeare

Πέμπτη 22 Μαΐου 2025

εισβολές...

 «Ζούμε στην εποχή των βαρβαρικών εισβολών... Οι βάρβαροι αυτή τη φορά δεν είναι άνθρωποι, είναι πράγματα. 

Είναι τα αντικείμενα που νομίζαμε ότι κατείχαμε και που μας κατέχουν. Είναι η παραγωγική ανάπτυξη που υποτίθεται ότι ήταν στην υπηρεσία μας και της οποίας γινόμαστε σκλάβοι. Είναι τα μέσα διάχυσης της σκέψης μας που προσπαθούν να μας εμποδίσουν να συνεχίσουμε να σκεφτόμαστε. Είναι η αφθονία των αγαθών που δεν μας δίνει την άνεση της ευημερίας αλλά το άγχος της αναγκαστικής κατανάλωσης. Είναι ο κατασκευαστικός πυρετός που επιβάλλει ένα τερατώδες πρόσωπο σε όλους τους τόπους που μας ήταν αγαπητοί. Είναι η ψεύτικη πληρότητα των ημερών μας, στις οποίες οι φιλίες, οι αγάπες, οι έρωτες μαραίνονται σαν φυτά χωρίς αέρα και στις οποίες κάθε συζήτηση, με τους άλλους και με τον εαυτό μας, πεθαίνει στη γέννησή της.» Italo Calvino

Παρασκευή 9 Μαΐου 2025

Οι άχρηστοι ζουν και απολαμβάνουν τη δόξα των άλλων…

Ο Πούτιν γιορτάζει κάτι που δεν πέτυχε η Ρωσία, πόσο μάλλον η Σοβιετία της τότε εποχής.
Εάν, εάν λέγω, δεν έμπαινε στον πόλεμο η Αμερική, ειδικά η Ρωσία θα μίλαγε Γερμανικά μέχρι την Καμτσάτκα (και θα γλυτώναμε από τα βάρβαρα Ρώσικα). Σφετερισμός και όχι απλός σφετερισμός, νοσφισμός και βάλε.


Και άντε μπήκαν (με αγώνα δρόμου – με μάχες που άλλοι κέρδισαν) στο Βερολίνο, όπου έκαψαν, γκρέμισαν, βίασαν, σκότωσαν, έκλεψαν. Και πήραν για όλα αυτά βραβείο (κάτι που ευθύνεται ο δυτικός κόσμος) την μισή Ευρώπη, την οποία βύθισαν στην ανέχεια, στον φόβο, στον τρόμο των γκουλάγκ. Αυτή ήταν η νίκη τους.
H ηττημένη Γερμανία, σε δέκα χρόνια, πέρασε στις πρώτες θέσεις των αναπτυγμένων χωρών. Ο δυτικός κόσμος, από την άλλη, νίκησε ένα ήδη πτώμα που πολέμησε μέχρις εσχάτων, αφού τα έβαλε με όλον τον πλανήτη.
Εάν μπορεί κανείς να χαίρεται για τέτοια νίκη είναι κατάπτυστος!

Οι Άγγλοι, οι Αμερικάνοι, οι Καναδοί,  οι Νεοζηλανδοί... έχουν δικαίωμα να γιορτάζουν τη νίκη, ο Πούτιν όχι!

Κυριακή 4 Μαΐου 2025

Η Ιστορία...

« H Iστορία, για να ακριβολογούμε, δεν επαναλαμβάνεται· όμως, καθώς το πλήθος των ψευδαισθήσεων, για τις οποίες είναι ικανός ο άνθρωπος, είναι περιορισμένο, αυτές επανέρχονται διαρκώς με άλλη αμφίεση, δίνοντας έτσι, σε μιαν υπέργηρη βρωμούσα, αέρα νεωτερικότητας κι επιχρίσμα τραγωδίας.»
Εμίλ Σιοράν
*
«L'histoire, à proprement parler, ne se répète pas, mais, comme les illusions dont l'homme est capable sont limitées en nombre, elles reviennent toujours sous un autre déguisement, donnant ainsi à une saloperie archidécrépite un air de nouveauté et un vernis tragique.
Emil Cioran»

                                        Γιάννης Σταύρου, Καφές & βιβλία

Τετάρτη 30 Απριλίου 2025

Πρωτομαγιά 2025

Παράξενη πρωτομαγιά
Ο ήλιος καίει το πέλαγο στη δύση
Μα της καρδιάς την πυρκαγιά
Που θα βρεθεί ποτάμι να την σβήσει

                                  Γιάννης Σταύρου, Πυρακτωμένη δύση

Νίκος Γκάτσος
Παράξενη πρωτομαγιά

Παράξενη πρωτομαγιά
Μ' αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια
Ηρθ' ο καιρός του “έχε γεια"
Τι να την κάνεισ πια την περηφάνια

Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά
Σκοτάδι πέφτει και συννεφιά
Ποιες μπόρες φέρνεις και ποιεσ βροχές
Σε κουρασμένες νεκρές ψυχές
Σε κουρασμένες νεκρές ψυχές

Παράξενη πρωτομαγιά
Ο ήλιος καίει το πέλαγο στη δύση
Μα της καρδιάς την πυρκαγιά
Που θα βρεθεί ποτάμι να την σβήσει

Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά
Σκοτάδι πέφτει και συννεφιά
Ποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχές
Σε κουρασμένες νεκρές ψυχές
Σε κουρασμένες νεκρές ψυχές

Παράξενη πρωτομαγιά
Μ' αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια
Ηρθ' ο καιρός του “έχε γεια"
Τι να την κάνεις πια την περηφάνια
Παράξενη πρωτομαγιά
Παράξενη πρωτομαγιά

Δευτέρα 28 Απριλίου 2025

πάντα ονείρων απατηλοτέρα...

«Ποία του βίου τρυφή διαμένει λύπης αμέτοχος;
Ποία δόξα έστηκεν επί γης αμετάθετος;
Πάντα σκιάς ασθενεστέρα, πάντα ονείρων απατηλοτέρα·
μια ροπή και ταύτα πάνυα θάνατος διαδέχεται...»
Ιωάννης Δαμασκηνός

*
(Ποια απόλαυση της ζωής αυτής
δεν συνοδεύεται από κάποια λύπη;
Ποια δόξα δεν μετατέθηκε σε τούτη δω τη γη;
Όλα είναι πιο αδύναμα και από σκιά
και από τα όνειρα πιότερο απατηλά!
Φέρνει ο καιρός μια γύρα
και σ' όλα έρχεται διάδοχος ο θάνατος.)

                       Γιάννης Σταύρου, Πράσινο καράβι
 

Κυριακή 20 Απριλίου 2025

Χριστός Ανέστη!

 Ελληνικό Πάσχα!

                 Γιάννης Σταύρου, «Κουτσουπιές»

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Ο Αλιβάνιστος

Αφού εβάδισαν επί τινά ώραν, ανά την βαθείαν σύνδενδρον κοιλάδα, η θειά Μολώτα, κ' η Φωλιώ της Πέρδικας, κ' η Αφέντρα της Σταματηρίζενας, τέλος έφθασαν εις το Δασκαλειό. Αι τελευταίαι ακτίνες του ηλίου εχρύσωναν ακόμη τας δύο ράχεις, ένθεν και ένθεν της κοιλάδος. Κάτω, εις το δάσος το πυκνόν, βαθεία σκιά ηπλούτο. Κορμοί κισσοστεφείς και κλώνες χιαστοί εσχημάτιζον ανήλια συμπλέγματα, όπου μεταξύ των φύλλων ηκούοντο ατελείωτοι ψιθυρισμοί ερώτων. Ευτυχώς το δάσος ενομίζετο κοινώς ως στοιχειωμένον, άλλως θα το είχε καταστρέψει κι' αυτό προ πολλού ο πέλεκυς του υλοτόμου. Αι τρεις γυναίκες επάτουν πότε επί βρύων μαλακών, πότε επί λίθων και χαλίκων του ανωμάλου εδάφους. Η ψυχή κ' η καρδούλα των εδροσίσθη, όταν έφθασαν εις την βρύσιν του Δασκαλειού.

Το δροσερόν νάμα εξέρχεται από μίαν σπηλιάν, περνά από μίαν κουφάλαν χιλιετούς δένδρου, εις την ρίζαν του οποίου βαθεία γούρνα σχηματίζεται. Όλος ο βράχος άνωθεν στάζει ωσάν από ρευστούς μαργαρίτας, και το γλυκύ κελάρυσμα του νερού αναμιγνύεται με το λάλον μινύρισμα των κοσσύφων. Η θεια Μολώτα, αφού έπιεν άφθονον νερόν, αφήσασα ευφρόσυνον στεναγμόν αναψυχής, εκάθισεν επί χθαμαλού βράχου διά να ξαποστάση. Αι δύο άλλαι έβαλαν εις την βρύσιν, παρά την ρίζαν του δένδρου, τις στάμνες και τα κανάτια, τα οποία έφεραν μαζύ των, διά να τα γεμίσουν. Είτα, αφού έπιαν και αυταί νερόν, εκάθισαν η μία παραπλεύρως της γραίας, η άλλη κατέναντι, κι' άρχισαν να ομιλούν.

– Πώς αλγεί 'παπάς; είπεν η Θεια Μολώτα.

Η γραία ήτο ιδιόρρυθμος εις την γλώσσαν της. Ετραύλιζε και απέκοπτεν όχι μόνον συλλαβάς, αλλά <και> τα άρθρα και άλλα μόρια.

– Νύχτωσε, θα 'πω! προσέθηκεν η Φωλιώ.

– Τα, τι λογάτε; επέφερεν η Αφέντρα.

Ευρίσκοντο κ' αι τρεις, από της ημέρας εκείνης του Μεγάλου Σαββάτου, εις τον Αϊ-Γιάννη, στον Ασέληνο. Ήτον έρημον παλαιόν μοναστηράκι. Είχε γνωσθή ότι ο παπα-Γαρόφαλος ο Σωσμένος, εις εκ των ιερέων της πόλεως, θα ήρχετο εις τον Αϊ-Γιάννην, στον Ασέληνον, διά να κάμη Πάσχα εις τους αιγοβοσκούς των αγρίων εκείνων μερών. Αι τρεις αυταί, και τινά άλλα πρόσωπα από την πόλιν, αγαπώντα την εξοχήν, είχον έλθη, χάριν του Πάσχα, πριν να ξεκινήση ο παπάς. Αλλ' όμως ενύκτωνεν ήδη, και ο παπα-Γαρόφαλος δεν είχε φανή ακόμη.

– Είνε αργοστόλιστος, θα 'πω, επέφερεν η Φωλιώ η Πέρδικα.

– Ναι, είδες πώς αργεί να 'ντυθή; υπέλαβεν ερμηνεύουσα κατά γράμμα τον λόγον η Αφέντρα της Σταματηρίζενας. Και καμμιά φορά βάζει και στραβά την «αλλαή» του.

Ωνόμαζεν ούτω το φελόνιον. Αι τρεις γυναίκες είχον έλθη από τον Αϊ-Γιάννην, απέχοντα ως τετάρτου της ώρας δρόμον, διά να γεμίσουν τα σταμνιά στο Δασκαλειό, επειδή η μικρά βρύσις του παλαιού ησυχαστηρίου, κάτω από τον ναΐσκον, είχε χαλάσει, και σχεδόν είχε χαθή το νερόν. Έμελλον δε να επιστρέψουν αμέσως εις τον Αϊ-Γιάννην. Αλλά, με την ομιλίαν, αργοπορούσαν.

Τέλος, αι δύο εσηκώθησαν, έκυψαν διά να φορτωθούν τ' αγγεία, και ήσαν έτοιμαι προς αναχώρησιν.

Αλλά την στιγμήν εκείνην, ζωηρά φωνή ηκούσθη από το κάτω μέρος, ανάμεσ' από τα δένδρα.

– Σ' έσκιαξα, θεια Μολώτα! είπεν η φωνή.

Είτα καγχασμός ήχησε, κ' ευθύς επαρουσιάσθη εις νέος υψηλός, αμύστακος, ως δεκαέξ ετών, κρατών κάτω του στέρνου του κάτι ως διπλωμένον και τυλιγμένον πράγμα.

– Α! κακό να μην έχης! έκραξεν η Φωλιώ. Εσύ 'σαι, αρέ Σταμάτη;

Δεν είχε νυκτώσει ακόμη καλά, κ' αι γυναίκες είδαν τα χαρακτηριστικά του, αφού πρώτον είχαν γνωρίσει την φωνήν του. Ήτον ο Σταμάτης το Τρυγονάκι, μάγκας ορφανός παιδιόθεν, καλόκαρδος, βολικός, όστις έζη εκτελών θελήματα ανά την πόλιν. Όταν όμως ήτο πουθενά εξοχικόν πανηγύρι, άφηνεν όλες τις δουλειές του, κ' έτρεχε πρώτος μεταξύ όλων των πανηγυριστών.

– Να, απ' τον Ασέληνο έρχομαι, είπεν ο νέος... φορτωμένος πράμματα, θάμματα... κυττάξετε!

Έθεσε την δεξιάν χείρα εντός του τυλιγμένου πανίου, το οποίον εκράτει, έλαβεν ένα μαύρον πράγμα, και, θέλων να παίξη, το έρριψεν εις την ποδιάν της Μολώτας, ήτις εκάθητο ακόμη επί της πέτρας.

– Ά! φωτιά που σ' ε!... έκαμεν αύτη, αναπηδήσασα ορθή, και τινάζουσα την ποδιάν της.

Το πράγμα, το οποίον της είχε ρίψει ο Σταμάτης, ήτο τεράστιος ζωντανός κάβουρας. Ο νέος είχε κατέλθη προ δύο ωρών εις τον Μικρόν Ασέληνον. Ούτως ωνομάζετο ο δυτικός αιγιαλός, μικρά αγκάλη, αντικρύζουσα το Πήλιον. Εκεί είχε γεμίσει το προσόψιον, το οποίον είχε περιζωσμένον εις την μέσην του, από κοχύλια, πεταλίδες και καβούρια.

– Αρέ, ζουρλάθηκες; είπεν αυστηρώς η Αφέντρα. Να κάμης την οικοκυρά να κόψη το αίμα της!

Ο Σταμάτης και πάλιν εκάγχασε.

– Να με συμπαθάς, θεια Μολώτα, είπε. Σα χωριάτης πούμαι, έσφαλα. Θέλησα να σου χαρίσω αυτό το καβούρι, για να κάμης μεζέ απόψε, και με τον τρόπο που σου τώρριξα στην ποδιά σου, σ' ετρόμαξα.

– Δεν τλώου καβούλγια, είπεν η Μολώτα. Θα μεταλάβου!

– Αλήθεια; Τότε, το χαρίζω της Πέρδικας.

– Μεγαλοσαββατιάτικα, καβούρια θα φάω; είπεν η Φωλιώ.

– Τότε, ας το παρ' η Σταματρίζενα, είπεν ο Σταμάτης.

– Να καβουρώσης και κάβουρας να γένης! απήντησεν η Αφέντρα.

– Μωρέ, ευχή που μου δίνεις! είπεν ο Σταμάτης. Ακούς! να ήμουν κάβουρας! Πώς θα περπατούσα τάχα;

– Και άμα είπεν, έκυψε και άρχισε να κάμνη λοξά πατήματα, μεταξύ των τριών γυναικών. Με την κεφαλήν του εκτύπησε το πλευρόν τής Μολώτας, με την πλάτην του έπληξε τον αγκώνα τής Φωλιώς, και με την πτέρναν του επάτησε την γόβα τής Αφέντρας.

Αι τρεις γυναίκες, μισοθυμωμέναι, εγέλασαν.

– Ζουρλάθηκες, βλέπω: δεν είσαι καλά! είπεν η Αφέντρα.

Και σηκώσασα με την αριστεράν χείρα το κανάτι της, εκολάφισεν ελαφρά την κεφαλήν του Σταμάτη, όστις εφάνη να εγοητεύθη.

– Ω! τι δροσιά, μωρέ Σταματρίζενα! είπε. Δώσε μου άλλη μια!

– Πάμε! νυχτώσαμε, έκαμεν εις απάντησιν η Αφέντρα.

Και πάραυτα εξεκίνησαν. Τότε ο Σταμάτης, αφού έδραξε, χωρίς να είπη τίποτε, την μεγάλην στάμναν, την οποία άλλως θα εφορτώνετο η Αφέντρα, εφιλοτιμήθη να τρέξη πρώτος, ως εμπροσθοφυλακή. Εις τον δρόμον άρχισε να διηγήται.

– Να ξέρατε ποιον ηύρα, τώρα, στο δρόμο π' ανέβαινα... πριν σας ενταμώσω στη βρύσι.

– Ποιον ηύρες, είπεν η Αφέντρα. Τον Μπαμπάο, ή τον Αράπη, ή τον Εξαποδώ;

– Ηύρα τον Αλιβάνιστο!

– Αλήθεια; για 'πές μας.

Άμα ήκουσε το όνομα τούτο η θεια Μολώτα, έκαμεν ακούσιον κίνημα, και με δύο βήματα ήλλαξε θέσιν εις τον δρόμον, κ' ετάχθη εξ' αριστερών του Σταμάτη, διά ν' ακούη καλλίτερα, επειδή ήτο κωφή από το εν ους. Ο νέος διηγήθη ότι εις την άκρην του βουνού, όχι μακράν τής ακτής, είχε περάσει από την κατοικίαν του αλλοκότου εκείνου ανθρώπου, όστις από τριάκοντα ετών δεν είχε κατέλθη εις την πόλιν, κ' εμόναζεν εις μίαν καλύβην, ή μάλλον σπηλιάν, της οποίας το στόμιον είχε κτίσει με τας χείρας του. Έβοσκεν ολίγας αίγας, και δεν συνανεστρέφετο κανένα άνθρωπον, παρά μόνον τον Μπαρέκον, τον μέγαν αιγοτρόφον του βουνού, όστις είχε κοπάδι από χίλια γίδια. Εις αυτόν έδιδε το ολίγον γάλα του, λαμβάνων ως αντάλλαγμα ολίγα παξιμάδια, παστά οψάρια, και πότε κανέν τρίχινον φόρεμα ή μάλλινον σκέπασμα.

– Άμα με είδεν, είπεν ο Σταμάτης, έκαμε να κρυφτή. Εγώ έτρεξα κατόπι του, τον εχαιρέτισα, και, για να τον φουρκίσω, άρχισα να τον λιβανίζω μ' αυτήν την πετσέτα, που κουδούνιζαν μέσα οι πεταλίδες... Να, πώς του έκαμα!

Και αποσπάσας την ποδιάν, την περιέχουσαν τα θαλασσινά είδη, από την μέσην του, έκαμε πως λιβανίζει μ' αυτό την θειά Μολώτα, ήτις αφήκεν άναρθρον κραυγήν διαμαρτυρίας.

– Έλα! θα ησυχάσης, βρε πειρασμέ; έκραξεν οργίλη η Αφέντρα.
*
Εις τον Αϊ-Γιάννην, άμα ενύκτωσε, είχε φθάσει με όλον το ασκέρι του, γυναίκα, παιδιά και παραγυιούς του, ο μεγαλοβοσκός Γιάννης ο Μπαρέκος, καθώς κι ο Κώστας ο Πηλιώτης, άλλος τσομπάνος με την φαμίλια του, κι' ο Αγγελής ο Πολύχρονος, με όλον το όρδινό του. Είχαν ανάψει μεγάλην φωτιά, κ' εκάθισαν εις το ύπαιθρον, παρά τον βόρειον τοίχον του ναΐσκου, και διηγούντο παλαιά χρονικά του ποιμενικού κόσμου, κ' εκύτταζαν τους αστερισμούς και την Πούλια, πότε θα φθάση στην μέσην τ' ουρανού, διά να είνε μεσάνυχτα, και πότε θα φθάση, εις εν δυτικόν σημείον, διά να φέξη. Κ' επερίμεναν τον παπάν, πότε να έλθη, διά να τους κάμη Ανάστασιν. Ήτον δε μεσάνυχτα ήδη, και ο παπάς δεν είχεν έλθη.

– Καθώς τ' ομολογάει η φλάσκα... έλεγεν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.

– Να τώξερε κανείς, να πήγαινε στη χώρα, είπεν ο Κώστας ο Πηλιώτης.

– Ο παπα-Γαρόφαλος, αν θα 'ρθη με το φεγγάρι, παρετήρησεν ο Μπαρέκος. Για κυττάξτε!

Έδειχνεν υψηλά εις το βουνόν, όπου αι κορυφαί των δένδρων είχαν αρχίσει να καταλάμπωνται από το αργυρούν φέγγος. Ήτο ήδη περί το τελευταίον τέταρτον.

Την ιδίαν στιγμήν έφθασεν ο Σταμάτης. Ούτος προ ώρας είχε γείνη άφαντος, χωρίς κανείς να προσέξη εις τούτο. Ο νέος είχεν αναβή υψηλά εις το βουνόν, διά να κατοπτεύση και ακροασθή αν θα ηκούετο ή θα εφαίνετο πουθενά ο παπάς.

Άμα επέστρεψεν, ένευσεν εις τον Μπαρέκον και τους άλλους να εξέλθουν μαζύ του από το περίβολον.

– Τι τρέχει;

– Ελάτε· κάτι φωνές ακούω. Βάζω στοίχημα!...

Ο Μπαρέκος και ο Κώστας ο Πηλιώτης τον ηκολούθησαν, και απεμακρύνθησαν διακόσια βήματα, κατά τον ανήφορον. Εκεί ήκουσαν τω όντι ήχους τινάς να ανέρχωνται βαθειά από το ρεύμα κάτω, προς το Δασκαλειό και τον Ασέληνον.

– Τί να είνε;

– Βάζω στοίχημα πως ο παπα-Γαρόφαλος έχασε το δρόμο, είπεν ο Σταμάτης.

– Τί θέλει αποκεί, κατά τον Ασέληνο;

– Γνώρισα τη φωνή του, είπεν ο Σταμάτης. Θα ήρθε από τον άλλον δρόμο, απ' τα χωράφια, κ' ύστερα έπεσε μέσα στ' ορμάνι, κ' εχάθηκε.
*
Οι δυο βοσκοί κι' ο Σταμάτης, κι' ο Πολύχρονος, όστις έτρεξε κατόπιν των, ανήλθον την οφρύν του βουνού, και απήντησαν διά φωνών εις τας ηχούς τας οποίας ήκουον.

– Ελάτε!... Εδώ είμαστε!... έκραξε με στεντορείαν φωνήν ο Σταμάτης.

– Μα πώς, δεν βλέπουν κοτζάμ φωτιά; είπεν εν απορία ο Πηλιώτης.

– Θα έχουν πέση μέσα 'σε κακοτοπιά, στον ήσκιο του βουνού. Το φεγγάρι δεν ψήλωσε ακόμα.

– Πάω να φέρω το φανάρι! έκραξεν ο Σταμάτης.

Κ' έτρεξε κάτω, εις τον περίβολον του Αϊ-Γιαννιού, οπόθεν επανήλθε μετ' ολίγον φέρων φανάρι αναμμένον. Ο Σταμάτης κρατών τούτο, επροπορεύθη, και οι τρεις άνδρες τον ηκολούθησαν εν μέσω του δάσους. Μετ' ολίγα λεπτά αι φωναί ηκούοντο πλησιέστεραι, και τέλος, εφάνη ο παπάς, ακολουθούμενος από τον ανεψιόν, τον βοηθόν του, σύροντα από την τριχιάν ένα γαϊδουράκι, επάνω εις το οποίον ήσαν φορτωμένα τα «ιερά» του παπά. Αλλά τελευταία όλων εφάνη και μία σκιά, ήτις εφαίνετο αποφεύγουσα ν' αντικρύση το φως του φαναριού.

– Μπα! έκαμε γελών ο Σταμάτης. Και σιγά προς τον Μπαρέκον εψιθύρισεν:

– Ο Αλιβάνιστος!

– Μεγάλο θάμμα! είπεν ο Μπαρέκος.
*
– Πώς έκαμες, βλοημένε κ' έχασες τον δρόμο; ηρώτησε τον παπάν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.

– Μη ρωτάτε... θέλησα να πάω απ' τον άλλο δρόμο,... απ' τα 'Ρόγγια... είπεν ασθμαίνων ο παπάς· ήθελα να ιδώ το χωράφι·... είπε να το σπείρη, κείνος ο Ντανάκιας και τ' άφησε άσπαρτο... κ' εγώ χαμπάρι δεν είχα, τόσους μήνες τώρα... Ας είνε καλά ο άνθρωπος... Είχα και δυο τρεις αγιασμούς να κάμω, κ' ενύχτωσα... Καλά που έπεσα κοντά στο καλυβάκι του μπαρμπα-Κόλια εδώ (δεικνύων τον καλούμενον Αλιβάνιστον), και μ' εβοήθησε να βρω το δρόμο! ...Ας έχη την ευχή!

Ο παπα-Γαρόφαλος εδείκνυεν εκείνον, τον οποίον απεκάλει μπαρμπα-Κόλιαν, όστις όμως, ως αληθής σκιά είχεν αρχίσει να γλιστρά όπισθεν των δένδρων, και ν' απομακρύνεται.

Ο Μπαρέκος, τρέξας, τον έδραξεν ισχυρώς από τον βραχίονα.

– Πού πας, μπαρμπα-Κόλια; είπε. Τώρα δε σ' αφήνουμε... τελείωσε! Φέτος θα κάμωμε Ανάστασι μαζύ!...

Ο Σταμάτης, μη δυνάμενος να κρατήση τα γέλοια, άρχισε να κάμνη με το φανάρι το οποίον εκράτει, κινήματα ως να ελιβάνιζε, προς το βάθος εις το μέρος όπου ίστατο το σύμπλεγμα του Μπαρέκου και του μπαρμπα-Κόλια.

Ο γέρων εφαίνετο αληθής λυκάνθρωπος. Εφόρει είδος ράσου, απροσδιορίστου χρώματος, και μαύρην σκούφιαν, είχε μακράν κόμην, μαύρην ακόμη, και ψαρά, σγουρά γένεια. Εδυσανασχέτει διότι τον εκράτει με την ρωμαλέαν χείρα του ο Μπαρέκος, κ' ήθελε να φύγη.

– Άφσε με, να ζήσης! Δεν μπορώ!... τι Ανάστασι να κάμω 'γω... τι με θέλετ' εμένα... Εσείς κάμετε Ανάστασι. Με γεια σας, με χαρά σας!... Πάω στο καλύβι μου, 'γω!

Τότε ο παπα-Γαρόφαλος έλαβε τον λόγον·

– Νάχης την ευχή του Χριστού, παιδί μου! Έλα! ... Να πάρης ευλογία! ... Να μοσχοβολήσ' η ψυχή σου! Έλα ν' απολάψης τη χαρά του Χριστού μας! Μην αδικής τον εαυτόν σου! Μην κάνης του εχτρού το θέλημα! ... Πάτα τον πειρασμό! Έλα, Κόλια! Έλα, Νικόλαε, έλα! Νικόλαε μακάριε! Ο άγιος Νικόλαος να σε φωτίση!

Ο μπάρμπα-Κόλιας ήθελε να έλθη, αλλ' εντρέποντο. Επαραξενεύετο πολύ. Θα επεθύμει να τον απήγον διά της βίας.

Ο Μπαρέκος, ως να είχεν εισδύσει εις τα ενδόμυχα τής ψυχής του, έκραξε τους δύο άλλους βοσκούς πλησίον του. Ούτοι, ημιπαίζοντες, ημισπουδάζοντες, έβαλαν τας χείρας των εις τους βραχίονας και τας ωμοπλάτας του Κόλια. Εν πομπή και παρατάξει τον απήγαγον, κάτω νεύοντα, επιθυμούντα ν' ακολουθήση, και τείνοντα ν' αποσκιρτήση.
*
Όταν έφθασαν εις τον Αϊ-Γιάννην, παράδοξον πράγμα συνέβη. Η θεια Μολώτα, καθώς εκάθητο έξωθεν του ναού, άμα είδε τον Κόλιαν, εταράχθη νευρικώς, εστράφη βιαίως προς τον τοίχον του ναού. Η Αφέντρα, ήτις ήτον στο πλάγι της, την είδε, και ενόησεν ότι κάτι συνέβαινε·

– Τι έχεις, θεια Μολώτα;

Η γραία τής ένευσε να σιωπήση. Εν τοσούτω, αφού η συνοδία επροχώρησεν εις το κέντρον του περιβόλου, η Μολώτα έρριψε πλάγιον βλέμμα προς το σύμπλεγμα των ανδρών, κ' εκατέβασε χαμηλά την μαύρην μανδήλαν της, έκρυψε τα οφρύδια, τους κροτάφους, και με τα τσουλούφια της κόμης της, και με τα κλωνιά της μανδήλας, εκάλυψε το κατωσάγονον και τα μάγουλα.

Η Αφέντρα την εκύτταζε με άπληστον περιέργειαν.

– Τί έπαθες, θειά Μολώτα; ηρώτησε και πάλιν.

– Σώπα, σ' λένε! εψιθύρισεν η Μολώτα.

Ευθύς τότε ο παπάς εισήλθεν εις τον ναΐσκον, τον οποίον ο Σταμάτης, από την ημέραν, πριν να πάγη ακόμα διά πεταλίδας και καβούρια, είχε στολίσει με δάφνας και μυρσίνας, και όστις ήστραπτεν από κοσμιότητα και καθαριότητα.

Ο ιερεύς έβαλεν Ευλογητόν, και μαζύ με τον ανεψιόν του άρχισε να ψάλλη το «Κύματι θαλάσσης». Η Αφέντρα, η Φωλιώ, κ' αι γυναίκες και τα θυγάτρια των ποιμένων, εισήλθον εις τον ναόν, κ' εκόλλησαν πολλά κηρία εις τα μανουάλια.

Η Μολώτα έμενε παραπίσω. Ήθελε να ιδή αν ο μπαρμπα-Κόλιας, ο Αλιβάνιστος, θα εισήρχετο εις τον ναόν ή όχι. Ο Κόλιας καταρχάς επέμενε να μένη έξω, επί προφάσει ότι θα εβοήθει τους δύο παραγυιούς του Μπαρέκου εις το σούβλισμα και ψήσιμον των αρνίων, διά τα οποία ετοίμαζαν μεγάλην φωτιάν. Ο Μπαρέκος όμως εφοβήθη μήπως «το στρίψη», και τον εβίασε να εισέλθη εις τον ναόν μαζύ του, λέγων ότι «ο μουσαφίρης δεν κάνει 'πηρεσία».

Τότε η Μολώτα έμεινεν απ' έξω, μισοκρυμμένη εις τον παραστάτην της θύρας του ναού και κυττάζουσα λαθραίως μέσα. Όταν εβγήκαν όλοι λαμπαδηφορούντες εις το ύπαιθρον, διά να κάμουν Ανάστασιν, αύτη απελθούσα εκρύβη εις την βορειανατολικήν γωνίαν, σιμά εις την θυρίδα τής Προσκομιδής. Εκείθεν ήκουσε κι' αυτή το «Χριστός ανέστη».

Όταν το πλήθος εισήλθε πάλιν εις τον ναόν, με το «Αναστάσεως ημέρα», το γοργόν εμβατήριον, η Αφέντρα της Σταματηρίζενας έμεινε παραπίσω και ήλθε πλησίον τής Μολώτας.

– Γιατί δεν έρχεσαι μέσ' στην εκκλησιά; της είπε. Λεχώνα είσαι;

– Σύλε, πιδί μ', ακούσης καλό λόγο· της είπεν η Μολώτα. Άφσ' εμένα.

– Μα τί έχεις;

– Τίποτα.

– Επέμεινε.

– Θα μου πης τί έχεις;

Η γραία ανένευσε, και απεμακρύνθη απ' αυτής. Η Αφέντρα ηναγκάσθη ν' απέλθη. Μετ' ολίγην όμως ώραν, όταν άρχισεν ο Ασπασμός, η Μολώτα επλησίασεν εις την θύραν του ναού, κ' ένευσεν εις την Αφέντραν να εξέλθη. Την έφερεν εις την ιδίαν και πριν θέσιν, αριστερόθεν του ναού.

– Τώλα, εγώ πώς θα μεταλάβου; της λέγει.

– Γιατί; τί τρέχει;

– Τώλα, δε φιλούν Βγαγγέλιο κι Ανάστασι;

– Ναι.

– Πώς να πάω 'γω ν' ανησπαστώ;

– Πώς θα πας; Με τα ποδάρια σ', είπεν η Αφέντρα.

– Είδες κείνον άθλωπο;

– Ποιόν;

– Κόλια;

– Τον Αλιβάνιστο; Ε, τί;

Η Μολώτα έκυψεν, εταπείνωσε την φωνήν και είπε:

– Σαν ήμουν εγώ μικλό κολίτσι, αυτός μ' ήθελε γυναίκα. Πλιν αλλωστήσω, κι πιαστή φωνή μου, μ' ηύλε σουλουπώματα, πηγάδι, στενό σοκάκι, μ' ε... (έκυψεν εις το ους της Αφέντρας, κ' εψιθύρισε με φωνήν μόλις ακουομένην) μ' εφίλησε...

Η Αφέντρα έπνιξε βαθύν, αργυρόηχον γέλωτα. Η γραία επανέλαβε:

– Πατέλας δεν τον ήθελε γαμπλό. Πήλα άλλον. Χήλεψα. Αυτός, είπαν, πήλε καϋμό, πήγε βουνά, αγλίεψε, δεν πάτησ' εκκλησιά... Εγώ έχω το κλίμα.

Η Αφέντρα ενόησεν αμέσως την απλοϊκήν ευσυνειδησίαν της γραίας.

– Ε, καλά, είπε· να που τον ηύρες τώρα, στην Ανάστασι. Ώρα του Ασπασμού, της αγάπης είναι. Να σχωρεθής, να το πης του παπά, και θα σ' αφήση να μεταλάβης.
*
Η Μολώτα ηκολούθησε κατά γράμμα την συμβουλήν τής Αφέντρας. Εισήλθεν εις τον ναόν, ησπάσθη το Ευαγγέλιον και την Ανάστασιν, είτα εζήτησε συγχώρησιν από τον Κόλιαν.

Ακολούθως, την ώραν του Κοινωνικού, επλησίασε μαζύ με τας αλλάς γυναίκας εις την βορείαν πύλην του ιερού, όπου ο ιερεύς ανέγνωσεν επί των κεφαλών των την συγχωρητικήν ευχήν, ενώ ο μικρός ψάλτης εμινύριζε το «Σώμα Χριστού μεταλάβετε».

Μετά την Απόλυσιν, άμα οι άνδρες εξήλθον, ο Σταμάτης συναντήσας τον Κόλιαν τον εχαιρέτισε:

– Χριστός ανέστη, μπάρμπα-Κόλια! Καλή ώρα ήτον που σ' ηύρα χτες.

Και ο γέρων ερημίτης απήντησεν:

– Αληθώς ανέστη, βρε! Δεν είμαι αλιβάνιστος!