Το 'λεγε η καρδιά μου από καιρό, τα ξέρω
τούτο εδώ το φως και τ' άδειο σπίτι στη σιωπή...
Γιάννης Σταύρου, Γαλατάς, λάδι σε καμβά
Άννα Αχμάτοβα
Καλοκαίρι 1939
Κι έπεσεν η λέξη η πέτρινη του νόμου
πα στο στήθος μου το ακόμα ζωντανό.
Τι να γίνει, από τον καιρό προετοιαζόμουν,
όπως όπως θα τα βγάλω πέρα και μ' αυτό.
Έχω σήμερα πολλές δουλειές. Για μέτρα :
Πρέπει κάθε μνήμη ευθύς να σκοτωθεί,
πρέπει την καρδιά να κάνω πέτρα,
πρέπει πάλι τη ζωή να μάθω απ'την αρχή.
Γιατί αλλιώς... Θροΐζει, να, ζεστά το θέρος,
στο παράθυρό μου στέκω κι είναι σαν γιορτή.
Το 'λεγε η καρδιά μου από καιρό, τα ξέρω
τούτο εδώ το φως και τ' άδειο σπίτι στη σιωπή.
(Από το θρηνητικό «Ρέκβιεμ», αφιερωμένο στο γιο της και στα δεινά του ρωσικού λαού από τη σταλινική τρομοκρατία, Εκδ. Άγρα)
ζωγράφοι, ελληνική τέχνη, θαλασσογραφίες, τοπία, ζωγραφική, λογοτεχνία, Έλληνες ζωγράφοι, σύγχρονη σκέψη, καράβια, τέχνη, σύγχρονοι ζωγράφοι, ποίηση, πορτρέτα, πίνακες ζωγραφικής, έργα ζωγραφικής, ελληνικά τοπία
t
Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...
Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες
Παρασκευή 7 Ιουλίου 2017
Πέμπτη 6 Ιουλίου 2017
Εμίλ Σιοράν: η αντίληψη της προσωρινότητας...
"Ύστερα από μένα ο κατακλυσμός", είναι η ανομολόγητη σκέψη όλων μας: αν αποδεχόμαστε την ιδέα ότι κάποιοι άλλοι θα συνεχίσουν να ζουν έπειτα από μας, είναι με την ελπίδα πως θα τιμωρηθούν γι' αυτό.
*
Η αντίληψη της προσωρινότητας υψωμένη στο επίπεδο οράματος, μυστικιστικής εμπειρίας...
*
Στο παζάρι, μπροστά σε εκείνον τον γελωτοποιό που έκανε γκριμάτσες, φωνασκούσε, κοπίαζε, σκεφτόμουν πως αυτός έκανε το καθήκον του, ενώ εγώ απέφευγα το δικό μου.
*
Η αντίληψη της προσωρινότητας υψωμένη στο επίπεδο οράματος, μυστικιστικής εμπειρίας...
*
Στο παζάρι, μπροστά σε εκείνον τον γελωτοποιό που έκανε γκριμάτσες, φωνασκούσε, κοπίαζε, σκεφτόμουν πως αυτός έκανε το καθήκον του, ενώ εγώ απέφευγα το δικό μου.
Εμίλ Σιοράν
Επιλογή από το έργο του "De l'inconvénient d'être né"
Τετάρτη 5 Ιουλίου 2017
Εμίλ Σιοράν: η επανάληψη των ψευδαισθήσεων...
Η ιστορία, για να ακριβολογούμε, δεν επαναλαμβάνεται· όμως, καθώς το πλήθος των ψευδαισθήσεων, για τις οποίες είναι ικανός ο άνθρωπος, είναι περιορισμένο, αυτές επανέρχονται διαρκώς με άλλη αμφίεση, δίνοντας έτσι, σε μια υπέργηρη βρωμούσα, αέρα νεωτερικότητας και επίχρισμα τραγωδίας.
Εμίλ Σιοράν
Επιλογή από το έργο του "De l'inconvénient d'être né"
(μετ. Αντώνης Καραβασίλης, Εκδ. ΣΤΙΓΜΗ)
Δευτέρα 3 Ιουλίου 2017
Ζωή πως με παράδωσες...
Τα φάσματα των πόθων μου λουλούδια να σας δρέψω
Και να δεχτώ σα μιαν αυγή την τελευταία βραδιά...
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα της νύχτας, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Μαρία Πολυδούρη
Προδοσία
Ζωή πως με παράδωσες μ' ένα φιλί στους δήμιους...
Οι δήμιοι σου, καλόγνωμοι, θάνατο δεν προστάζουν.
Είναι κι' αυτοί απ' τους τίμιους σου και τους ευγενικούς!
Χαμόγελο τα χείλη τους και γλυκό λόγο στάζουν
Κ' έχουν κι' αγάπη και σκοπούς ωραίους και ιπποτικούς...
Ω, εμένα το αίμα μου έλειψεν απ' τη φριχτή αγωνία
Στον ξέσαρκό μου τράχηλο να σέρνεται η θηλιά
Και να μη σφίγγει. Ω, ευγενική των δημίων μου μανία
Έχω μέσα στα στήθη μου σπασμένη την καρδιά...
Έχω σπασμένη την καρδιά. Μ' έχει η ζωή προδώσει
Και μου ζητάνε να γελάσω αθώα και τρυφερά
Και να 'ναι μες στα μάτια μου χαρά και λάμψη τόση
Που να γενεί στα ευγενικά σας όνειρα φτερά...
Εγώ πρέπει απ' τη λίγη μου σταγόνα να σας θρέψω
Του αίματος, που φαρμάκωσε κι' αυτή μες στην καρδιά
Τα φάσματα των πόθων μου λουλούδια να σας δρέψω
Και να δεχτώ σα μιαν αυγή την τελευταία βραδιά...
Κι' αν η σπασμένη μου καρδιά τρίξει στο σαρκασμό μου
Κι' αν αντί δάκρυ στάξουνε τα μάτια μου φωτιά
Θα μου ραβδίσετε το χυδαίο κι' άπρεπο στοχασμό μου
Ευγενικά στυλώνοντας την βλοσυρή ματιά...
Όμως η βαριά μοίρα μου δεν είναι ο θάνατός μου
Μες στην καρδιά βόσκουνε πληγές από φωτιά
Ποιος από σας, ανύποπτα, τίμιος θα γίνει εχθρός μου
Στον ξέσαρκό μου τράχηλο να σφίξη τη θηλιά!
Και να δεχτώ σα μιαν αυγή την τελευταία βραδιά...
Γιάννης Σταύρου, Πεύκα της νύχτας, λάδι σε καμβά (λεπτομέρεια)
Μαρία Πολυδούρη
Προδοσία
Ζωή πως με παράδωσες μ' ένα φιλί στους δήμιους...
Οι δήμιοι σου, καλόγνωμοι, θάνατο δεν προστάζουν.
Είναι κι' αυτοί απ' τους τίμιους σου και τους ευγενικούς!
Χαμόγελο τα χείλη τους και γλυκό λόγο στάζουν
Κ' έχουν κι' αγάπη και σκοπούς ωραίους και ιπποτικούς...
Ω, εμένα το αίμα μου έλειψεν απ' τη φριχτή αγωνία
Στον ξέσαρκό μου τράχηλο να σέρνεται η θηλιά
Και να μη σφίγγει. Ω, ευγενική των δημίων μου μανία
Έχω μέσα στα στήθη μου σπασμένη την καρδιά...
Έχω σπασμένη την καρδιά. Μ' έχει η ζωή προδώσει
Και μου ζητάνε να γελάσω αθώα και τρυφερά
Και να 'ναι μες στα μάτια μου χαρά και λάμψη τόση
Που να γενεί στα ευγενικά σας όνειρα φτερά...
Εγώ πρέπει απ' τη λίγη μου σταγόνα να σας θρέψω
Του αίματος, που φαρμάκωσε κι' αυτή μες στην καρδιά
Τα φάσματα των πόθων μου λουλούδια να σας δρέψω
Και να δεχτώ σα μιαν αυγή την τελευταία βραδιά...
Κι' αν η σπασμένη μου καρδιά τρίξει στο σαρκασμό μου
Κι' αν αντί δάκρυ στάξουνε τα μάτια μου φωτιά
Θα μου ραβδίσετε το χυδαίο κι' άπρεπο στοχασμό μου
Ευγενικά στυλώνοντας την βλοσυρή ματιά...
Όμως η βαριά μοίρα μου δεν είναι ο θάνατός μου
Μες στην καρδιά βόσκουνε πληγές από φωτιά
Ποιος από σας, ανύποπτα, τίμιος θα γίνει εχθρός μου
Στον ξέσαρκό μου τράχηλο να σφίξη τη θηλιά!
Κυριακή 2 Ιουλίου 2017
δυαδικό σύμπαν...
Για τον Asimov, η εμφάνιση της ζωής ή η γέννηση του σύμπαντος είναι ένα αντι-εντροπικό, αντι-φυσικό συμβάν...
Ilya Prigogine
Προλογική αναφορά στο βέλος του χρόνου
Ο δυϊσμός νόμού-συμβάντος βρίσκεται στον πυρήνα των συγκρούσεων που διαπερνούν την ιστορία των ιδεών στον δυτικό κόσμο, ξεκινώντας από τις προσωκρατικές εικοτολογίες και συνεχίζοντας ώς τις μέρες μας, μέσα από την κβαντική μηχανική και τη σχετικότητα. Οι νόμοι συνδέονταν μ' ένα συνεχές ξεδίπλωμα, με τη δυνατότητα κατανόησης, με αιτιοκρατικές προβλέψεις και σε τελική ανάλυση με την ίδια την άρνηση του χρόνου. Τα συμβάντα αντίθετα συνεπάγονται κάποιο στοιχείο αυθαιρεσίας, αφού περιλαμβάνουν ασυνέχειες, πιθανότητες και μη αντιστρεπτή εξέλιξη. Πρέπει να αντιμετωπίσούμε το γεγονός οτι ζούμε σ' ένα δυαδικό σύμπαν, η περιγραφή του οποίου περιλαμβάνει τόσο τους νόμούς όσο και τα συμβάντα, τόσο τις βεβαιότητες όσο και τις πιθανότητες. Είναι προφανές ότι τα κρισιμότερης σημασίας συμβάντα, πού γνωρίζουμε σχετίζονται με τη γέννηση του σύμπαντός μας και την εμφάνιση της ζωής.
«Θα μπορέσουμε κάποτε να ξεπεράσούμε το Δεύτερο Νόμο της θερμοδυναμικής». Αύτο ακριβώς το ερώτημα θέτει κατ' επανάληψη σ' έναν γιγαντιαίο υπολογιστή ο πολιτισμός, στο Last Question (Τελευταία Ερώτηση) του Asimov. Ο υπολογιστής απαντά: «Τα δεδομένα δεν επαρκούν». Περνούν δισεκατομμύρια χρόνια, άστρα και γαλαξίες πεθαίνουν, ενώ ο υπολογιστής που συνδέεται απευθείας με το χωρόχρονο εξακολουθεί να συλλέγει δεδομένα. Τέλος, δεν υπάρχει πλέον άλλη πληροφορία να συλλεχθεί, δεν «υπάρχει» τίποτα πια' όμως ο υπολογιστής εξακολουθεί να υπολογίζει και ν' ανακαλύπτει συσχετίσεις. Τελικά βρίσκει την απάντηση. Δεν υπάρχει πια κανείς να το μάθει, αλλά ο υπολογιστής γνωρίζει τώρα πώς να υπερβεί τον Δεύτερο Νόμο. Και εγένετο φως... Για τον Asimov, η εμφάνιση της ζωής ή η γέννηση του σύμπαντος είναι ένα αντι-εντροπικό, αντι-φυσικό συμβάν.
(Πηγή: http://cosmoidioglossia.blogspot.gr/2014/04/blog-post_851.html)
Ilya Prigogine
Προλογική αναφορά στο βέλος του χρόνου
Ο δυϊσμός νόμού-συμβάντος βρίσκεται στον πυρήνα των συγκρούσεων που διαπερνούν την ιστορία των ιδεών στον δυτικό κόσμο, ξεκινώντας από τις προσωκρατικές εικοτολογίες και συνεχίζοντας ώς τις μέρες μας, μέσα από την κβαντική μηχανική και τη σχετικότητα. Οι νόμοι συνδέονταν μ' ένα συνεχές ξεδίπλωμα, με τη δυνατότητα κατανόησης, με αιτιοκρατικές προβλέψεις και σε τελική ανάλυση με την ίδια την άρνηση του χρόνου. Τα συμβάντα αντίθετα συνεπάγονται κάποιο στοιχείο αυθαιρεσίας, αφού περιλαμβάνουν ασυνέχειες, πιθανότητες και μη αντιστρεπτή εξέλιξη. Πρέπει να αντιμετωπίσούμε το γεγονός οτι ζούμε σ' ένα δυαδικό σύμπαν, η περιγραφή του οποίου περιλαμβάνει τόσο τους νόμούς όσο και τα συμβάντα, τόσο τις βεβαιότητες όσο και τις πιθανότητες. Είναι προφανές ότι τα κρισιμότερης σημασίας συμβάντα, πού γνωρίζουμε σχετίζονται με τη γέννηση του σύμπαντός μας και την εμφάνιση της ζωής.
«Θα μπορέσουμε κάποτε να ξεπεράσούμε το Δεύτερο Νόμο της θερμοδυναμικής». Αύτο ακριβώς το ερώτημα θέτει κατ' επανάληψη σ' έναν γιγαντιαίο υπολογιστή ο πολιτισμός, στο Last Question (Τελευταία Ερώτηση) του Asimov. Ο υπολογιστής απαντά: «Τα δεδομένα δεν επαρκούν». Περνούν δισεκατομμύρια χρόνια, άστρα και γαλαξίες πεθαίνουν, ενώ ο υπολογιστής που συνδέεται απευθείας με το χωρόχρονο εξακολουθεί να συλλέγει δεδομένα. Τέλος, δεν υπάρχει πλέον άλλη πληροφορία να συλλεχθεί, δεν «υπάρχει» τίποτα πια' όμως ο υπολογιστής εξακολουθεί να υπολογίζει και ν' ανακαλύπτει συσχετίσεις. Τελικά βρίσκει την απάντηση. Δεν υπάρχει πια κανείς να το μάθει, αλλά ο υπολογιστής γνωρίζει τώρα πώς να υπερβεί τον Δεύτερο Νόμο. Και εγένετο φως... Για τον Asimov, η εμφάνιση της ζωής ή η γέννηση του σύμπαντος είναι ένα αντι-εντροπικό, αντι-φυσικό συμβάν.
(Πηγή: http://cosmoidioglossia.blogspot.gr/2014/04/blog-post_851.html)
Σάββατο 1 Ιουλίου 2017
Ήταν η πλώρη μας...
Στην πλώρη αυτή κατάστρεψα τον ήρεμον εαυτό μου
και σκότωσα την τρυφερή παιδιάτικη ψυχή.
Όμως ποτέ δε μ’ άφησε το επίμονο όνειρό μου
και πάντα η θάλασσα πολλά μου λέει, όταν αχεί...
Νίκος Καββαδίας
Η πλώρη μας
Ήταν η πλώρη μας καθώς των φορτηγών οι πλώρες.
Γιομάτη πράγματα παλιά, που εμύριζαν βαριά,
μ’ ένα τραπέζι ξύλινο στη μέση, λερωμένο
και σκαλισμένο σε πολλές μεριές με το σουγιά.
Είχε δεξιά κι αριστερά, απάνω το ‘να στ’ άλλο,
τα ξύλινα κρεβάτια μας στα πλάγια κολλητά,
που έμοιαζαν, μέσα στο θαμπόν, ανάλαφρο σκοτάδι,
φέρετρα που ξεχάστηκαν και μείναν ανοιχτά.
Σε μια γωνιά το αρμάρι μας, απ’ έξω στολισμένο
με ζωγραφιές χρωματιστές από περιοδικό
ή γαλλικές φωτογραφίες αισχρές, που παρασταίνουν
το αμάρτημα της ηδονής το προπατορικό.
Πάντα βασίλευε σιγή θανατερή εκεί μέσα
και περπατούσαμε όλοι μας στις μύτες των ποδιών,
κι ήταν στιγμές που νόμιζες πως άκουες να χτυπούνε
σαν το ρολόι, μες στη σιγή, οι χτύποι των καρδιών.
Κι έκοβε μόνο τη σιγήν ο χτύπος της καμπάνας
που απάνου στο καμπούνι, αργά, χτυπούσε των ωρών
το πέρασμα, μ’ ένα βαρύ μα λυπημένον ήχο,
που πνίγονταν μες στη βοή του αγέρα ή των νεκρών.
Τις Κυριακές, σαν είχανε δουλειά μονάχα οι βάρδιες,
σ' αυτήν εμαζευόμαστε και ανάβαμε φωτιά
κι ή αισχρές, σιγά, για τις γυναίκες λέγαμε ιστορίες
ή το φαΐ μας παίζαμε με πείσμα στα χαρτιά.
Στην πλώρη αυτή κατάστρεψα τον ήρεμον εαυτό μου
και σκότωσα την τρυφερή παιδιάτικη ψυχή.
Όμως ποτέ δε μ’ άφησε το επίμονο όνειρό μου
και πάντα η θάλασσα πολλά μου λέει, όταν αχεί.
και σκότωσα την τρυφερή παιδιάτικη ψυχή.
Όμως ποτέ δε μ’ άφησε το επίμονο όνειρό μου
και πάντα η θάλασσα πολλά μου λέει, όταν αχεί...
Νίκος Καββαδίας
Η πλώρη μας
Ήταν η πλώρη μας καθώς των φορτηγών οι πλώρες.
Γιομάτη πράγματα παλιά, που εμύριζαν βαριά,
μ’ ένα τραπέζι ξύλινο στη μέση, λερωμένο
και σκαλισμένο σε πολλές μεριές με το σουγιά.
Είχε δεξιά κι αριστερά, απάνω το ‘να στ’ άλλο,
τα ξύλινα κρεβάτια μας στα πλάγια κολλητά,
που έμοιαζαν, μέσα στο θαμπόν, ανάλαφρο σκοτάδι,
φέρετρα που ξεχάστηκαν και μείναν ανοιχτά.
Σε μια γωνιά το αρμάρι μας, απ’ έξω στολισμένο
με ζωγραφιές χρωματιστές από περιοδικό
ή γαλλικές φωτογραφίες αισχρές, που παρασταίνουν
το αμάρτημα της ηδονής το προπατορικό.
Πάντα βασίλευε σιγή θανατερή εκεί μέσα
και περπατούσαμε όλοι μας στις μύτες των ποδιών,
κι ήταν στιγμές που νόμιζες πως άκουες να χτυπούνε
σαν το ρολόι, μες στη σιγή, οι χτύποι των καρδιών.
Κι έκοβε μόνο τη σιγήν ο χτύπος της καμπάνας
που απάνου στο καμπούνι, αργά, χτυπούσε των ωρών
το πέρασμα, μ’ ένα βαρύ μα λυπημένον ήχο,
που πνίγονταν μες στη βοή του αγέρα ή των νεκρών.
Τις Κυριακές, σαν είχανε δουλειά μονάχα οι βάρδιες,
σ' αυτήν εμαζευόμαστε και ανάβαμε φωτιά
κι ή αισχρές, σιγά, για τις γυναίκες λέγαμε ιστορίες
ή το φαΐ μας παίζαμε με πείσμα στα χαρτιά.
Στην πλώρη αυτή κατάστρεψα τον ήρεμον εαυτό μου
και σκότωσα την τρυφερή παιδιάτικη ψυχή.
Όμως ποτέ δε μ’ άφησε το επίμονο όνειρό μου
και πάντα η θάλασσα πολλά μου λέει, όταν αχεί.
Παρασκευή 30 Ιουνίου 2017
Στην εποχή της μαζικής δημοκρατίας...
"Στη σχολή Καλών Τεχνών της Βιέννης υπάρχουν δύο εργαστήρια γλυπτικής. Ο συνάδελφος μου έχει στο εργαστήριό του 254 σπουδαστές, και τους θεωρεί όλους ταλέντα. Στο δικό μου, μετα από αυστηρή επιλογή, έχω 11 σπουδαστές και δεν θεωρώ κανέναν ταλέντο."
Ειπώθηκε από τον Γιάννη Αβραμίδη (1922-2016) σε ιδιωτική συζήτηση το 1972.

Ειπώθηκε από τον Γιάννη Αβραμίδη (1922-2016) σε ιδιωτική συζήτηση το 1972.

Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017
H πολιτεία στή θάλασσα...
Μά νά, κάτι στον άνεμο εκινήθη!
Των ρείθρων αργοσάλεψαν τά βύθη!
Λές καί μιά στάλα οι πύργοι πώς βουλιάζουν,
Και το βαρύ το σάλο αναταράζουν —
Λές κι οί κορφές τους πώς αφήνουν σάμπως
Ενα κενό μες στ' Ουρανού τό θάμπος.
Πιο πορφυρό τό κύμα φέγγει τώρα...
*
But lo, a stir is in the air!
The wave- there is a movement there!
As if the towers had thrust aside,
In slightly sinking, the dull tide-
As if their tops had feebly given
A void within the filmy Heaven.
The waves have now a redder glow...
Γιάννης Σταύρου, Δύση στη Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Έντγκαρ Άλαν Πόε
H πολιτεία στή θάλασσα
Κοίταξε! Ο Θάνατος θρόνο έχει στήσει
Σ' έρμη μια πόλη πού, βαθιά στή Δύση
Τή σύθαμπη, φαντάζει αλλοτινή,
Όπου οι καλοί κι οι κακοί, οι ταπεινοί κι οι τρανοί
Βρήκαν γιά πάντα ανάπαψη στερνή.
Πύργους καί λάρνακές τους καί παλάτια
(Πανάρχαιους πύργους πού δέν τρέμουν πιά!),
Δέν είδαν όμοιους τά δικά μας μάτια.
Τριγύρω, ξεχασμένα απ’ τό βοριά,
Καρτερικά κάτω άπ’ τά ουράνια χάη
Πλαγιάζουν τά μελάγχολα πελάη.
Αχτίδα από τ’ άγια ούράνια δέν προβάλλει
Στης πολιτείας τή νύχτα τή μεγάλη
Μά φως μές απ' τά πελιδνά νερά
Γλιστράει πάνω στούς πύργους σιωπηλά —
Ψηλά στ' αετώματα πλατιά φεγγοβολά —
Σέ τρούλους — σέ καμπαναριά — σ' αυλές —
Σέ ναούς — σέ Βαβυλώνειους τοίχους λές —
Σέ λόγγους ισκιερούς, λησμονημένους,
Μ' άνθούς, κισσούς, στήν πέτρα σκαλισμένους —
Σέ μύριες λάρνακες θαυματουργές
Πού συνταιριάζουν, στις γιρλάντες τις βαριές,
Βιόλες, βιολέτες καί κληματαριές.
Καρτερικά κάτω απ' τά ούράνια χάη
Πλαγιάζουν τά μελάγχολα πελάη.
Τόσο εκεί μέσα σμίγουν πύργοι κι ίσκιοι
Πού ανάερη μοιάζει η πολιτεία νά μνήσκει,
Ενώ απ' αγέρωχο ένα κάστρο αγνάντια
Από ψηλά ο Θάνατος κοιτάει γιγάντια.
Ναοί ανοιχτοί καί διάπλατα εκεί μνήματα
Χάσκουνε πλάι στα φωτερά τα κύματα
Μά ουτε τα πλούτη πού βαθιά του εκράτει
Το διαμαντένιο κάθε ειδώλου μάτι —
Μήτε οι νεκροί, ντυμένοι στ' αργυρά,
Πλανεύουνε απ’ τον όχτο τα νερά
Γιατί ρυτίδα δέ χαράζει, αλί!
Σ’ εκείνη τήν ερημιά απο γυαλί —
Κύμα δέ λέει πώς ίσως κάνει αγέρα
Σ’ ευτυχισμένο κάποιο πέλαο πέρα —
Πτυχές δέ θροούν πώς φύσηξε μπουρίνι
Σέ πέλαγα δίχως φριχτή γαλήνη.
Μά νά, κάτι στον άνεμο εκινήθη!
Των ρείθρων αργοσάλεψαν τά βύθη!
Λές καί μιά στάλα οι πύργοι πώς βουλιάζουν,
Και το βαρύ το σάλο αναταράζουν —
Λές κι οί κορφές τους πώς αφήνουν σάμπως
Ενα κενό μες στ' Ουρανού τό θάμπος.
Πιο πορφυρό τό κύμα φέγγει τώρα —
Λαφριά κι αδύναμα ανασαίνει η ώρα —
Κι όταν, μέ απόκοσμους ζωσμένη στόνους,
Βαθιά, βαθιά η πολιτεία θέ νά ποντίσει,
Θά σηκωθεί από χίλιους ο Άδης θρόνους
Νά πέσει νά τήν προσκυνήσει.
(Μετ. Νίκος Σημηριώτης)
Edgar Allan Poe
The City In The Sea
Lo! Death has reared himself a throne
In a strange city lying alone
Far down within the dim West,
Where the good and the bad and the worst and the best
Have gone to their eternal rest.
There shrines and palaces and towers
(Time-eaten towers that tremble not!)
Resemble nothing that is ours.
Around, by lifting winds forgot,
Resignedly beneath the sky
The melancholy waters he.
No rays from the holy heaven come down
On the long night-time of that town;
But light from out the lurid sea
Streams up the turrets silently-
Gleams up the pinnacles far and free-
Up domes- up spires- up kingly halls-
Up fanes- up Babylon-like walls-
Up shadowy long-forgotten bowers
Of sculptured ivy and stone flowers-
Up many and many a marvellous shrine
Whose wreathed friezes intertwine
The viol, the violet, and the vine.
Resignedly beneath the sky
The melancholy waters lie.
So blend the turrets and shadows there
That all seem pendulous in air,
While from a proud tower in the town
Death looks gigantically down.
There open fanes and gaping graves
Yawn level with the luminous waves;
But not the riches there that lie
In each idol's diamond eye-
Not the gaily-jewelled dead
Tempt the waters from their bed;
For no ripples curl, alas!
Along that wilderness of glass-
No swellings tell that winds may be
Upon some far-off happier sea-
No heavings hint that winds have been
On seas less hideously serene.
But lo, a stir is in the air!
The wave- there is a movement there!
As if the towers had thrust aside,
In slightly sinking, the dull tide-
As if their tops had feebly given
A void within the filmy Heaven.
The waves have now a redder glow-
The hours are breathing faint and low-
And when, amid no earthly moans,
Down, down that town shall settle hence,
Hell, rising from a thousand thrones,
Shall do it reverence.
Των ρείθρων αργοσάλεψαν τά βύθη!
Λές καί μιά στάλα οι πύργοι πώς βουλιάζουν,
Και το βαρύ το σάλο αναταράζουν —
Λές κι οί κορφές τους πώς αφήνουν σάμπως
Ενα κενό μες στ' Ουρανού τό θάμπος.
Πιο πορφυρό τό κύμα φέγγει τώρα...
*
But lo, a stir is in the air!
The wave- there is a movement there!
As if the towers had thrust aside,
In slightly sinking, the dull tide-
As if their tops had feebly given
A void within the filmy Heaven.
The waves have now a redder glow...
Γιάννης Σταύρου, Δύση στη Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Έντγκαρ Άλαν Πόε
H πολιτεία στή θάλασσα
Κοίταξε! Ο Θάνατος θρόνο έχει στήσει
Σ' έρμη μια πόλη πού, βαθιά στή Δύση
Τή σύθαμπη, φαντάζει αλλοτινή,
Όπου οι καλοί κι οι κακοί, οι ταπεινοί κι οι τρανοί
Βρήκαν γιά πάντα ανάπαψη στερνή.
Πύργους καί λάρνακές τους καί παλάτια
(Πανάρχαιους πύργους πού δέν τρέμουν πιά!),
Δέν είδαν όμοιους τά δικά μας μάτια.
Τριγύρω, ξεχασμένα απ’ τό βοριά,
Καρτερικά κάτω άπ’ τά ουράνια χάη
Πλαγιάζουν τά μελάγχολα πελάη.
Αχτίδα από τ’ άγια ούράνια δέν προβάλλει
Στης πολιτείας τή νύχτα τή μεγάλη
Μά φως μές απ' τά πελιδνά νερά
Γλιστράει πάνω στούς πύργους σιωπηλά —
Ψηλά στ' αετώματα πλατιά φεγγοβολά —
Σέ τρούλους — σέ καμπαναριά — σ' αυλές —
Σέ ναούς — σέ Βαβυλώνειους τοίχους λές —
Σέ λόγγους ισκιερούς, λησμονημένους,
Μ' άνθούς, κισσούς, στήν πέτρα σκαλισμένους —
Σέ μύριες λάρνακες θαυματουργές
Πού συνταιριάζουν, στις γιρλάντες τις βαριές,
Βιόλες, βιολέτες καί κληματαριές.
Καρτερικά κάτω απ' τά ούράνια χάη
Πλαγιάζουν τά μελάγχολα πελάη.
Τόσο εκεί μέσα σμίγουν πύργοι κι ίσκιοι
Πού ανάερη μοιάζει η πολιτεία νά μνήσκει,
Ενώ απ' αγέρωχο ένα κάστρο αγνάντια
Από ψηλά ο Θάνατος κοιτάει γιγάντια.
Ναοί ανοιχτοί καί διάπλατα εκεί μνήματα
Χάσκουνε πλάι στα φωτερά τα κύματα
Μά ουτε τα πλούτη πού βαθιά του εκράτει
Το διαμαντένιο κάθε ειδώλου μάτι —
Μήτε οι νεκροί, ντυμένοι στ' αργυρά,
Πλανεύουνε απ’ τον όχτο τα νερά
Γιατί ρυτίδα δέ χαράζει, αλί!
Σ’ εκείνη τήν ερημιά απο γυαλί —
Κύμα δέ λέει πώς ίσως κάνει αγέρα
Σ’ ευτυχισμένο κάποιο πέλαο πέρα —
Πτυχές δέ θροούν πώς φύσηξε μπουρίνι
Σέ πέλαγα δίχως φριχτή γαλήνη.
Μά νά, κάτι στον άνεμο εκινήθη!
Των ρείθρων αργοσάλεψαν τά βύθη!
Λές καί μιά στάλα οι πύργοι πώς βουλιάζουν,
Και το βαρύ το σάλο αναταράζουν —
Λές κι οί κορφές τους πώς αφήνουν σάμπως
Ενα κενό μες στ' Ουρανού τό θάμπος.
Πιο πορφυρό τό κύμα φέγγει τώρα —
Λαφριά κι αδύναμα ανασαίνει η ώρα —
Κι όταν, μέ απόκοσμους ζωσμένη στόνους,
Βαθιά, βαθιά η πολιτεία θέ νά ποντίσει,
Θά σηκωθεί από χίλιους ο Άδης θρόνους
Νά πέσει νά τήν προσκυνήσει.
(Μετ. Νίκος Σημηριώτης)
Edgar Allan Poe
The City In The Sea
Lo! Death has reared himself a throne
In a strange city lying alone
Far down within the dim West,
Where the good and the bad and the worst and the best
Have gone to their eternal rest.
There shrines and palaces and towers
(Time-eaten towers that tremble not!)
Resemble nothing that is ours.
Around, by lifting winds forgot,
Resignedly beneath the sky
The melancholy waters he.
No rays from the holy heaven come down
On the long night-time of that town;
But light from out the lurid sea
Streams up the turrets silently-
Gleams up the pinnacles far and free-
Up domes- up spires- up kingly halls-
Up fanes- up Babylon-like walls-
Up shadowy long-forgotten bowers
Of sculptured ivy and stone flowers-
Up many and many a marvellous shrine
Whose wreathed friezes intertwine
The viol, the violet, and the vine.
Resignedly beneath the sky
The melancholy waters lie.
So blend the turrets and shadows there
That all seem pendulous in air,
While from a proud tower in the town
Death looks gigantically down.
There open fanes and gaping graves
Yawn level with the luminous waves;
But not the riches there that lie
In each idol's diamond eye-
Not the gaily-jewelled dead
Tempt the waters from their bed;
For no ripples curl, alas!
Along that wilderness of glass-
No swellings tell that winds may be
Upon some far-off happier sea-
No heavings hint that winds have been
On seas less hideously serene.
But lo, a stir is in the air!
The wave- there is a movement there!
As if the towers had thrust aside,
In slightly sinking, the dull tide-
As if their tops had feebly given
A void within the filmy Heaven.
The waves have now a redder glow-
The hours are breathing faint and low-
And when, amid no earthly moans,
Down, down that town shall settle hence,
Hell, rising from a thousand thrones,
Shall do it reverence.
Τρίτη 27 Ιουνίου 2017
η χαμένη Κυριακή...
και ψάχνει εδώ και ψάχνει εκεί,
για μια χαμένη Κυριακή...
Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Νίκος Γκάτσος
Το τραγούδι της χαμένης Κυριακής
Μην πετάς ποτέ, ποτέ
σε άδειους ουρανούς.
Παραδείσους μακρινούς
ποτέ μη ζητάς.
Δεν θα δεις ποτέ, ποτέ
το φως το αληθινό.
Σ' έναν κόσμο σκοτεινό
το φως δεν θα δεις.
Ο άνθρωπος κάθε φορά
τρελά δανείζεται φτερά
και ψάχνει εδώ και ψάχνει εκεί,
για μια χαμένη Κυριακή.
για μια χαμένη Κυριακή...
Γιάννης Σταύρου, Κυριακάτικος περίπατος, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά
Νίκος Γκάτσος
Το τραγούδι της χαμένης Κυριακής
Μην πετάς ποτέ, ποτέ
σε άδειους ουρανούς.
Παραδείσους μακρινούς
ποτέ μη ζητάς.
Δεν θα δεις ποτέ, ποτέ
το φως το αληθινό.
Σ' έναν κόσμο σκοτεινό
το φως δεν θα δεις.
Ο άνθρωπος κάθε φορά
τρελά δανείζεται φτερά
και ψάχνει εδώ και ψάχνει εκεί,
για μια χαμένη Κυριακή.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









